Αρχική Blog Σελίδα 2745

Το κόλπο της Τουρκίας με τη Λιβύη για να χαλάσουν τα σχέδια Ελλάδας και Κύπρου

0

in.gr

Χάρτες της «κατεχόμενης» Μεσογείου από την Ελλάδα άνοιξε στη Λιβύη ο υπουργός Αμυνας της Τουρκίας Χουλουσί Ακάρ, επιχειρώντας να πείσει ότι αν Τουρκία και Λιβύη υπογράψουν συμφωνία για οριοθέτηση των ΑΟΖ τότε θα χαλάσουν τα σχέδια «κατοχής» της Ελλάδας (Δείτε τους χάρτες).

Το κόλπο της Τουρκίας με τη Λιβύη για να χαλάσουν τα σχέδια Ελλάδας και Κύπρου | in.gr
Αξιοπρόσεκτο είναι και το γεγονός ότι, αμέσως μετά την επιστροφή του τούρκου υπουργού Αμυνας στην Αγκυρα, κατέφτασε στην Τουρκία για επίσκεψη ο πρόεδρος του Προεδρικού Συμβουλίου της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας της Λιβύης, Φαγιέζ Αλ Σαράτζ (αριστερά), ο οποίος συναντήθηκε και με τον τούρκο πρόεδρο Ερντογάν (δεξιά) στην Κωνσταντινούπολη.

Το παρασκήνιο της επίσκεψης του τούρκου υπουργού Αμυνας, Χουλουσί Ακάρ, στη Λιβύη την εβδομάδα που πέρασε αποκαλύπτει η φιλο-κυβερνητική εφημερίδα Γενί Σαφάκ, υποστηρίζοντας ότι στη διάρκεια των σημαντικών επαφών που είχε εκεί, ο τούρκος αξιωματούχος άνοιξε προς τους συνομιλητές του δύο χάρτες, προκειμένου να αποδείξει πώς η ανατολική Μεσόγειος περνά υπό την «κατοχή» της Ελλάδας, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο.

«Η Αθήνα, μετά την ανατροπή του καθεστώτος Καντάφι, λόγω της πολιτικής αστάθειας στη χώρα βρήκε την ευκαιρία να καπηλευτεί 39 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα θαλάσσιου χώρου που ανήκε στη Λιβύη», υποστηρίζει η Γενί Σαφάκ.

Η εφημερίδα επαναλαμβάνοντας την πάγια θέση της Τουρκίας για την οριοθέτηση της ΑΟΖ, υποστηρίζει ότι η Ελλάδα και η Κύπρος, λαμβάνοντας υπόψη ως βάση υπολογισμού όχι την ηπειρωτική χώρα αλλά τα νησιά, περιορίζουν τις θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο.

Το έκανε και η Κύπρος, «εγκλωβίζοντας» την Τουρκία στα 41 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα γύρω από τον κόλπο της Αττάλειας, αλλά και η Ελλάδα κάτω από την Κρήτη.

Ο Χουλουσί Ακάρ προσπάθησε να στείλει μήνυμα για την ανατολική Μεσόγειο, υποστηρίζει η εφημερίδα και με τους χάρτες που παρουσίασε στους συνομιλητές του στην Τρίπολη, προσπάθησε να τους πείσει ότι αν Τουρκία και Λιβύη υπογράψουν συμφωνία για οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών δικαιοδοσίας τους, τότε – σύμφωνα με τη Γενί Σαφάκ – θα χαλάσουν τα σχέδια «κατοχής» της Ελλάδας.

«Αν η Τουρκία υπογράψει με τη Λιβύη συμφωνία οριοθέτησης της ΑΟΖ, θα ορθωθεί ‘τουρκική ασπίδα’ απέναντι στη γραμμή ‘κατοχής’ που εκτείνεται από τη ‘νότια Κύπρο’ έως την Ελλάδα. Γιατί η Ελλάδα, η Αίγυπτος, η ‘νότια Κύπρος’ και το Ισραήλ σχεδιάζουν να περάσουν τα ενεργειακά αποθέματα της ανατολικής Μεσογείου προς την Ευρώπη μέσω της υφαλοκρηπίδας της Τουρκίας και της Λιβύης», υποστηρίζει η εφημερίδα.

Το άρθρο υπενθυμίζει μάλιστα και δύο προσφυγές της Λιβύης στο παρελθόν προς το Διεθνές Δικαστήριο, με την Τυνησία το 1982 και με τη Μάλτα το 1985. Οι αποφάσεις της Χάγης τότε έκλιναν στην ουσία προς τις λιβυκές θέσεις, σύμφωνα με τις οποίες αμφισβητείται το δικαίωμα των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες.

Ο Χουλουσί Ακάρ δεν παρέλειψε να προσφέρει ακόμη και τη στρατιωτική υποστήριξη της Τουρκίας με την επανασύσταση τουρκικής δύναμης στη Λιβύη.

Αξιοπρόσεκτο είναι και το γεγονός ότι, αμέσως μετά την επιστροφή του υπουργού Αμυνας στην Αγκυρα, κατέφτασε στην Τουρκία για επίσκεψη ο πρόεδρος του Προεδρικού Συμβουλίου της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας της Λιβύης, Φαγιέζ Αλ Σαράτζ, ο οποίος συναντήθηκε και με τον τούρκο πρόεδρο Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη.

Πηγή: Sigmalive

Ελληνικός ενεργειακός πλούτος – Σαμποτάζ εκ των έσω

1

Χάρτης που παρουσιάζει ο συγγραφέας του κειμένου στο άρθρο του

Του ΗΛΙΑ ΚΟΝΟΦΑΓΟΥ*

Σήμερα η ελληνική οικονομία ζει και τρέφεται από τις περικοπές μισθών και συντάξεων. Η χώρα δεν παράγει τίποτε το πρωτοποριακό και στηρίζεται αποκλειστικά σε εισαγωγές προϊόντων πάσης φύσεως συμπεριλαμβανομένων του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

Καμιά αξιόλογη βιομηχανία αιχμής δεν υπάρχει πια και ουδείς προτείνει σήμερα κάτι αξιόλογο για να εξέλθουμε από την οικονομική αυτή κρίση που μαστίζει εδώ και μία δεκαετία την χώρα μας. Από το 2010, είχε τεθεί εκ μέρους μας επί τάπητος η μόνη αξιόλογη πρόταση εξόδου από την κρίση, η οποία συμπεριλαμβάνει την ανάδειξη του ορυκτού μας πλούτου, των υποθαλάσσιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων.

Το γεγονός αυτό στην ουσία θα μπορούσε να επαναφέρει στην Ελλάδα τη βαριά βιομηχανία η οποία έχει ήδη μετακομίσει σε άλλες χώρες του κόσμου. Αυτό το θεωρούμε ιδιαίτερα απαραίτητο να συμβεί ανεξάρτητα εάν αυτός ο ελληνικός πλούτος είναι στην πραγματικότητα λιλιπούτειος ή εάν συμπτωματικά είναι εξωφρενικά μεγάλος.

Δυστυχώς, στην Ελλάδα κάθε μέρα διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει εθνική συνείδηση που να εξυπηρετεί την ανάδειξη του ντόπιου ενεργειακού πλούτου, αλλά υπάρχει ένα γραφειοκρατικό περιβάλλον που καθημερινά εξυπηρετεί κατά προτεραιότητα, με άριστο τρόπο τις εισαγωγές ξένου ορυκτού πλούτου. Κανείς δεν προβάλλει συστηματικά και δημόσια ότι εισαγωγές ξένων ενεργειακών πρώτων υλών οδηγούν στη δημιουργία πλούτου και θέσεων εργασίας στην Σαουδική Αραβία, στο Κατάρ, στην Αλγερία, στην Ρωσία στο Αζερμπαϊτζάν, στην Τουρκία κ.λ.π., σε βάρος των παιδιών μας που κατά εκατοντάδες χιλιάδες αποδημούν στο εξωτερικό.

Επί πλέον οι οικολογικές οργανώσεις πάσης φύσεως. χωρίς να αρθρώνουν καμμία απολύτως εναλλακτική πρόταση εξόδου από την κρίση, φροντίζουν να αντιτίθενται στις όποιες προτάσεις ανάπτυξης και ιδιαίτερα στην έρευνα και εξόρυξη. Αντιτίθενται μάλιστα ακόμα και αν η έρευνα αφορά την εξόρυξη του καθαρότερου των υδρογονανθράκων, δηλαδή το βιογενές φυσικό αέριο και έστω και εάν οι νέες γενεές πρόκειται να γνωρίσουν και να εξοικειωθούν με υποθαλάσσιες ρομποτικές τεχνολογίες αιχμής παραγωγής υδρογονανθράκων.

Μέσα σ΄αυτό το εξωφρενικό τοπίο οι μεγαλύτερες εταιρείες στον κόσμο (Τοtal, ExxonMobil, Repsol, Energean κ.λ.π.) έχουν προσέλθει με σκοπό να καταφέρουν να πραγματοποιήσουν έρευνες στην χώρα μας. Εν τούτοις το τελευταίο διάστημα διαπιστώνουμε με θλίψη μία συνεχή ενασχόληση του πολιτικού μας κόσμου με τις επαναλαμβανόμενες τουρκικές απειλές εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ της χώρας μας, υποβοηθούμενο από την συστηματική πρωτοσέλιδη προβολή των μαζικών μέσων ενημέρωσης.

Απουσία δηλώσεων

Όλα τα παραπάνω είναι εξαιρετικά λυπηρά τη στιγμή που παρατηρούμε ότι ζωτικές Συμβάσεις με παγκόσμιους πετρελαϊκούς κολοσσούς αναζήτησης του υποθαλάσσιου ορυκτού μας πλούτου σέρνονται προς έγκριση στους γραφειοκρατικούς διαδρόμους του ελληνικού δημοσίου και της Βουλής. Και εδώ να διευκρινίσουμε, ότι σε παγκόσμια κλίμακα εταιρείες μεγέθους, όπως η Exxon Mobil & η Total δεν επενδύουν για να ανακαλύψουν μικρού ή μεσαίου μεγέθους κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Τους ενδιαφέρουν αποκλειστικά και μόνο ο εντοπισμός και ανάπτυξη γιγαντιαίου μεγέθους κοιτασμάτων. Γι΄ αυτόν τον λόγο εξ’ άλλου προσήλθαν για να επενδύσουν στη χώρα μας.

Η παντελής απουσία πολιτικών δηλώσεων σχετικών με τη διευκόλυνση τέτοιας μορφής γιγαντιαίων επενδύσεων στην χώρα μας οι οποίες θα μπορούσαν να αλλάξουν τη μοίρα της χώρας μας είναι χαρακτηριστική σε όλα σχεδόν τα ελληνικά κόμματα. Τα ελληνικά ΜΜΕ δεν προβάλλουν καθόλου το όφελος που θα μπορούσε η Ελλάδα να έχει από μία σημαντική εξόρυξη κοιτάσματος φυσικού αερίου. Να υπενθυμίσουμε ότι η οικονομική και ενεργειακή μοίρα της Αιγύπτου άλλαξε τελείως το 2015 μετά την ανακάλυψη του υπεργιγαντιαίου κοιτάσματος “ΖΟΡ” νότια της Κύπρου, που με ευρωπαϊκά δεδομένα είναι ακαθάριστης συνολικής αξίας 200 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Η χώρα μας συνεχίζει να ζει από εισαγωγές ορυκτού πλούτου (από Σαουδική Αραβία, Ρωσία, Αλγερία, Τουρκία, Αζερμπαϊτζάν, Κατάρ, κ.λ.π.) δημιουργώντας πλούτο και θέσεις εργασίας σε ξένες χώρες. Επ’ αυτού του θέματος, ουδείς τολμά να μιλήσει σήμερα ανοικτά. Αντίθετα συναντάμε συνέχεια απαράδεκτα δημοσιεύματα για σκόπιμη διόγκωση του ελληνικού πιθανού ορυκτού πλούτου κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και για την ανάγκη να είμαστε προσεκτικοί διότι θα χρειαστούν δεκαετίες για να εντοπίσουμε και να αναπτύξουμε κοιτάσματα. Αποσιωπούν τελείως ότι το γιγαντιαίο κοίτασμα φυσικού αερίου του Ισραήλ, το “Ταμάρ” και το υπεργιγαντιαίο κοίτασμα “Zoρ» της Αιγύπτου άρχισαν παραγωγή μέσα σε μόλις 4 χρόνια από την ανακάλυψη τους.

Χρειάστηκε παρέμβαση Μακρόν

Καιρός είναι λοιπόν να ξυπνήσουμε τους πολιτικούς μας για να εξοντώσουν την απαράδεκτη υπάρχουσα γραφειοκρατία που εμποδίζει την πραγματοποίηση ζωτικών επενδύσεων στην χώρα μας. Είναι η γραφειοκρατία αυτή που εκτρέφει τη διαφθορά, απαξιώνει την τοπική παραγωγή ορυκτού πλούτου και παράλληλα στηρίζει τις εισαγωγές ενεργειακού ορυκτού πλούτου από το εξωτερικό.

Εικόνα 1. Η τουρκική διεκδίκηση βασίζεται σε ένα καταμερισμό υφαλοκριπίδας βάσει της μέσης γραμμής μεταξύ Τουρκίας & Λιβύης.

Αρκεί να αναφέρουμε ότι η έγκριση και κατακύρωση της σύμβασης του θαλάσσιου οικοπέδου 2 στο Ιόνιο πέλαγος μεταξύ της Total και του ελληνικού δημοσίου χρειάστηκε η παρέμβαση του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν για να κλείσει η υπόθεση αυτή, μετά από τρία χρόνια γραφειοκρατικής ταλαιπωρίας. Γεγονός αποτελούν πάντως οι νέες τουρκικές προσπάθειες παρέμβασης της Τουρκίας στα Νότια της Κρήτης (βλ. Εικ.1) που δεν είναι ανεξάρτητες από τελευταίες γεωλογικές αξιολογήσεις που δείχνουν ξεκάθαρα ότι στην ελληνική ΑΟΖ νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης υπάρχουν βάσιμες πιθανότητες παρουσίας γιγαντιαίων στόχων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων (βλ. Εικ.2).

