Brussels, Belgium. 1st June, 2018. Minister of Foreign Affairs of the People’s Republic of China WANG Yi, and EU Commissioner Federica MOGHERINI hold a press conference on EU-China High-Level Strategic Dialogue.
Photo cred: Shutterstock
The European Think-tank Network on China (ETNC) has launched a new report on the role political values play in the Europe-China relations, suggesting that three factors are of particular importance. During 2018, the Swedish Institute of International Affairs (UI) has been spearheading the editorial work and this report is the fourth in this series.
The European Union (EU) has committed itself to promoting not only human rights but also democracy and the rule of law. On the eve of the 70th anniversary of the signing of the Universal Declaration of Human Rights at the Palais Chaillot in Paris, the European Think-tank Network on China (ETNC) has published a new report investigating the role of political values in Europe-China relations.
Through case studies conducted by China experts from seventeen leading European research institutions from across the continent, they have compared the role political values play in the foreign policies of European states and the EU toward the most powerful autocracy in the world, the People’s Republic of China.
In essence, the results display four different patterns of behavior among European countries: vocal and active; active and discreet; passive; and passive and potentially counteractive. The findings of the report suggests that three factors are of particular importance to the variety in European approaches: historical legacy, economic relations with China and Chinese pressure. The report also highlights the diverging views and approaches within Europe on the defence of political values in relation to China.
The report will launch on December 6 at the Egmont Palace in Brussels and to be presented at the European Commission, Egmont Royal Institute, European External Action Service and Young China Watchers, Brussels Chapter.
ETNC publishes an annual report reviewing the state of Europe-China relations focusing on one specific topic each year. During 2018, the Swedish Institute of International Affairs (UI) has been spearheading the editorial work and this report is the fourth in this series.
About ETNC: The European Think-tank Network on China (ETNC) is a gathering of China experts from a selection of European policy research institutes. It is devoted to the study of Chinese foreign policy and EU-China relations and facilitates regular exchanges among participating researchers.
Υποστηρικτές του Αγιατολάχ Χομεϊνί στην Τεχεράνη, τον Φεβρουάριο του 1979. HANDOUT / REUTERS
Περίληψη:
Στους Φρουρούς της Επανάστασης της Ισλαμικής Δημοκρατίας, την Basij και την Ansar-e Hezbollah, οι άνδρες που συνδέονταν με τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας διεξήγαγαν έντονες συζητήσεις για το μέλλον της Ισλαμικής Δημοκρατίας και πολεμούσαν μεταξύ τους για τους πόρους. Αυτά τα θεσμικά όργανα ήταν μακράν του να είναι μονολιθικά, ούτε ήταν καθαρά ιδεολογικά στην προοπτική τους.
Η NARGES BAJOGHLI είναι επίκουρη καθηγήτρια Μεσανατολικών Σπουδών στην Σχολή Προηγμένων Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Johns Hopkins και η συγγραφέας του επερχόμενου βιβλίου με τίτλο Iran Reframed: Anxieties of Power in the Islamic Republic, από το Stanford University Press.
Ήταν αργά το απόγευμα μιας κρύας χειμωνιάτικης μέρας. Ελαφρύ χιόνι είχε καλύψει την Τεχεράνη το προηγούμενο βράδυ και περνούσα την ημέρα μου στο γραφείο παραγωγής μιας μικρής κινηματογραφικής μονάδας της παραστρατιωτικής πολιτοφυλακής Basij. Έκανα έρευνα στους πολιτιστικούς παραγωγούς στις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις της Ισλαμικής Δημοκρατίας [1], και οι νέοι που εργάστηκαν σε αυτή την κινηματογραφική μονάδα συμφώνησαν να μου μιλήσουν με την προϋπόθεση της ανωνυμίας.
