Αρχική Blog Σελίδα 2741

Silent Inflation

0

 

Inflation targeting is supposed to reduce uncertainty about prices. But keeping the inflation target at 2% or more, might actually increase a sense of uncertainty about real things like home values or investments.

NEW HAVEN – In many countries, inflation has become so low and stable in recent decades that it appears to have faded into the woodwork. Whereas galloping inflation was once widely viewed as the number one economic problem, today most people – at least in the developed countries – hardly ever talk about it or even pay attention to it. But “silent inflation” still has subtle effects on our judgment, and it may still lead to some consequential mistakes.

Since New Zealand’s central bank set the first example in 1989, monetary authorities around the world have increasingly pursued a policy of setting inflation targets (or target ranges) that are substantially above zero. That is, policymakers plan to have inflation, but steady inflation. What used to be a dirty word is now announced publicly, and moderation is enforced.

Central Bank News tabulates these targets for 68 countries. The European Central Bank targets annual inflation in 2018 at “below, but close to, 2%.” In Canada, Japan, South Korea, Sweden, the United Kingdom, and the United States, the 2018 inflation target is 2%. China and Mexico target 3% annual price growth. In India and Russia, the target rate is 4%. It is 5% in Ukraine and Vietnam, and 6% in Azerbaijan and Pakistan.

Some countries have had double-digit inflation targets. Egypt has set a target of 13%, plus or minus 3%, for this year. But most countries have set their 2018 inflation targets at between 2% and 6%.

It is worth translating these annual inflation targets to longer-term inflation, assuming that the target is not changed in coming years. Inflation of 2% per year implies 22% inflation over a decade, or 81% inflation over 30 years. That will make numbers measured in currency look a lot bigger over time, even if nothing real is changing.

It is a lot worse if one considers a 6% inflation rate. At that pace, prices would rise 79% in ten years and almost six-fold in 30 years.

Such policies cause a sort of magnification of the present in the minds of most people. Suppose you ask someone who has been living in the same house for 30 years what he or she paid for it. The purchase price will probably look ridiculously small. If one is not careful to remember the effects of inflation on all prices, it might seem that we are living in a magnificently successful new era. With silent inflation, it can be easy to forget that the truth is much less dramatic.

At the same time, in an age of Internet rumors and fake news, the world today can look a little unmoored from history. That might create a sense of real risk.

Inflation targeting has other effects, too, which seem to be more on the minds of central bankers.

In his influential 1998 book Inflation Targeting, Ben Bernanke and his co-authors advised policymakers to announce a target inflation rate because it “communicates the central bank’s intentions,” which would “reduce uncertainty.” The announced rate should be substantially positive, they wrote, because if officials tried to get it close to zero, any mistake could result in deflation, which “might endanger the financial system and precipitate an economic contraction.” As Federal Reserve Chair from 2006 to 2014, Bernanke formally introduced inflation targeting in the United States in 2012, setting the annual rate at 2%, where it has remained ever since.

But reducing uncertainty about prices by keeping the inflation target at 2% or more might actually increase a sense of uncertainty about real things like home values or investments. While it is right to worry about massive deflation, the historical relationship between deflation and recession is not all that strong. In a 2004 paper, the economists Andrew Atkeson and Patrick Kehoe concluded that most of the evidence of a relationship comes from just one case: the Great Depression of the 1930s.

The news media’s tendency to fixate on new records serves their short-term interest in creating the impression that something really important has happened that justifies readers’ or viewers’ attention. But sometimes there is a bit of fakery in the record, especially when the record is described in nominal terms and we have steady inflation. As a result, the emphasis on records can encourage a disrespect for history and nurture a sort of disoriented feeling that we live in exceptionally uncertain times.

For example, sometimes the stock market has set a new record, whether up or down, which is nothing more than the result of inflation. On February 5 of this year, the Dow Jones Industrial Average fell 4.6%, far below the record 22.6% decline on October 19, 1987. But media reportschose to point out that the February 5 drop was the biggest-ever one-day decline in absolute terms (1,175 points on the DJIA). Presenting a drop this way is misleading, and might encourage some panic selling. The amplitude of stock-market point swings invariably grows with general inflation in all prices.

The money illusion even bleeds into impressions of the “strength” of the economy, as if a high level of GDP growth or a bull market are indicators of the health of something called the economy. GDP growth numbers are conventionally reported in real (inflation-adjusted) terms, and unemployment numbers are unit-free. But reporting of just about every other major economic indicator is generally not corrected for inflation.

An inflation target of a few percentage points may seem to promote stability, and perhaps it really does. But we need to consider the possibility that it may lead to subtle misperceptions that have the opposite effect on the stability of our judgments.

Παρέμβαση στη συζήτηση Βενιζέλου-Ροζάκη για το Αιγαίο

0

Βενιαμίν Καρακωστάνογλου

Παρακολουθώντας τον δημόσιο διάλογο που προέκυψε για την μερική επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης (χωρικής θάλασσας) στα 12 ναυτικά μίλια μόνο στο Ιόνιο (και σταδιακά σε ορισμένες μόνο δυτικές ακτές του Αιγαίου), μετά την αιφνίδια και πρόχειρη αναφορά του πρώην υπουργού Εξωτερικών κ. Κοτζιά στο θέμα μετά την παραίτησή του, θα ήθελα να σχολιάσω κυρίως τον διάλογο που διεξήχθη από τις στήλες της Καθημερινής (4 και 11 Νοεμβρίου) μεταξύ των καθηγητών κ. Ευάγγελου Βενιζέλου (αντιπροέδρου της κυβέρνησης Σαμαρά και υπουργού Εξωτερικών τότε) καθώς και Χρήστου Ροζάκη (υφυπουργού Εξωτερικών επί Κυβέρνησης Σημίτη).

Ο κ. Βενιζέλος δηλώνει ότι φοβάται την ενίσχυση της θέσεως της Τουρκίας για μειωμένη επήρεια των νησιών στις θαλάσσιες ζώνες (ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα), αν αποδεχθεί η Ελλάδα μειωμένη αιγιαλίτιδα ζώνη στο Αιγαίο και δεν επεκτείνει και εκεί στα 12 ναυτικά μίλια την ίδια ζώνη. Επίσης επισημαίνει ότι το ίδιο θέμα έχει μεγάλη σημασία για την Ανατολική Μεσόγειο και τις θαλάσσιες ζώνες που θα αναγνωρισθούν στο συγκρότημα των νησιών-νησίδων της Μεγίστης (Καστελόριζου), ή ακόμη και της Κρήτης (νοτιοανατολικά της οποίας η Τουρκία προσφάτως εκτόξευσε μια νέα πρωτοφανή διεκδίκηση).

Ο κ. Ροζάκης προτείνει έναν διακανονισμό με αιγιαλίτιδα ζώνη 10 ναυτικά μίλια σε όλο το Αιγαίο, ώστε να μη χρειάζεται τα ξένα (τουρκικά και λοιπά) πλοία να διέρχονται εφαρμόζοντας το δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης. Ας μου επιτραπεί να σχολιάσω τις παραπάνω θέσεις του κ. Ροζάκη.

Κύρια προτεραιότητα της χώρας μας είναι να διατηρηθεί η ισοτιμία των θαλασσίων ζωνών των νησιών με αυτές των ηπειρωτικών ακτών (όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 121 παρ. 2 της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας), ώστε να διασφαλισθεί η ενότητα και συνοχή του Αιγαιακού Αρχιπελάγους που αμφισβητεί ή διεκδικεί σε διάφορα επίπεδα η Τουρκία, (θάλασσα, εναέριος χώρος, FIR, SAR Έρευνα και διάσωση, νησιά και βραχονησίδες). Επίσης, προτεραιότητα είναι και η διασφάλιση των θαλασσίων ζωνών των υπολοίπων νησιωτικών συμπλεγμάτων της χώρας μας (π.χ. Ιόνιο).

Έχοντας αυτά κατά νου πιστεύω ότι πρέπει να ενισχύσουμε τα πολλά υπάρχοντα διεθνή προηγούμενα υπέρ των δικαιωμάτων των νησιών και της απόδοσης σ’ αυτά και των τεσσάρων θαλασσίων ζωνών (αιγιαλίτιδα, συνορεύουσα, υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ), εφόσον βέβαια δεν εμπίπτουν στην παράγραφο 3 του άρθρου 121 (δηλαδή δεν είναι βραχονησίδες χωρίς αυτόνομη οικονομική ζωή).

Αρχιπελαγική δομή

Ταυτόχρονα πρέπει να ανατρέψουμε την μακρόχρονη και επίμονη τουρκική προσπάθεια να εμφανισθεί το Αιγαίο, όχι με κυρίαρχο θετικό στοιχείο την αρχιπελαγική δομή του, αλλά ως αρνητική ειδική γεωγραφική περίπτωση που θα εξοβελίζει τις ρυθμίσεις του «ορθόδοξου» διεθνούς δικαίου. Για να γίνει αυτό πρέπει να επεκταθεί στα 12 ναυτικά μίλια η χωρική θάλασσα ταυτόχρονα με το Ιόνιο και στο Μυρτώο, το Κρητικό και το Λιβυκό. Βέβαια και στο κυρίως Αιγαίο πέλαγος (συμπεριλαμβανομένου ανατολικότερα και του συμπλέγματος της Μεγίστης-Καστελόριζου), είτε αυτό αφορά ηπειρωτικές είτε νησιωτικές ακτές.

Μέσω του δικαιώματος αβλαβούς διέλευσης (που ακολουθεί ως η άλλη πλευρά του νομίσματος την κυριαρχία του παράκτιου κράτους στην αιγιαλίτιδα ζώνη) όλα τα πλοία, κάθε σημαίας, μπορούν να διαπλέουν ακώλυτα στο Αιγαίο χωρίς να γνωστοποιούν ή να ζητούν άδεια από την Ελλάδα για την διέλευσή τους. Οι λοιποί περιορισμοί που προβλέπει η αβλαβής διέλευση αποτελούν αυτονόητες δεσμεύσεις για την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την περιβαλλοντική προστασία κλπ, υπέρ του παράκτιου κράτους.

Άλλωστε, εάν η Τουρκία πάψει να προκαλεί με επίδειξη ισχύος από τα πολεμικά της πλοία, μέσω της «συμμαχικής» σχέσεως μας στο ΝΑΤΟ, αλλά και της αρχής της αμοιβαιότητας, που ισχύει για την Αβλαβή Διέλευση και των πολεμικών πλοίων, θα μπορεί να πλέει ή να διεξάγει ασκήσεις στο κεντρικό και βόρειο Αιγαίο κυρίως, ακόμη και με τα 12 ν.μ. στην αιγιαλίτιδα ζώνη, καθώς παραμένει το 20% του Αιγαίου ως ανοικτή θάλασσα, δηλαδή διεθνή ύδατα.

Δίαυλοι διεθνών υδάτων

Επιπλέον, από το μεγάλα λιμάνια της γείτονος, όπως και από τα Δαρδανέλια, η έξοδος προς τα διεθνή ύδατα μπορεί να συνεχίσει να γίνεται μέσω διαύλων διεθνών υδάτων που παραμένουν ανάμεσα στα μεγάλα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Υπάρχει δε, επιπλέον η δυνατότητα να εφαρμοσθεί διασταλτικά το transit passage, δηλαδή ο «πλους διέλευσης», ώστε να διευκολύνει την ναυσιπλοΐα όλων των πλοίων στο Αιγαιακό Αρχιπέλαγος, μέσω συγκεκριμένων θαλασσίων στενών που θα προσδιορίσει η Ελλάδα.

Τα 10 μίλια που προτείνει ο κ. Ροζάκης ή ακόμη και η διατήρηση των 6 μιλίων, μπορούν να εφαρμοσθούν κατ’ εξαίρεσιν ανάμεσα στα νησιά (δηλαδή βορείως και νοτίως τους), αλλά όχι δυτικά τους (δηλαδή προς το κεντρικό Αιγαίο), ώστε να υπάρξει ακόμη μεγαλύτερη διευκόλυνση της τουρκικής και λοιπής διεθνούς ναυσιπλοΐας. Αυτό θα θυμίζει την λύση των προτεταμένων «δακτύλων», που είχε προταθεί το 1980 από μια μελέτη του ΝΑΤΟ (Andrew Wilson) ως συμβιβαστική λύση για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου.

Θυμίζω στον κ. Ροζάκη και τον όρο «σταυροειδής επικάλυψη» γι’ αυτές τις περιπτώσεις (Λήμνος-Λέσβος, Λέσβος-Χίος, Χίος-Σάμος, Ικαρία) για την αιγιαλίτιδα ή και για την υφαλοκρηπίδα. Άρα, η Ελλάδα, αφού επεκτείνει με εσωτερικό νόμο γενικά την αιγιαλίτιδα ζώνη της στα 12 μίλια (και στον αντίστοιχο υπερκείμενο εθνικό εναέριο χώρο), θα καλέσει την Τουρκία να βρουν ικανοποιητικές διευθετήσεις για τις περιοχές ανάμεσα στην αλυσίδα των ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Βεβαίως, νωρίτερα η Τουρκία πρέπει να παραιτηθεί από την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε νησίδες και βραχονησίδες του Αιγαίου.

Η Τουρκία αρνείται

Δυστυχώς η Τουρκία, θέλοντας να διεκδικήσει μακροπρόθεσμα την ίδια την κυριαρχία στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, και άμεσα την συγκυριαρχία ή τον κοινό έλεγχο στον θαλάσσιο και εναέριο χώρο του Αρχιπελάγους (FIR-SAR), μοιράζοντας την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ του περίπου στα δύο, αρνείται να δεχθεί τις εθιμικές και συμβατικές ρυθμίσεις του Δικαίου της Θάλασσας. Τις παραβιάζει κατάφωρα και εξακολουθητικά με αυθαίρετους χάρτες και μονομερείς παραχωρήσεις ερευνητικών και γεωτρητικών δικαιωμάτων, κυρίως στην κρατική Τουρκική Εταιρεία Πετρελαίου (ΤΡΑΟ).

Εξάλλου, ακολουθεί πρακτική συνεχών παραβιάσεων και παραβάσεων στον αέρα και τη θάλασσα. Συστηματικά δε και διαχρονικά αρνείται την δικαστική επίλυση των θαλάσσιων οριοθετήσεων, χρησιμοποιώντας παραπειστικά, ενίοτε, την πρόταση για λύση πακέτο όλων των θεμάτων. Εντάσσει σ’ αυτά και ζητήματα πλήρους κυριαρχίας, όπως η επέκταση της χωρικής θάλασσας και του εναερίου χώρου και η αποστρατιωτικοποίηση των συμπλεγμάτων των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, από τη Σαμοθράκη και τη Λήμνο ως τη Ρόδο. Αυτό δεν πρέπει να το δεχθεί ποτέ η Ελλάδα.

Φύλο συκής

Οι διεξαγόμενες διερευνητικές συνομιλίες με βάση τη Συμφωνία Κορυφής στο Ελσίνκι τον Δεκέμβριο 1999, που άρχισαν το 2002 και συνεχίζονται έκτοτε μέχρι σήμερα (δηλαδή για 16 χρόνια) για τα θέματα του Αιγαίου, αποτελούν ένα «φύλο συκής» που καλύπτει την απροθυμία της Ελλάδος να προχωρήσει σε λύσεις. Η Ελλάδα φοβάται το casus belli της Τουρκίας, για το οποίο ουδέποτε την κατήγγειλε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ γι’ αυτήν την αδιανόητη εκβιαστική απειλή πολέμου που απαγορεύει την άσκηση νόμιμων δικαιωμάτων.

Αν αναζητήσουμε τον ωφελούμενο από την μακρά αυτή μη άσκηση δικαιωμάτων που ξεκίνησε το 1974, θα δούμε ότι είναι η Τουρκία, η οποία παγιώνει τετελεσμένα, αμαχητί, και ενισχύει αβάσιμες εντυπώσεις διεθνώς που την ευνοούν. Ούτε η επιφύλαξη της Ελλάδας στον κυρωτικό νόμο της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας, ούτε η αναχαίτιση τουρκικών αεροσκαφών αρκούν για να ανατρέπουν τα οφέλη που συσσωρεύει υπέρ της Τουρκίας ο χρόνος και η απραξία μας. Με εξαίρεση το Κυπριακό και το Παλαιστινιακό, κανένα άλλο διεθνές ζήτημα δεν διήρκεσε τόσο χωρίς κάποια πρόοδο, όσο το Αιγαιακό!

Το όριο των 12 μιλίων της αιγιαλίτιδας ζώνης είναι βέβαια το μέγιστο επιτρεπτό. Όμως, τα 148 παράκτια κράτη του πλανήτη το έχουν υιοθετήσει εν όλω (τα περισσότερα), ή μερικώς π.χ. η Τουρκία (12 μίλια στον Εύξεινο και στις νότιες μεσογειακές ακτές της, ενώ διατηρεί για λόγους σκοπιμότητας 6 μίλια στο Αιγαίο). Για ποιο λόγο να μην το πράξει και η Ελλάδα, που έχει μάλιστα σοβαρότερο συμφέρον στον κατ’ εξοχήν ιστορικό της χώρο, το Αιγαιακό Αρχιπέλαγος; Παρόμοιες γεωγραφικές «ιδιαιτερότητες» υπάρχουν πολλές στις ακτές του πλανήτη (π.χ. τα γαλλικά νησιά Σεν Πιέρ και Μικελόν που απέχουν 2.200 μίλια από τη Γαλλία και βρίσκονται μέσα σε κόλπο του Καναδά) που έχουν αιγιαλίτιδα ζώνη 12 μίλια και ΑΟΖ.

Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα

Για την οριοθέτηση ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών είναι η αφετηρία της διαδικασίας. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μετά από εύλογο χρόνο (στην περίπτωσή μας περισσότερο από 16 χρόνια!) τότε ακολουθεί η δικαστική επίλυση. Εδώ βρίσκεται, λοιπόν, το πρόβλημα: η Τουρκία από το 1976 αρνείται δικαστική λύση ή θέτει απαράδεκτες προϋποθέσεις για πολιτικές (δηλαδή μη νομικές) λύσεις ή πακέτα διευθέτησης, που δεν είναι υποχρεωμένη ή Ελλάδα να αποδεχθεί.

Ακόμη και η αρχή της ευθυδικίας που επικαλείται ενίοτε η Τουρκία, πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται (όπως πάμπολλες αποφάσεις των Διεθνών Δικαστηρίων έχουν νομολογήσει) infra legem, δηλαδή υπό τις διατάξεις του διεθνούς δικαίου και όχι σε αντίθεση ή πριν από αυτές (contra legem ή praeter legem).

Η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ δεν είναι «παντελώς ανεξάρτητη» (Ροζάκης) από την οριοθέτηση αιγιαλίτιδας ζώνης, διότι το εξωτερικό όριο της τελευταίας καθορίζει το εσωτερικό όριο της πρώτης. Άρα η εγκατάλειψη των 2 μιλίων (12 – 10 μίλια) της αιγιαλίτιδας ζώνης μπορεί να νοηθεί μόνον υπό συνθήκες γεωγραφικής εγγύτητας (για διευκόλυνση της ναυσιπλοΐας). Δηλαδή, μόνο μεταξύ ορισμένων νησιών του κεντρικού και βορείου Αιγαίου και όχι στις ηπειρωτικές ακτές της Ελλάδας, της Εύβοιας, της Κρήτης, ή των Δωδεκανήσων όπου υπάρχει δεδομένο θαλάσσιο σύνορο από το 1932.

Δεν γίνεται ελληνική «λίμνη»

Ορθά παρατηρεί ο κ. Ροζάκης ότι το καθεστώς υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ δεν επηρεάζει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα (και βέβαια την υπέρπτηση). Άρα και η Τουρκία δεν έχει να υποστεί κανένα ανάλογο περιορισμό ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο αν εφαρμοσθούν εκεί τα αντίστοιχα δικαιώματα της Ελλάδας (Ρόδος-Κάσος-Κάρπαθος-Ανατολική Κρήτη-Καστελόριζο) και υπάρξει αλληλοεπικάλυψη της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ των ηπειρωτικών ακτών της χώρας μας με τα αντίστοιχα δικαιώματα των νησιών μας του ανατολικού Αιγαίου.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο το Αιγαίο δεν καθίσταται ελληνική «λίμνη» ως προς τις ελευθερίες της Ανοιχτής Θάλασσας (δηλαδή διεθνών υδάτων), όπως προπαγανδίζει ή Τουρκία! Απλώς, με την ορθόδοξη εφαρμογή του Δικαίου της Θάλασσας η Ελλάδα, λόγω των νησιών του Αρχιπελάγους, έχει σημαντικότατα δικαιώματα στον υποθαλάσσιο και θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου (υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ) και πέραν της αιγιαλίτιδας ζώνης της.