Πριν μόλις μερικούς μήνες δημοσιεύσαμε ότι δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης έχουμε σαφείς γεωλογικές και γεωφυσικές αποδείξεις ύπαρξης στόχων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που ξεπερνούν κάθε φαντασία. Συγκεκριμένα, στα θαλάσσια όρια μεταξύ Ελλάδος και Λιβύης υπάρχουν στόχοι που ο όγκος τους από 35 μέχρι και 50 φορές μεγαλύτερος από αυτό του κοιτάσματος “Zoρ”. Εάν επαληθευτεί με γεώτρηση ότι αυτοί οι στόχοι περιέχουν πράγματι φυσικό αέριο θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν φυσικό αέριο στην ΕΕ για δεκαετίες.

Εικόνα 1. Στόχοι Κοιτασμάτων τύπου “Zoρ” νότια & νοτιδυτικά της Κρήτης.

Με βάση τα προηγούμενα δεδομένα, η Τουρκία με απειλές, με παράνομους χάρτες διεκδικήσεων αλλά και με τακτικές επαφές με τις λιβυκές Αρχές αγωνίζεται να καθυστερήσει τις συστηματικές έρευνες εντοπισμού και εκμετάλλευσης κοιτασμάτων στην Ελλάδα. Κύριος στόχος η Ελλάδα να μην ανακάμψει και να παραμείνει μόνιμα στις εισαγωγές και στην φτώχεια. Στο αγώνα αυτό, η Τουρκία έχει την συμπαράσταση της Ρωσίας, που με παρόμοιες επαφές στη Λιβύη, προσπαθεί να αποτρέψει τις συντονισμένες αμερικανογαλλικές επενδυτικές προσπάθειες μεταξύ Κρήτης-Λιβύης-Κύπρου που στόχο έχουν να μειώσουν την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από το Ρωσικό φυσικό αέριο.

Τέλος, η παρουσία του πρωθυπουργού μας στο Παλέρμο της Σικελίας -στη Διεθνή διάσκεψη για την Λιβύη- αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός, που θα ήταν χρήσιμο για την ελληνική πλευρά εάν επιτέλους οι πολιτικοί μας και τα κόμματα ξυπνήσουν και αποφασίσουν να ασχοληθούν στρατηγικά με τη θεραπεία της ελληνικής παθογένειας ώστε να ισχυροποιηθεί η χώρα αυτή και να κοιτάξει το μέλλον αισιόδοξα.

  • Χημικός Μηχανικός και μέλος της Επιτροπής Ενέργειας της Ακαδημίας Αθηνών. Είναι εκτελεστικός Αντιπρόεδρος Ανάπτυξης Υδρογονανθράκων της Εταιρίας Flow Energy S.A

ΠΗΓΗ: slpress.gr

Foreign minister Bushati comments the technical details of the agreement with Greece for the first time ever

0
Albanian Foreign Minister, Ditmir Bushati has spoken for the first time on Monday evening about the technical details of the maritime agreement reached with neighbouring Greece.

Mr. Bushati published the maps that show the division of the sea border.

Nevertheless, Bushati said that there’s still no official agreement, but that there aren’t any obstacles either for the agreement to be signed by the two governments.

“The maritime agreement is an issue under discussion”, adding: “We are negotiating the full package which would solve this issue once and for all”.

Bushati denied any involvement by Turkey in this issue.

He said that there have never been any talks with Turkey regarding this agreement, while adding that the clash between Greece and Turkey concerns the islands on the Aegean Sea.

The minister added that to reach such agreement, “consultations will certainly take place with countries which have an experience in this field”.

“Greece has realized that time has come for such agreement”, he added.

Bushati has also stopped on the accusations launched by the Albanian opposition for the sale of sea waters or the allegations that Greece has been allowed to extend its waters an extra 12 miles.

In a televised interview for Vizion+, minister Bushati compared the maritime maps which belong to the agreement reached with Greece in 2009 and the one being discussed today.

“In the 2009 agreement, no straight line has been used, but only a middle line. Given Greece’s and Albania’s geographical position, this is impossible.  Section 139 of the agreement shows the possibility of the internal sea in line with the principle of equidistance. According to this principle, the line that limits the sides is equidistant. Technically, we’re referring to the same principles that guide the 2009 agreement. If 2400 square meters are taken either from us, or from Greece, then we may end up on the back of each other”.

Meanwhile, the Albanian president has announced that he will not decree the agreement reached between the Albanian and Greek governments without the creation of the Constitutional Court first.

Foreign Minister Bushati says that there’s no such obstacle. “According to all legal norms that govern international agreements, the agreement goes to Parliament for approval once the Constitutional Court has had its say”, Bushati said, implying that the president is only entitled to decree the agreement once these steps are taken.

Under these circumstances, Bushati said, there’s no obstacle for us to sign the agreement.

Constitutional Court in Albania is not functional, because the majority of its members were impeached by the vetting process that is taking place in the justice system.

Authorities are hoping that this court will be up and running again next spring and in summer, it may deliberate the cases it has received. /ibna/.

https://balkaneu.com/foreign-minister-bushati-comments-the-technical-details-of-the-agreement-with-greece-for-the-first-time-ever/

Εάν το έλλειμμα και το χρέος συνέβαλαν στην μεγέθυνση, εδώ και καιρό η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γαλλία θα ήταν οι πρωταθλητές της Ευρώπης

0

Του Αλκη Καλλιαντζίδη, Οικονομολόγου [email protected]  www.kalkis.eu

Η Ρώμη όφειλε, ως γνωστόν, να παρουσιάσει την τροποποιημένη έκδοση του προϋπολογισμού της για το 2019 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή έως τα μεσάνυχτα της 13ης  Νοεμβρίου 2018. Και δεν έδειξε καμία διάθεση να το πράξει, διαγράφοντας μια μακρά περίοδο κοινοτικών κυρώσεων αλλά και μια πιθανότατη απειλή οικονομικής επίθεσης που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν οι αγορές εξαιτίας της ταχείας επιδείνωσης των θεμελιωδών στοιχείων της ιταλικής οικονομίας. Για αυτό και οι δημοσιογράφοι Jérôme Gautheret και Marie Charrel στον ηλεκτρονικό Le Monde έγραψαν στις 13-11-2018 : «Η Ιταλία ξυπνά το φάντασμα της κρίσης του 2015 στην Ελλάδα».

Εκ πρώτης όψεως, η σύγκριση μεταξύ της σημερινής Ιταλίας της ακροδεξιάς Λέγκας και της ευρωσκεπτικιστικής σύμπραξης των πέντε αστέρων και της Ελλάδας των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ πριν από τρία χρόνια είναι δελεαστική. Τον Ιανουάριο του 2015, η δήθεν ριζοσπαστική αριστερά του Αλέξη Τσίπρα ανέλαβε την εξουσία με την υπόσχεση να σαρώσει την λιτότητα και να αποτινάξει τον ζουρλομανδύα των Μνημονίων των Βρυξελλών. Οι τόνοι ανέβηκαν τότε ταχύτατα μεταξύ της Αθήνας και των ευρωπαίων εταίρων της. Το κολοσσιαίο επίπεδο του ελληνικού χρέους (180% του ΑΕΠ) ανησυχούσε, όπως και σήμερα της Ιταλίας (130%). Το σενάριο ενός Grexit, μιας ελληνικής εξόδου από τη ζώνη του ευρώ και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, ερέθιζε τα πνεύματα.

Αλλά ο σχετικός παραλληλισμός σταματά εκεί. Καταρχήν, επειδή η ελληνική οικονομία, την περίοδο των Μνημονίων, βρισκόταν σε κατάσταση στασιμο-χρεοκοπίας ασύμβατη με την κατάσταση της Ιταλίας σήμερα. Το ελληνικό ΑΕΠ υποχώρησε κατά 27% κατά τη διάρκεια της ύφεσης. Οι τράπεζες δεν δάνειζαν πλέον στις ΜΜΕ. Η ανεργία είχε ανέλθει  στο 27%. Σχεδόν τίποτα στην ελληνική δημόσια διοίκηση δεν λειτουργούσε.  «Ακόμη και αν η ιταλική οικονομική δραστηριότητα βρίσκεται σήμερα σε στασιμότητα, τα βασικά της οικονομικά μεγέθη είναι πολύ πιο υγιή σε σχέση με τα ελληνικά, ο βιομηχανικός ιστός της είναι πιο διαφοροποιημένος, η ανεργία στο 10,1% είναι πολύ χαμηλότερη και η χώρα παρουσιάζει πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών» λέει ο Gilles Moec, οικονομολόγος της Bank of America ML. Επιπλέον, το χρέος της Ιταλίας οφείλεται κατά το  60% στους κατοίκους της, γεγονός που καθιστά την κυβέρνηση λιγότερο εξαρτημένη από τον έξω κόσμο. Πάνω απ ‘όλα που η Ιταλία είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία στη ζώνη του ευρώ, με το ΑΕΠ της 10 φορές μεγαλύτερο από αυτό της Ελλάδας. Έχει στενούς εμπορικούς και τραπεζικούς δεσμούς με τους γείτονές της, εκεί όπου το 2015 οι ευρωπαϊκές τράπεζες είχαν ήδη απεμπλακεί από την έκθεσή τους στο χρέος της Ελλάδας. Με άλλα λόγια η Ρώμη έχει σήμερα πολύ μεγαλύτερα μέσα πίεσης των Βρυξελλών, διότι ένα Italexit θα είχε καταστροφικές συνέπειες για όλους.

Το 2015, πέρασαν έξι μήνες μεταξύ της εκλογής του Τσίπρα και της στιγμής που υπέγραψε το 3ο μνημόνιο λιτότητας με τους πιστωτές, έναντι ενός  δανείου 86 δις ευρώ. Το μπρα ντε φερ μεταξύ Ρώμης και Βρυξελλών θα μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο, ίσως και μετά από τις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019, εκτός κι αν οι αγορές αποδειχθούν πιο βιαστικές από τις Βρυξέλλες, αν δούμε ότι χθες ανέβασαν το επιτόκιο για το δεκαετές ιταλικό ομόλογο. Το στοίχημα της ιταλικής κυβέρνησης είναι αν, έναντι του υπαρκτού κινδύνου,  η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα καμφθεί και θα επεκτείνει το πρόγραμμά της για αγορές δημόσιου χρέους, που αναμένεται να σταματήσει στα τέλη Δεκεμβρίου 2018. Ακόμα κι αν εφαρμόσει ένα νέο πρόγραμμα για να εμποδίσει την άνοδο των ιταλικών επιτοκίων που θα μπορούσαν να μολύνουν και τα επιτόκια των άλλων χωρών του Νότου (όπως π.χ. συνέβη ήδη με το ελληνικό χθες). «Αδύνατο λέει μια ευρωπαϊκή πηγή. Ποτέ οι βόρειες χώρες της ευρωζώνης δεν θα συμφωνήσουν να καταπιούν ένα τέτοιο χάπι». Προς το παρόν, οι αγορές αρνούνται να πιστέψουν ότι αυτός ο πόλεμος νεύρων θα μετατραπεί σε συστημική κρίση. Βεβαίως, τα επιτόκια των ιταλικών δεκαετών ομολόγων κυμαίνονται τώρα γύρω στο 3,55% (4,55% των ελληνικών), κάτι που αρχίζει να στοιχίζει ακριβά στις τράπεζες. Όμως, η συγκυρία είναι πολύ πιο ευνοϊκή από ό, τι το 2015. Η μόλυνση στην Ισπανία και την Πορτογαλία παραμένει περιορισμένη γιατί βγήκαν εγκαίρως από την κρίση. Δεν καθυστέρησαν «ηρωικά», όπως η Ελλάδα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Ειδικά επειδή υπάρχει μια άλλη θεμελιώδης διαφορά με την Ελλάδα του 2015 : η πολιτική. Ο  ΣΥΡΙΖΑ ήταν υποτίθεται ένα αριστερό κόμμα με σχετικά κλασσική λογική, με ένα ακροδεξιό εταίρο τους ΑΝΕΛ. Ο ιταλικός συνασπισμός εξουσίας που σχηματίστηκε από τα 5 αστέρια (M5S) και τη Λέγκα είναι πολύ πιο περίπλοκος και ασταθής. Ο Σαλβίνι έχει πάρει το πάνω χέρι και η δημοτικότητά του εκνευρίζει τον Ντι Μάίο. Στο Παρίσι και στο Λονδίνο, οι επενδυτές εξομολογούνται ότι δεν γνωρίζουν ποια λόγια του συνασπισμού να εμπιστευθούν, τόσο πολύ μάλιστα, ώστε να επιλέγουν επί του παρόντος τη στάση αναμονής, αξιοποιώντας το γεγονός ότι η Ρώμη θα υιοθετήσει σύντομα μια λιγότερο ακανόνιστη κατευθυντήρια πορεία. Ή θα πέσει, ως θύμα των αντιφάσεών της.

Πρέπει να στηριχθούμε στο οικονομικό πρόγραμμα των 5 αστέρων M5S, το οποίο προβλέπει αύξηση των δημόσιων δαπανών και επιστροφή  του εργατικού δικαίου στα παλιά (σύνταξη στα 60 αντί στα 62 χρόνια); Πρέπει αντίθετα να πιστέψει κανείς στις υποσχέσεις για φορολογικές ελαφρύνσεις, για περικοπές στα κοινωνικά βοηθήματα και τη φορολογική αμνηστία που υπερασπίζεται η Λέγκα; ‘Η είναι καλύτερα, τελικά, να επιμείνουμε στην εξήγηση της «σύμβασης της κυβέρνησης», η οποία προσπαθεί να παντρέψει αυτές τις αντιτιθέμενες επιλογές μέσα  σε ένα πυροτέχνημα νέων δαπανών, που εγγυάται η υπόσχεση μιας αβέβαιης μελλοντικής ιταλικής ανάπτυξης; Οι δύο εταίροι της ιταλικής κυβέρνησης, Luigi Di Maio και Matteo Salvini, διαβεβαιώνουν ότι το πρόγραμμά τους δεν είναι ούτε δεξιό ούτε αριστερό. Ίσως έχουν δίκιο. Η πολιτική τους επιτυγχάνει να είναι τόσο υπερβολικά φιλελεύθερη όσο και πολύ του «λεφτά υπάρχουν». Για αυτό καταλαβαίνουμε και την αμηχανία των επενδυτικών αναλυτών.

