Αρχική Blog Σελίδα 2739

Οι μαθητικές καταλήψεις και ο μακαρθισμός των εθνομηδενιστών

13

Γιώργος Καραμπελιάς

Eδώ και μερικές βδομάδες, έχουν ξεκινήσει καταλήψεις διαμαρτυρίας των μαθητών υπέρ της ελληνικότητας της Μακεδονίας και ενάντια στη Συνθήκη των Πρεσπών. Το κίνημα αυτό αποτελεί εξέλιξη της γενικής κινητοποίησης που ξεκίνησε από τα συλλαλητήρια σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Ελλάδας και εκφράστηκε και στις συμβολικές πράξεις διαμαρτυρίας κατά τις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου.

Η κυβέρνηση, για να δικαιολογήσει την ενδοτικότητά της απέναντι σε Σκοπιανούς και Αλβανούς, καθώς και την κυριολεκτικά ανεκδιήγητη συμφωνία των Πρεσπών, βάζει μπροστά μια εμφυλιοπολεμική συκοφαντία και καταδικάζει τις κινητοποιήσεις ως υποκινούμενες από φασίστες και χρυσαυγίτες. Στην πραγματικότητα, αυτές είναι αυθόρμητες, γιατί ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της νεολαίας, ιδίως στη Μακεδονία, αντιδρά απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών αλλά και στον γενικότερο εθνομηδενισμό που διοχετεύει η κυβέρνηση στα σχολεία, φτάνοντας να θέλει να καταργήσει ακόμα και τις εθνικές γιορτές και την ίδια την ιστορική μνήμη του ελληνισμού.

Κι όμως, σε αυτό το κίνημα, υπάρχει μια κρυμμένη δυναμική. Η αναγέννηση του πατριωτικού αισθήματος μέσα στη νεολαία ωθεί κομμάτια της να θέτουν σε πρώτη προτεραιότητα το «εμείς», μιλώντας για λογαριασμό της κοινωνίας ως συνόλου, με τρόπο που έχει να συμβεί εδώ και πολλές δεκαετίες. Οι μαθητές δεν καταλαμβάνουν τα σχολεία για τα κυλικεία ή τις εκδρομές, όπως τόσο συχνά συνέβαινε τα προηγούμενα χρόνια. Χαρακτηριστική για το ήθος και τα κίνητρα των κινητοποιούμενων μαθητών είναι η επιστολή μαθητή, προέδρου του δεκαπενταμελούς ενός σχολείου, που δεν πραγματοποίησε κατάληψη αλλά συμπαραστέκεται στους καταληψίες και συμμερίζεται τις απόψεις τους:

«Πριν από μέρες συζητήθηκε και στο δικό μας σχολείο το ενδεχόμενο της κατάληψης σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Αποφασίσαμε ότι δεν θα κάνουμε κατάληψη γιατί κάτι τέτοιο θα λειτουργούσε σε βάρος της μάθησής μας. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι συμφωνούμε με την προδοτική συμφωνία που χαρίζει στους βόρειους γείτονές μας κομμάτι της ιστορίας μας. Κατανοούμε πλήρως όλους τους μαθητές των σχολείων που βρίσκονται σε κατάληψη». (Thestival team, Κοινωνία, 27/11/18 20:55 )

Από την εποχή του Κυπριακού

Ουσιαστικά, μαθητικές κινητοποιήσεις για ένα εθνικό θέμα έχουν να πραγματοποιηθούν από την περίοδο των κινητοποιήσεων για την Κύπρο, στη δεκαετία του 1960 και του 1970. Εμφανίζεται δηλαδή, για πρώτη φορά, μια προοπτική υπέρβασης των ψευδοκινημάτων, του «σπάω-καίω-καταστρέφω», τα οποία εξουδετέρωσαν κατά το άμεσο παρελθόν τις αντιστασιακές διαθέσεις της νεολαίας, καθιστώντας τες, εν τέλει, αυτοκαταστροφικές και στρέφοντάς τες σε μηδενιστική κατεύθυνση.

Σε αντίθεση με τον μηδενισμό, ο πατριωτισμός της νεολαίας μπορεί να αποκτήσει και ένα ευρύτερο «κοινωνικό βάθος», δηλαδή να θέσει αιτήματα ανασυγκρότησης του υποβαθμισμένου σχολείου, του μισοδιαλυμένου πανεπιστημίου, ακόμα και του ίδιου του μαθητικού και φοιτητικού κινήματος. Έτσι, οι μαθητές στην Κατερίνη, δίπλα στις ελληνικές σημαίες και τα συνθήματα για τον Παύλο Μελά, έχουν και ένα πανώ με το σύνθημα: «Οι μαθητές δεν σκύβουν το κεφάλι / Παλεύουνε για μόρφωση και κοινωνία άλλη». Ίσως, μέσα στη γενική παρακμή που μας έχουν βυθίσει οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αλλά και οι κοσμοπολίτικες και ημιμαθείς πνευματικές ηγεσίες της χώρας, αυτή η πατριωτική αφύπνιση της νεολαίας να αποτελεί μια αχτίδα φωτός και ελπίδας.

Στην καταστολή αυτής, ακριβώς, της ελπίδας και της προοπτικής στοχεύει η «εμφυλιακή μηχανική» της κυβέρνησης που θέλει –κυριολεκτικά– να στρέψει το κίνημα προς τον χρυσαυγιτισμό, που εξάλλου είναι και ο καλύτερος σύμμαχός της. Κάλλιο το πατριωτικό δυναμικό, σκέφτεται, να εκτραπεί προς τον μπαμπούλα της ακροδεξιάς, παρά να απελευθερωθεί, ανατρέποντας τις ιδεολογικές ισορροπίες του ετοιμοθάνατου πολιτικού σκηνικού. Εξ ου, και το κρεσέντο του ψευδο-αντιφασισμού των τελευταίων ημερών, ο οποίος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να σπονσοράρει την ακροδεξιά, μέσα από την τεχνητή υπερδιόγκωση μειοψηφικών περιστατικών.

Κι αυτή την κυβερνητική στρατηγική στηρίζουν και κάποιες ομάδες της άκρας αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου (και, δυστυχώς, και της ΚΝΕ που συκοφαντεί το μαθητικό κίνημα ως ακροδεξιό). Τρομοκρατούν και απειλούν τους μαθητές, όπως συνέβη στον Γέρακα ή τη Θεσσαλονίκη, όπου οι εθνομηδενιστές πραιτοριανοί έχουν αντικαταστήσει, εν έτει 2018, τους αγανακτισμένους «πολίτες»-παρακρατικούς και Εκοφίτες των διαδηλώσεων του 1960.

O ανθελληνισμός των Αντίφα

Στην πραγματικότητα, τα σκανδαλωδώς ανθελληνικά, φιλοτουρκικά και φιλοσκοπιανά συνθήματα των «Αντίφα», οι εκβιασμοί και οι απειλές των διευθυντών των σχολείων και των περιφερειών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και οι ύβρεις των υπουργών, θέλουν ακριβώς να στρέψουν κάθε πατριωτική αμφισβήτηση προς την κατεύθυνση των φασιστών, για να μπορούν να εμφανίζουν ως «αντιφασιστικό» τον δικό τους ενδοτισμό και εθνομηδενισμό. ΣΥΡΙΖΑ, Αντίφα και χρυσαυγίτες έχουν κοινό συμφέρον να εμφανίσουν τις πατριωτικές κινητοποιήσεις ως φασιστικές. Το «εμφυλιοπολεμικό κλίμα» συμφέρει και τους δυο, γιατί έτσι επιτυγχάνεται η διαίρεση της χώρας σ’ ένα «αριστερό έθνος» και σ’ ένα «δεξιό έθνος», αντί για ένα ενιαίο και ενωμένο ελληνικό έθνος.

Την απάντηση όμως, την δίνουν οι ίδιοι οι μαθητές. Διαβάζουμε και πάλι στην επιστολή του μαθητή που προαναφέραμε:  «Πιστεύετε ότι εμείς οι Μακεδόνες νέοι θα περιμέναμε τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής ή οποιαδήποτε άλλη ακροδεξιά οργάνωση για να διατρανώσουμε την αντίθεσή μας στη Συμφωνία των Πρεσπών; Eμείς οι μαθητές των σχολείων της Βόρειας Ελλάδας γνωρίζουμε ιστορία. Αν νομίζετε ότι θα μας τρομάξει η ταμπέλα του «φασίστα», τότε είστε γελασμένοι. Είστε μια χούφτα νοματαίοι και θέλετε να επιβάλετε την άποψή σας για τη Συμφωνία των Πρεσπών στη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Και λέτε εμάς φασίστες; Όσο για εσάς που κυκλοφορείτε με σβάστικες στα μπράτσα και προσπαθείτε να καπελώσετε το αγνό πατριωτικό αίσθημα, να γνωρίζετε ότι ούτε ένας από τους ήρωες που έχυσαν το αίμα τους για τη Μακεδονία δεν θα ήθελε να έχει παρτίδες μαζί σας». (Thestival team, Κοινωνία, 27/11/18 20:55 )

Όπως τονίζει, με τόσο ώριμο και υπεύθυνο τρόπο ο νεαρός μαθητής, απέναντι στο θανάσιμο δίπολο εθνομηδενιστών και ναζιστών, υπάρχει μόνο μια διέξοδος: ο δημοκρατικός πατριωτισμός. Γι’ αυτό και οι μαθητές, όταν ξεπουλιέται ένα κομμάτι της πατρίδας και της ιστορίας μας, έχουν όχι μόνο δικαίωμα αλλά και πατριωτικό καθήκον να κάνουν επιτέλους καταλήψεις και κινητοποιήσεις για τη Μακεδονία, κι όχι βέβαια για τις τυρόπιτες στα κυλικεία ή για τις εκδρομές, όπως συνέβαινε μέχρι χθες. Άμποτες ν’ αρχίσει αυτή η τόσο αναμενόμενη αφύπνιση της νεολαίας μας από τον δημοκρατικό πατριωτισμό.

Οι μαθητικές καταλήψεις και ο μακαρθισμός των εθνομηδενιστών

Η επιστροφή του Ισραήλ στην Αφρική

0
Και πώς μπορεί να αξιοποιηθεί από Ελλάδα και Κύπρο
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Βενιαμίν Νετανιάχου, χειρονομεί προς τον πρόεδρο του Τσαντ, Ικρίς Ντέμπι, καθώς κάνουν κοινές δηλώσεις στην Ιερουσαλήμ, στις 25 Νοεμβρίου 2018. REUTERS/Ronen Zvulun.
Περίληψη:

Με αφορμή την πρόσφατη επαναπροσέγγιση του Ισραήλ με το Τσαντ, το άρθρο εξετάζει την δυναμική που θα μπορούσε να αναπτύξει η υφιστάμενη περιφερειακή συνεργασία της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ, ως προς τις προοπτικές των σχέσεων της Αθήνας, της Λευκωσίας με τις αφρικανικές χώρες – δια του Ισραήλ.

Ο ΓΑΒΡΙΗΛ ΧΑΡΙΤΟΣ είναι δικηγόρος, διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν του Ισραήλ. Το βιβλίο του «Κύπρος, το Γειτονικό Νησί – Το Κυπριακό μέσα από τα Κρατικά Αρχεία του Ισραήλ, 1946-1960» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση (2018).

Στα τέλη του περασμένου Οκτωβρίου, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Βενιαμίν Νετανιάχου, εξέπληξε φίλους και αντιπάλους, εντός και εκτός Ισραήλ, με μια μονοήμερη επίσκεψη-έκπληξη στο Σουλτανάτο του Ομάν, μια χώρα με την οποία το Ισραήλ δεν διατηρεί διπλωματικές σχέσεις. Εξέπληξε επίσης η ασυνήθιστη δράση μιας από τις πιο απόμακρες χώρες του Περσικού Κόλπου να αναλάβει διπλωματικές πρωτοβουλίες με στόχο την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ισραήλ και της Παλαιστινιακής Αρχής.

Την Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018, η ισραηλινή διπλωματία εκπλήσσει ξανά, με ακόμα μια απρόσμενη επίσκεψη-αστραπή, η οποία κρατήθηκε μυστική μέχρι να συμπληρωθούν λιγοστές μόνο ώρες πριν την πραγματοποίησή της. Αυτή την φορά, στο επίκεντρο βρέθηκε μια χώρα της Κεντρικής Αφρικής, που και αυτή –όπως το Ομάν- σπάνια έρχεται στο προσκήνιο: Το Τσαντ.

29112018-1.jpg

Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Βενιαμίν Νετανιάχου, χειρονομεί προς τον πρόεδρο του Τσαντ, Ικρίς Ντεμπί, καθώς κάνουν κοινές δηλώσεις στην Ιερουσαλήμ, στις 25 Νοεμβρίου 2018. REUTERS/Ronen Zvulun
————————————————————————————————–

Κατά την πρώτη μέρα της -ιστορικής, κατά τα τοπικά ΜΜΕ- πρώτης επίσκεψής του στο Ισραήλ (25/11), ο πρόεδρος του Τσαντ, Ικρίς Ντεμπί, συναντήθηκε με τον Ισραηλινό ομόλογό του, Ρεουβέν Ρίβλιν, τον πρωθυπουργό Νετανιάχου και με υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους του ισραηλινού Υπουργείου Εξωτερικών και του Άμυνας. Την επομένη (26/11), και όπως ορίζει το πρωτόκολλο, κατέθεσε στεφάνι στο Μουσείο του Ολοκαυτώματος στην Ιερουσαλήμ. Το ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της εξέλιξης είναι ότι η επίσκεψη του Προέδρου του Τσαντ δεν σημαίνει ότι οι διπλωματικές σχέσεις της χώρας του με το Ισραήλ αποκαθίστανται. Όπως το Ομάν, έτσι και το Τσαντ δεν διατηρούν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ, και αμφότεροι οι ηγέτες τους, τόνισαν ρητά ότι δεν έχουν λάβει απόφαση να τις ομαλοποιήσουν άμεσα.

Με μια πρώτη ανάγνωση της επίσκεψης του Προέδρου του Τσαντ στο Ισραήλ, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι τα στεγανά που άλλοτε καθόριζαν τις σχέσεις του Ισραήλ με την Αφρική, μεταβάλλονται άρδην. Ωστόσο, τίποτα ακόμα δεν έχει κριθεί τελειωτικά. Παράλληλα, όμως, με δεδομένο ότι οι σχέσεις της Ελλάδας και της Κύπρου με το Ισραήλ τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί σε κάθε δυνατό επίπεδο, η ισραηλινή «επανάκαμψη» στην Αφρική θα πρέπει να κινήσει το ενδιαφέρον της Αθήνας και της Λευκωσίας.

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ

Σε αυτό το πλαίσιο αξίζει να εκτεθούν κάποια βασικά στοιχεία της παρουσίας του Ισραήλ στην Αφρική, μια ήπειρο κατ’ εξοχήν απρόθυμη να εμπλακεί ενεργά στα τεκταινόμενα της Μέσης Ανατολής, και ειδικότερα στην αραβοϊσραηλινή διένεξη –χωρίς ωστόσο να αρνείται να λάβει θέση, όποτε ήταν αναγκασμένη να το πράξει.