Υποστηρικτές του Αγιατολάχ Χομεϊνί στην Τεχεράνη, τον Φεβρουάριο του 1979. HANDOUT / REUTERS
——————————————————————-
Ο Αλί, ένας 20χρονος Basij επεξεργαστής φιλμ (film editor), ήρθε στο γραφείο όπου καθόμουν, μαζί με τον 24χρονο συνάδελφό του Mustafa. Ο Ali εργαζόταν σε μια σειρά για την κρατική τηλεόραση σχετικά με τα ΜΜΕ των ΗΠΑ και την αντίθεσή τους ως προς την Ισλαμική Δημοκρατία. Μεταφέροντας τον φορητό υπολογιστή του, μας έδειξε με ενθουσιασμό το τελευταίο του εύρημα, ένα κομμάτι του CNN πριν από την υπογραφή της συμφωνίας του Ιράν σχετικά με το γιατί το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) [2] και η Basij είναι τόσο ισχυροί στο Ιράν. Το κομμάτι απεικόνιζε τις ένοπλες δυνάμεις του Ιράν ως ομοιογενές πλήθος γενειοφόρων ανδρών με βλοσυρά πρόσωπα, ντυμένους με στολές ή μαύρα πουκάμισα, ακούγοντας τον ανώτατο ηγέτη. Ο Mustafa και ο Ali παρακολούθησαν την έκθεση με πλατιά χαμόγελα. Ο Αλί γύρισε προς μένα όταν τελείωσε και είπε: «Μου φαίνεται αστείο το πώς μας απεικονίζουν οι Δυτικοί. Το κάνουν να φαίνεται σαν ότι ο ηγέτης [Ali Khamenei] λέει κάτι και εμείς απλά συντασσόμαστε». Γέλασε. «Υπάρχει κάτι στο Ιράν που να δουλεύει τόσο ομαλά; Πρέπει να έρθουν και να δουν πόσο μπερδεμένα είναι όλα εδώ. Τι είναι αυτό που τους κάνει να πιστεύουν ότι ανάμεσα στα πάντα που οριακά λειτουργούν -από την οικονομία μας, μέχρι την κυκλοφορία [στους δρόμους] μας, μέχρι την επαγγελματική μας κουλτούρα- η Basij είναι τόσο καλά οργανωμένη;».
Σε όλη την πόλη την επόμενη εβδομάδα, παρακολούθησα μια συνάντηση της παραγωγής με μια ομάδα ηγετών του IRGC που ήταν υπεύθυνη για τα ΜΜΕ. Όλοι οι άνδρες στην αίθουσα βρίσκονταν στις αρχές της ηλικίας των 50. Οι ένθερμοι επαναστάτες της πρώτης δεκαετίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας επιθυμούσαν σήμερα να τροποποιήσουν το σύστημα, με το να ελαφρύνουν τους κοινωνικούς και πολιτιστικούς περιορισμούς και να ανοίξουν το πολιτικό σύστημα στον μεγαλύτερο ανταγωνισμό, αλλά διαφωνούσαν μεταξύ τους για το πώς θα μοιάζουν οι αλλαγές αυτές. Συμφώνησαν, ωστόσο, ότι έπρεπε να καλλιεργήσουν ένα ευρύτερο ακροατήριο για τα μέσα [ενημέρωσης] τους και ότι οι νέοι Basij, όπως ο Ali και ο Mustafa, δεν πρέπει να κάνουν ιδεολογικές ταινίες που να προσελκύουν μόνο μικρά ακροατήρια. Ο νεαροί Basij «είναι το πραγματικό μας πρόβλημα», θρήνησε ο Alireza, υπολοχαγός της Επαναστατικής Φρουράς. «Είναι τόσο [απόλυτοι ανάμεσα στο] μαύρο και άσπρο στην προοπτική τους, και βάζουν μια μεγαλύτερη σφήνα ανάμεσα σε εμάς και τον λαό».
«Η αλαζονεία τους είναι δηλητήριο για μας», πρόσθεσε ο Javad, ένας διοικητής στην φρουρά. Αναφερόμενος στον οκταετή πόλεμο με το Ιράκ που κατανάλωσε την πρώτη μετεπαναστατική δεκαετία, είπε: «Δεν θα άντεχαν ούτε μια μέρα στα χαρακώματα του πολέμου».
ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ
Στα περισσότερα από τα δέκα χρόνια που πέρασα ερευνώντας μεταξύ των παραγωγών των μέσων μαζικής ενημέρωσης στους Φρουρούς της Επανάστασης της Ισλαμικής Δημοκρατίας, την Basij και την Ansar-e Hezbollah, βρήκα έναν κόσμο στον οποίο οι άνδρες που συνδέονταν με τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας διεξήγαγαν έντονες συζητήσεις για το μέλλον της Ισλαμικής Δημοκρατίας και πολεμούσαν μεταξύ τους για τους πόρους. Τα θεσμικά όργανα που μελετούσα ήταν μακράν του να είναι μονολιθικά, ούτε ήταν καθαρά ιδεολογικά στην προοπτική τους. Οι ανησυχίες των ανδρών που βοηθούσαν στην δημιουργία της τεράστιας παραγωγής των μήντια της Ισλαμικής Δημοκρατίας δεν περιορίζονταν στην θρησκεία και την ισλαμική πολιτική. Αντιθέτως, έτειναν να επικεντρώνονται στις τάξεις, τις γενεαλογικές διαφορές και την κοινωνική κινητικότητα. Τα ευρήματά μου με οδήγησαν να αμφισβητώ όχι μόνο τις υπάρχουσες απεικονίσεις αυτών των ανδρών αλλά γενικότερα το κυρίαρχο πλαίσιο ανάλυσης όταν πρόκειται για την κατανόηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Από το 1979, όταν η επανάσταση σάρωσε μια χώρα που μόλις έναν χρόνο νωρίτερα ο Αμερικανός πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ είχε χαιρετίσει ως «νησί σταθερότητας», οι Αμερικανοί πολιτικοί αγωνίστηκαν για να κατανοήσουν μια αναταραχή που όχι μόνο τους τύφλωσε, αλλά εξέφραζε έναν βαθιά αισθητό αντι-ιμπεριαλισμό, καθώς οι Ιρανοί απαιτούσαν ανεξαρτησία από την Ουάσιγκτον. Τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης περιέγραψαν την ιρανική κοινωνία ως «κυριευμένη από τρέλα» [3] και τους Ιρανούς ως τυφλωμένους από θρησκευτικό πάθος και επιδιώκοντες να γίνουν μάρτυρες [4] με κάθε κόστος. Τέτοιες εξηγήσεις μπορεί να έχουν ανταποκριθεί σε μια άμεση ανάγκη να κατανοηθούν με απλούς όρους -και να υπονομευθούν- η επαναστατική κυβέρνηση και ο γηραιός Αγιατολάχ που βρέθηκε στο τιμόνι της. Όμως, όσοι έχουν δει την πολιτική του Ιράν εδώ και 40 χρόνια αποκλειστικά μέσω του πρίσματος του Ισλάμ, έχουν παραβλέψει την σημαντική κοινωνική δυναμική που υποστηρίζει το καθεστώς.
Τι θα συμβεί αν αναδομήσουμε την ανάλυση της ιρανικής πολιτικής από την πλεονεκτική θέση εκείνων που δουλεύουν μέσα στην Ισλαμική Δημοκρατία για να υποστηρίξουν τους στόχους της επανάστασης του 1979; Αν μέχρι στιγμής η ακαδημαϊκή και πολιτική ανάλυση δεν κατάφερε να κατανοήσει την Ισλαμική Δημοκρατία σε όλη της την πολυπλοκότητα, τι μπορεί να προκύψει από μια προσέγγιση που επιμένει στην διερεύνηση των θέσεων και των κοσμοθεωριών των υποστηρικτών της, με τους δικούς τους όρους; Τέτοια ερωτήματα με οδήγησαν να προσπαθήσω να κατανοήσω το πώς η Ισλαμική Δημοκρατία προσπαθεί να διατηρήσει την επανάστασή της «ζωντανή» και πώς επικοινωνεί ένα όραμα για το μέλλον της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Αυτό που έφτασα να δω είναι ότι η αμφισβήτηση στην Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι μόνο μεταξύ του καθεστώτος και του λαού, ή της παλιάς γενιάς και μιας διαμαρτυρόμενης νέας γενιάς. Αντίθετα, το ίδιο το καθεστώς συγκρούεται ακριβώς για την φύση του και για το ποιο θα πρέπει να είναι το μέλλον του.
ΓΕΝΕΑΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ BASIJ
Ένα απόγευμα στην κεντρική Τεχεράνη, έφυγα από μια τεταμένη συνάντηση μεταξύ των νέων Basij φοιτητών κινηματογραφικών ταινιών και του Reza, ενός κορυφαίου κινηματογραφιστή και διοικητή στην Φρουρά της Επανάστασης. Κατά την διάρκεια της συνάντησης, είπε στους σχεδόν 25 φοιτητές που παρευρέθηκαν ότι τα μέσα ενημέρωσης του καθεστώτος έπρεπε να εργαστούν προς την κατεύθυνση της προβολής ενός πιο περιεκτικού οράματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας -ένα [όραμα] που θα μπορούσε να προσεγγίσει τμήματα του πληθυσμού που έχουν απογοητευθεί. Ο Reza αναφέρθηκε στα γεγονότα του 2009, όταν έγιναν οι μεγαλύτερες διαδηλώσεις κατά της ιρανικής κυβέρνησης μετά την επανάσταση του 1979. Σε αυτό που αποκλήθηκε ως Πράσινο Κίνημα, μια [κοινωνική] διατομή κυρίως αστών γυναικών και νέων διαμαρτυρήθηκαν για μια αντιληπτή εκλογική νοθεία, δημιουργώντας τελικά μια κρίση νομιμοποίησης στην πολιτική ελίτ. Για να προσεγγίσει το τμήμα του πληθυσμού που διαμαρτυρήθηκε ή συμπαθούσε τους διαμαρτυρόμενους, ο Ρεζά πρότεινε την δημιουργία μήντια που θα τόνιζαν το αφήγημα του εθνικισμού και της ενότητας, επιτρέποντας ταυτόχρονα στην θρησκεία να ξεθωριάζει στο παρασκήνιο. Ο ηγέτης των φοιτητών σηκώθηκε, το δάχτυλο του έδειξε θυμωμένα τον Reza και διακήρυξε: «Η γενιά σας μπορεί να έχει κουραστεί από την αντιπαράθεση, αλλά όχι η δική μας!».
Όταν φύγαμε, ο Ρεζά στράφηκε προς μένα και είπε: «Αυτοί οι νέοι Basij δεν συνειδητοποιούν ότι η αποστασιοποίησή μας από το ευρύ κοινό είναι αυτό που μας έφερε σε αυτό το χάος που αντιμετωπίζουμε τώρα. Πρέπει να προσεγγίσουμε την άλλη πλευρά που διαμαρτύρεται εναντίον μας, όχι να τους αποξενώσουμε, όπως θέλουν αυτά τα παιδιά. Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα αυτών των παιδιών; Δεν γνωρίζουν πώς είναι να είσαι περιθωριοποιημένος στην κοινωνία. Δεν θυμούνται, επειδή γεννήθηκαν μετά την επανάσταση. Όλα όσα γνωρίζουν είναι ένα σύστημα στο οποίο η πλευρά μας ήταν στην εξουσία».
Οι ηγέτες των ενόπλων δυνάμεων της Ισλαμικής Δημοκρατίας έχουν σήμερα να διακυβεύονται ακόμα περισσότερα από την υπεράσπιση ενός πολιτικού συστήματος. Αυτοί οι άνδρες και οι οικογένειές τους δεν απολάμβαναν σεβασμό στην ιρανική κοινωνία πριν από το 1979. Η μοναρχία του Μοχάμαντ Ρεζά Παχλεβί επισήμως περιθωριοποιούσε τις θρησκευόμενες οικογένειες, και η ιρανική πνευματική ελίτ της εποχής τούς υποτιμούσε επίσης. Η δημιουργία της Ισλαμικής Δημοκρατίας έδωσε στους θρησκευόμενους Ιρανούς της τάξης και της γενιάς Reza μια αίσθηση σκοπού και μια θέση στην κοινωνία. Τους άκουγα συχνά να αναρωτιούνται δυνατά με άγχος: Αν αλλάξουν οι συνθήκες στην χώρα, θα οδηγηθούμε και πάλι στο περιθώριο;
Ο Reza συνέχισε: «Οι νεότεροι Basij δεν γνωρίζουν ότι αν δεν φροντίσουμε αυτή την επανάσταση, θα υποχωρήσουμε πίσω στο περιθώριο. Δεν ξέρουν πόσο γρήγορα μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα».
