Αρχική Blog Σελίδα 2714

Γιατί η Σερβία «συνυπογράφει» με τα Σκόπια τη Συμφωνία των Πρεσπών

0
Γιώργος Λυκοκάπης

«Για τη Σερβία είναι πολύ σημαντική η Συμφωνία των Πρεσπών, γιατί οι δύο χώρες μας θα συνδεθούν ακόμα περισσότερο». Σε αυτή τη χαρακτηριστική δήλωση προχώρησε ο Σέρβος πρωθυπουργός, ενώπιον μάλιστα του Έλληνα ομολόγου του, τον περασμένο Δεκέμβριο. Σύμφωνα με τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς, η Συμφωνία Ελλάδας-Σκοπίων θα αποτελέσει μία «γέφυρα» ανάμεσα στην Αθήνα και το Βελιγράδι.

Η στάση της σερβικής κυβέρνησης, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται αντιφατική. Πόσο μάλλον όταν οι σχέσεις Σερβίας-ΠΓΔΜ κάθε άλλο παρά ειδυλλιακές μπορούν να περιγραφούν. Τον Αύγουστο του 2017 το Βελιγράδι, εντελώς αιφνιδιαστικά, απομάκρυνε το προσωπικό της πρεσβείας του στα Σκόπια. Κατήγγειλε «επιθετικές επιχειρήσεις πληροφοριών» από τις μυστικές υπηρεσίες της ΠΓΔΜ, εις βάρος της Σερβίας.

Στην πολιτική κρίση που συντάραξε τα Σκόπια τον Απρίλιο του 2017, Μόσχα και Βελιγράδι είχαν υποστηρίξει τους εθνικιστές του VMRO, όχι τον σημερινό πρωθυπουργό Ζάεφ. Ο «άτυπος» διοργανωτής της εισβολής που πραγματοποίησαν οι οπαδοί του VMRO στο σκοπιανό Κοινοβούλιο ήταν ο ίδιος ο ακόλουθος της σερβικής πρεσβείας. Κοινό μυστικό είναι πως ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς θεωρεί τον Ζόραν Ζάεφ «δοτό πρωθυπουργό». Συμπλέει απόλυτα με τον μεγαλύτερο πολέμιο της Συμφωνίας των Πρεσπών, τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Η Μόσχα έχει πολλάκις καταγγείλει πιέσεις της Δύσης και χρηματισμούς βουλευτών, προκειμένου η Συμφωνία των Πρεσπών να ψηφιστεί από τη βουλή των Σκοπίων. Όμως, ποτέ της η σερβική κυβέρνηση δεν υιοθέτησε τους ισχυρισμούς των Ρώσων για την αμφιλεγόμενη Συμφωνία. Είναι αλήθεια πως οι σχέσεις Μόσχας-Βελιγραδίου παραμένουν σε άριστα επίπεδα, όπως έδειξε η αποθεωτική υποδοχή των Σέρβων στον Πούτιν, κατά την επίσκεψή του στη χώρα.

Το Κόσοβο «καίει» τον Βούτσιτς

Όμως, η κυβέρνηση Βούτσιτς επιθυμεί ισορροπημένες σχέσεις και με τις ΗΠΑ, προκειμένου να περιορίσει την εξάρτησή της από τη Μόσχα. Εξάλλου, οι προτεραιότητες του Σέρβου πρωθυπουργού διαφέρουν από αυτές του Βλαντιμίρ Πούτιν. Η προτεραιότητα του Βελιγραδίου δεν είναι να αποτρέψει την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ, ούτε φυσικά το όνομα της γειτονικής μας χώρας.

Αυτό που «καίει» τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς είναι το ζήτημα του Κοσόβου και η έξαρση του αλβανικού εθνικισμού στα Βαλκάνια. Ο Σέρβος πρωθυπουργός, από κοινού με την Ουάσινγκτον, υποστηρίζουν μία λύση για το Κόσοβο, που περιλαμβάνει την ανταλλαγή εδαφών ανάμεσα στην Πρίστινα και το Βελιγράδι. Το σχέδιο αυτό προκαλεί οργισμένες αντιδράσεις στους αλβανόφωνους του Κοσόβου.

Η ιδέα ενός «ενιαίου και αδιαίρετου» Κοσσυφοπεδίου είναι πάρα πολύ δημοφιλής στον αλβανικό εθνικισμό. Ένα αλβανικό Κόσοβο, το οποίο μελλοντικά θα ενωθεί με τη «μητέρα πατρίδα», την Αλβανία. Αυτό δεν αποτελεί μία μεγαλοϊδεατική φαντασίωση ορισμένων εθνικιστικών κύκλων των Αλβανών. Το 2025 θα αποτελέσει μία γεωπολιτική πραγματικότητα, μιας και θα πραγματοποιηθεί ουσιαστικά η ένωση της Αλβανίας με το Κοσσυφοπεδίο. Ήδη στα μέσα Δεκεμβρίου, το Κόσοβο συγκρότησε μονομερώς στρατό, προκαλώντας την οργή του Βελιγραδίου.

Η πρόθεση της σερβικής κυβέρνησης είναι να προσαρτήσει τα εδάφη του Κοσόβου, όπου οι Σέρβοι πλειοψηφούν. Επομένως, για το Βελιγράδι προέχει η σταθερότητα των Σκοπίων, ειδικότερα να περιοριστούν οι αποσχιστικές τάσεις του αλβανόφωνου πληθυσμού τους. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί σε κάποιον βαθμό με την ένταξη στο ΝΑΤΟ, την οποία υποστηρίζουν σε συντριπτικό βαθμό οι αλβανόφωνοι.

Η διφορούμενη στάση του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς

Πάγια θέση της Σερβίας ήταν η διατήρηση της ακεραιότητας των Σκοπίων, ακόμα και κατά τη διάρκεια του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου πολέμου. Όντως, ο πρώην Σέρβος πρόεδρος Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς είχε κάνει μία τυχοδιωκτική πρόταση στον τότε Έλληνα πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη στα μέσα του ’90. Περιλάμβανε την από κοινού στρατιωτική εισβολή Σέρβων και Ελλήνων στα Σκόπια και τον διαμοιρασμό εδαφών του κρατιδίου ανάμεσα στην Αθήνα και στο Βελιγράδι. Μάλιστα, ο εκλιπών Σέρβος ηγέτης είχε προτείνει στον Μητσοτάκη μία συνομοσπονδία Γιουγκοσλαβίας-Ελλάδας!

Προφανώς, αυτό το ευφάνταστο σχέδιο δεν είχε την παραμικρή δυνατότητα επιτυχίας και ο Μιλόσεβιτς το ήξερε πολύ καλά. Η ίδια η τροπή του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου πολέμου το αποδεικνύει. Ο γιουγκοσλαβικός (στην ουσία σερβικός) στρατός, δεν έριξε ούτε έναν πυροβολισμό έναντι των Σκοπίων, τη στιγμή που οι μάχες μαίνονταν στο Βούκοβαρ και στο Σαράγεβο. Ο Μιλόσεβιτς είχε εστιάσει στα μέτωπα της Κροατίας και της Βοσνίας, λόγω της ισχυρής μειονοτικής παρουσίας των Σέρβων.

Η εθνολογική κατάσταση των Σκοπίων εξηγεί τη στάση του τότε Σέρβου ηγέτη. Στα Σκόπια ο σερβικός πληθυσμός αντιστοιχούσε μόλις στο 2% του συνολικού πληθυσμού. Μία εισβολή των Σέρβων στα Σκόπια θα τους έφερνε αντιμέτωπους με το σύνολο του πληθυσμού, ειδικότερα με την κοινότητα των αλβανόφωνων. Ο Σέρβος πρόεδρος είχε ήδη ανοίξει πολλαπλά πολεμικά μέτωπα, με πιο κομβικό όλων αυτό του Κοσόβου.

Ο Μιλόσεβιτς έγινε πολύ δημοφιλής στους Σέρβους, όταν κατάργησε την αυτονομία του Κοσόβου το 1989. Το Κοσσυφοπέδιο κατέχει περίοπτη θέση στη μυθολογία του σερβικού εθνικισμού. Είναι ο λόγος που ο Μιλόσεβιτς επεδίωκε τον έλεγχό του πάση θυσία. Τα Σκόπια δεν ήταν στις προτεραιότητές του. Αυτό απέδειξε η απολύτως ειρηνική απόσχιση της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» από τη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία.

Το μεγάλο λάθος της Ελλάδας

Ο Μιλόσεβιτς αποκαλούσε περιφρονητικά τη Βοσνία «κατασκεύασμα του Τίτο». Δεν είχε όμως πρόβλημα με τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας», ένα κατεξοχήν ιδεολογικό κατασκεύασμα του ιστορικού ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας. Το λάθος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι ότι αρκέστηκε στις προφορικές βεβαιώσεις του τότε Σέρβου ηγέτη και παγιδεύτηκε στις ιδεοληψίες της «πατροπαράδοτης ελληνοσερβικής φιλίας».

Σύμφωνα όμως με μία ρήση στην εξωτερική πολιτική δεν υπάρχουν φιλίες, αλλά μόνο συμφέροντα. Η ανεπιφύλακτη φιλοσερβική στάση της Ελλάδας δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Ακόμα και στο Μακεδονικό, που η Αθήνα ανέμενε τη στοιχειώδη κατανόηση του Βελιγραδίου. Στα μέσα του ’90, η σερβική κυβέρνηση αναγνώρισε τελικώς τα Σκόπια ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Η ιστορία μοιάζει σήμερα να επαναλαμβάνεται. Η κυβέρνηση εμμένει στην ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών, που αναγνωρίζει τα Σκόπια ως «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας». Υποτιμάει τους κινδύνους από την αναγνώριση «μακεδονικής εθνότητας» και «μακεδονικής γλώσσας», κινδύνους που δεν υποτίμησε η Βουλγαρία. Να θυμίσουμε πως η Βουλγαρία έχει αναγνωρίσει τα Σκόπια ως «μακεδονικό κράτος», αλλά αρνείται κατηγορηματικά την αναγνώριση της μακεδονικής εθνότητας.

Η ελληνική κυβέρνηση μοιάζει να αρκείται στις καλές προθέσεις του Ζόραν Ζάεφ. Όπως όμως θύμισε η ιστορία με τον Μιλόσεβιτς, οι καλές προθέσεις δεν αρκούν. Υπάρχει ο κίνδυνος τα Σκόπια, μόλις κερδίσουν την ένταξη στο ΝΑΤΟ, να ξεκινήσουν να τροποποιούν μονομερώς διατάξεις της Συμφωνίας. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως όλα αυτά είναι κινδυνολογίες και να αντιτείνει την ψύχραιμη στάση του Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Αλλά, όπως εξηγήσαμε, ο Σέρβος πρωθυπουργός έχει άλλες προτεραιότητες.

https://slpress.gr/diethni/giati-i-servia-quot-synypografei-quot-me-ta-skopia-ti-symfonia-ton-prespon/

Η Συμφιλίωση του ΄Ασαντ με τον Αραβικό Κόσμο Γκρεμίζει τον Νέο-Οθωμανισμό του Ερντογάν

0

Αντί Τουρκίας στην ηγεσία του Ισλαμικού Κόσμου, αναδύεται αντίθετα ένα αντι-τουρκικό αραβικό μπλοκ

Semih Idiz, Al Monitor, Russia Insider,  23-1-2019

[Πολύ κατατοπιστικό και χρήσιμο για διδάσκοντες και μελετητές της γεωπολιτικής πραγματικότητας σε κρίσιμους τομείς της περιοχής μας το, μεστό σε πληροφορίες, κατωτέρω άρθρο  Τούρκου, εξόριστου προφανώς, δημοσιογράφου, στο οποίο προσδίδει πρόσθετη αξία προσοχής η αναδημοσίευσή του από την ρωσική ηλεκτρονική εφημερίδα. Θα ήταν ωστόσο σοβαρό λάθος η κατάρρευση των νέο-οθωμανικών επιδιώξεων του Ερντογάν στην Μέση Ανατολή να υπερτιμηθεί  ως  περιοριστική της απειλής κατά της Ελλάδας και της Κύπρου. Επειδή μπορεί και να συνεπάγεται το ακριβώς αντίθετο – με την αναζήτηση αντισταθμισμάτων της προκύπτουσας απώλειας πολιτικού γοήτρου.]

Παρουσίαση: Μιχαήλ Στυλιανού

Η προφανής χαλάρωση των σχέσεων της  Δαμασκού με τον Αραβικό Κόσμο είναι  καινούργια άσχημα νέα για την Τουρκία, η οποία ήδη περνά δύσκολες μέρες αντιμετωπίζοντας μιαν γοργή αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων στην Συρία. Εάν ο Πρόεδρο Μπάσαρ Αλ ΄Ασαντ  γίνει ευπρόσδεκτος στους αραβικούς κόλπους, όπως πολλοί αναμένουν, αυτό θα αποτελέσει το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της τουρκικής πολιτικής στην Συρία, που  από την αρχή ταλανίστηκε από ακρισία, λανθασμένους υπολογισμούς και  υπερφίαλες προσδοκίες.Καθώς χώρες όπως το Σουδάν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΕΑ), το Μπαχρέιν, η Αίγυπτος, η Ιορδανία, το Ιράκ, ο Λίβανος και η Τυνησία κάνουν σειρά για να εξομαλύνουν τις σχέσεις τους με την Συρία –και πολλοί περιμένουν ότι και η Σαουδική Αραβία θα ακολουθήσει σύντομα- η ΄Αγκυρα θα αντιμετωπίσει έναν αντι-τουρκικό συνασπισμό που ποτέ δεν περίμενε.

Ένα τέτοιο μπλοκ θα περιέπλεκε επιπλέον τα σχέδια της Τουρκίας να μπει  στην Βόρεια Συρία για να εξαλείψει από την πόλη Μανμπίζ και τις περιοχές ανατολικά του Ευφράτη ποταμού τις κουρδικές πολιτοφυλακές  YPG, ειδικώτερα τώρα που η συριακή κυβέρνηση έχει διακηρύξει την αντίθεσή της σε αυτήν την διείσδυση.

Η Τουρκία έχει προβληματικές σχέσεις με σχεδόν όλα τα έθνη που προαναφέρθηκαν και ιδιαίτερα με τους σημαντικότερους παίκτες της περιοχής, την Αίγυπτο και την Σαουδική Αραβία. Αυτές οι χώρες δεν έχουν δείξει ότι ανησυχούν λιγότερο από την τουρκική ανάμειξη στις υποθέσεις τους από την ανάμιξη του Ιράν. Σχεδόν όλες τους απεχθάνονται την τουρκική υποστήριξη στην (οργάνωση) «Μουσουλμανική Αδελφότητα», η οποία, όπως πιστεύουν, αντιπροσωπεύει θανάσιμη απειλή για τις κυβερνήσεις τους και την οποία αγωνίστηκαν σκληρά για να αποκρούσουν μετά  τις εξεγέρσεις της   «Αραβικής ΄Ανοιξης».

Μερικές ειδησεογραφικές ιστοσελίδες,  εστιασμένες στην περιοχή, επικαλούνται μάλιστα ανώνυμους αξιωματούχους των χωρών του Περσικού Κόλπου ως ισχυριζόμενους ότι η Σαουδική Αραβία,  τα ΗΑΕ, η Αίγυπτος και το Ισραήλ έχουν  κάνει μυστικές συνομιλίες για την χαλιναγώγηση της Τουρκίας. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, οι χώρες αυτές θεωρούν την Τουρκία ως μεγαλύτερη απειλή επειδή είναι ισχυρότερη του Ιράν.

Φαίνεται ότι το όνειρο του τέως υπουργού των Εξωτερικών Νταβούτογλου να καταστήσει την Τουρκία κορυφαίο παράγοντα της περιοχής –«χωρίς την συγκατάθεση του οποίου δεν θα μπορούσε να κουνηθεί φύλλο»- έχει  λήξει από πολλού. Ακόμη και πριν την Αραβική ΄Ανοιξη, ο Νταβούτογλου πίστευε ότι η Τουρκία, υπό το δημοκρατικά εκλεγμένο  κόμμα ΑΚΡ και τον δημοφιλή ηγέτη της Ερντογάν, θα γινόταν ο κύριος ειρηνοποιός της Μέσης Ανατολής, λόγω του μουσουλμανικού στην πλειονότητα πληθυσμού της, το δημοκρατικό της σύστημα, την  ανθηρή οικονομία της και τον ισχυρό στρατό της.

Η επάνοδος μιας  ισχυρής χώρας όπως η Τουρκία στον Ισλαμικό κόσμο, μετά από δεκαετίες αποξένωσης από τις θρησκευόμενες μάζες λόγω του λαϊκού της συστήματος, θα αρκούσε –πίστευαν- να ανυψώσει την Τουρκία σε αυτή την ιστορική ηγετική θέση. Τούρκοι και ΄Αραβες, ενωμένοι υπό το Ισλάμ, θα πορεύονταν, χέρι-χέρι, σε ένα φωτεινό μέλλον, υπό την φωτισμένη ηγεσία της Τουρκίας.

Αυτή η πεποίθηση ισχυροποιήθηκε μετά την Αραβική ΄Ανοιξη, η οποία, όπως πίστευε η Τουρκία, θα εκτόξευε την Μουσουλμανική Αδελφότητα στην εξουσία, σε ολόκληρη την περιοχή, με δημοκρατικές εκλογές, κατά το ίδιο τρόπο που οι Τούρκοι ψηφοφόροι έφερα το ΑΚΡ στην εξουσία το 2002 – και στην συνέχεια οι εξελίξεις, από την Αίγυπτο ως την Τυνησία, θα πήγαιναν σύμφωνα με τις επιθυμίες τη Τουρκίας.

Πολύ νερό κύλησε κάτω από τι γέφυρες από τότε. Στο μεταξύ ο Νταβούτογλου είναι έξω και ο ΄Ασαντ πάντα στην θέση του, ισχυρότερος από ποτέ, για λόγους που ο Νταβούτογλου απέτυχε να συλλάβει, παρά τον ισχυρισμό του ότι καταλάβαινε καλύτερα από  πλείστους τις δυναμικές της περιοχής.

Η σημερινή κατάσταση  στην περιοχή καταδεικνύει πόσο έξω είχε πέσει η ΄Αγκυρα για τις κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους που καθορίζουν τις εξελίξεις στην Μέση Ανατολή και πόσο λάθος ήταν οι υποθέσεις του Νταβούτογλου όσο αφορά το οθωμανικό παρελθόν της περιοχής. Τυφλωμένη από τις ισλαμιστικές φιλοδοξίες της, η ΄Αγκυρα απέτυχε να αντιληφθεί τη σημασία των ιστορικών αποσκευών της στον Αραβικό Κόσμο.