Η δεκαετία του ’60, οπότε και σημειώθηκε το μεγάλο κύμα αποαποικιοποίησης της Μαύρης Ηπείρου, υπήρξε κομβική για την ισραηλινή διπλωματία. Ήταν η εποχή που το Ισραήλ έβλεπε τον εαυτό του απομονωμένο στον ΟΗΕ και στα νέα διεθνή fora που διαμορφώνονταν τότε. Η στρατιωτική σύμπραξη του Ισραήλ με την Βρετανία και την Γαλλία στην Κρίση του Σουέζ το 1956, έδωσε την ευκαιρία στον αραβικό κόσμο να παρακινήσουν τα νέα κράτη που αναδύονταν σε Ασία και Αφρική να λάβουν μια ξεκάθαρη θέση κατά του εβραϊκού κράτους, το οποίο επέλεξε την δεδομένη στιγμή να ταχθεί υπέρ των αποικιοκρατικών δυνάμεων. Προκειμένου να αντιμετωπισθεί το εξαιρετικά δυσάρεστο διπλωματικό κλίμα, η τότε υπουργός Εξωτερικών, και μετέπειτα πρωθυπουργός της χώρας, Γκόλντα Μέιρ, αποφάσισε να θέσει σε προτεραιότητα την διείσδυση του Ισραήλ στο άγνωστο περιβάλλον των χωρών της Αφρικής, που προσπαθούσαν να ορθοποδήσουν οικονομικά και κοινωνικά –και με αυτόν τον τρόπο να διαψευσθούν τρόπον τινά οι κατηγορίες της νασερικής Αιγύπτου ότι ο ισραηλινός παράγοντας ήταν ουσιαστικά «το δεξί χέρι των Ευρωπαίων αποικιοκρατών».

Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, η ισραηλινή εξωτερική πολιτική είχε έγκαιρα διαβλέψει ότι η ανάπτυξη διπλωματικών σχέσεων με τις νέες αφρικανικές χώρες έπρεπε να περάσει πρώτα μέσα από την εφαρμογή αναπτυξιακών προγραμμάτων σε τομείς βασικούς για την χειραφέτηση των κοινωνιών τους, που δεν είχαν ακόμα συνειδητοποιήσει ότι είναι ικανές να αυτοδιοικούνται. Το 1958 υπήρξε μια χρονιά-σταθμός στην αφρικανική εξωτερική πολιτική του Ισραήλ, με την Γκόλντα Μέιρ να προσελκύει τα φώτα της διεθνούς επικαιρότητας στην πρώτη της επίσκεψη στην άγνωστη ήπειρο. Αίσθηση είχε προκαλέσει η επίσκεψή της στην Γκάνα, ακριβώς την ημέρα που γιορταζόταν η πρώτη επέτειος της ανεξαρτησίας της. Την ίδια χρονιά, προστέθηκε στο οργανόγραμμα του ισραηλινού Υπουργείου Εξωτερικών ειδικό τμήμα που ασχολείτο αποκλειστικά με την παροχή τεχνογνωσίας στις αφρικανικές χώρες και την εκπόνηση αναπτυξιακών προγραμμάτων, στο πλαίσιο των οποίων αποστέλλονταν Ισραηλινοί ειδικοί στους τομείς της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της παιδείας, ως επίσης και ισραηλινές οικοδομικές εταιρείες και –φυσικά– απεσταλμένοι της ισραηλινής στρατιωτικής βιομηχανίας. Το Ισραήλ είχε ήδη αρκετή πείρα για τον τρόπο με τον οποίον θα μπορούσε να εισχωρήσει στο οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό περιβάλλον των αναπτυσσομένων χωρών, αρχής γενομένης από την Βιρμανία, την πρώτη χώρα που το Ισραήλ εφάρμοσε αναπτυξιακά προγράμματα αυτής της μορφής ήδη από το 1953. Το «διπλωματικό αντίτιμο» που οι αφρικανικές χώρες κατέβαλαν πρόθυμα, ήταν η θετική (ή η μη-αρνητική) στάση τους ως προς τις ισραηλινές θέσεις στον ΟΗΕ και στους διεθνείς οργανισμούς.

Αν και δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι η εξωτερική πολιτική των νεοσύστατων αφρικανικών χωρών ικανοποιούσε πλήρως τους Ισραηλινούς –παρ’ όλα αυτά, σε δεδομένες κρίσιμες ψηφοφορίες στον ΟΗΕ, ή ακόμα και σε συνεδριάσεις του Κινήματος των Αδεσμεύτων ή του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας, διακρίνονταν λίγες μεν, πλην όμως σημαντικές διαφοροποιήσεις των χωρών εκείνων που είχαν γίνει αποδέκτες της ισραηλινής τεχνικής βοήθειας. Έτσι, από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 μέχρι και τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, τον Ιούνιο του 1967, είχε αναπτυχθεί ένα de facto, άτυπο «φιλοϊσραηλινό μέτωπο» στο οποίο συγκαταλέγονταν χώρες, οι οποίες δεν ενδιαφέρονταν να λάβουν μια ξεκάθαρη θέση στο Παλαιστινιακό πρόβλημα -είτε λόγω της μακρινής τους γεωγραφικής θέσης, είτε εξ αιτίας της απουσίας ισχυρού μουσουλμανικού στοιχείου στο εσωτερικό τους είτε λόγω των τεχνικών αναγκών που η τότε κραταιά Αίγυπτος του Νάσερ, εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να καλύψει.

Το καλοκαίρι του 1967, ο Πόλεμος των Έξι Ημερών επέφερε το πρώτο ρήγμα στις σχέσεις του Ισραήλ με την Αφρική. Στη συνέχεια, ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ το 1973, έδωσε την «χαριστική βολή» στην ισραηλινή παρουσία στην Αφρική. Χώρες που διατηρούσαν διπλωματικές σχέσεις με το εβραϊκό κράτος, άρχισαν να αναθεωρούν την στάση τους και οι ισραηλινές Πρεσβείες στην Μαύρη Ήπειρο έκλειναν η μια μετά την άλλη. Μετά τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ του 1973, από τις συνολικά 34 χώρες της Αφρικής που διατηρούσαν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ, οι 30 τις διέκοψαν –με εξαίρεση το Μαλάουι, το Λεσόθο, την Σουαζιλάνδη και τον Μαυρίκιο (ο οποίος, τέσσερα μόλις χρόνια αργότερα, διέκοψε και εκείνος τις σχέσεις του με το Ισραήλ το 1976).

Ως γνωστόν, «η φύση μισεί τα κενά». Αφού το Ισραήλ ουσιαστικά είχε σχεδόν «εξαφανιστεί» από τον αφρικανικό χάρτη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, αύξησαν την οικονομική και διπλωματική τους επιρροή στην Μαύρη Ήπειρο αρχικά η νασερική Αίγυπτος, στην συνέχεια η Λιβύη του συνταγματάρχη Καντάφι και αργότερα η Νότιος Αφρική. Αν και η ισραηλινή τεχνική βοήθεια δεν εξαφανίστηκε εντελώς, διατηρώντας την παρουσία της κυρίως στις χώρες της Δυτικής Αφρικής, η αλήθεια ήταν ότι σε καθαρά διπλωματικό επίπεδο το Ισραήλ δεν είχε να περιμένει κάτι το ευοίωνο από τις αφρικανικές ψήφους στα διεθνή fora.

Μόνο μετά την ειρηνευτική διάσκεψη της Μαδρίτης, το 1991, και παραμονές της υπογραφής των συμφωνιών του Όσλο, το Ισραήλ άρχισε να επιστρέφει ξανά στην Αφρική. Ωστόσο, οι αφρικανικές χώρες έδειχναν να αναμένουν το «πράσινο φως» του αραβικού κόσμου προτού κάνουν το πρώτο βήμα.

Παραδόξως, παρά το ελπιδοφόρο κλίμα ευφορίας που επικρατούσε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ότι δηλαδή η αραβοϊσραηλινή διένεξη βαίνει προς επίλυση, οι διμερείς σχέσεις μεταξύ του Ισραήλ και του Τσαντ, παρέμεναν κυριολεκτικά «παγωμένες».

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΙΣΡΑΗΛ-ΤΣΑΝΤ

Για να κατανοήσουμε την ξαφνική επαναπροσέγγιση μεταξύ του Ισραήλ και του Τσαντ, είναι σκόπιμο να εξετάσουμε εν συντομία το υπόβαθρο των διμερών τους σχέσεων.

Το Τσαντ απέκτησε την ανεξαρτησία του στις 11 Αυγούστου 1960 και, όπως συνήθιζε εκείνη την εποχή, το Ισραήλ έσπευδε να αναγνωρίσει κάθε νέο αφρικανικό κράτος που αποαποικιοποιείτο και να ορίζει αμέσως Πρέσβυ στην πρωτεύουσά του. Η βιασύνη που επεδείκνυε η ισραηλινή διπλωματία είχε στόχο να μην δώσει χρόνο στην τότε κραταιά Αίγυπτο του Νάσσερ να θέσει τους δικούς της όρους και προϋποθέσεις στις νεοσύστατες χώρες, σε σχέση με την στάση που θα έπρεπε να κρατήσουν ως προς την αραβοϊσραηλινή διένεξη. Ήταν η εποχή που ο αραβικός κόσμος είχε αποφασίσει να επιβάλει εμπορικό αποκλεισμό στο Ισραήλ, ως μέσο πολιτικής πίεσης –μια προσπάθεια που είχε σημειώσει πολλές επιτυχίες.

Η βιασύνη του Ισραήλ να συστήσει διπλωματικές σχέσεις με τις ανεξαρτητοποιημένες αποικίες εκδηλώθηκε και στην περίπτωση της Κύπρου, η οποία και εκείνη –όπως και το Τσαντ– απέκτησε την ανεξαρτησία της αλλά μια ακριβώς εβδομάδα αργότερα, στις 16 Αυγούστου 1960. Ακριβώς την ίδια περίοδο, ο Αιγύπτιος ηγέτης, Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, αντιμετώπιζε το ίδιο ακριβώς ζήτημα –αφ’ ενός στην Λευκωσία και αφ’ ετέρου στην πρωτεύουσα του Τσαντ, Ντζαμένα– με στόχο να εμποδίσει τις δύο αυτές νέες χώρες να συστήσουν διπλωματικούς και οικονομικούς δεσμούς με το Ισραήλ. Τόσο στην περίπτωση του Τσαντ, όσο και στην περίπτωση της Κύπρου, το Ισραήλ «πρόλαβε» να εξασφαλίσει την εγκαθίδρυση διπλωματικών σχέσεων –προκαλώντας την αραβική δυσαρέσκεια.

Η ιδιαιτερότητα της ισραηλινής παρουσίας στο Τσαντ συνίσταται στο γεγονός ότι το Ισραήλ, ήδη από τις πρώτες μέρες της διπλωματικής του παρουσίας εκεί, κλήθηκε να λάβει ενεργό ρόλο στις εσωτερικές υποθέσεις της νεοσύστατης χώρας, και να αναμιχθεί στην ανοιχτή διαμάχη μεταξύ των χριστιανικών πληθυσμών που ζούσαν στις νότιες επαρχίες του Τσαντ και των Μουσουλμάνων του βορρά. Αν και οι Μουσουλμάνοι πλειοψηφούσαν, την εξουσία κατείχε ο Χριστιανός πρόεδρος της χώρας, Φρανσουά Τομπαλμπαγιέ (François Tombalbaye). Οι επικριτές του καθεστώτος υποστήριζαν ότι, στην πραγματικότητα, το Τσαντ ποτέ δεν ανεξαρτητοποιήθηκε, μιας και ο Πρόεδρος Τομπαλμπαγιέ, όταν η χώρα του βρισκόταν υπό γαλλική αποικιακή διοίκηση, είχε ορισθεί πρωθυπουργός της. Οι επικρίσεις αυτές δεν είναι αβάσιμες. Όταν το Τσαντ ανεξαρτητοποιήθηκε, η Γαλλία φρόντισε να διατηρήσει ισχυρή στρατιωτική δύναμη. Έτσι, η υφέρπουσα διαμάχη Χριστιανών-Μουσουλμάνων μέσα σε πολύ λίγο διάστημα έλαβε μεγάλες διαστάσεις και το 1966 οι Μουσουλμάνοι του βορρά συνέστησαν ένοπλη ομάδα ανταρτών, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο του Τσαντ (Front de la Liberation Nationale du Chad – FROLINAT). Μήλον της έριδος ήταν η περιοχή Αούζου, στην μεθόριο Τσαντ-Λιβύης, η οποία είναι πλούσια σε κοιτάσματα ουρανίου.

Με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Τσαντ, αρχικά το Ισραήλ προσέφερε στο νέο κράτος χαμηλότοκο δάνειο με ευνοϊκούς όρους και μεσολάβησε ούτως ώστε να λάβει ακόμα ένα μεγάλο δάνειο από γερμανικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Ανέλαβε να οργανώσει κρατικές αγροτοκτηνοτροφικές μονάδες αποστέλλοντας Ισραηλινούς συμβούλους και, τέλος, ύστερα από αίτημα του προέδρου Τομπαλμπαγιέ, έστειλε έμπειρους αξιωματικούς του ισραηλινού στρατού προκειμένου να εκπαιδευθεί η προεδρική φρουρά. Με τον καιρό, η φρουρά αυτή ενισχύθηκε, λαμβάνοντας μορφή πολιτοφυλακής, με αποκλειστικό στόχο την διατήρηση του καθεστώτος στην εξουσία, όπως εξιστορεί στο βιβλίο του «Ισραήλ και Αφρική» (Israel ve-Afrika, Magnes Press, Jerusalem, 2011) ο Ισραηλινός πρέσβυς ε.τ. και ερευνητής του Ινστιτούτου Τρούμαν του Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ, δρ. Αριέ Οντέντ. Με αυτόν τον τρόπο, το Ισραήλ ενεπλάκη έμμεσα, αλλά αποφασιστικά, στην διαμάχη ανάμεσα στο καθεστώς Τομπαλμπαγιέ και τους Μουσουλμάνους αντάρτες του κινήματος FROLINAT στο βόρειο Τσαντ.

Τον Ιούνιο του 1967 ξέσπασε ο Πόλεμος των Έξι Ημερών, με αποτέλεσμα την επικράτηση του Ισραήλ έναντι των στρατιωτικών δυνάμεων της Αιγύπτου, της Ιορδανίας, της Συρίας, του Λιβάνου και του Ιράκ. Η κατάληψη αραβικών εδαφών από το Ισραήλ προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις. Ο αραβικός κόσμος, με επικεφαλής τη νασερική Αίγυπτο, κατάφερε να συσπειρώσει γύρω του διπλωματικά τα νέα κράτη που είχαν αποκτήσει την ανεξαρτησία τους στην Ασία και στην Αφρική. Το Κίνημα των Αδεσμεύτων και ο Οργανισμός Αφρικανικής Ενότητας υιοθετούσαν αντι-ισραηλινές θέσεις και ψηφίσματα, με αποτέλεσμα πολλές χώρες της Αφρικής να διακόπτουν τις διπλωματικές τους σχέσεις με το Ισραήλ, ή να μειώνουν αισθητά τις συναλλαγές τους μαζί του. Όμως, εξ αιτίας της ισχυρής διασύνδεσης του Ισραήλ με το καθεστώς Τομπαλμπαγιέ –και σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στην υπόλοιπη αφρικανική ήπειρο- οι καλές σχέσεις του Τσαντ και του Ισραήλ δεν επηρεάσθηκαν.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1969, στην Λιβύη, ο συνταγματάρχης Καντάφι κατέλαβε την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα. Οι Μουσουλμάνοι αντάρτες του βορείου Τσαντ βρήκαν στο πρόσωπο του Καντάφι τον δυνατό σύμμαχο που αποζητούσαν και η καθεστωτική αλλαγή στην Λιβύη άλλαξε τις ισορροπίες στην εσωτερική πολιτική σκηνή του Τσαντ: Ενόσω οι ένοπλες συρράξεις στην χώρα συνεχίζονταν, ο καθεστωτικός στρατός είχε την στήριξη της Γαλλίας, οι αντάρτες κέρδισαν την υποστήριξη της Λιβύης –ενώ, την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος Τομπαλμπαγιέ είχε εμπιστοσύνη μόνο στην «δική του» πολιτοφυλακή και στην ισραηλινή της τεχνογνωσία και εκπαίδευση. Είχε γίνει πλέον σαφές, ότι το καθεστώς Καντάφι είχε θέσει στόχο να ελέγξει τα κοιτάσματα ουρανίου στο βόρειο Τσαντ. Επρόκειτο για μια φιλοδοξία, που ο Πρόεδρος του Τσαντ, η Γαλλία και το Ισραήλ ήθελαν να εμποδίσουν.