Όπως, όμως, η Ελλάδα δεν αμφισβητεί την κυριαρχία της Τουρκίας στην Μικρά Ασία ή την Ανατολική Θράκη, αποδεχόμενη το status quo των διεθνών Συνθηκών, έτσι και η Τουρκία δεν μπορεί να αυθαιρετεί, αρνούμενη και την γεωγραφία και το διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Μπορεί να μην έχει υπογράψει τη σχετική Σύμβαση, αλλά και ως εθιμικό δίκαιο την δεσμεύει απολύτως.

Υβριδικός χαρακτήρας της ΑΟΖ

Επίσης πρέπει να τονιστεί ότι στην ΑΟΖ δεν πρόκειται μόνο για εκμετάλλευση φυσικών πόρων, (ζώντων και μη ζώντων), αλλά για συνολική «οικονομική κυριαρχία», λόγω των υπόλοιπων δικαιωμάτων και δικαιοδοσιών (ανανεώσιμοι ενεργειακοί πόροι, περιβαλλοντική δικαιοδοσία, θαλάσσια επιστημονική έρευνα κλπ), χωρίς βέβαια να πλήττονται οι ελευθερίες της Ανοιχτής Θάλασσας (εφόσον δεν συγκρούονται με τα οικονομικά δικαιώματα του παράκτιου κράτους).

Εδώ έγκειται ο υβριδικός, sui generis, χαρακτήρας του θεσμού της ΑΟΖ, αλλά και η επιτυχία του θεσμού, που ήδη εφάρμοσαν περί τις 138 παράκτιες χώρες από τις 149 που μπορούν. Συνδυάζοντας τα δύο καθεστώτα, οικονομικής κυριαρχίας και διεθνών ελευθεριών, δεν εμποδίζεται ουσιαστικά η ναυσιπλοΐα και η υπέρπτηση, αλλά ούτε η τοποθέτηση υποβρύχιων καλωδίων και σωληναγωγών.

Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι γίνεται πολύς λόγος για την διασφάλιση της ύπαρξης κοινού θαλασσίου συνόρου μεταξύ ελληνικής υφαλοκρηπίδας (και μελλοντικής ΑΟΖ) και κυπριακής ΑΟΖ. Αυτό θα επιτευχθεί, και είναι βεβαίως θετικό, αν δοθεί πλήρης επήρεια στο σύμπλεγμα του Καστελόριζου ως προς την υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ του. Τότε το κοινό θαλάσσιο όριο Ελλάδας-Κύπρου θα είναι περίπου σε μήκος 27 ναυτικών μιλίων.

Αυτό βέβαια το αντιμάχεται λυσσωδώς η Τουρκία, η οποία επιδιώκει να υπάρξει δικό της θαλάσσιο σύνορο με την Κύπρο και ιδίως την Αίγυπτο (προσφάτως και με τη Λιβύη!), εξαλείφοντας ουσιαστικά τα δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ της Ελλάδας σε ολόκληρη την περιοχή νοτίως του Καστελορίζου και ανατολικά της Κρήτης-Καρπάθου-Ρόδου, μέχρι την ΑΟΖ της Κύπρου. Δηλαδή, αφήνοντας στο Καστελόριζο μόνο τα σημερινά 6 μίλια αιγιαλίτιδας ζώνης του, χωρίς καθόλου υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ!

Πρέπει να γνωρίζουμε, όμως, ότι η Τουρκία δεν επιτρέπεται να αρνηθεί τη διέλευση ξένων σωληναγωγών ή υποβρύχιων καλωδίων από την υφαλοκρηπίδα της, ακόμη και αν (απευκταίο βέβαια) δεν υπάρξει κοινό σύνορο κυπριακής ΑΟΖ και ελληνικής υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. Το συνδυασμένο καθεστώς υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ το προβλέπει ρητά στο άρθρο 79 της Σύμβασης για το Δίκαιο της θάλασσας.

Μόνο για τους σωληναγωγούς, μπορεί να έχει λόγο για την πορεία τους το παράκτιο κράτος, (πχ Τουρκία), από την υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ του οποίου διέρχονται, ώστε να μην εμποδίζουν δικές του εγκαταστάσεις, αγωγούς ή καλώδια ή τεχνητά νησιά (αν βέβαια υπάρχουν). Αυτό, όμως, σημαίνει απλώς την ενδεχόμενη μετακίνηση λίγων δεκάδων ή εκατοντάδων μέτρων στην πορεία του διερχόμενου σωληναγωγού (πχ του EastMed) από την αρχική του πορεία. Δεν σημαίνει απαγόρευση διέλευσης, καθώς αυτή ανήκει στις ρητά επιτρεπόμενες ελευθερίες -δικαιώματα όλων των κρατών επί της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ.

Παρέμβαση στη συζήτηση Βενιζέλου-Ροζάκη για το Αιγαίο

 

Η γεωπολιτική στρατηγική του Brzezinski για την παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ – Ο ρόλος της FYROM

0

Τα Βαλκάνια αναμφισβήτητα έγιναν το πρώτο θύμα στην Ευρώπη του παλαιού αλλά αισθητικά ανασυγκροτημένου αμερικανικού παγκόσμιου ιμπεριαλισμού

Ανεξάρτητα από την πραγματικότητα στην παγκόσμια πολιτική ότι ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε το 1989, η Ουάσιγκτον συνέχισε να οδηγεί προς την κατεύθυνση της καθιέρωσης της κατάστασης μιας παγκόσμιας υπερδύναμης με οποιοδήποτε κόστος για τον υπόλοιπο κόσμο.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ είναι βασικός παράγοντας κατά τη διάρκεια των τελευταίων 25 χρόνων της βαλκανικής κρίσης που προκάλεσε η αιματηρή καταστροφή της πρώην Γιουγκοσλαβίας, στην οποία η Ουάσιγκτον διαδραμάτισε κρίσιμο ρόλο σε τρεις συγκεκριμένες ιστορικές περιπτώσεις:
Μόνο λόγω της διοίκησης των ΗΠΑ (πιο συγκεκριμένα λόγω του τελευταίου αμερικανικού πρεσβευτή στη Γιουγκοσλαβία, Warren Zimmermann), ο πρόεδρος της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης Alija Izetbegović (ο συγγραφέας της Ισλαμικής Διακήρυξης του 1970) απέρριψε τη συμφωνηθείσα συμφωνία της Λισαβόνας σχετικά με την ειρηνική επίλυση της κρίσης στη Βοσνία που υπογράφηκε από τους επίσημους εκπροσώπους των Σέρβων, Κροατών και Βοσνίων τον Φεβρουάριο του 1992.
Ο Alija Izetbegović ήταν ένας από αυτούς τους τρεις υπογράφοντες.
Η συμφωνία επετεύχθη υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΚ, αργότερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης) που εκπροσωπήθηκε από τον βρετανό διπλωμάτη Λόρδο Carrington και τον Πορτογάλο πρεσβευτή José Cutileiro.
Ωστόσο, υπό την προστασία των ΗΠΑ, μια βοσνιακο-Κροατική κυβέρνηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης κήρυξε την ανεξαρτησία της στις 3 Μαρτίου 1992, στην οποία οι τοπικοί Σέρβοι αντιτάχθηκαν αποφασιστικά.
Ως εκ τούτου, οι Warren Zimmermann και Alija Izetbegović, έσπρωξαν τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη στον εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος σταμάτησε μόλις στις 21 Νοεμβρίου 1995 υπογράφοντας τις συμφωνίες του Ντέιτον στο Οχάιο (Slobodan Milošević, Bill Clinton, Alija Izetbegović και Franjo Tuđman).
Ήταν ακριβώς η αμερικανική κυβέρνηση που ευλόγησε ευρέως την εθνοκάθαρση των Σέρβων από τη Δημοκρατία της Σερβίας Krayina που διαπράχθηκαν από τις αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις της Κροατίας (συμπεριλαμβανομένων και των σχηματισμών νεοναζιστών Ustashi) στις 4 έως 5 Αυγούστου 1995.
Για την υλοποίηση αυτή η εγκληματική επιχείρηση (υπό τον μυστικό κώδικα Storm / Oluja), η Ουάσιγκτον έδωσε στο Ζάγκρεμπ όλη την υλικοτεχνική, πολιτική, διπλωματική και στρατιωτική υποστήριξη.
Κατά συνέπεια, περίπου 250.000 Σέρβοι της Κροατίας εγκατέλειψαν τα σπίτια τους σε δύο ημέρες που γρήγορα κατέλαβαν οι Κροάτες.
Η αυτόνομη επαρχία του Κοσσυφοπεδίου-Μετόχια της Νότιας Σερβίας καταλαμβάνεται για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1999 από τις δυνάμεις του NATO / KFOR και αργότερα τον Φεβρουάριο του 2008 πολιτικά διαχωρισμένη από την πατρίδα της, όταν το κοινοβούλιο του Κοσσυφοπεδίου κήρυξε την επίσημη ανεξαρτησία πρωτίστως ως άμεση συνέπεια της σερβοφοβικής πολιτικής από τη διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών του Προέδρου Bill Clinton και της υπουργού Εξωτερικών της χώρας Madeleine K. Albright. Σήμερα, το Κοσσυφοπέδιο, εκτός από το βόρειο μέρος του, «εκκαθαρίζεται» εθνολογικά από τους Σέρβους και μετατρέπεται σε κράτος μαφίας με σιωπηρή ευλογία από την Ουάσινγκτον και τους υπόλοιπους δυτικούς γκάνγκστερ από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ που αναγνώρισαν την οιονεί ανεξαρτησία τους.
Εδώ είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε ότι, κατά τη διάρκεια της διοίκησης του Clinton , η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ σε σχέση με τα Βαλκάνια (πρώην Γιουγκοσλαβία) σχεδιάστηκε και διευθύνεται κυρίως από τη Madeleine K. Albright.
Ποια είναι όμως η κ. Albright;
Η Madeleine K. Albright γεννήθηκε στην Τσεχοσλοβακία το 1937 και ήταν η 64η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ από το 1997 έως το 2001. Η καριέρα της στην αμερικανική κυβέρνηση περιελάμβανε θέσεις στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας και ως Πρεσβευτής των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη.
Ήταν η πρώτη γυναίκα στην ιστορία των ΗΠΑ που διορίστηκε στη θέση του υπουργού Εξωτερικών.

Η εμπλοκή των ΗΠΑ στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη

Η επίτευξη μιας νέας παγκόσμιας τάξης μετά το 1990 εξετάζεται εδώ και αρκετό καιρό στην Ουάσινγκτον.
Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι για τα πρώτα 20 χρόνια μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου η ισχυρότερη στρατιωτική και οικονομική δύναμη, οι ηγέτες του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ, προκάλεσαν τις κρίσεις και τους πολέμους, ειδικά στα Βαλκάνια, στα πλαίσια της εξωτερικής τους πολιτικής και του ιμπεριαλισμού τους με στόχο την παγκόσμια ηγεμονία τους.
Εντούτοις, τα συμφέροντα των ΗΠΑ στα Βαλκάνια δεν μπορούν να κατανοηθούν εκτός από μια ευρύτερη εικόνα των αμερικανικών συμφερόντων στην Ευρώπη γενικότερα.
Υπάρχουν πολλοί Αμερικανοί επιστήμονες και πολιτικοί που ισχυρίστηκαν ότι η ηγεσία στην Ευρώπη θα είναι είτε αμερικανική είτε όχι, καθώς η Γαλλία και η Γερμανία (οι άξονες της ΕΕ) δεν ήταν υπερβολικά ισχυρές για να αναλάβουν και η Γερμανία ήταν πολύ ανήσυχη για τις συνέπειες της επανένωσης της (δηλαδή της απορρόφησης της Ανατολικής Γερμανίας).
Ωστόσο, η πρόσφατη πρωτοβουλία του Γάλλου προέδρου Emmanuel Macron (11 Νοεμβρίου 2018) για τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού στρατού δείχνει ότι οι Ευρωπαίοι μάλλον έφτασαν τελικά να είναι αρκετά ώριμοι για να διατηρήσουν την ασφάλειά τους στο δικό τους σπίτι μόνοι τους, αλλά όχι πλέον υπό την αιγίδα των ΗΠΑ.
Το ερώτημα, κατ ‘ουσίαν, δεν είναι εάν, αλλά τι είδους ηγεσία έχουν οι ΗΠΑ και θα έχουν στην περίπτωση που οι σημερινές διεθνείς σχέσεις μετά το Ψυχρό Πόλεμο δεν πρόκειται να αλλάξουν δραστικά;
Από την άποψη αυτή, οι ΗΠΑ πρέπει να γνωρίζουν ότι η καλύτερη ηγεσία είναι αυτή που μοιράζεται με άλλους εταίρους, στην προκειμένη περίπτωση με την ΕΕ / ΝΑΤΟ, συγκεκριμένα τη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Βρετανία, αλλά βεβαίως η Ρωσία πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη στην εξέταση επίσης.
Με τη συμμετοχή της Ρωσίας σε ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας με βάση την ισότητα αμοιβαιότητας, φιλίας και εταιρικής σχέσης, ο τελικός στόχος θα είναι να αποκτηθεί ένα κοινό όραμα και ένας αποτελεσματικός συντονισμός στη διαχείριση των συγκρούσεων, καθώς και στην πολιτική και οικονομική συνεργασία.
Με αυτόν τον τρόπο, οι περιπτώσεις βίαιων καταστροφών και εμφύλιων πολέμων, για παράδειγμα στην επικράτεια της πρώην Γιουγκοσλαβίας, θα αποφευχθούν με βεβαιότητα.
Οι πολιτικοί αναλυτές των ΗΠΑ προτείνουν ότι η αμερικανική παρουσία στην Ευρώπη δεν πρέπει να θεωρείται ως ανταγωνισμός, αλλά ως μέρος της διατλαντικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των δύο ηπείρων, καθώς και μια αναγκαιότητα που αποδεικνύεται από τη θλιβερή εμπειρία στην πρώην Γιουγκοσλαβία.
Σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, η παρέμβαση του ΝΑΤΟ στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη το 1995 και το Κοσσυφοπέδιο το 1999 (και στις δύο περιπτώσεις κατά των Σέρβων) υπό την ηγεσία των ΗΠΑ ήταν η μόνη αξιόπιστη δράση μαζί με πολλές πρωτοβουλίες της διεθνούς κοινότητας.
Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, η στρατιωτική παρέμβαση σε πολλές περιπτώσεις δημιουργεί περισσότερα πολιτικά προβλήματα και προβλήματα ασφάλειας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Είναι κατανοητό ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να βοηθήσουν αδιάκοπα στην κατάρρευση χωρών ζωτικής σημασίας για το δικό τους συμφέρον, αλλά αυτή η αρχή ισχύει και για κάθε μεγάλη δύναμη.
Εκτός αυτού, η περιφερειακή αστάθεια επεκτείνεται μόνο, εμπλέκοντας άλλες περιοχές και δημιουργώντας νέες αντιπαραθέσεις.
Έτσι, η οικονομική στήριξη που προσφέρεται σε ορισμένες χώρες και η στρατιωτική που προσφέρεται σε άλλους δείχνουν ότι οι ΗΠΑ πιστεύουν επίσημα στην περιφερειακή σταθερότητα ως επιβολή της διεθνούς σταθερότητας, αλλά στην πραγματικότητα μόνο εάν η σταθερότητα αυτή τεθεί υπό την αιγίδα των συμφερόντων της Ουάσινγκτον.
Η περίπτωση του Κοσσυφοπεδίου είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα τέτοιου είδους πρακτικής: φέρνοντας μια επίσημη σταθερότητα, αυτή η επαρχία της Σερβίας τίθεται ταυτόχρονα υπό τον πλήρη πολιτικό έλεγχο και οικονομική εκμετάλλευση της Δύσης (πρωτίστως αμερικανικού).
Υποστηρίζοντας την επέκταση του ΝΑΤΟ, υπάρχει δισταγμός για την αντιμετώπιση όλων των υποψήφιων χωρών χωρίς διακρίσεις. Και αυτό, επειδή τα συμφέροντα είναι πιο σημαντικά από την παγκόσμια ασφάλεια, μπορεί να είναι ο λόγος.
Οι υποστηρικτές της άποψης της Pax Americana για την παγκόσμια ασφάλεια δηλώνουν δημοσίως ότι δεν προωθούν τις ΗΠΑ ως σωτήρα του κόσμου ή του αστυνομικού του κόσμου, αλλά είναι απλώς οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της παγκόσμιας ειρήνης και σταθερότητας.
Ωστόσο, στην πράξη δουλεύουν αντίθετα: όσο και οι συγκρούσεις και τα ζητήματα ανασφάλειας στον κόσμο, υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες και πρακτικές ευκαιρίες για να γίνει η Ουάσιγκτον περιφερειακός αστυνομικός και παγκόσμιος σωτήρας της τάξης.
Στις σχέσεις τους με άλλες χώρες του ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ θεωρούν τη διαδικασία ενσωμάτωσης στον ευρωατλαντικό χώρο (δηλαδή τον τομέα ελέγχου και διοίκησης των ΗΠΑ) ως αμφίδρομο δρόμο στον οποίο κάθε εταίρος πρέπει να εκπληρώσει τα καθήκοντά του.
Επιπλέον, είναι φυσικά η γεωστρατηγική θέση (Τουρκία αντί της Ελλάδας, για παράδειγμα, στην κρίση του 1974 στην Κύπρο) και βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες υποσχέσεις, όπως η οικονομική ικανοποίηση της ασφάλειας, η οποία μπορεί στο τέλος να είναι στραφεί προς την αντίθετη πλευρά.
Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ που προσφέρουν στρατιωτική, πολιτική και οικονομική βοήθεια στις χώρες της Ανατολικής Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης ως μέσο για την οικοδόμηση της ασπίδας τους έναντι της «επιθετικής» Ρωσίας μπορούν εύκολα να μετατραπούν στην πραγματικότητα της ανασφάλειας τους, η αμερικανική ιμπεριαλιστική πολιτική έναντι της Ρωσίας, καθώς υπήρξαν ήδη οι περιπτώσεις με τη Γεωργία το 2008 και την Ουκρανία το 2014, καθώς η προσέγγιση της Pax Americana στις διεθνείς σχέσεις είναι η αντίστροφη πρόκληση που προκαλεί μόνο τη ρωσική (και την κινεζική) αντίδραση στην ενίσχυση της δικής της πυρηνικής και άλλες στρατιωτικές δυνατότητες όπως τόνισε ακριβώς ο V. Putin κατά τη διάρκεια των εκλογικών του εκστρατειών.
O Henry Kissinger  (πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ), συνόψισε τις διεθνείς σχέσεις μετά το Ψυχρό Πόλεμο από την αμερικανική γεωπολιτική άποψη.
«Γεωπολιτικά, η Αμερική είναι ένα νησί στα ανοιχτά της μεγάλης γης της Ευρασίας, της οποίας οι πόροι και ο πληθυσμός ξεπερνούν κατά πολύ τα αντίστοιχα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η κυριαρχία από μια μόνο δύναμη των δύο κύριων σφαιρών της Ευρασίας – Ευρώπης ή Ασίας – παραμένει ένας καλός ορισμός του στρατηγικού κινδύνου για την Αμερική, με  Ψυχρό Πόλεμο ή χωρίς Ψυχρό Πόλεμο.
Γιατί μια τέτοια ομάδα θα είχε την ικανότητα να ξεπεράσει την Αμερική οικονομικά και, τελικά, στρατιωτικά».
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στη δεκαετία του 1990 υπήρξαν στην Ουάσινγκτον φωνές που απαιτούσαν οι ΗΠΑ να βρουν έναν τρόπο να κυριαρχούν στην Ευρασία με οποιοδήποτε λογικό κόστος.
Ο Zbigniew Brzezinski, αναγνώρισε ότι η περιοχή της διευρυμένης Μέσης Ανατολής (με τα Βαλκάνια, τη Βόρεια Αφρική και την Κεντρική Ασία) είναι από στρατηγικής άποψης, οικονομικά, ιδεολογικά και πάνω από όλα γεωπολιτικά στο κέντρο του Ευρασιατικού ζητήματος 
Ωστόσο, οι γεωπολιτικοί στόχοι των αμερικανικών «νεοσυντηρητικών γερακιών» που πλησίαζαν τον στόχο της συνέχισης της κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή ξεκίνησαν κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Clinton ως αποτέλεσμα μιας ευρύτερης μετατόπισης του προφίλ της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής υπό την καθοδήγηση της υπουργού εξωτερικών Madeleine K. Albright.
Ο Zbigniew Brzezinski γεννήθηκε στη Βαρσοβία (1928-2017) ήταν μια προσωπικότητα στην ελίτ της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ από τη διοίκηση του Προέδρου Jimmy Carter, στην οποία ήταν Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας.
Κατά τη διάρκεια της διοίκησης του Ronald Reagan, ο Brzezinski ήταν ο κύριος διαμεσολαβητής μεταξύ της Ουάσινγκτον και των πελατών του στο Αφγανιστάν  τους Ταλιμπάν και τον Osama bin-Laden -που πολεμούσαν τότε τους Σοβιετικούς-, με τους οποίους ο Brzezinski έχει πολλές κοινές φωτογραφίες (το 1979) απλά δώρισε αμερικανικά όπλα για να πολεμήσουν τους Σοβιετικούς.
Επιπλέον, ο Brzezinski είχε μεγάλη επιρροή στην κυβέρνηση του Clinton και ήταν ταυτόχρονα πρώτος υποστηρικτής της ανατολικής επέκτασης του ΝΑΤΟ (που ξεκίνησε το 1999).
Θεωρείται ότι ο Brzezinski ο οποίος βοήθησε τον Αμερικανό Πρόεδρο Bill Clinton να δεσμευτεί σε αυτή την πορεία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού το 1994.
Επιπλέον, η επιρροή του Brzezinski στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ έγινε ισχυρότερη κατά τη διάρκεια της δεύτερης κυβέρνησης του Clinton μέσω της ΥΠΕΞ Madeleine K. Albright – πρώην μαθήτριάς του στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Albright εργάστηκε υπό την εποπτεία του στην κυβέρνηση του Carter.
Η αμερικανική συμμετοχή στην διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας το 1991-1995, που ακολούθησε ο πόλεμος του Κοσσυφοπεδίου του 1998-1999, μπορεί να γίνει κατανοητή ως τα βήματα στην υλοποίηση της γεωπολιτικής στρατηγικής του Brzezinski για να κάνει την Αμερική παγκόσμιο ηγεμόνα.
Ο βομβαρδισμός της Σερβίας και του Μαυροβουνίου από το Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 1999 (78 ημέρες) διεξήχθη από το διευρυμένο ΝΑΤΟ και ο ΟΗΕ κλήθηκε μόνο στο τέλος για να αγιάσει την προκύπτουσα αποικιακή πολιτική της Ουάσιγκτον.
Η επίθεση εναντίον της Σερβίας και του Μαυροβουνίου δικαιολογήθηκε επισήμως από την αναφορά στην κακομεταχείριση των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου από την τηλεόραση, αναπτύσσοντας παράλληλα τη νέα διδασκαλία του «ανθρωπιστικού ιμπεριαλισμού».
Πρέπει να έχουμε κατά νου στο σημείο αυτό ότι οι πολέμιοι της Γιουγκοσλαβίας στη δεκαετία του 1990 αγωνίστηκαν σε μια γεωγραφική περιοχή η οποία είναι η κρίσιμη αυλή της ευρασιατικής ηπείρου η οποία ανοίγει έτσι έναν άμεσο δρόμο προς τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες στις ακτές της. Την Κασπία και τις πηγές ενέργειας που ελέγχουν.
Ωστόσο, ο πόλεμος του Κοσσυφοπεδίου έγινε για τις ΗΠΑ ο πραγματικός πρόδρομος της μεταγενέστερης εισβολής του στο Ιράκ το 2003.

