Αρχική Blog Σελίδα 2734

Η άνοδος της ισλαμικής ήπιας ισχύος

0

Θρησκεία και εξωτερική πολιτική στον μουσουλμανικό κόσμο

Οι κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής, ακόμα και οι κοσμικές και σχετικά προοδευτικές, έχουν ισχυρό κίνητρο για να εισαγάγουν το Ισλάμ στην εξωτερική πολιτική τους, χρησιμοποιώντας θρησκευτικές ιδέες για να αυξήσουν το κύρος τους και να προωθήσουν τα συμφέροντά τους στο εξωτερικό˙ να αναπτύξουν, με άλλα λόγια, αυτό που αποκαλούμε «ισλαμική ήπια ισχύ».

Ο PETER MANDAVILLE είναι καθηγητής Διεθνών Υποθέσεων στην Σχολή Πολιτικής και Διακυβέρνησης στο Πανεπιστήμιο George Mason και εξωτερικός ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Brookings.
Ο SHADI HAMID είναι ανώτερος συνεργάτης στο Πρόγραμμα για τις Σχέσεις των ΗΠΑ με τον Ισλαμικό Κόσμο, στο Brookings.
Είναι οι συν-συγγραφείς του βιβλίου «Islam as Statecraft: How Governments Use Religion in Foreign Policy» [1].

Το Ισλάμ έχει γίνει ένα σημαντικό, ακόμα και εμμονικό, θέμα δημόσιας συζήτησης τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Από τις προσπάθειες των ισλαμιστικών ομάδων όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα να αποκτήσουν εξουσία μέσω της κάλπης μέχρι την βίαιη ριζοσπαστικότητα του Ισλαμικού Κράτους (ή ISIS) [2], η κυρίαρχη εικόνα του Ισλάμ στις πολιτικές του κόσμου ήταν εκείνη μιας θρησκευτικής ιδεολογίας που προωθείτο από μη κρατικούς δρώντες οι οποίοι επιθυμούν να δουν μια πιο «ισλαμική» μορφή της πολιτικής. Αλλά τι γίνεται με τα ίδια τα κράτη;

Οι συγκρούσεις μεταξύ κυβερνήσεων της Μέσης Ανατολής φαίνεται συχνά να αφορούν στην σκληρή ισχύ, και σε πολλές περιπτώσεις έτσι είναι. Η Σαουδική Αραβία διεξάγει πόλεμο στην Υεμένη [3] κατά των Χούθι, τους οποίους θεωρεί ως ένα υποκατάστατο της επέκτασης του Ιράν. Αλλά υπάρχει και μια άλλη πλευρά στις περισσότερες μουσουλμανικές κυβερνήσεις: Κι εκείνες χρησιμοποιούν -και κακοποιούν- το Ισλάμ για πολιτικούς σκοπούς.

10122018-1.jpg

Μια αφίσα του Σίσι στο κέντρο του Καΐρου, με το τζαμί al-Azhar στο δεύτερο πλάνο, τον Μάιο του 2014. AMR DALSH / REUTERS
——————————————————

Σε σχεδόν όλες τις χώρες μουσουλμανικής πλειοψηφίας, το Ισλάμ είναι μια σημαντική -και μερικές φορές η μόνη- ιδεολογική αξία που συνδυάζεται αποτελεσματικά με την πιο καθιερωμένη realpolitik. Με την παρακμή αμφοτέρων του σοσιαλισμού και του παν-αραβισμού στη Μέση Ανατολή, ο μόνος πραγματικός ιδεολογικός ανταγωνισμός στο Ισλάμ προέρχεται από τον εθνικισμό. Αλλά ο εθνικισμός, εξ ορισμού, είναι δύσκολο να προωθηθεί έξω από το έθνος του καθενός. Αυτό σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις –ακόμα και οι κοσμικές και σχετικά προοδευτικές- έχουν ισχυρό κίνητρο για να εισαγάγουν το Ισλάμ στην εξωτερική πολιτική τους, χρησιμοποιώντας θρησκευτικές ιδέες για να αυξήσουν το κύρος τους και να προωθήσουν τα συμφέροντά τους στο εξωτερικό- να αναπτύξουν, με άλλα λόγια, αυτό που αποκαλούμε «ισλαμική ήπια ισχύ».

Υπάρχει, όμως, ένα ζήτημα. Μόλις εισαχθεί το «Ισλάμ» στις δημόσιες συζητήσεις, ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες ερμηνεύουν την θρησκεία τους μεταμορφώνεται από μια ιδιωτική πράξη πίστης σε ένα θέμα εθνικής ασφάλειας. Οι κυβερνήσεις αισθάνονται υποχρεωμένες να εμπλακούν άμεσα στις συζητήσεις σχετικά με την φύση του Ισλάμ αλλιώς ρισκάρουν να αφήσουν να υπάρχει ένα ιδεολογικό κενό που θα το γεμίσουν οι εγχώριοι αμφισβητίες. Με άλλα λόγια, οι εσωτερικές διαφωνίες και την συνάφειά του στην καθημερινή πολιτική διαμορφώνουν το πώς τα κράτη χρησιμοποιούν το Ισλάμ στο εξωτερικό.

ΚΡΑΤΙΚΙΣΤΙΚΟ ΙΣΛΑΜ

Από μια άποψη, η χρήση της ισλαμικής ήπιας ισχύος δεν είναι κάτι νέο. Από την δεκαετία του 1960, η Σαουδική Αραβία έχει επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια για να χρηματοδοτήσει την κατασκευή τζαμιών, την διάδοση (συχνά αμφιλεγόμενων) θρησκευτικών κειμένων, και υποτροφίες για σπουδές στα θρησκευτικά πανεπιστήμια της Σαουδικής Αραβίας. Η εξαγωγή της υπερσυντηρητικής εκδοχής του ισλαμισμού από την Σαουδική Αραβία καθοδηγήθηκε από την αίσθηση υποχρέωσης της βασιλικής οικογένειας και του θρησκευτικού κατεστημένου να διαδώσει το Ισλάμ, αλλά εξυπηρετούσε επίσης έναν γεωπολιτικό σκοπό, να επιτρέψει στην Σαουδική Αραβία να αντιπαραβάλλει τον εαυτό της και να ανταγωνιστεί τους περιφερειακούς αντιπάλους της, όπως η Αίγυπτος υπό τον κοσμικό-εθνικιστή πρόεδρο Gamal Abdel Nasser [4] ή το Ιράν μετά το 1979. Η Τεχεράνη χρησιμοποίησε ομοίως την επαναστατική εκδοχή του σιιτικού Ισλάμ του Αγιατολάχ Χομεϊνί για να απεικονιστεί σε ολόκληρο τον κόσμο ως αντι-ιμπεριαλιστική ισλαμική δύναμη.

Από την εποχή των αραβικών εξεγέρσεων του 2011, ωστόσο, έχει αναδειχθεί ως ένα σημαντικό κομμάτι μιας νέας γεωπολιτικής της θρησκείας, όπως αναλύσαμε σε μια πρόσφατη έκθεση [1]. Σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό, τι στο παρελθόν, οι σημερινές μουσουλμανικές κυβερνήσεις προσπαθούν να διαμορφώσουν τον θρησκευτικό τους λόγο και να ελέγξουν την θρησκευτική γνώση ώστε να επιδιώξουν τα δικά τους εθνικά συμφέροντα.

Δείτε την δολοφονία του δημοσιογράφου Jamal Khashoggi [5] από Σαουδάραβες πράκτορες στην Κωνσταντινούπολη τον Οκτώβριο, που προσέφερε την περίεργη εικόνα ενός άκαμπτου ισλαμιστικού καθεστώτος να σκοτώνει έναν αρθρογράφο τον οποίο κατηγορεί ότι ήταν ισλαμιστής. Σήμερα, η Σαουδική Αραβία αντιτίθεται σε ένα συγκεκριμένο είδος ισλαμισμού -αυτό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Όμως, πριν από δεκαετίες, η Σαουδική Αραβία ήταν πολύ ευχαριστημένη να προσφέρει καταφύγιο και θέσεις εργασίας σε μέλη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, αναθέτοντας μερικές πτυχές του τεράστιου μηχανισμού προσηλυτισμού σε θυγατρικές του ισλαμικού κινήματος. Σε προσωπικότητες των εξόριστων Αδελφών δόθηκαν ανώτερες θέσεις στα πανεπιστήμια της Σαουδικής Αραβίας και πολλοί στελέχωσαν τα υψηλότερα επίπεδα των διεθνών θρησκευτικών οργανώσεων που χρηματοδοτούνται από την Σαουδική Αραβία, όπως το Παγκόσμιο Μουσουλμανικό Σωματείο (Muslim World League) και η Παγκόσμια Συνέλευση των Μουσουλμάνων Νέων (World Assembly of Muslim Youth). Αλλά μετά τις επαναστάσεις του 2011, όταν τα πολιτικά κόμματα που σχετίζονταν με την Αδελφότητα κέρδισαν εκλογές στην Αίγυπτο και την Τυνησία, οι βασιλικές οικογένειες του Κόλπου έφτασαν να βλέπουν την εξέλιξη αυτή ως μια υπαρξιακή απειλή για την επιβίωση των καθεστώτων τους.

Η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σήμερα χαρακτηρίζουν την Μουσουλμανική Αδελφότητα ως τρομοκρατική οργάνωση. Φοβούμενες ότι το μείγμα της θρησκευτικής ευλάβειας και της οργανωτικής ικανότητας θα επιτρέψει στην ομάδα να γίνει ελκυστική για τους πληθυσμούς τους, προειδοποιούν για τους κινδύνους του ισλαμισμού. Εντούτοις, οι αντι-ισλαμιστές είναι εξίσου πιθανό με τους Ισλαμιστές να αναμείξουν την θρησκεία με την πολιτική –απλώς με διαφορετικό τρόπο.

Οι κυβερνήσεις που είναι εναντίον της Αδελφότητας, προσπαθούν επιθετικά να διεκδικήσουν τον έλεγχο θρησκευτικών ιδρυμάτων και προωθούν αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «κρατικιστικό Ισλάμ» -μια εκδοχή της θρησκείας που είναι, πάνω απ’ όλα, υποταγμένη στα συμφέροντα του κράτους. Στην Αίγυπτο, ο πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι απηύθυνε έκκληση στο Πανεπιστήμιο Al-Azhar να ενημερώσει και να εκσυγχρονίσει την προσέγγισή του στις ισλαμικές πηγές, ως ένα κομμάτι μιας ευρύτερης «θρησκευτικής επανάστασης» [6] που μπορεί να αντιμετωπίσει τόσο το αντιπολιτευτικό Ισλάμ της Αδελφότητας όσο και το βίαιο, εξτρεμιστικό Ισλάμ του ISIS και της Αλ Κάιντα. Και ο Σαουδάραβας πρίγκιπας-διάδοχος, Mohammed bin Salman (MbS), δεσμεύτηκε το 2017 να επιστρέψει την Σαουδική Αραβία σε μια παράδοση του «μετριοπαθούς Ισλάμ» που, όπως ισχυρίστηκε, κάποτε επικρατούσε στο βασίλειο. Περιόρισε την επιρροή της θρησκευτικής αστυνομίας της Σαουδικής Αραβίας, αφαιρώντας της την εξουσία να κάνει συλλήψεις, και επέβαλλε σκληρές ποινές εναντίον ανεξάρτητων θρησκευτικών προσωπικοτήτων όπως ο Sheik Salman al-Awda, ένας εξαιρετικά δημοφιλής κληρικός με χαρακτηριστική κλίση προς την Αδελφότητα. Ενώ οι προηγούμενοι Σαουδάραβες μονάρχες και ανώτερα μέλη της βασιλικής οικογένειας έδιναν πάντα την δυνατότητα για τουλάχιστον κάποια δούναι και λαβείν με το θρησκευτικό κατεστημένο της χώρας, ο MbS έχει καταστήσει σαφές ότι, για εκείνον, το μετριοπαθές Ισλάμ δεν είναι μόνο η απόρριψη του ISIS αλλά η προώθηση του σεβασμού προς τις υπάρχουσες πολιτικές Αρχές.

10122018-2.jpg

Ο MbS και ο Sisi στο Κάιρο, τον Νοέμβριο του 2018. REUTERS
———————————————————–

Οι άλλες δύο «ατμομηχανές» του Περσικού Κόλπου, το Κατάρ και τα ΗΑΕ, έχουν επίσης αναπτύξει ξεχωριστές προσεγγίσεις για την υποστήριξη και την προώθηση της θρησκείας στο εξωτερικό. Το Κατάρ έχει τοποθετηθεί ως προστάτης του ισλαμισμού στο στυλ της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, παρέχοντας –προς μεγάλη πικρία του Ριάντ και του Αμπού Ντάμπι- ένα καταφύγιο για Ισλαμιστές αντιφρονούντες, και φιλοξενώντας μια σειρά από μέσα ενημέρωσης υπέρ της Αδελφότητας. Εν τω μεταξύ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αναδύθηκαν ήσυχα την τελευταία δεκαετία ως κύριος προστάτης αρκετών σπουδαίων Σουφιτών ακαδημαϊκών, και χρηματοδότησαν εκδηλώσεις υψηλού προφίλ που συγκέντρωσαν όχι μόνο Μουσουλμάνους ηγέτες από ολόκληρη την Αφρική, την Ασία και τη Μέση Ανατολή, αλλά και Χριστιανούς και Εβραίους ηγέτες από την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, επίσης. Ένα σημαντικό θέμα αυτών των διασκέψεων είναι ο θρησκευτικός πλουραλισμός, αλλά είναι ένας πιο χαλαρός πλουραλισμός που δεν αμφισβητεί το κράτος.