Το έτος 1972 αποτέλεσε ορόσημο για τις διμερείς σχέσεις του Τσαντ με το Ισραήλ. Το Τσαντ αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω του εμφυλίου πολέμου που βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και η κυβέρνηση Τομπαλμπαγιέ ζήτησε από το Ισραήλ δάνειο ύψους 100 εκατομμυρίων δολαρίων. Η ισραηλινή πλευρά, όμως, απέρριψε το αίτημα κρίνοντας ότι η αποπληρωμή ενός τέτοιου ποσού από το Τσαντ θα ήταν ανέφικτη. Αν και η άρνηση των Ισραηλινών ήταν αντικειμενικά σωστή, σηματοδότησε την απαρχή αλυσιδωτών γεγονότων σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 1972, η Λιβύη εισέβαλε στο βόρειο Τσαντ για να θέσει υπό τον έλεγχό της τα σημαντικά κοιτάσματα ουρανίου. Ως πρόσχημα για αυτήν του την απόφαση, ο συνταγματάρχης Καντάφι προέβαλε την ανάγκη προστασίας των Μουσουλμάνων κατοίκων της περιοχής έναντι του καθεστώτος Τομπαλμπαγιέ. Η εισβολή της Λιβύης στο βόρειο Τσαντ αποτέλεσε το κύριο ζήτημα που απασχολούσε το καθεστώς Καντάφι για πολλά χρόνια ακόμα. Προφανώς, έτσι εξηγείται γιατί το 1974 η Λιβύη υπήρξε η πρώτη –και η μόνη– χώρα που συνεχάρη την Τουρκία, επειδή εισέβαλε στην Κύπρο. Τουρκία και Λιβύη μοιράζονταν τότε ταυτόσημο αφήγημα.

Με τον λιβυκό στρατό να έχει εισβάλει στο έδαφος της χώρας του και με την οικονομία κατεστραμμένη, ο Πρόεδρος του Τσαντ βρέθηκε αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα. Επειδή, όμως, η «φύση μισεί τα κενά», βρέθηκε στο προσκήνιο ως από μηχανής θεός η Σαουδική Αραβία, η οποία και προσέφερε στο καθεστώς Τομπαλμπαγιέ γενναιόδωρη οικονομική βοήθεια, θέτοντάς του όμως έναν σημαντικό όρο : Να διακόψει κάθε επαφή με το Ισραήλ. Ο Τομπαλμπαγιέ θα μπορούσε ίσως να ζητήσει την οικονομική ενίσχυση της Γαλλίας. Ωστόσο, όπως τουλάχιστον προκύπτει από ισραηλινές αρχειακές πηγές, ο Πρόεδρος του Τσαντ υποπτευόταν ότι στην πραγματικότητα η Λιβύη είχε ενθαρρυνθεί παρασκηνιακά από το Παρίσι να εισβάλλει στις βόρειες επαρχίες της χώρας του, επειδή προφανώς οι Γάλλοι τον θεωρούσαν πια «καμένο χαρτί». Για αυτούς τους λόγους, εν τέλει το Τσαντ ενέδωσε στις απαιτήσεις της Σαουδικής Αραβίας και ο πρόεδρος Τομπαλμπαγιέ διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις της χώρας του με το Ισραήλ. Φρόντισε, όμως, να ενημερώσει παρασκηνιακά τους Ισραηλινούς ότι είχε αναγκαστεί να προβεί σε αυτήν την κίνηση, επειδή δεν είχε άλλη επιλογή. Και αυτή ήταν η αλήθεια.

Έτσι, ενώ το 1973 οι υπόλοιπες αφρικανικές χώρες διέκοπταν τις διπλωματικές τους σχέσεις με το Ισραήλ η μια μετά την άλλη, εξ αιτίας του Πολέμου του Γιομ Κιπούρ, το Τσαντ –μια από τις πολύ λίγες χώρες της Αφρικής που είχε κάθε λόγο να μην διαταράξει τους δεσμούς της με το εβραϊκό κράτος– είχε ήδη διακόψει κάθε επαφή μαζί του, και μάλιστα μια χρονιά νωρίτερα, το 1972. Εάν η ισραηλινή κυβέρνηση χορηγούσε το δάνειο των 100 εκατομμυρίων δολαρίων που ζητούσε το Τσαντ, πιθανότατα η εξέλιξη των γεγονότων να ήταν εντελώς διαφορετική.

Η πρόσφατη επίσκεψη του νυν Προέδρου του Τσαντ στο Ισραήλ, τον Νοέμβριο του 2018, αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη επίσημη, φανερή κίνηση επαναπροσέγγισης μεταξύ των δύο χωρών –46 ολόκληρα χρόνια αργότερα.

Η ΙΣΡΑΗΛΙΝΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ – Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΥΣΙΑ

Η ειρηνευτική διαδικασία του Όσλο και η υπεραισιόδοξη –όπως δυστυχώς αποδείχθηκε– προσέγγιση της διεθνούς κοινότητας άλλαξαν άρδην τις σχέσεις του Ισραήλ με τις αφρικανικές χώρες. Αν και τελικά, η διαδικασία του Όσλο δεν απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, εν τω μεταξύ οι περισσότερες χώρες της Αφρικής εξομάλυναν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ. Σε αντίθεση, όμως, με τον ενθουσιασμό που είχε επιδείξει η ισραηλινή διπλωματία την δεκαετία του ’60, το Ισραήλ δείχνει να επιλέγει πλέον με ποιες χώρες αξίζει να εμβαθύνει τις σχέσεις του. Σε πολλές, μάλιστα, περιπτώσεις, το Ισραήλ αποφάσισε να αναστείλει την λειτουργία των πρεσβειών του σε ορισμένες αφρικανικές πρωτεύουσες, λόγω του υψηλού κόστους διατήρησής τους. Εξαίρεση απετέλεσε η απόφαση του κλεισίματος της Πρεσβείας του Ισραήλ στην Χαράρε, πρωτεύουσα της Ζιμπάμπουε, λόγω της «αντισημιτικής» –όπως εκτιμήθηκε- πολιτικής του τέως προέδρου της χώρας, Ρόμπερτ Μουγκάμπε. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, τα κριτήρια ήταν αμιγώς οικονομικά.

Η Αφρική των τελευταίων είκοσι ετών δεν είναι ίδια με την Αφρική των περασμένων δεκαετιών. Νέοι διεθνείς παίκτες προσπαθούν να διασφαλίσουν ερείσματα στην Μαύρη Ήπειρο. Σε αυτούς συγκαταλέγεται σχετικά προσφάτως και η Τουρκία, η οποία άλλοτε ήταν παντελώς απούσα. Τώρα, αναπτύσσει αξιοσημείωτη επιχειρηματική δραστηριότητα στην Δυτική Αφρική, ενώ στην Ανατολική Αφρική διατηρεί μια εξαιρετικά σημαντική στρατιωτική βάση στην πρωτεύουσα της Σομαλίας, Μογκαντίσου. Από ισραηλινής πλευράς, μπορεί οι εξαγγελίες του τέως υπουργού Εξωτερικών, Αβίγκντορ Λίμπερμαν, να επικεντρώνονταν στο ότι «η επιστροφή του Ισραήλ στην Αφρική εμποδίζει πρωτίστως το Ιράν από το να ασκεί εκεί την επιρροή του» μια εκτίμηση που κατά την δεκαετία του ’90 ήταν ορθή, σήμερα όμως, η πραγματικότητα καταδεικνύει ότι ο πραγματικός ανταγωνιστής του Ισραήλ στην Αφρική δεν είναι τόσο το Ιράν, όσο η άλλοτε φιλική Τουρκία.

Δεν είναι επί του παρόντος να εξετασθούν λεπτομερώς τα κίνητρα της τουρκικής διείσδυσης στην αφρικανική ήπειρο. Ωστόσο, ο σιωπηλός –πλην όμως υπαρκτός στην πράξη– ανταγωνισμός ανάμεσα στο Ισραήλ και την Τουρκία στην σημερινή Αφρική, δεν πρέπει να αφήνει αδιάφορες την Ελλάδα και την Κύπρο.

Μπορεί ο άξονας συνεργασίας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ να δημιουργήθηκε επ’ ευκαιρία της ανακάλυψης των κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά έως ότου το μεγαλεπίβολο εγχείρημα του αγωγού EastMed ξεπεράσει τις παρούσες πρακτικές δυσκολίες και τεθεί σε εφαρμογή, Ελλάδα και Κύπρος δεν θα πρέπει να αφήνουν στο περιθώριο πρόσθετες ευκαιρίες που μπορούν να αναδειχθούν σε μια ποικιλία τομέων που σχετίζονται με τις αφρικανικές χώρες, κάποιες εκ των οποίων είναι συγχρόνως μεσογειακές, και συνδέονται άμεσα με τα ζωτικά συμφέροντα του ελληνικού περιφερειακού παράγοντα στον τομέα της ενέργειας, όπως η Αίγυπτος και η Λιβύη.

Η Αφρική δεν πρέπει να θεωρείται τόσο «μακρινή’ για την Ελλάδα, όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Αξίζει ίσως να ανατρέξουμε στην δεκαετία του ’80 και να θυμηθούμε τις στενές σχέσεις που είχε αναπτύξει η Αθήνα με το καθεστώς του συνταγματάρχη Καντάφι –μια επιλογή για την οποία η ελληνική κυβέρνηση της εποχής εκείνης είχε παρεξηγηθεί, κυρίως από τις ΗΠΑ. Αν και η Αθήνα (ορθώς) δεν εξήγησε ποτέ ξεκάθαρα ποιο ήταν το αληθινό της κίνητρο να προσεγγίσει την πάλαι ποτέ Λιβυκή Τζαμαχιρία, εκ των υστέρων καθίσταται σαφές πως εκείνη η επιλογή αποσκοπούσε στο να αποθαρρύνει τον συνταγματάρχη Καντάφι από το να αναγνωρίσει την «ΤΔΒΚ» στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο. Στην πραγματικότητα, Ελλάδα και Κύπρος ποτέ δεν ξέχασαν ότι η Λιβύη ήταν η πρώτη (και ίσως η μόνη) χώρα που χαιρέτισε ενθουσιωδώς την τουρκική εισβολή του 1974. Έτσι, η ελληνική πλευρά θεώρησε ότι θα έπρεπε τινί τρόπω να κολακεύσει το λιβυκό καθεστώς, αποσκοπώντας μεταξύ άλλων να συγκρατήσει την Τρίπολη από το να παροτρύνει ενδεχομένως όσες αφρικανικές χώρες είχε υπό τον απόλυτο οικονομικό και διπλωματικό της έλεγχο, στο να προβούν εκείνες (ίσως αντ’ αυτής) στην διπλωματική αναγνώριση της «ΤΔΒΚ». Η αποτροπή ενός τέτοιου κινδύνου ήταν μια από τις κυριότερες προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας και ως προς τρίτες χώρες εκτός Αφρικής, με χαρακτηριστική την απόφαση της Ελλάδας να διακόψει τις διπλωματικές της σχέσεις με το Πακιστάν και το Μπανγκλαντές, όταν οι κυβερνήσεις τους είχαν ανακοινώσει ότι προτίθενται να αναγνωρίσουν την «ΤΔΒΚ», όταν ανακηρύχθηκε η σύστασή της στις 15 Νοεμβρίου 1983. Αν και η άμεση αντίδραση της Αθήνας τότε, απέτρεψε κάτι τέτοιο –από την άλλη, αποτιμώντας το παρελθόν με καθαρή ματιά, εκείνο το δυσάρεστο διπλωματικό επεισόδιο αποτέλεσε ίσως το σημαντικότερο στίγμα που έδωσε η ελληνική διπλωματία αφ’ εαυτής στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο. Όσον αφορά ειδικότερα την Αφρική εν γένει, είναι πλέον καιρός να παραδεχθούμε ότι η ελληνική και κατ’ επέκτασιν, η κυπριακή παρουσία, κρίνεται εν πολλοίς ως μάλλον ανύπαρκτη.

Επιχειρώντας μια σύντομη κριτική ανασκόπηση του παρελθόντος, και συγκρίνοντας την ελληνική παρουσία στην Αφρική με την σημασία που δίνουν άλλες χώρες στην Μαύρη Ήπειρο, συμπεραίνονται τα εξής: Ενώ η Ελλάδα και ο κυπριακός ελληνισμός είχαν ισχυρά ερείσματα στην αφρικανική ήπειρο κατά την εποχή της αποικιοκρατίας, με την ανεξαρτητοποίηση των αφρικανικών κρατών, η ελληνική παρουσία σχεδόν εξαφανίζεται. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στο ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις των ετών εκείνων δεν είχαν αντιληφθεί το κέρδος που θα μπορούσαν να αντλήσουν από τις νέες κρατικές οντότητες, που τότε έδειχναν να βρίσκονται στο περιθώριο της διεθνούς πολιτικής σκηνής. Μόνη ευτυχής εξαίρεση είναι η περίπτωση της Αιγύπτου, με την οποία οι σχέσεις της Ελλάδας και της Κύπρου μετουσιώθηκαν επιτυχώς με αφορμή τα κοιτάσματα φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε ό,τι αφορά όμως την απουσία του ελληνικού παράγοντα στις υπόλοιπες αφρικανικές χώρες –η σταδιακή φυγή των Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων από αυτές, σε συνδυασμό με την υπέρμετρα ευρωκεντρική εξωτερική πολιτική που εφάρμοσαν Αθήνα και Λευκωσία όλα αυτά τα χρόνια, άφησαν πίσω τους ένα κενό δυσαναπλήρωτο.