Πολυδιάστατη πτυχή της ασφάλειας

Είναι αλήθεια ότι η παγκοσμιοποίηση, η σταθερότητα και η ασφάλεια προσφέρουν στις χώρες μεγαλύτερη ικανότητα συνεργασίας και επικέντρωσης στην οικονομική ευημερία των πολιτών της, αλλά στην πράξη αυτό σημαίνει πολύ πιο σημαντικές επιχειρήσεις και περισσότερα χρήματα για την αμερικανική οικονομία και τους πολίτες.
Σήμερα, η ασφάλεια έχει πολυδιάστατες πτυχές.
Αν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου η ασφάλεια είχε μόνο στρατιωτικό-πολιτικό στοιχείο, σήμερα έχει αποκτήσει μια νέα πτυχή – την οικονομική.
Οι μη στρατιωτικές πτυχές της ασφάλειας περιλαμβάνουν τα πάντα, από τη μακροοικονομική σταθερότητα έως την περιβαλλοντική υγεία.
Οι υποστηρικτές της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ θα υποστηρίζουν συνεχώς ότι όπου υπάρχει μια αρμονία (που καθιερώνεται από τις ΗΠΑ) και η ευημερία είναι πιθανότερο οι εκρήξεις να είναι μικρότερες και το κέρδος είναι αποκλειστικά οικονομικό και οικονομικό (κυρίως για τις ΗΠΑ).
Υπάρχει, βεβαίως, ένας συνδυασμός μεταξύ του ενδιαφέροντος καθαυτού και των συνεπειών του.
Για να το καταδείξουμε, η περίπτωση της FYROM είναι ενδιαφέρουσα.
Η FYROM, από την πρώτη ματιά, ωφελεί τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην επικράτειά της από το 1991, καθώς είναι ένα γεωστρατηγικό σημείο στα Βαλκάνια ύψιστης σημασίας.
Στην πραγματικότητα, αυτή η στρατιωτική παρουσία διατηρούσε το οικονομικό επίπεδο της FYROM σε υψηλότερο επίπεδο από ορισμένες άλλες χώρες της περιοχής μέχρι το 2001, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούσε να είναι η φτωχότερη από τις πρώην γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες που επλήγησαν από δύο οικονομικά εμπάργκο Ελλάδα το 1991-1993.
Η FYROM απεικονίστηκε μέχρι το 2001, ιδιαίτερα από τα δυτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, ως ιστορία επιτυχίας στην πρόληψη των συγκρούσεων και στη διατήρηση της ειρήνης κυρίως λόγω της παρουσίας στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ.
Εντούτοις, το 2001 ξέσπασε διαμάχη μεταξύ των Σλάβων Μακεδόνων και των ντόπιων Αλβανών (υποστηριζόμενων από τον Απελευθερωτικό Στρατό του Κοσσυφοπεδίου), που έφερε το ζήτημα της αποδοτικότητας των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ στην περιοχή.

Η επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς είναι μια ιδιαίτερη ιστορία των γεωστρατηγικών σχεδίων του Brzezinski  εναντίον του αιώνιου εχθρού – της Ρωσίας.
Είναι γεγονός ότι λίγο πριν από την επίθεση του ΝΑΤΟ στη Σερβία και το Μαυροβούνιο το 1999, αυτή η στρατιωτική οργάνωση δέχθηκε ως κράτη μέλη τρεις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης: την Πολωνία, την Ουγγαρία και την Τσεχική Δημοκρατία (η επόμενη διεύρυνση ανατολικά ήταν το 2004).
Ως εκ τούτου, η νότια πλευρά του ΝΑΤΟ μεταξύ Ουγγαρίας και Ελλάδας έχει πλέον διακοπεί μόνο από το έδαφος της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Στη συνέχεια, μια τέτοια κατάσταση έδωσε στο ΝΑΤΟ σημαντικό στρατηγικό ενδιαφέρον για τον έλεγχο των Βαλκανίων, όπου οι Σέρβοι ήταν το πολυπληθέστερο και γεωστρατηγικά σημαντικό έθνος.
Ωστόσο, ως άμεσο αποτέλεσμα της διεύρυνσης προς τα ανατολικά του ΝΑΤΟ, το σιδηρούν παραπέτασμα κινήθηκε προς τα ανατολικά και πλησιέστερα στα σύνορα της Ρωσίας με όλο το φάσμα των αναμενόμενων και απροσδόκητων συνεπειών.
Η ουσία του θέματος είναι ότι μια δεκαετής διαδικασία διεύρυνσης προς τα ανατολικά του ΝΑΤΟ έγινε στις αρχές του 1999 αποκλεισμένη στα Βαλκάνια από τους Σέρβους – το μόνο πρώην γιουγκοσλαβικό έθνος που διαφωνούσε σθεναρά με την ένταξη του ΝΑΤΟ.
Στη συνέχεια, ήταν ακριβώς η Ουάσιγκτον να αναλάβει το ρόλο της ηγεσίας του ΝΑΤΟ στο νέο αντιρωσικό μέτωπο και σύνορα. Αυτός ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο οι Σέρβοι έπρεπε να βομβαρδιστούν το 1999 και το Κοσσυφοπέδιο καταλαμβάνεται από τα στρατεύματα του ΝΑΤΟ υπό την ηγεσία των ΗΠΑ υπό τη μορφή της UNO KFOR.

Συμπέρασμα

Η βίαιη επέκταση του ΝΑΤΟ είναι πολύ ορατή από το 1999 και αναμένεται ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι τελικοί στόχοι της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ στην Ευρασία.
Κατά συνέπεια, η ΕΕ θα συνεχίσει να είναι ο κύριος αποικιακός εταίρος της Αμερικής στις προετοιμασίες του ΝΑΤΟ για τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας και κατά πάσα πιθανότητα ταυτόχρονα της Κίνας.

www.bankingnews.gr

Selahattin Demirtaş κατά Τουρκίας

0

Η παράταση της προσωρινής κράτησης μέλους του Κοινοβουλίου χωρίς επαρκή δικαιολόγηση, παραβιάζει την ελευθερία της έκφρασης της λαϊκής θελήσεως και το δικαίωμά του εκλέγεσθαι.

Επιμέλεια: Ιστοσελίδα ECHR Case Law, 22.11.2018

ΑΠΟΦΑΣΗ Selahattin Demirtaş κατά Τουρκίας, της 20.11.2018 (αριθ. 2) (αριθ. 14305/17)

βλ. εδώ: https://hudoc.echr.coe.int/eng…

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σύλληψη και Προσωρινή Κράτηση στην Τουρκία συμπροέδρου του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών (HDP), αριστερού φιλοκουρδικού πολιτικού κόμματος. Το ΕΔΔΑ δέχτηκε ότι ο τελευταίος συνελήφθη και κρατήθηκε βάσει εύλογης υποψίας ότι είχε διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι η παράταση της κράτησής του έλαβε χώρα χωρίς να υπάρχουν επαρκείς λόγοι δικαιολόγησης της διάρκειάς της. Παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε διατηρήσει το καθεστώς του μέλους του Κοινοβουλίου καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η μη δυνατότητα του να συμμετάσχει στην Εθνοσυνέλευση, λόγω της προσωρινής του κράτησης, συνιστούσε αδικαιολόγητη παρέμβαση στην ελευθερία έκφρασης της λαϊκής θελήσεως και στο δικαίωμά του εκλέγεσθαι. Η παράταση της προσωρινής του κράτησης, κυρίως στα πλαίσια δύο σημαντικών εκστρατειών, του δημοψηφίσματος και των προεδρικών εκλογών καθιστούσε βέβαιο πέρα κάθε αμφιβολίας, ότι είχε ως απώτερο σκοπό να καταπνίξει τον πλουραλισμό και να περιορίσει την ελευθερία του πολιτικού διαλόγου, ο οποίος αποτελεί τον πυρήνα της δημοκρατικής κοινωνίας. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι η Τουρκία έπρεπε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την παύση της προσωρινής κράτησης του προσφεύγοντος.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 5 παρ.1

Αρθρο 5παρ3

Άρθρο 5παρ.4

Άρθρο 3 του 1ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ

Άρθρο 18 σε συνδυασμό με άρθρο 5 παρ.3

Άρθρο 46

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η υπόθεση αφορά τη σύλληψη και την προδικαστική κράτηση του κ. Selahattin Demirtaş, ο οποίος την εποχή εκείνη των γεγονότων ήταν ένας από τους συμπροέδρους του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος (HDP), αριστερού φιλοκουρδικού πολιτικού κόμματος. Από το 2007 ήταν μέλος της Τουρκικής Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης. Μετά τις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου 2015 επανεκλέχθηκε ως βουλευτής του HDP και η θητεία του τελείωσε στις εκλογές του Ιουνίου του 2018.

Τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2014, τα μέλη της Daesh (Ισλαμικό Κράτος) επιτέθηκαν στη Συριακή πόλη Kobani, περίπου 15 χλμ. από την τουρκική συνοριακή πόλη Suruç. Ένοπλες συγκρούσεις έλαβαν χώρα μεταξύ των δυνάμεων της Daesh και των Μονάδων Προστασίας του Λαού (YPG), μια οργάνωση που ιδρύθηκε το 2004 στη Συρία και θεωρήθηκε ως τρομοκρατική οργάνωση από την Τουρκία λόγω των σχέσεών της με το ΡΚΚ (Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν). Από τις 2 Οκτωβρίου 2014 και μετά, ένας μεγάλος αριθμός διαδηλώσεων πραγματοποιήθηκαν στην Τουρκία και τοπικές και διεθνείς ΜΚΟ ζήτησαν την υποστήριξη προς την πόλη Kobani εναντίον της πολιορκία από την Daesh. Από τις 6 Οκτωβρίου 2014, οι διαδηλώσεις έγιναν βίαιες.

Προηγουμένως, κατά τα τέλη του 2012 και τον Ιανουάριο του 2013, υπήρξε ειρηνευτική διαδικασία γνωστή ως «διαδικασία επίλυσης» η οποία ξεκίνησε με σκοπό την εξεύρεση μόνιμης και ειρηνικής λύσης στο «κουρδικό ζήτημα». Μια σειρά από μεταρρυθμίσεις πραγματοποιήθηκαν με στόχο τη βελτίωση της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τον Φεβρουάριο του 2015 παρουσιάστηκε στο κοινό δήλωση συμφιλίωσης, γνωστή ως «συναίνεση Dolmabahçe», από μια αντιπροσωπεία βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του τότε αντιπροέδρου.

Το HDP πέτυχε το 13% των ψήφων στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2015, υπερβαίνοντας το όριο εκπροσώπησης στην Εθνοσυνέλευση. Το AKP, το κυβερνών κόμμα, έχασε την πλειοψηφία του Κοινοβουλίου. Στις 20 Ιουλίου 2015 πραγματοποιήθηκε τρομοκρατική επίθεση που προφανώς πραγματοποιήθηκε από την Daesh στο Suruç, αφήνοντας 34 νεκρούς και περισσότερους από 100 τραυματίες. Στις 22 Ιουλίου 2015, σε μια άλλη τρομοκρατική επίθεση στο Ceylanpınar, σκοτώθηκαν δύο αστυνομικοί. Οι δολοφονίες, οι οποίες φέρονται να διαπράχθηκαν από μέλη του PKK, είχε ως αποτέλεσμα το de facto τέλος της «διαδικασίας εύρεσης λύσης». Την ημέρα μετά την επίθεση αυτή, οι ηγέτες του PKK προέτρεψαν τον λαό να οπλιστεί και να σκάψει υπόγεια περάσματα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κατά τις ένοπλες συγκρούσεις. Ζήτησαν τη διακήρυξη ενός πολιτικού συστήματος αυτοδιαχείρισης και ανακοίνωσαν ότι όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι στην περιοχή θα θεωρούνται πλέον συνεργικοί του AKP και υπήρχε κίνδυνος να στοχοποιηθούν. Το Νοέμβριο του 2015 το HDP πήρε το 10% των ψήφων στις εκλογές που κέρδισε το ΑΚΡ, το οποίο επανέκτησε την πλειοψηφία του στην Εθνοσυνέλευση.

Στις 20 Μαΐου 2016, η Εθνοσυνέλευση ψήφισε μια συνταγματική τροπολογία σύμφωνα με την οποία η ασυλία του κοινοβουλίου αίρονταν σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες είχαν υποβληθεί αιτήσεις άρσης της ασυλίας της Εθνικής Συνέλευσης πριν από την ημερομηνία υιοθέτησης της τροποποίησης. Η τροπολογία επηρέασε συνολικά 154 μέλη της Εθνοσυνέλευσης, συμπεριλαμβανομένων 55 από το HDP. Σε διάφορες ημερομηνίες, 14 μέλη HDP του κοινοβουλίου, συμπεριλαμβανομένου του κ. Demirtaş, και ενός από την CHP τέθηκαν υπό προσωρινή κράτηση και διενεργήθηκαν ποινικές έρευνες στο πρόσωπό τους.

Συνολικά 70 βουλευτές υπέβαλαν αίτηση στο Συνταγματικό Δικαστήριο για επανεξέταση της συνταγματικής τροπολογίας, υποστηρίζοντας ότι η άρση της ασυλίας των βουλευτών πρέπει να λαμβάνεται ως «κοινοβουλευτική απόφαση» που λαμβάνεται σύμφωνα με το Σύνταγμα. Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα το αίτημα, διαπιστώνοντας ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορούσε μια συνταγματική τροποποίηση με την επίσημη έννοια του όρου και όχι μια κοινοβουλευτική απόφαση. Το Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω τροποποίηση θα μπορούσε να επανεξεταστεί σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 148 του Συντάγματος, με την οποία μόνο ο Πρόεδρος της Τουρκίας ή το ένα πέμπτο των 550 μελών της Εθνοσυνέλευσης μπορούν να υποβάλουν αίτηση για επανεξέταση στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Θεωρώντας ότι η εν λόγω προϋπόθεση δεν πληρούνταν στην υπόθεση ενώπιον του, το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα.

Περίπου 31 ερευνητικές εκθέσεις, από τις οποίες η πλειοψηφία που αφορούσε εγκλήματα που σχετίζονται με την τρομοκρατία, συντάχθηκαν από τους εισαγγελείς σε σχέση με τον κ. Demirtaş ενώ ήταν μέλος του κοινοβουλίου. Μετά την έναρξη ισχύος της συνταγματικής τροποποίησης, ο εισαγγελέας του Diyarbakır αποφάσισε να συμμετάσχει σε όλες τις ποινικές έρευνες. Σε έξι περιπτώσεις οι αρμόδιοι εισαγγελείς εξέδωσαν κλήσεις προς τον κ. Demirtaş για να καταθέσει. Ωστόσο, δεν εμφανίστηκε ενώπιον των αρχών. Στις 4 Νοεμβρίου 2016 συνελήφθη στο σπίτι του και τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση. Την ίδια ημέρα, με τη βοήθεια τριών δικηγόρων, εμφανίστηκε ενώπιον του εισαγγελέα και υποστήριξε ότι είχε συλληφθεί και τέθηκε υπό κράτηση για λόγους ασφαλείας εξαιτίας των πολιτικών του πεποιθήσεων και με εντολή του Προέδρου της Τουρκίας. Αυτός δήλωσε με την ευκαιρία αυτή ότι δεν θα απαντούσε σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις σχετικά με τις κατηγορίες εναντίον του. Ο εισαγγελέας ζήτησε να τεθεί υπό προσωρινή κράτηση για συμμετοχή σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση και για υποκίνηση διάπραξης αδικήματος.

Στις 8 Νοεμβρίου 2016, ο κ. Demirtaş κατέθεσε ένσταση κατά της απόφασης κράτησης, αλλά απορρίφθηκε. Στις 11 Ιανουαρίου 2017, ο εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη εναντίον του κ. Demirtaş, κατηγορώντας για τη δημιουργία ή την διαχείριση ένοπλης τρομοκρατικής οργάνωσης, για διάδοση προπαγάνδας υπέρ τρομοκρατικής οργάνωσης, προτροπή για διάπραξη αδικήματος, δημόσια υποκίνηση σε μίσος και εχθρότητα, προτροπή για παραβίαση του νόμου, οργάνωση και συμμετοχή σε παράνομες συναντήσεις και διαδηλώσεις και μη συμμόρφωση με τις εντολές των δυνάμεων ασφαλείας για τη διάλυση παράνομης διαδήλωσης. Η ποινή που θα του επιβάλλονταν κυμαίνονταν από 43 και 142 έτη κάθειρξης. Στις 22 Μαρτίου 2017, κατόπιν αιτήματος του Υπουργείου Δικαιοσύνης για λόγους δημόσιας ασφάλειας, το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο της Άγκυρας.

Κατά τη διάρκεια της δίκης ο προσφεύγων υποστήριξε ότι είχε τεθεί υπό κράτηση εξαιτίας της έκφρασης των πολιτικών του απόψεων και αρνήθηκε ότι διέπραξε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Κατά τη διάρκεια της έρευνας και της δίκης, ο ίδιος υπέβαλε περισσότερες από 15 ενστάσεις κατά της συνεχιζόμενης προσωρινής κράτησης. Τα εθνικά δικαστήρια επέκτειναν επανειλημμένα την κράτησή του. Η ποινική διαδικασία εκκρεμεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου της Άγκυρας.