Ο Νταβούτογλου, που ανέβηκε στην πρωθυπουργία, μέχρις ότου απολύθηκε από τον Ερντογάν τον Μάιο 2016, έχασε έκτοτε κάθε εκτίμηση και  –ακόμη και στην κρίση πολλών υποστηρικτών του κυβερνώντος κόμματος- είναι ο υπεύθυνος των προβλημάτων που από τότε αντιμετωπίζει η ΄Αγκυρα στην Συρία. Η καθιέρωσή του ως αποδιοπομπαίου τράγου αποσπά την προσοχή από τον Ερντογάν, χωρίς την συγκατάθεση του οποίου ο Νταβούτογλου δεν θα εφάρμοζε την πολιτική του.

Ο Μουράτ Οζτσελίκ, τέως ειδικός απεσταλμένος της Τουρκίας στο Ιράκ, (2007-2009) και κατόπιν πρεσβευτής στην Βαγδάτη (2009-2011), πιστεύει επίσης ότι η επανεισδοχή του ΄Ασαντ  στον κύκλο των αραβικών χωρών θα είναι η σαφέστερη απόδειξη του ναυαγίου της εξωτερικής πολιτικής του κόμματος του Ερντογάν. «Θα επιβεβαιώσει την αποξένωση που ήταν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής με χροιά Οθωμανισμού και που με κανένα τρόπο δεν συμβιβαζόταν με τον αραβικό εθνικισμό», είπε Ο Οζτσελίκ, στο Αλ Μόνιτορ.

Σκληρός επικριτής της ισλαμιστικής θεώρησης της εξωτερικής πολιτικής από το κυβερνητικό κόμμα, που προκάλεσε μεγάλες ζημιές στα συμφέροντα της Τουρκίας, όπως υποστηρίζει,  ο Οζτσελίκ, ανέφερε ως μεγάλα σφάλματα της Αγκύρας ότι έστρεψε την ράχη της στις έδρες του αραβικού εθνικισμού, την Αίγυπτο και την Σαουδική Αραβία, υπέρ μιας μικρής χώρας, όπως το Κατάρ, που εργάζεται εναντίον των καθεστώτων τους. «Δεν είναι μικρό επίτευγμα-πρόσθεσε- να κατορθώσει μια κυβέρνηση να δημιουργήσει ένα τέτοιο αντι-τουρκικό στρατόπεδο μέσα σε τόσο λίγο χρόνο».

Ο Σολί Οζέλ, λέκτορας διεθνών σχέσεων στο πανεπιστήμιο Καντίρ Χας,  της  Κωνσταντινούπολης και πολύ γνωστός σχολιαστής, πιστεύει επίσης ότι στην Μέση Ανατολή συγκροτείται ένα αντι-τουρκικό στρατόπεδο. « Η Τουρκία θα αντιμετωπίσει στην περιοχή ένα αραβικό μπλοκ αντίθετο στους ισχυρισμούς και στις βλέψεις της», δήλωσε ο Οζέλ στο Αλ Μόνιτορ. « Η κοινή γνώμη στον αραβικό κόσμο μπορεί να ευνοεί την Τουρκία, αλλά αυτό δεν ισχύει για τα υφιστάμενα καθεστώτα», πρόσθεσε.

΄Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, ο Ερντογάν και η κυβέρνησή του συνεχίζουν να υποστηρίζουν την Μουσουλμανική Αδελφότητα και τις παραφυάδες της και αυτά που θεωρούν φυσικά δικαιώματα των ισλαμικών μαζών της περιοχής.

Αυτή η στάση, εντούτοις, φαίνεται να τους προσπορίζει μεγαλύτερη αποξένωση της Τουρκίας μεταξύ των αραβικών καθεστώτων που θεωρούν την  Μουσουλμανική Αδελφότητα ως τον χειρότερο εχθρό τους και την έχουν κηρύξει τρομοκρατική οργάνωση. Η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος ηγούνται σήμερα των περιφερειακών δυνάμεων που είναι γι’ αυτό  εναντίον της Τουρκίας.

Γεννάται επίσης τη ερώτημα ποιες θα είναι οι επιπτώσεις αυτών των εξελίξεων στα σημερινά σχέδια τη ΄Αγκυρας για την Βόρεια Συρία, όπου προσπαθεί να δημιουργήσει μια  ζώνη προφύλαξης από τους Κούρδους του YPG, ελεγχόμενη από τον τουρκικό στρατό. Ο Οζέλ είπε ότι είναι η Ρωσία, περισσότερο από τα αραβικά καθεστώτα, που θα κρίνει την τύχη αυτής τη ζώνης. «Παρά το γεγονός αυτό, τα πράγματα θα γίνουν διπλωματικά πολύ δύσκολα για την ΄Αγκυρα, καθώς οι ΄Αραβες θα κάνουν πολύ θόρυβο εναντίον αυτού του σχεδίου», πρόσθεσε.

Ο Οζτσελίκ είχε μια διαφορετική εκτίμηση, προειδοποιώντας ότι εάν ξορισθούν περισσότερο, οι ΄Αραβες θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το κουρδικό χαρτί εναντίον της Τουρκίας και είπε: «Η ζώνη απώθησης, που θέλει η Τουρκία στην Βόρεια Συρία, μπορεί να είναι κάτι επιθυμητό για τα αραβικά καθεστώτα, επειδή θα καθιερώνει μιαν επίσημη γραμμή που να δείχνει τα αδιαπέραστα για την Τουρκία αραβικά σύνορα. Το να έχουν τους Κούρδους στην άλλη πλευρά της ζώνης μπορεί να τους εξυπηρετεί, επειδή μπορούν να συνεννοηθούν με τους Κούρδους, που θα παρεμβάλλονται μεταξύ αραβικών εδαφών και Τουρκίας» πρόσθεσε ο Οζτσελίκ.

Το τελικό δίλημμα της Τουρκίας θα είναι φυσικά τι θα κάνει με τον ΄Ασαντ, ο οποίος συνεχίζει να σταθεροποιεί το έλεγχό του στην εξουσία κατά τρόπο που η ΄Αγκυρα δεν φανταζόταν ποτέ και που δεν τρέφει προφανώς μιαν ιδιαίτερη αγάπη για την Τουρκία.

Ο υπουργός των Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου δήλωσε τον Δεκέμβριο ότι η Τουρκία θα αποδεχθεί τον ΄Ασαντ, υπό τον όρο ότι θα  αναδειχθεί σε δημοκρατικές εκλογές υπο διεθνή εποπτεία. Φαινόταν να εκφράζει  ρωγμή στην αδιάλλακτη  στάση του Ερντογάν εναντίον του ΄Ασαντ, που στηριζόταν στο συχνά επαναλαμβανόμενο επιχείρημα ότι «δεν υπάρχει θέση για έναν φονιά του λαού του στη Συρία.».

Ο ΄Ασαντ γνωρίζει ωστόσο ότι δεν πρόκειται ποτέ να εκλεγεί σε ελεύθερες εκλογές  και  έτσι θα φροντίσει να παραμείνει ως κυβερνήτης πυγμής στην Συρία όσο μπορεί. Θα έχει την υποστήριξη των αραβικών καθεστώτων όσο και της Ρωσίας – και του Ιράν, στον βαθμό που θα του το επιτρέψουν τα αραβικά καθεστώτα.

Το πώς η Τουρκία θα ξεπεράσει τέτοια εμπόδια είναι άγνωστο. Αυτό που είναι βέβαιο, πάντως, είναι ότι οι εξελίξεις στην Συρία δεν προοιωνίζονται τίποτα καλό για τις φιλοδοξίες της Τουρκίας στην περιοχή.

infognomon.gr

KISSINGER’S PROPHECY FULFILLED IN SYRIA

0

KAMAL ALAM

Syria has managed to bring both the Turks and Kurds to its door by skillfully outplaying the two enemies to make itself indispensable to both. Syrian government forces claim they have entered Manbij, and the Kurdish group People’s Protection Units  — fresh from a U.S. betrayal — are reaching out to Syrian President Bashar al-Assad. Simultaneously, the Turkish government is making its biggest concession yet in announcing that it would consider working with Assad should he win a democratic election. One is reminded of former U.S. Secretary of State Henry Kissinger’s maxim: “The Arabs can’t make war without Egypt; and they can’t make peace without Syria.”
It was a backhanded tribute to Syria’s consistent hard line against Israel and the United States. Its critical geographical position and what David Lesch called ‘’Syria’s consistently punching above its weight’’ made it the key lynchpin for stability in the Middle East. Without any love lost between the Turks, Kurds, and Damascus, it is a testament to the staying power and resilience of the Baathist state that it is the one that has outlasted all its enemies one by one and, furthermore, is seen as the solution to preventing further chaos. As the Gulf Cooperation Council states open their embassies one by one, Ankara does a complete U-turn from its previous position of “no future for Assad,” and Washington finally openlyaccepts Assad staying in power, some important questions should be raised. First and foremost, why were the “experts” so wrong in assessing Syria? Damascus is well on its way to resuming its regional role, as even Israel’s hardline, recently resigned Defense Minister Avigdor Lieberman stated that Israel would consider a diplomatic relationship with a newly powerful Assad.
Not All About Russia and Iran
Many analysts prepared briefing paper after briefing paper talking about a post-Assad Syria and state building in post-war Syria. These writers who discussed the imminent fall of Assad forgot to read the history of the Levant. While they made comparisons to state-building and reconciliation and conflicts in Libya, Afghanistan, and Bosnia, they missed the way Syria under the Assads ran the show from Damascus. This was the show that made Syria the deciding factor not just in Lebanon but also in peace talks with Israel, the Kurdish insurgency in Turkey, the fierce competition against President Saddam Hussein in Iraq, and the very military-dominated state relationships with the two most powerful armies in the Arab world — Algeria and Egypt. The Syrians were the main pivot point on which the region depended on for security; the Arab League called on Syria to send their forces into Lebanon, the Turks called upon them to rein in the Kurdish forces that were being allowed safe sanctuary, the Saudis relied on them to tip the balance against Hussein, and the Americans and Israelis kept close to them for final negotiations over the Golan Heights. Longtime observers of Syria who had spent real time with the country’s leadership and had meaningful access to the power corridors of Damascus, such as Lesch, Patrick Seale, Kissinger, Zbigniew Brzezinski, and Brent Scowcroft, all cautioned against predicting the demise of Assad. Furthermore, they spoke of a need to work with Assad, as he would be the last man standing. In an early January 2015 hearing at the Senate Armed Services Committee, Brzezinski and Scowcroft — two doyens of American national security —questioned the need to fight Assad and furthermore stated that “Assad had more support that any one of the groups fighting him put together.”
Whilst the E.U. foreign policy chief spoke of a new Afghanistan for Russia in 2015, it was clear to me that the Russians would succeed where the American interventions had failed since 2001. Assad had survived, albeit on the ropes, till the arrival of the Russians. The Syrian state still held on to the biggest cities, and even half of Aleppo was with the government forces. Assad survived the brutal bombing that took out his four security chiefs and main defense advisers in 2012. Assad also survived the so-called pivotal moments when senior defections from Manaf Tlass and Riad Hijab were supposed to usher in a collapse. Then there were the lies of the Syrian opposition claiming that Ali Habib, defense minister and one of Syria’s most celebrated generals, had defected. In fact, he had never left Damascus to go to Turkey, as had been claimed. Similarly the alleged defection of Vice President Farouk Sharaa turned out to be untrue.
In 2016, leading Syrian activist and academic Mohammed Alaa Ghanem penned an op-ed in The New York Times that sums up how the war against Assad was lost: The men and institutions that mattered remained loyal until the end. Ghanem argued for the need to help Assad’s top officers and intelligence personnel defect. Of course, that has never happened. Despite massive loss of territory and close advisers being killed in 2012, the Syrian military has remained loyal and no major defections ever took place. I wrote an article in response that explained that there were no major defections — specifically from the inner circle — despite financial compensation offered by the Gulf states and the West.
Two leading British generals espouse the view that Assad has considerable support where it mattered. Maj. Gen. Jonathan Shaw, the former head of British Special Forces and commander of forces in southern Iraq has spent a long time studying Syria and Iraq. In his first comments on the subject last year, he told me in an earlier piece that Assad has genuine cross sectarian support and there was no need to fight Assad – it would not be easy. Shaw recently told me, “It was always doubtful Assad would lose. He had support and a strategy to outdo his enemies, a loyal army, and security service which had Sunni, Christian, Alawi.’”
Maj. Gen. John Holmes, commander of the British Special Air Service who has spent time with me in Damascus, told me:
During my visits to Damascus I saw little evidence of a government in decline; in fact quite the reverse – it seemed to me that the government and the army were very much in control of a very challenging situation. I formed the impression that the government had its hands on all the levers of power and that security and stability were the order of the day in those parts of the country that they controlled. The army appears to have put difficult times behind them and are now successfully consolidating in the areas under government control.
Former Chief of Defence Staff Gen. Lord Richards, whom I have been advising on Syrian affairs since the beginning of the war, and former Chief of the General Staff Richard Dannatt both called for pragmatic cooperation with Assad and his military as the only way to end the war in Syria. Richards has been clear from the very beginning that Assad had more support than people were willing to accept and believe. Rather than fighting him, letting him win was the best prospect for peace in Syria. Richards, whom I interviewed for this article, told me:
It is very clear why countries such as UAE, Egypt, and Bahrain are talking to Assad again. He has proved his Arab and Sunni credentials despite an Iran connection and they know, give or take, that he has won his war. I always thought he would outlive his enemies.
What Will a Triumphant Assad Do Next?
A leading Lebanese politician recently argued that Syria is preparing to re-impose itself on Lebanon as a direct counterweight to Iran and Hizballah. This correlates with Barak Barfi and Justin Goodarzi, who have both insisted Iran has never been the absolute overlord in the so-called “Shia Crescent” that many claim it is. Indeed, Syria has been at odds with Iran innumerable times in Iraq and Lebanon. Similarly, Emma Sky, in her book The Unravelling, talks about how the Iraqis and Iranians were fuming at how Damascus was supporting Sunni and ex-Baathist groups opposed to Shia dominance in Baghdad. John Nixon, in Debriefing the President, talks about how Hussein got agitated every time Syria and Hafez al-Assad’s name came up. The very mention of Syria frustrated Saddam, as it was Iraq’s main rival for dominance in Arab affairs. Soner Cagaptay, in his book The New Sultan, also discusses how Syria stopped support to the Kurdistan Workers’ Party, thereby leading to stability between Ankara and the Kurds and contributing to the friendship between Assad and President Recep Tayyip Erdogan.
Now, as the Kurds and Erdogan again grudgingly look to Damascus, the Arabs — despite an Iranian presence — march back to Damascus, and Lebanon and Israel again revert back to dealing with Assad as the arbiter, the regional situation represents a complete reversal of previous expectations . Put another way, it  is a continuance of Kissinger’s prophecies. It was those “real” warnings and the study of Syrian history that led numerous British generals to caution any fight against Assad and push instead for a continued security relationship with Damascus that has come full circle. It is no coincidence that Assad has won. There is a history behind it — and such repetition of events is eerily the norm in Levantine affairs.
 
This article has been updated to include an additional quote from Maj. Gen. Jonathan Shaw. 
Kamal Alam is an adviser on Syrian affairs to former Chief of Defence Staff of the British Armed Forces Gen. The Lord David Richards of Herstmonceux. He is also a visiting fellow at the Royal United Services Institute and teaches Syrian military history at several army colleges.

What’s Behind Turkey’s Fervent Support for Venezuela’s Maduro

0
Explained Economic and political ties between Ankara and Caracas have grown stronger, with Turkey being shipped tons of Venezuelan gold for refinement and processing

 REUTERS/Marco Bello/File Photo 

Turkish President Tayyip Erdogan has called Venezuelan President Nicolas Maduro to offer support after the opposition leader declared himself interim president and won the backing of Washington and various Latin American nations.

Socialist Maduro described Juan Guaido’s move as a coup attempt. The United States, Canada and right-leaning Latin American governments recognised Guaido.

Erdogan pledged to invest in Venezuelan’s failing economy during the trip, with Maduro claiming that Turkish businesses would pump some 4.5 billion euros into the country. Politico points out that while Western carriers have mostly stopped their flights into Venezuela, Turkish Airlines still operates several flights a week to Caracas.

Immediately after news of Guaido’s declaration, plane spotters tracked a jet belonging to Turkish Billionaire Turgay Ciner – owner of the Ciner Group – taking flight from Turkey to Moscow and then on to Venezuela.

Tons of Venezuelan gold, mined in horrendous conditions overseen by the military, are shipped to Turkey for refinement and processing. According to Bloomberg, U.S. officials say “some may be making its way to Iran in violation of sanctions on the Islamic Republic.”

Turkey has previously been implicated in schemes to evade U.S. sanctions on Iran by trading in gold.

Maduro has since last year been seeking to repatriate about $550 million in gold from the Bank of England on fears it could be caught up in international sanctions on the country.

“My brother Maduro! Stand tall, we stand by you!” presidential spokesman Ibrahim Kalin quoted Erdogan as telling Maduro. “Under the leadership of President Tayyip Erdogan, Turkey will maintain its principled stance against all coup attempts. #WeAreMADURO,” Kalin said.

In September of 2018, a viral video of Maduro and his wife eating a steak prepared by Turkish celebrity chef Salt Bae sparked outrage in Venezuela, where malnutrition has become widespread due to the economic crisis.

Turkey joined Russia and several other countries which came out in support of Maduro, Kalin writing on Twitter that Erdogan told Maduro Turkey would support him.

Foreign Minister Mevlut Cavusoglu said the United States and other Latin American countries have constantly meddled in Venezuela’s internal affairs.

“There is an elected president and on the other hand the head of congress declares himself de facto president. Some countries recognised this. This may cause chaos,” Cavusoglu told the A Haber news channel.

Many Turks voiced support for Maduro on social media using the hashtag, #WeAreMaduro. One posted an image of Maduro picking up a small Turkish flag and another one of him holding the flag of a historic Turkish clan.

“You’re not alone, big-hearted man. Turkey is with you,” another wrote.