Σε αντίθεση με τον ελληνικό παράγοντα, η κατάρρευση της αποικιοκρατίας και η ανεξαρτητοποίηση μιας πλειάδας χωρών, αντί να αποτρέψει τρίτα κράτη που δεν είχαν κανένα απολύτως ιστορικό έρεισμα στην περιοχή εκείνη, κατάφεραν να διεισδύσουν στο νέο αφρικανικό γίγνεσθαι. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Ισραήλ, του Ιράν –που ανέπτυξε στενές σχέσεις με το Σουδάν– και εσχάτως της Τουρκίας. Μάλιστα, όσο παράδοξο και αν ακούγεται, είναι γεγονός ότι η σημερινή αντι-ισραηλινή Τουρκία, σε πολλές περιπτώσεις, ακολουθεί κατά γράμμα την διεισδυτική τακτική που εφάρμοσε το Ισραήλ κατά την μακρινή δεκαετία του 1960. Χαρακτηριστικές είναι οι επιλογές της Τουρκίας στη Σομαλία –οι οποίες θυμίζουν πάρα πολύ τον τρόπο που επέλεξε να διεισδύσει το Ισραήλ στο Τσαντ, όπως αναλυτικά παρατίθεται ανωτέρω.

Η ΤΡΙΜΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ-ΚΥΠΡΟΥ-ΙΣΡΑΗΛ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ

Αν και το κύριο βάρος της τριμερούς συνεργασίας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ έχει δοθεί στο φυσικό αέριο της Ανατολικής Μεσογείου, καμία από τις τρεις χώρες δεν μπορεί να αγνοήσει τις πολυποίκιλες δυναμικές, τις οποίες, παραδόξως, η σθεναρή τουρκική αντίδραση φροντίζει να αναπτύσσει –και να καταδεικνύει.

Την τελευταία οκταετία, το Ισραήλ σταδιακά συνειδητοποιεί πως οι σχέσεις του με την Τουρκία δύσκολα αποκαθίστανται. Αυτή η διαπίστωση το παρότρυνε να αναπτύξει νέους δεσμούς με χώρες που μέχρι τώρα θεωρούνταν δευτερεύουσας σημασίας για τις προτεραιότητές του. Πέραν της Ελλάδας και της Κύπρου, το Ισραήλ (επ’ ευκαιρία του φυσικού αερίου και της τριμερούς μεταξύ τους συνεργασίας), μπόρεσε να αξιοποιήσει προς το συμφέρον του τις ανησυχίες της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και της Σερβίας έναντι του τουρκικού παράγοντα, και να βρει ευήκοα ώτα στα Βαλκάνια, όπως αποδείχθηκε στην πρόσφατη σύσκεψη της Βάρνας. Η Ελλάδα, η Κύπρος αλλά και άλλες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βαλκανικές και μη (π.χ. Τσεχία, Αυστρία) είναι πρόθυμες πια να συμβάλλουν, ώστε οι άλλοτε οξείς τόνοι των Βρυξελλών έναντι του Ισραήλ να μειωθούν σημαντικά. Σε καθαρά μεσανατολικό επίπεδο, η όξυνση των σχέσεων Ισραήλ-Τουρκίας και η ενίσχυση των δεσμών της Άγκυρας με Μόσχα και Τεχεράνη, αξιοποιήθηκαν καταλλήλως από την ισραηλινή διπλωματία σε τέτοιο βαθμό ώστε να εκφράζεται πια ανοικτά ότι Ισραήλ και Σαουδική Αραβία έχουν κοινά στρατηγικά συμφέροντα. Τον Οκτώβριο του 2018 ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου φωτογραφίζεται στο Ομάν με τον ηγέτη της χώρας και αμέσως μετά την αναπάντεχη επίσκεψη του Προέδρου του Τσαντ στην Ιερουσαλήμ, να φημολογείται πλέον έντονα ότι, εντός του επομένου διαστήματος, το Ισραήλ πρόκειται (έστω και άτυπα) να ομαλοποιήσει τις σχέσεις του με το Μπαχρέιν, ή ακόμα και με το άλλοτε φολοϊρανικό (αλλά νυν φιλοσαουδαραβικό) Σουδάν. Τέτοιες εξελίξεις θα ακούγονταν κυριολεκτικά εξωπραγματικές, εάν τον Μάιο του 2010 αφ’ ενός δεν είχε επέλθει βαθιά ρήξη στις σχέσεις του Ισραήλ με την Τουρκία του προέδρου Ερντογάν, και αφ’ ετέρου εάν την δεδομένη στιγμή η Κυπριακή Δημοκρατία δεν τολμούσε να προβεί σε στρατηγικές αποφάσεις σε σχέση με το Ισραήλ και τους ενεργειακούς της σχεδιασμούς στην Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη.

29112018-2.jpg

Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Βενιαμίν Νετανιάχου, συναντά τον σουλτάνο Qaboos bin Said στο Ομάν, σε αυτή την αχρονολόγητη φωτογραφία που δημοσιοποιήθηκε από το γραφείο πρωθυπουργού του Ισραήλ. Israel GPO/Handout via REUTERS
————————————————————————-

Συγχρόνως, από ελληνικής και κυπριακής πλευράς, ενώ αρχικά εκφράζονταν φόβοι ότι η περιφερειακή σύμπλευση με το Ισραήλ στα ζητήματα ενέργειας θα έβλαπτε ανεπανόρθωτα τις σχέσεις τους με τον αραβικό κόσμο, τα τωρινά γεγονότα αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία πλέον, κυρίως κατά την τελευταία πενταετία, προχωρώντας με σίγουρα βήματα, δηλώνει όσο ποτέ άλλοτε διπλωματικά παρούσα στις χώρες του Περσικού Κόλπου, ενώ ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και η Ελλάδα, κατά το μέτρο του εφικτού.

Επ’ ευκαιρία της ισραηλινής «επανάκαμψης» στην Αφρική, Ελλάδα και Κύπρος καλούνται να αναθεωρήσουν τον τρόπο με τον οποίον βλέπουν την τριμερή τους συνεργασία με το Ισραήλ. Δεν έχουν παρά να παραδειγματισθούν από τα διπλωματικά οφέλη που η ισραηλινή πλευρά έχει αποκτήσει, ως πρωτοεμφανιζόμενη στο ενεργειακό τοπίο που διαμορφώνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρα. Αν και η επαναπροσέγγιση του Ισραήλ με το μακρινό Τσαντ εκ πρώτης όψεως δείχνει να μην σχετίζεται με τους ενεργειακούς σχεδιασμούς του ελληνικού παράγοντα, παρατηρώντας τον χάρτη συμπεραίνεται ότι το Ισραήλ αρχίζει να ανακτά την παρουσία του στο «μαλακό υπογάστριο» της Λιβύης –μιας χώρας, δηλαδή, που έχει κοινά θαλάσσια σύνορα με την Ελλάδα. Εάν μάλιστα θεωρηθεί ότι έχουν ουσιώδη βάση κάποιες δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων, που θέλουν τινί τρόπω να συνδυαστούν τα ενεργειακά συμφέροντα της γείτονος με τις επιδιώξεις μιας εκ των πολλών κυβερνήσεων που ελέγχουν τις λιβυκές ακτές, τότε εύκολα γίνεται αντιληπτό πόσο κοντά μας βρίσκεται η Αφρική και με ποιόν τρόπο η τριμερής συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ μπορεί να καταδείξει νέες προοπτικές (αλλά και νέους προβληματισμούς) για την ελληνική και κυπριακή εξωτερική πολιτική.

Έστω και καθυστερημένα, τα δύο τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε ελληνική κινητικότητα στην Αφρική, με αλλεπάλληλες επισκέψεις του υφυπουργού Εξωτερικών, Τέρενς Κουίκ. Παρότι οι επισκέψεις εκείνες, ημερολογιακά συνδέονταν με ανάλογες περιοδείες Τούρκων, Ισραηλινών και Ευρωπαίων αξιωματούχων, η ελληνική επικαιρότητα απασχολήθηκε αποκλειστικά με τις εθιμοτυπικές επισκέψεις του σε παράγοντες της ομογένειας. Πέραν της απαραίτητης και καθ’ όλα χρήσιμης εθιμοτυπίας, ίσως ήρθε πια η στιγμή η ελληνική διπλωματία να αξιοποιήσει τα σημάδια των καιρών και να εκμεταλλευθεί την πείρα όσων χωρών τολμούν να ξαναβρούν το ξεχασμένο νήμα και να το αξιοποιήσουν 46 χρόνια αργότερα. Όπως αποδεικνύεται από την ποικίλη διαχείριση εκ μέρους του Ισραήλ της περιφερειακής του συνεργασίας με τον ελληνικό παράγοντα στη Μεσόγειο, η τριμερής Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ έχει την δυνατότητα να δημιουργήσει ποικίλες δυναμικές, ακόμα και πέραν των γεωγραφικών συντεταγμένων που θα διασχίζει ο EastMed.

Αντιστοίχως, ίσως ήρθε πλέον η σειρά και του Ισραήλ να προσφέρει τις καλές του υπηρεσίες, ούτως ώστε Ελλάδα και Κύπρος να μπορέσουν, έστω και με μεγάλη χρονική καθυστέρηση, να επαναπροσεγγίσουν την Αφρική. Αρκεί βέβαια, η Αθήνα και η Λευκωσία, να το προτείνουν.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Πόσο πιθανό είναι ένα σκηνικό έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο;

0

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ 28.11.2018 lifo.gr

O λέκτορας ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Πρίνστον των ΗΠΑ, Νίκος Μιχαηλίδης μιλά στο LIFO.gr για τις γεωτρήσεις, τις συμμαχίες και τις απειλές.

Η ισλαμοεθνικιστική Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολυεπίπεδη, βαθιά και εξαιρετικά σοβαρή κρίση που θα καθορίσει το μέλλον της χώρας στον νέο αιώνα.

Προκλήσεις, χάρτες, συνοριακές αμφισβητήσεις, γκρίζες ζώνες, προειδοποιήσεις, εκφοβισμοί και επιθετική στάση συνιστούν τη σκληρή παρτίδα πόκερ που παίζεται το τελευταίο χρονικό διάστημα στην ανατολική Μεσόγειο ανάμεσα σε Ελλάδα, Κύπρο, Ισραήλ, ΗΠΑ και Τουρκία.

Στην ομιλία του Ταγίπ Ερντογάν στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), ο Τούρκος Πρόεδρος διεμήνυσε πως η Άγκυρα δεν θα υποχωρήσει «ούτε στο ελάχιστο» από τα συμφέροντά της στην ανατολική Μεσόγειο.

Η ολοκλήρωση της υποθαλάσσιας φάσης του αγωγού TurkStream, την οποία χαιρέτισαν σε πανηγυρική εκδήλωση οι Πρόεδροι της Τουρκίας και της Ρωσίας, το γεωτρύπανο της Exxon Mobil, το οποίο έχει αρχίσει τις έρευνες στο θαλασσοτεμάχιο 10 της κυπριακής ΑΟΖ, το ερευνητικό σκάφος Barbaros που εισήλθε στο θαλασσοτεμάχιο 4, εκεί όπου εφάπτονται οι ΑΟΖ Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου, συνοδευόμενο μάλιστα από τέσσερα πολεμικά σκάφη της Τουρκίας, οι χάρτες του Τούρκου υπουργού Άμυνας Χουλουσί Ακάρ, οι οποίοι αμφισβητούν την ελληνική υφαλοκρηπίδα, οι ρωσικοί S400, η λίστα Τσαβούσογλου με τα 84 άτομα που η Τουρκία ζητά να εκδοθούν και οι υπόνοιες για νέα απόβαση των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο που άφησε η ηγέτιδα του τουρκικού ακροδεξιού κόμματος, Μεράλ Ακσενέρ, έχουν αυξήσει την ανησυχία στην περιοχή, με αποτέλεσμα η λύση της δύσκολης εξίσωσης που έχει δημιουργηθεί στην ανατολική Μεσόγειο να προβληματίζει τις εμπλεκόμενες δυνάμεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότερες αναλύσεις στον διεθνή Τύπο επικεντρώνονται περισσότερο στην αποσταθεροποίηση που μπορεί να προκύψει είτε από μια λανθασμένη ενέργεια είτε από ένα θερμό επεισόδιο, καθώς και στις προβλέψεις ότι η γειτονική χώρα δεν θα παραμείνει στις ρητορικές εξάρσεις.

Η ρητορική της τουρκικής ηγεσίας θα συνεχίσει να είναι εμπρηστική και σοβινιστική, όμως το τουρκικό κράτος βρίσκεται σε φάση αποδιοργάνωσης και θεωρώ ότι θα υποστεί συντριπτική και καταστροφική ήττα σε περίπτωση που τολμήσει έμπρακτα να αμφισβητήσει την αμερικανική πολιτική απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο και τη δημιουργία μιας πιο πλουραλιστικής αγοράς.

Στη γεωπολιτική σκακιέρα της ανατολικής Μεσογείου δραστηριοποιούνται εταιρείες των ΗΠΑ, της Γαλλία και της Ιταλίας, με αποτέλεσμα η θέση της Κύπρου να είναι επίφοβη.

Ενδεικτική ήταν η δήλωση του εκπροσώπου του State Department όταν κλήθηκε να απαντήσει σε ερώτηση σχετική με τις πρόσφατες τουρκικές παραβιάσεις της κυπριακής ΑΟΖ: «Οι ΗΠΑ αποθαρρύνουν τις όποιες δραστηριότητες ή τη ρητορική που αυξάνει τις εντάσεις στην περιοχή».

Νίκος Μιχαηλίδης

Παράλληλα, η διαρκής κλιμάκωση της έντασης και ο μεγαλοϊδεατισμός στην Τουρκία, το γεγονός ότι 150.000 δικαστικοί, στρατιωτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι και εκπαιδευτικοί έχουν χάσει τη δουλειά τους, 50.000 άτομα έχουν συλληφθεί και φυλακιστεί, ενώ δεκάδες εφημερίδες και σταθμοί έχουν κλείσει, όπως και η παραδοχή ότι η φημολογούμενη ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. ήταν ένα τέχνασμα επιβεβαιώνουν την άποψη ότι η εξωτερική πολιτική της Άγκυρας γίνεται όλο και πιο ασταθής.

Μπορεί να δημιουργηθεί σκηνικό έντασης στην ανατολική Μεσόγειο και να βρεθούμε μπροστά στο ενδεχόμενο νέων γκρίζων ζωνών;

«Θεωρώ ότι η Τουρκία, μια χώρα βαθιά άρρωστη και διχασμένη από την πολυετή εσωτερική βία και τον σοβινιστικό, ναζιστικού τύπου εθνικισμό, δεν είναι σε θέση να ανατρέψει τις διαμορφούμενες ισορροπίες και συνεργασίες στην ανατολική Μεσόγειο με πειρατικές πρακτικές ούτε και να δημιουργήσει γκρίζες ζώνες. Σκηνικά μικροεντάσεων πιθανόν να υπάρξουν, όμως θεωρώ ότι δεν θα δημιουργήσουν θέμα σε διπλωματικό και πολιτικό επίπεδο. Τέτοια μικροεπεισόδια θα πρέπει να υποβαθμίζονται επικοινωνιακά και να μη δημιουργείται η εντύπωση στην ελληνική κοινή γνώμη ότι η Τουρκία επιβάλλει τη θέλησή της. Αυτό είναι λάθος» λέει στη LiFO ο λέκτορας ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Πρίνστον των ΗΠΑ, Νίκος Μιχαηλίδης και συμπληρώνει:

«Τα ογκώδη εξοπλιστικά προγράμματα που κατά καιρούς ανακοινώνει και πομπωδώς προπαγανδίζει η Άγκυρα, αν υλοποιηθούν, δεν θα αποδώσουν αμυντικούς και πολιτικούς καρπούς άμεσα. Βέβαια, δεν προτείνω κάποιου είδους εφησυχασμό, το αντίθετο μάλιστα, χρειάζεται εντατικοποίηση των ελληνικών προσπαθειών σε όλα τα επίπεδα. Η ισλαμοεθνικιστική Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολυεπίπεδη, βαθιά και εξαιρετικά σοβαρή κρίση που θα καθορίσει το μέλλον της χώρας στον νέο αιώνα.