Το κυβερνητικό σχέδιο των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στην Ελλάδα ήταν πιο λαϊκίστικα ευανάγνωστο και η πρόκληση που έθετε στους ευρωπαίους ήταν αναφορικά με τις κακουχίες του ελληνικού λαού. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση Τσίπρα υποστηρίχθηκε τελικά (μετά την κωλοτούμπα του) από πολλά κράτη, μεταξύ των οποίων η Γαλλία και… η Ιταλία, που εργάστηκαν για μήνες για να μαλακώσουν την σκληρή θέση των χωρών της Βόρειας Ευρώπης.

Σήμερα, η Ρώμη βρίσκεται απομονωμένη στην ευρωζώνη. Η Ελλάδα βλέπει με ένα πολύ κακό μάτι οτιδήποτε θα μπορούσε να απειλήσει την επισφαλή ισορροπία της. Η Ισπανία και η Πορτογαλία, μόλις έχουν αναρρώσει και γρήγορα πήραν τις αποστάσεις τους. Όσο για τη Γαλλία, δεν έχει κανένα λόγο να είναι φιλική με μια κυβέρνηση που την κατηγορεί εδώ και μήνες. Αλλά ακόμη και μέσα από αυτή την οπτική γωνία, αυτή η απομόνωση δεν είναι δραματική ακόμα, αν και οι δεξιοί στην εξουσία της Αυστρίας και της Ολλανδίας αντέδρασαν χθες για την ιταλική απειθαρχία. Το κύριο «πλεονέκτημά της» είναι το μέγεθός της, ήτοι τα πολλά και μεταδοτικά «εκρηκτικά» με τα οποία είναι ζωσμένη.  Εάν η Ιταλία καταρρεύσει, κανείς δεν αγνοεί, στην Ευρώπη και αλλού, ότι κανένας δεν θα βγει αλώβητος. Αλλά δεν βρισκόμαστε στο πρώτο εξάμηνο του 2010, όταν η ευρωζώνη δεν είχε τότε κανένα αμυντικό όπλο έναντι της ελληνικής κρίσης χρέους. Σήμερα διαθέτει, έστω κι αν δεν είναι του ιταλικού μεγέθους.

Πάντως, εάν το έλλειμμα και το χρέος μιας χώρας συνέβαλαν στην μεγέθυνσή της, εδώ και καιρό η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γαλλία θα ήταν, αναπτυξιακά, οι πρωταθλητές της Ευρώπης. Όμως δεν είναι. Γιατί αυτή η προσέγγιση δεν έχει δικαιωθεί από τα αποτελέσματα.

Οι μεγάλες εταιρείες σέρνουν τις κυβερνήσεις από τη… μύτη

1
  • της Sarah O’Connor Financial Times/euro2day.gr

Ο ανταγωνισμός για την προσέλκυση επενδύσεων δίνει στις μεγάλες εταιρείες υπερβολική ισχύ. Οι απαιτήσεις για φοροαπαλλαγές και η απειλή της μετακίνησης σε χώρες με χαμηλότερο κόστος. Η μόνιμη ανασφάλεια των εργαζομένων.

Ο Τζιμ Ράτκλιφ είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η περιουσία του ξεπερνά τα £21 δισ. σύμφωνα με την λίστα των Sunday Times για τους πλουσιότερους Βρετανούς. Η Ineos, η χημική εταιρεία του, ανακοίνωσε κέρδη περίπου €2 δισ. την περασμένη χρονιά. Ωστόσο, μια από τις πιο φτωχές περιοχές στην Αγγλία μόλις προσφέρθηκε να του κατασκευάσει ένα εργοστάσιο.

Δεν είναι το μόνο που προσφέρθηκε να κάνει. Όπως δήλωσε ο δήμαρχός της Τιζ Βάλεϊ στα βορειανατολικά της χώρας, οι αρχές της περιοχής έδωσαν λευκή επιταγή στην Ineos για να την πείσουν να εγκαταστήσει ένα νέο εργοστάσιο αυτοκινήτων στο σημείο όπου βρίσκεται μια παλιά τοπική χαλυβουργία.

Η Ineos είχε αφήσει να διαρρεύσει πως θα επιλέξει ανάμεσα σε αυτή την εγκατάσταση, μια άλλη στο Ηνωμένο Βασίλειο και διάφορες άλλες στην ηπειρωτική Ευρώπη, για την νέα της μονάδα παραγωγής.

«Τους προσφέραμε να καθαρίσουμε την εγκατάσταση και μετά να τους δώσουμε τη γη δωρεάν, για να κατασκευάσουν το εργοστάσιο, μια χρηματική επιχορήγηση £20 εκατ., μια κεφαλαιακή έκπτωση $100 εκατ. για να αντισταθμιστεί ο ετήσιος εταιρικός τους φόρος, μεγάλη μείωση στο κόστος του ρεύματος, χρήματα για να εκπαιδεύσουν εργάτες από την περιοχή, μια γενναιόδωρη έκπτωση φόρου για επενδύσεις στην έρευνα» ανέφερε ο δήμαρχος σε τοπική εφημερίδα.

Ίσως να μην είναι αρκετό: τα τελευταία δημοσιεύματα δείχνουν ότι η Ineos εξετάζει ακόμα διάφορες επιλογές, μεταξύ των οποίων και το εργοστάσιο της Ford στη Νότια Ουαλία.

Ο Σερ Τζιμ, ο οποίος ήταν υπέρμαχος του Brexit, πρέπει ακόμα να αποφασίσει αν θα οικοδομήσει ένα νέο εργοστάσιο χημικών προϊόντων στο Χαλ στο Βορρά της Αγγλίας ή στην Αμβέρσα στο Βέλγιο. Η οικονομική βοήθεια από τη βρετανική κυβέρνηση μπορεί να «γύρει την πλάστιγγα υπέρ του Χαλ», έχει διαμηνύσει η Ineos.

Μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι είναι ορθολογικό για τις εταιρείες να βάζουν τις πόλεις και τις χώρες σε ανταγωνισμό μεταξύ τους για να αποσπάσουν οικονομικά οφέλη: λογοδοτούν πρώτα στους μετόχους τους άλλωστε (στην περίπτωση της Ineos, ο μεγαλύτερος μέτοχος είναι ο ίδιος ο Σερ Τζιμ). Είναι επίσης κατανοητό ότι μέρη όπως η Τιζ Βάλεϊ κάνουν ότι μπορούν για να διασφαλίσουν θέσεις εργασίας. Οι πέντε τοπικές αρχές που την απαρτίζουν είναι πιο φτωχές από το μέσο όρο και μια εξ αυτών – το Μίντλεσμπρο – είναι η πιο φτωχή στην Αγγλία.

Αλλά είναι σκληρό να βλέπει κανείς ένα από τα πιο ταλαιπωρημένα μέρη της χώρας να προσφέρει εκατομμύρια λίρες από τα χρήματα φορολογουμένων στον πλουσιότερο δισεκατομμυριούχο του Ηνωμένου Βασιλείου (ο οποίος εν τω μεταξύ μετακομίζει στο φορολογικό παράδεισο του Μονακό) και να μην νιώθει ότι κάτι πάει πολύ στραβά.

Στις ΗΠΑ, η Amazon μόλις κατέδειξε την απροκάλυπτη ανισορροπία που υπάρχει ανάμεσα στην ισχύ των εταιρειών και των κυβερνώντων. Την περασμένη χρονιά, όταν ανακοίνωσε πως αναζητά ένα μέρος για να κατασκευάσει το δεύτερο κτίριο των κεντρικών της γραφείων, δημοσίευσε ένα έγγραφο με όλα όσα πρέπει να προσφέρουν οι πόλεις για να έχουν την τύχη να τις επιλέξει.

Εκτός από τις απαιτήσεις της Amazon για καλούς δρόμους, δημόσιες συγκοινωνίες και μορφωμένους κατοίκους (όλα όσα πληρώνονται με φόρους), το έγγραφο εξηγούσε ότι το μέγεθος των «κινήτρων» από τις τοπικές και πολιτειακές κυβερνήσεις θα «αποτελούσε ένα σημαντικό παράγοντα στη διαδικασία λήψης της απόφασης». Ζητούσε εκτεταμένες λεπτομέρειες για τα κίνητρα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι κυβερνήσεις μπορεί να χρειαστούν περάσουν «ειδική νομοθεσία για τα κίνητρα ώστε η πολιτεία/επαρχία να επιτύχει μια ανταγωνιστική πρόταση».

Δεν είναι μόνο οι κυβερνήσεις που χειραγωγούνται. Όταν τα εργατικά συνδικάτα στο Ηνωμένο Βασίλειο κάνουν μεγάλες παραχωρήσεις σε έναν παγκόσμιο κατασκευαστή -συμφωνώντας για παράδειγμα σε περικοπές συντάξεων ή σε λιγότερο εξασφαλισμένα συμβόλαια για τους νέους υπαλλήλους- το κάνουν γιατί πολλές φορές η εταιρεία έχει απειλήσει πως θα μεταφέρει την παραγωγή σε εργοστάσια χωρών χαμηλότερου κόστους.

Λίγες ημέρες μετά την ψήφο του Ηνωμένου Βασιλείου υπέρ του Brexit στο δημοψήφισμα του 2016, ένας συνάδελφος στους Financial Times πήρε συνέντευξη από εργαζόμενους σε εργοστάσιο της Nissan στο Σάντερλαντ, όπου οι θέσεις εργασίας φαίνονταν επισφαλείς. Η Nissan ήθελε το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμείνει στην Ε.Ε., αλλά πολλοί από τους υπαλλήλους είχαν ψηφίσει να αποχωρήσει.

Ένας από αυτούς τους ψηφοφόρους, ο Στιβ, δήλωσε στους F.T. ότι το προσωπικό ζει ούτως ή άλλως κάτω από ένα «μαύρο σύννεφο» πιθανών απολύσεων, από τη στιγμή που το εργοστάσιο βρίσκεται διαρκώς σε ανταγωνισμό με άλλες μονάδες για να εξασφαλίσει την κατασκευή νέων μοντέλων. «Είμαστε όλη την ώρα αντιμέτωποι με την απειλή αυτή. Είναι μια ακόμα απειλή» τόνισε. Η ειρωνεία είναι φυσικά πως η αποχώρηση από την Ε.Ε. πιθανότατα θα καταστήσει τη Βρετανία πιο ευάλωτη στους εκβιασμούς των κυβερνήσεων, καθώς επιχειρεί να διατηρήσει και να προσελκύσει θέσεις εργασίας.

Οι εταιρείες δεν πρέπει να μπουν στον πειρασμό. Μπορεί να είναι προς το στενό συμφέρον των μετόχων, αλλά είναι ώρα να υιοθετήσουν μια πιο ευρεία οπτική. Αντιμετωπίζοντας τις δουλειές των ανθρώπων ως μοχλούς πίεσης και τις πόλεις τους ως κουκκίδες σε έναν εταιρικό χάρτη, οι εταιρείες δημιουργούν στους πολίτες ένα αίσθημα ανασφάλειας που διαβρώνει την στήριξη τους στον καπιταλισμό και την παγκοσμιοποίηση.

Στο τέλος θα πληρώσουν και αυτές το κόστος.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

«Έργα και Ημέραι» ενός Εθνικιστή Πρωθυπουργού

0

Η είδηση για την επιβολή ποινής φυλάκισης δύο ετών, την οποία επέβαλε δευτεροβάθμιο δικαστήριο στον πρώην πρωθυπουργό της ΠΓΔΜ. Nikola Gruevski, ασφαλώς δεν έπεσε ως «κεραυνός εν αιθρία». Ο κος Gruevski είναι ευρέως γνωστός για δύο «επιτεύγματα». Το πρώτο αφορά την άνοδο του Εθνικισμού του Σλαβομακεδονικού στοιχείου (στο εξής ΣΜ), και το δεύτερο την εμπλοκή του σε μια σειρά υποθέσεων διαφθοράς.

Το μεγαλεπήβολο σχέδιο «Skopje 2014», αμφιλεγόμενο από κάθε άποψη , ήταν μια επιχείρηση εξαρχαισμού, η οποία ενίσχυσε το ανθελληνικό αίσθημα στο ΣΜ στοιχείο, προκάλεσε τριβές με τη Βουλγαρία, εξαιτίας της οικειοποίησης των μελών του VMRO, και όξυνε την εθνοτική αντιπαράθεση, διότι αποκλείστηκε το ενδεχόμενο έγερσης ανδριάντων Αλβανών ηρώων. Σύμφωνα με το ερευνητικό κέντρο ΒΙRN, το κόστος άγγιξε τα 560 εκ. δολάρια όταν το ΑΕΠ της χώρας μετά βίας υπερβαίνει τα 10 δις. Ειρήσθω εν παρόδω, το προκαταρτικό Σύμφωνο των Πρεσπών επιχειρεί την αποσυσχέτιση με το αρχαίο ελληνικό παρελθόν και τους Μακεδόνες βασιλείς.

H εμπλοκή του κου Gruevski, σε τουλάχιστον πέντε περιπτώσεις διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας, έφερε στο φως της δημοσιότητας τα πεπραγμένα ενός εθνικιστή ηγέτη, ο οποίος αγνοώντας τις προσδοκίες του λαού του, βύθισε ακόμη περισσότερο τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα στην ανέχεια, αφού προηγουμένως μείωσε τα κοινωνικά αντανακλαστικά μέσω της ανθελληνικής και γενικότερα εθνικιστικής ρητορείας στο δημόσιο λόγο.

Τον Οκτώβριο του 2018 το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επέβαλε ποινή κάθειρξης δύο ετών προς τον κο Gruevski, εξαιτίας της προμήθειας πολυτελούς θωρακισμένου αυτοκινήτου (επί των ημερών του πρωθυπουργικού του βίου), συνολικής αξίας 600.000 ευρώ. Ο ίδιος υπέβαλε αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής το οποίο και απορρίφθηκε, και προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη του, κατέφυγε στην Ουγγαρία όπου και αιτήθηκε πολιτικό άσυλο.