ΤΟ ΙΣΛΑΜ ΚΑΙ Η ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΑΞΗ

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες Δυτικές δυνάμεις, οι πραγματικότητες της ισλαμικής ήπιας ισχύος περιπλέκουν τις προσπάθειες κατανόησης των μουσουλμανικής πλειοψηφίας συμμάχων. Η Ουάσινγκτον πρέπει να αναγνωρίσει, πρώτον, ότι ο εσωτερικός ανταγωνισμός για τον ρόλο του Ισλάμ και του Ισλαμισμού δεν μπορεί να περιοριστεί στα σύνορα μιας χώρας και ότι οι εξωτερικές πολιτικές των αυταρχικών συμμάχων δεν θα -και δεν μπορούν να- απομονωθούν από τους ενδο-ισλαμικούς αγώνες στο εσωτερικό [της κάθε χώρας]. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και για τους αξιωματούχους των ΗΠΑ που ενδιαφέρονται ελάχιστα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, παραμένουν σημαντικοί λόγοι -κατά μήκος των γραμμών των αυστηρά «εθνικών συμφερόντων»- για να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο πώς τα καθεστώτα καταστέλλουν τους εγχώριους αντιπάλους τους. Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν μπορεί να χαρακτηριστούν ως ένα θέμα για αφελείς ιδεαλιστές που δεν έχουν εκπαιδευτεί στις σκληρές πραγματικότητες της realpolitik.

Διάφορες αμερικανικές διοικήσεις, Ρεπουμπλικανικές όπως και Δημοκρατικές, έχουν υιοθετήσει κάποιες κακές συνήθειες όταν πρόκειται να αγκαλιάσουν θρησκευτικούς δρώντες που οι Άραβες σύμμαχοί τους διαλαλούν ως λύσεις στον θρησκευτικό εξτρεμισμό. Όπως τα ΗΑΕ, η Ιορδανία και το Μαρόκο έχουν τοποθετηθεί επίσης ως υπέρμαχοι του «μετριοπαθούς Ισλάμ», ένα υποτιθέμενο αντίδοτο στον θρησκευτικό εξτρεμισμό. Οι Δυτικές κυβερνήσεις έχουν επαινέσει την υποστήριξή τους προς διαθρησκευτικές συνόδους κορυφής και την δημιουργία κέντρων κατάρτισης για θρησκευτικούς ηγέτες -ακόμη και ενώ δεν υπάρχει ξεκάθαρη απόφαση σχετικά με την επίδραση [7] αυτών των πρωτοβουλιών. Στο κάτω-κάτω, τα εμπλεκόμενα θρησκευτικά ιδρύματα θεωρούνται συχνά από τους πληθυσμούς της περιοχής ως εκπρόσωποι των ίδιων των κυβερνήσεων τις οποίες [οι πληθυσμοί] περιφρονούν. Αυτές, δύσκολα είναι αξιόπιστες φωνές.

Το να κερδηθούν όμως οι καρδιές και τα μυαλά, δεν είναι απαραίτητα το βασικό ζήτημα. Η χρήση της Ισλαμικής ήπιας ισχύος προορίζεται να εξυπηρετεί τις κυβερνήσεις περισσότερο από ό, τι εξυπηρετεί τα μουσουλμανικά κοινά. Σχεδόν χωρίς εξαίρεση σήμερα, όσοι αγωνίζονται για επικράτηση στη Μέση Ανατολή έχουν αγκαλιάσει διάφορες μορφές θρησκευτικής προσέγγισης στις περιφερειακές στρατηγικές τους. Για παράδειγμα, η παράνοια της Σαουδικής Αραβίας σχετικά με την επιθετικότητα του Ιράν σε ολόκληρη την περιοχή οδήγησε το Ριάντ να ενθαρρύνει, ή τουλάχιστον να κάνει τα «στραβά μάτια», σε φαρμακερά και κατά καιρούς βίαια αντι-σιιτικά αισθήματα από Σαουδάραβες και σχετιζόμενους με την Σαουδική Αραβία κληρικούς, ειδικά σε χώρες όπως ο Λίβανος και το Ιράκ, όπου η Τεχεράνη έχει ισχυρή παρουσία. Αφενός, αυτοί οι κληρικοί δεσμεύονται σε μια πλήρη καταδίκη αυτού που ειλικρινά βλέπουν ως αίρεση˙ αφετέρου, οι εκφράσεις της πίστης τους εξυπηρετούν την ατζέντα ενός σαουδαραβικού κράτους που θεωρεί τον σιιτισμό ως μια αντανάκλαση της Τεχεράνης.

Το Ιράν, από την πλευρά του, προσπάθησε να προκαλέσει θρησκευτικές εντάσεις σε χώρες όπως το Μπαχρέιν, το Ιράκ και ο Λίβανος, όπου οι σιιτικοί πληθυσμοί υφίστανται διακρίσεις και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Το Ιράν δεν μπορεί να αντέξει να εμπλακεί σε ξεκάθαρη αντι-σουνιτική υποκίνηση, κάτι που θα αποξένωνε την συντριπτική πλειοψηφία των Μουσουλμάνων. Αντ’ αυτού, η Τεχεράνη βασίζεται σε σύμβολα των σιιτικών διωγμών στην ισλαμική ιστορία σε μια προσπάθεια να εξισώσει τα κατεστημένα σουνιτικά καθεστώτα με τους αντι-σιίτες δράστες του παρελθόντος. Σε καθένα από αυτά τα παραδείγματα, η γεωπολιτική και το Ισλάμ είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα, τόσο πολύ ώστε να είναι δύσκολο να γνωρίζουμε πού τελειώνει η πρώτη και ξεκινά το δεύτερο.

Αν και το Ισλάμ ήταν πάντα παρόν στην πολιτική της περιοχής, η σημασία του έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια -χάρη όχι μόνο στις σπασμούς της Αραβικής Άνοιξης αλλά και στις αποφάσεις που λαμβάνονται στην Ουάσινγκτον. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, όπως και ο προκάτοχός του, Μπαράκ Ομπάμα, προσπάθησε να απεμπλακεί από τους καθημερινούς εκνευρισμούς της πολιτικής της Μέσης Ανατολής και να παραδώσει περισσότερη ευθύνη στους Άραβες συμμάχους. Αυτό ενθάρρυνε αυτούς τους συμμάχους -ιδιαίτερα την Σαουδική Αραβία- να υιοθετήσουν πιο επιθετικές εξωτερικές πολιτικές, οι οποίες με την σειρά τους απαιτούσαν μια ιδεολογική γλώσσα για την στήριξη αυτής της επιθετικότητας. Η ισλαμική ήπια ισχύς, είτε με τη μορφή αντι-σιιτισμού είτε του «μετριοπαθούς Ισλάμ», προσφέρει ακριβώς αυτό.

Σε γενικές γραμμές, σημειώνεται μια μετατόπιση σε όλο τον κόσμο, καθώς δημιουργούνται αμφιβολίες σχετικά με το μέλλον του φιλελευθερισμού και την υπό την ηγεσία των ΗΠΑ «φιλελεύθερη διεθνή τάξη». Με την παγκόσμια συναίνεση γύρω από τον φιλελευθερισμό να ξεφτίζει, ανοίγεται περισσότερος χώρος για ιδεολογική μάχη. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίσουν να αποσύρονται από τον ρόλο τους στην προώθηση μιας προβλέψιμης παγκόσμιας τάξης, ο ανταγωνισμός γύρω από το Ισλάμ -ποιος τον ορίζει, ποιος μιλά εξ ονόματός του και ποιος θα τον κινητοποιεί για τους δικούς του σκοπούς- μάλλον μόνο θα εντείνεται.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2018-12-07/rise-isla…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.brookings.edu/research/islam-as-statecraft-how-governments-u…
[2] https://www.foreignaffairs.com/tags/isis
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/yemen/2017-10-16/yemens-humanita…
[4] https://www.foreignaffairs.com/reviews/review-essay/2018-08-14/muslim-br…
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/saudi-arabia/2018-11-05/why-us-c…
[6] https://edition.cnn.com/2015/01/06/africa/egypt-president-speech/
[7] https://www.washingtonpost.com/news/monkey-cage/wp/2017/03/01/middle-eas…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Η μεγαλοφυΐα της εξωτερικής πολιτικής του George H. W. Bush

0
Πώς άλλαξε την πολιτική διαδικασία για πάντα
Περίληψη:

Η μακρά θητεία του Μπους στην κυβέρνηση σήμαινε ότι, όταν εξελέγη πρόεδρος, γνώριζε πολλά για τον κόσμο και, κρισίμως, το πόσο σημαντικό ήταν να διοριστούν οι κατάλληλοι άνθρωποι για να ασχοληθούν με αυτόν. Πάνω απ’ όλα, ο Μπους ήθελε ομαδικούς παίκτες οι οποίοι θα σέβονταν ο ένας τον άλλον και θα δούλευαν μαζί για να διαχειριστούν έναν κόσμο που άλλαζε γρήγορα.

Ο IVO DAALDER είναι πρόεδρος του Chicago Council on Global Affairs.
Ο I. M. DESTLER είναι καθηγητής Πολιτικής Δέσμευσης στην έδρα Saul I. Stern στην Σχολή Δημόσιας Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Maryland.
Είναι οι συν-συγγραφείς του βιβλίου με τίτλο In the Shadow of the Oval Office: Profiles of the National Security Advisers and the Presidents They Served—From JFK to George W. Bush [1].

Ο George H. W. Bush εισήλθε στην προεδρία καλύτερα προετοιμασμένος για να ηγηθεί στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τον κόσμο από οποιονδήποτε άλλον πρόεδρο των ΗΠΑ πριν ή έκτοτε. Όπως ο Richard Nixon, ο Μπους είχε υπηρετήσει στο Κογκρέσο και ως αντιπρόεδρος για δύο πλήρεις θητείες. Αλλά είχε θητεύσει επίσης ως απεσταλμένος των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κίνα και διευθυντής της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Central Intelligence Agency, CIA).

Αυτή η εμπειρία τού επέτρεψε να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση των ΗΠΑ δημιουργούσε και εφάρμοζε την εξωτερική της πολιτική. Μαζί με τον σύμβουλό του για την εθνική ασφάλεια, Brent Scowcroft, ο Μπους δημιούργησε μια διαδικασία εθνικής ασφάλειας που μεγιστοποίησε την εσωτερική συνεργασία και απέφυγε το είδος των συγκρούσεων μεταξύ ανώτερων αξιωματούχων που είχαν αμαυρώσει τις διοικήσεις των Nixon, Carter και Reagan.

05122018-1.jpg

Ο πρόεδρος George H.W. Bush συναντά τους στρατιωτικούς συμβούλους του στο Πεντάγωνο για να συζητήσει την Κρίση του Κόλπου, στις 15 Αυγούστου του 1990. GARY CAMERON / REUTERS
————————————————

Αυτή η διαδικασία άντεξε την δοκιμασία του χρόνου. Κάθε πρόεδρος μετά τον Μπους αγκάλιασε την επίσημη διαδικασία που ο Μπους έθεσε σε ένα μνημόνιο κατά την πρώτη του μέρα στην εξουσία, και κάθε σύμβουλος εθνικής ασφάλειας έχει ξεκάθαρα προσπαθήσει να μοντελοποιήσει την θητεία του (ή της) επί του παραδείγματος του Scowcroft. Κανένας, όμως, δεν ανταποκρίθηκε με την λαμπρότητα του Μπους και του Scowcroft.

Ο BUSH ΣΤΗΝ ΘΕΩΡΙΑ

Η μακρά θητεία του Μπους στην κυβέρνηση σήμαινε ότι, όταν εξελέγη πρόεδρος, γνώριζε πολλά για τον κόσμο και, κρισίμως, το πόσο σημαντικό ήταν να διοριστούν οι κατάλληλοι άνθρωποι για να ασχοληθούν με αυτόν. Ήξερε ότι ήθελε τον James Baker, τον στενό φίλο του και πολιτικό εταίρο του στο Τέξας, σε έναν ανώτερο ρόλο. Ο Μπέικερ είχε φέρει τάξη στον Λευκό Οίκο του Ρέιγκαν και, ως υπουργός Οικονομικών, εκτόνωσε μια μεγάλη κρίση στην εμπορική πολιτική. Την επόμενη μέρα μετά τις εκλογές του 1988, ο Μπους ονόμασε τον Μπέικερ ως υπουργό Εξωτερικών.

Ήξερε ότι δεν ήθελε τον Ντόναλντ Ράμσφελντ, τον λαμπρό αλλά ευέξαπτο υπουργό Άμυνας του προέδρου Τζέραλντ Φορντ, ο οποίος είχε καυγαδίσει με τον υπουργό Εξωτερικών, Χένρι Κίσινγκερ, και αργότερα θα βοηθούσε τον γιο του Μπους, Τζορτζ, να μπει σε βαθιά προβλήματα με το να κακοδιαχειριστεί τον πόλεμο στο Ιράκ. Ο Μπους απέφυγε να διορίσει τον Ράμσφελντ σε οτιδήποτε.

Πάνω απ’ όλα, ο Μπους ήθελε ομαδικούς παίκτες οι οποίοι θα σέβονταν ο ένας τον άλλον και θα δούλευαν μαζί για να διαχειριστούν έναν κόσμο που άλλαζε γρήγορα. Ήξερε ότι η συνεργασία δεν θα ερχόταν αυτόματα˙ θα πρέπει να καλλιεργηθεί. Για να γίνει αυτό, ήξερε ότι έπρεπε να δημιουργήσει μια αποτελεσματική διαδικασία για την διαχείριση της πολιτικής εθνικής ασφάλειας. Και ήξερε ποιος ήθελε να τον βοηθήσει στο να το κάνει: Ο Brent Scowcroft, ο ήσυχος αποτελεσματικός σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Ford.