Η εμμονή των ακραίων σοβινιστικών ομάδων που συγκυβερνούν την Τουρκία στις πολιτικές της βίαιης καταστολής στο εσωτερικό και των τρομοκρατικού τύπου απειλών στο εξωτερικό οδηγεί την Τουρκία στην καταστροφή

Κρίση στο πεδίο της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής. Παρατηρούμε την αποδιοργάνωση των κρατικών θεσμών, την αποδυνάμωση των Ενόπλων Δυνάμεων, ιδιαίτερα της αεροπορίας και του ναυτικού, λόγω των συνεχιζόμενων εκκαθαρίσεων, την εντεινόμενη κοινωνική, θρησκευτική και εθνοτική πόλωση, τη μεγάλη φυγή-μετανάστευση φιλοδυτικών νέων, η οποία αυξήθηκε κατά 63% την τελευταία χρονιά, την επιχειρούμενη ανατροπή των δημογραφικών ισορροπιών, τη διεθνή κατακραυγή για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη μη θετική ανταπόκριση από τη Δύση, τον εναγκαλισμό με Ρωσία και Ιράν αλλά και την κρίση στις ισορροπίες εντός του ισλαμικού κόσμου και την αντιπαράθεση με τη Σαουδική Αραβία.

Η εμμονή των ακραίων σοβινιστικών ομάδων που συγκυβερνούν την Τουρκία (εθνικιστική πτέρυγα του πολιτικού Ισλάμ, ναζιστικού τύπου ακροδεξιά και αντιδυτικοί κεμαλιστές αξιωματικοί) στις πολιτικές της βίαιης καταστολής στο εσωτερικό και των τρομοκρατικού τύπου απειλών στο εξωτερικό οδηγεί την Τουρκία στην καταστροφή.

Το πολιτικό προσωπικό και οι γραφειοκρατικές ελίτ είναι πανικόβλητες από τις διεθνείς εξελίξεις, ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή σε σχέση με το Κουρδικό, αλλά και στην ανατολική Μεσόγειο σε σχέση με τα ενεργειακά, και καταφεύγουν όλο και περισσότερο σε πολιτικές βίαιης καταστολής στο εσωτερικό και ρητορικών απειλών προς το εξωτερικό. Είναι, δε, χαρακτηριστικό ότι ο προϋπολογισμός που πρόσφατα κατατέθηκε για το 2019 προβλέπει αύξηση των δαπανών για τη στρατοχωροφυλακή κατά 47%, για τις δυνάμεις εσωτερικής ασφαλείας κατά 21% και για τις δυνάμεις ακτοφυλακής κατά 27,5%. Επίσης, με τον νέο προϋπολογισμό σημαντική αύξηση προβλέπεται και για τις δαπάνες της Υπηρεσίας Θρησκευτικών Υποθέσεων, η οποία απασχολεί περισσότερα από 150.000 στελέχη, βρίσκεται υπό τον έλεγχο των σουνιτών μουσουλμάνων και επιβάλλει το σουνιτικό δόγμα, παραβλέποντας τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και ανάγκες της τεράστιας αλεβιτικής κοινότητας αλλά και άλλων, μικρότερων θρησκευτικών ομάδων.

Εκτιμώ ότι η Τουρκία, λόγω και της εμπλοκής της στη βόρεια Συρία, τα επόμενα χρόνια θα συνεχίσει να βυθίζεται στη βία, στην εθνοθρησκευτική πόλωση και στην παρακμή. Είναι ο νέος ασθενής της περιοχής, όχι μεγάλος, αλλά μικρομεσαίος».

Μπιναλί Γιλντιρίμ. Φωτο: MARTIAL TREZZINI/EPA

Την ίδια στιγμή αίσθηση δημιούργησαν οι δηλώσεις του πρόεδρου της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, Μπιναλί Γιλντιρίμ, ο οποίος είπε ότι «η Ελλάδα και η ελληνοκυπριακή διοίκηση παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο».

Συμμετέχοντας σε εκδήλωση του Πανεπιστημίου της Σμύρνης για το ερευνητικό σκάφος Koca Piri Reis, ο κ. Γιλντιρίμ κατηγόρησε ευθέως την Αθήνα και τη Λευκωσία ότι προσπαθούν να καταπατήσουν τις αρμοδιότητες και τα συμφέροντα της Τουρκίας στις θάλασσες. Συγκεκριμένα δήλωσε: «Οι μεγάλες εταιρείες που θα κάνουν έρευνες πρέπει να ξέρουν τα όριά τους. Η Τουρκία θα απαντά σε όλες τις προσπάθειες δημιουργίας τετελεσμένων στα νόμιμα συμφέροντα της στην ανατολική Μεσόγειο και στα δικαιώματα της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου και θα κάνει αυτό που πρέπει. Όλος ο κόσμος πρέπει να γνωρίζει ότι δεν θα υποχωρήσουμε ούτε ένα χιλιοστό από τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντά μας στις θάλασσες.   21.11.2018 Σήμερα η Ελλάδα και η ελληνοκυπριακή διοίκηση παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και προσπαθούν να καταπατήσουν τις αρμοδιότητες και τα συμφέροντα της Τουρκίας στις θάλασσες. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια σοβαρή κρίση στο θέμα της εξόρυξης υδρογονανθράκων στην περιοχή της Κύπρου. Οι θάλασσες είναι κοινή περιουσία και κληρονομιά της ανθρωπότητας. Άρα, η εκμετάλλευση, η οικειοποίηση αυτών από μία μόνο χώρα, μία κοινότητα, δεν έχει καμία σχέση με το εθνικό και διεθνές δίκαιο. Στην εξόρυξη του φυσικού πλούτου από τον βυθό της θάλασσας θα πρέπει να υπάρχει οπωσδήποτε μια συμφωνία της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου με τον Νότο. Αυτό είναι ένα σημείο καμπής».

Παράλληλα, η έναρξη των γεωτρήσεων, η συμμαχία Ελλάδας – Ισραήλ – Κύπρου – Αιγύπτου και το αποτέλεσμα που θα προκύψει από τις έρευνες, ειδικά αν αποδειχτεί ότι τα κοιτάσματα είναι πλούσια, αναμένεται να δημιουργήσουν νέα δεδομένα στην περιοχή.

Ο εθνικιστικός κίνδυνος είναι πραγματικός; Ποιες αλλαγές μπορεί να υπάρξουν στην περιοχή;

«Παρά τη βαθιά κρίση και την πορεία παρακμής, ο προπαγανδιστικός μηχανισμός του κράτους δημιουργεί στην εσωτερική και διεθνή κοινή γνώμη την εικόνα μιας Τουρκίας σχεδόν υπερδύναμης. Όμως τα πράγματα δεν είναι όπως τα παρουσιάζουν η κρατική τουρκική προπαγάνδα και οι φαντασμένοι, μεγαλοϊδεάτες και σοβινιστές πολιτικοί της γειτονικής χώρας, οι οποίοι σε μια δυτικού τύπου δημοκρατία θα βρίσκονταν στη φυλακή. Και δεν θα πρέπει αυτή η προπαγάνδα να αναπαράγεται άκριτα από ελληνικά ΜΜΕ και διάφορους δημοσιολογούντες δεξιά κι αριστερά» επισημαίνει ο κ. Μιχαηλίδης.

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια σοβαρή κρίση στο θέμα της εξόρυξης υδρογονανθράκων στην περιοχή της Κύπρου.

«Η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Αιγύπτου αλλά και άλλων παικτών, τοπικών και διεθνών, καθιστούν απαγορευτική οποιαδήποτε απόπειρα ανατροπής των ενεργειακών σχεδιασμών. Η ρητορική της τουρκικής ηγεσίας θα συνεχίσει να είναι εμπρηστική και σοβινιστική, όμως το τουρκικό κράτος βρίσκεται σε φάση αποδιοργάνωσης και θεωρώ ότι θα υποστεί συντριπτική και καταστροφική ήττα σε περίπτωση που τολμήσει έμπρακτα να αμφισβητήσει την αμερικανική πολιτική απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο και τη δημιουργία μιας πιο πλουραλιστικής αγοράς.

Είναι γνωστό ότι η Τουρκία επιδιώκει να αποτελέσει μονοπωλιακή βάση μεταφοράς πηγών ενέργειας προς τη Δύση. Όμως η αυξανόμενη ενεργειακή εξάρτησή της από τη Ρωσία, η φυσιογνωμία του καθεστώτος και ο αποδεδειγμένος βαθύς αντιδυτικισμός της καθιστούν κάτι τέτοιο αδύνατον. Θα συνιστούσε κυριολεκτικά αυτοκτονία για τις δυτικές βιομηχανικές υποδομές και την πολιτική κυριαρχία του δυτικού κόσμου το να δοθούν τα κλειδιά της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης στην Τουρκία, ένα κράτος-ταραξία και υποστηρικτή της ισλαμικής τρομοκρατίας. Η Τουρκία είναι όμηρος των σοβινιστικών και μεγαλοϊδεατικών φαντασιώσεων της ηγεσίας και της στρατιωτικής γραφειοκρατίας της που δεν επιτρέπουν τον εκδημοκρατισμό της χώρας και τη δημιουργία αρμονικών σχέσεων συνεργασίας με τα γειτονικά κράτη. Αυτό το μήνυμα πρέπει να βρεθούν τρόποι να μεταφερθεί προς την τουρκική κοινή γνώμη» προσθέτει.

Κατά τον κ. Μιχαηλίδη «η συνεργασία των τεσσάρων χωρών στην ανατολική Μεσόγειο μπορεί, με την κατάλληλη επικοινωνιακή διαχείριση και την ανάληψη σχετικών πρωτοβουλιών, να μεταφέρει στη διεθνή κοινή γνώμη και στους λαούς της περίπλοκης περιοχής μας ένα πανίσχυρο μήνυμα ισοτιμίας, αλληλεγγύης και συνεργασίας μεταξύ χριστιανών, εβραίων, μουσουλμάνων αλλά και εκκοσμικευμένων πολιτών, χωρίς ηγεμονισμούς και στείρους ανταγωνισμούς».

«Θεωρώ, και για συμβολικούς λόγους, εξαιρετικά σημαντική τη συμμετοχή της Αιγύπτου στον σχεδιασμό αυτό. Τον 19ο αιώνα ο αιγυπτιακός στόλος, σε συνεργασία με τους Οθωμανούς, επιχείρησε να καταπνίξει το ελληνικό απελευθερωτικό κίνημα στην Πελοπόννησο, σήμερα όμως ο στόλος της Αιγύπτου συνεργάζεται με τον ελληνικό για τη διασφάλιση των νέων ενεργειακών σχεδιασμών και όχι μόνο. Πρόκειται για εξέλιξη ιστορικών διαστάσεων με τεράστιο συμβολισμό, τον οποίον πρέπει να αναδείξουμε με κατάλληλους διεθνείς επικοινωνιακούς χειρισμούς» καταλήγει.

  ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ Δημοσιογράφος. Σπούδασε στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστήμιου ([email protected])

Πηγή: www.lifo.gr

Turkey Brief: November 10 – 27, 2018

0

Turkey Brief is a biweekly intelligence summary (INTSUM) produced by the Institute for the Study of War (ISW). This ISW INTSUM series sheds light on key trends and developments related to the Turkish government’s objectives and its efforts to secure them.
Reporting Period: November 10 – 27, 2018

Authors: Elizabeth Teoman with John Dunford, Paul Becker, and Kieran Hatton

Key Takeaway: Turkish President Recep Tayyip Erdogan is accelerating his efforts to consolidate power both in Turkey and Northern Syria. Erdogan is tightening security in response to escalating internal threats in areas of Northern Syria occupied by Turkey. He also advanced his domestic consolidation ahead of the March 2019 Turkish Local Elections by successfully pressuring his main nationalist ally into concessions that likely ensure victory for his ruling Justice and Development Party (AKP). Erdogan likely still intends to attack the Syrian Kurdish YPG in Eastern Syria. However, ISW has previously assessed that conditions are not yet set for such an operation and a decision by the U.S. to establish observation points along the Syrian-Turkish Border will likely further deter imminent action by Turkey.

Turkey took direct action to counteract deteriorating security in occupied Northern Syria. The Turkish Police Special Operations Department announced the deployment of a Syria Task Force to secure the Afrin Region of Northern Aleppo Province on November 15.[1]Turkey seized the majority-Kurdish Afrin Region in March 2018 as part of a cross-border intervention against the Syrian Kurdish People’s Protection Units (YPG). It has since struggled to control the region. The YPG is waging an escalating guerrilla campaign targeting security and governance infrastructure in Afrin. Meanwhile, infighting between opposition groups backed by Turkey in Northern Syria has also contributed to increased lawlessness in Afrin since June 2018. Opposition groups most recently engaged in heavy clashes on November 18, destabilizing large parts of Northern Syria. The Syria Task Force will attempt to address these issues by directly securing critical infrastructure and training a new opposition-led police force for the Afrin Region.

Turkey is also attempting to further consolidate control over its proxies in Northern Syria. Military Police units linked to the Syrian National Army – an opposition proxy of Turkey – implemented a curfew and launched a so-called ‘anti-corruption campaign’ in the border town of Jarabulus in Northern Aleppo Province on November 21. The curfew later expanded to include other key population centers in Northern Syria on November 23 including Azaz, Suran, Marea, and Akhtarin. The crackdown largely targeted opposition factions accused of lawlessness or otherwise refusing to consolidate under the command-and-control of the Syrian National Army and Turkey. Turkish President Recep Tayyip Erdogan is likely using these operations to bolster his control over the proxy institutions built by his administration in occupied Northern Syria.

Erdogan acted decisively to bolster his political alliance with domestic nationalists in Turkey. Erdogan likely coerced the right-wing Nationalist Movement Party (MHP) to maintain an alliance with his ruling Justice and Development Party (AKP) ahead of the 2019 Turkish Local Elections. MHP Chairman Devlet Bahceli stated on November 24 that his party will not nominate candidates for open races in the key urban centers of Istanbul, Ankara, and Izmir.[2] This decision opens the door for gains in all three cities by Erdogan and the AKP. The MHP and its splinter Good (IYI) Party performed well in snap Turkish Parliamentary Elections in June 2018. Further gains in the major cities could have strengthened the MHP at the expense of the AKP and degraded Erdogan’s chances to win a future majority in the Turkish Parliament.

Erdogan has likely set conditions to win another electoral victory within the rigged political system of Turkey. Erdogan remains willing to apply state pressure against both opponents and allies in order to shape political outcomes in Ankara. Bahceli declared his intent to end his electoral alliance with Erdogan on October 23. The Turkish National Police later arrested two dozen individuals affiliated with Alaattin Cakici – an associate of Bahceli – in a nationwide operation on November 16. Cakici is a leader within the right-wing youth movement linked to the MHP and an outspoken critic of the ties between Erdogan and Bahceli. Erdogan and Bahceli met two days later and agreed to reaffirm the political partnership they formalized in February 2018. Erdogan likely directed the arrests as well as ongoing investigations of reportedcriminality within the MHP in order to force a reversal by Bahceli. This action along with ongoing purges of political opponents are likely sufficient conditions for Erdogan to win the 2019 Turkish Local Elections.