Τα σκάνδαλα στα οποία ήταν αναμεμιγμένος ο κος Gruevski άρχισαν να αποκαλύπτονται το 2014. Η υπόθεση πώλησης της Makedonska Banka στο Σέρβο επιχειρηματία Jovica Stefanovic Nini, κατόπιν δωροδοκίας (μίζα ύψους 1,5 εκ. ευρώ), αποκαλύφτηκε από τον τότε Αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Zoran Zaev. O κος Zaev δημοσίευσε το περιεχόμενο τηλεφωνικών συνομιλιών, στη διάρκεια των οποίων ο Gruevski και στενοί συνεργάτες του διαπραγματεύονταν με τον Σέρβο επιχειρηματία για τον τρόπο καταβολής της μίζας. Τα χρήματα καταβλήθηκαν σε offshore εταιρείες τις οποίες ήλεγχε ο Gruevski, και παρεμπιπτόντως κατείχαν το 51% του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας. Η υπόθεση θα φτάσει στις δικαστικές αίθουσες και τελικά θα απορριφθεί η επιχειρηματολογία Zaev, επιβάλλοντας πρόστιμο 50.000 ευρώ, με το σκεπτικό ότι το ακουστικό υλικό αποτελούσε προϊόν υποκλοπής συνεπώς το δικαστήριο αδυνατούσε να πιστοποιήσει τη γνησιότητα. Η υπεράσπιση Zaev επέκρινε το δικαστήριο διότι αρνήθηκε να εξετάσει το ακουστικό υλικό, ενώ απέδωσε την ευνοϊκή για τον Gruevski απόφαση, στη θεσμική «άλωση» της δικαιοσύνης από το VMRO-DPMNE.

To 2015 o κος Zaev θα επανέλθει δριμύτερος, δημοσιοποιώντας μια σειρά από υποκλαπείσες συνομιλίες μέσω των οποίων αποδεικνύονταν η απόπειρα συγκάλυψης μιας δολοφονίας. Παράλληλα θα αποκαλυφθεί ότι παρακολουθούνταν περίπου 20.000 πολίτες, κυρίως μέλη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δημοσιογράφοι και επιχειρηματίες. Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει κύμα διαδηλώσεων διαμαρτυρίας και εισαγγελική έρευνα. Μόνο μετά την παρέμβαση της Ε.Ε. θα ξεπεραστεί η πολιτική κρίση στην Π.Γ.Δ.Μ. αλλά το τίμημα για τον Gruevski θα είναι η απομάκρυνση του από τον πρωθυπουργικό θώκο, τον Ιανουάριο του 2016 (συμφωνία Przino). Εκλογές θα προκηρυχτούν για τον Απρίλιο του 2016, οι οποίες τελικά θα διεξαχθούν τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.

Ο Gruevski έχοντας ως δεδομένη την επιρροή του στη δικαστική εξουσία υπολόγισε εσφαλμένα ως προς το πόρισμα των ερευνών, ενώ σχεδίαζε μέσα από νοθείες και εκβιασμούς να οδηγεί τη χώρα σε συνεχείς εκλογικές διαδικασίες, προκειμένου να απαλλαγεί των κατηγοριών. Μετά το σχηματισμό της κυβέρνησης Zaev, προσπάθησε (σε συνεργασία με τον πρόεδρο Ivanov), να παρουσιαστεί προς το λαό ως ο γνήσιος υπερασπιστής της «Μακεδονικής» ταυτότητας έναντι μιας μειοδοτικής κυβέρνησης της οποίας οι πρωτοβουλίες συνηγορούσαν υπέρ του διαμελισμού της ΠΓΔΜ. Τα πνεύματα θα οξυνθούν μετά την εκλογή ενός Αλβανού στη θέση του προέδρου του κοινοβουλίου (Talat Xhaferi), και θα προκληθούν αιματηρά επεισόδια. Ο Gruevski τότε κατηγορεί τον Zaev για προδοσία διότι προσχώρησε στη λεγόμενη «πλατφόρμα των Τιράνων». O Gruevski, παρά την απόπειρα αποσταθεροποίησης της χώρας προκειμένου να διασωθεί πολιτικά, τελικά θα οδηγηθεί στη δικαιοσύνη, ενώ θα σχηματιστεί προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας υπό τον Zaev γεγονός το οποίο θα πυροδοτήσει τις διαδικασίες επίλυσης του ονοματολογικού ζητήματος με την Ελλάδα (σε συνδυασμό με τη περιρρέουσα γεωπολιτική ατμόσφαιρα).

Μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου των υποκλοπών, και με δεδομένη τη δυσαρέσκεια προς τη Δύση εξαιτίας της μη πρόσκλησης ένταξης στους ευρω-ατλαντικούς θεσμούς, η κυβέρνηση Gruevski θα προχωρήσει σε σύσφιξη των σχέσεων με τη Ρωσία. Ο κος Putin θεωρώντας την κυβέρνηση του VMRO-DPMNE φίλια προσκείμενη (όπως και τη σερβική), προέβη μέσω του ρωσικού ΥΠ.ΕΞ σε δηλώσεις στήριξης του Gruevski, ζήτησε από τη Δύση να μην προνοεί τη δημιουργία μιας «μεγάλης Αλβανίας» και ενίσχυσε το προσωπικό της Πρεσβείας στα Σκόπια. Η Ρωσία από τη μεριά της, υπολόγιζε στη δημιουργία ενός ισχυρού θύλακα στο κέντρο των Βαλκανίων, ο οποίος θα ανέτρεπε τους ενεργειακούς σχεδιασμούς της Δύσης. Άριστες θεωρούνται οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας-Ουγγαρίας και Ουγγαρίας-ΠΓΔΜ, συνεπώς έχουμε την απάντηση στο ερώτημα γιατί ο κος Gruevski επέλεξε τη Βουδαπέστη για να αναζητήσει πολιτικό άσυλο.

Εν κατακλείδι, διαπιστώνουμε – μεταξύ άλλων – ότι ένας αυταρχικός πρωθυπουργός, παρά το εθνοκεντρικό αφήγημα ουδόλως νοιάστηκε για την ευημερία των πολιτών και την πρόοδο της χώρας του, καταχράστηκε δημόσιο χρήμα και προκειμένου να διασφαλίσει την πολιτική του επιβίωση, ώθησε το κράτος στα πρόθυρα μιας επαναληπτικής διεθνοτικής σύγκρουσης και στη διεθνή απομόνωση. Τα Βαλκάνια και η Ευρώπη περνούν μια νέα φάση ανόδου των εθνικισμών, λησμονώντας την πρόσφατη ιστορία. Οι πολίτες οφείλουν να είναι καχύποπτοι σε κάθε μορφής πατριδοκαπηλία.

Ο Παούνης Νικόλαος είναι Βαλκανιολόγος, Διεθνολόγος Msc

ΠΗΓΕΣ:

https://www.cnn.gr/focus/apopseis/story/154611/erga-kai-hmerai-enos-ethnikisti-prothypoyrgoy?fbclid=IwAR1w-bh0DAFBAN4mmX3HuGWSe7vpNKB_sUQtgtMOjDj7jF7vdRYdaPVonqs

ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ 1918: Απρέπεια Μακρόν σε βάρος της Σερβίας

1

του  Jean-Christophe Buisson, αναπληρωτή διευθυντή του Figaro Magazine

“Tα έκαναν θάλασσα.” Η έκφραση προέρχεται από υψηλόβαθμο μέλος της υπηρεσίας πρωτοκόλλου της Προεδρίας, η οποία ήταν υπεύθυνη για τον ορισμό της θέσης των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων στην τιμητική εξέδρα, που βρίσκεται κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου, την Κυριακή 11 Νοεμβρίου, με αφορμή τον εορτασμό της Εκεχειρίας. Ενώ τοποθετήθηκαν γύρω από τον φιλοξενούντα, Εμμανουέλ Μακρόν, οι Πρόεδροι της Ρωσίας, των ΗΠΑ, της Ιταλίας και της Ρουμανίας, σύμμαχες χώρες της Γαλλίας κατά τον Μεγάλο Πόλεμο, αλλά και ο Βούλγαρος και ο Τούρκος Πρόεδρος και η Γερμανίδα Καγκελάριος, επικεφαλής εχθρικών χωρών πριν ένα αιώνα, ένας άνδρας, πανύψηλος, υποβιβάστηκε κάτω από το επίπεδο της γης και παρακλήθηκε να καθίσει στην απέναντι εξέδρα, εκτός τηλεοπτικού πεδίου, μεταξύ κατώτερων υπουργών, διπλωματών και διάφορων και ποικίλων ανθρώπων. Το όνομά του; Αλεξάντερ Βούτσιτς. Ο Πρόεδρος της Σερβίας.

Για τον Αλεξάντερ Βούτσιτς, τον Πρόεδρο της Σερβίας – η οποία έδωσε 1,2 εκ. νεκρούς για τη νίκη των Συμμάχων –  δεν είχε θέση στην εξέδρα των επισήμων στις εορτές που οργάνωσε ο Πρόεδρος Μακρόν. Είχαν όμως θέση οι ισλαμιστές Ερντογκάν και Θασίμ Θάτσι!…

 Η Σερβία.

Η χώρα για την οποία η Γαλλία εισήλθε στον πόλεμο το 1914 δυνάμει μιας διπλωματικής και γεωπολιτικής συμμαχίας, αλλά και μιας στενής ιστορικής σχέσης (το 1389, οι καμπάνες της Παναγίας των Παρισίων ήχησαν χαρμόσυνα όταν διαδόθηκε η φήμη ότι οι χριστιανοί Σέρβοι νίκησαν τους μουσουλμάνους Οθωμανούς στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου), στρατιωτικής (τον 19ο αιώνα υπήρξε μάλιστα και Γάλλος υπουργός Πολέμου: ο Ιππόλυτος Μοντέν) και οικονομικής (το 1914, τα 4/5 του σερβικού χρέους είναι στα χέρια του γαλλικού κεφαλαίου, το οποίο είχε κάνει επίσης σοβαρές επενδύσεις στα ορυχεία της χώρας, στους σιδηροδρόμους και στις τράπεζες).

Η χώρα που είδε 1,2 εκ. τέκνα της να χάνονται κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης: το 28% του πληθυσμού της – ένα θλιβερό ρεκόρ.

Η χώρα, που ένα χρόνο τώρα πολλαπλασιάζει τις τελετές, τα αφιερώματα, τις εκδηλώσεις για να τιμήσει μια καρδιακή φιλία και μια συντροφικότητα κοινών αγώνων, που συμβολίζονται από τις χιλιάδες τάφους Γάλλων στρατιωτών του Α’ΠΠ και Σέρβων μαχητών δίπλα – δίπλα στα νεκροταφεία της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηρίου, των Σκοπίων ή του Βελιγραδίου – όλα αυτά  είναι εδάφη που απελευθερώθηκαν από την κοινή δράση σερβικών και γαλλικών μεραρχιών του Ανατολικού Μετώπου.

Η χώρα που συγκίνησε τόσο τους Γάλλους πριν από έναν αιώνα για  το μαρτύριο που υφίστατο από Αυστροουγγρικά, Γερμανικά και Βουλγαρικά στρατεύματα, αλλά και από αλβανικές συμμορίες που παρενοχλούσαν το στρατό της κατά τη υποχώρησή του, τον χειμώνα του 1916, όταν δημιουργήσαμε δεκάδες επιτροπές βοήθειας, ανθρωπιστικές οργανώσεις και «Σερβικές ημέρες», όπου συλλέχθηκαν χρήματα, ρούχα, τρόφιμα και βιβλία για να σταλούν εκεί “στη γη των ηρώων”.

Η χώρα της οποίας ο βασιλιάς, ο Πέτρος Καρατζότζεβιτς, αγαπούσε τη Γαλλία τόσο πολύ που κατατάχτηκε το 1870 σε ένα σύνταγμα της Λεγεώνας των Ξένων για να πολεμήσει κατά της Πρωσίας.

Η χώρα που τον Ιούλιο του 1914 έδωσε στους συμμάχους τον πρώτο νεκρό (ένα 16χρονο μαθητή Γυμνασίου, θύμα του βομβαρδισμού του Βελιγραδίου από τα αυστριακά κανόνια) και τον Αύγουστο την πρώτη τους νίκη (μάχη του Σερ).

Η χώρα που τιμήθηκε, για τέσσερα χρόνια, με συμπόσια στη Σορβόννη (μερικές φορές παρουσία του Προέδρου Πουανκαρέ) και με τη δημοσίευση δεκάδων βιβλίων (συμπεριλαμβανομένου ενός κόμικ: “Οι περιπέτειες του μικρού Σέρβου στρατιώτη”), με φυλλάδια που χαιρέτιζαν “Αυτόν τον λαό τον μικρό σε αριθμό αλλά σπουδαίο στην ψυχή”, και κείμενα του Aπολιναίρ, του Πιέρ Λοτί ή του Eντμόντ Ροστάν.

Η χώρα που μπόρεσε να ανασυγκροτήσει τον στρατό της χάρη στη γαλλική βοήθεια του γαλλικού στρατού στην Κέρκυρα και τη Μπιζέρτα και που βρήκε στο Aζάσιο, τη Μπαστιά, τη Νις, τη Γκρενόμπλ, το Παρίσι, το Σαιντ Ετιέν ή τη Μπορντώ φιλοξενία για χιλιάδες μαθητές και φοιτητές της  κυνηγημένους από τον πόλεμο, την πείνα και τις ασθένειες.

Η χώρα που έκανε, μετά τον πόλεμο, τον στρατάρχη Φρανσέ ντ’ Εσπεραί, βοϊβόδα-στρατηγό του στρατού της και τιμής ένεκεν πολίτη της πρωτεύουσάς της, Βελιγράδι, στην απελευθέρωση του οποίου είχε συμβάλλει την 1η Νοεμβρίου 1918.

Είναι αυτή η χώρα, η οποία ήρθε στο Παρίσι (με τα χαρακτηριστικά του Προέδρου της) φέρνοντας μαζί της τους πόνους και τις θυσίες για τη συμμαχική υπόθεση, την οποία η Γαλλία επέλεξε να ταπεινώσει στις 11 Νοεμβρίου. Ταπείνωση: η λέξη είναι πολύ λίγη. Μπορούμε να φανταστούμε τι θα ένοιωσε ο Αλέξανδρος Βούτσιτς, όταν είδε, μπροστά του, όλο χαμόγελα, δίπλα στον Τραμπ, τον Πούτιν και τον Μακρόν, τον απαίσιο Ρετζέπ Ερντογάν, τον Τούρκο σουλτάνο, κληρονόμο της γενοκτονικής οθωμανικής αυτοκρατορίας, ή τον Χασίμ Θάτσι, Πρόεδρο μιας χώρας που δεν αναγνωρίζει και η οποία, εν πάση περιπτώσει, ήταν αναπόσπαστο τμήμα της Σερβίας το 1914. Επιστρέφοντας, ο επικεφαλής του Σερβικού κράτους ομολόγησε ότι μπήκε στον πειρασμό να σηκωθεί και να φύγει: υποχώρησε, θεωρώντας ακατάλληλο να κάνει ένα σκάνδαλο, όσο νόμιμο και αν ήταν, αυτήν την ιερή ημέρα. Είναι πολύ ευγενικός.