Στις 17 Νοεμβρίου 2016 και στις 29 Μαΐου 2018 ο κ. Demirtaş προσέφυγε στο Συνταγματικό δικαστήριο. Η πρώτη προσφυγή του απορρίφθηκε, ενώ η δεύτερη εκκρεμεί.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 5 § 1

Όσον αφορά την καταγγελία του κ. Demirtaş ότι η προφυλάκιση δεν συμμορφώθηκε με την εγχώρια νομοθεσία, το Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε η ερμηνεία ούτε η εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου από το Συνταγματικό Δικαστήριο φάνηκε αυθαίρετη ή παράλογη. Ο κ. Demirtaş είχε τεθεί υπό προσωρινή κράτηση μετά την άρση της βουλευτικής ασυλίας του και σύμφωνα με τα Άρθρα 100 και άλλα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αυτό η αιτίαση της προσφυγής έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη και ως προδήλως αβάσιμη.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι όσο ο κ. Demirtaş ήταν μέλος του κοινοβουλίου, οι κρατικοί εισαγγελείς είχαν υποβάλει 31 εκθέσεις σχετικά με αυτόν στην Εθνοσυνέλευση το 2004 αναφορικά με αιτήματα για άρση της κοινοβουλευτικής ασυλίας. Οι ποινικές έρευνες είχαν όλες ενσωματωθεί σε μια μόνο δικογραφία. Αφού αρνήθηκε να δώσει κατάθεση στις ανακριτικές αρχές, ο κ. Demirtaş συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση στις 4 Νοεμβρίου 2016. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο κ. Demirtaş είχε στερηθεί την ελευθερία του λόγω υποψίας ότι διέπραξε διάφορα αδικήματα, ορισμένα από τα οποία σχετίζονταν με την τρομοκρατία. Σημείωσε επίσης ότι οι εθνικές αρχές, ιδίως τα πρωτοβάθμια δικαστήρια και το Συνταγματικό Δικαστήριο, διαπίστωσαν ότι ήταν δυνατόν να συμπεράνουν ότι ο κ. Demirtaş ενεργούσε σύμφωνα με τις οδηγίες των ηγετών της τρομοκρατικής οργάνωσης. Λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης όσον αφορά το επίπεδο πραγματικής δικαιολόγησης που απαιτείται στο στάδιο της υποψίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχαν επαρκείς πληροφορίες στον φάκελο της ποινικής δίκης για να ικανοποιήσουν έναν αντικειμενικό παρατηρητή ότι ο κ. Demirtaş θα μπορούσε να έχει διαπράξει τουλάχιστον μερικά από τα αδικήματα για τα οποία είχε διωχθεί. Συμπέρανε ότι θα μπορούσε να ειπωθεί ότι συνελήφθη και κρατηθεί λόγω βάσιμων ενδείξεων διάπραξης ποινικού αδικήματος και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης.

Άρθρο 5 § 3

Αφού τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση στις 4 Νοεμβρίου 2016, ο κ. Demirtaş εξακολουθούσε να στερείται της ελευθερίας του. Όσον αφορά την ύπαρξη συγκεκριμένων στοιχείων που δημιούργησαν υποψίες ότι είχε διαπράξει το αδίκημα, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι υποψίες εναντίον του κ. Demirtaş θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την αρχική κράτησή του. Παρατήρησε επίσης ότι οι δικαστές που αποφάσισαν την κράτηση του είχαν βασίσει τις αποφάσεις τους στο γεγονός ότι κατηγορήθηκε για αδικήματα που απαριθμούνται στο άρθρο 100 § 3 του Κώδικα Ποινική Δικονομία. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, για ορισμένα αδικήματα το τουρκικό δίκαιο προέβλεπε νομικό τεκμήριο στο οποίο βασίζονταν η κράτηση: ο κίνδυνος διαφυγής, αλλοίωση αποδεικτικών στοιχείων ή άσκηση πίεσης σε μάρτυρες, θύματα και άλλα πρόσωπα.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι κάθε σύστημα υποχρεωτικής κράτησης ήταν αφ’ εαυτού, ασυμβίβαστο με το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης. Όταν ο νόμος προέβλεπε τεκμήριο όσον αφορά τους λόγους της προσωρινής κράτησης, έπρεπε παρ’ όλα αυτά να αποδειχθεί πειστικά ότι υπήρχαν συγκεκριμένα γεγονότα που δικαιολογούσαν την απομάκρυνση από τον κανόνα του σεβασμού της ατομικής ελευθερίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η διαπίστωση των εγχώριων δικαστηρίων σχετικά με την ύπαρξη εναλλακτικών μέτρων σε σχέση με τη κράτηση ήταν ανεπαρκής αν δεν είχε βασιστεί σε οποιαδήποτε ανάλυση των προσωπικών στοιχείων της κατάστασης του κ. Demirtaş. Διαπίστωσε ότι οι δικαστικές αρχές δεν έκαναν καμία αναφορά στις συγκεκριμένες περιστάσεις που τεκμηριώνουν τους ενδεχόμενους κινδύνους και δεν διευκρίνισαν πως τέτοιοι κίνδυνοι δικαιολογούσαν μια τόσο μακρά περίοδο.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν παρατείνει επίσης την προδικαστική κράτηση του κ. Demirtaş εξαιτίας του αριθμού και της φύσης των φερομένων αδικημάτων και ότι έλαβαν υπόψη τους τη σοβαρότητα των ποινών που προβλέπονται από το νόμο για τέτοιου είδους αδικήματα. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η σοβαρότητα των πιθανών ποινές και η φύση των κατηγοριών θα δικαιολογούσαν την αρχική προφυλάκιση, όπως υποστήριξε το Συνταγματικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν θα μπορούσαν να έχουν αποτελέσει τον μοναδικό λόγο για την επέκταση της κράτησής του, ιδίως στο μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.

Τέλος, όσον αφορά τους άλλους λόγους που προβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια για την κράτηση του κ. Demirtaş, το Δικαστήριο παρατήρησε εξ αρχής ότι συνεπαγόταν μια τυπολογική απαρίθμηση γενικών λόγων. Εξεπλάγην ιδιαίτερα από την έλλειψη εμπεριστατωμένης ανάλυσης των επιχειρημάτων υπέρ της απελευθέρωσής του. Υπενθύμισε ότι οι αποφάσεις που διατυπώνονται με γενικές διατυπώσεις δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν επαρκής για να δικαιολογήσουν την αρχική και συνεχιζόμενη προφυλάκιση ενός ατόμου.

Λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους που παρασχέθηκαν από τα εθνικά δικαστήρια, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δικαστικές αρχές επέκτειναν την κράτηση του κ. Demirtaş για λόγους που δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως “Επαρκής” για να δικαιολογήσουν τη διάρκειά της. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 3 της Σύμβασης.

Άρθρο 5 § 4

Όσον αφορά την υποτιθέμενη έλλειψη προσβάσεως του κ. Demirtaş στον φάκελο έρευνας, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου είχαν θεμελιώδη σημασία για την αμφισβήτηση της νομιμότητάς της κράτησης στη φυλακή. Παρατήρησε, ωστόσο, όπως το έκανε το Συνταγματικό Δικαστήριο, ότι ο κ. Demirtaş και οι δικηγόροι του είχαν ανεμπόδιστη πρόσβαση στις εκθέσεις έρευνας που υποβλήθηκαν στην Εθνική Συνέλευση. Σημείωσε περαιτέρω ότι παρόλο που δεν είχε απεριόριστο δικαίωμα πρόσβασης στα αποδεικτικά στοιχεία, ο κ. Demirtaş γνώριζε επαρκώς την ουσία των αποδεικτικών στοιχείων που αποτελούσαν τη βάση της κράτησής του και έτσι είχε την ευκαιρία να αμφισβητήσει ορθά τους λόγους που δικαιολογούσαν την κράτηση. Επομένως, αυτή η πτυχή της καταγγελίας ήταν προδήλως αβάσιμη και έπρεπε να απορριφθεί.

Σχετικά με τον ισχυρισμό του κ. Demirtaş ότι η διαδικασία ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν ήταν σύμφωνη με την απαίτηση της σύμβασης για “ταχύτητα”, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο ήταν περίπλοκη και ήταν μία από τις πρώτες μιας σειράς υποθέσεων δημιουργώντας περίπλοκα ζητήματα σχετικά με την προδικαστική κράτηση ενός βουλευτή του οποίου η κοινοβουλευτική ασυλία είχε αρθεί. Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε απαραίτητο να λάβει υπόψη την εξαιρετική κατάσταση του Συνταγματικού Δικαστηρίου μετά τη δήλωση ότι το κράτος βρίσκονταν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης τον Ιούλιο του 2016. Παρατήρησε ότι ο κ. Demirtaş είχε υποβάλει ατομική προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου στις 17 Νοεμβρίου 2016 και ότι η τελική απόφαση του δικαστηρίου αυτού είχε εκδοθεί στις 21 Δεκεμβρίου 2017. Αν και αυτή η περίοδος 13 μηνών και τεσσάρων ημερών ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως “ταχεία” σε ένα συνηθισμένο πλαίσιο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης.

Άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι αυτή ήταν η πρώτη περίπτωση στην οποία έπρεπε να εξετάσει μια καταγγελία στο πλαίσιο του Άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 της Σύμβασης σχετικά με τις συνέπειες της συνέχισης της προδικαστικής κράτησης εκλεγμένου βουλευτή για την άσκηση των καθηκόντων του.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές δεν περιοριζόταν απλώς στην δυνατότητα συμμετοχής στις κοινοβουλευτικές εκλογές. Συνεπώς ένα πρόσωπο που εκλέγεται έτσι είχε το δικαίωμα να βρίσκεται στο Κοινοβούλιο.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι επειδή τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση στις 4 Νοεμβρίου 2016, ο κ. Demirtaş δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στις δραστηριότητες του νομοθέτη μέχρι τη λήξη της θητείας του στις 24 Ιουνίου 2018 – δηλαδή για ένα έτος, επτά μήνες και 20 ημέρες. Η στέρηση της ελευθερίας κατέστησε αδύνατο για αυτόν να ασκήσει οποιαδήποτε κοινοβουλευτικά καθήκοντα και μπορούσε να αντιμετωπιστεί, στο πλαίσιο των περιστάσεων, ως παρέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων του. Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματά του όσον αφορά τη συμμόρφωση της προδικαστικής κράτησης με την εθνική νομοθεσία, το Δικαστήριο θα μπορούσε να δεχθεί ότι οι παρεμβάσεις είχαν ικανοποιήσει τις απαιτήσεις νομιμότητας. Λαμβάνοντας υπόψη τις διαπιστώσεις του βάσει του άρθρου 5 § 1, προέβαλε την υπόθεση ότι η παρέμβαση είχε επιδιώξει θεμιτό στόχο, δηλαδή τη δημόσια πολιτική ανάγκη, ως αποτέλεσμα της κράτησης του κ. Demirtaş, ο σκοπός της οποίας ήταν να εξασφαλίσει την ορθή διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας εναντίον του.

Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι κατά την άσκηση εξισορρόπησης των δικαιωμάτων, ούτε τα δικαστήρια που είχαν αποφανθεί σχετικά με την παράταση της κράτησής του, εκείνων που είχαν απορρίψει τις αιτήσεις του για απελευθέρωση, ούτε το Συνταγματικό Δικαστήριο φαινόταν να έχει λάβει επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι ο κ. Demirtaş δεν ήταν μόνο ένα μέλος του κοινοβουλίου, αλλά και ένας από τους ηγέτες της πολιτικής αντιπολίτευσης της χώρας, του οποίου η άσκηση των κοινοβουλευτικών του καθηκόντων απαιτούσε υψηλό επίπεδο προστασίας. Επιπλέον, δεν είχαν αποδείξει ότι υπήρχαν πιεστικοί λόγοι που δικαιολογούσαν την κράτηση του για τέτοια μακρά περίοδο.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι παρόλο που ο κ. Demirtaş είχε διατηρήσει το καθεστώς του ως μέλους του κοινοβουλίου κατά τη διάρκεια της θητείας του και είχε τη δυνατότητα να λάβει τον μισθό του υπό την ιδιότητα αυτή, η αδυναμία του να συμμετέχει στις δραστηριότητες της Εθνοσυνέλευσης ως αποτέλεσμα της προδικαστικής κράτησής του αποτελούσε αδικαιολόγητη παρέμβαση στην ελευθερία έκφρασης της λαϊκής θελήσεως και με το δικαίωμά του εκλογής και συμμετοχής στο Κοινοβούλιο. Το εν λόγω μέτρο ήταν ασυμβίβαστο με την ίδια την ουσία του δικαιώματός του σύμφωνα με το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 αναφορικά με την εκλογή και την εκπροσώπηση στο Κοινοβούλιο και είχε παραβιάσει την κυριαρχία του εκλογικού σώματος που τον ψήφισε στο Κοινοβούλιο. Υπήρχε επομένως παραβίαση του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 της Σύμβασης.

Άρθρο 18 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 § 3

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι πολλές ποινικές έρευνες σχετικά με τον κ. Demirtaş βρίσκονταν σε εξέλιξη χρόνια, αλλά δεν έχουν ληφθεί σημαντικά βήματα μέχρι το τέλος της “διαδικασίας εύρεσης λύσης” για την έναρξη διαδικασίας άρσης της βουλευτικής ασυλίας του.

Εκθέσεις και απόψεις διεθνών παρατηρητών, ιδίως οι παρατηρήσεις του Επιτρόπου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ανέφεραν ότι το τεταμένο πολιτικό κλίμα στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια είχε δημιουργήσει ένα περιβάλλον ικανό να επηρεάσει ορισμένες αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, ιδίως κατά τη διάρκεια της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης. Συναφείς συμπεράσματα επιβεβαίωσαν ότι οι δικαστικές αρχές είχαν αντιδράσει σκληρά στη συμπεριφορά του κ. Demirtaş, λόγω της θέσης του ως ενός από τους ηγέτες της αντιπολίτευσης, καθώς και στη συμπεριφορά άλλων βουλευτών του HDT και εκλεγμένων δημάρχων.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο κ. Demirtaş δεν θεωρεί τον εαυτό του αποκλειστικά θύμα παραβίασης, αλλά ότι ισχυρίστηκε ότι τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση κυρίως λόγω του ότι ήταν ένας από τους ηγέτες της αντιπολίτευσης. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό που κινδυνεύει ήταν το ίδιο το δημοκρατικό σύστημα, όχι μόνο τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του κ. Demirtaş ως άτομο.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι διαπιστώθηκε πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας ότι η παράταση της κράτησης του κ. Demirtaş, ιδίως κατά τη διάρκεια δύο σημαντικών εκστρατειών, δηλαδή του δημοψηφίσματος και των προεδρικών εκλογών, είχε επιδιώξει τον επικρατέστερο μετέπειτα σκοπό να καταπνίξει τον πλουραλισμό και να περιορίσει την ελευθερία του πολιτικού διαλόγου, που ήταν ο πυρήνας της έννοιας της δημοκρατικής κοινωνίας. Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 18 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 § 3.

Άρθρο 10

Λαμβανομένων υπόψη όλων των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε, το Δικαστήριο έκρινε περιττό να αποφανθεί χωριστά αναφορικά με το παραδεκτό είτε το βάσιμο της καταγγελίας βάσει του άρθρου 10.

Άρθρο 34

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι έρευνες που διεξήχθησαν στους δικηγόρους του κ. Demirtaş σχεδιάστηκαν για να τον αναγκάσουν να αποσύρει ή να τροποποιήσει την καταγγελία του ή αλλιώς είχαν ως σκοπό την παρέμβαση στην αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματός του για ατομική αναφορά, ή μάλιστα ότι είχε τέτοιο αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το εναγόμενο κράτος δεν είχε παραβιάσει τις υποχρεώσεις του δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης.

Άρθρο 46

Δυνάμει του άρθρου 46 της Σύμβασης, τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη δεσμεύτηκαν να συμμορφωθούν με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση στην οποία ήταν συμβαλλόμενα μέρη.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι εναπόκειται πρωτίστως στο ενδιαφερόμενο κράτος να επιλέξει τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν στην εσωτερική έννομη τάξη του για να εκπληρώσει τη νομική του υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 46. Αυτή η διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον τρόπο εκτέλεσης μιας απόφασης αντανακλούσε την ελευθερία επιλογής που συνδέεται με την πρωτοβάθμια υποχρέωση των Συμβαλλομένων Κρατών δυνάμει της Σύμβασης να εξασφαλίζουν την εγγύηση και προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Παρ ‘όλα αυτά, όταν η φύση της παραβίασης που διαπιστώθηκε ήταν τέτοια που δεν άφηνε καμία πραγματική επιλογή όσον αφορά τα μέτρα που απαιτούνται για την επανόρθωσή της, το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποφασίσει να αναφέρει μόνο ένα μεμονωμένο μέτρο.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οποιαδήποτε συνέχιση της προδικαστικής κράτησης του κ. Demirtaş συνεπάγεται παράταση της παραβίασης του Άρθρου 5 § 3 και 18 της Σύμβασης και παραβίαση των υποχρεώσεων των εναγομένων κρατών να συμμορφώνονται με την απόφαση του Δικαστηρίου. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι το εναγόμενο κράτος έπρεπε να διασφαλίσει ότι η προδικαστική κράτηση του κ. Demirtaş θα τερματίζονταν όσο το δυνατόν νωρίτερα, εκτός εάν έχουν τεθεί νέοι λόγοι ή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη συνέχιση της κράτησής του.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Τουρκία πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 15.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα και λοιπές δαπάνες.

Μειοψηφούσες απόψεις

Ο δικαστής Karakaş εξέφρασε χωριστή γνώμη, η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση.