Ο Μπους γνώριζε από πρώτο χέρι ότι μια κακή διαδικασία θα μπορούσε να καταστρέψει ακόμη και καλές πολιτικές. Για μεγάλο μέρος της διοίκησης του Reagan, οι διαμάχες ανάμεσα σε κορυφαίους συμβούλους, ιδίως μεταξύ του υπουργού Εξωτερικών, George Shultz, και του υπουργού Άμυνας, Caspar Weinberger, εμπόδισαν την αποτελεσματική χάραξη πολιτικής. Μια σειρά συμβούλων εθνικής ασφαλείας αποδείχτηκε ανίκανη να φέρει τους δύο γίγαντες μαζί, και αποφάσισαν ότι ο καλύτερος τρόπος να υπηρετηθεί ο συχνά ανυπόμονος Ρέιγκαν ήταν να κάνουν πολιτική από μόνοι τους. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφική υπόθεση Ιράν-Κόντρας, η προσπάθεια ανταλλαγής όπλων για ομήρους που παραλίγο να έριχνε την προεδρία του Ρέιγκαν.

Ο Μπους έμαθε από αυτή την καταστροφή. Στον Scowcroft βρήκε τον κατάλληλο άνθρωπο να ηγηθεί μιας διαδικασίας εθνικής ασφάλειας που θα απέφευγε τις υπερβολές των προηγούμενων διοικήσεων. Ο Scowcroft είχε υπηρετήσει στην Επιτροπή Tower, η οποία διερεύνησε την υπόθεση Ιράν- Κόντρας. Είχε συντάξει τις συστάσεις της επιτροπής σχετικά με τον τρόπο εγκαθίδρυσης ενός άρτια λειτουργούντος Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (National Security Council, NSC) και της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Το κλειδί ήταν να ενδυναμωθεί ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας ως ένας έντιμος μεσολαβητής, ο οποίος θα έφερνε στον πρόεδρο καλές επιλογές για να τις εξετάσει και να αποφασίσει. Θα εξακολουθεί να συμβουλεύει τον πρόεδρο, αλλά, όπως έγραψε ο Scowcroft στην Έκθεση Tower, «θα πρέπει γενικά να λειτουργεί εκτός της σκηνής» και όχι «να προσπαθεί να ανταγωνιστεί τον Υπουργό Εξωτερικών ή τον Υπουργό Άμυνας ως ο διαρθρωτής της δημόσιας πολιτικής».

Οι Μπους και Scowcroft μετέτρεψαν αυτές τις λέξεις σε πραγματικότητα. Απέδειξαν ότι μια διοίκηση θα μπορούσε να έχει έναν ισχυρό Υπουργό Εξωτερικών και έναν ισχυρό Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας -και έναν πρόεδρο ξεκάθαρα υπεύθυνο και για τους δύο. Καθώς ο γνωστός κόσμος του Ψυχρού Πολέμου τα τελευταία 40 χρόνια άρχισε να αποσυντίθεται, βρήκαν ότι χρειάζονταν ακριβώς αυτό το είδος συνεργασίας.

Ο BUSH ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το φθινόπωρο του 1989, το μέλλον της Γερμανίας έγινε το κεντρικό ευρωπαϊκό ζήτημα. Είχε από καιρό ειπωθεί, μόνο κατά το ήμισυ ως αστείο, όπως κάποτε χαριτολόγησε ο λόρδος Ismay, ο πρώτος γενικός γραμματέας του θεσμού, ότι ο ρόλος του ΝΑΤΟ ήταν «να κρατήσει τους Ρώσους έξω, τους Αμερικανούς μέσα, και τους Γερμανούς κάτω». Τώρα, οι φόβοι για μια ενοποιημένη Γερμανία επανεμφανίστηκαν. Η Βρετανίδα πρωθυπουργός, Μάργκαρετ Θάτσερ, και ο Γάλλος πρόεδρος, Φρανσουά Μιτεράν, ήταν ιδιαίτερα ανήσυχοι. Το 1990, συνειδητοποιώντας ότι η επανένωση ήταν αναπόφευκτη, η κυβέρνηση Μπους ξεκίνησε να μεγιστοποιήσει την εμπιστοσύνη και να ελαχιστοποιήσει τους φόβους. Η πρώτη δουλειά ήταν η αντιμετώπιση των σοβαρών εντάσεων μέσα στην Δυτική Γερμανία μεταξύ του καγκελαρίου, Helmut Kohl, και του υπουργού Εξωτερικών, Hans-Dietrich Genscher. Ο Μπους δούλεψε με τον Kohl και ο Baker με τον Genscher, σε μια διαδικασία διαπραγματεύσεων «τέσσερις συν δύο» (τέσσερις δυνάμεις κατοχής συν δύο Γερμανίες). Το αποτέλεσμα ήταν μια γερμανική δημοκρατία εντός του, και περιοριζόμενη από το, ΝΑΤΟ, ένα αποτέλεσμα που ο Σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ αποδέχτηκε ως την λιγότερο κακή διαθέσιμη επιλογή. Καθ’ όλη την διάρκεια του έτους, με τον Bush και τον Baker να κάνουν την δημόσια διπλωματία, ο Scowcroft βασίστηκε στους αξιωματούχους του NSC και σε μια συλλογική δι-υπηρεσιακή διαδικασία για να αναπτύξουν ιδέες πολιτικής ώστε να επιτύχουν τον πρωταρχικό στόχο της αποκλιμάκωσης του Ψυχρού Πολέμου με μια επανενωμένη Γερμανία, αγκυρωμένη στην Δύση.

Στην συνέχεια, το καλοκαίρι του 1990, ο Ιρακινός δικτάτορας Σαντάμ Χουσεΐν σόκαρε τον κόσμο εισβάλλοντας το Κουβέιτ. «Αυτό δεν θα σταθεί», δήλωσε ο Μπους με την προτροπή του Scowcroft. Ο Μπέικερ ταξίδεψε στον κόσμο, οικοδομώντας μια άνευ προηγουμένου συμμαχία για να ανατρέψει τις πράξεις του Σαντάμ. Κέρδισε στρατιωτική και διπλωματική υποστήριξη και απέσπασε κεφάλαια για να βοηθήσει στην χρηματοδότηση της πολεμικής προσπάθειας των ΗΠΑ. Για άλλη μια φορά, η διαδικασία συνεργασίας του Μπους θριάμβευσε καθώς οι διεθνείς κυρώσεις ακολουθήθηκαν από στρατιωτική δράση και την απελευθέρωση του Κουβέιτ. Επιλογές εξετάστηκαν και συζητήθηκαν˙ όλες οι απόψεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αντιτίθεντο στην στρατιωτική δράση, είχαν μια πλήρη και δίκαιη ακρόαση. Ο Scowcroft διαχειρίστηκε την διαδικασία από τα μέσα, ενώ τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου και οι αξιωματούχοι ενεργούσαν απ’ έξω.

Ο Μπους αντιμετώπισε βροντερό χειροκρότημα στο Κογκρέσο όταν ανέφερε την επιτυχία της συμμαχίας τον Μάρτιο του 1991. Τα ποσοστά αποδοχής του έφτασαν το 89% σε μια δημοσκόπηση της Gallup. Δεν επρόκειτο να διαρκέσει. Επιβαρυμένος από μια εξασθενημένη οικονομία και μια αντιληπτή αδυναμία αντιμετώπισής της, ο Μπους βίωσε μια σταθερή μείωση της υποστήριξης καθ’ όλη τη διάρκεια εκείνου του έτους και στο επόμενο. Έχασε την επανεκλογή του απέναντι σε έναν νεοφώτιστο της εξωτερικής πολιτικής, τον Μπιλ Κλίντον, και έφυγε από το αξίωμά του ως πρόεδρος της μιας θητείας. Αλλά οι αλλαγές που έφερε ο Μπους θα έμεναν.

Κάθε πρόεδρος έκτοτε έχει υιοθετήσει το μοντέλο Bush-Scowcroft για τον σχεδιασμό της εξωτερικής πολιτικής σε επίπεδο υπουργικού συμβουλίου και δι-υπηρεσιακού διαλόγου. Το πρότυπο αυτό περιλαμβάνει επιτροπές σε πολλά κυβερνητικά επίπεδα, από την Ανώτατη Επιτροπή (Principals Committee), η οποία απαρτίζεται από υπουργούς και προεδρεύεται από τον σύμβουλο εθνικής ασφάλειας, μέχρι έναν μεγάλο αριθμό επιτροπών δι-υπηρεσιακής συνεργασίας αποτελούμενων από υφυπουργούς που ασχολούνται με περιφερειακά και λειτουργικά ζητήματα. Η σύνθεση των επιτροπών έχει εξελιχθεί, όπως έχουν κάνει και τα θέματα που αντιμετωπίζουν οι διάφορες δι-υπηρεσιακές ομάδες, και διαφορετικές διοικήσεις έχουν ακολουθήσει την τυπική διαδικασία με τους δικούς τους τρόπους. Αλλά το βασικό σύστημα έχει αντέξει για σχεδόν 30 χρόνια και αποτελεί μια μεγάλη μαρτυρία για την σοφία και την προνοητικότητα του Μπους και του Σκόουκροφτ.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/2018-12-04/foreign-policy-genius…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.amazon.com/Shadow-Oval-Office-Presidents-Served/dp/1416553207

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΣΜΟΥ.

3

Τα “Κιτρινα Γιλέκα” έχουν και μια άλλη διάσταση. Την δικαιολογημένη αντίθεση των γαλλικών προαστίων (banlieue) κατά του κέντρου των πόλεων και, κυρίως, της γαλλικής επαρχίας κατά του συγκεντρωτισμού του Παρισιού.
Η Γαλλία, όπως και η Ελλάδα, είναι ένα άκρως συγκεντρωτικό κράτος.
Η δυσαρέσκεια της περιφέρειας είναι έντονη.
Ο Μακρόν, παρασύρθηκε απο τη μαρξιστική ανάλυση που θεωρεί το οικονομικό ως το “σε τελευταία ανάλυση καθοριστικό στοιχείο” και εξήγγειλε οικονομικές παροχές. Δεν αρκούν.
Και ο Μακρόν και η γαλλική και η ελληνική αριστερά θα συνειδητοποιήσουν γρήγορα πως εκείνο που, πλέον, λείπει δεν είναι η αδυναμία οικονομικής επιβίωσης. Αλλά νοήματος ζωής μέσα στο οποίο υπάρχει και το οικονομικό πρόβλημα.
Η διαχρονική αντιπαράθεση αν το οικονομικό στοιχείο ή το εποικοδόμημα είναι το καθοριστικό βρίσκει άλλη μια φορά πειραματική εφαρμογή στο γαλλικό κοινωνικό εργαστήρι.
Είμαστε στη μεταβατική φάση μιας εποχής προς μια άλλη που
θα ταλανίσει την ανθρωπότητα τα επόμενα 30 χρόνια.
Απο αυτής της πλευράς, στην Ελλάδα, η επιβολή του παρηκμασμένου αθηναϊκού προτύπου ζωής έχει τελειώσει.
Κάποια στιγμή ο κόσμος, έστω και υποσυνείδητα θα εξεγερθεί.

ΕΥΡΩ: Η μήτρα των Κίτρινων Γιλέκων!

0

[Δεκαεννέα Γάλλοι λόγιοι – μεταξύ των οποίων και ο ανθρωπογεωγράφος Εμμανουέλ Τοντ, ο οποίος προέβλεψε την πτώση του κομμουνισμού τουλάχιστο δέκα χρόνια νωρίτερα – καταγγέλλουν το ευρώ ως αιτία των δεινών της χώρας τους και εισηγούνται την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, το φράγκο]

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την έναρξη του ευρώ, την 1η Ιανουαρίου 1999, η κατάσταση του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος είναι παράδοξη. Από τη μία πλευρά, η αποτυχία αυτού του σχεδίου είναι προφανής, διαπιστωμένη από τους περισσότερους αρμόδιους οικονομολόγους, συμπεριλαμβανομένων πολλών βραβευθέντων με Νόμπελ. Από την άλλη, το θέμα αυτό είναι πλέον ταμπού στη Γαλλία, σε σημείο που κανένας πολιτικός δεν τολμά να το αντιμετωπίσει. Πώς εξηγείται αυτή η κατάσταση;

Κανείς δεν συνδέει το σημερινό κίνημα των “κίτρινων γιλέκων” με την αποτυχία του ευρώ. Ωστόσο, η πτώχευση των περισσότερων, η πλέον φανερή επίπτωσή του , προκύπτει άμεσα από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές που στοχεύουν να σώσουν, πάση θυσία, το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα. Η σωτηρία του ευρώ δεν σχετίζεται με τη νομισματική πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία, εντούτοις, είναι ελάχιστα αποτελεσματική στην τόνωση της παραγωγής, αλλά με τις δημοσιονομικές πολιτικές αύξησης των φόρων και μείωσης των δημόσιων επενδύσεων που ζητούσε παντού η Επιτροπή των Βρυξελλών.  Αυτές κατέληξαν σίγουρα στην αποκατάσταση των εξωτερικών λογαριασμών ορισμένων ελλειμματικών χωρών. Από την άλλη, αυτό έγινε με τίμημα μια “εσωτερική υποτίμηση”, δηλαδή μια δραστική μείωση του εισοδήματος, συνοδευόμενη από το στραγγάλισμα της εγχώριας ζήτησης. Ως αποτέλεσμα, σημειώθηκε δραματική κατάρρευση της παραγωγής στις περισσότερες χώρες της νότιας Ευρώπης και ένα πολύ υψηλό ποσοστό ανεργίας, παρά τη μαζική έξοδο των ενεργών δυνάμεων από αυτές τις χώρες.