Πολλοί άντρες της γενιάς του Ρεζά θεωρούν τους νεώτερους Basij ως καιροσκόπους και μαλθακούς γιατί δεν έχουν περάσει από την οδυνηρή εμπειρία του πολέμου. Οι καθεστωτικές παραστρατιωτικές οργανώσεις, όπως η Basij, ήταν το κύριο σκέλος στρατολόγησης μέσω του οποίου το επαναστατικό κράτος έστελνε στρατιώτες στο μέτωπο την δεκαετία του 1980. Μετά το 1988, όταν έληξε ο πόλεμος με το Ιράκ, η πολιτική ελίτ του Ιράν απέμεινε για να καταλάβει τι πρέπει να κάνει με αυτές τις οργανώσεις. Το γραφείο του ανώτατου ηγέτη τις ανέπτυξε τελικά για να αντιμετωπίσει τις Δυτικές τακτικές του «ήπιου πολέμου» [5] και για να αστυνομεύει τους ακτιβιστές κατά του καθεστώτος. Επειδή είναι προσαρμοσμένη σε αυτούς τους σκοπούς, και πλαισιώνει τον γενικό πληθυσμό ως μια πιθανή απειλή και στόχο της αστυνόμευσης, η ιδεολογική εκπαίδευση που λαμβάνουν οι νεαροί Basij είναι τέτοια που η παλαιότερη γενιά της Επαναστατικής Φρουράς διαφωνεί ως προς αυτήν. «Η μόνη ομοιότητα μεταξύ των Basij του σήμερα και των Basij του πολέμου είναι ότι μοιραζόμαστε το ίδιο οργανωτικό όνομα. Εκείνοι που βρίσκονται στην Basij σήμερα είναι φρικτοί», μου είπε ο Mehdi, ένας βετεράνος του πολέμου και κινηματογραφιστής.
«Είναι πολύ οδυνηρό για μένα ότι οι άνθρωποι σκέφτονται για την Basij με αρνητικούς όρους τώρα», συνέχισε. «Δημιουργηθήκαμε για διαφορετικό σκοπό στην αρχή της επανάστασης. Πήγαμε για να υπερασπιστούμε την χώρα ενάντια στους εισβολείς του ιρακινού στρατού, όχι για να βρούμε καλύτερες θέσεις εργασίας ή για να μπούμε στο πανεπιστήμιο, όπως οι σημερινοί Basij. Ή για να χτυπάμε τον λαό μας, για όνομα του Θεού! Σήμερα αυτά τα παιδιά είναι καιροσκόποι».
Παρόλο που ο Reza και οι συνάδελφοί του προθύμως εισήχθησαν στους Basij τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση, ούτε ένας φρουρός που συνάντησα μέσα σε μια δεκαετία δεν θα επέτρεπε στα παιδιά του να γίνουν ενεργά Basij. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να εμπλακούν. Και η ατμόσφαιρα δεν είναι τέτοια που να θέλω τα παιδιά μου να βρίσκονται μέσα», μου είπε ένας από αυτούς. Αντ’ αυτού, στέλνουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό στην Ευρώπη. Το να επιτρέψουν στα παιδιά τους να αποτελούν μέρος των Basij θα ήταν ένα βήμα προς τα κάτω στην κοινωνική κλίμακα που έχουν ήδη ανέβει.