Erdogan’s current focus on foreign and domestic consolidation does not preclude a future cross-border military incursion into Syria. Erdogan likely intends to make good on his election promises to pursue interventionist policies against the YPG. This sustained threat has prompted a defensive reaction from the U.S. Anti-ISIS Coalition in Syria. U.S. Secretary of Defense James Mattis stated that the U.S. will establish several observation points along the Turkish-Syrian Border on November 21. Mattis claimed that these posts are meant to prevent incursions by the YPG. In reality, these posts aim to deter any new cross-border operation by Turkey in Syria. Erdogan nonetheless affirmed that Turkey will take “all necessary measures” to eliminate the YPG from Eastern Syria in a scheduled Turkish National Security Council Meeting on November 27.

—
[1] Cankut Tasdan, “Syria Task Force to Provide Security in Afrin,” Anadolu Agency, November 15, 2018, https://www(.)aa.com.tr/en/middle-east/syria-task-force-to-provide-security-in-afrin/1312288.
[2] Ayşe Yıldız and Süleyman Elçin, [“MHP Head Bahceli: We Will Not Nominate in Istanbul, Ankara, and Izmir,”] Anadolu Agency, November 24, 2018, https://www(.)aa.com.tr/tr/gunun-basliklari/mhp-genel-baskani-bahceli-istanbul-ankara-ve-izmirde-aday-gostermeyecegiz/1320071.


Posted by Institute for the Study of War at 9:11 AM 

U. S.-Turkish relations remain fraught despite recent warming

0

The Washington Post

An F-35 aircraft is seen at the ILA Air Show in Berlin on April 25, 2018. A push by U.S. lawmakers to bar the sale of 100 F-35s to Turkey could sour relations with Ankara. (Axel Schmidt/Reuters)
By Karen DeYoung November 27
The United States’ often-fraught relations with NATO ally Turkey, which have enjoyed a relative upswing in the wake of American cleric Andrew Brunson’s release from a Turkish prison last month, face another possible nose-dive in the near future.

U.S. lawmakers have threatened to demand the Trump administration delay or cancel delivery of F-35 stealth fighter aircraft the Turks help build and have already paid for, if Turkey does not void its purchase of a sophisticated Russian missile defense system, the S-400.

In a classified report, mandated by the fiscal 2019 defense authorization and sent to Congress just before Thanksgiving, Defense Secretary Jim Mattis repeated his objection to the threat. Cutting off Turkey, whose defense industry produces significant F-35 components, Mattis said, would cause major delays in overall production of the new generation combat plane, according to congressional officials who spoke on the condition of anonymity about the sensitive issue.

The State Department, in charge of foreign military sales, says it is continuing to try to persuade Turkey to buy an alternative missile defense system, the Patriot. Turkey says its needs are urgent and the United States has dithered for years and never made a serious Patriot offer.

“It’s a done deal,” Turkish Foreign Minister Mevlut Cavusoglu said of the S-400 purchase during a visit here last week.

[F-35 crashes for the first time in the jet’s 17-year history]

Separately, Turkey and the United States continue to dispute the U.S. military alliance with Kurdish fighters waging the ground war against the Islamic State in Syria. Turkey considers the Kurdish forces to be terrorists and has shelled Kurdish positions in U.S.-controlled eastern Syria at least twice in the past month, in response to what it said were cross-border Kurdish attacks on its troops.

Last week, Mattis told reporters U.S. forces were setting up observation posts along the border “to call the Turks and warn them” if they see any threat coming from within Syria.

But on Saturday, Turkish Defense Minister Hulusi Akar said he has repeatedly told the Pentagon the observation posts are a bad idea. “It could lead to the perception that U.S. soldiers are somehow protecting terrorist YPG members” from a Turkish counterattack, he told Anadolu, the Turkish news agency.

YPG are the Turkish initials for the People’s Protection Units, the armed wing of the Syrian Kurdish political movement. Turkey says they are part of the militant Kurdistan Workers’ Party, or PKK, the Turkey-based political organization fighting for autonomy within the Turkish state. The United States considers the PKK terrorists, but disagrees that the two groups are one and the same.

“We expect that our U.S. allies cut their relations with the terrorist YPG,” Akar said.

During his meeting here with Secretary of State Mike Pompeo and White House national security adviser John Bolton, Cavusoglu said he also repeated Turkey’s call for the extradition of Muslim cleric Fetullah Gulen, the Turkish citizen who lives in Pennsylvania as a permanent U.S. resident.

Turkey has charged Gulen with responsibility for a failed 2016 coup attempt. Since then, it has arrested or fired from government employment tens of thousands of Turks charged with belonging to what it calls Gulen’s “terrorist organization.” Cavusoglu said he presented Bolton with a list of 83 other Turkish nationals in this country that it wants extradited. The list, he said, was requested by President Trump during a recent telephone conversation with Turkish President Recep Tayyip Erdogan.

The list has long been in possession of the Justice Department, which has repeatedly said the Turks have presented insufficient evidence to justify the extraditions.

Brunson’s release, after more than two years of detention on charges of terrorism related to both Gulen and the PKK, at least temporarily released some of the built-up pressure in the relationship. U.S. appreciation, Trump tweeted at the time, “will lead to good, perhaps great, relations between the United States & Turkey!”

Washington and Ankara have also found themselves more or less on the same side of the international controversy over the killing of Saudi Arabian journalist and Washington Post contributing columnist Jamal Khashoggi in Istanbul last month, although Trump has declined to blame Saudi Crown Prince Mohammed bin Salman while both the CIA and Erdogan have indicated he was responsible.

Turkish officials have said the Khashoggi case should not affect Turkey’s bilateral relationship with the United States, even if Trump prevails, over strong sentiment in Congress, in his reluctance to punish the Saudis. Trump and Erdogan will both attend the G-20 summit later this week in Argentina, along with the crown prince and Russian President Vladi­mir Putin.

The situation on the Turkey-Syria border poses the most immediate threat of a serious breach in relations, as Turkish troops are poised inside Syria west of the Euphrates River, and just across the border on the U.S.-held eastern side, where much of the territory seized from the Islamic State is controlled by the YPG.

The F-35 problem is unlikely to provoke a shooting war, but poses a far greater risk over the medium and long term.

Turkey believes, and the United States agrees, it lives in a dangerous neighborhood and needs a reliable missile defense system. When the Syrian war next door was particularly hot in 2015, Turkey turned to NATO for defense. Syrian missiles had struck Turkish territory, and Turkey shot down a Russian plane that strayed across its border while aiding the forces of Syrian President Bashar al-Assad.

Turkey asked to buy Patriots from the United States, but the request has languished amid Turkish demands for the inclusion of technology transfers neither the U.S. manufacturers nor the U.S. government want to provide. Ankara began negotiating with a Russian defense industry eager to expand its own sales, particularly to a NATO country.

As soon as it was clear that a Russian sale of the S-400, its most advanced system, was in the offing, red lights began flashing at NATO and in Washington.

Turkey, one of the original members of the consortium of eight alliance countries that signed up to produce component parts of the F-35, including elements of the fuselage, landing gear and cockpit, also signed up to buy 100 of the aircraft. The plane is designed to avoid systems like the S-400. Putting them side by side in Turkey is seen as a technological gift to the Russians.

Congress has already passed legislation to impose sanctions on any country that buys sophisticated Russian weaponry. Passage of new legislation to prevent F-35 deliveries already in motion would presumably end Turkey’s co-production and at least temporarily shut down assembly lines for the thousands of planes ordered by the United States itself and by other countries.

Turkey’s first two F-35s, with ownership already transferred and pilots in training, are scheduled for delivery next year, just a few months before S-400 installation is due to begin.

John Hudson and Missy Ryan contributed to this report.

Analysis on the most important global story of the day, top reads, interesting ideas and opinions to know, in your inbox weekdays.

Karen DeYoung

Karen DeYoung is associate editor and senior national security correspondent for The Post. In more than three decades at the paper, she has served as bureau chief in Latin America and in London and as correspondent covering the White House, U.S. foreign policy and the intelligence community. Follow

https://www.washingtonpost.com/world/national-security/us-turkish-relations-remain-fraught-despite-recent-warming/2018/11/27/b08f52e0-f1ab-11e8-80d0-f7e1948d55f4_story.html?noredirect=on&utm_term=.d4cfd83f6cd6

Η γαλλική δικαιοσύνη διέταξε τον αποκλεισμό του ρατσιστικού ιστοτόπου της συμμετοχικής δημοκρατίας

4

Του Αλκη Καλλιαντζίδη, Οικονομολόγου, [email protected] www.kalkis.eu

https://www.20minutes.fr/dossier/site

https://democratieparticipative.biz/

Αυτό αναφέρει ο δημοσιογράφος Martin Untersinger στο ρεπορτάζ του στον ηλεκτρονικό LE MONDE, στις 27-11-2018. Πράγματι, αν ανοίγατε μέχρι και σήμερα (28-11-2018) αυτήν την ρατσιστική, αντισημιτική και ομοφοβική διαδικτυακή πύλη με τίτλο «Η Συμμετοχική Δημοκρατία» (sic) (Démocracie Participative),  θα πέφτατε πάνω στο διπλανό εύγλωττο πρωτοσέλιδό της με όλα τα ναζιστικά σύμβολα, να τα φέρουν μάλιστα «τα κίτρινα γιλέκα» τα οποία τόσο μας απασχόλησαν εδώ και δυο βδομάδες. Και μάλλον θα συνεχίσουν να μας απασχολούν. Βλέπε σχετικό άρθρο μου στις 17-11-2018 http://www.anixneuseis.gr/?p=198156 . Αν είχατε δε γερά νεύρα, θα διαβάζατε ένα πλήρες εμετικό ανθολόγιο τίτλων ρατσιστικών, αντισημιτικών και ομοφοβικών ειδήσεων. Θα διαβάζατε επίσης το κάλεσμα «των Συμμετοχικών Δημοκρατών που οφείλουν να πυκνώσουν τις γενικές συνελεύσεις των Κίτρινων Γιλέκων στους Νομούς τους και να προετοιμάσουν την κατάληψη των Ηλυσίων Πεδίων !»

Έτσι λοιπόν ο  παριζιάνος εισαγγελέας της Δημοκρατίας, François Molins, διέταξε, με απόφαση που πήρε το δικαστήριο την Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2018, τον αποκλεισμό της εν λόγω γαλλικής ιστοσελίδας που φέρει το διπλανό λογότυπο. Από τις αρχές Οκτωβρίου 2018 ο εν λόγω δικαστικός λειτουργός είχε ήδη παραγγείλει σε εννέα γαλλικούς παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου, συμπεριλαμβανομένων των κύριων παρόχων της Γαλλίας, όπως η Orange, η Free ή η Bouygues Telecom, να καταστεί αδύνατη η πρόσβαση από τη χώρα σε αυτήν την ιστοσελίδα, της οποίας η βία δεν έχει κανένα ισοδύναμο στο ακροδεξιό στερέωμα. Η απόφαση του δικαστηρίου απαιτεί στο εξής από τους παραπάνω παρόχους πρόσβασης να καταστήσουν αυτόν τον αποκλεισμό αποτελεσματικό στη γαλλική επικράτεια τις επόμενες 15 ημέρες, σύμφωνα με τον ιστότοπο « site 20 λεπτά».

Η «Συμμετοχική Δημοκρατία», που δημιουργήθηκε το 2016,  έχει πολλαπλασιάσει τα δημοσιεύματα που είναι γεμάτα αντισημιτικές, ομοφοβικές, αντι-μουσουλμανικές και ρατσιστικές προσβολές. Πολλά δημόσια πρόσωπα της Γαλλίας αντιμετωπίζονται ως «Εβραίοι», «νέγροι» ή, για τους ομοφυλόφιλους, «έκφυλοι». Μεταξύ των δημοσιευμάτων της, μπορούμε να διαβάσουμε επίσης απειλές ενάντια σε πολιτικές και μεντιατικές προσωπικότητες, σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα το «Διεθνές Ραδιόφωνο Γαλλίας» (RFI) στις 18-10-2018.

Μια πρωτοφανής απόφαση

Η απαίτηση του παρισινού δικαστηρίου είναι ένα σπάνιο μέτρο. Η γαλλική δικαιοσύνη δεν είχε αποτολμήσει μέχρι τώρα τον δικαστικό αποκλεισμό μιας ρατσιστικής ιστοσελίδας του Διαδικτύου, λόγω της άγνοιας των κειμένων ή λόγω της απροθυμίας να εφαρμόσει νόμους που θεωρούνται υπερβολικά αόριστοι. Όπως ανέφεραν  δικηγόροι και  δικαστές κατά την σχετική συζήτηση στο ακροατήριο, το γαλλικό δίκαιο διαθέτει τα μέσα για την απαγόρευση μιας ιστοσελίδας του Διαδικτύου, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις. Είναι επίσης ένα μέτρο έσχατης λύσης. «Δεν είχαμε άλλη επιλογή παρά να ενεργήσουμε υπό τη μορφή προσωρινής διαταγής (…) θα θέλαμε να είμαστε μάλλον ενώπιον ενός ποινικού δικαστηρίου», δήλωσε ο δικαστής κατά την ακροαματική διαδικασία στις 8 Νοεμβρίου. Μια αναφορά στην αδυναμία, για πολλούς μήνες, να προσαχθούν στη δικαιοσύνη οι συντάκτες του ιστοτόπου για να δικάσουν τα γραφόμενά τους επί της ουσίας. Κατά την συζήτηση, ο αήθης χαρακτήρας του ιστοτόπου και τα σχόλια που διατυπώνει δεν προκάλεσαν συζήτηση και οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου, οι οποίοι μπλοκάρουν τακτικά την παράνομη διαδικτυακή πύλη τυχερών παιχνιδιών σύμφωνα με τις οδηγίες των δικαστηρίων, δεν εξέφρασαν καμία δυσκολία, ούτε για την ουσία ούτε για τη μορφή αυτού του ιστοτόπου. Ορισμένοι αντιρατσιστικοί σύλλογοι (όπως π.χ. SOS Racisme, Licra, MRAP …),  φορείς καταπολέμησης του αντισημιτισμού (όπως ο CRIF …) και της ομοφοβίας (όπως ο SOS Homophobie) και μερικά θύματα του εν λόγω ιστοτόπου ήταν, μέσω των δικηγόρων τους, παρόντα στη δίκη, κυρίως οι youtubeurs Marie S’infiltre και Aurélien Enthoven, ο Denis Dreyfus ή ο Marc Knobel, διευθυντής σπουδών στο αντιπροσωπευτικό συμβούλιο των εβραϊκών ιδρυμάτων στη Γαλλία (CRIF), σύμφωνα με την παραπάνω δημοσιογραφική πηγή.