Η ζώνη του ευρώ έχει αυτή τη στιγμή τον χαμηλότερο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης στον κόσμο. Οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών, αντί να έχουν μειωθεί, έχουν διευρυνθεί σημαντικά. Αντί να ενθαρρύνει την εμφάνιση μιας ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς, το “ενιαίο νόμισμα” συνοδεύτηκε από αύξηση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους της πλειοψηφίας των εθνών. Αλλά η ίδια η ύπαρξη του ευρώ, τα αποτελέσματα του οποίου μπορούσαμε να συζητήσουμε άλλοτε, έχει πλέον γίνει απόλυτο ταμπού. Ενώ η σχέση του με τη σημερινή δυσαρέσκεια είναι προφανής, οι υποστηρικτές του ευρώ προβάλλουν στους Γάλλους τα σε μεγάλο βαθμό απατηλά οφέλη του (εκτός από την ευκολία ταξιδιού στην Ευρώπη). Στήνουν έναν αποκαλυπτικό πίνακα της οικονομικής κατάστασης που θα επικρατούσε σε περίπτωση εξόδου από το “ενιαίο νόμισμα”, προκειμένου να τρομάξουν τους Γάλλους που δεν έχουν εμβαθύνει στο θέμα. Αντιμέτωποι με τέτοια επιχειρήματα, πρέπει σήμερα να δείξουμε όλα όσα έχει χάσει από το ευρώ η Γαλλία όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη (κατάρρευση του μεριδίου αγοράς στην Ευρώπη και τον κόσμο, δραματική αποδυνάμωση του βιομηχανικού μηχανισμού της) . Οι Γάλλοι αντιμετωπίζουν ήδη μειώσεις στην αγοραστική δύναμη, την απασχόληση, τη συνταξιοδότηση, την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών κλπ. Οι πολιτικές “εσωτερικής υποτίμησης”, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη διατήρηση του ευρώ, δεν έχουν εφαρμοστεί πλήρως στη χώρα μας, σε αντίθεση με άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης, αλλά προκαλούν ήδη αντιδράσεις απόρριψης. Το κίνημα των “κίτρινων γιλέκων” είναι η άμεση συνέπειά τους.

Πρέπει λοιπόν να εξηγήσουμε στους συμπατριώτες μας ότι το σημαντικό μειονέκτημα του ευρώ, για τη Γαλλία, είναι μια υπερβολικά υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία που μοιραία οδηγεί σε απώλεια της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας, αυξάνοντας τις γαλλικές τιμές και το γαλλικό κόστος εργασίας σε σχέση με τις περισσότερες ξένες χώρες. Ας αποφύγουμε να σκορπίζουμε σύγχυση με την ιδέα μιας πιθανής συνύπαρξης ανάμεσα σε ένα ανακτημένο φράγκο και ένα “κοινό νόμισμα 2”, με όλες τις ιδιότητές του, επειδή είναι αδιέξοδο: ένα τέτοιο νόμισμα θα μπορούσε να θεωρηθεί έγκυρο ως μια απλή “λογιστική μονάδα”, ανάλογη με την παλιά ECU. Όσον αφορά την απώλεια κυριαρχίας λόγω του ευρώ, αν και είναι αδιαμφισβήτητη, είναι ένα θεωρητικό θέμα, μακριά από τις ανησυχίες των Γάλλων, που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στη συγκεκριμένη τους κατάσταση. Εξαιτίας της έλλειψης κατανόησης των πραγματικών προβλημάτων, πολλοί από τους συμπατριώτες μας έχουν προς το παρόν έναν ανέκφραστο φόβο σε σχέση με οποιαδήποτε ανατροπή του κατεστημένου, ενώ οι υποστηρικτές του ευρώ φωνάζουν σαν καρακάξες κάθε φορά που αμφισβητείται το φετίχ τους. Τι πρέπει να κάνουμε σε αυτές τις συνθήκες; Απέναντι στη δυσαρέσκεια των Γάλλων, είναι προφανές ότι καμία πολιτική ανάκαμψης της Γαλλίας δεν θα είναι δυνατή αν δεν μπορέσουμε να αναδημιουργήσουμε ένα εθνικό νόμισμα του οποίου η συναλλαγματική ισοτιμία να είναι προσαρμοσμένη στη χώρα μας. Αλλά είναι επίσης βέβαιο ότι αυτή η αλλαγή πρέπει να γίνει υπό συνθήκες που να είναι βιώσιμες και αποδεκτές από τον γαλλικό λαό.

Ο πρώτος από αυτούς τους όρους θα ήταν να προετοιμαστεί η ομαλή μετάβαση στο μετα-ευρώ, εάν είναι δυνατόν συζητώντας με τους εταίρους μας την οργάνωση μιας συντονισμένης αποσύνδεσης, διαφορετικά να αναλάβουμε μονομερώς την πρωτοβουλία, αφού θέσουμε σε εφαρμογή τα κατάλληλα συντηρητικά μέτρα. Το δεύτερο θα ήταν να δώσουμε στους συμπατριώτες μας να κατανοήσουν τα οφέλη μιας «υποτίμησης του νομίσματος» του ανακτηθέντος φράγκου, συνοδευόμενη από μια συναφή οικονομική πολιτική, τον έλεγχο του πληθωρισμού, όπως συνέβη το 1958 με τον στρατηγό ντε Γκωλ, το 1969 με τον Ζωρζ Πομπιντού. Και ο πληθωρισμός θα είναι ακόμα λιγότερο ανησυχητικός σήμερα λόγω της υποχρησιμοποίησης της παραγωγικής μας ικανότητας.

Η αναπόφευκτη απώλεια αγοραστικής δύναμης, απόρροια της υπερτίμησης ορισμένων εισαγωγών, θα ήταν περιορισμένη και προσωρινή, καθώς θα αντισταθμιζόταν πολύ γρήγορα από την επανεκκίνηση της εγχώριας παραγωγής. Το δημόσιο χρέος της χώρας μας δεν θα αυξανόταν επειδή θα μετατρεπόταν αυτόματα σε φράγκα (σύμφωνα με τον λεγόμενο κανόνα lex monetae[1] που επικρατεί στις διεθνείς συναλλαγές). Η Γαλλία και οι Γάλλοι θα ανακτούσαν έτσι τις λαμπρές μελλοντικές προοπτικές που το ευρώ μέχρι τώρα καταπνίγει σε μόνιμη βάση.

Guy BERGER, Hélène CLÉMENT-PITIOT, Daniel FEDOU, Jean-Pierre GERARD, Christian GOMEZ, Jean-Luc GREAU, Laurent HERBLAY, Jean HERNANDEZ, Roland HUREAUX, Gérard LAFAY, Jean-Louis MASSON, Philippe MURER, Pascal PECQUET, Claude ROCHET, Jean-Jacques ROSA, Jacques SAPIR, Henri TEMPLE, Jean-Claude WERREBROUCK, Emmanuel TODD

08-12-2018

Μετάφραση: Ευάγγελος Δ. Νιάνιος

Πηγή: https://www.les-crises.fr/lexistence-de-leuro-cause-premiere-des-gilets-jaunes-tribune-de-todd-sapir-gomez-rosa-hureaux-werrebrouck/

[1] Λατινικός όρος που σημαίνει ότι ένα κυρίαρχο κράτος επιλέγει το νόμισμα που θα χρησιμοποιεί και ότι εφαρμογές αυτού του νομίσματος καθορίζονται από τους νόμους της χώρας έκδοσης.

Interview: President of Cyprus on Sisi, gas deal, Turkey and Syria

0

Gamaa Hamduillah December 10, 2018

I wish to stress that our cooperation is not directed against any other country of the region, including Turkey as well.

The direct submarine natural gas pipeline is a significant milestone, not only for Cyprus and Egypt, but also for the European Union and our immediate region.

Turkey’s illegal actions in Cyprus’s EEZ constitute a flagrant violation of international and EU law.

Diaspora has proven to be among the most valuable and important tools for [Egypt, Cyprus and Greece] to promote their common interests.

There cannot be a military solution to the Syrian crisis.

This edited interview of President Nicos Anastasiades, of the Republic of Cyprus, was originally authored by Gamaa Hamduillah and Fady Francis, and published by Egyptian newspaper Al-Masry Al-Youm on Friday, December 7, 2018.

Al-Masry Al-Youm: After the 30 June Revolution, and President Abdel-Fattah al-Sisi’s 2014 rise to power in Egypt, the past four years witnessed a great development of Egyptian-Cypriot relations, in all fields and departments. How do you see the future of relations between Egypt and Cyprus, during President Sisi’s second term?

President Anastasiades: Bilateral relations between Cyprus and Egypt are at their highest point ever, and this reflects our readiness to further broaden our ties in the future, and reach the full potential of our partnership, including engaging the private sector. It is always with great pleasure that I meet President Sisi, and I look forward to continuing close work together, with the common aim of promoting peace, stability and prosperity in our region.

We consider the exchanging of high-level visits and the signing of various agreements between our countries, both at the bilateral and trilateral level, to be of strategic significance for the three countries – Egypt, Cyprus, and Greece – and I am confident that we will continue exploring the promising prospects of our cooperation, in a multitude of areas.

Egypt is one of our most important neighbours and partners in both the Eastern Mediterranean and the wider region, and my Government is working tirelessly to deliver the positive and concrete results we expect from this dynamic partnership, so as to keep up with the momentum and ensure it continues to develop.

At the same time, I wish to stress that our cooperation is not directed against any other country of the region, including Turkey as well. On the contrary, our aim remains to institutionalize cooperation and dialogue with all neighboring countries, provided that these countries respect international law.

AMAY: And how do you see the results of the recent agreement signed by the Egyptian Minister of Petroleum with the Minister of Energy of Cyprus, regarding the extension of the natural gas pipeline from the Aphrodite field to Egypt?

Anastasiades: The signing of the agreement between Cyprus and Egypt for the direct submarine natural gas pipeline is a significant milestone, not only for Cyprus and Egypt, but also for the European Union and our immediate region, and it would contribute significantly towards the promotion of our common interests.

For Cyprus, this important development constitutes another step forward towards our main objective: the effective exploitation of our natural resources within our Exclusive Economic Zone (EEZ), especially from the “Aphrodite” natural gas field, for the benefit of all Cypriots.

Furthermore, it is an agreement that strengthens the joint efforts of the Eastern Mediterranean countries to create synergy in order to attract investments for hydrocarbon production and transportation infrastructure, since the agreed pipeline crossing the EEZ of both Cyprus and Egypt will be beneficial for all stakeholders involved.

The presidents of Egypt, Greece, and Cyprus hold a tripartite summit in November 2014.

AMAY: There is a great effort by the Egyptian government to make Egypt a center of energy in the region and the world. How can Cyprus contribute to achieving this goal?

Anastasiades: The energy cooperation between our two countries is an indispensable part of our common vision of creating conditions of stability and security in the region.

The export of natural gas from “Aphrodite”, in the form of LNG – through the pipeline we have agreed to construct – will enable us to transport the first quantities of natural gas from the Eastern Mediterranean to the European Union, thus contributing to the Union’s policy for energy security and diversification of sources and routes.

It is very important that Egypt, in close partnership with Cyprus, will be part of this significant project. At this point, I need to stress that the European Union strongly supports Egypt’s role in becoming an energy hub in the Mediterranean, and shares our belief that the strengthening of the EU-Egypt relations and cooperation is of strategic significance for Europe.

AMAY: There are repeated Turkish attempts to disrupt Cyprus’s efforts to benefit from its natural resources, in the Exclusive Economic Zone. How do you view such attempts?

Anastasiades: Turkey’s illegal actions in Cyprus’s EEZ constitute a flagrant violation of international and EU law. But despite these provocations, our aim remains to successfully implement our ambitious exploration program, in full cooperation with all our partners, countries and energy companies.

The overall energy strategy of the Republic is based on three fundamental principles:

• The full respect of International Law, in particular of the UN Convention of the Law of the Sea (UNCLOS).
• The creation of significant prospects for economic and investment cooperation, for the mutual benefit of our peoples.
• Our common stance that the discovery of hydrocarbon reserves in the Eastern Mediterranean may – and should – act as a catalyst for wider regional cooperation, thereby contributing to the security, stability and prosperity of the region.

AMAY: What is Cyprus’s position on Turkey’s refusal to recognize Cyprus’s border delimitation agreements with a number of countries in the region – particularly Egypt?

Anastasiades: As I have already mentioned, Cyprus and Egypt share a vision of creating conditions of security, stability and international cooperation in the region. Regrettably, Turkey does not share this vision. Turkey’s illegal actions in the Republic of Cyprus’s maritime zones, and the statements on the validity of our EEZ Delimitation Agreement, undermine our efforts to fulfill this vision.

The legitimacy of this agreement cannot be questioned; an agreement which is fully compatible with international law and UNCLOS. The same applies to the delimitation agreements Cyprus has signed with other countries as well. Such behaviour is best countered through our determination, and willingness to further strengthen our cooperation. Therefore, any attempts to challenge these agreements are unacceptable, and contradict not only international law, but the spirit of establishing good, neighborly relations between nations.

AMAY: The “Nostos” initiative held in Alexandria for Egypt’s Greek and Cypriot communities led to a great sense of welcoming and friendship. Will this initiative be repeated?

Anastasiades: The “Nostos: The Return” project that took place in Alexandria in April 2018 was a symbolic event, which underlined the close historic links between the peoples of our three countries, and highlighted our joint efforts and commitment to build ties on diaspora issues, as part of the tripartite mechanism of cooperation between Cyprus, Egypt and Greece.

I am very pleased that this successful Egyptian initiative proceeded to the next phase, with the second Nostos program held in London in October, and the next one is already being planned in Athens.

Diaspora has proven to be among the most valuable and important tools for the three countries to promote their common interests, and Cyprus is committed to the continuation and the expansion of the program, with more focus being placed in diaspora youth and the future generations.

Egypt hosts the first “Nostos” initiative, April 2018.