Η άνοδος του λαϊκισμού και το πέρασμα στην απολυταρχία

0
  • Του Martin Wolf Δημοσιεύθηκε: 24 Ιανουαρίου 2019 Finncial Times/ euro2day.gr

Oι ελίτ πρέπει να αναλογιστούν τις ευθύνες τους για την ενίσχυση των αυταρχικών ηγετών. Η άνοδος των ανισοτήτων και το νέο μοντέλο ενημέρωσης. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά των νέων προσωποπαγών δικτατοριών.

Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ένα κλασσικό παράδειγμα λαϊκιστή και εν δυνάμει απολυταρχικού ηγέτη. Οι θεσμοί των ΗΠΑ μπορεί να μην του επιτρέψουν να αποκτήσει την αχαλίνωτη εξουσία που επιδιώκει. Αλλά η απειλή που θέτει είναι εμφανής.

Πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτή την αναβίωση του απολυταρχισμού; Ποια είναι η σημερινή του μορφή; Ποια είναι η ευθύνη των ελίτ για την επιτυχία του; Αυτές είναι κάποιες από τις σημαντικές ερωτήσεις με τις οποίες είναι αντιμέτωποι οι Δυτικοί. Το πώς θα τις απαντήσουμε θα διαμορφώσει τον κόσμο. Αν εγκαταλείψουμε αξίες για τις οποίες χύθηκε τόσο αίμα, πως μπορούμε να περιμένουμε ότι θα πιστέψουν και άλλοι σε αυτές; Θα παραδίδαμε τον κόσμο στον Σι Τζινπίνγκ, τον Βλαντιμίρ Πούτιν και άλλους που βλέπουν τον κόσμο όπως αυτοί.

Η Έρικα Φραντς του πανεπιστημίου του Μίτσιγκαν ρίχνει άπλετο φως στις μεθόδους των σύγχρονων απολυταρχικών ηγετών σε ένα συνοπτικό βιβλίο. Η ανάλυση της ξεκαθαρίζει δύο βασικά σημεία.

Πρώτον, στις ημέρες μας, ο πιο συνηθισμένος τρόπος για να αναδυθεί ένα απολυταρχικό καθεστώς είναι να κατατρώει τη δημοκρατία από μέσα, περίπου όπως τρώνε κάποιες προνήμφες σφήκας τις αράχνες ξενιστές τους. Οι διαδικασίες αυτές αντιστοιχούν περίπου στο 40% των σύγχρονων περιστατικών κατάρρευσης δημοκρατικών καθεστώτων.

Δεύτερον, τα νέα αυτά καθεστώτα συχνά παίρνουν σύμφωνα με τη συγγραφέα «την πιο επικίνδυνη μορφή δικτατορίας»: την προσωπική (ή «προσωποπαγή») εξουσία. Από το 2000 ως το 2010, το 75% των δημοκρατιών που μετασχηματίστηκαν σε δικτατορίες έληξαν με τον τρόπο αυτό. Μερικά παραδείγματα είναι η Ρωσία υπό τον κ. Πούτιν, η Βενεζουέλα υπό τον Ούγκο Τσάβεζ και η Τουρκία υπό τον Ρεσέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Ένα κρίσιμο ερώτημα είναι τι εννοεί κανείς με τον όρο «απολυταρχισμός». Η απάντηση είναι: η απουσία δημοκρατίας. Δημοκρατία εν τω μεταξύ σημαίνει ένα σύστημα στο οποίοι οι ελεύθερες και δίκαιες εκλογές καθορίζουν ποιος έχει την εξουσία. Το κράτος πρέπει συνεπώς να επιτρέπει την ελευθερία της γνώμης, την ελευθερία του τύπου, την αμερόληπτη εφαρμογή του εκλογικού νόμου, ένα οικουμενικό δικαίωμα ψήφου και το δικαίωμα των πολιτικών που ανταγωνίζονται για την εξουσία να αποκτήσουν τους πόρους που χρειάζονται. Σήμερα, οι εκλογές παρέχουν νομιμοποίηση.

Για τον λόγο αυτό, πολλοί απολυταρχικοί ηγέτες προσφέρουν μια «ψευδο-δημοκρατία», αλλά όχι την πραγματική. Οι εκλογές στις χώρες αυτές είναι ένα είδος θεατρικής παράστασης. Όλοι γνωρίζουν ότι ο ηγέτης δεν θα επιτρέψει να ηττηθεί. Ένα τέτοιο καθεστώς δεν είναι απλά λίγο διαφορετικό από μια δημοκρατία: είναι ένα εντελώς διαφορετικό πολίτευμα.

Ιστορικά, ο αριθμός των απολυταρχικών καθεστώτων κορυφώθηκε το 1980 και στη συνέχεια έπεσε απότομα, φτάνοντας στο χαμηλότερο σημείο στα μέσα της περασμένης δεκαετίας. Από τότε, ωστόσο, η δημοκρατία βρίσκεται σε υποχώρηση. Επιπλέον, σημειώνει η καθηγήτρια Φραντς, η απολυταρχία δεν είναι απλά ένα φαινόμενο των αναπτυσσόμενων χωρών, καθώς «πολλές από τις δημοκρατίες που φαίνονται να είναι στα πρόθυρα της μετάβασης στη δικτατορία βρίσκονται στην Ευρώπη».

Έχει επίσης με τον καιρό υπάρξει μια αξιοσημείωτη αλλαγή στη μορφή του απολυταρχισμού. Το κινεζικό κόμμα-κράτος είναι μια εξαίρεση. Ο αριθμός των στρατιωτικών διδακτοριών έχει υποχωρήσει σημαντικά. Αλλά ο αριθμός των ψευδο-δημοκρατικών προσωποπαγών διδακτοριών βρίσκεται σε ανοδική τροχιά.

Στα χαρακτηριστικά των προσωποπαγών διδακτοριών περιλαμβάνονται: ένας στενός κύκλος έμπιστων προσώπων, τοποθέτηση αφοσιωμένων υποστηρικτών σε θέσεις εξουσίας, προώθηση συγγενών, δημιουργία ενός νέου πολιτικού κινήματος, διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για νομιμοποίηση αποφάσεων και δημιουργία νέων δυνάμεων ασφαλείας που είναι πιστές στον ηγέτη.

Ένα χαρακτηριστικό των αυταρχικών ηγετών είναι πως ξεκινούν ως λαϊκιστές. Οι τελευταίοι υποστηρίζουν ότι μόνοι τους αυτοί, μόλις αποκτήσουν υπέρμετρες εξουσίες, μπορούν να λύσουν τα προβλήματα της χώρας. Ισχυρίζονται ότι η παραδοσιακή ελίτ είναι διεφθαρμένη και ανίκανη. Επιμένουν ότι οι πολίτες δεν πρέπει να εμπιστεύονται τους ειδικούς, τους δικαστές και τα μέσα ενημέρωσης. Αντίθετα, οι ψηφοφόροι θα έπρεπε να εμπιστεύονται τη διαίσθηση του ηγέτη, τη ζωντανή ενσάρκωση του λαού. Τα επιχειρήματα αυτά νομιμοποιούν επίσης την καταπίεση «των εχθρών του λαού», καθιστώντας αδύνατη την πραγματική δημοκρατία.

Ο Ροντρίγκο Ντουτέρτε στις Φιλιππίνες ετοιμάζεται να περάσει από τον λαϊκισμό στη δικτατορία, όπως και ο Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία. Η «ανελεύθερη δημοκρατία» του είναι ένας ευφημισμός για τον απολυταρχισμό. Θα μου προκαλούσε έκπληξη αν ο Ζαΐρ Μπολσονάρο δεν ακολουθούσε το μονοπάτι αυτό στη Βραζιλία. Όσον αφορά τον κ. Τραμπ, είναι και αυτός ένας ακροδεξιός λαϊκιστής με απολυταρχικά χαρακτηριστικά. Αλλά περιορίζεται από τους θεσμούς των ΗΠΑ. Ωστόσο, οι θεσμοί είναι τόσο καλοί όσο και οι άνθρωποι που τους εκπροσωπούν. Πολλοί από αυτούς είναι υποκινητές.

Οι απολυταρχίες που βλέπουμε σήμερα έχουν σημαντικές διαφορές με εκείνες των φασιστικών καθεστώτων στην Ιταλία ή τη Γερμανία στις αρχές και στα μέσα του 20ου αιώνα. Απαιτούν συναίνεση περισσότερο από ενθουσιώδη συμμετοχή. Είναι χειριστικές παρά απροκάλυπτα βάναυσες. Όπως υποστηρίζει ο Μάρτιν Γκούριστο βιβλίο η «Εξέγερση του Κοινού και η Κρίση Εξουσίας στη Νέα Χιλιετία», η μετατόπιση αυτή συνδέεται εν μέρει με την πτώση των παραδοσιακών μαζικών μέσων ενημέρωσης.

Τα νέα μέσα ενημέρωσης είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματικά στη διάδοση ενός μόνο προπαγανδιστικού μηνύματος από ότι ήταν τα παλιότερα. Αλλά είναι εκπληκτικά στη διάδοση της αμφιβολίας. Καταστρέφοντας το κύρος των ειδικών, των ελίτ και των «παραδοσιακών μέσων ενημέρωση», τα νέα μέσα ανοίγουν το δρόμο σε πολιτικούς που έχουν ταλέντο στην εκμετάλλευση της δυσαρέσκειας και στην υπονόμευση της ιδέας της αλήθειας.

Τα καλά νέα είναι ότι μέχρι τώρα αυτοί οι μαγεμένοι αυλοί δεν έχουν καταφέρει να οδηγήσουν κάποιες από τις ώριμες και ευημερούσες δημοκρατίες στον απολυταρχισμό. Ο δημοκρατικός μηχανισμός έχει επιβιώσει, όπως απόδειξαν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Εντούτοις, σε πολλές χώρες, οι λαϊκιστές με αυταρχικές τάσεις βρίσκονται μια ανάσα από την εξουσία. Οι αποτυχίες των σημερινών πολιτικών και οικονομικών ελίτ – η αδιαφορία τους για την τύχη μεγάλης μερίδας του πληθυσμού, η απληστία τους και η ανικανότητα τους, όπως φανερώθηκαν από τις αναπάντεχες οικονομικές κρίσεις στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη – είναι μια βασική αιτία πίσω από αυτό.

Κυνικοί πολιτικοί, οι οποίοι μπορούν να ψεύδονται τόσο εύκολα όσο αναπνέουν, προοδεύουν σε πληθυσμούς που είναι ήδη τόσο κυνικοί όσο και αυτοί που άρχουν. Οι υποστηρικτές τους μπορεί να πιστεύουν ή να μην πιστεύουν ότι ο νέος ηγέτης έχει τις απαντήσεις. Αλλά έχουν πειστεί ότι δεν τις έχουν οι παλιοί. Οι δυσκολίες στις οποίες έχει περιέλθει ο Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία δείχνουν πως αυτή η πανίσχυρη δυναμική παραμένει ζωντανή.

Ωστόσο, οι νέες αυτές απολυταρχίες δεν προσφέρουν λύσεις: ο κ. Πούτιν έχει οδηγήσει τη Ρωσία σε μια παρατεταμένη οικονομική κάμψη. Η υπόσχεση του κ. Τραμπ να «κάνει την Αμερική μεγάλη ξανά» είναι μια απάτη. Υπονομεύοντας τους ανεξάρτητους θεσμούς, οι ηγέτες αυτοί θα καταστήσουν στο τέλος τις χώρες τους πιο φτωχές και τον λαό τους λιγότερο ελεύθερο.

Όσοι είναι αρκετά τυχεροί ώστε να ζουν σε ευνομούμενες δημοκρατίες πρέπει να αφοσιωθούν στο να τις κάνουν να λειτουργούν καλύτερα. Τούτο είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Αλλά είναι επίσης και ο μόνος τρόπος για να διασφαλιστεί πως τα πολιτικά συστήματα θα περάσουν άθικτα – ιδανικά και πιο υγιή – στις επόμενες γενιές.

Άνθρωποι του Νταβός προσέξτε: αυτό είναι το καθήκον σας.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

Αγγελος Συρίγος: Τροποποίησαν τα Σκόπια το Προοίμιο;

0
 ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ*  

Από το συλλαλητήριο κατά της συμφωνίας των Πρεσπών, την περασμένη Κυριακή, στην πλατεία Συντάγματος.

Η τροποποίηση του Συντάγματος της ΠΓΔΜ προβλέπεται ρητώς στη συμφωνία των Πρεσπών. Στο άρθρο 1.12 ορίζεται ότι: «Το όνομα και οι ορολογίες όπως αναφέρονται στο Αρθρο 1 της παρούσας Συμφωνίας θα ενσωματωθούν στο Σύνταγμα του Δεύτερου Μέρους… Επιπροσθέτως, το Δεύτερο Μέρος θα προβεί στις κατάλληλες τροποποιήσεις του Προοιμίου, του Αρθρου 3 και του Αρθρου 49…». Οι συνταγματικές τροποποιήσεις είναι ο βασικός τρόπος να διαπιστώσουμε κατά πόσον η άλλη πλευρά προτίθεται πράγματι να αλλάξει σελίδα.

Η ρηματική διακοίνωση που έστειλε η ΠΓΔΜ την προηγούμενη εβδομάδα όμως έχει δημιουργήσει πολλά ερωτήματα ως προς τη συμμόρφωση των Σκοπίων με τη συμφωνία των Πρεσπών. Εχει ήδη αναφερθεί η περίεργη εξαίρεση του άρθρου 36 από την αλλαγή του ονόματος «Βόρεια Μακεδονία». Η ελληνική κυβέρνηση το δικαιολογεί λέγοντας ότι γίνεται για ιστορικούς λόγους. Δεν αναφέρεται όμως κάτι τέτοιο στη ρηματική διακοίνωση της ΠΓΔΜ.

Επίσης μέσα από τη ρηματική διακοίνωση διαπιστώνεται η μονομερής τροποποίηση του χρόνου ενάρξεως ισχύος των συνταγματικών τροποποιήσεων από πλευράς ΠΓΔΜ. Ησαν υποχρεωμένοι να τις εφαρμόσουν πριν ξεκινήσουμε εμείς τη διαδικασία κυρώσεως. Αποφάσισαν ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί μετά την κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών και του πρωτοκόλλου εντάξεως της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ από την ελληνική Βουλή. Προς το παρόν δεν υπάρχει ελληνική αντίδραση.

Το καινούργιο (και πιο σοβαρό) που προκύπτει από τη ρηματική διακοίνωση είναι το ακόλουθο: με την τροποποίηση 33 η ΠΓΔΜ αλλάζει τους όρους «Μακεδονία» και «Δημοκρατία της Μακεδονίας» με τους αντίστοιχους «Βόρεια Μακεδονία» και «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας». Στη σχετική τροποποίηση όμως δεν φαίνεται ότι περιλαμβάνεται και το Προοίμιο της Συντάγματος. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι έχει εξαιρεθεί από την εφαρμογή του ονόματος «Βόρεια Μακεδονία». Εάν είναι ακριβής η συγκεκριμένη υπόθεση, αυτό σημαίνει ότι στο Προοίμιο εξακολουθούν να αναφέρονται πέντε φορές ο όρος «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και δύο φορές ο όρος «Μακεδονία» κατά σαφέστατη παραβίαση της συμφωνίας των Πρεσπών.

Το πρόβλημα αυτό προκύπτει διότι η ελληνική πλευρά δεν έβαλε ως παράρτημα της συμφωνίας των Πρεσπών το ακριβές κείμενο των υποχρεωτικών αλλαγών του Συντάγματος το οποίο θα έπρεπε να ψηφίσει η κυβέρνηση Ζάεφ για να μη δημιουργούνται αυτά τα προβλήματα. Σε μία άλλη συμφωνία γνωστή ως «συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής» το 1998 (υπό εντελώς διαφορετικές πολιτικές συνθήκες) η Βρετανία είχε περιλάβει το ακριβές κείμενο των συνταγματικών τροποποιήσεων στις οποίες υποχρεωνόταν να προβεί η Ιρλανδία, για να μη γίνονται λάθη… Στα Σκόπια φημολογείται ότι η διατήρηση των όρων «Μακεδονία», «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και «μακεδονικό κράτος» στο Προοίμιο και στο άρθρο 36 ήταν το αντάλλαγμα που έδωσε ο Ζάεφ στους 8 βουλευτές του ΒΜΡΟ για να αποκτήσει την πλειοψηφία των 2/3 που απαιτείτο για τις συνταγματικές αλλαγές.

Ετσι όπως αναπαράγεται το Σύνταγμα της ΠΓΔΜ είναι αδύνατον να διαπιστωθεί με απόλυτη βεβαιότητα ποιο είναι το νέο κείμενο του Προοιμίου. Μόνον η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ μπορεί να διαλύσει τις σοβαρότατες υποψίες ότι παραμένουν οι όροι «Μακεδονία» και «Δημοκρατία της Μακεδονίας» αποστέλλοντας το κείμενο που θα ισχύει μετά τις τελευταίες τροποποιήσεις. Αυτό όμως πρέπει να γίνει πριν από την κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών από την ελληνική Βουλή.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

“Καθημερινή”

Οι τέσσερις «σωματοφύλακες»

1

Ραγκούση Πέπη  “Το Βήμα”

Τέσσερις Greek Freaks που επένδυσαν τις φιλοδοξίες τους με σκληρή προσπάθεια, μελέτη, αγώνα, αφοσίωση. Μόνοι τους και από το πουθενά

Constantinos Daskalakis, the X-Window Associate Professor of Electrical Engineering and Computer Science, at MIT in Cambridge, MA. © Bryce Vickmark. All rights reserved. www.vickmark.com 617.448.6758

Ευτυχώς όμως, μέσα σε αυτά τα ίδια χρόνια, γνωρίσαμε τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, θαυμάσαμε τον Κωνσταντίνο Δασκαλάκη, παρακολουθήσαμε την πορεία προς τον θρίαμβο του Γιώργου Λάνθιμου, πανηγυρίσαμε, εσχάτως, με το κατόρθωμα του Στέφανου Τσιτσιπά. Τέσσερις Greek Freaks που επένδυσαν τις φιλοδοξίες τους με σκληρή προσπάθεια, μελέτη, αγώνα, αφοσίωση. Μόνοι τους και από το πουθενά. Χωρίς τις «πλάτες» κάποιου συστήματος. Μόνο με τη σιγουριά τού ότι πριν κάνουν το επόμενο βήμα, το πόδι τους πατούσε γερά στο προηγούμενο. Το δικό τους πόδι. Οχι το πήλινο κάποιας εξουσίας. Αυτή είναι η διαφορά της ουσιαστικής πορείας, ακόμη και όταν δεν είναι ορατή, από την ευκαιριακή εκτόξευση.