Ο νεαρότεροι Basij, όπως ο Αλί και ο Μουσταφά, ωστόσο, αισθάνονται ότι η επανάσταση έχει παραστρατήσει επειδή η παλαιότερη γενιά έχασε την επαφή της με τις αξίες της. Όπως και πολλοί από τους συναδέλφους τους, ο Αλί και ο Μουσταφά προέρχονται από θρησκευόμενες εργαζόμενες οικογένειες χαμηλότερης έως μεσαίας τάξης που μετανάστευσαν στην Τεχεράνη από μικρότερες επαρχιακές πόλεις. Όταν, ως έφηβος, ο Mustafa ήθελε να συνεχίσει την σκηνοθεσία, οι Basij στο γυμνάσιο του παρείχαν τους πόρους και το κοινωνικό δίκτυο που η οικογένειά του δεν μπορούσε. Μόλις αποφοίτησε από την σχολή κινηματογράφου, ο Mustafa βρήκε εύκολα μια δουλειά σε μια εταιρεία παραγωγής που έκανε ντοκιμαντέρ για την κρατική τηλεόραση, επιτρέποντάς του να είναι κινηματογραφιστής με πλήρη απασχόληση και να φροντίσει τη νέα του γυναίκα. Η επανάσταση προσέφερε στον Mustafa και στον Ali μια κοινωνική κινητικότητα για την οποία είδαν ως απειλή την διαφθορά της παλαιότερης γενιάς επαναστατών.
«Είναι αυτοί που είναι μαλθακοί, όχι εμείς», μου είπε ο Ali. «Εκτιμούμε τις θυσίες τους κατά την διάρκεια του πολέμου, αλλά έχουν καταστραφεί από τα χρήματα και έχουν εμμονή με να κάνουν τον εαυτό τους σαν την κοσμική ελίτ».
ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΟ ΜΕΛΛΟΝ
Ξανά και ξανά, οι συνομιλίες μου με μέλη της Επαναστατικής Φρουράς και της Basij επέστρεφαν σε θέματα διαφθοράς, κοινωνικής και πολιτιστικής τάξης και διαγενεακών διαφορών. Συχνά οι συνομιλητές μου έστρεφαν την οργή τους ο ένας στον άλλον περισσότερο παρά σε εκείνους που δεν ήταν υποστηρικτές του καθεστώτος. Οι τεράστιες και αποχρώσες διαφωνίες τους αποκάλυψαν μια περίπλοκη πολιτική πραγματικότητα που δεν μπορούσε να περιοριστεί σε συνήθη δίπολα, όπως οι ρεφορμιστές εναντίον των σκληροπυρηνικών ή οι αντικαθεστωτικοί εναντίον των φιλοκυβερνητικών.
Καθώς η Ισλαμική Δημοκρατία εισέρχεται στην πέμπτη δεκαετία, το να διατηρηθεί η επανάσταση «ζωντανή» θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των image-makers της όχι μόνο να προσελκύσουν έναν νεώτερο πληθυσμό που θέλει αλλαγή αλλά και να οικοδομήσουν συναίνεση μεταξύ των μελών της νεότερης γενιάς στο πλαίσιο των τάξεων του ίδιου του καθεστώτος. Το έργο που έχει μπροστά της η Ισλαμική Δημοκρατία είναι να κερδίσει μια ευρεία [κοινωνική] διατομή των πολιτών της, ενώ ταυτόχρονα να καθορίσει ποια μορφή του επαναστατικού σχεδίου, και της κρατικής δομής, θα πάρει μακροπρόθεσμα. Ο τρόπος με τον οποίον θα επιτευχθεί καλύτερα αυτός ο στόχος, χωρίς να χαθεί εντελώς το ιδρυτικό όραμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας, θα καθορίσει τον γρίφο του Ιράν και το πεδίο των πιθανοτήτων του.
Υπάρχει μια διαπίστωση που εδράζεται και στη στατιστική. Αποκτά, δηλαδή, επιστημονικά χαρακτηριστικά: η αριστερή πολιτική δεν μπορεί να παράγει πλούτο, ούτε να βγάλει τις καπιταλιστικές χώρες από τις οικονομικές κρίσεις.