AMAY: During your last meeting with Secretary-General of the United Nations Antonio Guterres, he mentioned that the United Nations was committed to helping with the Cypriot conflict. Are we expected to see resumed negotiations to solve this problem in the coming period, and what are your conditions for continuing negotiations?

Anastasiades: Following the unsuccessful outcome of the last Conference on Cyprus, at Crans Montana in July 2017 – due to Turkey’s insistence on its long-standing continuation of the anachronistic system of guarantees, the unilateral right of intervention, and a permanent presence of Turkish troops – the UN Secretary-General decided to give yet another opportunity to resume dialogue.

To this end, Mr. Guterres appointed Mrs. Jane Hall Lute as his Special Envoy, with whom I had the opportunity to meet in Nicosia twice already to present our positions, as well as discuss the current state of play, and the way forward.

I, yet again, reiterated to Mrs. Lute that I remain strongly committed to resuming the negotiating process, on the basis of the six-parameter framework set by Mr. Guterres, and to continue working in a constructive way with the UN Secretary-General, as well as with our Turkish Cypriot compatriots and the three guarantors, so as to create sound prospects of reaching a comprehensive settlement. A settlement that will create the conditions for prosperity and peaceful co-existence between all Cypriot citizens, in an environment of safety and stability.

Good preparation is also needed for the resumption of talks on the basis of goodwill and a constructive stance from all stakeholders (particularly by the Turkish side) in order to safeguard the positive outcome of negotiations.

AMAY: What’s the best solution for the Syrian crisis?

Anastasiades: As a country that still faces the tragic consequences of the Turkish invasion and the illegal occupation of 37% of its territory, Cyprus is particularly sensitive to the critical issue of Syria’s unity and territorial integrity. Cyprus remains deeply concerned that the Syrian political process has not proceeded at the pace we all hoped for. In fact, in many ways, it is at a standstill.

The first priority cannot be other than the complete ceasefire, the end of hostilities and the safety and protection of the civilian population. There cannot be a military solution to the crisis.

We are fully committed in reaching a political solution that safeguards the unity, sovereignty, territorial integrity and independence of Syria, as well as the rights of all its citizens, in order to guarantee a safe and sustained humanitarian access throughout the country.

Edited interview by Al-Masry Al-Youm.

https://ww.egyptindependent.com/interview-president-of-cyprus-on-sisi-gas-deal-turkey-and-syria/

Οι πρωτόγνωρες απειλές της Ρωσίας: Η επόμενη σύγκρουση με τις ΗΠΑ θα γίνει στη Μεσόγειο…

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

File Photo: Russian President Vladimir Putin (C) attends a meeting with representatives of German companies, members of the German Eastern Business Association, in Moscow, Russia. EPA, ALEXANDER NEMENOV

DECEMBER 10

Η «βίαιη» φραστική αντίδραση της Μόσχας εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, προκάλεσε σοκ στη Λευκωσία, αλλά και στην Αθήνα, που δεν ανέμεναν τέτοια απροκάλυπτη επέμβαση στις υποθέσεις της Κύπρου, μίας χώρας μέλους της Ε.Ε. και του ΟΗΕ.

Η Ρωσία παρενέβη με τρόπο που θύμισε άλλες καταδικασμένες εποχές, όταν οι δύο υπερδυνάμεις αποφάσιζαν και διέταζαν και αν δεν συμμορφώνονταν οι μικρές χώρες, βρίσκονταν απέναντι σε πραξικοπηματικές ενέργειες. Η ρωσική ανακοίνωση περιείχε απειλές πρωτόγνωρες για τη διεθνή πρακτική, και ένας αξιωματούχος το τοποθέτησε ως εξής: Η αντίδραση της Μόσχας θύμισε την πολεμική εναντίον της Ουκρανίας.

Η κουβέντα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν είπε την τελευταία λέξη στο Κίεβο. Οι Αμερικανοί εκφράζουν φόβους ότι θα επιχειρηθεί η ανατροπή της παρούσας κατάστασης μέσω των εκλογών του Μαρτίου και αν αποτύχει η «επιχείρηση», δεν θα υπάρξει υποχώρηση.

Σε ότι αφορά την Κύπρο, αυτό που πρέπει να λάβουμε υπόψη, είναι ότι αμφισβητείται το δικαίωμα της εκλεγμένης κυβέρνησης, μίας χώρας που ανήκει στην ενωμένη Ευρώπη, να συμμαχήσει με όποια χώρα επιθυμεί -στη συγκεκριμένη περίπτωση τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και η Ρωσία απειλεί ότι θα παρέμβει, ότι και να σημαίνει αυτό.

Η αμερικανική κυβέρνηση αντέδρασε το βράδυ της Πέμπτης, απαντώντας σε ερώτηση του «ΕτΚ», λέγοντας ότι είναι παράλογοι οι ισχυρισμοί της Μόσχας, διότι η Ουάσιγκτον και η Λευκωσία «υπέγραψαν τον Νοέμβριο μη δεσμευτική «δήλωση προθέσεων», εκφράζοντας την επιθυμία των δύο χωρών να διερευνήσουν ευκαιρίες για εμβάθυνση της διμερούς συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που περιλαμβάνει την αντιτρομοκρατία, την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, την ασφάλεια του κυβερνοχώρου και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες».

Τα παραπάνω η Ρωσία τα θεώρησε μία «περίπτωση αμερικανικής στρατιωτικής συγκέντρωσης στην Κύπρο», και τα συνέδεσε με την αντιμετώπιση “της αυξανόμενης ρωσικής επιρροής στην περιοχή υπό το φως της επιτυχούς επιχείρησης της ρωσικής αεροπορίας στη Συρία”.

Με βάση τα παραπάνω ανακοίνωσε ότι «θα λάβει μέτρα αντίδρασης». Η Κύπρος αναδεικνύεται ως το επόμενο σημείο σύγκρουσης της Ρωσίας και της Αμερικής, μετά τα Βαλκάνια. Η Μόσχα την χρησιμοποιεί ως «οικονομική βάση» και δεν είναι μυστικό ότι έχουν ξεπλυθεί δισεκατομμύρια δολάρια μέσω του τραπεζικού συστήματος. Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, θεωρεί την Κύπρο ως ένα καλό στρατηγικό σημείο για στρατιωτικές ενέργειες στη Μέση Ανατολή.

Το τελευταίο διάστημα, και με βάση τη «δήλωση προθέσεων», που υπέγραψε ο υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου Νίκος Χριστοδουλίδης με τον υφυπουργό Εξωτερικών Γουες Μίτσελ, οι Αμερικανοί έστειλαν μονάδες των αρχών ασφαλείας και των μυστικών υπηρεσιών, που έκαναν έλεγχο στα αεροδρόμια και τα λιμάνια του νησιού. Η κίνηση αυτή μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε. Και είναι γι’ αυτή την αναβαθμισμένη επίσκεψη που αντέδρασαν οι Ρώσοι, οι οποίοι δηλώνουν την παρουσία τους και μάλιστα ως το νησί να είναι «ιδιοκτησία τους.

Αυτό που έχει σημασία και πρέπει να το λάβουν υπόψη τους η Λευκωσία και η Αθήνα, είναι ότι η Ρωσία εμφανίζεται να έχει συμφέροντα και στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο. Και στην ουσία η προειδοποίηση περιέχει και στρατιωτική απειλή. Οπότε, και ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ο Αλέξης Τσίπρας πρέπει να κάνουν μία έντιμη κουβέντα με τους Αμερικανούς και να υπογραμμίσουν και το στοιχείο της απειλής. Οι στρατηγικές συμμαχίες πρέπει πάντα να περιέχουν και πρόβλεψη για (στρατιωτική) κάλυψη…

Πηγή: Οι πρωτόγνωρες απειλές της Ρωσίας: Η επόμενη σύγκρουση με τις ΗΠΑ θα γίνει στη Μεσόγειο… https://hellasjournal.com/2018/12/oi-protognores-apeiles-tis-rosias-i-epomeni-sygkroysi-me-tis-ipa-tha-ginei-sti-mesogeio/

Le pacte de Marrakech, qu’est-ce que c’est ?

0

Non contraignant pour les États, le pacte de Marrakech a pour but de renforcer la coopération entre les pays. Loin des intox qui fleurissent sur Internet.

ΜΟΛΥΝΣΗ: Δέκα πετρελαιοκινητήρες = ένας βενζινοκινητήρας!

0

[Η Γαλλία είναι η χώρα με τις λιγότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα λόγω των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Και όμως έχει τις μεγαλύτερες οικολογικές επιβαρύνσεις στους πολίτες της και βαρύτερη, και από την Ελλάδα ακόμη, φορολογία εισοδήματος. Από την άλλη, από τα 100 ευρώ οικολογικών φόρων μόνο τα πέντε καταλήγουν σε πολιτικές υπέρ του περιβάλλοντος. Αυτό είναι το κλίμα μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν τα Κίτρινα Γιλέκα. Σήμερα ο καθηγητής Αλαίν Μποναφού – του Πανεπιστημίου της Λυών και ερευνητής του Εργαστηρίου Μεταφορών – μας αποκαλύπτει ένα ακόμα ψεύδος του Προέδρου Μακρόν: τα βενζινοκίνητα αυτοκίνητα μολύνουν περισσότερο από τα πετρελαιοκίνητα!.. Ε.Δ.Ν.]

Κατά διαστήματα, ανακύπτει το πρώτο ενοχλητικό ερώτημα, το οποίο καθιστά αμφίβολη την καταδίκη του ντίζελ: πώς μπορούμε να αποφασίζουμε την καταπολέμηση των αερίων του θερμοκηπίου και «ταυτόχρονα» να ενθαρρύνουμε την εξαφάνιση του ντίζελ που εκπέμπει λιγότερο CO2; Αυτό γίνεται ακόμα πιο ανησυχητικό αν συγκρίνουμε τα επιβλαβή απόβλητα των τελευταίων κινητήρων, με βενζίνη ή ντίζελ, μιας και οι δεύτεροι είναι πλέον καθαρότεροι.

Σε οποιαδήποτε επιχειρηματολογία, διευκρινίζω προκαταβολικά ότι δεν βρίσκομαι σε αντίθεση με τις περιβαλλοντικές ανησυχίες, είτε πρόκειται για ανισορροπίες της βιόσφαιρας είτε για την τοπική ρύπανση. Έχοντας συν-συντάξει το πρώτο βιβλίο που, πριν από περισσότερο από 40 χρόνια, πρότεινε να ληφθεί υπόψη το περιβάλλον κατά την αξιολόγηση της πολιτικής μεταφορών, δεν θα είχα τη δυνατότητα να αποκρύψω κάποια καλά εδραιωμένα δεδομένα, κυρίως σε δύο αρχικά μειονεκτήματα του ντίζελ: τις εκπομπές λεπτών σωματιδίων με αναγνωρισμένες βλαβερές επιδράσεις και το επικίνδυνο διοξείδιο του αζώτου (NO2), το οποίο, εκτός από τις φλεγμονές στην αναπνευστική οδό, ευνοεί το σχηματισμό αυτών των σωματιδίων, ιδιαίτερα των λεπτότερων, με τη μορφή νιτρικών αερολυμάτων.

Σε σύγκριση, το ντίζελ έχει σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι της βενζίνης: εκπέμπει 15 έως 20% λιγότερο CO2, ένα αβλαβές αέριο που τροφοδοτεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου και σημαντικά λιγότερα μονοξείδιο του άνθρακα (CO) και υδρογονάνθρακες · με εξαίρεση το βενζο (a) πυρένιο, που συχνά αναφέρεται ως καρκινογόνο και παράγεται κυρίως από παλαιούς κινητήρες ντίζελ.

Το θέμα των λεπτών σωματιδίων είναι σοβαρό και ο κανονισμός γίνεται όλο και σκληρότερος. Με τ ην Οδηγία Euro 1 του 1992 και την υποχρέωση τοποθέτησης φίλτρων σε κινητήρες ντίζελ το 2011: περάσαμε από τα 970 mg / km για τα οχήματα που τέθηκαν σε κυκλοφορία το 1993 σε 4,5 mg / km για τα οχήματα μετά το 2015 (Euro 6b). Ως προς τα λεπτότερα σωματίδια, τα πιο επιβλαβή, προστέθηκε από το 2009 (Euro 5) ένας περιορισμός στον αριθμό τους ανά χιλιόμετρο (600 δισεκατομμύρια).

Αλλά να που οι σοβαρότερες ερευνητικές εργασίες, ανάμεσα στις οποίες και του εξαιρετικά αξιόπιστου Γαλλικού Ινστιτούτου Πετρελαίου- Καινούριες Ενέργειες, έδειξαν ότι αυτές οι εξελίξεις έφεραν τα οχήματα ντίζελ σε ένα επίπεδο εκπομπής λεπτών και επιβλαβών σωματιδίων σημαντικά χαμηλότερο από αυτά ενός βενζινοκινητήρα άμεσης έγχυσης βενζίνης (injection). H ευρωπαϊκή ρυθμιστική αρχή, λοιπόν, επέβαλε στα σχετικά οχήματα (η πλειονότητα των βενζινοκίνητων στην Ευρώπη) την ίδια ποσότητα εκπομπών με τα ντίζελ από το 2011 (Euro 5).

Ήταν λιγότερο αυστηρή για τον περιορισμό του αριθμού που αφορά τα λεπτότερα σωματίδια, δεδομένου ότι επέτρεψε μέχρι το 2017 εκπομπή δέκα φορές μεγαλύτερη από την εκπομπή ενός πετρελαιοκινητήρα (6000 δισεκατομμύρια ανά χιλιόμετρο). Ωστόσο, προέβλεψε ότι για τους κινητήρες που βρίσκονται σε διαδικασία εξομοίωσης, θα εξασφαλιστεί η ευθυγράμμιση με το ντίζελ. Έτσι, για τα αυτοκίνητα που πωλούνται σήμερα, ο αγοραστής που επιλέγει βενζινοκίνητο επιλέγει να εκπέμπει τόσα λεπτά σωματίδια όσα δέκα κακοί που αγοράζουν πετρελαιοκίνητο.