Ο δικτυακός τόπος της «Συμμετοχικής Δημοκρατίας» υποβάλλεται αυτήν την περίοδο σε περίπου 10 δικαστικές έρευνες που ξεκίνησαν σε ολόκληρη τη Γαλλία, μετά από αναφορές από χρήστες του διαδικτύου ή από καταγγελίες θυμάτων. Μέχρι στιγμής, καμία από αυτές δεν έχει επιτρέψει το σταμάτημα λειτουργίας  αυτού του ιστότοπου. Ωστόσο, οι αστυνομικές υπηρεσίες σχημάτισαν σοβαρές υποψίες ως προς την ταυτότητα του κύριου ιδιοκτήτη του ιστότοπου. Σύμφωνα με ένα κοινό σημείωμα της Γενικής Διεύθυνσης της Εθνικής Αστυνομίας (DGPN) και της Νομαρχιακής Αστυνομίας (PP) που κατάφερε η εφημερίδα Le Monde να λάβει γνώση τον Οκτώβριο 2018, ο 38χρονος Boris Le Lay φέρεται να είναι ένας από τα πρόσωπα της γαλλικής «φασιστόφαιρας». Έχει ήδη καταδικαστεί ερήμην για πολλές περιπτώσεις, κυρίως για δυσφήμιση και ύβρεις και παρότρυνση στο μίσος, έχει σε βάρος του 13 εντάλματα έρευνας, ένα ένταλμα της Interpol και έναν φάκελο “S” επειδή είναι στέλεχος της ριζοσπαστικής εξτρεμιστικής δεξιάς. Προς το παρόν, οι γαλλικές αρχές δεν κατάφεραν να επιτύχουν την έκδοσή του από την Ιαπωνία όπου διαμένει.

Η ιδιαιτερότητα αυτού του ιστότοπου είναι ότι φιλοξενείται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επομένως, είναι δύσκολο να εφαρμοστεί το γαλλικό δίκαιο σε αυτόν, δεδομένου ότι ο φορέας που φιλοξενεί την πλατφόρμα βρίσκεται πίσω από το Σύνταγμα των ΗΠΑ που προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης.

Άρα, η δικαστική παρεμπόδιση της πρόσβασης στον ιστότοπο αυτό αποτελεί μια προσωρινή λύση, δεδομένου ότι ο διαχειριστής του παραμένει εκτός της γαλλικής επικράτειας.

Βλέπετε ;

Η ακροδεξιά που «μάχεται» την παγκοσμιοποίηση, όπως και η ακροαριστερά, κρύβεται πίσω από τις τεχνικές ψηφιακές κρύπτες  που αφειδώς της παρέχει αυτό το επάρατο ανάθεμα των «elites», όπως τις αποκαλεί για να χαϊδεύει δόλια τα αυτιά των ανήξερων θυμάτων της.

 

 

 

INFOGRAPHIC: THE FACTS ABOUT U.S. DEFENSE SPENDING

0


Want to share this image on your site? Copy and paste the embed code below:


Feel free to share this infographic on Twitter.

Tweet: How much does the United States spend on defense? Learn more https://ctt.ec/k1ayd+ via @PGPFoundation 


Tweet: How much does the federal government spend on defense compared to other priorities? https://ctt.ec/eXuk7+ @PGPFoundation 


Tweet: The U.S. spends more on defense than the next eight countries combined https://ctt.ec/1XakS+ via @PGPFoundation 


Tweet: The U.S. spends more than other countries on defense — both in real dollars and as a % of GDP https://ctt.ec/qpXbD+ via @PGPFoundation 


Tweet: U.S. defense spending is currently below its historical average https://ctt.ec/sFk0e+ via @PGPFoundation 


Tweet: America’s #fiscal future and #NationalSecurity are closely linked. Learn more https://ctt.ec/J0wUS+ via @PGPFoundation 

Oct 10, 2018
https://www.pgpf.org/infographic/infographic-the-facts-about-us-defense-spending?utm_source=newsletter112818&utm_medium=email&utm_campaign=definfo&_cldee=a2FyaW90aXNAYXR0Lm5ldA%3d%3d&recipientid=contact-dab76c51e8e1e411b3040050569818e7-8a4a0abc7a1f414f83b66c5b44858a67&esid=6532ffcd-7ef2-e811-940a-0050568d4238

DEBT VS. DEFICITS: WHAT’S THE DIFFERENCE?

0
OCTOBER 19, 2016
The words debt and deficit come up frequently in debates and conversations about the policy decisions that lawmakers face. The two concepts are similar, but are often confused. So what exactly are the differences between the deficit and the debt?

What Is the Federal Budget Deficit?

The deficit is the annual difference between government spending and government revenue. Every year, the government takes in revenue in the form of taxes and other income, and spends money on various programs, such as national defense, Social Security, and healthcare. If the government spends more than it takes in, then it runs a deficit. If the government takes in more than it spends, it runs a surplus.

The U.S. government has run a deficit every year since 1970, with the exception of four fiscal years (1998–2001). In 2016, the deficit is expected to be approximately $590 billion, which is 3.2% of gross domestic product (GDP).

What Is the Federal Debt?

The debt is the total amount of money the U.S. government owes. It represents the accumulation of past deficits, minus surpluses. Debt is like the balance on your credit card statement, which shows the total amount you owe, including interest. At the end of fiscal year 2016, CBO estimates that debt held by the public will equal about $14 trillion, or about 77% of GDP.

Historically, periods with spikes in deficits and corresponding increases in the national debt have been periods with significant defense and war spending. However, since the 1960s, defense spending has decreased as a share of GDP. Deficits are no longer caused by periodic spikes in wartime spending, but rather by a long-term, structural mismatch between spending and revenue.

Looking Forward

By addressing this mismatch, policymakers can put our nation on a better path for economic growth, opportunity, and prosperity. A strong fiscal foundation creates positive conditions for growth, including increased access to capital, more resources for public and private investments in our future, improved consumer and business confidence, and a stronger safety net. No single approach will be perfect in everyone’s eyes, but our leaders can draw upon the many good ideas that have been put forward from across the ideological spectrum in order to help ensure a brighter economic future for the next generation.

S-121: A New Standard for  Maritime Limits and Boundaries

1

The fundamental importance of maritime zones and other marine areas is underscored in the United Nations (UN) Sustainable Development Goal 14, which aims to conserve and sustainably use oceans, seas and marine resources. Maritime Limits and Boundaries (MLB) circumscribe and define these maritime and marine spaces, and incorporate the applicable Rights, Responsibilities and Restrictions (RRR). S-121, the widely anticipated marine data standard, provides a new open access method for  providing and exchanging digital representations of MLBs.The fundamental importance of maritime zones and other marine areas is underscored in the United Nations (UN) Sustainable Development Goal 14, which aims to conserve and sustainably use oceans, seas and marine resources. Maritime Limits and

Maritime Limits and Boundaries and Ocean Governance

Efficient and sustainable ocean governance requires, among other things, accessible high-quality data and information to support its decision-making functions. Central to governance is the control of behaviours within defined spaces, in relation to defined objectives, and according to accepted or  imposed value systems. Good governance, therefore, requires information about resources, limits and boundaries, users and stakeholders, legal/regulatory/policy frameworks, and the relevant RRR that control behaviours.

Clarity in relation to limits and boundaries is a cornerstone of good governance. Barring deficiencies in enforcement, governance can break down at any fuzzy edges of governed spaces. Boundary uncertainties may generate governance uncertainties such as: W hat resources to exploit or  manage? How  to be in compliance? W hat to enforce? For  the Maritime Domain, clarity at various scales and in relation to MLBs has long been the focus of international law of the sea. This is reflected in the 1982 United Nations Convention on the Law of the Sea (UNCLOS), other relevant international binding and non-binding instruments, as well as the laws, regulations and policies of coastal States.

The S-121 standard for  MLBs aims to support the achievement of that clarity. According to the International Hydrographic Organization (IHO) (2018), S-121 will achieve this by: (i) providing coordinate-based spatial representations of MLBs that are accurate, reliable and easy to interpret; and (ii) facilitating States Parties’ obligations to UNCLOS, to deposit their outer limits of maritime zones, together with the lines of delimitations (maritime boundaries) with the Secretary-General of the UN, through the Division for  Ocean  Affairs and the Law of the Sea (DOALOS)  of the Office of Legal Affairs of the United Nations.

Evolution of the S-121 Standard

A number of things have led to the development of the S-121 Standard for  MLBs. These include: (i) UNCLOS requirements for  States Parties to deposit charts and geographical coordinates representing their maritime zones, including lines of delimitation; (ii) the need to develop technical standards for  the collection, storage and dissemination of the information deposited by States so that there is compatibility among various Geographic Information Systems (GIS), Electronic Nautical Charts  (ENC), and other systems developed or  used by them; (iii) a request by UN Member States to the Secretary-General to improve the existing GIS for  the deposit of UNCLOS compliant charts and geographical coordinates, and to implement the developed technical standards in cooperation with relevant international organisations such as the IHO (A/RES/59/24, para. 6); (iv)  a call by the

General Assembly of the United Nations for  Member States to implement international law as outlined by UNCLOS

and thereby enhance conservation and sustainable use of oceans and marine resources. Based on the foregoing, DOALOS, as the designated unit, consulted with the IHO to identify an appropriate standard. This resulted in the formation of the S-121 project team that comprises participants from IHO Member States and the S-121 standard for  MLBs (IHO, 2018).

S-121 aims to:

Be simple, practical and implementable;

Support accurate and precise descriptions of MLBs;

Facilitate States’ communication of official digital representations of their MLBs; Respect the relevant provisions of UNCLOS;

Provide a framework that is extensible by implementing parties to support other maritime delimitation requirements;

Implement the IHO’s established S-100 framework as a product specification to ensure interoperability with other marine data specifications;

Be interoperable and in compliance with relevant IHO (i.e, S-57 S-101) and International Organization for Standardization (ISO)  standards (most notably ISO19152 Land Administration Domain Model (LADM)), thereby facilitating the construction of integrated cadastral systems;

Support versioning, thereby facilitating monitoring and updating; Be linked to authoritative administrative source documents.

Figure 1: Example of S-121 implementation (International Hydrographic Organization 2018).

S-121 is designed to be used as a data model in the administration, management and maintenance of MLB information (Figure 1). The data model is simple and flexible, and is built upon IHO S-100 and ISO 19152 standards (Figure 2). It is also designed, in accordance with ISO TC211 standard, to facilitate data exchange in many different forms.

S–121 Benefits

S-121 is beneficial to data custodians, who can use the standard to maintain and exchange information on MLBs. Official versions can be created for  distribution to stakeholders. The standard can also support legal proceedings, being able to produce output that is legally readable, targeted, and provides historical backtracking and source validation.

Apart from the obvious benefits to ocean governance through the management of MLB information, S-121 has implications for  navigational safety, marine resources management, Marine Spatial Planning (MSP), Marine Cadastre (MC) and Marine Spatial Data Infrastructure (MSDI).

S-121’s ability to manage any MLB has direct benefits for  navigation safety where correct identification of shipping lanes and other maritime limits are critical. This is enhanced by the standard’s facilitation of data exchange among stakeholders, and its interoperability with the future ENC standard, IHO S-101.

On the premise that the standard is commonly adopted, S-121 can contribute to improvements in MSP through increased/more effective data sharing among stakeholders and clarity offered in relation to RRR. MLBs form a fundamental building block for  governance frameworks relating to marine resource management where they delimit spatial extents that are subject to management and protection schemes. S-121 is indispensable for  MC and MSDI that require standard data models for  MLB, data sharing capabilities, RRR clarity, interoperability, and versioning (among other things). Specifically in relation to MC, the literature has already established that ISO

19152 standard is applicable (Sutherland, Griffith-Charles and Davis 2016) and therefore S-121 is also applicable.

Figure 2: S-121 Data Model (from Maltais and Lévesque 2018).

S–121 Receives Official Recognition

S-121 is the fastest evolving data standard. Its development was initiated by the General Assembly of the United Nations in its resolution 59/24. It has already received recognition from the ISO, the Open Geospatial Consortium (OGC), and the United Nations Global Geospatial Information Management (UN-GGIM). In the near future, a liaison project between the S-121 project team and the OGC will engage industry stakeholders regarding implementation and interoperability for  wider use of the standard.

Conclusion

The marine domain has long been established to be of great importance to humanity. States exercise rights over maritime zones and other marine areas to meet their political, socioeconomic and environmental objectives. These objectives require, in part, clear delimitations of MLBs. Although S-121, built upon IHO S-100 and ISO

19152 standards, was initially developed to meet UNCLOS requirements, the standard is accurate and flexible enough to meet the needs of other marine/maritime governance frameworks and systems, including navigational safety, marine resources management, MSP, MC, and  MSDI. It is one of the most eagerly anticipated data standards emerging from the IHO’s S-100 framework and has already received major recognition from key international stakeholders.

More Information/References

International Hydrographic Organization (2018).  www.s-121.com/w/index.php/Main_Page.

Louis Maltais and Serge Lévesque (2018). S-121 Maritime Limits and Boundaries: Status report. Presented

at the 10th IHO Hydrographic Services and Standards Committee, 14-17 May 2018, Rostock-W arnemünde, Germany.

Sutherland, M., C. Griffith-Charles and D. Davis (2016). “Toward the Development of LADM-Based Marine Cadastres: Is LADM Applicable to Marine Cadastres?”. Published in the proceedings of the 5th International Federation of Surveyors (FIG) W orkshop on 3D-Cadastres, 18-20 October, Athens, Greece, 14 pages.

https://www.hydro-international.com/content/article/s-121-a-new-standard-for-maritime-limits-and-boundaries

Open product specification for maritime limits and boundaries

0

Example of maritime boundary between states.

IHO S-121 Feature Model

Description Open product specification for maritime limits and boundaries
Initial Document December 2016
Location United Nations headquarters in New York
Document Link IHO S-121

Preamble

S-121 is an open access method of providing digital representation of Maritime Limits and Boundaries (MLBs). Maritime limits and boundaries are constructs used to define maritime zones for nations around the world. With the United Nations Convention of the Law of the Sea (UNCLOS), they can form an international legal foundation of the marine domain. S-121 represents an essential extension of the International Hydrographic Organisation S-100 for the administration of the marine domain.

In December 2016, the International Hydrographic Organisation (IHO) distributed the initial document describing the standard at the United Nations headquarters in New York. This meeting began the international effort to define the core features of the S-121 standard.

There are two goals of the S-121 standard, first: to have an open, international, coordinate-based, representation of maritime boundaries and their associated rights, restrictions, and responsibilities (RRRs) that are authoritative and easy to interpret. The second goal is to facilitate the deposit of maritime boundary claims with the Division for Ocean Affairs and the Law of the Sea (DOALOS) in a spatial coordinate-based format that fulfils legal requirements under UNCLOS.

Background

Coastal States, under articles 16, 47, 75, 76 and 84 of the United Nations Convention on the Law of the Sea, are required to deposit with the Secretary-General of the United Nations charts showing: straight baselines, including closing lines of mouths of rivers and bays, and archipelagic baselines; the outer limits, as well as lines of delimitation between States with adjacent or opposite coasts, of the territorial sea (including roadsteads, article 12); the contiguous zone; the exclusive economic zone and the continental shelf. Alternatively, the lists of geographical coordinates of points, specifying the geodetic datum, may be substituted.

In its resolutions 49/28 of 6 December 1994 and 52/26 of 26 November 1997, the General Assembly requested the Secretary-General to establish appropriate facilities, as required by the Convention, for the deposit by States of maps, charts and geographic coordinates concerning national maritime zones and establish a system for their recording and publicity and to develop and maintain [such] facilities for the deposit by States of charts and geographical coordinates concerning maritime zones, including lines of delimitation, and to give due publicity thereto, as required by article 16, paragraph 2, article 47, paragraph 9, article 75, paragraph 2, article 76, paragraph 9 and article 84, paragraph 2, of the Convention. The Division for Ocean Affairs and the Law of the Sea, Office of Legal Affairs of the United Nations is the unit of the Secretariat which performs these depositary functions on behalf of the Secretary-General, as part of an integrated program on the law of the sea and ocean affairs, distinct from the usual depositary functions of the Secretary-General in respect to multilateral treaties.