(επιμέλεια echrcaselaw.com). https://www.echrcaselaw.com/…/i-paratasi-tis-prosorinis-kr…/
——————————————-
Στη φωτογραφία, ο Σελαχατίν Ντεμίρτας

Ευρωπαϊκή Ασφάλεια, ΝΑΤΟ και Κύπρος

0

Portugese soldiers running Field Training Exercise that took place in Joint National Training Centre from Cincu, Brasov, Romania on 10th and 11th of November 2018. Photo NATO
Του ΜΑΡΙΟΥ ΕΥΡΥΒΙΑΔΗ
Με τις συνεχείς πρόσφατες δηλώσεις Ευρωπαίων ηγετών για την ανάγκη δημιουργίας «ευρωπαϊκού στρατού» από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δημιουργήθηκε μια δικαιολογημένη σύγχυση ως προς το τι ακριβώς επιδιώκεται.
Και θέλω εξαρχής να υπογραμμίσω πως δεν είναι αυτό που λογικά αντιλαμβάνεται ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης:
  • Πως δηλαδή θα δημιουργηθεί, σταδιακά, ένας «ευρωπαϊκός στρατός» που θα υπερασπίζεται τα σύνορα των μελών κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από εξωτερικές επιβουλές. Κάθε άλλο.
Η οικοδόμηση αυτόνομης πολιτικής άμυνας και ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι μια «πονεμένη ιστορία» με μακρύ ιστορικό, παρά τα δεκάδες δισ. ευρώ που ξοδεύονται κάθε χρόνο (πάνω από 200 δισ. το 2018) για την επίτευξή της. Και οι σχετικές πρόσφατες δηλώσεις του Γάλλου Προέδρου, Εμμανουέλ Μακρόν, μαζί με την «πολιτική τρικυμία» που τις ακολούθησε, συνιστούν ένα ακόμη κεφάλαιο –όχι το τελευταίο– της ιστορίας αυτής.
Όπως είναι γνωστό στις 6 Νοεμβρίου και με αφορμή τα 100 χρόνια από τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γάλλος Πρόεδρος ζήτησε τη δημιουργία «ευρωπαϊκού στρατού» για την υπεράσπιση της Ε.Ε. από τη Ρωσία, την Κίνα και τις ΗΠΑ. Η πρώτη και άμεση απάντηση ήταν λίγες μέρες μετά από τον Αμερικανό Πρόεδρο Τράμπ που θεώρησε τη θέση πως η Ε.Ε. απειλείται από τις ΗΠΑ «προσβλητική», θύμισε στον Μακρόν πως ήταν η Αμερική που έσωσε τη Γαλλία από τους Γερμανούς και ζήτησε να πληρώνουν οι Γάλλοι τις οφειλές που τους αναλογούν στο ΝΑΤΟ.
Πέραν από τη δήλωση του Ρώσου Προέδρου Πούτιν που, ως αναμένονταν χαρακτήρισε ως «θετική» για ένα πολυπολικό κόσμο τη δημιουργία «ευρωπαϊκού στρατού», μια ανάλυση δηλώσεων αξιωματούχων της Ε.Ε. μας επιτρέπει να κατανοήσουμε το ανέφικτο της δημιουργίας πραγματικού στρατού από την Ε.Ε. που θα θωρακίζει την επικράτεια της Ε.Ε. και θα επιτρέπει την αυτόνομη λήψη αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας από της Ε.Ε.
Οι δυο πιο σημαντικές σχετικές δηλώσεις είναι της Καγκελαρίου της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ, και της Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, Φεντερίκα Μογκερίνι.
Η Μέρκελ συμφωνεί, φαινομενικά, με τον Μακρόν και καλεί και αυτή, με ομιλία της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (23 Νοεμβρίου), για τη δημιουργία, «μια μέρα», ενός ενοποιημένου «πραγματικού ευρωπαϊκού στρατού», με το σκεπτικό πως έχουν παρέλθει οι καιροί «να βασιζόμαστε σε άλλους». Όμως στη ίδια ομιλία της η Μέρκελ επεξήγησε πως ένας τέτοιες στρατός δεν πρέπει:
α) να υποσκάπτει τις Ηνωμένες Πολιτείες και
β) θα πρέπει να λειτουργεί «συμπληρωματικά» του ΝΑΤΟ.
Ανάλογη υπήρξε και η τοποθέτηση της Υπάτου Εκπροσώπου Μογκερίνι σε διάσκεψη Τύπου στις Βρυξέλλες, λίγες μέρες μετά: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρόκειται να μετασχηματιστεί σε στρατιωτική συμμαχία. Δεν υπάρχει ανταγωνισμός με το ΝΑΤΟ».
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Ε.Ε. έχει από το Μάαστριχ (1992) και μετά λάβει και θεσμοθετήσει σημαντικές αποφάσεις στο πλαίσιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ). Όμως και παρά τις κατά καιρούς διακηρυκτικές της προκηρύξεις περί «αυτόνομων» αποφάσεων στα πεδία άμυνας και ασφάλειας, δεν ξεφεύγει από το πλαίσιο των ατλαντικών προδιαγραφών που έθεσε η Κυβέρνηση Κλίντον αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Και οι βασικές προδιαγραφές είναι τρεις:
>>Πρώτον, ο όποιος «ευρωπαϊκός στρατός» δεν πρέπει να δημιουργεί «αντίστοιχους» (duplication) του ΝΑΤΟ ευρωπαϊκούς θεσμούς.
>>Δεύτερον, δεν πρέπει να υπάρξει «αποσύνδεση» (decoupling) από το ΝΑΤΟ σε ζητήματα ασφαλείας. Και τρίτον δεν πρέπει οι όποιες θεσμικές αποφάσεις της Ε.Ε. να κάνουν «διακρίσεις» (discriminate) έναντι σε κράτη μέλη του ΝΑΤΟ αλλά όχι και της Ε.Ε.
>>Ο τρίτος όρος αφορά ειδικά την Τουρκία που «αγωνιούσε» μήπως αφεθεί έξω από μια ευρωκεντρική αρχιτεκτονική ασφαλείας. Και η Κυβέρνηση Κλίντον, που περνούσε τότε περίοδο ερωτικού παροξυσμού με την Άγκυρα, έθεσε βέτο υπέρ των τουρκικών συμφερόντων.
Από τότε τίποτα δεν έχει αλλάξει αλλά ούτε και πρόκειται. Και ο ανομολόγητος λόγος είναι πως η υφιστάμενη κατάσταση βολεύει και ατλαντιστές και Ευρωπαίους. Οι φαινομενικά συγκρουόμενες «διακηρύξεις» τους γίνονται για εσωτερική κατανάλωση και μόνο. Μάλιστα με συναφείς συμφωνίες μεταξύ της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ θεσμοθετήθηκε ουσιαστικά η «συμπληρωματικότητα» μεταξύ των δυο οργανισμών, με την Ε.Ε. να χρησιμοποιεί, με τη συναίνεση του ΝΑΤΟ, νατοϊκά «εργαλεία» (assets) για τυχόν δραστηριότητές της (π.χ. peacekeeping, στα Βαλκάνια, παρακολουθήσεις εκλογών, κ.λπ). Εκ των πραγμάτων όμως οι δραστηριότητες αυτές αφορούν σε ήσσονος σημασίας ζητήματα και δραστηριότητες. Οι αποφάσεις μείζονος σημασίας λαμβάνονται από τις ΗΠΑ με κάποιες εξαιρέσεις όπως π.χ. άρνηση Γερμανίας και Γαλλίας να συναινέσουν στην ενσωμάτωση της Ουκρανίας και της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ, παρά τις πιέσεις των ΗΠΑ.
Θεσμικό πλεονέκτημα για την Κύπρο
Πού αφήνουν όλα αυτά την Κύπρο που είναι μεν μέλος της Ε.Ε. αλλά όχι του ΝΑΤΟ; Σε μια όχι κατά την εκτίμησή μου αρνητική κατάσταση. Η Κύπρος δεν είναι μικρό κράτος. Είναι ισότιμο μέλος της Ε.Ε. Είναι όμως αδύναμο κράτος. Και η συμμετοχή της σε ένα πρωτοκλασάτο διακρατικό θεσμό όπως είναι αυτός της Ε.Ε., της παρέχει σημαντικά οφέλη εκ των οποίων κορυφαίο για την Κύπρο είναι αυτό της σχετικής ασφάλειας. Επί πλέον και λόγω της θεσμικής σχέσης Ε.Ε. και ΝΑΤΟ, η μη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ της προσδίδει ένα πλεονέκτημα έναντι μιας Ε.Ε. και μιας Τουρκίας που επιθυμούν περισσότερη αναμεταξύ τους συνεργασία. Η Κύπρος διαθέτει δικαίωμα αρνησικυρίας σε μια τέτοια συνεργασία. Αντίστοιχα, δικαίωμα έχει και η Τουρκία για τον οποιοδήποτε ρόλο της Κύπρου σε συσχετισμό με το ΝΑΤΟ, ένα γεγονός που καθιστά χωρίς νόημα την οποιαδήποτε συζήτηση που συσχετίζει την Κύπρο με το ΝΑΤΟ για οποιοδήποτε ζήτημα.
Η Κύπρος δεν διασφαλίζεται απόλυτα με τη συμμετοχή της στην Ε.Ε. και στον οποιοδήποτε άλλο οργανισμό. Η συμμετοχή της όμως περιορίζει σημαντικά τις επιλογές μιας βουλιμικής Τουρκίας.

Turkey Wipes Out the Christian Culture of Occupied Cyprus

0

Αποψη: Το Brexit, το σοκ και οι φόβοι

0

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΤΟΦΩΛΟΣ

Η ​​έξοδος της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να αποτελεί κολοσσιαία γεωπολιτική μεταβολή, αλλά και η οικονομική διάσταση του προβλήματος συνιστά εξίσου εκρηκτική αλλαγή των έως τώρα δεδομένων. Μιλάμε για τεράστιες μετατοπίσεις κεφαλαίων, υπηρεσιών, δικτύων και ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, εξέλιξη που θα έχει τα προσεχή χρόνια εντυπωσιακές συνέπειες στην Ευρώπη, στον κόσμο και στην ίδια τη Βρετανία πάνω από όλα.

Το Σίτι του Λονδίνου είναι χαρακτηριστικό ότι πολεμά να συγκρατήσει με νύχια και δόντια ό,τι περισσότερο μπορεί, κυρίως από τα προνόμια που το καθιστούσαν απολύτως κυρίαρχο στην ευρωπαϊκή χρηματοοικονομική αγορά. Το οικονομικό Λονδίνο θα χάσει αυτόματα μεγάλο μέρος της δύναμης και της επιρροής του, με τρομακτικές απώλειες για το επίπεδο της Βρετανίας συνολικά. Το ίδιο το Σίτι υποστηρίζει ότι μόνο στον προϋπολογισμό της χώρας οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες προσφέρουν 72 δισ. στερλίνες ετησίως.

Οι άνθρωποι των αγορών μιλούν για τζίρο που γίνεται με την εκκαθάριση των πληρωμών κοντά στα 60 τρισ. ευρώ, δηλαδή για νούμερα ασύλληπτα που μεταφράζονται σε θεαματικά οφέλη για τη βρετανική οικονομία. Το Λονδίνο είναι η χρηματοδοτική καρδιά της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, από εκεί σηκώνουν οι ευρωπαϊκοί όμιλοι δισεκατομμύρια για επενδύσεις, εκεί είναι όλα τα funds, όλες οι παγκόσμιες τράπεζες, η πιο παραγωγική μηχανή του κεφαλαίου. Το Σίτι φοβάται ότι θα χάσει την ενιαία τραπεζική άδεια εργασιών και αυτό θα έχει μεγάλο κόστος.

Συγκεκριμένα για τις τράπεζες η ειδική συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ενωσης και Βρετανίας θα αποτελέσει παγκόσμιο σημείο αναφοράς και για άλλα μείζονα χρηματοπιστωτικά κέντρα, όπως είναι η Ελβετία, η Ιαπωνία και φυσικά οι Ηνωμένες Πολιτείες, που θέλουν καλύτερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά. Το θέμα δεν είναι μικρό, έχει απίστευτη σημασία. Οπως και η αρχιτεκτονική που θα χτιστεί μετά το 2019 για τις εμπορικές σχέσεις, με δεδομένο ότι μέχρι τότε θα λειτουργεί ως βάση η τελωνειακή ένωση για την ελεύθερη διακίνηση των προϊόντων. Αγνωστο είναι ακόμη τι ακριβώς θα συμβεί.

Για όλα αυτά λοιπόν υπάρχουν φόβοι και ανησυχίες μεγάλες. Αν συνυπολογίσουμε ότι το Λονδίνο είναι η έδρα των ασφαλιστικών κολοσσών και το ισχυρότερο κέντρο ναυτιλίας, αντιλαμβανόμαστε και το απίστευτο μέγεθος των αλλαγών που επιφέρει η πολιτικοοικονομική θύελλα του Brexit.

Το σοκ θα είναι μεγάλο για τη Βρετανία, πολύ μεγάλο. Αλλά και για την Ευρώπη δεν θα είναι μικρό. Είναι σαν να αποκολλάς από τις Ηνωμένες Πολιτείες τη Νέα Υόρκη. Είναι δυνατόν; Ποιος μπορεί να το φανταστεί; H ηπειρωτική Ευρώπη θα υποστεί και αυτή κόστος.

Κατ’ αρχάς θα υποστεί ζημία αξιοσημείωτη η βιομηχανία της Γερμανίας, αλλά και της Γαλλίας, της Ολλανδίας, που επίσης εξάγουν στη βρετανική αγορά τα προϊόντα τους. Τις συνέπειες αυτές εκτιμούν ότι θα τις αντισταθμίσουν, και με το παραπάνω ίσως, παίρνοντας κομμάτια από τη δύναμη του Λονδίνου στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, με πρώτο διεκδικητή, όπως λογικό είναι, τη Φρανκφούρτη, αλλά όχι μόνο.

Ο,τι συμβαίνει σε μια ανοικτή διεθνοποιημένη οικονομία, εξάλλου, κινείται πάντα αμφίδρομα. Καμία χώρα δεν είναι ένα αποκομμένο νησί.

Αυτό το γεγονός είναι που κοστίζει πανάκριβα σήμερα για τη Βρετανία, έτσι όπως δείχνουν τα πράγματα. Οι Βρετανοί πολίτες, και ένα μέρος της πολιτικής τους ηγεσίας, έκριναν με πολύ στενά κριτήρια την υπόθεση του Brexit, το οποίο πιθανότατα τελικά να αποδειχθεί μοιραίο για τα συμφέροντά τους. Δεν μπόρεσαν να συνειδητοποιήσουν ότι δεν υπάρχει στην ουσία εθνική κυριαρχία στην παγκοσμιοποίηση, σε έναν κόσμο που οι οικονομίες είναι απολύτως συνδεδεμένες μεταξύ τους και αλληλοεξαρτώμενες. Πρόκειται για τεράστια πολιτική αυταπάτη. Σε τι καλύτερο μπορείς να ελπίζεις άλλωστε, όταν ψηφίζεις να αποκοπείς από την ευρωπαϊκή αγορά των 500 εκατομμυρίων καταναλωτών, όπου πουλάς τα προϊόντα και τις υπηρεσίες σου;

“Καθημερινή”

ΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΑΣ;

3

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Υπάρχει μια έκφραση που έχει και πολιτική και νομική σημασία: «το περί δικαίου αίσθημα του λαού». Που κρίνει και πολιτικές και δικαστικές αποφάσεις.

Στην περίπτωση της καθαρίστριας το περί δικαίου αίσθημα έχει προκληθεί. Η ποινή θεωρήθηκε υπερβολικά βαριά. Ακόμη και οι σφοδρότεροι επικριτές της καθαρίστριας συμφωνούν σ αυτό. Γιατί, όμως, οι δικαστές επέβαλαν μια τόσο βαριά ποινή σε μια γυναίκα που αναγκάστηκε να προβεί σε μια πλαστογράφηση για να ταϊσει τα παιδιά της που πεινούσαν;

Οι σύντομες παρατηρήσεις που ακολουθούν είναι προϊόν συνομιλίας με πρώην αρεοπαγίτη που θεωρείται από τους δικαστές που λάμπρυναν το επάγγελμα.

1.-Είναι απαράδεκτο να υπάρχουν μονομελή εφετεία και, μάλιστα, μονομελή εφετεία κακουργημάτων. Η βαρύτητα των υποθέσεων που εκδικάζουν επιβάλλει την παρουσία και άλλων δικαστών ώστε να υπάρχουν περισσότερες της μιας γνώμες. Η καθαρίστρια δικάστηκε από ένα τέτοιο μονομελές εφετείο!

2.-Πολλές φορές οι δικαστές δεν βασανίζουν την υπόθεση. Την αντιμετωπίζουν, εντελώς, διεκπεραιωτικά. Στην περίπτωση της καθαρίστριας ναι μεν της αναγνώρισαν ελαφρυντικά και απέφυγε τα ισόβια αλλά δεν ερμήνευσαν σωστά το νόμο.

2.-Ο νόμος με τον οποίο καταδικάστηκε η καθαρίστρια είναι ειδικός ποινικός νόμος. Πέραν του ποινικού κώδικα. Καθιερώθηκε επι δικτατορίας Παγκάλου και, μάλιστα, με αυτόν  είχαν εκτελεστεί μερικοί καταχραστές του δημοσίου. Ανήκει στην κατηγορία των νόμων που καθιερώθηκαν σε μια λογική λαϊκισμού. Το 1950 αναθεωρήθηκε και αφαιρέθηκαν οι διατάξεις του που προέβλεπαν την ποινή του θανάτου. Είναι ο ίδιος νόμος με τον οποίο καταδικάστηκε σε ισόβια και ο πρώην δήμαρχος Θεσσαλονίκης Βασίλης Παπαγεωργόπουλος.

3.-Ο νόμος αφορά τους καταχραστές του δημοσίου. Η καθαρίστρια δεν καταχράστηκε το δημόσιο. Προσέφερε τις υπηρεσίες της. Εργάστηκε. Το δημόσιο δεν υπέστη βλάβη από την καθαρίστρια. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Ο δικαστής θεώρησε πως η καθαρίστρια έβλαψε το δημόσιο.

4.-Ο νόμος προβλέπει βλάβη του δημοσίου και όχι βλάβη τρίτων προσώπων. Δεν αφορά το αν κάποιος άλλος υπέστη βλάβη από την ανάληψη της θέσης από την καθαρίστρια.

5.- Οι ειδικοί ποινικοί νόμοι δεν ωφελούν σε τίποτε. Ο ποινικός κώδικας καλύπτει όλες τις περιπτώσεις παρανομιών και, μάλιστα, προβλέπονται και βαριές ποινές αν προκληθούν σοβαρά αδικήματα.

6.- Στην περίπτωση που συζητάμε, η καθαρίστρια πήγε την επόμενη χρονιά στην έκτη τάξη και πήρε το απολυτήριο του δημοτικού.

7.- Η υπόθεση έπρεπε να κριθεί ως απλή πλαστογραφία.

Αυτά λένε άνθρωποι που ως δικαστές λάμπρυναν το επάγγελμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο φρέσκος πρίγκιπας

0
Τα σχέδια και τα όνειρα του επόμενου βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας
Ο MBS στη Μέκκα, τον Ιούνιο του 2017. HANDOUT / REUTERS
Περίληψη:

Μόλις 32 ετών, ο Mohammed bin Salman είναι ήδη το πιο ισχυρό πρόσωπο στην σύγχρονη ιστορία της Σαουδικής Αραβίας, έχοντας παραγκωνίσει άλλα μέλη της κυβερνώσας οικογένειας με την πλήρη υποστήριξη του πατέρα του, του βασιλιά Σαλμάν. Το αν ο πρίγκιπας-διάδοχος μπορεί να πάει μακριά το υψηλό του στοίχημα χωρίς να αποσταθεροποιήσει την χώρα του και να προσθέσει στο χάος της περιοχής, παραμένει ένα αναπάντητο ερώτημα.

Ο F. GREGORY GAUSE III είναι επικεφαλής του Τμήματος Διεθνών Υποθέσεων στην Σχολή Διακυβέρνησης και Δημόσιας Υπηρεσίας Bush στο Πανεπιστήμιο Texas A&M.

Δεν συμβαίνει συχνά ένα [ξενοδοχείο πολυτελείας όπως το] Ritz-Carlton να μετατρέπεται σε κέντρο κράτησης. Αλλά τον περασμένο Νοέμβριο, όταν ένα μεγάλο κομμάτι της σαουδαραβικής ελίτ συνελήφθη με κατηγορίες για διαφθορά [1], το πολυτελές ξενοδοχείο στο Ριάντ έγινε μια επιχρυσωμένη φυλακή για εκατοντάδες πρίγκιπες, δισεκατομμυριούχους και υψηλόβαθμους κυβερνητικούς αξιωματούχους. Πίσω από αυτή την καταστολή ήταν ο νεαρός πρίγκιπας-διάδοχος, Mohammed bin Salman, επίσης γνωστός ως MBS [2], ο οποίος επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει την οικονομία και την κοινωνική ζωή του βασιλείου και ακόμη και τον ίδιο τον Οίκο των Σαούντ.

Μόλις 32 ετών, ο MBS είναι ήδη το πιο ισχυρό πρόσωπο στην σύγχρονη ιστορία της Σαουδικής Αραβίας [3], έχοντας παραγκωνίσει άλλα μέλη της κυβερνώσας οικογένειας με την πλήρη υποστήριξη του πατέρα του, του βασιλιά Σαλμάν. Η συγκεντρωμένη εξουσία του και η προφανής βούλησή του να ταρακουνήσει το σύστημα, καθιστούν πιθανό να κάνει σπουδαία πράγματα. Αλλά έχει επίσης απομακρύνει τους περιορισμούς που έχουν κάνει την σαουδαραβική εξωτερική και εσωτερική πολιτική επιφυλακτική, συντηρητική και τελικά επιτυχημένη εν μέσω των κρίσεων της σύγχρονης Μέσης Ανατολής. Το αν ο πρίγκιπας-διάδοχος μπορεί να πάει μακριά το υψηλό του στοίχημα, το οποίο ο εμπειρογνώμονας της Μέσης Ανατολής Bernard Haykel χαρακτηρίζει μια «επανάσταση από ψηλά», χωρίς να αποσταθεροποιήσει την χώρα του και να προσθέσει στο χάος της περιοχής, παραμένει ένα αναπάντητο ερώτημα.