Αν ο Γιάννης έλεγε – όταν πουλούσε CD στους δρόμους της Αθήνας και φορούσε εναλλάξ με τον αδελφό του Θανάση το μοναδικό ζευγάρι παπούτσια μπάσκετ που είχαν – ότι θα γινόταν σταρ του ΝΒΑ, θα τον έλεγαν τρελό. Αν ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης, όταν το 1999 τελείωνε το Βαρβάκειο και ετοιμαζόταν για εξετάσεις στο Πολυτεχνείο, έλεγε ότι μέσα σε λιγότερο από είκοσι χρόνια θα ήταν καθηγητής στο ΜΙΤ, θα είχε λύσει τον γρίφο του Νας και θα του είχε απονεμηθεί από τη διεθνή ένωση μαθηματικών το βραβείο Νεβάνλινα που δίνεται κάθε τέσσερα χρόνια, τρελό θα τον έλεγαν. Τρελό θα έλεγαν και τον Γιώργο Λάνθιμο αν πριν από δεκαπέντε χρόνια, όταν πάλευε με τα διαφημιστικά σποτάκια του, όπως το περίφημο «Πουτ δε κοτ ντάουν σλόουλι», ισχυριζόταν ότι στα 45 του η ταινία του θα ήταν υποψήφια για δέκα Οσκαρ. Οσο για τον Στέφανο Τσιτσιπά, το είπε ο ίδιος μετά τη νίκη του επί του Μπαουτίστα: «Ζω αυτό για το οποίο δουλεύω πολύ σκληρά. Είναι συναισθηματική στιγμή, αλλά ξέρω πως έχω δουλέψει πολύ σκληρά για να φτάσω έως εδώ. Με ρώτησαν ποιοι είναι οι στόχοι σου και τους είπα ένα Γκραν Σλαμ. Με θεώρησαν τρελό, αλλά είναι πραγματικότητα».

Τέσσερις σπουδαίοι «τρελοί» κόντρα σε μια γενιά που, σε πολλές περιπτώσεις, κλαίγεται για χαμένες ευκαιρίες, πίσω από κλειστές πόρτες που περιμένει να ανοίξουν από μόνες τους ή με δανεικά και κομματικά κλειδιά. Τέσσερις «τρελοί» που στην αρένα του Διαδικτύου στοχοποιήθηκαν από τη μιζέρια του «μικρού» που νομίζει ότι βρίζοντας τον «μεγάλο» ο «μεγάλος» θα μικρύνει και, έτσι, ο ίδιος θα φαίνεται μεγαλύτερος. «Γιατί τυλίγεται με την ελληνική σημαία ο Αντετοκούνμπο;». «Και ποιος είναι ο Δασκαλάκης;». «Σιγά τις ταινίες του Λάνθιμου. Ας έμενε στις διαφημίσεις». «Ελα, μωρέ, με τον Τσιτσιπά που ποστάρει αρχαία ρητά». Και ένα υψωμένο δάχτυλο, έτοιμο να νουθετήσει όποιον τολμήσει να νιώσει εθνικά υπερήφανος γι’ αυτά τα παιδιά. Ζούμε μια εποχή όπου, όπως έγραψε και ο Δημήτρης Λιγνάδης, οι λέξεις «πατρίδα» και «ιστορία» θεωρούνται ξεπερασμένες και ανασταλτικές της εξέλιξης. Ή, ακόμη χειρότερα, λούμπεν και γραφικές. Οπως μου το είπε εξάλλου νεαρή δικηγόρος όταν την παρέπεμψα στον Θουκυδίδη. «Οχι, δεν πρόκειται να διαβάσω Θουκυδίδη. Δεν είμαι ιστορικός».

Αυτοί οι υπέροχοι Ελληνες μεγαλουργούν στον αθλητισμό, στην τέχνη και στην επιστήμη. Αθλητισμός, τέχνη και επιστήμη, έστω και με τη μορφή της φιλοσοφίας,  ήταν οι τρεις άξονες πάνω στους οποίους στηριζόταν η αρχαία κλασική ελληνική παιδεία. Η οποία δεν θεωρούνταν πλήρης αν έλειπε ένα από αυτά. Εστω λοιπόν και αν δεν μπορούμε να είμαστε περήφανοι για κάτι που δεν είναι δικός μας άθλος, δικαιούμαστε να είμαστε αισιόδοξοι γι’ αυτούς τους τέσσερις. Και να τους φανταζόμαστε σαν τέσσερις σωματοφύλακες (και οι περίφημοι τρεις του Δουμά τέσσερις ήταν εξάλλου), σαν τέσσερις φρουρούς που φυλάνε τους πυλώνες κάποιου κατασπιλωμένου και παραχαραγμένου ζωτικού ιδεώδους. Θυμάμαι στον τελικό του Πανευρωπαϊκού Κυπέλλου το 2004 – και ενόψει Ολυμπιακών Αγώνων – τον έλληνα εκφωνητή να φωνάζει μέσα στο Ντα Λουζ ότι αυτό είναι το καλοκαίρι της Ελλάδας. Τώρα, μέσα σε έναν μακρύ ελληνικό χειμώνα, ο Γιάννης, ο Κωνσταντίνος, ο Γιώργος και ο Στέφανος μας φέρνουν μια απρόσμενη ελληνική άνοιξη που τόσο την έχουμε ανάγκη. Και γι’ αυτό, μόνο να τους ευχαριστήσουμε μπορούμε.

“Το Βήμα”

 
1 από 3

Η Συμφωνία των Πρεσπών σημαίνει δημιουργία εθνικής μειονότητας στην Ελλάδα

4

του Παναγιώτη Μπαλακτάρη, Δικηγόρου Αθηνών.

Είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθεί ο μέσος πολίτης τι ακριβώς συμβαίνει με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Οι κραυγές και η φασαρία δεν βοηθούν. Τα ψύχραιμα και νηφάλια επιχειρήματα που εμπεριστατωμένα πρέπει να διατυπώνονται λείπουν. Έτσι, καθίσταται ομοίως δύσκολη η επεξήγηση των διατάξεων της συμφωνίας σε μεγάλη μερίδα των πολιτών, οι οποίοι έχουν παραπλανηθεί από τους επώνυμους υποστηρικτές της. Συγχρόνως, πολίτες που επιθυμούν να κρίνουν αντικειμενικά τη συμφωνία απωθούνται από τον σαματά. Ο προβληματικός δημόσιος διάλογος, βέβαια, δεν εντοπίζεται μόνο στο Σκοπιανό. Παρατηρείται σε όλα τα μείζονα ζητήματα. Από την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ έως τα Μνημόνια και από τη συνταγματική αναθεώρηση έως το Σκοπιανό. Είναι κρίμα, διότι η Συμφωνία των Πρεσπών έχει τόσα πολλά αρνητικά σημεία που την καθιστούν καταστροφική για τη χώρα μας και αυτά πρέπει να αναδειχθούν.

Η διαπραγμάτευση που κατέληξε στο κείμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών ήταν κακή. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε αντιδημοκρατική. Αντί της ευρείας συναίνεσης στο Κοινοβούλιο και στην κοινωνία, προτιμήθηκε το βραχυπρόθεσμο κομματικό συμφέρον της κυβέρνησης. Επομένως, αφού ο μηχανισμός των διαπραγματεύσεων ήταν ελαττωματικός, το αποτέλεσμά τους θα ήταν (και είναι) εκτρωματικό. Η αναγνώριση της «μακεδονικής» γλώσσας και ιδίως της ανύπαρκτης «μακεδονικής» ταυτότητας αποτελεί τεράστια εθνική υποχώρηση που ισοδυναμεί με συνθηκολόγηση μετά από ήττα σε πόλεμο. Στον βωμό του ονόματος η κυβέρνηση θυσίασε την Ιστορία και την ψυχή της Μακεδονίας. Έδωσε τα πάντα για να μην πάρει τίποτε. Παράδειγμα προς αποφυγή στην διεθνή διπλωματία.

Το βασικότερο είναι η δημιουργία εθνικής μειονότητας εντός της ελληνικής επικράτειας. Η χώρα μας μέχρι τώρα έχει μόνο μία μειονότητα και αυτή είναι θρησκευτική. Η μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη (στον νομό Έβρου, στο νομό Ξάνθης και κυρίως στο νομό Ροδόπης). Τα όσα προκαλεί η Τουρκία που επιχειρεί να εργαλειοποιήσει τη θρησκευτική μειονότητα θα περίμενε κάποιος να μας έχουν διδάξει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Αμ δε.

Δειλά αλλά σταθερά, εδώ και πολύ καιρό, φυσικά και νομικά πρόσωπα στη Μακεδονία επιδίωκαν την εξωτερίκευση των ευσεβών τους πόθων. Από τη μία το χαλκευμένο αλφαβητάρι, από την άλλη η εκμάθηση «μακεδονικής» γλώσσας. Έως τώρα υπήρχαν στο Διαδίκτυο κάποιοι που διαφήμιζαν την διδασκαλία της γλώσσας με κόστος 10€ την ώρα. Αύριο, 1 λεπτό μετά την ψήφιση της καταστροφικής συμφωνίας από την ελληνική Βουλή θα ξεπηδούν σαν μανιτάρια φροντιστήρια ξένων γλωσσών με κύριο εμπόρευμα τη «μακεδονική» γλώσσα. Και σε αυτά το ελληνικό κράτος δεν θα μπορεί να αντιταχθεί, διότι θα εδράζονται στη συμφωνία που θα έχει ψηφίσει.

Όπως είναι ευνόητο, τη γλώσσα και την εθνότητα τις συνοδεύουν – ή μάλλον τις προστατεύουν – δικαιώματα. Αυτά της μειονότητας. Συνεπώς, λίγο μετά την ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών απόψε θα γίνουμε θεατές εικόνων που θα σημάνουν την πρόκληση τραύματος στα νώτα της χώρας μας. Έλληνες πολίτες που κατοικούν στη Μακεδονία και θέλουν να εξυπηρετήσουν άλλους σκοπούς θα ζητήσουν να αναγνωριστούν ως εθνική μειονότητα. Η Ελλάδα όσο και να αγωνιστεί στο τέλος θα υποκύψει και θα αναγκαστεί από τη διεθνή έννομη τάξη να το αποδεχτεί.

Αν δεν το θεωρείτε σημαντικό, αναλογιστείτε τι ζει η Τουρκία από την ύπαρξη εκατομμυρίων Κούρδων στο έδαφός της. Πόσα και τι είδους προβλήματα σχετιζόμενα με το κουρδικό την καθηλώνουν. Αναρωτηθείτε επίσης αν δεν είχε η Τουρκία αυτό το αγκάθι στα πλευρά της, αν θα ήταν τόσο επιφυλακτική με εμάς.

Η Ελλάδα είχε φροντίσει από τότε που έγινε ανεξάρτητο κράτος να ασκεί αποτελεσματική διπλωματία για την αποτροπή δημιουργίας εθνικής μειονότητας στα εδάφη της. Ο προσεκτικός χειρισμός των μουσουλμάνων συμπολιτών μας στη Θράκη αυτό διδάσκει. Σφάλματα είχαν γίνει και μάλιστα πολλά. Αλλά δεν ήταν ανεπανόρθωτα.

Τώρα, με τη Συμφωνία των Πρεσπών, η Ελλάδα χωρίς να κερδίζει κάτι, τα παραχωρεί όλα. Η κυβέρνησή της δεν διαπραγματεύθηκε, παραδόθηκε. Με τις ευλογίες μας τίθενται οι βάσεις για τη δημιουργία εθνικής μειονότητας, η οποία θα είναι εκδικητική και διεκδικητική. Το μέλλον δεν προμηνύεται ευοίωνο. Ζούμε σε δύσκολους καιρούς και αγγίζουμε το σημείο χωρίς επιστροφή. Δε μας λείπει το πάθος για επιβίωση, αλλά αυτό για ελευθερία.

Γιατί το Ζήτημα των Σκοπίων δεν έχει λυθεί.

0

Ο Λαός, μόνος εγγυητής και τελικός κριτής.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ 13ο τευχ. Του περιοδικού «e-Διαυλος»

του Ελευθερίου Τζιόλα

 Όσοι θεωρούν ότι το Ζήτημα των Σκοπίων έχει λυθεί με τη συμφωνία των Πρεσπών αυταπατώνται.
Ένα Εθνικό Θέμα ή αντιμετωπίζεται ως Εθνικό, δηλαδή ως θέμα του συνόλου του Ελληνικού Λαού και των εκπροσώπων του μέσα από μια αντίστοιχη διαδικασία, πραγματικά ενωτική, γενναία, δημοκρατική, ή, κάθε άλλη τακτική συγκολλήσεων, πολιτικών προσαρτήσεων, παρασκηνιακών τακτοποιήσεων βεβαιώνει, μέσα στην αγχωτική της λαθροβίωση, για την αδυναμία, το αδιέξοδο και τη ματαιότητά της.
Δεν τιμά το ελληνικό Κοινοβούλιο, δεν τιμά καμία ελληνική Κυβέρνηση, δεν τιμά κανένα Πολιτειακό θεσμό μια εικόνα αγχωτικής, οριακής υπέρβασης των ”150” για μια συμφωνία, για την οποία ο Ελληνικός Λαός δεν έχει ερωτηθεί, ούτε και αποτολμάται να ερωτηθεί. Και, πάντως, η θέση του επί 27 χρόνια είναι πεισματικά αντίθετη από αυτήν που επίσημα προωθείται.
Ούτε μπορεί ένα εθνικό Θέμα να κρίνεται με την οριακή, και από πολλές πλευρές προβληματική και αμφιλεγόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 151, χωρίς καμία, απολύτως καμία, προηγούμενη συνεννόηση σ΄ επίπεδο Εθνικού Συμβουλίου υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όταν μάλιστα, από το 1992 υπάρχει απόφαση των πολιτικών αρχηγών υπό τον τότε ΠτΔ, Κ.Καραμανλή (Α.Παπανδρέου,  Κ.Μητσοτάκης, Μ.Δαμανάκη -Συνασπισμός) με ρητή, καθαρή δέσμευση : «Ούτε Μακέδονία, ούτε παράγωγά της», η οποία, σε αυτό το επίπεδο ουδέποτε έχει επαναξιολογηθεί και δεν έχει μεταβληθεί. Ακόμα, και πέραν αυτού, η θεμελιώδης εθνική υπευθυνότητα, αλλά και η συνταγματική πρόβλεψη – κατεύθυνση επιλέγει τους 180 βουλευτές, ως κοινοβουλευτική στήριξη σε μείζονος εθνικής σημασίας θέματα. Επομένως, στη Βουλή 180 και όχι 150 +. Και στο Λαό 50% + , που μπορεί να διαπιστωθεί μόνο με Δημοψήφισμα. Αυτές και μόνο αυτές είναι οι συνταγματικά, πολιτικά και δημοκρατικά διαδικασίες για Απόφαση στο Εθνικό Θέμα.

Σε κάθε περίπτωση, τα ζητήματα που θα αναφερθούν παρακάτω είναι κρίσιμα, έχουν διαχρονικό χαρακτήρα, δεν επιλύθηκαν (και η Συμφωνία των Πρεσπών τα επιβαρύνει αρνητικά για την Ελληνική πλευρά), επανέρχονται και θα επανέλθουν και πρέπει πλήρως να ξεκαθαρισθούν.
Διευκρινίζουμε, λοιπόν.

 

1ο. Σκόπια : η λάθος λογική για το μέγεθος τους και η στρατηγική αναδιανομών των κυρίαρχων Κέντρων.
…………………………………………………………………………………….
…………..
Όσοι υποτιμούν τα Σκόπια λέγοντας ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε ένα μικρό κράτος, ότι δεν μπορεί να αποτελεί ‘‘απειλή” για την Ελλάδα, παραγνωρίζουν την τάση των αδύναμων κρατών να μετατρέπονται σε όργανα στα χέρια κρατών ισχυρότερων που θέλουν να προκαλέσουν ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις.
Και ότι, επίσης, σε ένα πιθανό περιβάλλον αναταράξεων οι χρόνιοι, ενεργοί, μη ακυρωμένοι αλυτρωτισμοί/ επεκτατισμοί, μέσα από καιροσκοπικές “συμμαχίες” ισχυρών κέντρων μπορούν να επιφέρουν ρήγματα και να επηρεάσουν καθοριστικά τα κύρια εθνικά μέτωπα.
Είναι, επίσης, σημαντικό να κατανοηθούν οι λόγοι και οι σκοπιμότητες που το τιτοϊκό μεταπολεμικό κατασκεύασμα, κυριολεκτικά σταλινικής έμπνευσης, δεν ακυρώθηκε με την λήξη της ψυχροπολεμικής περιόδου, τουλάχιστο ως προς τα αλυτρωτικά/ αναθεωρητικά του στοιχεία, αλλά κρατήθηκε, υποστηρίχθηκε και αναγνωρίσθηκε. Ο αλυτρωτισμός του, συνώνυμος σε βάθος χρόνου με σχέδια σφαιρών επιρροής και αλλαγής συνόρων πέρασε σταδιακά από το πλαίσιο του Τίτο, στο πλαίσιο (και τα ενδεχόμενα ή προκύπτοντα πλάνα) των ισχυρών Δυτικών Κέντρων.
Κρίσιμο σημείο, το οποίο έχει διαφύγει από την οπτική της ελληνικής εθνικής πολιτικής, κάτω και από τις πιέσεις, αλλά και τα όποια δελεαστικά του Δυτικού παράγοντα.
Ενώ, θα έπρεπε να αποτελέσει σημείο συζήτησης για την ξεκάθαρη αλλαγή στάσης των Δυτικών έναντι του «μακεδονικού αλυτρωτισμού» και πίεση των Σκοπίων για τη ριζική, πρακτική ακύρωση του, ως πρωταρχικό όρο για να προχωρήσει οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.
Αν ο Μάθιου Νίμιτς, ως διαμεσολαβητής του ΟΗΕ, είχε ΕΝΑ καθήκον, το οποίο η ελληνική πλευρά όφειλε να θέσει, εξαρχής, αυτό ήταν το παραπάνω ( = η ακύρωση του «μακεδονικού αλυτρωτισμού»), ως θεμελιώδης όρος για τον σεβασμό των συνόρων, την ασφάλεια και την σταθερότητα στην περιοχή, και όχι η αναζήτηση ενός ονοματολογικού καμουφλάζ για τον αλυτρωτισμό.