Subsequently, in its resolution 59/24 of 17 November 2004, the General Assembly requested the Secretary-General to improve the existing geographic information system for the deposit by States of charts and geographical coordinates concerning maritime zones, including lines of delimitation in particular by implementing, in cooperation with relevant international organizations technical standards for the collection, storage and dissemination of the information deposited, in order to ensure compatibility among the Geographic Information System, electronic nautical charts, and other systems developed by these organizations. Recent General Assembly resolutions have noted ongoing efforts in this regard.

In 2015 the UN passed resolution A/RES/70 nominating a set of 17 Sustainable Development Goals (SDGs). Target C of SDG 14 encourages states to “Enhance the conservation and sustainable use of oceans and their resources by implementing international law as reflected in UNCLOS”. The indicator 14.C.1 is “the number of countries making progress in ratifying, accepting and implementing through legal, policy and institutional frameworks, ocean-related instruments that implement international law, as reflected in the United Nation Convention on the Law of the Sea, for the conservation and sustainable use of the oceans and their resources”. This work is required in order to assess indicator 14.2.1: “Proportion of national exclusive economic zones managed using ecosystem-based approaches”.

In addition, the General Assembly, in its annual resolutions on Oceans and the law of the sea, calls upon States Parties to the Convention to fulfill their deposit obligations. Most recently, General Assembly resolution 71/257 of 23 December 2016 calls upon States Parties to the Convention that have not yet done so to deposit with the Secretary-General charts or lists of geographical coordinates, as provided for in the Convention, preferably using the generally accepted and most recent geodetic datums (para. 6).

To facilitate the implementation of the Secretary-General’s depositary functions, coastal States are encouraged to deposit the following information, as a minimum:

  • Geographic coordinates of points in decimal degrees on the straight baselines and archipelagic baselines in common global geodetic datum such as WGS 84, accompanied, as appropriate, by the relevant national legislation;
  • Geographic coordinates of points in decimal degrees on the outer limits as well as lines of delimitation between States with adjacent or opposite coasts for the following maritime zones: territorial sea (including roadsteads); contiguous zone; exclusive economic zone and continental shelf, in common global geodetic datum such as WGS 84, accompanied, as appropriate, by the relevant national legislation. Ideally the points defining the outer limits should be close enough to each other to ensure that the line formed by connecting the points with geodesic lines accurately reflects the outer limit of the maritime zone(s). States Parties are also encouraged to identify in the deposit the points that are part of an international boundary. States Parties are further encouraged to accompany such deposits with the relevant national legislation and/or with references to relevant international treaties.

Accordingly, the Division for Ocean Affairs and the Law of the Sea, of the Office of Legal Affairs of the United Nations, the unit entrusted with carrying out these responsibilities on behalf of the Secretary-General, approached the International Hydrographic Organization with a request to identifying appropriate technical standards. After consultations, the S-121 project team was formed by Member States of the International Hydrographic Organization.

Description

Our planet’s oceans are subdivided by international and national laws into many areas and zones. Certainty over the locations of these zones and the rights, restrictions and responsibilities that apply to them facilitates the development of the world’s ocean resources while providing for the protection of the marine environment and safety of navigation.

At the highest level, these zones define where States exercise sovereignty and sovereign rights, and identify areas beyond national jurisdictions that fall under international jurisdiction. Together, these entities describe the common framework for the Law of the Sea.

Maritime Limits and Boundaries (MLBs) are the constructs used to delineate maritime zones and forms the legal foundation of the marine domain. These maritime zones are established in law by their geographic limits and where such limit is delimiting two neighboring States, this limit is described as a maritime boundary, hence the term Maritime Limits and Boundaries (MLBs).

Example of Maritime Boundaries produced by The Pacific Community

To effectively distribute MLBs for the due publicity obligations under the Law of the Sea Convention and operational purposes, there needs to be a standard framework which ensures compatibility between users and encodes the legal character of the MLBs.

In January 2010, by adopting the S-100 Universal Hydrographic Data Model, the International Hydrographic Organisation (IHO) embarked on the development of a versatile standard framework aligned with the International Organization for Standardization (ISO) 19100 Geographic Information / Geomatics series of standards. The IHO S-100 standard aims to support a wide range of users by developing digital products and transfer standards for the marine community beyond the core hydrographic applications of the IHO. The standard opens the possibility of better marine administration by facilitating the integration of Hydrographic, Scientific and Legislative information.

The Maritime Limits and Boundaries standard – S-121 represents an essential extension of S-100for the administration of the marine domain. It enables MLBs to be described in terms of what they are, what they embody and what they are used for. S-121 establishes a framework for communicating in a digital form the geographic extents of marine areas and the associated rights and restrictions that apply to them. The framework has been developed to rigorously apply the provisions of the United Nations Convention of the Law of the Sea (UNCLOS), while allowing sufficient flexibility to accommodate the diverse implementations of the Convention by States under domestic laws.

Wikipedia Territorial waters

Page Links

Links to the other areas of the website are below.

 

http://www.s-121.com/w/index.php/Main_Page

ΤΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΑΛΗΨΕΩΝ

9
Είμαι κατά των καταλήψεων για ψύλλου πήδημα. Τελεία και παύλα. Καταδικάζω και τις μεν και τις δε.
Είδαμε καταλήψεις- με τη συμπαράσταση καθηγητών- που είχαν αιτήματα απο την “άδικη παγκόσμια κοινωνία” που πρέπει να αλλάξει εδώ και τώρα μέχρι “καταλαμβάνουμε το σχολείο γιατί δεν μας πήγαν εκδρομή”.
Ο σημερινός πρωθυπουργός, και μια ομάδα φίλων του, απο καταλήψεις ξεκίνησαν και ανεδείχθησαν στα ύπατα πολιτικά αξιώματα.
Γι αυτό προκάλεσε αλγεινή εντύπωση η σκληρά συντονισμένη προσπάθεια καθηγητών, που λειτουργούν ιδεοληπτικά και στο σχολείο, με ορισμένα μέσα ενημέρωσης και, φυσικά, το κυβερνών κόμμα να καταφερθούν κατά των καταλήψεων για τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Δεν νομίζω πως είναι δουλειά των μαθητών στα σχολεία η αντίδραση στη Συμφωνία ή, γενικώς, στην πολιτική. Αν θέλουν να αντιδράσουν ας το κάνουν έξω απο το χώρο του σχολείου.
Αλλά δεν μπορεί, πια, κάποια ψευδώνυμη αριστερά, να βλέπει τα πράγματα μονομερώς. Να θεωρεί δικούς της χώρους τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, να τα καταλαμβάνει όποτε θέλει και αν κάνουν το ίδιο άλλοι, που διαφωνούν μαζί της, να διαρρηγνύει τα ιμάτιά της.
Φτάνει, πια, η υποκρισία. Και καλά οι κομματικές σκοπιμότητες. Αλλά και οι καθηγητές να παίζουν το παιχνίδι των κομμάτων στα σχολεία;
Αυτός ο τόπος είναι κοινός για όλους. Δεν ανήκει, αποκλειστικά σε κανέναν. Κανένας δεν έχει το μονοπώλιο για τίποτε. Ούτε τα σχολεία, ούτε οι κοινωνικοί χώροι ανήκουν σε κάποιους.
Και κάτι ακόμη: όποιος αντιδρά στην κυβερνητική πολιτική χαρακτηρίζεται φασίστας και ακροδεξιός. Τελικά, στην Ελλάδα το 96% (εξαιρώ τον μικρό Συριζα), είναι φασίστες, κατά τον μικρό Συριζα.

Να γιατί έρχεται το βιολογικό τέλος του ελληνισμού

1

του Αναστάσιου Λαυρέντζου.

Πριν από λίγες ημέρες ανακοινώθηκαν από την Ελληνική Στατιστική Αρχή τα ετήσια στοιχεία γεννήσεων και θανάτων του ελληνικού πληθυσμού για το 2017. Σύμφωνα με αυτά:

  • Οι γεννήσεις στην Ελλάδα κατά το 2017 μειώθηκαν στις 88.553, καταγράφοντας ετήσια πτώση κατά 4,7%.
  • Αντίστοιχα οι θάνατοι αυξήθηκαν κατά 4,8% σε σχέση με to 2016, φτάνοντας τους 124.501.
  • Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το φυσικό ισοζύγιο (δηλαδή η διαφορά γεννήσεων-θανάτων) επιδεινώθηκε περαιτέρω στη χρονιά που πέρασε, φθάνοντας στα –35.948 άτομα. Δηλαδή ο πληθυσμός της χώρας, μόνο από την υστέρηση των γεννήσεων έναντι των θανάτων, και χωρίς να συνυπολογίζονται οι μεταναστευτικές εκροές Ελλήνων, μειώθηκε κατά 36 χιλιάδες άτομα μέσα σε ένα έτος. Πιο απλά, μέσα σε μια χρονιά χάθηκε μια πόλη, όπως το Ρέθυμνο ή η Καρδίτσα.
Πίνακας 1: Φυσικό ισοζύγιο ελληνικού πληθυσμού 2011-2017
Έτος Γεννήσεις Θάνατοι Διαφορά
2011 106.428 111.099 -4.671
2012 100.371 116.668 -16.297
2013 94.134 111.794 -17.660
2014 92.149 113.740 -21.591
2015 91.847 121.212 -29.365
2016 92.898 118.792 -25.894
2017 88.553 124.501 -35.948
ΣΥΝΟΛΟ -151.390
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, στοιχεία φυσικής κίνησης πληθυσμού

Επισημαίνεται ότι το 2017 είναι η έβδομη συναπτή χρονιά που το φυσικό ισοζύγιο του ελληνικού πληθυσμού είναι αρνητικό (βλ. Πίνακα), και όπως προκύπτει από τα ήδη διαθέσιμα στοιχεία, το 2018 θα είναι με βεβαιότητα η όγδοη. Βλέποντας κανείς αυτά τα δεδομένα, θα μπορούσε εύλογα να υποθέσει ότι οφείλονται στην οικονομική κρίση, και άρα, είναι αντιστρεπτά. Δυστυχώς αυτό δεν είναι αληθές. Η οικονομική κρίση επιβαρύνει σημαντικά τις δημογραφικές εξελίξεις, αλλά δεν τις γεννά.

Στην πραγματικότητα, αυτό που παρατηρούμε, είναι η από καιρό προβλεπόμενη είσοδος του ελληνικού πληθυσμού σε φάση δημογραφικής κατάρρευσης, η οποία έχει ως αίτιο τη μακροχρόνια υπογεννητικότητά του. Πράγματι, μετά την δραματική πτώση των γεννήσεων τη δεκαετία του 1980, η ίδια η Βουλή είχε ασχοληθεί με το θέμα και σχετικά είχε συντάξει το 1992 ένα πόρισμα για τη δημογραφική πολιτική που έπρεπε να ακολουθηθεί.

Έκτοτε μεσολάβησαν τρεις περίπου δεκαετίες, χωρίς πρακτικά να γίνει κάτι, και με τον ρυθμό γεννήσεων να παραμένει χαμηλός, πολύ κάτω από την ελάχιστη απαιτούμενη τιμή των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα. Στο πρώτο μισό αυτής της περιόδου (1990-2005), ο ελληνικός λαός γέρασε αλλά δεν αυξήθηκε. Στη δεκαετία του 1990 οι γεννήσεις ισοσκέλιζαν ακόμη τους θανάτους, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να μην είναι ιδιαίτερα ορατό. Σε αυτό το «μασκάρισμα» του προβλήματος, ρόλο έπαιξαν και οι γεννήσεις των μεταναστών του πρώτου κύματος, οι οποίες, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, μετά το 2000 ήταν περίπου το 17% των συνολικών γεννήσεων στη χώρα.

Αυτές οι γεννήσεις από αλλοδαπές μητέρες και ορισμένες πρόσθετες γεννήσεις από Ελληνίδες μητέρες, οι οποίες ήταν αποτέλεσμα των κινήτρων (για τριτέκνους) που δόθηκαν από τις κυβερνήσεις (Καραμανλή) της περιόδου 2005-2009, προσέφεραν μια προσωρινή ανάκαμψη γεννήσεων, η οποία όμως δεν είχε συνέχεια. Μετά το 2010 θα ενέπιπτε η οικονομική κρίση, η οποία θα ενταφίαζε κάθε προσπάθεια για δημογραφική πολιτική. Έκτοτε, όχι μόνο δεν υπάρχει καμία προσπάθεια για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, αλλά τα μέτρα που λαμβάνονται, το επιβαρύνουν περαιτέρω. Σχετικά, είναι χαρακτηριστικό ότι όχι μόνο καταργήθηκαν σχεδόν όλα τα επιδόματα πολυτέκνων (με μόνη ουσιαστική εξαίρεση το επίδομα τέκνων Α21), αλλά και η φορολογία μιας τετραμελούς οικογένειας στην Ελλάδα έγινε η βαρύτερη από τις όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Φτάσαμε έτσι στο σημείο που υπουργοί της σημερινής κυβέρνησης δηλώνουν ότι το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας θα λυθεί από την μαζική έλευση παράνομων μεταναστών από  χώρες της Ασίας και της Αφρικής. Την ίδια ώρα, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες διωγμένοι από την κρίση, μεταναστεύουν στο εξωτερικό, παίρνοντας μαζί τους και τις γεννήσεις που θα παρήγαν αν έμεναν στη χώρα.

Το βιολογικό τέλος του ελληνισμού

Τα παραπάνω, με απλά λόγια σημαίνουν ότι ο ελληνικός πληθυσμός βαδίζει σταθερά προς το βιολογικό του τέλος, όπως αυτό προδιαγράφεται εδώ και χρόνια από μελέτες και δημογραφικές προβολές. Μαζί του τερματίζει και ο ελληνισμός ως ζωντανή υπόσταση. Κι αυτή σίγουρα είναι η πλέον δραματική διαπίστωση, αφού αφορά το τέλος μιας ιστορικής πορείας σαράντα και πλέον αιώνων. Κανένα μυστήριο ή ασάφεια δεν υπάρχει σε όλα αυτά, διότι τα μαθηματικά είναι πάντα ξεκάθαρα και δεν επιδέχονται ωραιοποιήσεις. Όσο οι Έλληνες δεν γεννούν αρκετά παιδιά, θα απομένουν όλο και λιγότεροι και θα γερνούν όλο και πιο πολύ.  Ένα μόνο ερώτημα μένει αναπάντητο: τί είδους πολιτειακές, πολιτικές, πνευματικές και θρησκευτικές ηγεσίες έχει αυτός ο τόπος, που δεν βλέπουν, δεν καταλαβαίνουν ή δεν νοιάζονται για το ότι ο ελληνικός λαός έχει μπει σε έναν ολισθηρό δημογραφικό κατήφορο; Σε ποιό άλλο θέμα άραγε θα μπορούσαν να συμφωνήσουν, αν δεν μπορούν να ομονοήσουν τουλάχιστον σε αυτό; Δηλαδή, στο ότι απαιτείται επειγόντως η εκπόνηση μιας εθνικής δημογραφικής στρατηγικής, η οποία θα εφαρμοστεί σε ικανό βάθος χρόνου, με υπομονή και συνέπεια;

slpress.gr