23112018-1.jpg

Ο MBS στη Μέκκα, τον Ιούνιο του 2017. HANDOUT / REUTERS
————————————————————————

Η συμβατική σοφία θεωρεί ότι το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας βασίζεται σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ της κυρίαρχης οικογένειας, του θρησκευτικού κατεστημένου και της οικονομικής ελίτ. Το σύστημα λιπαίνεται με αρκετό πετρελαϊκό πλούτο για να χρηματοδοτήσει επίσης ένα σημαντικό κράτος πρόνοιας. Αλλά αυτή η άποψη είναι μόνο κατά το ήμισυ σωστή. Κατά το πέρασμα των δεκαετιών, ο πετρελαϊκός πλούτος ανέβασε την κυρίαρχη οικογένεια πάνω από τους συνεργάτες της, και τους κυβερνώντες πρίγκιπες πάνω από τα άλλα μέλη του ευρύτερου Οίκου των Σαούντ. Οι θρησκευτικές ελίτ είναι πλέον κρατικοί γραφειοκράτες, όχι ισότιμοι εταίροι στην διακυβέρνηση. Η επιχειρηματική κοινότητα είναι επίσης κατώτερος συνεργάτης, πιο πολύ σαν ένα λόμπι παρά ένας ανεξάρτητος δρων. Η εκστρατεία του πρίγκιπα-διαδόχου επαναπροσδιορίζει περαιτέρω τον ρόλο των παραδοσιακών πυλώνων στήριξης του καθεστώτος, ενώ ταυτόχρονα προσελκύει, κατά έναν πιο μη μοναρχικό τρόπο, μια εκκολαπτόμενη κοινή γνώμη της Σαουδικής Αραβίας. Μέχρι στιγμής, ο MBS φαίνεται να είναι δημοφιλής σε πολλούς Σαουδάραβες (αν και τα ακριβή μέτρα της κοινής γνώμης είναι διαβοήτως δύσκολο να βρεθούν σε αυταρχικά καθεστώτα). Το πρόβλημα είναι ότι η κοινή γνώμη είναι άστατη. Τα θεσμικά συμφέροντα των ελίτ, όσο συντηρητικά και ιδιοτελή κι αν είναι, είναι μια πολύ πιο αξιόπιστη βάση για την μοναρχική διακυβέρνηση.

Ο πιο φιλόδοξος στόχος του πρίγκιπα, τον οποίο περιέγραψε στο σχέδιό του Vision 2030 [4], είναι να διαφοροποιήσει την σαουδαραβική οικονομία και να μειώσει την εξάρτησή της από το πετρέλαιο. Η κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου το 2014 τον έπεισε ότι το βασίλειο δεν θα μπορούσε πλέον να στηρίξει το κράτος πρόνοιας που υπάρχει από την δεκαετία του ’70. Έχει ήδη μειώσει τις επιδοτήσεις για επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, όπως το νερό και η ηλεκτρική ενέργεια, που ήταν πρακτικά δωρεάν στο παρελθόν, και έχει επιβάλει 5% φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) σε πολλές εμπορικές συναλλαγές. Ο ιδιωτικός τομέας είναι το κλειδί για την επιτυχία του σχεδίου. Αυτή την στιγμή, η συντριπτική πλειοψηφία των Σαουδαράβων εργαζομένων απασχολούνται από το κράτος. Το όραμα του 2030 καλεί τον ιδιωτικό τομέα να επενδύσει περισσότερο στην οικονομία και να γίνει μια μεγαλύτερη πηγή απασχόλησης. Η ιδιωτικοποίηση του 5% της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας Saudi Aramco -το πιο διαφημισμένο στοιχείο του Vision 2030- αποσκοπεί στην δημιουργία εσόδων για το κυβερνητικό Ταμείο Δημόσιων Επενδύσεων, το οποίο θα επενδύσει τόσο εγχωρίως, στον τοπικό ιδιωτικό τομέα όσο και στο εξωτερικό, ως ένα κρατικό επενδυτικό ταμείο.

Όλα αυτά έκαναν το μάντρωμα στο Ritz-Carlton ακόμα πιο αινιγματικό. Γιατί ο πρίγκιπας-διάδοχος συλλαμβάνει τους πυλώνες του ιδιωτικού τομέα -τους ίδιους τους ανθρώπους που χρειάζεται για να κάνουν το Vision 2030 να λειτουργήσει; Οι Σαουδάραβες αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι ένα δραματικό, δημόσιο χτύπημα ενάντια στην υψηλού επιπέδου διαφθορά θα συμβάλει στο να γίνει ισότιμο το πεδίο του παιχνιδιού και θα ενθαρρύνει να προχωρήσουν μεγαλύτερες επενδύσεις. Αλλά οι αδιαφανείς και αυθαίρετες μέθοδοι καταστολής -κρατήσεις χωρίς δημόσιες κατηγορίες, οικονομικές διευθετήσεις που διαπραγματεύτηκαν για απροσδιόριστα εγκλήματα και η φερόμενη χρήση βάναυσης καταναγκαστικής τακτικής [5]- θα μπορούσαν να οδηγήσουν την χώρα προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Η μακροπρόθεσμη επίδραση του τεχνάσματος του πρίγκιπα-διαδόχου θα εξαρτηθεί από το είδος του ηγέτη που είναι πραγματικά ο MBS. Εάν είναι όπως ο Κινέζος πρόεδρος, Xi Jinping, θα χρησιμοποιήσει την εκστρατεία κατά της διαφθοράς όχι μόνο για να διευθετήσει πολιτικούς λογαριασμούς αλλά και για να μεταρρυθμίσει πραγματικά την οικονομία. Στην περίπτωση αυτή, ένας ανασυγκροτημένος και εξαγνισμένος ιδιωτικός τομέας θα μπορούσε, με τα κατάλληλα κίνητρα και με υγιή κυβερνητική πολιτική, να αποτελέσει κινητήρα της ανάπτυξης. Από την άλλη πλευρά, αν ο MBS μοιάζει περισσότερο με τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν, απλώς θα αντικαταστήσει τους παλιούς ολιγάρχες με νέους της δικής του επιλογής. Η πορεία αυτή είναι σίγουρα ανοιχτή: Η κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας έχει αποκτήσει ουσιαστικό μερίδιο σε τουλάχιστον μια μεγάλη εταιρεία, τον κατασκευαστικό γίγαντα του ομίλου Saudi Binladin Group, ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του διευθύνοντος συμβούλου της, και ίσως να κάνει το ίδιο και με το Κέντρο Τηλεόρασης της Μέσης Ανατολής (Middle East Broadcasting Center). Αυτή η προσέγγιση θα σταθεροποιούσε την εξουσία του πρίγκιπα, αλλά θα υπονόμευε την δυναμική για ουσιαστική μεταρρύθμιση.

Εξίσου ανησυχητικά, θα μπορούσε να είναι περισσότερο σαν τον βασιλιά Ερρίκο VIII. Αντιμέτωπος με αυξανόμενα έξοδα από την διεξαγωγή πολέμων στο εξωτερικό και την εδραίωση της κυριαρχίας του εγχωρίως, ο βασιλιάς της Αγγλίας κατάσχεσε μοναστήρια και άλλα θρησκευτικά κληροδοτήματα όταν δήλωσε τον εαυτό του ως επικεφαλής της Εκκλησίας της Αγγλίας. Αλλά αντί να διατηρήσει αυτούς τους θεσμούς ως σταθερή πηγή εισοδήματος, πούλησε τα περισσότερα από αυτά για μια εφάπαξ εισροή κεφαλαίων. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι ο MBS αισθάνεται παρόμοιες δημοσιονομικές πιέσεις. Η εφημερίδα Wall Street Journal ανέφερε ότι ο βασιλιάς Σαλμάν παρακάλεσε ανεπιτυχώς τους κορυφαίους επιχειρηματίες να συνεισφέρουν στα ταμεία της κυβέρνησης πριν από το μάντρωμα του Νοεμβρίου. Ο κόμπος δεν έχει φτάσει στο χτένι: Η κυβέρνηση έχει αποθεματικά ύψους περίπου 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ορισμένα από τα πιο φιλόδοξα σχέδια του πρίγκιπα, όπως η οικοδόμηση μιας φουτουριστικής πόλης που θα ονομάζεται Neom, δεν προκάλεσαν πολύ ενθουσιασμό στην σαουδική επιχειρηματική ελίτ. Ο εκβιασμός επιχειρηματικών ηγετών θα αποφέρει χρήματα για αγαπημένα σχέδια, αλλά αυτή η τακτική μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο μια φορά. Εάν οι ξένοι επενδυτές και οι εγχώριοι επιχειρηματικοί ελίτ θεωρήσουν ότι διατρέχουν διαρκώς τον κίνδυνο να συλληφθούν ή να κατασχεθούν τα περιουσιακά τους στοιχεία, είναι πολύ λιγότερο πιθανό να επενδύσουν στην χώρα.

Τουλάχιστον ο πρίγκιπας-διάδοχος έχει επαναπροσδιορίσει το τι σημαίνει διαφθορά στο βασίλειο. Το πρόβλημα είναι ότι οι παρατηρητές, τόσο εγχώριοι όσο και ξένοι, δεν είναι ακόμη ξεκάθαροι σχετικά με τον νέο ορισμό. Το μονοπάτι που επιλέγει ο MBS μετά την καταστολή του Ritz-Carlton θα καθορίσει το μέλλον της χώρας του.

23112018-2.jpg

Το ξενοδοχείο Ritz-Carlton στο Riyadh, τον Ιανουάριο του 2018. FAISAL NASSER / REUTERS
——————————————————————-

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΑΛΛΑΓΗ

Στο κοινωνικό μέτωπο, ο πρίγκιπας-διάδοχος έχει ήδη πάρει τολμηρές αποφάσεις. Τον Σεπτέμβριο, αντιμετώπισε το πιο φορτισμένο κοινωνικό θέμα της Σαουδικής Αραβίας, δηλώνοντας ότι, από τον Ιούνιο του 2018, οι γυναίκες της Σαουδικής Αραβίας θα έχουν το δικαίωμα να οδηγούν [6]. Αυτή η απόφαση έχει προκαλέσει μόλις μια ελάχιστη αντίδραση της εγχώριας αντιπολίτευσης. Καθώς τα επίπεδα εκπαίδευσης ανέβηκαν και περισσότεροι Σαουδάραβες αποκτούν την εμπειρία της διαβίωσης στο εξωτερικό, το επιχείρημα ότι το βασίλειο δεν ήταν «έτοιμο» ή ήταν «υπερβολικά συντηρητικό» για αυτήν την αλλαγή ακουγόταν ολοένα και πιο κούφιο. Και οι αντιρρήσεις κάποιων κληρικών ότι η οδήγηση θα έθετε σε κίνδυνο την ηθική στάση των Σαουδαράβων γυναικών ήταν αστείες, δεδομένου ότι η εναλλακτική λύση ήταν ότι οι γυναίκες της Σαουδικής Αραβίας έπρεπε να οδηγούνται από άνδρες οδηγούς (είτε στα ταξί είτε στα αυτοκίνητα των οικογενειών τους) που δεν ήταν μέλη των οικογενειών τους. Η σαουδαραβική κοινωνία ήταν έτοιμη για αυτή την αλλαγή ήδη από κάποιο χρονικό διάστημα˙ οι ηγέτες της χώρας απλώς δεν είχαν την πολιτική βούληση να τραβήξουν την σκανδάλη. Ο πρίγκιπας-διάδοχος έχει αυτή την πολιτική βούληση, και με το παραπάνω.

Το να καθίσουν οι γυναίκες πίσω από το τιμόνι θα επιφέρει τεράστιες αλλαγές στην χώρα. Περισσότερες γυναίκες θα μπορούν να ενταχθούν στο εργατικό δυναμικό. Εκατοντάδες χιλιάδες ξένων εργαζομένων που απασχολούνται ως οδηγοί δεν θα χρειάζονται πλέον. Οι άνδρες δεν θα χάνουν παραγωγικές ώρες για να μεταφέρουν τις συζύγους, τις μητέρες και τις αδερφές τους σε ραντεβού με γιατρούς και σε άλλες συναντήσεις. Είναι δύσκολο να υπερεκτιμηθεί ο αντίκτυπος αυτής της απόφασης.

Ο πρίγκιπας-διάδοχος έχει μιλήσει δημοσίως [7] για την «επιστροφή στο πώς ήμασταν, στο ανεκτικό, μετριοπαθές Ισλάμ που είναι ανοιχτό στον κόσμο». Παρόλο που αυτή η ερμηνεία της ιστορίας της Σαουδικής Αραβίας είναι αμφισβητήσιμη, η δέσμευσή του στην αλλαγή είναι πραγματική. Εκτός από το να αποφασίσει να επιτρέψει στις γυναίκες να οδηγήσουν, έχει περιορίσει τις εξουσίες της θρησκευτικής αστυνομίας και άνοιξε την κοινωνική ζωή της Σαουδικής Αραβίας. Οι μουσικές συναυλίες, οι κινηματογραφικές αίθουσες, η συμμετοχή γυναικών σε ποδοσφαιρικούς αγώνες και ένας μεγάλος αριθμός δημόσιων κοινωνικών εκδηλώσεων θα συμβάλουν στην βελτίωση της «κανονικότητας» της χώρας, τουλάχιστον για τους Σαουδάραβες που έζησαν στο, ή επισκέφθηκαν το, εξωτερικό. Αναμφισβήτητα, μερικοί από τους πιο συντηρητικούς θρησκευτικούς κύκλους θα αντιταχθούν σε όλα αυτά, και ενδέχεται να υπάρξουν μεμονωμένες περιπτώσεις βίαιης αντίδρασης, όπως υπήρξε όταν η χώρα εισήγαγε την τηλεόραση και την εκπαίδευση για τα κορίτσια στην δεκαετία του 1960. Αλλά η ιστορία έχει δείξει ότι αυτές οι αλλαγές θα γίνουν σύντομα κανονικοποιημένες. Οι σύζυγοι των κληρικών θα είναι μεταξύ των πρώτων που θα καθίσουν πίσω από το τιμόνι.

Όλη αυτή η κοινωνική αλλαγή δίνει μια πιο ακριβή εικόνα της σχέσης μεταξύ του θρησκευτικού κατεστημένου και της κυρίαρχης οικογένειας. Τελικά, οι θρησκευτικές ελίτ είναι δημόσιοι υπάλληλοι που λαμβάνουν εντολές από ψηλά, όχι ίσοι παίκτες με δικαίωμα βέτο πάνω στην κυβερνητική πολιτική. Κατά την διάρκεια κάθε σημαντικής κρίσης στην σύγχρονη ιστορία της Σαουδικής Αραβίας, το θρησκευτικό κατεστημένο υποστήριξε τις αποφάσεις της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των κοινωνικών αλλαγών στην δεκαετία του 1960, της επανακατάληψης του Μεγάλου Τζαμιού στη Μέκκα από τους χιλιαστές ζηλωτές το 1979, της πρόσκλησης ξένων στρατευμάτων στο βασίλειο κατά την διάρκεια του πολέμου του Κόλπου του 1990-91, και της συντριβής των τοπικών στοιχείων της Αλ Κάιντα στα πρώτα χρόνια αυτού του αιώνα. Οι θρησκευτικές ελίτ μπορεί να μην συμπαθούν τις πολιτικές του πρίγκιπα, αλλά δεν ηγούνται μιας αλλαγής εναντίον τους. Η θρησκευτική αντιπολίτευση προέρχεται από εξωτερικούς επίσημους κύκλους, από ριζοσπαστικές ομάδες όπως η Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) και από ισλαμιστές λαϊκιστές που ζητούν ταυτόχρονα μεγαλύτερη τήρηση του ισλαμικού νόμου και περισσότερη πολιτική ελευθερία. Το κράτος μπόρεσε να καταστείλει αυτές τις κινήσεις τον περασμένο αιώνα. Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι αυτό έχει αλλάξει.

ΕΞΟΥΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕΙΣ

Εξίσου θρασεία αλλά λιγότερο αντιληπτή στο εξωτερικό υπήρξε η εδραίωση της εξουσίας του πρίγκιπα-διαδόχου στην κυρίαρχη οικογένεια. Από την δεκαετία του 1960, το βασίλειο κυβερνήθηκε από μια de facto επιτροπή από ανώτερους πρίγκιπες -όλοι οι γιοι του βασιλιά Ibn Saud, του ιδρυτή της σύγχρονης Σαουδικής Αραβίας- με τον βασιλιά ως πρώτο μεταξύ ίσων. Κάποιοι βασιλείς ήταν πιο ισχυροί από άλλους, αλλά όλοι τους επιδίωξαν συναίνεση για σημαντικές αποφάσεις μεταξύ των μελών της οικογένειάς τους που κατείχαν τα βασικά Υπουργεία και τα κυβερνεία σε ολόκληρη την χώρα. Αυτός ο τρόπος διακυβέρνησης είχε όλα τα ελαττώματα μιας διακυβέρνησης από επιτροπή: Ήταν βραδυκίνητη, συντηρητική και όχι έτοιμη να εκμεταλλεύεται ευκαιρίες. Αλλά είχε και τις αρετές του: Οι αποφάσεις της εξετάζονταν καλά, υπήρχαν έλεγχοι για κακές ιδέες και όλοι οι σημαντικοί [άνδρες] ήταν ενωμένοι μόλις λαμβανόταν μια απόφαση. Καθώς οι γιοι του ιδρυτή βασιλιά γερνούσαν, ορισμένοι παρατηρητές αναρωτιούνταν για το πώς θα διατηρείτο το σύστημα. Οι περισσότεροι παρατηρητές της Σαουδικής Αραβίας, συμπεριλαμβανομένου και εμού, υπέθεταν ότι οι γιοι αυτής της γενιάς θα έπαιρναν τις θέσεις των πατέρων τους και θα ανασυγκροτούσαν την διακυβέρνηση δια επιτροπής. Κάναμε λάθος.

Όταν ο βασιλιάς Σαλμάν ανέλαβε το θρόνο το 2015, αρχικά διόρισε τον αδελφό του πρίγκιπα Muqrin bin Abdulaziz να είναι ο πρίγκιπας-διάδοχος, διατηρώντας την διαδοχή στην δική του γενιά. Αλλά ο βασιλιάς απομάκρυνε τον πρίγκηπα Muqrin λίγους μήνες αργότερα υπέρ ενός από τους ανιψιούς του, του Mohammed bin Nayef. Ο MBN, όπως είναι γνωστός, είναι μέλος της τρίτης γενιάς της Σαουδικής βασιλικής οικογένειας, ο γιος του πρώην υπουργού Εσωτερικών, ο οποίος είχε κληρονομήσει την ηγεσία αυτού του Υπουργείου από τον πατέρα του. Ο MBN έγινε επίσης το κύριο σημείο επαφής των αξιωματούχων των ΗΠΑ στην αναπτυσσόμενη συνεργασία επί των πληροφοριών και της αντιτρομοκρατίας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των δύο χωρών μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Ο MBN ήταν μια ασφαλής επιλογή να γίνει ο πρώτος βασιλιάς της γενιάς του -έμπειρος στην διακυβέρνηση, επιτυχής στην διατήρηση της εσωτερικής ασφάλειας ενάντια στις απειλές της Αλ Κάιντα και του ISIS, και γνωστός και σεβαστός στην Ουάσινγκτον.

23112018-3.jpg

Ο βασιλιάς Salman και ο MBS στο Ριάντ, τον Ιανουάριο του 2017. FAISAL AL NASSER / REUTERS
———————————————————————-

Αλλά τον Ιούνιο του 2017, ο βασιλιάς Σαλμάν απέσυρε τον MBN από την θέση του ως πρίγκιπας-διάδοχος και από την υπουργική του θέση, και ανέβασε τον αγαπημένο του γιο να γίνει ο προφανής διάδοχος. Η άνοδος του νέου πρίγκιπα-διαδόχου ήταν εξαιρετικά γρήγορη -ο MBS είχε γίνει υπουργός μόλις δύο χρόνια πριν, όταν διαδέχθηκε τον πατέρα του ως υπουργός Άμυνας. Εκείνη την εποχή, ο βασιλιάς τον είχε επίσης διορίσει να ηγείται μιας επιτροπής του υπουργικού συμβουλίου που εποπτεύει την οικονομική και κοινωνική πολιτική (ο MBN ήταν υπεύθυνος για μια παρόμοια επιτροπή για θέματα ασφαλείας). Με την αποπομπή του MBN, ο νέος πρίγκιπας-διάδοχος έγινε το επίκεντρο όλων των σημαντικών αποφάσεων της κυβέρνησης. Παρόλο που κάποιοι είδαν το μάντρωμα στο Ritz-Carlton ως παγίωση της εξουσίας, ο MBS είχε ήδη εξασφαλίσει την θέση του μέχρι τότε. Βεβαίως, πολλοί πρίγκιπες ήταν ακούσιοι φιλοξενούμενοι στο Ritz. Ο σημαντικότερος από αυτούς ήταν ο Miteb bin Abdullah, ένας γιος του πρώην βασιλιά, ο οποίος υπηρέτησε ως διοικητής της Εθνικής Φρουράς. Μετά την σύλληψή του τον Νοέμβριο, απολύθηκε από την θέση αυτή και απομακρύνθηκε από το υπουργικό συμβούλιο. Αλλά κανείς δεν αμφισβήτησε ότι ο MBS ήταν υπεύθυνος, ακόμα και πριν από τον Νοέμβριο του 2017.