 

2ο. Το μέτωπο με την Τουρκία : το λάθος μήνυμα της Συμφωνίας των Πρεσπών.
……………………………………………………………………………………………….

Διατυπώνεται η θέση ότι : η Ελλάδα έχει συμφέρον να μην έχει κανένα άλλο μέτωπο ανοικτό, παρά μόνο το ‘‘προς ανατολάς μέτωπο’’ (με την Τουρκία).
Μία κακή λύση, όμως, στο Ζήτημα των Σκοπίων, λειτουργεί αντιστρόφως. Ενισχύει την εντύπωση και τις σκέψεις της Άγκυρας ότι αφού η Αθήνα κάνει υποχωρήσεις σε απαιτήσεις των αδύναμων Σκοπίων, αν πιεσθεί ασφυκτικά θα υποχωρήσει πολύ περισσότερο έναντι των απαιτήσεων της ισχυρότερης Τουρκίας. Αυτή εξάλλου είναι γραμμή της αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης, την οποία στην Αθήνα έχουν ήδη βαφτίσει ‘‘Εκσυγχρονισμό της Λωζάννης’’ !

 

3ο. Η διαπραγμάτευση εθνικών Ζητημάτων δεν είναι ”παζάρι”.
……………………………………………………………………………………
………
Είναι διαδεδομένη η άποψη ότι διαπραγμάτευση σημαίνει συμβιβασμός κι ένα είδος συναλλαγής (‘‘παίρνεις και δίνεις’’). Είναι κρίσιμο, όμως, να εννοηθεί ότι η διαπραγμάτευση για την Ελλάδα ξεκινάει από μία θέση αρχής : πως οτιδήποτε αμφισβητεί, οτιδήποτε επιζητά δικαιώματα πάνω την Ελληνική Εθνική Οντότητα δεν μπορεί να γίνει και δεν θα γίνει δεκτό.
Δεν μπορεί να υιοθετείται η δήθεν διαπραγματευτική θέση, που αποτέλεσε θέση της ελληνικής κυβέρνησης: ‘‘θα πάρω το erga omnes και θα δώσω την «μακεδονική ταυτότητα»’’.
‘‘Μακεδονική ταυτότητα’’ που αποτελεί συστατικό στοιχείο του ‘‘Μακεδονισμού’’, δηλαδή της προσβολής της Ελληνικής (Ελλαδικής) Οντότητας, του αλυτρωτικού επεκτατισμού των Σκοπίων.
Επίσης, το γεγονός ότι είχε δημιουργηθεί ένα αρνητικό προηγούμενο σε πολιτικό επίπεδο από τον τρόπο που κυρίως οι κυβερνήσεις της ‘‘Ν.Δ.’’ διαχειρίσθηκαν το
Ζήτημα, καθώς και το γεγονός ότι διεθνώς αρκετοί μιλούσαν για «Μακεδονία» και «Μακεδόνες», δεν σημαίνει ότι το Θέμα είχε τελειώσει.
Θεσμικό τετελεσμένο δεν υπήρχε.
Υπογραφές δεν είχαν μπεί !
Και ακόμα και εκείνοι που μιλούσαν για «Μακεδονία» και «Μακεδόνες» ήξεραν και έδειχναν την Ελλάδα ως το κλειδί στο Ζήτημα αυτό.
Η προσωρινότητα και η εξουθενωτική απομόνωση του fYROM (ως ονομάσια και οντότητα) αποτελούσε το περιβάλλον πιεστικής ωρίμανσης των ηγεσιών των Σκποπίων.
Η Ελλάδα κρατούσε στα χέρια της το κλειδί, γιατί όλοι τους γνώριζαν –και γνωρίζουν- ότι το Όρθο και το Δίκιο της ανήκει.
Η Ελληνική κυβέρνηση, κάθε ελληνική κυβέρνηση, θα μπορούσε να διαπραγματευθεί από μηδενική βάση. Η Ελλάδα θα μπορούσε να διαπραγματευθεί μία καλύτερη λύση και εν πάση περιπτώσει να αφήσει τα Σκόπια στη διπλωματική μέγγενη μέχρι να αποδεχθούν αυτό που πραγματικά αντιπροσωπεύουν στην περιοχή (κι όχι τη ”Μακεδονία”, ή μέρος της (”Βόρεια Μακεδονία”), για να διεκδικούν το υπόλοιπό της, ώστε να δημιουργηθεί η ”Ενωμένη- Ενιαία Μακεδονία”).

 

4ο. Εθνότητα, Ταυτότητα, Ιθαγένεια, Γλώσσα : τα σκληρά στοιχεία του αλυτρωτισμού – επεκτατισμού.
…………………………………………………………………………………………………..
Διατυπώνεται η άποψη ότι το «Μακεδόνας/πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας» είναι προτιμότερο από το σκέτο «Μακεδόνας» που αναγραφόταν μέχρι τώρα στα διαβατήρια των γειτόνων μας.
Η λογική αυτή εκκινεί από μία σύγκριση: τί ίσχυε πριν τη συμφωνία και τί θα ισχύσει μετά την εφαρμογή της. Η σύγκριση αυτή είναι παραπλανητική, γιατί παρακάμπτει την κρίσιμη ειδοποιό διαφορά : αυτό που ίσχυε μέχρι τώρα δεν είχε την σφραγίδα της Ελλάδας, ενώ αυτό θα ισχύσει μετά την εφαρμογή της συμφωνίας θα την έχει, θα έχει την υπογραφή της Ελλάδας.
Αν ακολουθήσουμε αυτή τη λογική, ακόμα και εάν είχαμε συμφωνήσει στο όνομα «Μακεδονία-Σκόπια» μόνο για διεθνή χρήση και πάλι θα έπρεπε να είμαστε ευχαριστημένοι (!), επειδή συγκριτικά είναι καλύτερο από το σκέτο «Μακεδονία»!
Ο συνειρμός που θα κάνουν τρίτοι, όσο θα υπάρχουν ‘’Βόρεια Μακεδονία’’ και ‘‘Μακεδόνες’’, είναι ότι υπάρχει και μία Νότια Μακεδονία με Μακεδόνες. Δηλαδή, εμμέσως, πλην σαφώς και καθαρά, επικυρώνεται το ιδεολόγημα της «διαμελισμένης μακεδονικής πατρίδας» (και, συνεπώς, το δίκαιο της ενοποίησής της, δηλαδή, γίνεται αποδεκτή η βάση προώθησης του αλυτρωτισμού – επεκτατισμού).
Εξάλλου, παντού στον κόσμο η ιθαγένεια ορίζεται από το όνομα του κράτους. Με βάση αυτό τον κανόνα έπρεπε οι πολίτες της ‘‘Βόρειας Μακεδονίας’’, όπως ονομάσανε τη fYROM, να ονομάζονται Βορειομακεδόνες και όχι «Μακεδόνες». Η ιθαγένεια είναι η νομική σχέση του πολίτη με το κράτος στο οποίο ανήκει. Δεν έχει σχέση με τη συνείδηση του ατόμου. Ο Z. Ζάεφ και ο Ν. Ντιμιτρόφ επέμειναν να διατηρήσουν το όνομα «Μακεδόνες», επειδή ακριβώς θέλουν να κρατήσουν ζωντανό το εθνικό ιδεολόγημά τους, τον ‘‘Μακεδονισμό’’. Γιατί, όμως, Α. Τσίπρας και Ν. Κοτζιάς παραβίασαν τον διεθνή κανόνα (ότι η ιθαγένεια καθορίζεται από το όνομα του κράτους) ; Γιατί ενώ ισχυρίζονται ότι απαλείφουν τον αλυτρωτισμό -επεκτατισμό, επικύρωσαν τον πυρήνα του;
Παραπέρα, η αναγνώριση εθνότητας και γλώσσας μακεδονικής από την Ελλάδα, προσδίδει κύρος, επιβεβαιώνει και παραχωρεί τη βάση για ΜΗ Ελληνικό, αυθύπαρκτο Μακεδονικό έθνος. ‘‘Μακεδονικό έθνος’’ που, σύμφωνα με τα Σκόπια, πρέπει να ολοκληρωθεί με τη δημιουργία ενιαίου κράτους -έθνους, με την ενοποίηση της ‘‘διαμελισμένης, σήμερα, Μακεδονίας’’, όπου τα δύο μέρη της (Μακεδονία του Αιγαίου και Μακεδονία του Πιρίν) βρίσκονται υπό κατοχή (ελληνική, βουλγάρικη, αντίστοιχα). Αποστολή την οποία υπηρετεί, σύμφωνα με την πάγια κρατική στρατηγική τους, το ελεύθερο τμήμα του ‘‘Μακεδονικού έθνους’’ (δηλαδή τα Σκόπια). Αυτή, με δυο λόγια, είναι η πολιτική στρατηγική του ‘‘μακεδονισμού’’, του αλυτρωτισμού/επεκτατισμού των Σκοπίων.
Επιπλέον, η ελληνική επικύρωση μακεδονικής γλώσσας και μακεδονικής εθνικότητας – κι ας μην εκπλαγεί κανείς – ανοίγει τον δρόμο για την νόμιμη (με βάση, με επίκληση της συγκεκριμένης Συμφωνίας) διεκδίκηση και ίδρυση ΄΄Στέγης Μακεδονικού Πολιτισμού΄΄ (με ό,τι αυτό σημαίνει και συνεπάγεται), όχι μόνο στη Φλώρινα και το Αμύνταιο, αλλά και στην Έδεσσα, την Αριδαία, την Καστοριά, το Κιλκίς, τη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, παντού επί της ελληνικής επικράτειας !

 

5ο. Αυτοπροσδιορισμός : ασύμβατος και απορριπτέος όταν συνιστά απειλή.
…………………………………………………………………………………………………..
Το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού επανέρχεται με έναν χονδροειδή τρόπο.
Πρώτ΄ απ΄ όλα στο διεθνές δίκαιο το δικαίωμα αυτό είναι ατομικό. Αφορά το δικαίωμα του κάθε ατόμου να ορίζει ποια είναι η εθνική του συνείδηση.
Δεν σημαίνει ότι ένας λαός, ή μια κοινωνική πληθυσμιακή οντότητα μπορεί να επιλέγει χωρίς περιορισμούς όποιο όνομα θέλει για τον εαυτό του, για το κράτος, και τη γλώσσα του, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα ζητήματα αμφισβήτησης, αντιπαράθεσης, προσβολής που μπορεί να δημιουργεί.
Επειδή η ονομασία ενός κράτους και ενός έθνους συμπυκνώνει την ταυτότητά του, η ελευθερία επιλογής ονόματος σταματάει εκεί, που αρχίζει να θίγει άλλους, να συγκρούεται με άλλους, όπως ακριβώς συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση (των Σκοπίων έναντι της Ελλάδος).
Εάν ίσχυε το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, όπως κάποιοι από τον κυβερνητικό χώρο εξακολουθούν να υποστηρίζουν, γιατί οι Α. Τσίπρας και Ν. Κοτζιάς απαίτησαν από τους γείτονες να αλλάξουν το όνομα του κράτους τους; Θα έπρεπε, θα μπορούσαν να αποδεχθούν το σκέτο ”Μακεδονία” (πράγμα που, δυστυχώς, αποτελούσε επίσημη παλιότερη θέση οργανωμένων μερών αυτού του πολιτικού χώρου). Όπως επίσης θα έπρεπε, θα μπορούσαν να αποδεχθούν ότι και η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης είναι τουρκική (όπως αυτοπροβάλλεται από τις υποκινούμενες από το τούρκικο προξενείο ομάδες) !…

 

 

6ο. Ο Πατριωτισμός δεν είναι εθνικισμός, η Δημοκρατία δεν είναι εξουσιολαγνεία. 

………………………………………………………………………………………..………..
Όσοι έχουν πραγματική γνώση της Ιστορίας και κουβαλούν μέσα τους τη Μνήμη του Έθνους μπορούν να κάνουν τη σύγκριση και να διαπιστώσουν τόσο τις επιδιώξεις και τις προκλήσεις, όσο, κυρίως, την αγωνιστική ένταση, το βαθύ λαϊκό χαρακτήρα και το πάθος, το πατριωτικό και δημοκρατικό φρόνημα του ΄60 – ’65 για την Κύπρο και το Κυπριακό και τα παρόμοια αντίστοιχα στις σημερινές συνθήκες για την Μακεδονία και το ”Μακεδονικό”. Ακόμη, ως συνεπαγώμενο παράγωγό τους : την τότε και την τωρινή ρευστοποίηση και αναδιαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού και των δυνάμεων του, με αιτία το Εθνικό Ζήτημα και με πυροδότηση της αλυσίδας των εξελίξεων από επιλογές υποχώρησης πίσω από την κόκκινη γραμμή που η λαϊκή συνείδηση είχε θέσει και υποστήριζε. Τότε, με εξελίξεις που γνωρίζουμε, καθώς και την τραγική τους κατάληξη (1967 -Ελλδα, 1974 -Κύπρος). Και, σήμερα, με ρευστοποίηση, αλλά και ανοιχτά τα μέτωπα και πιεστικά τα στοιχημάτα, για το Τώρα και το Αύριο, άμεσο και απώτερο.
Με ευτελισμό πολιτικών παραγόντων και μικρομεσαίων κομμάτων, και των θεσμικών νομιμοποιητικών λειτουργιών. Χαρακτηριστική η περίπτωση Π.Καμμένου, που αντάλαξε έξι μήνες κυβερνητικής εξουσίας με την αποδοχή της υπόγραφης της Συμφωνίας, τον Ιούνιο 2018, μέχρι τον Ιανουάριο 2019. Κι αφού τυχοδιωκτικά πόνταρε το δικό του εθνικό καθήκον να το αναλάβει το εκλογικό σώμα των Σκοπίων με το ‘’όχι’’ στο δικό τους δημοφήφισμα, ώστε να μην προχωρήσει η Συμφωνία, γλιτώνοντας ο ίδιος, έφτασε να χάσει το κερματισμένο κόμμα του και πλέον να γελοιοποιείται σε ανούσιους, θλιβερούς θεατρινισμούς.
Περί τα Εθνικά Ζητήματα αναδεικνύονται στη Χώρα μας, οι μείζονες, οι βαθύτερες αντιθέσεις, που διαπερνούν οριζόντια τον πολιτικό χάρτη, συνταράσσοντας την επικράτεια, αναζητώντας Έκφραση, Εκπροσώπηση και Δικαίωση.
Το διαίτερο, κεντρικό αυτό χαρακτηριστικό της Έλλάδας, σχετίζεται με την ιδιοσυστασία της, με την διαδρομή των εθνικών-λαϊκών αγώνων για την ολοκλήρωσή της, με τις ανοιχτές πληγές και τις μύχιες διαθέσεις δικαίωσης στο σώμα του Ελληνισμού στην κοντινή περιφέρειά της (Κύπρος, Αλβανία/Β.Ήπειρος, fYROM/ Ελληνική Μακεδονία, Πόντος-Μικρασία- Κωνσταντινούπολη/ Ξεριζωμός, αλλά και πιο πέρα), καθώς, επίσης και με τις συνεχιζόμενες απειλές υψηλής ή χαμηλής έντασης πάνω στο ”Σώμα του Έθνους” (γεωγραφικό, πολιτισμικό, ιστορικό, παραγωγικό).
Το Εθνικό Ζήτημα, συγκεκριμένα κάθε φορά, συνυφαίνεται με το Κοινωνικό, αλλά προβάλει εντονότερο σε στιγμές προκλήσεων και επικαθορίζει το Κοινωνικό, χωρίς όμως το οποίο (δηλαδή, το Κοινωνικό) χάνει το δυναμισμό του και το αναγκαίο πρόσθετο βάθος.
Ο Λαός, η πλειοψηφική κοινωνική συμμαχία, ως η δύναμη με τις λιγότερες εξαρτήσεις αλλά και ως φορέας αντίληψης για αυθεντικές λύσεις χωρίς εξαρτήσεις,
Ο Λαός, με την πλέον γνήσια και ευθεία στάση και με το πολλαπλά βεβαιωμένο ψυχικό πάθος,
Ο Λαός, η κοινωνική πλειοψηφία, λόγω αυτών των γνωρισμάτων και του Ήθους του, απέδειξε ιστορικά, και δείχνει διαχρονικά ότι με την ανάλογη Ηγεσία είναι ο αληθινός Μαχητής, η αναντικατάστατη Απελευθερωτική Δύναμη, η πραγματική Ελπίδα !

 

7ο. Η συντριπτική πλειοψηφία του Ελληνικού Λαού.
Το Δημοψήφισμα.
………………………………………………………………………………..

Υπάρχουν ορισμένοι που μιλούν για ευαισθησία στο Ζήτημα εντοπισμένη αποκλειστικά στη Βόρεια Ελλάδα. Επιθυμούν, μάλλον, να κρύψουν δική τους αδράνεια/χαλαρότητα, ή/ και χαμηλό αίσθημα ευθύνης, χωρίς να συνειδητοποιούν τα επερχόμενα χειρότερα.
Υπάρχουν ασφαλώς περιοχές στη Β. Ελλάδα με ποσοστά 85% (όχι, στη χρήση του όρου Μακεδονία), 75% (όχι, στη Συμφωνία), ωστόσο συνολικά η θέληση του Ελληνικού Λαού είναι στο Ζήτημα συντριπτική !
Συνολικά ο Ελληνικό Λαός, όπως έχει δείξει και με τις πρωτοφανείς συνεχείς κινητοποιήσεις του, παρά το μιντιακό προπαγανδιστικό ορυμαγδό, τώρα, αλλά και τα τελευταία 27 χρόνια, έχει βαθειά συναίσθηση, στέκεται ανυποχώρητος και ενωμένος.
Αυτή είναι η βάση για κάθε θετική Πρόταση-Λύση.
Χωρίς αυτή δεν υπάρχει στήριξη, δεν υπάρχει βάση, δεν υπάρχει Λύση.
Αν ούτε οι κινητοποιήσεις του Λαού, ούτε οι αποφάσεις των Φορέων του, ούτε οι δημοσκοπήσεις, ούτε οι καθημερινές αντιδράσεις του, δεν λένε τίποτα για τους κυβερνώντες.
Ας δοθεί απευθείας ο λόγος στο Λαό.
Ιδιαίτερα οι δημοκράτες στις Δημοκρατίες δεν φοβούνται να προσφύγουν στο Λαό, να έχουν τη γνώμη και τις αποφάσεις του.
Ας κάνουν, λοιπόν, ως δημοκράτες, αυτό που και επίμονα έχει ζητηθεί : Δημοψήφισμα.