 Το ίδιο ισχύει για τα οξείδια του αζώτου: όταν εισήχθη το 2001 περιορισμός σε αυτό το απόβλητο, οι κινητήρες ντίζελ επιτρεπόταν να εκπέμπουν 500 mg / km έναντι μόνο 150 για τη βενζίνη. Από το 2015, τα όρια αυτά μειώθηκαν στα 80 και 60 mg / km αντίστοιχα. Αλλά όταν οι μετρήσεις που έγιναν στους δρόμους αποκάλυψαν ότι τα πρότυπα αυτά πληρούνταν ελάχιστα από τα πετρελαιοκίνητα, οι μεγάλοι κατασκευαστές, συμπεριλαμβανομένου της PSA (Ομιλος Πεζώ, Σιτροέν κ.ά.) που ήταν πρωτοπόρος στον τομέα, εξόπλισαν τους κινητήρες ντίζελ με το σύστημα SCR το οποίο απαιτεί την προσθήκη ενός ντεπόζιτου είκοσι λίτρων “Ad Blue”, ενός υγρού που μετατρέπει τα οξείδια του αζώτου σε αβλαβή απόβλητα και διατηρεί το επίπεδο εκπομπών σταθερό. Οι εκπομπές αυτού του ρύπου είναι έκτοτε πολύ χαμηλότερες από εκείνες των βενζινοκινητήρων ισοδύναμης ισχύος.

 Ετσι κι αλλιώς ο στόλος των κυκλοφορούντων πετρελαιοκίνητων αυτοκινήτων περιλαμβάνει και παλαιά οχήματα και εξ αυτού η συμβολή των καινούργιων οχημάτων στη βελτίωση του περιβάλλοντος γίνεται αισθητή με μια χρονική υστέρηση: τα τελευταία δέκα χρόνια οι νέοι πετρελαιοκινητήρες έχουν μειώσει και κάτω από το ένα δέκατο 1/10 τη μάζα των εκπεμπόμενων σωματιδίων ενώ το σύνολο των κυκλοφορούντων αυτοκινήτων μόλις στο μισό. Το ίδιο προφανώς συμβαίνει για όλα τα επιβλαβή απόβλητα.

Αυτό σημαίνει ότι μια πολιτική καθαρού αέρα, ειδικά σε αστικές περιοχές, πρέπει να έχει  δύο στόχους: αφενός, την απόσυρση του στόλου των πλέον ρυπογόνων οχημάτων, διότι γνωρίζουμε ότι τα οχήματα άνω των 15 ετών ευθύνονται για τις μισές εκπομπές σωματιδίων· από την άλλη, να ευνοηθεί η παραγωγή και η αγορά των λιγότερο ρυπογόνων οχημάτων, πράγμα που είναι ακριβώς η αντίθετη επιλογή από εκείνη της ευθυγράμμισης της τιμής του ντίζελ με την τιμή της βενζίνης.

Όπως και τα προηγούμενα χρόνια, το 2018 ξεκίνησε με αύξηση των φόρων επί του καυσίμου ντίζελ κατά 7,6 σεντς, έναντι μόνο 3,9 σεντς για τη βενζίνη. Τώρα, η διαφορά μεταξύ των δύο τύπων καυσίμων είναι μόνο 8 έως 10 σεντς, έναντι 25 σεντς πριν από δύο χρόνια. Η επίσημη εκστρατεία κατά του φαινομένου του θερμοκηπίου πέτυχε μια πρώτη σημαντική νίκη: ενώ οι μέσες εκπομπές CO2 των νέων οχημάτων στη Γαλλία μειώθηκαν κατά 37% σε 23 χρόνια, αυξήθηκαν το 2017 λόγω της μείωσης των καινούριων αυτοκινήτων ντίζελ! Αυτό ονομάζεται ενεργειακή μετάβαση.

Aγοράζοντας πρόσφατα ένα αυτοκίνητο ντίζελ από ενδιαφέρον για το περιβάλλον, ήξερα ότι θα μου κόστιζε περισσότερο, αλλά το έκανα από αντίδραση στο τέλος μιας θεατρικής παράστασης που ίσως φοβόμαστε: αυτή τη φορά ο Tαρτούφος ίσως να κερδίσει.

Μετάφραση: Ευάγγελος Δ. Νιάνιος

Πηγή: http://www.lefigaro.fr/vox/politique/2018/12/07/31001-20181207ARTFIG00299–un-vehicule-essence-emet-autant-de-particules-fines-que-dix-vilains-diesel.php

Οι πλούσιοι των φτωχών και οι φτωχοί των πλουσίων (τα κίτρινα γιλέκα ;) προκαλούν εκνευρισμό και φόβο στους υπόλοιπους Γάλλους.

1

Του Αλκη Καλλιαντζίδη, Οικονομολόγου [email protected]  www.kalkis.eu

Σε κάθε συγκυρία έντονης κοινωνικής αναταραχής ακούγονται συνήθως αυτοί που φωνάζουν, δικαίως ή αδίκως, περισσότερο. Ενώ κάποιοι μιλούν τότε, ορθώς ή λανθασμένα, για «σιωπηλές πλειοψηφίες» που ενίοτε και αυτές εξοργίζονται από τις «δημοκρατικές» καταχρήσεις των πρώτων. Αυτό θα είναι το θέμα μου σήμερα, πριν το αναμενόμενο έντονα διάγγελμα του Μακρόν, ώρα Ελλάδας 9 μ.μ.. Αφού πρώτα υπενθυμίσω στους αναγνώστες μου τα δυο προηγηθέντα στις Ανιχνεύσεις σχετικά ενημερωτικά άρθρα μου :

στις 17-11-2018 : http://www.anixneuseis.gr/?p=198156 και

στις 5-12-2018 http://www.anixneuseis.gr/?p=198979 , ώστε να έχουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα αναφορικά με το κοινωνικό μέγεθος των «κίτρινων γιλέκων» τα οποία δεν έχουν ακόμα αποκτήσει ηγεσία (έχουν μόνο κάποιους απειλούμενος τοπάρχες) γιατί είναι ίσως εγκλωβισμένα σε μια ψηφιακή αμεσο-δημοκρατική εξωπραγματική «οριζοντιότητα» (horizontalité) ισοτιμίας μεταξύ τους, εξ ου και έχουν ήδη διασπαστεί με τα μετριοπαθέστερα «ελεύθερα κίτρινα γιλέκα» τα οποία έχουν απειληθεί, από τα πρώτα, ακόμα και με θάνατο !

Στην παρακάτω σκιαγράφησή μου θα βασιστώ σε δυο πραγματικά στοιχεία :

1.Στην δημοσκόπηση που διενήργησε στις 5 και 6 Δεκεμβρίου 2018 το ινστιτούτο δημοσκοπήσεων  Ipsos για λογαριασμό του κόμματος του Μακρόν «Γαλλία Εμπρός» και δημοσιεύθηκε στις 9-12-2018 στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Le journal de dimanche.

2.Στην έρευνα της δημοσιογράφου Sylvia Zappi του ηλεκτρονικού Le Monde που δημοσιεύθηκε στις 7-12-2018.

Η 1η έρευνα αφορούσε στο ερώτημα : τι θα ψήφιζαν οι άνθρωποι των «κίτρινων γιλέκων», αν κατέβαιναν στις προσεχείς ευρωεκλογές με δική τους πολιτική παράταξη ; Ξεπερνώντας εννοείται το τεράστιο πρόβλημα ηγεσίας που έχουν σήμερα. Εάν λοιπόν οι εκλογές είχαν πραγματοποιηθεί την Κυριακή που μας πέρασε, αυτή η παράταξη θα έπιανα το 12% των ψήφων, άρα δεν είναι πλειοψηφία στους Γάλλους. Το ποσοστό τους θα ήταν πολύ πίσω από μια παράταξη ευρωεκλογών του Μακρόν μαζί με το συνεργαζόμενο σήμερα κεντρώο κόμμα Modem (ποσοστό 21%). Δηλαδή θα έδινε μάχη για τη 2η θέση, αφού το κόμμα της Λεπέν θα έπαιρνε ποσοστό 14%. ‘Έναντι 13% που θα έπαιρνε το κόμμα των οικολόγων «Europe Ecologie-Les Verts» (οι οποίοι ζήτησαν μόνοι τους από την κυβέρνηση να μην καταργηθεί ο φόρος επί των καυσίμων και έκαναν μια μεγαλειώδη παράλληλη διαδήλωση στο Παρίσι χθες την Κυριακή που δεν την έπαιξαν καθόλου τα ελληνικά ΜΜΕ), 11% που θα έπαιρναν οι δεξιοί  Ρεπουμπλικάνοι και μόνο 9% το κόμμα του Μελανσόν η «Ανυπότακτη Γαλλία». H εν λόγω έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα : «Μια παράταξη κίτρινων γιλέκων στις ευρωεκλογές, θα αδυνάτιζε την Λεπέν και τον Μελανσόν» («Une liste Gilets jaunes aux européennes affaiblirait Le Pen et Mélenchon).

Η 2η δημοσιογραφική έρευνα ζητούσε τη γνώμη των Γάλλων  που αντιτίθενται με τα μπλόκα.

Αυτοί οι Γάλλοι είναι «αντι-κίτρινα γιλέκα» και θέλουν να το γνωστοποιήσουν στη δημοσιογράφο με το μικρό τους όνομα. Χαρακτηρίζουν τα κίτρινα γιλέκα «Τρομοκράτες», «Ελευθεριοκτόνους», «Αντιδημοκρατικούς». Αυτοί οι ερωτηθέντες είναι μέρος του ενός τρίτου των Γάλλων  που αποδοκιμάζουν από την αρχή την «σύγκρουση των κυκλικών σημείων» (των μπλόκων δηλαδή). Οι μαρτυρίες που συνέλεξε η Sylvia Zappi στον ιστότοπο Lemonde.fr ξεδιπλώνουν τα παράπονά τους εναντίον αυτής της εξέγερσης που κλονίζει τη Γαλλία σήμερα.

Οι Γάλλοι εξακολουθούν κατά πλειοψηφία να υποστηρίζουν την κινητοποίηση που ξεκίνησε πριν από ένα μήνα. Η τελευταία δημοσκόπηση της εταιρείας Elabe για το ειδησεογραφικό κανάλι  BFM-TV, που δημοσιεύτηκε την Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2018, και έγινε μετά τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού Edouard Philippe, υπογραμμίζει ότι το 72% των Γάλλων εγκρίνει ή συμπαθεί το κίνημα των κίτρινων γιλέκων (όμως το 80% αυτών δεν επιθυμεί βιαιότητες), παρόλο ότι παρουσιάζει πτώση τριών μονάδων. Η στήριξη παραμένει μαζική.

Υπάρχουν όμως και όλοι αυτοί που είναι αντίθετοι με τα μπλόκα και οι οποίοι λένε ότι είναι πληγωμένοι από την ομοφωνία που φαίνεται να προκαλεί η αντι-φορολογική γκρίνια. Το πρώτο τους επιχείρημα αναφέρεται στην ελεύθερη κυκλοφορία τους, που είναι κυρίαρχη για αυτούς. Το μπλοκάρισμα σε ένα σταυροδρόμι, σημαίνει παρεμπόδιση των μετακινήσεών τους, κάτι που τους είναι απαράδεκτο. «Δεν δέχομαι τα εμπόδια που μου στερούν την ελευθερία μου να μετακινηθώ και να εργαστώ. Τα «κίτρινα γιλέκα» είναι ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού που δίνει μαθήματα δημοκρατίας στην υπόλοιπη πλειοψηφία», αναφέρει η Stephanie, 45 ετών, που εργάζεται στον κλάδο της επικοινωνίας στην περιοχή Haute-Marne. Ο Joël, ένας συνταξιούχος καθηγητής στο Μονπελιέ, δεν του άρεσε η εμπειρία που έζησε στις 17 Νοεμβρίου 2018 : «Με σταμάτησε να μην περάσω ένας με «κίτρινο γιλέκο» και μου είπε: «Συμφωνείτε μαζί μου ; Διαφορετικά σας εμποδίζω να περάσετε». «Κάπως έτσι αρχίζει ο ολοκληρωτισμός!», δήλωσε ο εξηντάχρονος.

Τα κοσμητικά επίθετα για την ονομασία των διαδηλωτών είναι συχνά γεμάτα θυμό και περιφρόνηση. Για την Malika, ιατρική γραμματέα από τη βόρεια Γαλλία, είναι «βάρβαροι». «Μας στερούν την ελευθερία μετακινήσεών μας και θέλουν να μας επιβάλλουν δια της βίας τις μεγαλεπήβολες απαιτήσεις τους, με εκφοβισμό και νταηλίκι!», λέει. «Δεν επικοινωνούν, γαβγίζουν», λέει ο δικαστής Steph που ζει στην περιοχή Haute-Garonne και βλέπει τα μπλόκα ως «χώρους εκτόνωσης», «παίρνοντας ως όμηρους όσους θέλουν να πάνε να εργαστούν». «Στη μέθη της εκτόνωσης, το σύνθημα «Είμαστε ο λαός» γίνεται μια αδειοδότηση για το μπλοκάρισμα ή για την εξύβριση άλλων πολιτών που δεν είναι μέρος του λαού», επίσης επικρίνει ο Robert, συνταξιούχος της περιοχής Gif-sur-Yvette (Εσόν).