Σήμερα, το σαουδαραβικό υπουργικό συμβούλιο περιλαμβάνει λιγότερα μέλη της κυβερνώσας οικογένειας από οποιαδήποτε στιγμή από την δεκαετία του 1950. Ο βασιλιάς εξακολουθεί να είναι πρωθυπουργός και ο πρίγκιπας-διάδοχος είναι τόσο υπουργός Άμυνας όσο και αναπληρωτής πρωθυπουργός, αλλά η μόνη άλλη υπουργική θέση που συμπληρώνει ένα μέλος της οικογένειας είναι του υπουργού Εσωτερικών, η οποία καλύπτεται από έναν νεαρό ανιψιό του πρώην πρίγκιπα-διαδόχου MBN και ως εκ τούτου μέλος της τέταρτης γενιάς της οικογένειας. (Υπάρχουν επίσης δύο βασιλικοί υπουργοί, ένας από τους οποίους είναι ένας άλλος γιος του βασιλιά Salman, αλλά αμφότεροι στερούνται χαρτοφυλακίου).

Στην πραγματικότητα, ο πρίγκιπας-διάδοχος έχει αποκόψει έναν μεγάλο αριθμό από τους μεγαλύτερους ξαδέλφους του, πολλοί από τους οποίους προηγουμένως είχαν υψηλές θέσεις στην κυβέρνηση και προσπαθούσαν να κληρονομήσουν τις θέσεις των πατέρων τους στο τραπέζι της λήψης αποφάσεων. Αυτό έχει προκαλέσει αρκετή γκρίνια στους οικογενειακούς κύκλους, κάποια από την οποία έχει βγει στον Δυτικό τύπο. Αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις, τουλάχιστον όχι δημοσίως, για μια σοβαρή κινητοποίηση μέσα στον Οίκο των Σαούντ που θα εμποδίσει τον MBS να διαδεχθεί τελικά τον πατέρα του. Επικίνδυνοι διχασμοί στην οικογένεια έχουν συμβεί και στο παρελθόν, πιο πρόσφατα στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν ο βασιλιάς Σαούντ και ο πρίγκηπας-διάδοχος Faisal διαγκωνίστηκαν για την εξουσία. Αλλά τα σημάδια αυτού του διχασμού ήταν σαφή και δημόσια. Άνθρωποι απολύονταν από τις θέσεις εργασίας τους και στην συνέχεια επέστρεφαν όταν ο άνθρωπός τους βρισκόταν στην κορυφή, οι πρωταγωνιστές έπαιρναν εκτεταμένη άδεια παραμονής έξω από την χώρα όταν έχαναν μια αψιμαχία, και οικογενειακά συμβούλια κλήθηκαν για να εκδικάσουν την σύγκρουση. Τελικά, η οικογένεια εκθρόνισε τον βασιλιά Σαούντ το 1964. Τίποτα από όσα συμβαίνουν τώρα δεν πλησιάζει εκείνο το είδος ανοιχτού ανταγωνισμού για την εξουσία.

Είναι πιθανό ο MBS να αντιμετωπίσει οικογενειακή αντίθεση όταν πεθάνει ο πατέρας του. Ο Οίκος των Σαούντ προσπαθεί να κρατήσει την οικογενειακή επιχείρηση έξω από το φως της δημοσιότητας, οπότε θα μπορούσαν να συμβαίνουν πράγματα που οι απ’ έξω δεν τα γνωρίζουν. Ίσως, εν αναμονή μιας κίνησης εναντίον του, ο πρίγκιπας-διάδοχος απευθύνεται σε νεότερα μέλη της οικογένειας, ιδιαίτερα στην τέταρτη γενιά, που είναι κάτω από αυτόν στην ιεραρχία, αλλά κοντά σε αυτόν στην ηλικία, με το να διορίζει πολλούς από αυτούς σε θέσεις κάτω από το υπουργικό συμβούλιο στο Ριάντ και σε θέσεις εξουσίας στις περιφερειακές κυβερνήσεις. Θα μπορούσαν να γίνουν υποστηρικτές του αν προκύψει πρόβλημα. Προς το παρόν, η πορεία του προς την τελική εξουσία φαίνεται ασφαλής.

ΕΝΑΣ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ

Ο πρίγκιπας-διάδοχος βρίσκεται τώρα στην κορυφή της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στην Σαουδική Αραβία. Είναι υπόλογος μόνο στον βασιλιά, ο οποίος του έχει παραχωρήσει ευρείες αρμοδιότητες, επιτρέποντάς του να παίρνει δύσκολες αποφάσεις που προηγουμένως παραπέμπονταν στις καλένδες, όπως η οικονομική μεταρρύθμιση και η δυνατότητα των γυναικών να οδηγούν. Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι υπάρχουν λίγοι έλεγχοι σε έναν φιλόδοξο και επιθετικό ηγέτη ο οποίος μπορεί να μην υπολογίζει πλήρως τις δεύτερης και τρίτης τάξης συνέπειες ορισμένων από τις ενέργειές του.

Ορισμένες πρόσφατες αποφάσεις της εξωτερικής πολιτικής της Σαουδικής Αραβίας [8] υποδηλώνουν μια ορισμένη απερισκεψία. Τον Νοέμβριο του 2017, για παράδειγμα, καθώς εξελισσόταν το μάντρωμα στο Ritz-Carlton, ο πρωθυπουργός του Λιβάνου, Saad Hariri [9], πραγματοποίησε μια απρογραμμάτιστη επίσκεψη στο Ριάντ. Λίγες μέρες αργότερα, ανακοίνωσε την παραίτησή του ευρισκόμενος ακόμα στην πρωτεύουσα της Σαουδικής Αραβίας, υπό την προφανή πίεση του MBS. Αυτό ήταν σαφώς ένα παιχνίδι ισχύος της Σαουδικής Αραβίας που είχε ως στόχο να ασκήσει πίεση στο πολιτικό σύστημα του Λιβάνου, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει ένα χτύπημα στην Χεζμπολάχ, τον σύμμαχο του Ιράν στον Λίβανο. Αντ΄ αυτού, η κίνηση γύρισε σαν μπούμερανγκ, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοι της Σαουδικής Αραβίας στην Ευρώπη είπαν στο βασίλειο να υποχωρήσει. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Χαρίρι επέστρεψε στον Λίβανο και απέσυρε την παραίτησή του. Ομοίως, το καλοκαίρι του 2017, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ηγήθηκαν μιας σειράς άλλων αραβικών χωρών σε ένα μποϊκοτάζ κατά του Κατάρ κατηγορώντας τους Καταρινούς ότι υποστήριζαν ισλαμιστικές ομάδες, ήταν πίσω από τρομοκράτες και μπλέκονταν στην εσωτερική πολιτική των γειτόνων τους. Όμως, μακράν του να υποκύψει, το Κατάρ αντιστάθηκε στην πίεση και έφερε υποστήριξη από το Ιράν και την Τουρκία. Και στις δύο περιπτώσεις, η Σαουδική Αραβία δεν πέτυχε τους στόχους της.

Πολλοί θα ταξινομούσαν την στρατιωτική επίθεση Εμιράτων-Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη [10] ως άλλο ένα παράδειγμα μιας επιθετικής και ανεπιτυχούς πολιτικής του MBS. Αναμφισβήτητα, οι Σαουδάραβες και οι συνεργάτες τους θεώρησαν ότι η επιχείρηση, η οποία ξεκίνησε το 2015, θα απωθούσε γρήγορα τους μαχητές των ανταρτών Houthi και θα αποκαθιστούσε τον σύμμαχο των Σαουδαράβων, Abd-Rabbu Mansour Hadi, στο προεδρικό μέγαρο της Sanaa. Δεν κατέληξε έτσι, και η διεθνής πίεση στο Ριάντ αυξάνεται καθώς το ανθρώπινο κόστος της εκστρατείας έχει φτάσει σε ανησυχητικά επίπεδα. Όμως, σε αντίθεση με τα τεχνάσματα στον Λίβανο και το Κατάρ [11], η εκστρατεία της Υεμένης αγγίζει πιο άμεσα το τι θεωρούν οι περισσότεροι Σαουδάραβες ως εθνική τους ασφάλεια. Μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε για τον βαθμό στον οποίο οι Χούθι συνδέονται με το Ιράν, αλλά η Σαουδική Αραβία θεωρεί τον έλεγχο των Χούθι επί της Υεμένης ισοδύναμο με το να επιτρέψει στο Ιράν [να έχει] μια βάση επιρροής στην Αραβική Χερσόνησο. Καμία κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας δεν θα το έβλεπε και δεν θα επέτρεπε να συμβεί αυτό. Ο πόλεμος στην Υεμένη αποτελεί μια αποστράγγιση των πόρων της Σαουδικής Αραβίας και ένα στίγμα στην διεθνή φήμη της χώρας, αλλά εξακολουθεί να απολαμβάνει ευρείας υποστήριξης μεταξύ των σαουδαραβικών ελίτ. Το ερώτημα τώρα είναι πώς να τερματιστεί.

Σε αντίθεση με τους προηγούμενους ηγέτες της Σαουδικής Αραβίας, ο MBS μπορεί να λαμβάνει δραματικές και μονομερείς αποφάσεις. Αλλά αυτή η ελευθερία δράσης σημαίνει επίσης ότι μπορεί να εμπλακεί σε περιπέτειες εξωτερικής πολιτικής που δεν θα είχαν προχωρήσει υπό προηγούμενους κυβερνήτες. Μπορεί να μαθαίνει από τα λάθη του, αλλά δεδομένης της φιλοδοξίας και της παρορμητικότητάς του, ο κόσμος πρέπει να περιμένει περισσότερες εκπλήξεις.

Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ Ο ΛΑΟΣ

Ο πρίγκιπας-διάδοχος έχει λίγους ελέγχους από το σαουδαραβικό πολιτικό σύστημα στην εξουσία του για να λαμβάνει αποφάσεις, αλλά πρέπει και πάλι να ανταποκρίνεται στα δημόσια αιτήματα. Περισσότερο από κάθε άλλον πρόσφατο ηγέτη της Σαουδικής Αραβίας, ο MBS καλλιέργησε δημόσια υποστήριξη, ιδίως μεταξύ των νεότερων Σαουδαράβων.

Τον Ιανουάριο, απαντώντας στην δημόσια γκρίνια για τις αυξημένες τιμές του νερού, της ηλεκτρικής ενέργειας και της βενζίνης και την επιβολή του ΦΠΑ 5% που τέθηκε σε ισχύ στα μέσα του 2017 και στις αρχές του 2018, ο MBS αποκατέστησε μια ετήσια αύξηση αποδοχών για τους κυβερνητικούς υπαλλήλους που είχε ανασταλεί ως μέρος προηγούμενων κινήσεων λιτότητας και χορήγησε στους δημόσιους υπαλλήλους ένα επίδομα περίπου 250 δολαρίων το μήνα για «κόστος ζωής». Ο πρίγκιπας-διάδοχος δημιούργησε επίσης έναν «λογαριασμό του πολίτη», ο οποίος μεταφέρει απευθείας μετρητά στους Σαουδάραβες στα μεσαία και χαμηλότερα οικονομικά στρώματα. Οι Σαουδάραβες αξιωματούχοι λένε τώρα ότι τα χρήματα που ανακτήθηκαν από εκείνους που κρατήθηκαν στο Ritz-Carlton θα χρησιμοποιηθούν για την υποστήριξη αυτού του ταμείου.

Αυτά τα νέα οφέλη θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μια απομάκρυνση από τους στόχους εξισορρόπησης του κρατικού προϋπολογισμού και του να καταστούν οι θέσεις εργασίας του δημόσιου τομέα λιγότερο ελκυστικές, αλλά εξηγούνται καλύτερα ως μια αναγκαία αντίδραση για να καθησυχαστεί η κοινή γνώμη. Δύο χρόνια αύξησης των τιμών του πετρελαίου καθιστούν δύσκολη την επιβολή λιτότητας. Οι θυσίες που θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές από τους Σαουδάραβες όταν το πετρέλαιο ήταν στα 30 δολάρια ανά βαρέλι φαίνονται λιγότερο [αποδεκτές] με το πετρέλαιο πάνω από τα 60 δολάρια το βαρέλι. Παρόλο που ο πρίγκιπας-διάδοχος μπορεί να είναι ισχυρογνώμων και επιθετικός, αντιλαμβάνεται ότι χρειάζεται τον λαό πίσω του. Αλλά για να μεταμορφώσει το σαουδαραβικό σύστημα, θα πρέπει επίσης να εμφυσήσει μια νέα αντίληψη για το τι πρόκειται να προσφέρει το κράτος στους πολίτες του. Το να μειώσει το κράτος πρόνοιας χωρίς να στρέψει το κοινό εναντίον του θα είναι η πιο τρομακτική πρόκληση.

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΗΠΑ

Ίσως πουθενά οι κινήσεις του πρίγκιπα-διαδόχου δεν παράγουν περισσότερη περιέργεια, ελπίδα και φόβο παρά στην Ουάσινγκτον. Στο πρόσωπο του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump [12], ο MBS έχει έναν ενθουσιώδη υποστηρικτή -κατά καιρούς υπερβολικά ενθουσιώδη. Το γεγονός ότι ο MBS έγινε πρίγκιπας-διάδοχος λίγες μόλις εβδομάδες μετά την επίσκεψη του Trump στην Σαουδική Αραβία τον Μάιο του 2017, άφησε την εντύπωση ότι η Ουάσιγκτον είχε κάποια σχέση με την αλλαγή και ο Λευκός Οίκος ήταν πολύ γρήγορος για να υπονοήσει ότι ο MBS είχε την ρητή υποστήριξη των ΗΠΑ. Η υπερβολική φιλικότητα του προέδρου είχε ήδη συνέπειες. Τον Ιούνιο, ο Τραμπ δήλωσε την υποστήριξή του για το μποϊκοτάζ των Εμιράτων και της Σαουδικής Αραβίας κατά του Κατάρ, δηλώνοντας ότι η απομόνωση της χώρας μπορεί να είναι «η αρχή του τέλους για την φρίκη της τρομοκρατίας». Αυτό δημιούργησε ένταση με το κράτος του Κόλπου, το οποίο αποτελεί μια κρίσιμη βάση για τις αεροπορικές επιχειρήσεις του αμερικανικού στρατού στη Μέση Ανατολή και υπέσκαψε τις κινήσεις του [τότε] υπουργού Εξωτερικών, Rex Tillerson, και του υπουργού Άμυνας, James Mattis, για να επιτύχουν ένα γρήγορο τέλος στο μπέρδεμα. Η αίσθηση ότι οι Σαουδάραβες (και οι Εμιρατινοί) μπορούν να απευθύνονται απευθείας στον Λευκό Οίκο μέσω του γαμπρού του προέδρου, Jared Kushner, έχει επίσης δυσχεράνει την προσπάθεια των τακτικών οργάνων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής να φέρουν το αδιέξοδο του Κόλπου σε μια διπλωματική κατάληξη.

23112018-4.jpg

Ο Trump συναντάται με τον πρίγκιπα-διάδοχο στο Ριάντ, τον Μάιο του 2017. JONATHAN ERNST / REUTERS
—————————————————————————-

Παρόλο που η δημόσια στενή αγκαλιά του Τραμπ στον πρίγκιπα-διάδοχο δεν μπορεί να εξυπηρετήσει μακροπρόθεσμα το συμφέρον κανενός εκ των δύο, έχει αναμφισβήτητα δώσει στην Ουάσιγκτον σημαντική επιρροή στο Ριάντ βραχυπρόθεσμα. Η διοίκηση πρέπει να σκεφτεί προσεκτικά πώς να χρησιμοποιήσει αυτήν την επιρροή. Η προσέγγιση των Σαουδαράβων για μια νέα προσπάθεια επίλυσης της ισραηλο-παλαιστινιακής σύγκρουσης θα είχε νόημα, αλλά μόνο εάν το σχέδιο του Trump έχει πραγματική πιθανότητα επιτυχίας. Η διοίκηση δεν πρέπει να παίξει το σαουδαραβικό χαρτί για την ειρηνευτική διαδικασία αν [η διαδικασία] δεν πηγαίνει πουθενά -και δεν υπάρχει λόγος αισιοδοξίας. Όταν πρόκειται για την Συρία, ο Trump δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για μια νέα ειρηνευτική πρωτοβουλία, οπότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να ασχοληθούν οι Σαουδάραβες εκεί. Το Ριάντ συμφωνεί ήδη με μια πιο συγκρουσιακή πολιτική έναντι του Ιράν. Και η διοίκηση έχει ωθήσει με επιτυχία τους Σαουδάραβες να επανεμπλακούν με την κυβέρνηση του Ιρακινού πρωθυπουργού Χαϊντέρ αλ-Αμπαντί [13], κάτι που αποτελεί ένα θετικό βήμα στη μακροπρόθεσμη προσπάθεια σταθεροποίησης του Ιράκ και μείωσης της ιρανικής επιρροής εκεί.

Ο τόπος όπου ο Trump θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει πιο παραγωγικά την στενή του σχέση με τον πρίγκιπα-διάδοχο είναι η Υεμένη. Η διοίκηση πρέπει να συνεχίσει τις προσπάθειές της για να ωθήσει τους Σαουδάραβες να αντιμετωπίσουν την ανθρωπιστική καταστροφή μέσω αποτελεσματικότερης βοήθειας και πιο διακριτικής στρατιωτικής δράσης. Οι Χούθι έχουν επίσης πολλά να απαντήσουν σχετικά με τα δεινά των πολιτών της Υεμένης, και η διεθνής πίεση πρέπει να επικεντρωθεί τόσο σε αυτούς όσο και στους Σαουδάραβες. Οποιαδήποτε διπλωματική πρωτοβουλία για τον τερματισμό των μαχών [14] θα απαιτήσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποφασίσουν αν θέλουν να δουν την χώρα να ξαναχωρίζεται σε δύο κράτη, όπως συνέβαινε πριν από το 1990. Θα περιλαμβάνει επίσης μια πολύπλοκη προσέγγιση προς το Ιράν, την μόνη περιφερειακή δύναμη που έχει οποιαδήποτε επιρροή στους Houthi. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί έστω κι αν η διοίκηση του Τραμπ εργάζεται για να περιορίσει και να ανατρέψει την ιρανική επιρροή στον αραβικό κόσμο. Το Ομάν έχει ενεργήσει ως αγωγός προς το Ιράν και παλαιότερα, και οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν επίσης να διαπραγματευτούν άμεσα με τους Ιρανούς. Εάν η Τεχεράνη έχει κάπως αποδυναμωθεί από τις αντιτρομοκρατικές διαμαρτυρίες που ξέσπασαν στο Ιράν τον Ιανουάριο, μπορεί να είναι ανοικτή στη μείωση της εμπλοκής της στην περιφερειακή σύγκρουση που επηρεάζει λιγότερο τα συμφέροντά της. Η σταθεροποίηση της Υεμένης δεν θα είναι εύκολη, αλλά μια τέτοια προσπάθεια θα δώσει στην Σαουδική Αραβία μια απόλυτα απαραίτητη έξοδο από μια δαπανηρή [πολεμική] εκστρατεία και θα ανακουφίσει μια από τις πιο καυτές ανθρώπινες τραγωδίες του κόσμου.

Εν τω μεταξύ, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στο πώς ο πρίγκιπας-διάδοχος χειρίζεται τα επακόλουθα της εκστρατείας του κατά της διαφθοράς. Εάν ο MBS γίνει ο Xi της χώρας του, τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να διατηρήσουν την πραγματιστική συμμαχία τους, η οποία βασίζεται στο αμοιβαίο όφελος και όχι στις κοινές αξίες. Αν όμως ο MBS αποδειχθεί περισσότερο σαν τον Πούτιν ή τον Ερρίκο VIII, δίνοντας προνόμια στην πολιτική παρέα του και θεωρώντας τον ιδιωτικό τομέα ως προσωπικό ΑΤΜ, τότε οι μακροπρόθεσμες προοπτικές του βασιλείου σε έναν κόσμο όπου οι τιμές του πετρελαίου είναι απίθανο να επιστρέψουν στα ιστορικά ύψη των πρώτων χρόνων αυτού του αιώνα θα είναι πολύ λιγότερο βέβαιες. Στην περίπτωση αυτή, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να αναζητήσουν αλλού έναν εταίρο για την σταθεροποίηση της περιοχής.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2018-03-19/fresh-prince

*Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύθηκε στο τεύχος 53 (Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2018) του Foreign Affairs The Hellenic Edition

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/saudi-arabia/2017-11-08/purge-ri…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/saudi-arabia/2017-01-05/can-moha…
[3] https://www.foreignaffairs.com/regions/saudi-arabia
[4] https://www.brookings.edu/events/saudi-arabia-looks-forward-vision-2030-…
[5] https://www.nytimes.com/2018/03/11/world/middleeast/saudi-arabia-corrupt…
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/2017-12-12/let-women-work
[7] https://www.washingtonpost.com/news/worldviews/wp/2017/10/25/saudi-arabi…
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/saudi-arabia/2017-10-23/saudi-ar…
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/lebanon/2017-11-06/what-hariris-…
[10] https://www.foreignaffairs.com/articles/yemen/2017-10-16/yemens-humanita…
[11] https://www.foreignaffairs.com/articles/qatar/2017-07-24/dont-mind-gulf
[12] https://www.foreignaffairs.com/articles/saudi-arabia/2017-03-16/trump-an…
[13] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2017-08-21/how-saudi…
[14] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2018-02-28/building-…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Θα ριψοκινδύνευε το ΝΑΤΟ να χάσει από τους Κόλπους του την Τουρκία για την Κύπρο;

1

Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΤΣΟΥΡΙΔΗ. 

Σίγουρα στο μυαλό ορισμένων εδώ στην Κύπρο εγείρεται το ερώτημα κατά πόσον θα μπορούσε στο όνομα και για χάριν του ΝΑΤΟ να λυθεί το Κυπριακό. Όμως στην Κύπρο υπάρχουν ορισμένοι οι οποίοι κατά καιρούς τολμούν αυτή τη διασύνδεση. Σκέφτονται ότι κάτι τέτοιο θα ήταν κατορθωτό.

Αρθρογραφούν μάλιστα κατά καιρούς με τη λογική ότι κάτι τέτοιο, η λύση δηλαδή, θα επιτυγχάνετο πολύ πριν το 1974 αν ο Μακάριος είχε επιλέξει την ένταξή μας στο ΝΑΤΟ. Επί του σημείου αυτού έχω γράψει αρκετές φορές. Τόσον για την περίοδο πριν το 1974 όσον και μετά το 1974. Με παραδείγματα και στοιχεία έχω καταδείξει ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν ρεαλιστικό. Και ότι λύση στα πλαίσια του ΝΑΤΟ στο παρελθόν θα οδηγούσε σε υλοποίηση ακριβώς των σχεδίων του ΝΑΤΟ, που ήταν όλα διχοτομικά. Και τίθεται το ερώτημα αν σήμερα, μέσω ΝΑΤΟ, θα μπορούσε να επιτευχθεί μια λειτουργική, βιώσιμη, ασφαλής λύση, η οποία θα οδηγούσε σ’ ένα φυσιολογικό κράτος.

Άρα ένα κράτος ενωμένο, εδαφικά ακέραιο, κυρίαρχο, με μια και μόνο ιθαγένεια, χωρίς ξένους στρατούς, ειδικά τουρκικό και τουρκική βάση. Χωρίς εγγυητές και προστάτες. Ένα Κράτος με πλήρη δικαιώματα και έναν Λαό επίσης με πλήρη δικαιώματα.

Ας το εξετάσουμε. Και ας εξετάσουμε και τι θα συνεπαγόταν για τις σχέσεις της Κύπρου και άλλων κρατών και για την οικονομία μας κάτι τέτοιο. Το πρώτο ερώτημα είναι. Θα ήταν διατεθειμένο λοιπόν το ΝΑΤΟ να επιβάλει μια λύση όπως πιο πάνω περιέγραψα, με αντάλλαγμα την ένταξη της Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας σ’ αυτό; Κάτι τέτοιο θα σήμαινε επιλογή των κυπριακών θέσεων έναντι των τουρκικών. Άρα ΝΑΤΟ και ΗΠΑ θα ριψοκινδύνευαν να χάσουν από τους Κόλπους τους την Τουρκία. Τι λένε επ’ αυτού τα δεδομένα όμως. Οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ δεν μπορούν σ’ αυτό τουλάχιστον το στάδιο να ριψοκινδυνέψουν χάριν της Κύπρου ή και της Ελλάδας να απωλέσουν την Τουρκία. Δε θα είναι καθόλου εύκολο για ΝΑΤΟ και ΗΠΑ αν η Τουρκία εξελιχθεί σε ένα νέο Ιράν. Και μην ξεχνάτε ότι και στην περίπτωση του Ιράν, ουδείς ανέμενε ή υπολόγιζε να γίνει η ανατροπή αλλά έγινε. Όσους πόντους και να κερδίσει το ΝΑΤΟ εντάσσοντας στις γραμμές του χώρες όπως το Μαυροβούνιο και τα Σκόπια, δεν συγκρίνονται με ενδεχόμενη απώλεια της Τουρκίας.

Συνεπώς, από τη στιγμή που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν την Τουρκία σε σειρά από άλλα ζητήματα, π.χ. Συρία, θα τη δελεάσουν σε εκείνα που από καιρό θεωρούν ότι δεν κινδυνεύουν με απώλειες. Και αυτά είναι οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό. Και ορθά εκτιμούν έτσι, γιατί ό,τι και να μας κάνουν, εμείς εκεί. Άρα στο Κυπριακό ούτε άλλαξε, ούτε αναμένεται να αλλάξει η κύρια στόχευση ΝΑΤΟ και ΗΠΑ. Και κύρια στόχευση τους μέχρι στιγμής τουλάχιστον είναι «λύση» του Κυπριακού κατά τρόπο που να… περνά έστω με κόπο από τα δημοψηφίσματα και να ικανοποιεί από την άλλη το αίσθημα ασφάλειας και περηφάνιας όχι των Κυπρίων, αλλά της Τουρκίας. Η βασική αντίληψη τους περί «λύσης» είναι εκεί από το 1962. Έκτοτε πήρε διαφορές μόνο αλλά επί της ουσίας παραμένει η ίδια. Μια διπλοκατοικία με κοινή στέγη και αυλή καθιστικό και όλα τα άλλα χώρια. Και ακτοφύλακας η Τουρκία.

Το δεύτερο ερώτημα είναι κατά πόσο μια τέτοια εξέλιξη θα επέφερε ένα ευρύτερο όφελος για την ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία. Στο διπλωματικό, πολιτικό και οικονομικό πεδίο. Ας το εξετάσουμε και αυτό. Μια ενδεχόμενη ένταξη στο ΝΑΤΟ θα μας φέρει σε ευθεία αντιπαράθεση με όλα εκείνα τα κράτη, και είναι αρκετά, τα οποία το μεν ΝΑΤΟ θεωρεί αντιπάλους και τα ίδια τα κράτη αυτά θεωρούν το ΝΑΤΟ ως κίνδυνο για την ύπαρξη τους.

Ορισμένα από αυτά τα κράτη μπορεί για πολλούς εδώ στην Κύπρο να θεωρούνται αμελητέα, όπως π.χ. η Κίνα και το Ιράν. Έστω και αν το Ιράν διαδραματίζει σημαίνοντα, αν όχι καθοριστικό ρόλο στον Ισλαμικό κόσμο, χωρίς να σημαίνει αυτή η αναφορά τοποθέτηση για το εσωτερικό καθεστώς του Ιράν.

Και θα μου πει κάποιος: και τι μας αφορά και ενδιαφέρει εμάς ο Ισλαμικός κόσμος;
α. Από τους Κόλπους του, σε κρατικό επίπεδο, είναι που προέρχεται ο βασικός κίνδυνος αναγνώρισης του ψευδοκράτους, β. Αν όντως έχουν δίκαιο οι νατοϊκοί «σύμμαχοι» ότι απ’ εκεί εκπηγάζει η τρομοκρατία τότε ανοίγουμε νέα μέτωπα για την Κύπρο.

Βέβαια το ουσιαστικότερο είναι ότι το πρώτο και κύριο κράτος που θεωρεί ότι απειλείται από το ΝΑΤΟ και το κράτος εκείνο το οποίο το ΝΑΤΟ θεωρεί εχθρό υπ’ αριθμόν ένα είναι η Ρωσία. Άρα σε περίπτωση ένταξής μας στο ΝΑΤΟ, οι σχέσεις με τη Ρωσική Ομοσπονδία κλυδωνίζονται. Σχέσεις οι οποίες ήδη δοκιμάζονται από τη μέρα του κουρέματος, τα μέτρα που λαμβάνονται κατά των Ρώσων επενδυτών στην Κύπρο, δικαιολογημένα ή όχι, τη βελτίωση των σχέσεων Τουρκίας – Ρωσίας κ.ο.κ. Μια πλέον απ’ ευθείας αντιπαράθεση λόγω ΝΑΤΟ θα έχει σοβαρότατες διπλωματικές και πολιτικές επιπτώσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία. Και για όσους θα πουν «έγνοια που μας έπιασε για τη Ρωσία, εμείς ανήκουμε στη Δύση» να προσθέσω ότι θα έχουμε και σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις. Και επειδή κάποιος μπορεί να πει ότι θα αναπληρωθεί το οικονομικό κενό από Δυσμάς, να πω ότι μέχρι τώρα δεν έχει συμβεί.

Φυσικά σε περίπτωση ένταξης στο ΝΑΤΟ θα υπάρξουν αναταράξεις και σε πολλά άλλα επίπεδα στις σχέσεις μας και με αρκετά άλλα κράτη. Θα δεχτώ για χάριν συζήτησης ότι στο βωμό μιας ορθής λύσης του Κυπριακού όλα αξίζει να τα συζητήσουμε. Μα αν το ΝΑΤΟ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ επιθυμούσαν πραγματικά μια τέτοια λύση, θα την είχαμε μέχρι σήμερα ή θα την φέρουν αύριο – μεθαύριο και στην περίπτωση που το επιτύχουν ο κυπριακός Λαός ανεξάρτητα από την προσωπική μου άποψη, μάλλον θα συγκλίνει σε ένταξη σε όλους τους Δυτικούς συνασπισμούς.

Αν η απάντηση είναι ότι η Δύση δεν μπορεί να επιβάλει την ορθή, την λογική λύση στην Τουρκία, τότε προς τι η ένταξη στο ΝΑΤΟ; Το τρίτο ερώτημα είναι κατά πόσον στα πλαίσια του ΝΑΤΟ διασφαλιζόμαστε από τις ορέξεις της Τουρκίας. Την απάντηση την έχουμε δεκαετίες τώρα στην πράξη. Όσο εξασφαλίστηκε στις επτά περίπου δεκαετίες ζωής του ΝΑΤΟ η Ελλάδα. Και ας μην μου πει κάποιος ότι αν δεν ήταν στο ΝΑΤΟ θα την κτυπούσε η Τουρκία, γιατί κάθε φορά που έφθαναν σ’ αυτό το σημείο, ο πόλεμος αποφεύγετο με υποχώρηση ή παραχωρήσεις ή και τα δύο από την Ελλάδα. Τραγικό τεράστιο παράδειγμα εμείς. Η Κύπρος. Η Τουρκία στο ΝΑΤΟ κατέχει εξέχουσα θέση. Όπως είχε πει από το βήμα της Βουλής ο πρώην Πρόεδρος Τάσος Παπαδόπουλος, στο ΝΑΤΟ η Τουρκία είναι συνταγματάρχης και εμείς θα είμαστε φαντάροι. Υπάρχουν και άλλα επιχειρήματα για το θέμα αλλά για την ώρα μένω εδώ.

*Δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο.

Για τα 10 χρόνια στην καθαρίστρια

1

Γρηγόρης Κυριζόπουλος

Στο ελληνικό δικαιικό σύστημα ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων είναι διάχυτος και παρεμπίπτων. Δηλαδή, οποιοδήποτε δικαστήριο της χώρας μπορεί, με αφορμή εκδικαζόμενη ενώπιον του υπόθεση, με παρεμπίπτουσα κρίση του, να κρίνει ότι ένας νόμος είναι αντισυνταγματικός και να μην τον εφαρμόσει. Ένας τέτοιος νόμος είναι και αυτό το νομοθετικό σκουπίδι, ο 1608/1950 “Περί καταχραστών του Δημοσίου” με τον οποίο πήγε φυλακή η καθαρίστρια. Το ποινικό Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας και δικαιωμάτων, ώφειλε να κρίνει τον νόμο αντισυνταγματικό και να εφαρμόσει το άρθρο 216 του Π.Κ. για την κοινή πλαστογραφία ή ακόμη και το 217 για την πλαστογραφία πιστοποιητικού. Αυτή είναι η άποψή μου, όσο δε για το αν έχουμε κακούς νόμους φυσικά και έχουμε και τελευταία μας ελπίδα και καταφυγή μέχρι να καταργηθούν είναι η γενναία και δίκαιη κρίση του αυθεντικού ερμηνευτή και εφαρμοστή του δικαίου που δεν είναι άλλος από τον δικαστή.

Προκλήσεις εξωτερικής πολιτικής χωρίς τον «μέγα τιμονιέρη».

0

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

1.-Με τον Κοτζιά υπήρχαν θέματα με τα οποία θα μπορούσε να συμφωνήσει κανείς και άλλα να διαφωνήσει. Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε, για παράδειγμα, στο χειρισμό του κυπριακού, στη συνέχιση, και την εμβάθυνση, των τριμερών στην Ανατολική Μεσόγειο ή, στα ανοίγματα στα βαλκάνια. Οι διαφωνίες εστιάζονται στο περιεχόμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών, στον τρόπο που χειρίστηκε την ελληνο- ρωσική μίνι κρίση αλλά και στο ότι δεν έδωσε κανένα στοιχείο να αντιληφθούμε που το πήγαινε στις σχέσεις με την Αλβανία. Το άνοιγμα προς τα Τίρανα ήταν θετικό. Είναι γνωστό, επίσης, πως πολλά θέματα διπλωματίας όταν εξελίσσονται δεν ανακοινώνονται αλλά δεν μπορεί, σε μείζονος σημασίας ζητήματα, να ερχόμαστε προ τετελεσμένων την παραμονή της λύσης τους. Κάποια ιδέα των κατευθύνσεων θα πρέπει να έχουμε ως λαός.

Ό,τι και να του καταλόγιζε κανείς του Κοτζιά, γεγονός ήταν ότι προσπαθούσε να έχει πολιτική στο υπουργείο εξωτερικών. Ο διάδοχός του Αλέξης Τσίπρας ούτε το αντικείμενο γνωρίζει, ούτε έχει το χρόνο να ασχοληθεί. Ο αναπληρωτής υπουργός εξωτερικών δεν έχει, επίσης, την σχετική πείρα, ούτε την αρμοδιότητα, ίσως, να διαμορφώσει πολιτική. Βεβαίως, ευτυχώς, υπάρχει στο υπουργείο ένας πεπειραμένος και ικανός διπλωμάτης, ο Γενικός Γραμματέας  Δημήτρης Παρασκευόπουλος ο οποίος, όμως, περιορίζεται, αναγκαστικά, είτε στην υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής είτε στη διαχείριση μιας παραδοσιακής εξωτερικής πολιτικής.

Περνάμε, όμως, κρίσιμες στιγμές και η χώρα πρέπει να αναζητήσει επιλογές που θα επηρεάσουν τις εξελίξεις και τη θέση της στην ευρύτερη περιοχή.

2.-Η είδηση πως τα Σκόπια προτείνουν αλλαγές στα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια διότι ενοχλούνται από το περιεχόμενό τους ήταν αναμενόμενη.  Με τα Σκόπια δρομολογήθηκε μια εξέλιξη που το πιθανότερο είναι να δημιουργήσει ένα νέο- μακεδονικό ζήτημα.  Υποτίθεται ότι με τα σχολικά βιβλία της γείτονος θα είχε πρόβλημα η  ελληνική πλευρά για να περιορισθεί ο αλυτρωτισμός τους. Προφανώς, και η άλλη πλευρά θεωρεί πως και τα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια περιέχουν αλυτρωτικά στοιχεία και προτείνει αλλαγές. Στη λογική της αμοιβαιότητας. Αποτελούν αυτές- και άλλες- εξελίξεις μη προβλέψιμες παρενέργειες της συμφωνίας;

Όταν κάθεσαι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων χωρίς ατζέντα, τότε το αποτέλεσμα θα είναι αυτό που έχουμε σήμερα με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Δεν είναι καλή συμφωνία και όσοι, από καλή διάθεση, την υποστήριξαν θα διαπιστώνουν, προϊόντος του χρόνου, πως μπορεί να έκαναν και λάθος.

Αλλά το θέμα της ιστορίας στη στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση είναι ένα ζήτημα το οποίο ταλαιπωρείται γενικότερα από την παρούσα «αριστερή» κυβέρνηση.

Δεν υπάρχει η σχετική πολιτική κουλτούρα στην Ελλάδα αλλά, υποτίθεται, πως ο κρατικός μηχανισμός και οι πολιτικοί ταγοί διδάσκονται από τα λάθη του παρελθόντος.

Μετά την, υποτίθεται, νίκη της Ελλάδας στην κρίση του 1987 ο Ανδρέας Παπανδρέου σύρθηκε στο Νταβός για να συζητήσει με τον Οζάλ, για πρώτη φορά, τις ελληνοτουρκικές «διαφορές». Επέστρεψε με εκείνο το mea culpa αλλά οι διαφορές καταγράφηκαν.

Το ίδιο και ο Σημίτης στη Μαδρίτη. Τα Ίμια, δε, αποτελούν  χαρακτηριστικό case study.

Αυτήν την οδυνηρή πείρα την αξιοποιεί η Ελλάδα στην Ανατολική Μεσόγειο. Ενώ είναι παρούσα αποφεύγει την πρόκληση θερμού επεισοδίου με την Τουρκία, το οποίο επιδιώκει, διακαώς, η Άγκυρα για να γκριζάρει περιοχές.

Αλλά, ας μην είμαστε σίγουροι πως θα μπορούσε να αποφευχθεί η ένταση ή η δημιουργία δυσάρεστων καταστάσεων αν δεν είχαν δρομολογηθεί οι τριμερείς συνεργασίες με την Κύπρο και το Ισραήλ, από τη μια και με την Κύπρο και την Αίγυπτο από την άλλη. Και, κυρίως, αν τις συνεργασίες αυτές δεν τις ενθάρρυνε και δεν τις υποστήριζε η Ουάσιγκτον.

Το ερώτημα είναι αν οι ΗΠΑ στηρίζουν τις συνεργασίες ευκαιριακά ή έχουν προσδώσει σ αυτές στρατηγικά χαρακτηριστικά.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα εγκαταλείψουν, επ ουδενί, την Τουρκία στη Ρωσία εκτός και αν το επιδιώξει με τρόπο απόλυτο η Άγκυρα. Αλλά ούτε αυτό θα συμβεί.

Η Τουρκία θα επανέλθει στο δυτικό μαντρί με όρους και προϋποθέσεις που προς το παρόν δεν διακρίνονται. Θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ενδεχόμενο από την ελληνική πλευρά και να ετοιμάζονται σενάρια πολιτικής διαχείρισης των επιπτώσεων που θα επιφέρει. Χωρίς αμφισβήτηση των συνεργασιών στις οποίες η χώρα έχει δεσμευθεί και οι οποίες αποδίδουν. Αλλά με επανόρθωση στο μέγιστο δυνατό, των σχέσεων με τη Ρωσία.

Η επικείμενη επίσκεψη Τσίπρα στη Μόσχα παρέχει αυτήν την ευκαιρία. Όπως και ο επικείμενος στρατηγικός διάλογος Ελλάδας- ΗΠΑ.

Ελπίζουμε ότι η Αθήνα γνωρίζει τι θέλει και πως στις συναντήσεις αυτές, που αποτελούν όχι συχνές ευκαιρίες, θα το πετύχει με τις αναγκαίες ισορροπίες για τα εθνικά συμφέροντα.

3.-Τέλος, σε σχέση με τη μνήμη και τη διατήρησή της υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα. Ο φάκελος της Κύπρου. Ο πρόεδρος της ΕΔΕΚ Μαρίνος Σιζόπουλος ήταν πρόεδρος της Επιτροπής του κυπριακού κοινοβουλίου για τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Προχθές, στη Θεσσαλονίκη είπε ορισμένα πράγματα και εκείνο που προέκυψε ήταν ότι η εισβολή στην Κύπρο σχεδιάστηκε πολύ πριν γίνει. Αν αυτό είναι το αποτέλεσμα της έρευνας για το φάκελο της Κύπρου τότε άνθρακες ο θησαυρός. Αυτό το γνωρίζαμε εδώ και πολλά χρόνια.

Είναι φανερό ότι έγινε, και συνεχίζει να γίνεται, προσπάθεια συγκάλυψης μιας προδοσίας. Διότι στο κυπριακό υπήρξε προδοσία.

Όσοι συμμετείχαν είτε πολιτικοί ήσαν είτε στρατιωτικοί πρέπει να κατονομαστούν και να αναδειχθούν οι ευθύνες τους. Όχι για να φυλακιστούν, αλλά για να καταδικαστούν από το δικαστήριο της ιστορίας. Διαφορετικά το έγκλημα θα επαναληφτεί.