Κι αν δεν κάνουν ούτε κι αυτό, το στοιχειώδες, που τόλμησαν ακόμα κι οι γείτονες.
Τότε, δεν μπορούν να μην ακούσουν, – μετά από τις δεκάδες συγκεντρώσεις σ΄ όλη την Ελλάδα, επί ένα (1) χρόνο – , τις εκατοντάδες χιλιάδες του Συλλαλητηρίου της Αθήνας, την Κυριασκή , 20 Ιανουαρίου 2019.

Θεσσαλονίκη, 16  Ιανουαρίου 2019.

 

—- * —-

Η ιστορία για τη «μακεδονική μειονότητα», τα δικαστήρια και το «Ουράνιο Τόξο»

0

Η ιστορία ξεκινά το 1990 όταν 55 Έλληνες πολίτες από τη Φλώρινα, που αυτοπροσδιορίζονται ως έχοντες «μακεδονική εθνική συνείδηση» και μιλούν τη γλώσσα, αποφάσισαν ένα μη κερδοσκοπικό σωματείο

H πινακιδα για την οποια εγιναν τα επεισοδια στο Ουρανιο Τοξο το 1995

Το θέμα της ύπαρξης ή μη μακεδονικής εθνοτικής ταυτότητας και μιας εν Ελλάδι μειονότητας που αυτοπροσδιορίζεται σε αυτή, δεν προέκυψε, ως πραγματικό ζήτημα, με αφορμή την συμφωνία των Πρεσπών και τις δηλώσεις του Ζόραν Ζάεφ που προκαλούν αναστάτωση στην αντιπολίτευση. Είναι είναι θέμα που κάτα κάποιο τρόπο απασχολεί τα δικαστήρια, ελληνικά και ευρωπαϊκά σχεδόν 30 χρόνια, με την υπόθεση της Στέγης Μακεδονικού Πολιτισμού.

Η ιστορία ξεκινά το 1990 όταν 55 Έλληνες πολίτες από τη Φλώρινα, που αυτοπροσδιορίζονται ως έχοντες «μακεδονική εθνική συνείδηση» και μιλούν τη γλώσσα, αποφάσισαν ένα μη κερδοσκοπικό σωματείο. Μετά από μια πρώτη προσπάθεια κατάθεσης αίτησης άδειας που απερρίφθη και αφού διόρθωσαν στο καταστατικό και την αίτηση αυτά τα οποία προβλήθηκαν ως λόγοι απόρριψης, στις 12 Ιουνίου του ίδιου έτους έκαναν μια νέα αίτηση άδειας ιδρύσεως στο πρωτοδικείο της Φλώρινας. Στις 9 Αυγούστου το δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του που ήταν η απόρριψη του αίτηματος για χορήγηση άδειας, όχι γιατί το σωματείο δεν πληρούσε τις τυπικές προυποθέσεις του αστικού κώδικα, αλλά για εθνικούς λόγους.

Συγκεκριμένα, το πρωτοδικείο της Φλώρινας αναφέρεται στην απόφαση του σε δημοσιεύματα εφημερίδων όπως ο «Μαχητής», ο «Ελληνικός Βορράς» και ο «Στόχος» (ο εκδότης του οποίου παρέστη στην ακροαματική διαδικασία) τα οποία τους παρουσιάζουν ως ανθέλληνες ύποπτων προθέσεων, με βασικό επιχείρημα την παρουσία των αιτούντων στην Κοπεγχάγη, στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, στην οποία είχαν συμμετοχή και μίλησαν ως μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα. Το σκεπτικό κατέληγε πως «πραγματικός σκοπός του συλλόγου είναι η επιδίωξη της καλλιέργειας εντυπώσεων περί υπάρξεως μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, πράγμα το οποίο αντιβαίνει το εθνικό συμφέρον αυτής και εντεύθεν ευθέως στο νόμο».

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που δεν σημειώνεται είναι ότι από τη Διάσκεψη αυτή προέκυψε ένα σημαντικό κείμενο αρχών (βλ. Αρχές της Κοπεγχάγης) και, μετά από μερικές ακόμη διεργασίες, ένας ολόκληρος οργανισμός, ο ΟΑΣΕ. Στις αρχές που υπεγράφησαν τα μέλη του οργανισμού συμφώνησαν πως θα επιτρέπουν «την ίδρυση σωματείων από άτομα που έχουν μειονοτική συνείδηση». Μεταξύ των κρατών που δεσμεύτηκαν είναι και η Ελλάδα.

Οι ενάγοντες άσκησαν έφεση στην πρωτόδικη απόφαση, η οποία εξετάστηκε στη Θεσσαλονίκη. Το εφετείο, σε απόφαση που εξέδωσε στις 6 Μαίου το 1991, επικύρωσε την απορρίπτικη απόφαση με ένα μακροσκελές σκεπτικό, στο οποίο καταγράφουν, με αναφορά σε διάφορες πηγές (συμβατές, προφανώς, με την εθνική αφήγηση) την ιστορία της περιοχής από την αρχαία Μακεδονία ως και δηλώσεις πολιτικών της προηγούμενης χρονιάς. Μετά από την ιστορική αναδρομή καταλήγει ότι «ο μακροπρόθεσμος στόχος της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας ήταν να επανιδρύσει ένα σλαβομακεδονικό κράτος με πρόσβαση στο Αιγαίο. Ένας από τα μέσα για να το πετύχει αυτό ήταν να “στρατολογήσει”, με διάφορους τρόπους, δίγλωσσους έλληνες από την Μακεδονία της Ελλάδας.

Η ίδρυση μιας ένωσης με το όνομα “Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού” είναι μέρος αυτής της προσπάθειας και τελεί υπό τις εντολές των σλαβικών οργανώσεων του εξωτερικού. Ο σκοπός τους είναι να δημιουργήσουν ένα Μακεδονικό Ζήτημα με διεθνείς συνέπειες. Οι αιτούμενοι αναγνώρισης της παραπάνω ενώσεως είναι εκτελεστικά όργανα αυτού του εγχειρήματος».

H πρώτη σελίδα της απόφασης του ΕΔΔΑ για την υπόθεση Σιδηρόπουλου

Ως απόδειξη του συγκεκριμένου – βαρύτατου – ισχυρισμού, το εφετείο προέβαλε και πάλι την παρουσία των εναγοντων στη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης. Χαρακτήρισε «νομικοφανείς» τους όρους του καταστατικού του και εκτίμησε πως «υφίσταται κίνδυνος εκμεταλλεύσεως της ανωριμότητας νεαρών ατόμων και παγιδεύσεως αυτών στην εθνολογικά ανύπαρκτη και ιστορικά αποκρουστέα σλαβομακεδονική μειονότητα»

Οι ενάγοντες κατέθεσαν αίτηση αναίρεσης της απόφασης του εφετείου στον Άρειο Πάγο η οποία απερρίφθη το 1994, οπότε αποφάσισαν να πάνε την υπόθεση τους στο Στρασβούργο, στο Ευρωπαικό Δικαστήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ΕΔΔΑ). Η υπόθεση τιτλοφορείται Σιδηρόπουλος και Λοιποί κατά Ελλάδας και η απόφαση εκδόθηκε στις 10 Ιουλίου του 1998. Η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση του άρθρου 11 της Ευρωπαικής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, δηλαδή για παραβίαση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθε, καθώς το δικαστήριο έκρινε πως «προληπτική» στέρηση του δικαιώματος δεν μπορεί να υφίσταται και πως τα ελληνικά δικαστήρια δεν τεκμηρίωσαν τις προθέσεις που καταλόγισαν τους ιδρυτές του σωματείου στις αποφάσεις τους. Στους ενάγοντες επιδικάστηκαν αποζημιώσεις συν το ποσό των νομικών τους εξόδων, συνολικά 4.000.000 δραχμές.

Η ιστορία σε λούπα

Της δικαίωσης τους αυτής ακολούθησε ένα ατελείωτο μπρος πίσω στη Φλώρινα, με την άρνηση όλων των μελών του δικηγορικού συλλόγου Φλωρίνης να αναλάβουν τη διεκπεραίωση της αίτησης αναγνώρισης. Μετά από τρεις αρνήσεις, ο πρόεδρος του ΔΣΦ απάντησε στους αιτούντες πως δεν υπάρχει άρνηση των δικηγόρων απλώς ο σύλλογος έχει αναρμοδιότητα να ορίσει έναν και, κατόπιν παροτρύνσεως τους, αιτήθηκαν από την πρόεδρο Πρωτοδικών Φλωρίνης να τους ορίσει δικηγόρο. Η δικαστής απέρριψε την αίτηση παραπέμποντας στην επιστολή του προέδρου του ΔΣΦ που βεβαίωνε πως δεν αρνούνται τα μέλη του. Οι αιτούντες έστειλαν επιστολή και στα 39 μέλη του ΔΣΦ και δεν έλαβαν απάντηση και τότε απευθύνθηκαν στον Συνήγορο του Πολίτη ο οποίος απευθύνθηκε με τη σειρά του στον ΔΣΦ, για να λάβει την απάντηση πως ουδέποτε αρνήθηκαν ή έλαβαν επιστολή τα 39 μέλη του. Κατόπιν αυτού οι αιτούντες έστειλαν ξανά συστημένες επιστολές στα 39 μέλη και επανήλθε στον Συνήγορο του Πολίτη ενημερώνοντας πως δεν έλαβε απάντηση ενώ κάποιες επιστολές του επεστράφησαν ως απαράδεκτες ή αζήτητες.

Μετά από έναν ακόμη γύρο όλων των παραπάνω επικοινωνιών που κράτησε παραπάνω από 6 μήνες, με επιστολές ανάμεσα στο Συνήγορο, τους αιτούντες, τον ΔΣΦ και εκ νέου αίτημα στον πρόεδρο Πρωτοδικών, η υπόθεση αυτή έφτασε, στις 20 Φεβρουαρίου του 2002, στο υπουργείο Δικαιοσύνης, με επιστολή του Συνήγορου του Πολίτη προς τον τότε υπουργό, Φίλιππο Πετσάλνικο, με την οποία του ζητούσε εξετάσει την νομιμότητα των ενεργειών του ΔΣΦ. Μια βδομάδα μετά, η Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού υποβάλει νέα αίτηση στο σύλλογο και τους διορίζει δικηγόρο αυθημερόν.

Τα ελληνικά δικαστήρια όμως δεν «συγκινήθηκαν» από το δεδικασμένο του ΕΔΔΑ και, έτσι, το πρωτοδικείο Φλωρίνης απέρριψε και πάλι την αίτηση ιδρύσεως του σωματείου στις 19 Δεκεμβρίου του 2003. Αυτή τη φορά το δικαστήριο απάντησε πως ο όρος «μακεδονικός πολιτισμός» θα προκαλέσει σύγχυση και πως ο προσδιορισμός «μακεδονικός» μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο με την ιστορική ή τη γεωγραφική του έννοια. Επιπλέον, προκειμένου να αλλάξει τις προηγούμενες διατυπώσεις του που απέρριψε το ΕΔΔΑ, έκρινε πως η ίδρυση του σωματείου δημιουργεί ενδεχόμενο κίνδυνο για τη δημόσια τάξη αφού και μόνο η ύπαρξη του μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από πρόσωπα που θέλουν να προωθήσουν την ιδέα ενός μακεδονικού έθνους που, κατά το δικαστήριο, δεν υπήρξε ποτέ ιστορικά.

Οι αιτούντες κατέθεσαν έφεση η οποία επίσης απερρίφθη αφού έκρινε πως βάζουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και την αρμονική συμβίωση του πληθυσμού της Φλώρινας, με αποδεικτικά στοιχεία και πάλι τη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, . Ο Άρειος Πάγος απέρριψε, με τη σειρά του, την αίτηση αναίρεσης κι έτσι η υπόθεση επέστρεψε στο ΕΔΔΑ.

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας της ΠΓΔΜ για την δικαίωση στο Στρασβούργο της Στέγης Μακεδονικού Πολιτισμού

Στη δεύτερη εξέταση της υπόθεσης (Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού κατά Ελλάδας) η ελληνική κυβέρνηση υποστήριξε ενώπιον του ΕΔΔΑ ότι «γενικά το Ελληνικό Κράτος αναγνωρίζει σε κάθε άτομο το δικαίωμα να εκφραστεί υπέρ οποιασδήποτε μειονότητας στην ελληνική επικράτεια. Εξάλλου, στην υπό κρίση υπόθεση, τα εθνικά δικαστήρια έκριναν ότι η χρήση του όρου μακεδονικός στην ονομασία του προσφεύγοντος σωματείου ως στοιχείο πολιτισμικό και γλωσσολογικό που διακρίνεται από την ελληνική ιστορία μπορούσε να εμποδίσει την άσκηση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι τρίτων προσώπων». Υποστήριξε επίσης πως η κάθε αίτηση κρίνεται κατά περίπτωση και έφερε ως παράδειγμα τη χορήγηση άδειας στο πολιτικό κόμμα Ουράνιο Τόξο, παραδέχτηκε ωστόσο ότι υπήρξε παρέμβαση στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι του προσφεύγοντος σωματείου με σκοπό, όμως, «την προστασία της δημόσιας ειρήνης και των δικαιωμάτων των τρίτων, ιδίως λόγω της σύγχυσης που θα μπορούσε να προκύψει από τη χρήση ενός όρου με γεωγραφική έννοια ως έννοια πολιτισμικού και ιστορικού περιεχομένου».

Στη δεύτερη απόφαση λοιπόν, που εξεδόθη στις 9 Ιουλίου του 2015, το ΕΔΔΑ, αφού παραθέτει σύντομο ιστορικό της υπόθεσης και τα σχετικά άρθρα του αστικού κώδικα, επισημαίνει και ένα ψήφισμα της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης του 2000. Με το ψήφισμα αυτό το Συμβούλιο αποφάνθηκε υπέρ των εναγόντων και της εφαρμογής της προηγούμενης απόφασης του ΕΔΔΑ του 1998. Το ΕΔΔΑ δε επισημαίνει πως το το εναγόμενο κράτος-μέλος (η Ελλάδα δηλαδή) είχε απαντήσει στο Συμβούλιο τότε πως είχαν γίνει οι απαραίτητες ενέργειες (εγκύκλιοι, δημοσίευση της απόφασης κλπ) για να μην επαναλάβουν τα ελληνικά δικαστήρια τις κρίσεις που οδήγησαν στην καταδίκη.

Συνεπώς, το ΕΔΔΑ καταδίκασε, για δεύτερη φορά, την Ελλάδα για παραβίαση του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ, δηλαδή για παραβίαση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθε κι επιδίκασε αποζημίωση ύψους 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη συν 2.000 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων.

Παρεπιμπτόντως, παρόμοιες καταδίκες υπάρχουν και για σωματεία στην Ροδόπη και την Ξάνθη, των οποίων τα μέλη ανήκουν στη μουσουλμανική μειονότητα και αυτοπροσδιορίζονται και ως Τούρκοι.

Τα επεισόδια στα γραφεία του κόμματος «Ουράνιο Τόξο»

Και το κόμμα Ουράνιο Τόξο όμως, παρότι έχει λάβει όντως νόμιμη άδεια, είχε νομικές περιπέτειες στην Ελλάδα και το Στρασβούργο.

Το Σεπτέμβρη του 1995, το κόμμα εγκαινίασε τα γραφεία του στη Φλώρινα και ανήρτησε πινακίδα με το όνομα του κόμματος σε δύο γλώσσες, τα ελληνικά και τα μακεδονικά, δηλαδή «Ουράνιο Τόξο» και «vino-zito», γραμμένη στο «σλάβικο αλφάβητο», που σημαίνει «ουράνιο τόξο» αλλά ήταν επίσης και το σύνθημα των δυνάμεων που είχαν σκοπό να καταλάβουν την Φλώρινα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στη Μακεδονία.

Στις 12 Σεπτεμβρίου 1995, ιερείς από την εκκλησία της Φλώρινας κάλεσαν το λαό να πάρει μέρος σε μια «διαδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στους εχθρούς της Ελλάδας που επαίσχυντα κραδαίνουν ταμπέλες με ανθελληνικές επιγραφές» και ζήτησαν την απέλαση των μελών του κόμματος. Την επόμενη μέρα το δημοτικό συμβούλιο δημοσιοποίησε στον τοπικό τύπο μια διακήρυξη για την οργάνωση διαμαρτυριών εναντίον στους αιτούντες και ο εισαγγελέας διέταξε την απομάκρυνση της πινακίδας επί τη βάσει ότι θα μπορούσε να διεγείρει τον τοπικό πληθυσμό.

Στις 13 Σεπτεμβρίου, αστυνομικοί απομάκρυναν την πινακίδα χωρίς να δώσουν εξηγήσεις στα μέλη του κόμματος, οι οποίοι επιχείρησαν να εγκαταστήσουν μία νέα. Το ίδιο βράδυ, πραγματοποιήθηκε διαμαρτυρία έξω από το γραφείο του Ουράνιου Τόξου ενώ μετά τα μεσάνυχτα μια ομάδα επιτέθηκε στα γραφεία, εισήλθε στις εγκαταστάσεις και προπηλάκισε όσους βρίσκονταν εντός, απαιτώντας να κατεβάσουν την ταμπέλα. Παρότι η ταμπέλα κατέβηκε ακολούθησε και μια δεύτερη εισβολή στην οποία καταστράφηκαν εξοπλισμός και έπιπλα του γραφείου. Τα μέλη του Ουράνιου Τόξου ισχυρίστηκαν ότι τηλεφώνησαν στο αστυνομικό τμήμα που βρισκόταν 500 μέτρα από τα γραφεία τους αλλά τους απάντησαν πως υπάρχουν διαθέσιμοι αστυνομικοί.

Ποινικές διαδικασίες κινήθηκαν μόνο εναντίον των μελών του Ουράνιου Τόξου σύμφωνα με το άρθρο 192 του Ποινικού Κωδικα, για διέγερση του τοπικού πληθυσμού. Αθωώθηκαν τρία χρόνια μετά, το 1998. Εν τω μεταξύ, όμως, το Δεκέμβρη του 1995 κατέθεσαν μήνυση κατά των υπευθύνων για τα γεγονότα και ζήτησαν να μετάσχουν στις διαδικασίες διερεύνησης της υπόθεσης ως πολιτικό κόμμα. Λόγω έλλειψης αποδείξεων, οι διαδικασίες δεν προχώρησαν, οι αιτούντες προσέφυγαν στον Άρειο Πάγο όπου η αίτησή τους απορρίφθηκε σχεδόν επτά χρόνια μετά τα γεγονότα, στις 30 Ιανουαρίου 2003.