Ναι, η Προεδρία “τα έκανε θάλασσα”. Και αν ο Πρεσβευτής της Γαλλίας στη Σερβία, Φρεντερίκ Μοντολονί, παρουσίασε τη Δευτέρα τη συγνώμη του εκ μέρους του Παρισιού (η οποία έγινε αποδεκτή από τον Βούτσιτς), αυτό δεν εμπόδισε τις εκδηλώσεις θυμού στο Βελιγράδι. Το μνημείο “Στη Γαλλία”, τοποθετημένο στο πάρκο του Kαλεμεγκντάν, στο οποίο είναι γραμμένο “Αγαπάμε τη Γαλλία όπως μας αγάπησε” βεβηλώθηκε – είχε μόλις αποκατασταθεί. Ορισμένες φωνές απαίτησαν να μετονομαστούν οι οδοί “Παρισίων” και “Γαλλίας’’. Ο τοπικός τύπος έχει εξεγερθεί.

Στις 6 Δεκεμβρίου, ο Εμμανουήλ Μακρόν πρόκειται να μεταβεί στο Βελιγράδι. Ο ομόλογός του υποσχέθηκε μια “μεγαλειώδη” υποδοχή, απλώς να του δώσει να καταλάβει ότι από τη σερβική πλευρά, όταν πρόκειται να τιμήσουν τη φιλία που σφυρηλατήθηκε με αίμα μεταξύ των δύο χωρών μας, αποφεύγουν να “τα κάνουν θάλασσα”. Αυτή τη φορά, η Γαλλία διακινδυνεύει να αισθανθεί ταπεινωμένη.

Μετάφραση: Ευάγγελος Δ. Νιάνιος

Πηγή: http://www.lefigaro.fr/vox/monde/2018/11/13/31002-20181113ARTFIG00340-commemoration-du-11-novembre-la-serbie-injustement-humiliee.php

Για την αντιμετώπιση της νέας Ναυτικής Στρατηγικής της Τουρκίας!

2

Του Δημήτρη Τσαϊλά* Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018, 00:03

Τα τελευταία χρόνια η Τουρκία εφαρμόζει μια νέα Ναυτική Στρατηγική, που στοχεύει στην υπεράσπιση των φιλοδοξιών της να κυριαρχήσει στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένου του Αιγαίου, και να πιέσει με τη συντριπτική υπεροχή των ναυτικών δυνάμεών της εκτελώντας επιχειρήσεις καταναγκασμού, στην αποδοχή των παράνομων αξιώσεών της.

Η Στρατηγική αυτή απευθύνει έκκληση για ενίσχυση της ικανότητας του Ναυτικού για την υπεράσπιση της Τουρκίας στις προσεγγίσεις σε ανοικτές θαλάσσιες περιοχές και παράκτια ύδατα. Ζητά επίσης τη βελτίωση των δυνατοτήτων του ναυτικού με δυνατότητες να προσβάλει στόχους με βλήματα μεγάλης εμβέλειας και να αυξήσει την ισχύ της σε στρατηγικά σημαντικές περιοχές του κόσμου με εκτεταμένες δυνάμεις επιφανείας και υποβρύχιων. Τέλος υπογραμμίζει τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το Ναυτικό στην αποτροπή, ιδιαίτερα ενάντια στις δυνατότητες των αντιπάλων της, με το να είναι σε θέση να προστατεύσει τους στόχους υψηλής αξίας.

Η ικανότητα της Τουρκίας να πραγματοποιήσει τους στόχους της, παραμένει ένα θέμα σημαντικής συζήτησης και αβεβαιότητας μεταξύ των στρατιωτικών εμπειρογνωμόνων. Υπήρξαν σημαντικές καθυστερήσεις που ξεπεράστηκαν το τελευταίο διάστημα στην κατασκευή πλοίων λόγω διαχείρισης, σχεδιασμού και προβλημάτων της αλυσίδας εφοδιασμού. Η συντήρηση παραμένει ένα σημαντικό πρόβλημα στη διατήρηση των ναυτικών επιχειρήσεων, όπως και η απομάκρυνση έμπειρων στελεχών μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του Προέδρου Ερντογάν. Υπάρχει το ενδεχόμενο, ωστόσο, η Τουρκία να καταφέρει να εκσυγχρονίσει όλες της γερασμένες μονάδες του στόλου με σταθερό ρυθμό, και να αναπτύξει νέες κατηγορίες πλοίων επιφανείας και υποβρυχίων το προσεχές διάστημα.

Στην Πολιτική Εθνικής Άμυνας και Ασφαλείας της Ελλάδος απαιτείται να προσδιορίσουμε την ανάδυση, του στρατηγικού ανταγωνισμού με την Τουρκία ως τη κεντρική πρόκληση της ευημερίας και ασφάλειας του Ελληνισμού. Επιπλέον, στον απόηχο της τουρκικής άρνησης για επίλυση του Κυπριακού, των προσπαθειών για να αποσταθεροποιήσει τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και των άλλων πράξεων επιθετικότητας που επιδεικνύει καθημερινά, τα μέλη των δύο τριμερών συμμαχιών (Ελλάς-Κύπρος-Ισραήλ-Αίγυπτος) αλλά και οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ιταλία και οι ΕΕ με το ΝΑΤΟ, που έχουν έννομο συμφέρον από την άντληση υποθαλασσίων πόρων, πρέπει να συμφωνήσουν ότι μια εταιρική σχέση με τη Τουρκία θα παραμείνει απατηλή. Ενώ θα χρειαστεί μια ανανεωμένη έμφαση στην αποτροπή, τη συλλογική άμυνα και πολιτική διαλόγου με τη Τουρκία για αποδοχή και πειθάρχηση στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας.
Απαιτείται να εμμένουμε στα στρατηγικά συμφέροντα της ΕΕ για τη Μεσόγειο, και να εξετάσουμε την εξέλιξη και τη πιθανή μελλοντική κατεύθυνση της πολιτικής άμυνας της Ευρώπης προς την ευρύτερη περιοχή για την προώθηση των συμφερόντων αυτών, με έμφαση τη θαλάσσια διάσταση. Να προσφέρουμε το κλειδί ασφαλείας στις προκλήσεις σε αυτά τα συμφέροντα με μια αυξημένη στρατιωτική παρουσία,τόσο δική μας όσο και των συμμάχων, που θα επιχειρούν για την αντιμετώπιση των απειλών. Να ζητήσουμε την ελληνική αμυντική συνεργασία με λοιπούς συμμάχους του ΝΑΤΟ και εμβάθυνση συνεργασιών με το Ισραήλ και την Αίγυπτο για περαιτέρω αμυντική συνεργασία στο θαλάσσιο και εναέριο τομέα.

Τα στρατηγικά συμφέροντα του Ελληνισμού στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο περιλαμβάνουν τη διατήρηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, της απεριόριστης πρόσβασης στον υποθαλάσσιο ορυκτό πλούτο από τους δικαιούμενους σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο Θαλάσσης και την ασφαλή μεταφορά των πόρων μεταξύ της Ελλάδος των Συμμάχων και των εταίρων σε όλη την Ευρώπη. Αυτό είναι ζωτικής σημασίας ενόψει των τεράστιων αμφίδρομων και επενδυτικών δεσμών, των πολλών κοινών περιφερειακών και παγκόσμιων συμφερόντων, όπως η δέσμευση για αξιόπιστη συλλογική άμυνα του ΝΑΤΟ και εμβάθυνση εταιρικής σχέσης ασφαλείας με το Ισραήλ και την Αίγυπτο.

Κλείνοντας, πιστεύω τέσσερις προϋποθέσεις απαιτούνται να ληφθούν για τη σύνταξη μιας νέας Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Ασφαλείας.

• Σε μια περίοδο ενός έντονου ανταγωνισμού με γεωπολιτικές ανακατατάξεις, ο Ελληνισμός και οι σύμμαχοι του βρίσκονται αντιμέτωποι με τη πρόκληση της ναυτικής ισχύος στη διάσταση της αποτροπής και της άμυνας για το θαλάσσιο έλεγχο στη νοτιοανατολική Μεσόγειο.

• Η αυξανόμενη τουρκική προκλητικότητα και η ανάπτυξη μιας σειράς από νέες θαλάσσιες μονάδες κρούσεως επιφανείας και υποβρυχίων έχουν κλιμακώσει την απειλή για τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας στη Μεσόγειο, που είναι η κεντρική περιοχή ευθύνηςγια την άντληση και ασφαλή μεταφορά των υποθαλασσίων πόρων και ένας χώρος όπου είναι απαραίτητη η ασφάλεια για την ενίσχυση των δυνάμεων που θα αναπτύσσονται σε περίπτωση μιας σοβαρής κρίσης στη Μέση Ανατολή.

• Οι ελληνικές και συμμαχικές αεροναυτικές μονάδες απαιτείται να δίνουν απαντήσεις που περιλαμβάνουν μια αυξημένη ναυτική επιχειρησιακή συνεργασία, διευρυμένες αεροναυτικές ασκήσεις, τη διασπορά και αποθήκευση αξιόπιστου εξοπλισμού, καθώς και την άμεση επισκευή και αποκατάσταση των Ναυτικών Βάσεων στη Κύπρο για περαιτέρω αξιοποίηση.

• Οι εξελίξεις αυτές πρέπει να ενσωματωθούν στη Πολιτική Εθνικής Άμυνας Ασφαλείας και στα εθνικά σχέδια για την άμυνα της Μεσογείου και να δοκιμάζονται μέσα από ασκήσεις και συνεκπαίδευση με τους συμμάχους. Μπορεί να υπάρχουν ευκαιρίες για τη βελτίωση αυτής της ολοκλήρωσης στο πλαίσιο των τριμερών συνεργασιώνμε Ισραήλ και Αίγυπτο και τη συνεργασία με τη Κύπρο στο πλαίσιο του ενιαίου αμυντικού χώρου.

* Ο Δημήτρης Τσαιλάς είναι Υποναύαρχος ε.α. ΠΝ

liberal.gr

ΤΖΟΥΛΙΑΝ ΑΣΑΝΤΖΕ: Σε κίνδυνο η ζωή του

0

Εκκληση της μητέρας του

(μετάφραση από ηχητικό ντοκουμέντο)

Αυτό δεν είναι συνήθης ενέργεια. Είναι μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η ζωή του γιου μου, του δημοσιογράφου Τζούλιαν Ασάντζε, βρίσκεται σε άμεσο και σοβαρό κίνδυνο. Σας ευχαριστώ όλους που ακούτε την έκκληση μιας μητέρας που σας ζητάει να τη βοηθήσετε να τον σώσει.

Παρόλο που ο Τζούλιαν είναι δημοσιογράφος που έχει τιμηθεί πολλές φορές, πολύ αγαπητός και σεβαστός για  το θάρρος που είχε να καταγγείλει, προς το δημόσιο συμφέρον, σοβαρά εγκλήματα και διαφθορά υψηλού επιπέδου, είναι σήμερα μόνος, άρρωστος, αδιάθετος καταδικασμένος στη  σιωπή και την απομόνωση, χωρίς καμία επαφή και βασανίζεται στην καρδιά του Λονδίνου. Η σύγχρονη φυλακή των πολιτικών κρατουμένων δεν είναι πια ο Πύργος του Λονδίνου αλλά η Πρεσβεία του Ισημερινού.

Ορίστε τα γεγονότα: ο Τζούλιαν κρατείται σχεδόν οκτώ χρόνια, τώρα, χωρίς κατηγορία. Καλά διαβάσατε: χωρίς κατηγορία.

Τα τελευταία έξι χρόνια, η βρετανική κυβέρνηση αρνήθηκε τα βασικά αιτήματα πρόσβασής του στη βασική υγειονομική μέριμνα: καθαρό αέρα, άσκηση, ήλιο για τη βιταμίνη D και πρόσβαση στην κατάλληλη ιατρική και οδοντιατρική περίθαλψη. Ως αποτέλεσμα, η υγεία του επιδεινώθηκε σοβαρά και οι γιατροί που τον εξετάζουν προειδοποιούν ότι οι συνθήκες κράτησής του είναι αυτές που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του. Μια αργή και σκληρή δολοφονία λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια μας στην πρεσβεία του Λονδίνου.

Το 2016, μετά από εμπεριστατωμένη έρευνα, τα Ηνωμένα Έθνη αποφάνθηκαν ότι τα δικαιώματα του Τζούλιαν έχουν παραβιαστεί επανειλημμένα, ότι κρατούνταν παράνομα από το 2010, και διέταξε την άμεση απελευθέρωσή του, ελευθερία κινήσεων και αποζημίωση. Η βρετανική κυβέρνηση αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την απόφαση του ΟΗΕ.

Η αμερικανική κυβέρνηση δήλωσε ότι η σύλληψη του Τζούλιαν αποτελεί προτεραιότητα. Θέλουν να παρακάμψουν την προστασία των αμερικανών δημοσιογράφων με βάση την Πρώτη τους Τροποποίηση [του αμερικανικού συντάγματος] κατηγορώντας τον για κατασκοπεία. Δεν θα σταματήσουν σε τίποτα μέχρι να το πετύχουν.

Λόγω της απειλής που επισείουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στον Ισημερινό, το δικαίωμά του για άσυλο απειλείται άμεσα. Η πίεση των ΗΠΑ στον νέο Πρόεδρο του Ισημερινού είχε ως αποτέλεσμα ο Τζούλιαν να τεθεί σε αυστηρή και στενή απομόνωση τους τελευταίους επτά μήνες. Χωρίς οποιαδήποτε επαφή με την οικογένειά του και τους φίλους του. Μόνο οι δικηγόροι του μπορούν να τον επισκέπτονται.