φόβος και μη κατανόηση

Πίσω από αυτή την έντονη απόρριψη εκφράζονται πραγματικοί φόβοι. Φυσικός φόβος όταν βρίσκεσαι μπλοκαρισμένος στο αυτοκίνητό σου. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν ορισμένοι μπλοκέρ που αναγκάζουν τους οδηγούς να «δείχνουν το κίτρινο γιλέκο τους» και να κορνάρουν επιδοκιμαστικά, επικρίνονται ιδιαιτέρως. Διαβάζουμε επίσης, γράφει η δημοσιογράφος Sylvia Zappi, τον φόβο για το τι μπορεί να προκαλέσει αυτή η κοινωνική οργή. «Εδώ και μερικές μέρες, φοβάμαι. Ο φόβος αυτής της βλακείας, αυτού του μίσους, της επίθεσης στην ελευθερία μας και στη δημοκρατία μας … των πράξεων βίας και του βανδαλισμού», λέει μια νοσοκόμα  που θέλει να παραμείνει ανώνυμη.

Αισθανόμαστε στις μαρτυρίες αυτές μια συνολική μη κατανόηση μπροστά σε αυτή την κοινωνική έκρηξη, αναφέρει η Sylvia Zappi στην έρευνά της. Πολλοί φοβούνται τις πολιτικές συνέπειες της εξέγερσης στο γαλλικό πολιτικό σύστημα. «Η έκφραση αυτού του θυμού είναι τρομακτική επειδή είναι καταστρεπτική, ακόμη και μηδενιστική. Προσωπικά, φοβάμαι ότι θα οδηγήσει στο τέλος της δημοκρατίας μας», διαβεβαιώνει ένας παριζιάνος διευθυντής μιας Πολύ Μικρής Επιχείρησης. «Υφιστάμεθα μια ομηρία  που θα θέσει την οικονομία της χώρας νοκ άουτ. Για να μην αναφέρουμε όλες τις ζημιές που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων που θα πληρωθούν από τους τόσο επικριμένους φόρους μας», εξέφρασε την ανησυχία του ένας εμπορικός διευθυντής της Noyon (Oise) από την πλευρά του.

Άλλοι βλέπουν στην κινητοποίηση μια χειραγώγηση των άκρων που λένε ότι φοβούνται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. «Αυτό που με ανησυχεί είναι η εξεγερτική τροπή, ακόμη και ολοκληρωτική, του κινήματος», υπογραμμίζει ο Julien, διευθυντικό στέλεχος από την Τουλούζη, ο οποίος πιστεύει ότι ανιχνεύει στα «κίτρινα γιλέκα» «μια δουλειά ολοένα και πιο ορατής παρότρυνσης προς εθνικιστικούς και ταυτοτικούς ακτιβιστές». «Αυτό το κίνημα το εκμεταλλεύεται η ακροδεξιά και η «Ανυπότακτη Γαλλία». Είναι ένα φεστιβάλ της δημαγωγίας. Ο λαϊκισμός μας απειλεί», λέει η Brigitte από το Bordeaux.

Τελικά, για τους περισσότερους από αυτούς που απάντησαν στην έρευνα της Sylvia Zappi, αυτές οι διαδηλώσεις είναι απλά παράνομες. Και ως προς τις διεκδικήσεις τους και ως προς την έκφρασή τους. «Αυτό το κίνημα δεν είναι πια αξιόπιστο, διότι επιμένει ενώ η κυβέρνηση έχει υποχωρήσει», λέει ένας υπάλληλος της Parthenay (Deux-Sevres). Και η Catherine, γιατρός σε ένα μικρό χωριό στη Νορμανδία, αμφισβητεί το σύνθημα που ακούγεται ολοένα και περισσότερο από τα «κίτρινα γιλέκα» : «Macron παραιτήσου ;» ! «Και ποιος θα πάρει τη θέση του ; Φοβάμαι ότι τα εξτρεμιστικά κόμματα βρίσκονται από πίσω. Για αυτό και είμαι 100% αντίθετη».

Δεν είναι η μόνη μεταξύ των  592 περίπου αναγνωστών της Le Monde που θέλησαν να καταθέσουν την άποψή τους για τα γαλλικά γεγονότα.

Κάποιοι Γάλλοι αναλυτές θεωρούν ότι τα «κίτρινα γιλέκα» είναι «οι πλούσιοι των φτωχών και οι φτωχοί των πλουσίων». Δηλαδή αυτό που συνηθίζουμε να λέμε εμείς «η μεσαία τάξη».

Είναι ;

Πάντως τώρα έχετε και την αντίθετη προς τα «κίτρινα γιλέκα» γαλλική άποψη.

Τα συμπεράσματα δικά σας.

 

 

 

Court filing raises question of Trump prosecution: ‘There is a plausible case against the president’

0

WASHINGTON — For the first time, prosecutors have tied President Donald Trump to a federal crime, accusing him of directing illegal hush-money payments to women during his presidential campaign in 2016.

The Justice Department stopped short of accusing Trump of directly committing a crime. Instead, they said in a court filing Friday night that Trump told his former personal lawyer, Michael Cohen, to make illegal payments to buy the silence of two women – porn actress Stormy Daniels and former Playboy model Karen McDougal – who claimed to have had affairs with Trump and threatened his White House bid. Trump has denied having an affair.

Cohen has pleaded guilty to several charges, including campaign finance violations, and is awaiting sentencing.

Although Trump hasn’t been charged with any crimes, the question of whether a president can even be prosecuted while in office is a matter of legal dispute.

A look at that long-running legal ambiguity and a few of the main issues at play:

DID THE PRESIDENT COMMIT A CRIME

That isn’t completely clear. But federal prosecutors didn’t accuse Trump in Friday night’s court filing of violating the law.

However, there was no ambiguity in the court documents that prosecutors believe Cohen’s actions were criminal and Trump was directly involved. Prosecutors charged that Cohen arranged the secret payments at the height of the 2016 campaign “in coordination with and at the direction of” Trump. They also alleged Cohen made the payment in order to fend off potential damage to Trump’s presidential bid.

Federal law requires that any payments that are made “for the purpose of influencing” an election must be reported in campaign finance disclosures“There is a plausible case against the president,” said Rick Hasen, a professor who specializes in election and campaign finance law at the University of California at Irvine.

In order to bring charges, prosecutors would have to prove Trump had criminal intent and “willfully violated the law,” said Josh Blackman, a professor at South Texas College of Law Houston. Something that would be perfectly legal to do as a businessman could take on a different standard as a candidate and campaign finance laws are “very open-ended,” he said.

Hasen said Trump’s lawyers could argue Trump didn’t have willfulness to break the law if the payments were completely personal and not connected to the campaign, despite their timing. Some legal experts have also argued that hush-money payments to keep people silent about their affairs are inherently personal, though Hasen said he didn’t agree with that argument

CAN A SITTING PRESIDENT BE INDICTED?

Legal experts are divided on that question. The Supreme Court has never ruled on whether the president can be indicted or whether the president can be subpoenaed for testimony.

The Justice Department’s Office of Legal Counsel, which provides legal advice and guidance to executive branch agencies, has maintained that a sitting president cannot be indicted. Two Justice Department reports, one in 1973 and one in 2000, came to the same conclusion.

Those reports essentially concluded that the president’s responsibilities are so important that an indictment would pose too many risks for the government to function properly.

Trump’s lawyers have said that special counsel Robert Mueller plans to adhere to that guidance, though Mueller’s office has never independently confirmed that. Trump’s personal attorney, Rudy Giuliani, has also said that a president cannot be indicted.

COULD TRUMP BE INDICTED ONCE HE LEAVES OFFICE?

There would presumably be no bar against charging a president after he leaves the White House.

Legal scholars have said that based on the Justice Department’s guidance, it would appear that Trump could be charged for wrongdoing during the campaign or as president once he leaves office, but likely not before that.

Blackman said the statute of limitations for a campaign finance law violation – like the one Cohen pleaded guilty to – would be five years. The payments to Daniels and McDougal were made in 2016, meaning the statute of limitations would run out in 2021.

COULD TRUMP PARDON HIMSELF?

Trump has already shown he’s not afraid to use his pardon power, particularly for those he has viewed as unfair victims of partisanship. He’s pardoned Joe Arpaio, the former Arizona sheriff who was convicted of criminal contempt for disobeying a judge’s order, and I. Lewis “Scooter” Libby, a Bush administration official convicted of perjury and obstruction of justice in a leak case.

Courts have never had to answer the question of whether the president can pardon himself. In June, Giuliani told NBC’s “Meet the Pres” that while Trump “probably does” have the power, “pardoning himself would be unthinkable and probably lead to immediate impeachment.”

 The Washington Times, LLC.

US Senate Resolution on Saudi Arabia Could Change Middle East Dynamics

0

By

EXECUTIVE SUMMARY: A draft US Senate resolution  portraying Saudi policy as detrimental to US interests and values and Crown Prince Muhammad bin Salman as “complicit” in the killing of journalist Jamal Khashoggi could, if adopted and implemented, change the dynamics of the region’s politics and create an exit from almost a decade of mayhem, conflict, and bloodshed. It could accomplish this by causing the prince’s close UAE ally, Crown Prince Muhammad bin Zayed, to reconsider the wisdom of his being so closely associated with Muhammad bin Salman.

A six-page draft US Senate resolution does more than portray Saudi policy as detrimental to US interests, which is striking in and of itself. It also identifies Crown Prince Muhammad bin Salman as “complicit” in the killing of journalist Jamal Khashoggi, holds him accountable for the devastating war in Yemen that has sparked one of the world’s worst humanitarian crises, and blames him for the failure to end the 17-month-old Saudi-United Arab Emirates-led economic and diplomatic boycott of Qatar as well as the jailing and torture of Saudi dissidents and activists.

The resolution confronts not only Prince Muhammad’s policies but also, by implication, those of his closest ally, UAE Crown Prince Muhammad bin Zayed. The UAE was the first country that Saudi leader visited after the Khashoggi killing.

By in effect challenging the position of king-in-waiting Prince Muhammad, the resolution raises the question whether some of his closest allies, including the UAE crown prince, will in future want to be identified that closely with him.

Moreover, by demanding the release of activist Raif bin Muhammad Badawi (better known as Raif Badawi) and women’s rights activists, the resolution further the challenges fundamentals of Prince Muhammad’s iron-fisted repression of his critics, the extent of his proposed social reforms as part of his drive to diversify and streamline the Saudi economy, and the kingdom’s human rights record.

Badawi, a 34-year-old blogger whose website is entitled Free Saudi Liberals, was barred from travel and had his assets frozen in 2009, was arrested in 2012, and was sentenced to 10 years in prison and 1,000 lashes for insulting Islam. His sister, Samar Badawi, a women’s rights activist, was detained earlier this year. His wife and children have been granted asylum and citizenship in Canada.

A diplomatic row that stunned many erupted in August when Saudi Arabia expelled the Canadian ambassador after the foreign ministry in Ottawa tweeted a demand that Ms. Badawi and other activists be released.

Prince Muhammad and Saudi Arabia, even prior to introduction of the Senate resolution, are discovering that the Khashoggi killing weakened the kingdom internationally and made it more vulnerable to pressure.

Talks in Sweden between the Saudi-backed Yemeni government and Houthi rebels to end the war are the most immediate consequence of the kingdom’s changing position.

Another is the Senate resolution, which is unprecedented in the scope and harshness of its criticism of a long-standing ally.

While the resolution is likely to spark initial anger among some of Prince’s Muhammad’s allies, it could, if adopted and/or implemented, persuade some – like UAE Crown Prince Muhammad – to rethink their fundamental strategies.

The relationship between the two Muhammads constituted a cornerstone of the UAE leader’s strategy to achieve his political, foreign policy, and defense goals. These include projecting the Emirates as a guiding light of cutting-edge Arab and Muslim modernity; ensuring that the Middle East fits the crown prince’s autocratic, anti-Islamist mold; and enabling the UAE, described by US defense secretary Jim Mattis as “Little Sparta,” to punch above its weight politically, diplomatically, and militarily.

To compensate for the Emirates’ small size, Prince Muhammad opted to pursue his goals in part by working through the Saudi royal court. In leaked emails, UAE ambassador to Washington Yousef al-Otaiba, a close associate of Prince Muhammad, said of the Saudi crown prince that “I don’t think we’ll ever see a more pragmatic leader in that country.”

Al-Otaiba went on to say: “I think in the long term we might be a good influence on KSA (Kingdom of Saudi Arabia), at least with certain people there. Our relationship with them is based on strategic depth, shared interests, and most importantly the hope that we could influence them. Not the other way around.”

The impact of the Senate resolution and what it means for US policy will depend to a large extent on the politics of the differences between Congress and President Trump, who has sought so far to shield the Saudi crown prince.

To continue to do so, Trump, with or without the resolution, would likely have to pressure Saudi Arabia to give him something tangible to work with. That could mean, for example, an immediate release of imprisoned activists followed by a resolution of the Qatar crisis, as well as some indication that Yemen peace negotiations are progressing.

Regardless, the fallout of the Khashoggi killing, culminating in unprecedented Congressional anger towards Prince Muhammad and the kingdom, is likely to have significant consequences not only for the Saudi crown prince but potentially also for the strategy of his UAE counterpart.

That could, in turn, create light at the end of the Middle East’s tunnel of almost a decade of volatility and violent and bloody conflict. That conflict has been driven by Saudi and UAE assertiveness in countering dissent at home and abroad in the wake of the 2011 popular Arab revolts, as well as by Iran, which has done its part to fuel destruction and bloodshed in Syria and Yemen.

Sheikh Muhammad Bin Zayed of the UAE in front of a painting of his father, photo via Wikimedia Commons

Dr. James M. Dorsey, a non-resident Senior Associate at the BESA Center, is a senior fellow at the S. Rajaratnam School of International Studies at Singapore’s Nanyang Technological University and co-director of the University of Würzburg’s Institute for Fan Culture.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family


 

Inside Erdogan’s torture chambers

0

 

Nato’s Parliamentary Assembly recently published what some have called a “scathing” report on Turkey.