Αυτή η καθυστέρηση καθώς κι ο χειρισμός των γεγονότων από τις αρχές προκάλεσε την καταδίκη της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ, στις 20 Οκτωβρίου του 2005, για παραβίαση του άρθρου 6 για το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη και του άρθρου 11 για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθε.

Στο σκεπτικό της απόφασης του το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι η ανάρτηση μιας πινακίδας στην πρόσοψη των εγκαταστάσεών της με το όνομα του κόμματος γραμμένο στα μακεδονικά δεν μπορεί να θεωρηθεί κατακριτέα ή να θεμελιώσει από μόνη της μια παρούσα και άμεση απειλή για τη δημόσια τάξη. Σημείωσε επίσης πως θα μπορούσε να αποδεχτεί ότι η χρήση του όρου «vino-zito» είχε σπείρει επιθετικά συναισθήματα στον τοπικό πληθυσμό, καθώς οι διφορούμενες συνδηλώσεις του θα μπορούσαν να προσβάλουν τις πολιτικές ή πατριωτικές απόψεις της πλειοψηφίας του πληθυσμού της Φλώρινας. Εντούτοις, σημείωσε όμως, ότι ο κίνδυνος της πρόκλησης εχθροπραξιών εντός της κοινότητας με τη δημόσια χρήση πολιτικών όρων δεν επαρκή από μόνος του για να δικαιολογήσει περιορισμό της ελευθερίας της ένωσης.

Για να στηρίξει μάλιστα περαιτέρω την απόφαση του, το Δικαστήριο ανέφερε πως δύο μέρες πριν τα γεγονότα το δημοτικό συμβούλιο είχε παρακινήσει τον λαό της πόλης να διαμαρτυρηθεί ενάντια στα μέλη του Ουράνιου Τόξου και πως δημοτικοί σύμβουλοι και ο δήμαρχος πήραν μέρος στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με το σκεπτικό του ΕΔΔΑ, διευκόλυνε την διασπορά μίσους σε ένα τμήμα του πληθυσμού εναντίον των αιτούντων ενώ ο ρόλος των κρατικών αρχών, σημείωσε το δικαστήριο θα ήταν να προωθήσουν τις θεμελιώδεις αξίες του δημοκρατικού συστήματος και να επιδιώξουν μια συμβιβαστική λύση. Ακόμη πιο αυστηρές είναι οι κρίσεις του Δικαστηρίου στο σκεπτικό του για την αστυνομία και τον εισαγγελέα της Φλώρινας. Με την απόφαση αυτή το ΕΔΔΑ επιδίκασε στους αιτούντες το ποσό των 34.245 ευρώ για αποζημίωση και κάλυψη των νομικών τους εξόδων.

Η ιστορία για τη «μακεδονική μειονότητα», τα δικαστήρια και το «Ουράνιο Τόξο»

Οι «φασίστες», οι «εθνικιστές» και ο «μίτος» της Βαρδαρίας

0

(Α΄) anarchypress.wordpress.com

Είναι εθνικιστικό το συλλαλητήριο για τη Μακεδονία;

Η επαναφορά στο προσκήνιο του λεγόμενου Μακεδονικού ζητήματος και ο «Μαύρος Κύκνος»(*) του ογκώδους συλλαλητηρίου για τη Μακεδονία, μας υποχρεώνει να τοποθετηθούμε συνολικά για τα εν λόγω ζητήματα.

Και τα ζητήματα που ανοίγονται είναι πράγματι πολλά και ευρεία. Θεωρούμε, πως είναι μια καλή ευκαιρία ξεκαθαρίσματός τους από την πλευρά μας, καθώς η περίοδος που διανύουμε είναι κρίσιμης σημασίας για την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου.

Ξεκινώντας από το πρόσφατο συλλαλητήριο, ας πούμε ευθύς εξ αρχής πως το θεωρούμε περισσότερο εθνικού παρά εθνικιστικού χαρακτήρα και πως ως τέτοιο θα το προσεγγίσουμε. Πολύ περισσότερο, δε, όταν είναι φανερό, για όσους θέλουν να το δουν, πως πίσω από τον εθνικό χαρακτήρα υποκρύπτονται βαθιές  κοινωνικές διεργασίες που σχετίζονται άμεσα με τον οικονομικής υφής εξανδραποδισμό της τελευταίας δεκαετίας.

Έχοντας αναφέρει το παραπάνω, δεν αγνοούμε πως στο συλλαλητήριο συμμετείχαν – φυσικά – άπαντες οι εθνικιστές, αλλά δεν ήταν αυτοί που έδωσαν το «εσωτερικό χρώμα» της κινητοποίησης παρά μόνον, ίσως, το επίχρισμά της. Σε 300 – 400 χιλιάδες κόσμου (με μια μάλλον προσγειωμένη εκτίμηση) η παρουσία τους ήταν μειοψηφική και η ανάδειξή τους προήλθε κυρίως από την προσοχή που, βεβαίως, τους έδωσαν οι «αντίπαλοί» τους ως απόπειρα δικής τους άμυνας.

Για εμάς υπάρχει μια λεπτή αλλά υπαρκτή και πολύ σημαντική διαφορά μεταξύ εθνισμού και εθνικισμού. Ο εθνισμός συνδέεται με την ύπαρξη και κυρίως τη συνειδητοποίηση πολιτιστικών συγγενειών, κυρίως γλωσσικών, συγγενειών «έθους» και αντιλήψεων για τη ζωή και τον θάνατο, βασικό ρόλο στις οποίες παίζουν και οι θρησκευτικές ή άλλες φιλοσοφικές αντιλήψεις. Συνδέεται, επίσης και με την αντίληψη μιας ιστορικής συνέχειας αυτών των χαρακτηριστικών, που μπορεί να είναι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό υπαρκτή. Αντίθετα, ο εθνικισμός συνδέεται, αναγκαία, με την ύπαρξη μιας κρατικής οντότητας, η οποία οργανώνει τον πυρήνα και την ιδεολογική συνοχή της στη βάση μιας κυρίαρχης εθνότητας– είτε υπαρκτής είτε υπό κατασκευή – σε έναν γεωγραφικό χώρο, προσδοκώντας στην μακροημέρευσή της μέσω της ταύτισης των συμφερόντων της εξουσίας με τα συμφέροντα των μελών της εθνότητας.

Ο εθνισμός, λοιπόν, δεν διαθέτει τα επιθετικά χαρακτηριστικά του εθνικισμού που επιθυμεί να ενσωματώσει δια της καταπίεσης ή του πολέμου άλλους πληθυσμούς με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Αποτελεί μια λογική ιστορική διεργασία η οποία μπορεί να συνδέεται ή να μην συνδέεται καθόλου με μια οργανωμένη δομή εξουσίας.

Οι συμμετέχοντες στο συλλαλητήριο δεν επέδειξαν στην πλειοψηφία τους τέτοιας μορφής επιθετικά χαρακτηριστικά προς τον πληθυσμό των Σκοπίων, επομένως ο χαρακτηρισμός τους συλλήβδην ως «εθνικιστών» είναι πλήρως ανεδαφικός.

Κάποιοι θα απέρριπταν τη διάκριση που κάνουμε, θεωρώντας πως δεν μπορεί να υφίσταται το ένα δίχως το άλλο, ο εθνικισμός δηλαδή δίχως τον εθνισμό και το αντίστροφο. Ο εθνισμός, όμως, είναι πανάρχαια υπόθεση. Έχει να κάνει με τα «νομιζόμενα» και «πρέπει» ενός τόπου με κυρίαρχο στοιχείο φυσικά τη γλώσσα, επειδή η γλώσσα αποτελεί θεμελιώδες εργαλείο της σκέψης και συγχρόνως τρόπο διαμόρφωσής της. Ο εθνικισμός, όμως, αφορά τη νεωτερική εποχή στα πλαίσια κυρίως της βιομηχανικής ανάπτυξης και συνδέεται με τη διαδικασία διάλυσης των παλιών αυτοκρατοριών και τη συγκρότηση της εξουσίας γύρω από το λεγόμενο εθνικό ιδεώδες. Προσοχή, το εθνικό ιδεώδες, όμως, εδώ νοείται ως μια ιδεολογικοποιημένη κατασκευή και όχι ως μια βιωμένη κατάσταση εθνισμού σε συνθήκες πραγματικής ζωής.

Εδώ είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως και ο εθνικισμός, όταν πρωτοεμφανίστηκε στο προσκήνιο, ήταν ένα επαναστατικό ρεύμα που πρέσβευε την απελευθέρωση από τη δεσποτική εξουσία είτε των αυτοκρατόρων είτε των αποικιοκρατών. Τον 19ο αιώνα έως τις αρχές του 20ου, σχεδόν όλες οι ανερχόμενες εξουσιαστικές συγκροτήσεις ήταν εθνικιστικές. Οπότε το ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι παιζόταν γύρω από το πλαίσιο της «αυτοδιάθεσης των λαών». Θέλουμε να πούμε πως εκείνη την εποχή ο εθνικισμός δεν είχε καθόλου «κακό» όνομα. Αυτό άρχισε να το αποκτά μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και ειδικότερα τα τελευταία 40 περίπου χρόνια. Ο λόγος γι’ αυτό είναι απλός. Μεταπολεμικά άρχισε να συγκροτείται βήμα – βήμα η σύγχρονη Δυτική αυτοκρατορία (ΕΕ – ΝΑΤΟ). Η αυτοκρατορική δόμηση της εξουσίας που προϋποθέτουν οι νέοι σχηματισμοί είναι εξ ορισμού ανταγωνιστική  προς τον εθνικισμό, εφ’ όσον αυτή  φιλοδοξεί να κυριαρχήσει σε ένα πλήθος διαφορετικών εθνοτήτων με έναν ενιαίο τρόπο δίχως τη «δυσκολία» προσαρμογής της στις επί μέρους πληθυσμιακές διαφοροποιήσεις. Επί πλέον, ήδη πριν τον πόλεμο, με την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσσία και την συγκρότηση της 3ης Διεθνούς, είχαμε τη γέννηση ενός άλλου αυτοκρατορικού επεκτατικού οράματος με όχημα την δήθεν «κοινωνική απελευθέρωση», το οποίο, ενώ ήταν εξ ίσου εχθρικό προς τον εθνικισμό, τον αντιμετώπιζε ωστόσο εργαλειακά κατά τόπους για την επίτευξη των δικών του σκοπών.

Κάπου εδώ θα συναντήσουμε αργότερα και την κατασκευή του Μακεδονικού ζητήματος ως μέρους της πολιτικής της Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής) για τα Βαλκάνια, πολιτική που εφάρμοσε το ΚΚΕ σε μια προσπάθεια αναίρεσης των αποτελεσμάτων των Βαλκανικών πολέμων και ενοποίησης των Βαλκανίων υπό την εποπτεία των Σοβιετικών. Στις μέρες μας, η σύγκρουση αυτοκρατορίας και εθνο-κρατικών δομήσεων εντείνεται και τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο σε κοινωνικό επίπεδο, καθώς η Δυτική αυτοκρατορία ενσωματώνει και χρησιμοποιεί στοιχεία του πάλαι ποτέ επαναστατικού διεθνισμού, για να υποσκάψει τη βάση του εθνο-κράτους, θέλοντας πλέον να το απορροφήσει ολοκληρωτικά στις δομές της. Το κράτος δηλαδή πρέπει να ισχυροποιηθεί μεν εφ’ όσον θα κάνει τη δουλειά του αυτοκρατορικού ελεγκτή μιας γεωγραφικής επαρχίας, αλλά να χάσει τα εθνικά του χαρακτηριστικά, που δημιουργούν «περιττές» διαφοροποιήσεις στα πλαίσια της αυτοκρατορίας.

Τα λέμε όλα αυτά (εξ ανάγκης κι εν συντομία) για να ξεκαθαρίσουμε πως δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τον εθνισμό του οποιουδήποτε, αρκεί αυτό να εκφράζει μια βιωματική και όχι φαντασιακή συνθήκη και κυρίως να είναι ειλικρινής, δηλαδή να μην τροφοδοτείται από ιστορικά ψεύδη. Όχι κραυγαλέα ιστορικά ψεύδη τουλάχιστον, όπως συμβαίνει τώρα με την περίπτωση των Σλαύων των Σκοπίων, γιατί, δυστυχώς, το σύνολο της Ιστορικής αλήθειας και γενικότερα του παρελθόντος θεωρούμε πως δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε στην πληρότητά του. Ειλικρίνεια, επίσης, σημαίνει το να δεχόμαστε το σύνολο της αλήθειας (σε όση ιστορική αλήθεια έχουμε πρόσβαση) είτε μας βολεύει είτε όχι.

Στα πλαίσια που περιγράφηκαν, λοιπόν, ο διεθνισμός μεταπολεμικά άρχισε να κερδίζει έδαφος, είτε ήταν ο κομμουνιστικός διεθνισμός, είτε ο διεθνισμός από τον οποίον διεπόταν η εξελισσόμενη Ευρωπαϊκή «ολοκλήρωση». Μετά το 1990, με την επικράτηση μιας τάσης των οραμάτων για παγκόσμια κυριαρχία, ο κομμουνιστικός διεθνισμός, σταδιακά (και ολοκληρωτικά στις μέρες μας) ενσωματώθηκε στον διεθνισμό της παγκοσμιοποίησης. Δεν χρειάστηκε και πολύ προσπάθεια γι’ αυτό· άλλωστε και οι δύο, όπως είπαμε προηγουμένως, είχαν παρόμοιες λογικές με στόχευση την ουτοπία μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας. Στις μέρες μας είναι εύκολο το να καταφέρεται κάποιος εναντίον του εθνικισμού, γιατί πλέον έχει την ολόπλευρη ιδεολογική υποστήριξη της επικρατούσας τάσης της διεθνούς εξουσίας. Ο διεθνισμός, όμως, πλέον, έχει αποδειχθεί χειρότερος του εθνικισμού, γιατί έχει ευρύτερες φιλοδοξίες και έχει ισχυρότερη εμμονή στην κατασκευή πλαστών ταυτοτήτων. Κατασκεύασε επί 70 χρόνια την ανύπαρκτη ταυτότητα του Σοβιετικού πολίτη και σήμερα κατασκευάζει την εξ ίσου ανύπαρκτη ταυτότητα του Ευρωπαίου πολίτη. Δεν είμαστε βέβαιοι για το ποιος από τους δύο θα αποδειχθεί ο χειρότερος υπήκοος, αλλά είμαστε σίγουροι πως και το σημερινό οικοδόμημα έχει ημερομηνία λήξεως όπως η οποιαδήποτε κατασκευή που δεν συμβαίνει με αβίαστο τρόπο. Πάντως, ο εντόπιος επαναστατικός διεθνισμός στην ουσία κλείνει το μάτι, ευνοώντας από το δικό του μετερίζι αυτήν την εξέλιξη.

Οι εθνικιστές, λοιπόν, βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο. Όχι όμως μόνον αυτοί. Το σύνολο των ανθρώπων που δεν έβλεπαν το λόγο για να απορρίψουν τον εθνισμό τους βρέθηκαν απολογούμενοι, βιώνοντας μια άνευ προηγουμένου επίθεση ανακατασκευής στη γλώσσα και την ιστορία τους. Ιστορία που μπορεί να την έμαθαν μερικώς στρεβλά υπό τα κελεύσματα είτε της πάλαι ποτέ «εθνικοφροσύνης» είτε αντίστοιχα της μεταπολεμικής «αριστεροσύνης», αλλά που στη γενικότητά της δεν ήταν ψεύτικη. Λέμε στη «γενικότητα», επειδή οι λεπτομέρειες έχουν τη σημασία τους. Επίθεση συγκεκαλυμμένη αρχικά και απροκάλυπτη στη συνέχεια. Θα λέγαμε πως τα τελευταία 20 χρόνια ο Ελλαδικός χώρος εισέρχεται και βιώνει τα τελικά στάδια της νεωτερικότητας και του μοντερνισμού της Δύσης και, όπως όλες οι τάσεις που τον επηρέασαν τα τελευταία 40 χρόνια, αυτό συνέβη πολύ γρήγορα, ασυνάρτητα και βίαια, αλλά πάντως μεθοδευμένα. Το αποτέλεσμα είναι πως σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία ψάχνει σταθερό έδαφος να πατήσει και δεν το βρίσκει πουθενά, κάτι που επιτείνεται φυσικά και από τον καθημερινό οικονομικό πόλεμο.

Κάποιοι, βεβαίως, θα βρουν – και βρίσκουν – αυτό το έδαφος με το να γίνουν περισσότερο υποτακτικοί ως υπήκοοι μέσα στη «θαλπωρή» μιας κομματικής στρούγκας. Κάποιοι άλλοι ακόμα βρίσκονται σε αναζήτηση, την ώρα που πολλοί έχουν ήδη ξεκινήσει την Οδύσσειά τους στο εξωτερικό, αφήνοντας πίσω τους ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Παρασκηνιακές πολιτικές δυνάμεις περιμένουν την ευκαιρία τους, καθώς το «άστρο» της «πρώτης φοράς αριστερά» δύει. Υπάρχει, ωστόσο, αυτήν τη στιγμή, μία ακαθόριστη μεν, ευδιάκριτη δε, τάση διάσπαρτων ανθρώπων που αναζητά μια περισσότερο βαθιά και ειλικρινή σχέση με την ιστορία και το «είναι» τόσο του εαυτού τους όσο και αυτού του τόπου με όλες του τις αντιφάσεις, με άγνωστη, προς το παρόν, κατάληξη. Αυτή η βαθύτερη ζύμωση είναι, κατ’ αρχήν, από εμάς καλοδεχούμενη.

Τα λέμε αυτά, γιατί πιστεύουμε πως όλα τα παραπάνω έπαιξαν το ρόλο τους στη μεγάλη παρουσία κόσμου στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. Ας τα σκεφθούν όλα αυτά όσοι πιπιλάνε την καραμέλα του «εθνικιστή» και του «φασίστα», επειδή έτσι συμφέρει στην ιδεολογική τους τύφλωση και ας βάλουν (επί τέλους!) έναν καθρέφτη ενώπιων τους.