Πριν από δύο εβδομάδες η κατάσταση επιδεινώθηκε σημαντικά. Ο πρώην πρόεδρος του Ισημερινού, Ραφαέλ Κορία, ο οποίος νομίμως χορήγησε πολιτικό άσυλο στον Τζούλιαν ενάντια στις απειλές των ΗΠΑ για τη ζωή του και την ελευθερία του, προειδοποίησε δημόσια ότι όταν ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Mάικλ Πενς επισκέφτηκε πρόσφατα τον Ισημερινό, επιτεύχθηκε συμφωνία για την παράδοση του Τζούλιαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δήλωσε ότι επειδή το πολιτικό κόστος της απέλασης του Τζούλιαν ήταν πολύ υψηλό, το σχέδιο είναι να τον καταστρέψουν διανοητικά. Ένα νέο σύνολο απάνθρωπων κανόνων και πρωτοκόλλων, που ήταν αδύνατο να εφαρμοστούν, τέθηκε σε εφαρμογή στην πρεσβεία για να τον βασανίσουν μέχρι να συντριβεί και να αναγκαστεί να φύγει.

Ταυτόχρονα, ένα μέλος της κυβέρνησης του Ισημερινού έκανε αρκετές προσπάθειες να ακυρώσει την ιταλική υπηκοότητα του Τζούλιαν, ώστε να εκδοθεί απευθείας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ενώ οι δικηγόροι του αμφισβητούσαν αυτήν την τελευταία παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του σύμφωνα με το Σύνταγμα του Ισημερινού, ο δικηγόρος της κυβέρνησης προειδοποίησε τον Τζούλιαν ότι ακόμη και η αναφορά του στα προβλήματά του θα μπορούσε να αποτελέσει παραβίαση του νέου πρωτοκόλλου και έναν λόγο απέλασης από την  πρεσβεία. Του αρνήθηκαν την επίσκεψη των δικηγόρων του για τέσσερις ημέρες, πριν από την συνεδρίαση την επόμενη Δευτέρα, η οποία διακυβεύει την προετοιμασία του φακέλου του και αυξάνει περαιτέρω την απομόνωσή του, την αγωνία του και το άγχος του.

Δρομολογούν την παγίδευση του γιου μου για να έχουν μια δικαιολογία να τον παραδώσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου θα αντιμετωπίσει μια δίκη-παρωδία.
Τα τελευταία οκτώ χρόνια δεν είχε πρόσβαση σε μια κατάλληλη νομική διαδικασία. Σε κάθε στάδιο επικρατεί  η αδικία, με εξόφθαλμη άρνηση δικαιοσύνης. Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι θα είναι διαφορετικά στο μέλλον. Η ανώτερη αμερικανική δικαστική αρχή που εκδίδει το ένταλμα έκδοσης συνέρχεται μυστικά, έχει τέσσερις εισαγγελείς, χωρίς την παρουσία υπεράσπισης ή δικαστή.

Η συνθήκη έκδοσης μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών επιτρέπει στο Ηνωμένο Βασίλειο να εκδώσει τον Τζούλιαν στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία. Ετσι και μεταφερθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Νόμος για την Άδεια Εθνικής Άμυνας (National Defense Authorization Act ) επιτρέπει απεριόριστη κράτηση χωρίς δίκη. Ο Τζούλιαν κινδυνεύει να φυλακιστεί στο Γκουαντάναμο και να βασανιστεί, να καταδικαστεί σε 45 χρόνια σε φυλακή υψηλής ασφαλείας ή να τιμωρηθεί με θάνατο.

Ο γιος μου αντιμετωπίζει θανάσιμο κίνδυνο εξ αιτίας της βίαιης και πολιτικής δίωξης από τους τυράννους που βρίσκονται στην εξουσία των οποίων τα εγκλήματα και τη διαφθορά κατήγγειλε θαρραλέα όταν ήταν αρχισυντάκτης των WikiLeaks. Οι διεφθαρμένες οντότητες στην κυβέρνηση οι οποίοι μιλάνε για εκφοβισμό, ψευδείς ειδήσεις και ανθρώπινα δικαιώματα είναι οι ίδιοι άξεστοι που ωθούν τον γιο μου στο θάνατο.
Φαίνεται ότι η γενναία, ειλικρινής και βραβευμένη δημοσιογραφία έχει γίνει μια επικίνδυνη δραστηριότητα.

Οι νόμιμοι οδοί έχουν ανατραπεί και είναι επομένως απίθανο ότι μπορούν να τον σώσουν.

Επειδή πρόκειται για διακρατική πολιτική δίωξη από μια άγρια υπερδύναμη σε συμπαιγνία με τους συμμάχους της, η σωτηρία του Τζούλιαν απαιτεί την αγανάκτηση των λαών του κόσμου.

Σας ζητώ να κάνετε θόρυβο, πολύ θόρυβο και να συνεχίστε να κάνετε μέχρι να απελευθερωθεί ο γιος μου. Πρέπει να διαμαρτυρηθούμε ενάντια σε αυτή τη φοβερή κτηνωδία.

Απευθύνω έκκληση σε όλους τους δημοσιογράφους να εξεγερθούν, επειδή είναι συνάδελφός σας – και επειδή θα έλθει η σειρά σας…

Απευθύνω έκκληση σε όλους τους πολιτικούς που λένε ότι εισήλθαν στο Κοινοβούλιο για να υπηρετήσουν τον λαό, ώστε να εξεγερθούν τώρα.

Απευθύνω έκκληση σε όλους τους ακτιβιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων, τους πρόσφυγες, τους περιβαλλοντιστές και όσους είναι κατά του πολέμου να ξεσηκωθούν τώρα επειδή τα WikiLeaks υπηρέτησε τα θέματα που υπερασπίζεστε και ο Τζούλιαν υποφέρει γι’ αυτό τώρα, δίπλα σας.

Απευθύνω έκκληση σε όλους τους πολίτες που είναι αφοσιωμένοι στην ελευθερία, τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη, να αποκλείσουν τις πολιτικές τους διαφορές και να ενωθούν και να κινητοποιηθούν τώρα.

Οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουν το θάρρος των καταγγελιών, ούτε δημοσιογράφοι όπως ο Τζούλιαν Ασάντζε που τις δημοσιεύουν, έτσι ώστε να ενημερώνονται και να προειδοποιούνται για τις καταχρήσεις εξουσίας. Αλλά μπορούμε να κινητοποιήσουμε μαζικά και να τους προστατέψουμε.

Καθ ‘όλη τη διάρκεια της ιστορίας, όταν οι καταχρήσεις εξουσίας γίνονται αφόρητες για τον λαό, αυτός ενώνεται και ορθώνεται για να τις σταματήσει.

Ήρθε η ώρα να πούμε “αρκετά! Εμείς, οι άνθρωποι, δεν θα καθίσουμε με τα χέρια σταυρωμένα και θα παρακολουθήσουμε αυτόν τον γενναίο δημοσιογράφο να πεθαίνει.

Πηγή: https://www.les-crises.fr/unity4j-christine-assange-lance-un-appel-durgence/

Trump said the U.S. pays ‘hundreds of billions’ to protect Europe. He’s wrong.

0


President Trump said the United States loses “hundreds of billions of dollars” to the European Union in trade deficits, a gross exaggeration. (Marlene Awaad/Bloomberg News)

By Amanda Erickson
November 12 at 11:41 AM

Early Monday morning, President Trump sent out tweets repeating a tired inaccuracy: that the United States pays too much to protect Europe and gets nothing in return. Trump claimed — without evidence — that the United States must “be treated fairly, which it hasn’t, on both Military and Trade.”

He said the United States pays “LARGE portions of other countries military protection,” which is flat-out wrong. And he said the United States loses “hundreds of billions of dollars” to the European Union in trade deficits, a gross exaggeration.

Donald J. Trump
✔
@realDonaldTrump
Just returned from France where much was accomplished in my meetings with World Leaders. Never easy bringing up the fact that the U.S. must be treated fairly, which it hasn’t, on both Military and Trade. We pay for LARGE portions of other countries military protection,……..

103K
2:03 PM – Nov 12, 2018
Twitter Ads info and privacy
43.7K people are talking about this
Twitter Ads info and privacy

Donald J. Trump
✔
@realDonaldTrump
…..hundreds of billions of dollars, for the great privilege of losing hundreds of billions of dollars with these same countries on trade. I told them that this situation cannot continue – It is, and always has been, ridiculously unfair to the United States. Massive amounts…..

76K
2:10 PM – Nov 12, 2018
Twitter Ads info and privacy
24.2K people are talking about this
Twitter Ads info and privacy

Donald J. Trump
✔
@realDonaldTrump
…..of money spent on protecting other countries, and we get nothing but Trade Deficits and Losses. It is time that these very rich countries either pay the United States for its great military protection, or protect themselves…and Trade must be made FREE and FAIR!

89.9K
2:21 PM – Nov 12, 2018
Twitter Ads info and privacy
34.4K people are talking about this
Twitter Ads info and privacy
The United States does not foot the bill for any European country’s security forces.

Trump seems to be referencing an old talking point about the United States paying more than its fair share toward NATO. But his framing is misleading. Countries don’t pay into some kind of specific NATO fund. Rather, each member nation agrees to dedicate a certain portion of its gross domestic product toward its own armed forces. In the past, Trump has objected to several NATO countries not spending at least 2 percent of their GDP on defense.

Currently, six countries (out of the 29 NATO members) hit that target: Greece, Estonia, Poland, Latvia, Britain and the United States.

But NATO made the 2 percent requirement mandatory only in 2014, and it gave member states until 2024 to hit that goal.

“Trump’s comments misrepresent the way NATO functions,” former U.S. ambassador to NATO Ivo Daalder told us last year, after the president made similar remarks. “The president keeps saying that we need to be paid by the Europeans for the fact that we have troops in Europe or provide defense there. But that’s not how it works.”

In a report on this issue, the Center for Strategic and International Studies wrote that “the Trump Administration’s focus on military burden sharing as the percent of a nation’s economy or GDP devoted to defense is a dangerously meaningless criteria for judging useful defense efforts.”

Trump also exaggerated the trade deficit between the United States and Europe. In 2017, the E.U. had a $101 billion trade surplus with the United States. As the New York Times explained, the president often fails to include trade in services such as law, finance and technology when calculating that number.

He does so even though his own advisers have highlighted the importance of trade in services. The U.S. economy has shifted “from manufacturing and toward service provision industries” in recent decades, according to a report by the Trump White House in March. “Focusing only on the trade in goods alone ignores the United States’ comparative advantage in services.”

Additionally, most economists don’t see a deficit as a “loss” for the United States. As the New York Times put it:

“Most economists do not see the trade gap as money ‘lost’ to other countries, nor do they worry about trade deficits to a large degree. That’s because trade imbalances are affected by a host of macroeconomic factors, including the relative growth rates of countries, the value of their currencies, and their saving and investment rates.”

https://www.washingtonpost.com/world/2018/11/12/trump-said-us-pays-hundreds-billions-protect-europe-hes-wrong/?noredirect=on&utm_term=.22413ff225d4

Will the Left Go Too Far?

0

For the third time in a century, leftists are driving the Democratic Party’s agenda. Will they succeed in making America more equitable, or overplay their hand?

Joan Wong

PETER BEINART DECEMBER 2018 ISSUE POLITICS The Atlantic

If you gauge the climate inside the Democratic Party merely by which candidates won its 2018 primaries, you might think reports of its leftward lurch are exaggerated. Despite the hoopla about Alexandria Ocasio-Cortez’s and Ayanna Pressley’s upset victories in congressional races in New York and Massachusetts, not a single incumbent Democratic governor or senator lost a primary to a left-leaning challenger.

To hear more feature stories, see our full list or get the Audm iPhone app.

But who wins an election is often less important than who sets the agenda. And ideologically, the Democratic Party has veered so sharply that “establishment” or “centrist” Democrats now frequently support larger expansions of government, and more vehemently scorn Big Business and Big Finance, than most liberal Democrats did a few years ago. In 2016, Hillary Clinton said a single-payer health-care system “will never, ever come to pass.” In 2017, West Virginia’s Joe Manchin, by some measures the most conservative Democrat in the Senate, said the idea “should be explored.” During the 2013–14 election cycle, Senator Cory Booker of New Jersey received more money from Wall Street than any other member of Congress. This February, he announced that he would no longer accept donations from corporate political-action committees.

For the first time in more than 40 years, the left is shaping the Democratic Party’s identity. At a time when the terms liberal, progressive, and leftist are often used interchangeably, it’s worth clarifying what these terms mean. In America, what distinguishes leftists from liberals and progressives—as well as conservatives—is their commitment to radical equality. Leftists are more likely than liberals to argue that economic inequality renders America’s constitutional liberties hollow. They’re more likely to look abroad—to the Soviet Union or Cuba in past eras, and to Scandinavia today—for alternatives to America’s political and economic models. They’re more skeptical of credentialed experts who define the limits of acceptable change. And, perhaps most important, they’re more willing to challenge entrenched norms of fair play to forge a more equal country.

By this definition, the left has rarely wielded much influence inside the Democratic Party. Only twice before has it secured enough power to compel Democrats to co-opt its ideas. In both cases—in the mid-1930s and the mid-1960s—the left gained that power through mass movements that threatened public order. To maintain that order, and forestall more radical alternatives, Democrats passed laws that made America markedly more equal. But the very threat of radicalism and chaos that empowered the left eventually provoked a crushing backlash. Today, for the third time in a century, the left is mobilizing, the Democratic Party is responding, and the threat of disorder is growing. How Democrats respond to that threat will help determine whether the coming years prove to be a third great era of leftist change.

In both the ’30s and the ’60s, the left first grew outside the Democratic Party or on its fringes. Franklin D. Roosevelt did not take office promising a radically more equal America. He simply experimented with policies to lift the country out of the Depression. Some of those policies leaned left: The 1933 National Industrial Recovery Act, for instance, regulated industry and protected workers’ right to organize. But in his first year in office, Roosevelt also cut government spending by $500 million and fortified, rather than nationalized, America’s financial system.

What transformed Roosevelt’s agenda was pressure from populist movements making leftist economic demands. By the mid-’30s, Father Charles Coughlin hosted what might have been the most popular radio show in the world. His National Union for Social Justice, which the radio priest claimed in 1935 had 8.5 million members, demanded labor rights, easy credit, and the nationalization of banks and industries. When the president tried to balance the budget and stabilize private banks, Coughlin denounced him for having “out-Hoovered Hoover.”

For its part, Huey Long’s Share Our Wealth Society, which claimed 5 million members within a year of its founding, advocated seizing private fortunes and using the money to write every American family a $5,000 check. By cutting government spending, the senator from Louisiana fumed, Roosevelt had sold out to “Mr. Morgan” and “Mr. Rockefeller.”