Until now, Nato had given almost no input on the country’s deterioration in human rights and rule of law, despite Turkey being one of its largest member states.

  • Cafer Topkaya fled Turkey, via Greece, back to Belgium, where he had previously worked at Nato (Photo: Leighann Spencer)

The report mentioned the impact of emergency rule, elimination of independent media, and related concerns.

But it left unmentioned other grave violations – namely, the fate of the thousands of people falsely imprisoned in the post-coup crackdown – including personnel from Nato itself.

One such Nato official is Cafer Topkaya, a Turkish man who was serving at Nato’s HQ in Belgium at the time of the 2016 coup attempt.

In October that year, he was called home for an “urgent” meeting.

He intended to stay for two days, but 16 months later, he was fleeing Turkey after having been held without evidence.

Nato provided no recognition of his plight, nor any assistance for his release. This is his story.

Cafer’s story

Cafer attended the Turkish naval academy from 1992 to 2000, when, upon graduating, he joined the service.

After dedicating a further 15 years to the navy, he was seconded to the Nato post in Belgium.

He relocated with his family – a wife and three young children. For that next year – 2015 to 2016 – they lived in Brussels.

On the fateful night of 15 July 2016, he was shocked to hear of the attempted putsch in his home country.

In the following months, Cafer saw several of his Nato colleagues return to Turkey only to be arrested, but he never thought something like that would happen to himself – an innocent man.

On 10 October, he received a message from his superiors in Turkey, instructing him to return for an “urgent” meeting on standardisation issues.

As standardisation is not a pressing matter, it appeared a bit odd.

Cafer’s friends cautioned him, saying: “It’s clearly a trap”. But Cafer believed that an innocent man had nothing to fear.

In the worst case scenario, he would be able to prove his innocence in court, he thought.

Besides, this was his military superior’s order and he had to obey.

His wife felt the same. And so, on 12 October, Cafer said farewell to his family and left for Ankara.

His first night back in the Turkish capital was uneventful.

On 13 October, he visited old friends, again without incident.

Later that day, he attended the meeting at the Turkish military’s general staff HQ.

As was customary, he brought a box of chocolates for his navy commander.

But handing them over, he saw a glimpse of shame in the commander’s eyes – that is when, he says, he knew it was indeed a trap.

The meeting dragged on, all the while with Cafer worrying that they were talking just to keep him there.

Feto accusation

They were holding him at the general staff HQ while the naval forces command HQ tipped off the counter-terrorism police that they had a “Feto” member in their midst.

“Feto” refers to a follower of Fethullah Gulen, an Islamic cleric and politician who lives in the US and whom Turkish leader Recep Tayyip Erdogan has blamed for the coup attempt.

There was no evidence of this allegation against Cafer.

But a navy admiral called Cihat Yayci had ordered his arrest due to what Cafer now sees as anti-Nato and anti-Western sentiment in the current Turkish establishment.

The men who arrested Cafer told him that they did it on Yayci’s instructions.

The admiral, who made his name in the post-coup crackdown and who has since been promoted to chief of staff of the Turkish naval forces, was also named in documents in Cafer’s subsequent trial.

Like many others, including EU countries’ intelligence services, Cafer believes that a list of those viewed as a threat to the regime was prepared long before the coup attempt.

“I am an outspoken person. I always say what I believe, which is not always parallel with the official Turkish ideology,” he told this website.

Despite the lack of evidence, the counter-terrorism squad accosted Cafer as he went to leave the HQ.

They searched him for items considered in Turkey to be proof of Feto affiliation – such as possession of a $1 bill. Finding nothing, he was still arrested.

“It’s very tragic and I can’t explain it. Being in the [naval] service together, it’s beyond brotherhood. Some of these men, we’ve worked together since 1992”, he said.

“We’re closer than family … It’s like you see in the movies, where men endanger their lives to save their comrades. But the admiral [Yayci], he has never been true to military values and morals. He’s long been known for this kind of [political] style, so I’m not that surprised that it was him who wanted my arrest,” Cafer told EUobserver.

Gymnasium camp

Following his capture, he was taken to a gymnasium turned into a makeshift detention facility.

It was located near Erdogan’s presidential palace in Ankara. The prisoners could see it from the windows and people in the palace could likely see them.

There were over 100 inmates cramped inside, mostly government officials and military personnel.

Cafer had previously seen pictures of this facility, and of half-naked prisoners lying on the floor, but he recalled that “the atmosphere of actually being there was very different”.

Their meals consisted of two pieces of bread for breakfast and another two pieces, with two spoonfuls of rice and two spoons of vegetables, for dinner.

The heating was turned up during the warm days, while the air conditioning was turned on during the cold nights.

There were no spare clothes and the inmates rarely showered. When they did, they were given a napkin for a towel, then forced to sign that they had been provided with adequate washing facilities.

No one had shoes. Five pairs of dirty slippers were provided to use in one of the three toilets that they shared.

At night, while bright spotlights glared, inmates tried to sleep on thin, blood-stained mattresses scattered on the ground.

There was blood all over the gymnasium.

Bloody bandages lay in corners and under chairs, which inmates were banned from sitting on.

The police were violent and quick to anger. They were constantly shouting threats, swearing, and beating inmates.

Every day, a medical team would come to check on the detainees, but the guards always stood within earshot.

No one dared to speak up. Instead, the inmates found solace in confiding in each other.

Cafer relayed some of the stories he heard.

Other victims

One of these concerned two Turkish medical professors from the Bahrain Royal Hospital in Manama, who had been forcefully deported and then detained at the gymnasium.

They were invaluable to the other inmates, giving them advice on how to stay healthy during their ordeal.

One day, one of the professors returned from an interrogation session crying.

He had been tortured: shaken, beaten, and then forced to lie on the ground while a guard put a gun in his mouth.

The guards had also pretended to throw him out of a window.

They then told him to run down the corridor. He ran for his life, thinking that they would shoot him in the back and pretend that he had tried to escape.

In another case, an army colonel had already spent three months in prison before being returned to the gymnasium for interrogation.

He was repeatedly taken away and tortured.

When an attorney visited him, he threatened that they would also imprison his wife if he did not confess.

The couple had two young daughters. The attorney stressed that the girls would be left without their parents.

The colonel was, naturally, distressed, but he did not want to give false testimony, which would, he feared, be used as ‘evidence’ to unjustly imprison other innocent people.

Cafer also met an insurance broker during his time at the camp.

The broker’s business had been thriving, drawing the attention of a neighbour who frequently asked to buy him out.

After the coup attempt, the broker was arrested when the neighbour tipped off the authorities on his alleged “Feto affiliation”. The neighbour then took over his business.

Such manipulation of the current climate in Turkey is common, fomenting distrust between neighbours, friends, colleagues, and even family members.

Cafer spent 12 days in these conditions.

Prior to the coup attempt, the maximum period of detention without a court hearing was four days, but under the state of emergency this went up to 30 days.

Some of Cafer’s fellow inmates endured the full month. “I was very lucky to be taken to the courthouse on the 13th day”, he said.

Show trial

Inside the court, Cafer was bombarded by statements instead of questions.

“You are working with Nato” and “you have very good English”, the prosecutor said, in what was meant to be proof of his Feto guilt.

He was told he had insulted Erdogan on Twitter – a serious crime in Turkey and an accusation specifically endorsed by Yayci, the naval commander, according to court documents.

But Cafer disputed this and asked to see the Twitter account.

When it was shown, it emerged that some of the ‘incriminating’ tweets had been posted while Cafer was an inmate at the gymnasium.

Others had been posted during the court hearing itself.

“How can that be me?”, Cafer pleaded, but the prosecutor did not change his line.

He was also accused of having used ByLock, an encrypted smartphone application – a go-to charge in the post-coup purge, which requires no substantial evidence of actual coup involvement to establish guilt.

It was decided that Cafer should be held in jail pending the final outcome of the trial.

Sincan prison

He was taken to the Sincan High Security Prison outside Ankara, still in the same summer clothes he had been wearing 13 days earlier for his meeting at the military HQ.

He realised that he was weak and emaciated, having lost about 7kg in weight in that short space of time.

He was put into a three-person cell, which already held four others. There were three beds and a thin mattress on the floor.

When the United Nations special rapporteur on torture visited Sincan, they were given an extra mattress, prompting jokes that it was “like a Hilton [hotel] suite now”.

Cafer heard of other cells being given fresh coats of paint for the occasion, but he and his fellow inmates never met the rapporteur.

The five cell mates shared food allocations meant for three.

It fell below 15 degrees Celsius at night, but they were given no heating.

They did have a kettle to make tea, using the boiling water to bathe with and keep warm.

The five men were allowed very little contact with the outside world.

He had been gone for two months before Cafer was allowed to send a letter to his wife.

He could not phone her and found it very hard to handle the isolation, but he said that three alleged members of Isis, an Islamist extremist group, in an adjoining cell, with whom he and his cellmates spoke through the wall, were allowed to call their families.

Tortured to insanity

He also brought to light the horror stories of other inmates at the Sincan facility.

One army major who was being held there, Cafer said, had previously been taken to the Turkish special forces HQ, handcuffed, and tortured for three days with electric shocks.

“It felt like my body was on fire”, the major told Cafer.

Unable to endure the pain, he made a false confession.

He told the judge during his trial that it had been extracted under torture, but he was still sentenced to life in prison.

The major was later released on parole, after 27 months of detention, but his sentence remains in force pending further hearings.

Erdogan’s special forces HQ was used as a torture facility for at least one other Sincan inmate, Cafer reported.

The second victim was waterboarded there, he told Cafer.

He was forced to lie on the ground with his hands tied with plastic cords. He broke the wires three times in desperate efforts to cover his mouth, giving him severe scars.

He also received a life sentence.

“The judges are like puppets – they don’t think, don’t make the decision, they just do what’s requested of them”, Cafer said.

Cafer went to the prison hospital several times.

He twice saw an inmate who looked as though he had lost his mind – he would sporadically laugh, cry, and talk to invisible people.

It later transpired that the fellow prisoner was a lawyer from Konya in central Turkey who had stood up to Erdogan’s ruling clan in a 2013 corruption affair.

The lawyer was arrested after the coup and tortured into insanity, but still has 10 years left to serve in prison despite his mental incapacity.

Cafer’s escape

Cafer spent 11 months inside Sincan’s walls before being given access to his file.

The 160-page document went on at length about Fethullah Gulen’s biography before accusing Cafer of being a member of his purported conspiracy.

In October last year, the prosecution failed to present evidence at his defence hearing in court.

They dropped the initial Twitter insult charge, but they kept the ByLock accusation, and put forward new Twitter charges.

In February this year, they failed again to present evidence, and Cafer was freed on bail – 16 months after he had first returned to Ankara.

His diplomatic passport had been revoked and he was to report to police every Saturday.

But Cafer still had his normal passport and upon hearing that Yayci, the admiral, wanted him re-arrested, he fled the country.

By March 2018, he was reunited with his family in Brussels.

The escape route was “dangerous”, he said. It involved a Turkish airport and passage through Greece, he added, but he gave no further details in order not to cause problems for other regime victims who were still trying to get out.

“The authorities in Greece were very kind, including the police. They comforted me and the other refugees. It was a great relief”, Cafer said.

Belgian authorities also helped by granting him refugee status and paying him welfare to replace his lost Nato income, he said.

Life in Brussels was different now compared to when he used to be a Nato official in the city, he noted.

He was “very grateful to Greece and Belgium” for their aid, he added.

Nato commiserations

But he said Nato itself let him down.

Cafer’s wife sent several letters to senior Nato officials asking for help during his 16-month detention, but few of them replied, and those who did offered only their commiserations.

Cafer’s friends in the EU and Nato capital visited him and collected money for his family.

They knew he was innocent, but no member of any international institution or agency ever spoke out in his defence.

“It was a big disappointment for me. All my life, I stood for morals and democracy. When I most needed help, I did not receive it. It’s discouraging,” Cafer said.

The Nato Parliamentary Assembly’s ‘scathing’ report on human rights in Turkey was also disappointing, he said.

The assembly’s papers are non-binding, but even so, this one said nothing to hold Turkey to account for its crimes against political prisoners, such as Cafer and the others whom he met in Erdogan’s dungeons, he told EUobserver.

“I’m afraid that Nato will do no more than raising the regular eyebrows behind closed doors”, he said on the follow-up to the report.

He has a right to be concerned because his family and friends back in Turkey continue to face harassment.

His brother was dismissed from his job in the Turkish military.

He got it back in return for publicly denouncing Cafer as a “traitor” and for changing his family name.

Police pay regular visits to his parents and siblings. Some friends and neighbours have also urged them to disavow Cafer, in a sign of the raw nerves in Turkish society.

They may be in Brussels, but Cafer, his wife, and their three children do not feel safe.

Erdogan has boasted about snatching “traitors” from overseas, and there have been instances of abductions and forced deportations.

Moral duty

Cafer spoke to EUobserver despite the risk of further reprisals because, he said, it was his moral duty.

“I was lucky to leave the prison, to leave Turkey. There are so many still in prison on baseless accusations,” he said.

“We who are still free should speak for them. It’s the least we can do. It’s the moral thing to do,” he said.

Leighann Spencer is a freelance writer and a PhD student at Charles Sturt University in Australia, who also works with Platform for Peace and Justice, an NGO in Brussels which monitors human rights in Turkey

NATO Secretary General Jens Stoltenberg meets with the President of the Republic of Turkey, Recep Tayyip Erdogan
Recep Tayyip Erdogan (r) with Nato secretary general Jens Stoltenberg – Nato declined to help Cafer Topkaya (Photo: nato.int)

euobserver.com