Αναρχική συλλογικότητα Πυργῖται

(*) Ο Nicholas Taleb στο βιβλίο του «Μαύρος Κύκνος» περιγράφει ως Μαύρο Κύκνο ένα απρόβλεπτο γεγονός το οποίο λόγω της φύσης του είναι έξω από κάθε δυνατότητα πρόβλεψης, αλλά οι συνέπειές του είναι καταλυτικές για την εξέλιξη των πραγμάτων. Εκεί, αναλύει γλαφυρά πως αυτό που πραγματικά έχει σημασία στην Ιστορία είναι αυτό που δεν μπορεί να προβλεφθεί.

 

Οι «φασίστες», οι «εθνικιστές» και ο «μίτος» της Βαρδαρίας (Β΄)

Ποιος είναι τελικά ο φασίστας;

Η κατά κόρον και καταχρηστική χρήση του όρου «φασίστας», εδώ και πολλά χρόνια, δεν συμβαίνει τυχαία και έρχεται να καλύψει την ολοκληρωτική γύμνια της Αριστεράς, «επαναστατικής» και μη, έως και τις παρυφές του αναρχισμού, απέναντι στην διαμορφούμενη πραγματικότητα. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλους όρους, όπως για παράδειγμα ο ρατσισμός. Διόλου τυχαία οι όροι αυτοί μπήκαν στο καθημερινό «οπλοστάσιο» και χρησιμοποιούνται σαν σφαίρες, επιβεβλημένοι από το ρεύμα της «πολιτικής ορθότητας», που είναι ουσιαστικά ιδεολογικό αποκύημα της αριστερής πτέρυγας της παγκοσμιοποίησης με έδρα τις ΗΠΑ, η οποία μέχρι πρότινος καθοδηγούσε το άρμα της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας. Λέμε, μέχρι πρότινος, γιατί εσχάτως φαίνεται πως η καρέκλα της τρίζει, αλλά οψόμεθα. Ουσιαστικά «φασίστας» τείνει να είναι απλά όποιος δεν συμφωνεί μαζί τους.Ο οποιοσδήποτε πρέπει πρώτα να αποδείξει πως δεν είναι «φασίστας» και μετά να αναπτύξει την επιχειρηματολογία του. Πρόκειται για μια πονηρή τακτική συντριβής του αντιπάλου σου δίχως να μπεις στον κόπο να επιχειρηματολογήσεις σοβαρά. Επί προσθέτως, δείχνεις ότι προτιμάς να ετεροπροσδιοριστείς, επιλέγοντας τον αντίπαλό σου και συγκρινόμενος σταθερά μ’ αυτόν. Η σύγκριση με τον «φασίστα» θα σε βγάζει πάντα ασπροπρόσωπο ακόμα κι αν οι πράξεις σου είναι εξ ίσου ελεεινές. Επί πλέον, οποιαδήποτε διαφορετική άποψη υποχρεωτικά θα πρέπει να συγκλίνει στο δικό σου δίπολο: «φασισμός» και «αντιφασισμός», οπότε τα στρατόπεδα γίνονται συγκεκριμένα και ο καθένας απορροφά το μερίδιό του, συνθλίβοντας όλες τις υπόλοιπες απόψεις. Νομίζουμε πως η πραγματική γύμνια της πρακτικής είναι ολοφάνερη, αν και ομολογουμένως έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική.

Για να μπορούμε να συνεννοηθούμε σαν άνθρωποι, θα πρέπει πρωτίστως να αποκαταστήσουμε την αξία και σημασία των λέξεων. Ο φασισμός, όπως εκφράστηκε από τον Μουσολίνι (πρώην σοσιαλιστής), ήταν ένα επαναστατικό[1]ρεύμα που διακήρυττε την θεσμοθετημένη σύμπηξη κράτους και κεφαλαίου και την συμπαγή και άρρηκτη ενότητα κεφαλαιοκρατών και εργατών στη βάση του έθνους, που βρίσκει την έκφρασή της στο πρόσωπο του Αρχηγού. Αυτό, συγκεκριμένα, είναι ο φασισμός και τίποτε άλλο, οπότε οποιαδήποτε άλλη μορφή απολυταρχίας ας κατονομάζεται συγκεκριμένα. Το ότι ο φασισμός είχε και εθνικιστικά χαρακτηριστικά, δεν μετατρέπει αυτόματα όλους τους εθνικιστές σε φασίστες. Ας κρίνεται ο καθένας γι’ αυτό που είναι και όχι γι’ αυτό που βολεύει.

Επίσης, η παραπάνω πρακτική αιτιολογεί και το γιατί το πολιτικό σύστημα στα χρόνια των Μνημονίων είχε την απόλυτη ανάγκη της Χρυσής Αυγής. Μπροστά στα τερατώδη που έπραξαν, τί παραπάνω θα είχε κάνει ένας πραγματικός φασίστας; Η Χρυσή Αυγή αποτέλεσε κυριολεκτικά την ασπίδα τους. «Δεν είμαστε εμείς οι φασίστες, αλλά αυτοί οι φουσκωτοί με τα ξυρισμένα κεφάλια». Οι πραγματικοί εκφραστές του ολοκληρωτισμού κρύφτηκαν πίσω από τους νεοναζιστές και έβγαλαν τον εαυτό τους από το κάδρο. Έκτοτε, όποιος εξέφραζε μια διαφορετική άποψη θα έβλεπε μπροστά του το σκιάχτρο της Χρυσής Αυγής. «Είσαι μαζί τους». Έτσι έγινε εφικτή η σύμπηξη του «δημοκρατικού τόξου», στη βάση του οποίου ένας-ένας με τη σειρά προχωρούσε το σχέδιο των Μνημονίων ένα βήμα παρακάτω. Και οι «επαναστάτες» ψάχνουν στα σοκκάκια και τις γωνιές να βρουν τους φασίστες. Ο αποπροσανατολισμός τους είναι πλήρης.

Η άποψη περί «φασιστών» έχει και μία ακόμη πονηρή παράμετρο, ενισχύοντας τα «στερεότυπα» επιβολής. «Οι Έλληνες δεν είναι απλά τεμπέληδες. Είναι και φασίστες. Επομένως, δεν τους αξίζουν μόνον όσα έχουν ήδη πάθει αλλά ακόμη χειρότερα». Ας αναρωτηθεί κάποιος (νοών φυσικά…), στις παρούσες συνθήκες οικονομικού πολέμου και καταπίεσης, ποιους εξυπηρετεί ένα τέτοιο συμπέρασμα.

Αυτές οι τακτικές πλέον δεν πιάνουν και όσοι είτε ατυχώς είτε εσκεμμένα τις εξέθρεψαν θα τις βρουν μπροστά τους. Συνθήματα του τύπου «Έλληνας δεν γεννιέσαι, καταντάς» που εμφανίστηκαν στον Λευκό Πύργο, πέρα από το ότι φανερώνουν την προσωπική τραγωδία των εμπνευστών τους, εκδηλώνουν και έναν ξεκάθαρο ανθελληνισμό ρατσιστικού χαρακτήρα. Τα δήθεν «αντιρατσιστικά» αισθήματα ισχύουν μόνο για τους άλλους και όχι για τους Έλληνες; Κάποιοι παραμυθιάζονται ότι είναι δυνατόν να ενδιαφέρεσαι πραγματικά για τους ανθρώπους σε άλλα μέρη της Γης, μισώντας αυτούς που ζουν και αναπνέουν δίπλα σου. Γελιούνται. Δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο παρά μόνον για τον εαυτό τους.

Όλα αυτά, όμως, είναι αποκυήματα της Λενινιστικής λογικής και πρακτικής που πρέσβευε την ενίσχυση και υποστήριξη των ασθενέστερων εθνοτήτων έναντι των ισχυρότερων με σκοπό να τις ελέγξει όλες. Η (προσωρινά…) ασθενέστερη εθνότητα που λαμβάνει ολόπλευρη υποστήριξη, εάν πριμοδοτηθεί και ισχυροποιηθεί, ασφαλώς θα χρωστά τα πάντα στους διεθνιστές υποστηρικτές της και θα ελέγχεται από αυτούς. Το έχουμε ξαναγράψει: Ο «έσχατος» που θα γίνει «πρώτος» με τις πλάτες άλλων, θα είναι δούλος τους και θα βοηθήσει ώστε να γίνουν δούλοι και οι υπόλοιποι.

Είμαστε Αναρχικοί και μιλάμε Ελληνικά. Αυτό σημαίνει, αναπόφευκτα, ότι σκεφτόμαστε Ελληνικά (εφ’ όσον η γλώσσα είναι το εργαλείο της σκέψης). Δεν θα μπούμε στην τραγωδία να πολεμάμε τον εαυτό μας, δημιουργώντας τρικυμία και στους υπόλοιπους. Οι απόψεις μας για το κράτος, την εξουσία, τον εθνικισμό ή ότι άλλο, είναι απόσταγμα αυτού του εαυτού. Δεν είμαστε, ούτε θα γίνουμε εκούσιοι ή ακούσιοι πράκτορες της παγκοσμιοποίησης και των τωρινών σχεδιασμών των αυτοκρατόρων στα Βαλκάνια, ως χρήσιμοι ηλίθιοι, απλά για να μην κινδυνεύουμε να μας κατονομάσουν, δήθεν, ως «εθνικιστές» και «φασίστες». Οι καταστάσεις είναι πολύ σοβαρές.

Τα αληθινά σχέδια των εξουσιαστών για τη Μακεδονία

Όσοι θέλουν να προσεγγίσουν το Μακεδονικό ζήτημα, απ’ όποια θέση κι αν προέρχονται, θα πρέπει να το σκεφτούν ως εξής: Από την εποχή που εμφανίστηκε το Μακεδονικό ζήτημα (ήδη πριν την εποχή των Βαλκανικών πολέμων) έως και σήμερα, σημαίνει ένα – και μόνον ένα – πράγμα: Επαναχάραξη συνόρων και επανασχεδιασμό όρων κυριαρχίας. Αυτό το δεδομένο οφείλει ο καθένας να αντικρύσει κατάματα και με ειλικρίνεια και να αναρωτηθεί τί ακριβώς σημαίνει αυτό σήμερα σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο. Οι μειονότητες, είτε υπαρκτές είτε ανύπαρκτες, με τα «δίκαια» ή τα «άδικά» τους σ’ αυτήν τη διαδικασία χρησιμοποιούνταν και θα χρησιμοποιούνται ως όχημα είτε των εθνικιστικών είτε των διεθνιστικών – αυτοκρατορικών επιδιώξεων, οπότε ας τ’ αφήσουν αυτά, κάποιοι, κατά μέρος. Και δεν υπάρχει λόγος να φανταζόμαστε την αλλαγή συνόρων δια του πολέμου: πόλεμος στα πλαίσια του ΝΑΤΟ δεν θα γίνει, εκτός κι αν μιλάμε πλέον για παγκόσμιο πόλεμο. Μπορούμε, όμως, να τη φανταστούμε υπό τη μορφή των «Ειδικών Οικονομικών Ζωνών» (ΕΟΖ). Είναι ο «πολιτισμένος» τρόπος αλλαγής συνόρων. Εντός μιας ΕΟΖ δεν ασκείται ουσιαστικά κρατική κυριαρχία παρά μόνον κατ’ όνομα. Ισχύουν ειδικοί νόμοι και τα θεσμοθετημένα, πλέον, αφεντικά της περιοχής γίνονται οι εταιρείες που αναλαμβάνουν την «αξιοποίησή» τους. Δεν μας είναι δύσκολο λοιπόν να φανταστούμε μια ευρύτερη ΕΟΖ στο σύνολο της γεωγραφικής Μακεδονίας στο βαθμό που και το Ελληνικό και το κράτος των Σκοπίων θα βρίσκονται εντός του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Τι σημαίνει ΕΟΖ; Το έσχατο όριο του κορπορατισμού, άρα σκληρότερες συνθήκες επιβολής για όλους με ακόμη  μικρότερες δυνατότητες αντίδρασης.

Πολλοί θεωρούν την αλλαγή συνόρων ως φαιδρό σενάριο, λόγω της δεδομένης αδυναμίας του γειτονικού κράτους να αντιπαρατεθεί στο Ελληνικό. Το ζήτημα, όμως δεν είναι στα Σκόπια, δεν αφορά καν σχεδόν τους άμεσα εμπλεκόμενους εκατέρωθεν των συνόρων. Αφορά τους αυτοκράτορες στην άλλη όχθη του Ατλαντικού οι οποίοι είναι πάτρωνες και των δύο κρατών. Στην Ελλάδα οι Αμερικανοί πανηγυρίζουν για το γεγονός ότι «ποτέ οι σχέσεις μας δεν ήταν καλύτερες», εννοώντας πως ποτέ δεν είχαν τέτοιον έλεγχο και ευήκοα ώτα στο Ελλαδικό κράτος, και όσο για τα Σκόπια, αυτά απλώς δεν θα υπήρχαν χωρίς τους Αμερικανούς. Επομένως, όπως έλεγε ο Taleb, όταν το χέρι που σε ταΐζει είναι και το ίδιο που μπορεί να σε δολοφονήσει, η πρόβλεψη των πραγμάτων γίνεται πολύ δυσχερής. Ενώπιων των αποφάσεων, μάλιστα, «ανησυχεί» και ο Αμερικανός πρέσβης για ενδεχόμενο «ατύχημα» στο Αιγαίο με την Τουρκία. Νομίζουμε πως όλοι αντιλαμβάνονται την «πολιτισμένη» του απειλή…

Ελπίζουμε  να έχει γίνει αντιληπτό το τι εννοούμε όταν λέμε να μην μετατρεπόμαστε σε χρήσιμους ηλίθιους.

Οι Αμερικανοί χειρίζονται το Μακεδονικό ζήτημα σήμερα όπως το έκαναν παλαιότερα οι Σοβιετικοί, δηλαδή σε αντίστοιχες γραμμές και με αντίστοιχες επιδιώξεις: τον έλεγχο των Βαλκανίων. Η πάλαι ποτέ «Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία» (ΒΚΟ) που υποστήριζε η Κομιντέρν, πριμοδοτώντας τότε κυρίως τη Βουλγαρία στο χώρο της Μακεδονίας, σήμερα προωθείται, κατ’ αντιστοιχία και τηρουμένων των αναλογιών, στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και της ΕΕ με την πριμοδότηση των Σκοπίων. Τότε οι Δυτικοί δεν το ήθελαν. Τώρα είναι οι Δυτικοί που θέλουν κάτι αντίστοιχο και οι Ρώσσοι είναι που διαμαρτύρονται. «Εντυπωσιαζόμαστε», όμως, από το γεγονός πως αυτοί που εκείνη την εποχή υποστήριζαν το σχέδιο της Κομιντέρν υπό τα κελεύσματα των Σοβιετικών (ΚΚΕ), είναι  οι ίδιοι ιδεολογικά μ’ αυτούς που σήμερα υποστηρίζουν ένα αντίστοιχο σχέδιο υπό τα κελεύσματα των Αμερικανών. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως η Ιστορία δεν διαθέτει ισχυρές δόσεις ειρωνείας. Δεν νομίζουμε, όμως, πως θα τους εγγράψει στο ενεργητικό της ως «τραγικούς» ήρωες.

Αναρχική συλλογικότητα Πυργῖται

[1] Επαναστατικό, βεβαίως, σε σχέση με τις τότε υπάρχουσες πολιτικές δομές, όχι μόνον στα στενά όρια της Ιταλίας, αλλά και στο ευρύτερο Ευρωπαϊκό πολιτικό γίγνεσθαι. Άλλως τε, έχουμε αναπτύξει ουκ ολίγες φορές στο παρελθόν την άποψή μας για την λέξη επανάσταση και τα παράγωγά της. Εν ολίγοις, ο επαναστάτης επιθυμεί, μέσα από θεωρητικά και, κυρίως, πρακτικά μέσα, να ανατρέψει μια υπάρχουσα πολιτική-κυβερνητική δομή έναντι μιας άλλης. Αυτό, ασφαλώς, δεν σημαίνει, εκ των προτέρων, πως μια τέτοια κίνηση θα έχει απελευθερωτική στόχευση. Κι ανατρέχοντας στην ιστορική εμπειρία συνήθως οι επαναστάσεις ανέτρεπαν μια μορφή εξουσίας , για να επιβάλλουν μια άλλη φρικτότερη. Ως εκ τούτου, μια χαρά επαναστάτης ήταν ο Μουσολίνι και οι έτεροι επαναστάτες πολιτικοί «συγγενείς» του.

Οι «φασίστες», οι «εθνικιστές» και ο «μίτος» της Βαρδαρίας (Β΄)

ΣΥΝΤΟΜΑ ΝΕΟ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΟ

3

Σήμερα ή αύριο κυρώνεται η Συμφωνία των Πρεσπών απο την Ελληνική Βουλή.
Η επικύρωσή της απο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας θεωρείται δεδομένη.
Η Ελλάδα πολύ σύντομα θα αντιμετωπίσει ένα νέο μειονοτικό ζήτημα το οποίο δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί.
Το νέο μειονοτικό θα είναι πιο δύσκολο στη διαχείρισή του απο τη διαχείριση μιας αναγνωρισμένης, ως θρησκευτικής, μειονότητας, στη Δυτική Θράκη διότι δεν υπάρχει κανένα πλαίσιο, καμιά συμφωνία που να προβλέπει το καθεστώς του.
Ξένοι παράγοντες, με πρώτη την Τουρκία, θα συνδράμουν ώστε το ζήτημα να γιγαντωθεί. Και η προσπάθειά τους δεν θα είναι δύσκολη. Υπάρχουν δυνάμεις στο εσωτερικό της χώρας που είναι έτοιμες να βοηθήσουν στην ανάδειξη και μεγέθυνσή του.
Ζούμε στον αστερισμό μύθων που καθίστανται πραγματικότητες στη βάση του συνθήματος της αριστεράς: είναι δίκαιο, έγινε πραγματικότητα.
Επειδή τα πομακικά θεωρούνται απο τους υπέρμαχους της αποδόμησης μια σλαβική διάλεκτος, θα επιχειρηθεί και η σύνδεση των πρόθυμων να παίξουν το τουρκικό παιχνίδι Πομάκων, με τις μειονοτικές κινήσεις στον βορειοελλαδικό χώρο.
Στο χάρτη μπορείτε να δείτε τις περιοχές που κατά την Βικιπαίδεια ομιλείται μια σλαβική διάλεκτος.
Η ευθύνη των βουλευτών που θα κυρώσουν τη Συμφωνία των Πρεσπών είναι ιστορική.