If that wasn’t enough, 2 million Americans joined Townsend Clubs—named for Francis Everett Townsend, a California doctor spurred to action by the sight of elderly women foraging through the garbage for food—which demanded that the federal government pay $200 a month to every American over the age of 60. Labor unions, invigorated by the protections in the National Industrial Recovery Act and radicalized by communist participation, expanded their power as well. From 1933 to 1935, the United Mine Workers increased its membership by a factor of four and its bank account by a factor of eight. The number of Americans who went on strike doubled from 1932 to 1933, and then rose again in 1934.

By the end of his first term, Roosevelt was scared—both that these movements would threaten his reelection and that they might foment revolution. The president, wrote his confidant Harold Ickes in September 1934, must “move further to the left in order to hold the country … [A] breakdown on the part of the Administration would result in an extreme radical movement.” In 1935, when followers of Coughlin, Long, and Townsend discussed creating a third party, Roosevelt called their collaboration “a dangerous situation.” A secret poll commissioned that year by Democratic Committee Chairman James Farley showed that if Long launched a third-party bid, he could win about 10 percent of the vote and hand the presidency to a Republican.

So Roosevelt embraced a more radical agenda. In April 1935, he signed the Emergency Relief Appropriation Act, which, at almost $5 billion, cost more than all the revenue the federal government had received in 1934. In July, he signed the pro-labor Wagner Act. In August, he hiked taxes on the wealthy and, in a bid to preempt Townsend’s and Long’s more ambitious retirement schemes, he created Social Security for the elderly, along with unemployment insurance and aid for low-income families.

—————————————————————————————————————————-

Neither of the two great 20th-century efforts to legislate equality would have been possible had the American left not mobilized to demand them.

—————————————————————————————————————————–

Roosevelt didn’t co-opt only the left’s agenda; he also co-opted its language. Whereas he had once depicted himself as an impartial arbiter between business and labor, he ran for reelection as a proud antagonist of the oppressive rich. “We have earned,” he boasted in his 1936 State of the Union address, “the hatred of entrenched greed.”

But even after winning reelection in a landslide, Roosevelt faced another obstacle: the Supreme Court, which struck down the National Industrial Recovery Act and laid the foundation for striking down Social Security. Pressured and emboldened by the militant left, the president responded by proposing that he add justices to the Supreme Court, to give it a pro–New Deal majority. The move violated long-established norms about the relationship between the executive and the judiciary. Roosevelt’s opponents warned of tyranny and defeated his gambit in Congress. But the president carried the day. In 1937 the Supreme Court reversed itself. The New Deal survived, and America became—for white men at least—a far more equal country.

The second American left—the left of the 1960s—also began outside the Democratic Party. And it, too, used the threat of disorder to force initially cautious presidents to propose fundamental change.

As Julian E. Zelizer details in his book The Fierce Urgency of Now, John F. Kennedy didn’t come to the presidency intending to champion racial equality. He didn’t meet with Martin Luther King Jr. in the White House until nine months into his term, and then only in secret. When King asked him to push civil-rights legislation, Kennedy—who had made tax cuts his top legislative priority—told him that such legislation didn’t have congressional support.

But civil-rights activists kept provoking showdowns that exposed segregation’s brutality and raised the specter of ever-greater chaos if Kennedy did not act. In May 1963, Bull Connor and the Birmingham, Alabama, police responded to King’s Project C—for “confrontation”—by turning dogs and fire hoses on black children in full view of the national press. Racists firebombed King’s brother’s home; riots broke out in Birmingham’s black neighborhoods. Further delay in Washington, King insisted, would mean deadlier confrontations. In June, when Kennedy finally went on television to demand laws banning segregation in public accommodations, he warned, “The fires of frustration and discord are burning in every city, North and South, where legal remedies are not at hand. Redress is sought in the streets, in demonstrations, parades, and protests, which create tensions and threaten violence.”

After Kennedy’s death, the promise of further disorder prodded Lyndon B. Johnson to pressure a recalcitrant Congress to pass the Civil Rights Act. To overcome a filibuster, he needed the support of the Senate minority leader, the Republican Everett Dirksen. He got it not long after the Congress of Racial Equality threatened to picket Dirksen’s house. After the passage of the civil-rights bill, King pressured Johnson on voting rights, warning him that if he stalled, “you’ll see demonstrations on a level you have never seen before.” Fear of unrest also influenced Johnson’s decision to launch the Great Society, which included federal aid for education, food stamps, job training, Head Start, Medicare, Medicaid, and a domestic analogue to the Peace Corps. As Johnson said after riots in Harlem in 1964, “They’ve got no jobs. They can’t do anything. They’re just raising hell.”

Civil-rights activism wasn’t the only reason for the blizzard of left-leaning policies in the mid-1960s. Johnson—who as a young man had worked as a New Deal administrator—was a master legislator obsessed with matching Roosevelt’s accomplishments. Still, as Eli Zaretsky argues in his book Why America Needs a Left, neither of Washington’s two great 20th-century efforts to legislate equality would have been possible had the American left not mobilized to demand them. Which makes it so significant that it is mobilizing again today.

Cornel west has called the four decades after the end of the civil-rights and anti–Vietnam War movements a leftist “ice age.” The left produced episodic activist surges: the nuclear-freeze and anti-apartheid movements of the ’80s, as well as demonstrations against the World Trade Organization in the late ’90s, against the Iraq War in 2003, and for immigration reform in 2006. But none compared with the variety and scale of protest that started in 2011.

It began with Occupy, which was fueled by young people devastated by the financial crisis. Then, in 2012, undocumented immigrants launched hunger strikes at Barack Obama’s reelection-campaign offices and fast-food workers went on strike for a $15 minimum wage. The acquittal of George Zimmerman in the killing of Trayvon Martin in 2013 launched Black Lives Matter. In 2016, America saw the largest American Indian protests in a century and one of the largest prison strikes ever.

The movements were too distant from the political process to pressure Obama the way their predecessors had pressured Roosevelt and Johnson. But they revealed the energy to his left. And in Obama’s shadow, a new Democratic Party—reminiscent of Roosevelt in its willingness to embrace class conflict and reminiscent of Johnson in the scope of its Big Government ambition—began taking shape.

In 2015, lacking a large staff or much institutional support from the Democratic Party, Bernie Sanders leaned on the organizing networks Occupy had built. “Our fingers are all over this,” declared one Occupy veteran turned Sanders organizer. After an initially rocky relationship with Black Lives Matter activists, Sanders embraced much of the group’s agenda and language. His campaign became a funnel through which the activist left entered the Democratic Party’s mainstream. And the process has only accelerated since the election of Donald Trump.

The activist left has remade the Democratic Party in several ways. First, it has pushed Democrats, who in the Bill Clinton and Obama eras sought the approval and support of corporate and Wall Street titans, to treat monied interests as adversaries. In 2008, Obama raised more cash from the financial, insurance, and real-estate industries than his Republican opponent, John McCain, did. Once in office, he named former investment bankers to serve as three of his first four chiefs of staff. For today’s Democrats, by contrast, Wall Street and corporate are generally terms of abuse. Sanders is fond of quoting Roosevelt’s description of the ultrarich as “economic royalists.” In 2016, according to Adam Bozzi of the group End Citizens United, only three of the 41 Democratic challengers in the nation’s most competitive House races rejected money from corporate pacs. This year, 45 of the 73 most competitive challengers did. Most of the Democratic senators likely to seek the presidency in 2020 have pledged to do the same.

Joan Wong
The Democrats aren’t just changing their rhetoric and campaign-finance model. They are embracing Big Government policies dismissed as utopian or irresponsible only a year or two ago. During the 2016 campaign, Hillary Clinton criticized Sanders’s plan for making tuition free at public colleges. By January 2017, New York Governor Andrew Cuomo—long known as an ally of Wall Street and a critic of excessive government spending—was onstage with Sanders announcing that New York would institute its own free-college plan. In the spring of 2018, Booker—once considered so centrist that in 2013 The Atlantic published an article titled “Why Do Liberals Hate Cory Booker?”—introduced legislation to help localities with high unemployment rates offer guaranteed federal jobs, an expansion of government so dramatic that even Sanders had not proposed it during his campaign.

One reason for this shift is the growing influence that activists now enjoy within the party. Veterans of the 2017 Women’s March helped start many of the grassroots groups that supported Democratic candidates in this year’s midterm elections. Students at Marjory Stoneman Douglas High School have responded to the February massacre at their school not just by rallying for gun control. They have fanned out across the country trying to defeat politicians backed by the National Rifle Association.

In ways that would have been hard to imagine in the Clinton and Obama eras, Democratic politicians are themselves crossing back and forth between participation in the political system and agitation outside it. Ocasio-Cortez, a veteran of the Sanders campaign, decided to run for office after participating in protests against an oil pipeline at the Standing Rock reservation in the Dakotas, then left the campaign trail the weekend before the primary election to protest family separation at the Mexican border. In 2016, the Detroit Economic Club expelled Rashida Tlaib for heckling a speech by Trump. This year she won the Democratic primary to represent parts of Detroit and its suburbs in Congress. Democrats are even protesting inside Congress itself. During Supreme Court Justice Brett Kavanaugh’s confirmation hearings, Booker publicly released documents about Kavanaugh that Republicans on the Judiciary Committee had deemed confidential—a move that could have led to his expulsion from the Senate—in what he called an act of “civil disobedience.”

What will all this mean when Democrats take power? That moment may come soon: As of this writing, in 2020 Republicans will defend 20 Senate seats to the Democrats’ 11, a highly unfavorable map for the GOP. If Democrats win the presidency in 2020—obviously a big if—they’ll likely win both houses of Congress as well.

If that happens, and Democrats pursue their newly ambitious agenda, an unstoppable force will confront an immovable object. Unless the Republican Party radically and unexpectedly changes, its thinned ranks in Congress will consist of deeply conservative legislators—the kind who saw even Obama’s agenda as a socialist hijacking of the United States. Aiding those members will be the filibuster, which will force Democrats to find 60 Senate votes to pass significant legislation. And if Democrats do somehow enact laws, the most conservative Supreme Court since the 1930s may strike them down.

A lesson of the ’30s and ’60s is that only pressure from outside Washington can overcome these obstacles. Because the left is more mobilized than it was during the Clinton and Obama years, such pressure is easier to imagine under the next Democratic president.

Kavanaugh’s confirmation battle shows how mass movements can throw into doubt seemingly inevitable political realities. In early September, Kavanaugh’s confirmation looked unstoppable. But Christine Blasey Ford’s accusation of attempted rape—in the midst of the #MeToo movement, which has raised the political cost of overlooking a man’s sexual misdeeds—almost derailed it.

Still, Republicans (and Joe Manchin) confirmed him. Given the nature of today’s Republican Party, leftist mobilization may not be enough. In 1964, Dirksen feared the political consequences of African American activists’ picketing his home. Today’s GOP leaders might turn such an event into a fund-raising appeal.

This is where things get dangerous. Facing militant GOP opposition, Obama abided by a series of restraints—based upon custom, not law—that circumscribed his agenda. The next Democratic president is less likely to do so. That’s partly because Trump is plowing through so many procedural guardrails. And it’s partly because the next Democratic president will likely face much more pressure than Obama did from the activist left.

One factor that curtailed Obama’s ambitions was concern about the budget deficit. The year before his election, Democratic leaders in the House instituted a rule called “paygo,” which required that any bill that increased entitlement spending or decreased revenues be offset by corresponding tax hikes or spending cuts. Obama himself insisted that his effort at expanding health-care coverage be “at least deficit-neutral.”

But in the years since, as Democrats have moved left, attitudes inside the party have changed. In 2015, Sanders hired as chief economist for the Democrats on the Senate Budget Committee an academic who believes that federal deficits generally don’t matter. Progressive commentators now routinely publish articles with headlines like “Stop Trying to Be ‘Responsible’ on the Budget, Democrats” (The Washington Post) and “Yes, Democrats Are the Party of Fiscal Responsibility. But That Will (and Should) Change” (Vox). Earlier this year, left-leaning politicians and journalists slammed Minority Leader Nancy Pelosi for pledging to reinstitute paygo (which House Republican leaders have disregarded) if Democrats retook the House.

“After what Trump has done,” predicts Austan Goolsbee, a former head of the Council of Economic Advisers under Obama, “now when Democrats return and want to do things and the policy people say, ‘We need to add up how much these cost and to make sure the details work,’ they will say, ‘Wait, Republicans didn’t follow rules. Why should we?’ ”

———————————————————————————————————————

Threatening entrenched norms, and disrupting public order, can eventually provoke a fierce backlash.

———————————————————————————————————————-
The deficit is only one of the constraints Democrats might breach. Another is the filibuster. To pass legislation through the Senate, both Democrats and Republicans have used a maneuver known as “reconciliation,” which requires only a simple majority. But Senate rules, as interpreted by the body’s nonpartisan parliamentarian, make it difficult to use reconciliation for most major legislation.

That will leave future Democrats with a choice. They can limit their ambitions to whatever Republicans won’t block. They can dramatically expand the use of reconciliation, which might require replacing the Senate parliamentarian. Or they can make it harder—or even impossible—to filibuster legislation. These latter steps would not violate the law. But they would enrage Republicans and fuel the sense that, post-Trump, anything goes.

Finally, and most radically, Democrats could follow Roosevelt’s example and try to pack a recalcitrant Supreme Court. The idea, which Democrats barely discussed before Trump’s election, is gaining steam. In recent months, writers for The Washington Post, Vox, The Intercept, the Los Angeles Times, The New Republic, and The American Prospect have either endorsed it or declared it worthy of serious debate.

Advocates for overturning the filibuster and packing the Supreme Court argue that both institutions flout the popular will. Republican senators disproportionately hail from less populous states. Four of the five conservative justices were appointed by Republican presidents who’d lost the popular vote. As an article in the influential socialist journal Jacobin recently argued, “Sometimes you have to break the rules to create a more democratic system.”

In the short term, this strategy could work. Legal historians debate how much Roosevelt’s court-packing plan contributed to the Supreme Court’s decision to reverse itself and uphold the New Deal. But Chief Justice Charles Evans Hughes clearly worried that “increasing outside criticism” threatened the Court’s legitimacy. If the left can mount sufficient pressure in the future, the current chief justice, John Roberts, whose fears for the Court’s reputation may already have contributed to his refusal to strike down the Affordable Care Act, might bend too.

But another lesson of the 1930s and the 1960s is that threatening entrenched norms and disrupting public order—although effective for a while—can eventually provoke a fierce backlash. After the Supreme Court reversed course in 1937, the wave of strikes that had begun late in Roosevelt’s first term didn’t ease. It grew. That summer, clashes between strikers and the police became so violent in some cities that the governors of Pennsylvania and Ohio imposed martial law. Alarmed that the president’s victories were emboldening rather than placating the militant left, conservatives—including in Roosevelt’s own party—counterattacked. The House Un-American Activities Committee launched hearings on communist influence in the labor movement and the New Deal. In 1938, conservatives rode an economic downturn and a backlash against labor radicalism and the court-packing scheme to huge midterm victories—effectively ending the era of leftist change.

Disorder fueled a backlash in the mid-’60s, too. Five days after the signing of the Voting Rights Act, riots broke out in Los Angeles. In the following three years, riots led to 225 deaths and more than $100 billion in property damage. From 1964 to 1966, the percentage of Americans who told pollsters that the move toward racial equality was happening “too fast” jumped from 34 to 85 percent. In 1966, Republicans—stressing law and order—won 47 seats in the House.

The GOP is already pursuing a similar strategy today. A recent Republican National Committee ad intersperses footage of protesters and rioters with Cory Booker calling on activists to “get up in the face of some congresspeople” and Representative Maxine Waters urging people to confront Trump Cabinet members in restaurants, department stores, and gas stations. Since protesters interrupted Brett Kavanaugh’s confirmation hearing, Republicans have begun calling Democrats a “mob” (without acknowledging that it is Trump, not Democrats, who has encouraged his crowds to commit violence). Like their predecessors, today’s conservatives will probably spend the coming era accusing the left of fomenting radicalism and lawlessness. Like its predecessors, the third left will rise and fall on its ability to convince Americans that the true cause of radicalism is injustice, and the best guarantee of social peace is a more equal country.

This article appears in the December 2018 print edition with the headline “How Far Will the Left Go?”

ABOUT THE AUTHOR

  • Peter Beinart
    PETER BEINART is a contributing editor at The Atlantic and an associate professor of journalism and political science at the City University of New York.
  • https://www.theatlantic.com/magazine/archive/2018/12/democratic-party-moves-left/573946/

Γέλτσιν, Κλίντον, Μιλόσεβιτς (και το ΔΝΤ)

0

του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Aκόμα και με την ιδέα της οργάνωσης της δολοφονίας του Γιουγκοσλάβου Προέδρου Μιλόσεβιτς, φαίνεται να έπαιξε ο Ρώσος Πρόεδρος Μπαρίς Γέλτσιν, προκειμένου να αποτρέψει μια αμερικανική επίθεση στη Γιουγκοσλαβία.

Φαίνεται ότι ο Ρώσος Πρόεδρος είχε πανικοβληθεί από την ατμόσφαιρα εξέγερσης των στρατιωτικών της χώρας του, εξ αφορμής των ΝΑΤΟϊκών επιδρομών στα Βαλκάνια και προσπαθούσε πάση θυσία να αποτρέψει την Ουάσιγκτων.

Ο Γέλτσιν – που θεωρούσε βλακωδώς φίλους του τους Αμερικανούς – είχε πάρει τοις μετρητοίς όσα τούλεγαν, και φαίνεται ότι νόμιζε ότι το πρόβλημα της Ουάσιγκτων δεν ήταν η Σερβία, αλλά ο Μιλόσεβιτς! Αν λοιπόν έβγαινε από τη μέση ίσως να μη γινόταν ο πόλεμος, η προπτική του οποίου είχε εξαγριώσει τους Ρώσους αξιωματικούς, κατά τρόπο απειλητικό για το καθεστώς του

Οι πληροφορίες αυτές προκύπτουν από τις εκατοντάδες σελίδες αποχαρακτηρισθέντων εγγράφων που έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα το Ίδρυμα Κλίντον και αφορούν τις συνομιλίες των Προέδρων Κλίντον και Γέλτσιν, στη δεκαετία του 1990.

Τα έγγραφα είναι απολύτως χαρακτηριστικά των σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας εκείνη την περίοδο, ιδιαίτερα της αμερικανικής ανάμειξης στις ρωσικές εκλογές, όπως και του κλίματος που επικρατούσε μεταξύ των Ρώσων στρατιωτικών κατά την περίοδο του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία.

Το θέμα παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί συμπίπτει με μια συγκυρία που χαρακτηρίζεται από εντονότατες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ γύρω από το αν αναμείχθηκαν ή όχι οι Ρώσοι στις αμερικανικές εκλογές, και ενώ η Ρωσία κατηγορείται περίπου για τα … πάντα, στα πλαίσια ενός εντεινόμενου Ψυχρού Πολέμου.

Στην αρχή της ρωσικής προεκλογικής εκστρατείας του 1996, οι πιθανότητες εκλογής του κομμουνιστή Γκενάντι Ζιουγκάνωφ ήταν πολύ μεγάλες και του Μπαρίς Γέλτσιν (που τελικά τις κέρδισε) σχεδόν μηδαμινές.

Φοβούμενος προφανώς μήπως η Ουάσιγκτων «τα βρει» με τον αντίπαλό του, ο Γέλτσιν ζήτησε τηλεφωνικά, στις 21 Απριλίου 1996, από τον Κλίντον «να μην υποστηρίξει τον (ηγέτη του ΚΚΡΟ και προεδρικό υποψήφιο) Ζουγκάνωφ». «Δεν πρέπει να ανησυχείς για κάτι τέτοιο», του απάντησε ο Κλίντον “Είναι πενήντα χρόνια που παλεύουμε εναντίον ενός τέτοιου αποτελέσματος”.

Ο Κλίντον όχι μόνο δεν υποστήριξε τον Ζιουγκάνωφ, αλλά και, όπως αποκάλυψαν έρευνες τότε του περιοδικού Time και άλλων αμερικανικών ΜΜΕ, έστειλε μια ολόκληρη ομάδα πρώην αμερικανών αξιωματούχων που, εγκατεστημένοι σε έναν όροφο του ξενοδοχείου Οκτιάμπριασκαγια της Μόσχας, οργάνωσαν την προεκλογική εκστρατεία του Γέλτσιν.

Δύο εβδομάδες αργότερα, στις 7 Μάιου 1996, ο Γέλτσιν τηλεφώνησε στον Κλίντον ζητώντας του επειγόντως δάνειο για να τον βοηθήσει στην προεκλογική του εκστρατεία. Ακολούθησε ο εξής διάλογος:

«Γέλτσιν: Σε παρακαλώ, κατάλαβέ με σωστά. Μπιλ, χρειάζομαι επειγόντως ένα δάνειο 2,5 δις δολαρίων για τη Ρωσία.

Κλίντον: Να σε ρωτήσω κάτι. Δεν σε βοήθησε η αναδιάρθρωση του ρωσικού χρέους από τη Λέσχη του Παρισιού; Νόμιζα ότι θα είχαν μπει δισεκατομμύρια δολάρια στη χώρα σου.

Γέλτσιν: ‘Όχι. Θα ‘ρθουν το δεύτερο εξάμηνο. Και το πρώτο εξάμηνο θα ‘χουμε μόνο 300 εκατομμύρια, εξαιτίας των όρων που έθεσε το ΔΝΤ… Αλλά χρειάζομαι χρήματα να πληρώσω συντάξεις και μισθούς. Αν δεν λυθεί το ζήτημα αυτό των συντάξεων και των μισθών, θα μου είναι πολύ δύσκολο να πάω σε εκλογές. Αν μπορείς να το κανονίσεις με το ΔΝΤ να μας δώσει 2,5 δις το πρώτο εξάμηνο ίσως να τα καταφέρουμε. ‘Η αν μπορείς με τις δικές σας τράπεζες με εγγυήσεις της ρωσικής κυβέρνησης.

Κλίντον: Θα το ελέγξω με το ΔΝΤ και με μερικούς από τους φίλους μας και θα δω τι μπορεί να γίνει.»

Αντιμέτωπος με το σχεδόν βέβαιο ενδεχόμενο να χάσει τις εκλογές, ο Ρώσος Πρόεδρος σκέφτηκε, απλούστατα, να μην τις κάνει, όπως προκύπτει από το εξής που του είπε ο Κλίντον στη διάρκεια της ίδιας τηλεφωνικής συνομιλίας:

“Είμαι πολύ ευχαριστημένος που απέρριψες την συμβουλή να αναβληθούν οι εκλογές. Αυτή η εκλογή θα είναι ορόσημο για τη ρωσική δημοκρατία. Πιστεύω ότι έχεις δίκιο να εμπιστεύεσαι τη σωφροσύνη των Ρώσων εκλογέων. Η δήλωσή σου γνωρίζει τεράστια ευνοϊκή δημοσιότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες και ανά τον κόσμο».

‘Όταν ο Γέλτσιν εκλιπαρεί τον Κλίντον για το Ιράκ και τη Γιουγκοσλαβία

Αυτή βέβαια η οικονομικο-πολιτική «βοήθεια» προς το μετακομμουνιστικό καθεστώς στη Ρωσία συνοδευόταν με επέκταση του ΝΑΤΟ και απειλές κατά του Ιράκ και της Γιουγκοσλαβίας,  που έφερναν σε όλο και πιο δύσκολη θέση τον Γέλτσιν και τον ανάγκαζαν να εκλιπαρεί – χωρίς αποτέλεσμα – τον Κλίντον να μαλακώσει κάπως την εξωτερική του πολιτική.

Στις 22 Νοεμβρίου 1997, ο Κλίντον άφησε να εννοηθεί ότι εξετάζει στρατιωτική δράση κατά του Ιράκ και ο Γέλτσιν τον παρακάλεσε να μην καταφύγει σε αυτή, λέγοντάς του: «Ξέρεις ότι είμαστε έτοιμοι να ασκήσουμε πίεση (στον Σαντάμ) σε καθημερινή βάση και θα κρατήσουμε συνεχώς εκεί τον αντιπρόσωπό μας, τον Βίκτωρα Ποσοβαλιούκ. Θέλουμε να πιέσουμε (τον Σαντάμ) να δεχτεί τους όρους μας. Θα συνεχίσουμε να ενεργούμε μέχρι το μυαλό του να σιάξει».

Ο Κλίντον βέβαια τον «έγραψε» και στα τέλη 1998 βομβάρδισε το Ιράκ ακόμα μια φορά, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς κήρυξη πολέμου.

Εκεί όμως που ο Γέλτσιν τα χρειάστηκε και άρχισε να παρακαλάει τον Κλίντον με κάθε τρόπο ήταν με τη Σερβία. Οι επιδρομές του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας ξεκίνησαν στις 24 Μαρτίου του 1999, σκοτώνοντας 538 αμάχους, καταστρέφοντας πολλές από τις υποδομές της χώρας, βομβαρδίζοντας ακόμα και την κινεζική πρεσβεία στο Βελιγράδι και γεμίζοντας τη χώρα ραδιενεργό απεμπλουτισμένο ουράνιο. Στη Ρωσία προκλήθηκε ένα τεράστιο κύμα αγανάκτησης, με το 96% του πληθυσμού να χαρακτηρίζει την επίθεση «έγκλημα κατά την ανθρωπότητας».

Στις 25 Απριλίου 1999 ένας εξουθενωμένος και απελπισμένος Γέλτσιν εξόρκιζε επί μιάμισυ ολόκληρη ώρα τον Αμερικανό Πρόεδρο να σταματήσει τον πόλεμο, εξηγώντας του ότι ο ρωσικός στρατός θέλει να επέμβει. Χαρακτηριστικό είναι το εξής απόσπασμα:

«Γέλτσιν: Ξέρεις ότι ακούω ανησυχίες από τους στρατιωτικούς μας που μιλάνε να στείλουν στρατιωτικούς να βοηθήσουν τον Μιλόσεβιτς. Ξέρεις ότι τα καταδίκασα αυτά, και συγκάλεσα το Συμβούλιο Ασφαλείας μου, και τους είπα να τα σταματήσουν αυτά. Όποιος Στρατηγός πει να στείλουμε στρατό να βοηθήσει τον Μιλόσεβιτς θα αποταχθεί με συνοπτικές διαδικασίες.

Κλίντον: Ευχαριστώ»

Στη συνέχεια του τηλεφωνήματος, ο Γέλτσιν προσπαθεί να εξηγήσει στον Κλίντον ότι δεν θα μπορέσει να κρατήσει αυτή τη θέση επί πολύ και τελικά αρχίζει να φωνάζει στο τηλέφωνο:

“Μη σπρώχνεις τη Ρωσία στον πόλεμο. Ξέρεις τι είναι η Ρωσία. Ξέρεις πως είναι εξοπλισμένη η Ρωσία, αλλά μη σπρώχνεις τη Ρωσία στον πόλεμο».

Τελικά, ο Ρώσος Πρωθυπουργός Τσερνομύρντιν πήγε στο Βελιγράδι και «έπεισε» τον Μιλόσεβιτς να συνθηκολογήσει, λέγοντάς του ότι οι Δυτικοί είναι αποφασισμένοι να ισοπεδώσουν τη χώρα του. Εξηγώντας τότε την «αποστολή» Τσερνομύρντιν στο Βελιγράδι, ο ανταποκριτής της Guardian στις Βρυξέλλες και παλαιός ανταποκριτής στη Μόσχα Μάρτιν Γουώκερ συνέδεσε την υπόθεση αυτή με τους λογαριασμούς του Ρώσου Πρωθυπουργού σε τράπεζες του εξωτερικού.

Η Ρωσία ήταν, το 1991, η πιο φιλοαμερικανική και πιο φιλοκαπιταλιστική χώρα στον κόσμο, πιο φιλοαμερικανική και πιο φιλοκαπιταλιστική και από αυτές ακόμα τις Ηνωμένες Πολιτείες!

Ήταν οι ίδιοι οι Αμερικανοί και το ΔΝΤ που την «εκπαίδευσαν» αντίθετα, «παράγοντας» τελικά τον Πούτιν, για τον οποίο τόσο πολύ διαμαρτύρονται και τον οποίο τώρα χρησιμοποιούν για να δικαιολογήσουν τον νέο Ψυχρό Πόλεμο.

Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι ότι κυρίως διαμαρτύρονται για την … «ρωσική ανάμειξη» στις αμερικανικές εκλογές!

http://www.konstantakopoulos.gr/2018/11/12/%CE%BF%CE%B9-%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B3%CE%AD%CE%BB%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BD-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CE%BD%CF%84/#more-5821