Η παραγωγή πλούτου γίνεται από τις επενδύσεις και τις επενδύσεις τις κάνουν όσοι κατέχουν κεφάλαιο, όταν το οικονομικό περιβάλλον τους ευνοεί.
Ευνοϊκό, όμως, οικονομικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις διαμορφώνουν οι φιλελεύθερες και όχι οι αριστερές κυβερνήσεις.
Αφού παραχθεί πλούτος, η επιλογή μιας αριστερής κυβέρνησης για την πιο δίκαιη διανομή του είναι επιβεβλημένη.
Αυτό δεν σημαίνει πως η κυβερνητική επιλογή μιας φιλελεύθερης κυβέρνησης θα ανατρέψει οποιαδήποτε κοινωνική μέριμνα έχει θεσπιστεί σε μια κοινωνία. Τότε θα οδηγηθούμε σε ζούγκλα και η ζούγκλα όχι πλούτο δεν παράγει αλλά είναι εγκληματική. Απολύτως καταδικαστέα.
Στη Γερμανία το SPD κάνει αριστερή στροφή που βρίσκει ανταπόκριση στην κοινωνία, όπως διαπιστώνεται από τα ποσοστά του. Αλλά στη Γερμανία έχουμε φιλελεύθερες κυβερνήσεις εδώ και πολλά χρόνια. Πλούτος παρήχθη και, τώρα, πρέπει να διανεμηθεί. Στη διανομή η αριστερά είναι καλύτερη.
Στην Ελλάδα, ο αριστερός Συριζα για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση εφήρμοσε δεξιά πολιτική. Έχει φτάσει, όμως, στα όριά του στη δεξιά στροφή που μπορεί να ανεχθεί το ευρύ εκλογικό του σώμα, όχι οι καρεκλοκένταυροι της νομενκλατούρας που πρόλαβε και δημιούργησε.
Στην Ελλάδα η πολιτική αλλαγή είναι επιβεβλημένη για να παραχθεί πλούτος. Με το Συριζα κανείς δεν πρόκειται να επενδύσει.
Όπως επιβεβλημένη είναι και η διαμόρφωση μιας νέας αριστεράς που θα αντικαταστήσει τον αμοραλιστικό καιροσκοπισμό του Συριζα. Η σειρά της να κυβερνήσει δεν θα αργήσει να έρθει.
Το αποτυχημένο πραξικόπημα οδήγησε σε εκτροχιασμό της τουρκικής οικονομίας. Το μεγάλο χρέος σε ξένο νόμισμα, η απώλεια εμπιστοσύνης και η κατάλυση του κράτους δικαίου. Η σοκαριστική μεταστροφή και η δύσκολη επόμενη μέρα.
Δημοσιεύθηκε: 13 Φεβρουαρίου 2019 – 08:00
Όταν μετακόμισα στην Κωνσταντινούπολη το 2006, ένας παλιός φίλος ο οποίος ζούσε για χρόνια στην Τουρκία μου εκμυστηρεύτηκε κάτι πολύ σημαντικό: το να προσπαθείς να καταλάβεις τη χώρα είναι σαν να πίνεις την τοπική ρακί. Το ποτό είναι αρχικά εντελώς διάφανο, αλλά όταν αναμειγνύεται με νερό θολώνει. Μερικά ποτηράκια από το εύγευστο αυτό απόσταγμα (ότι πρέπει με φρέσκο καλαμάρι) προκαλούν, στην καλύτερη περίπτωση, μια μικρή μέθη.
Ομοίως, όσο περισσότερο προσπαθεί κανείς να καταλάβει την Τουρκία, τόσο πιο θολά του φαίνονται τα πράγματα. Έφυγα από την Κωνσταντινούπολη δύο μήνες πριν την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016. Έκτοτε, επισκέπτομαι τη χώρα τακτικά και συνεπώς έχω παρατηρήσει τα σύννεφα που ρίχνουν τη σκιά τους στις θετικές εξελίξεις που διαπίστωσα κατά τη δεκαετή παραμονή μου.
Εδώ και πολλά χρόνια, η οικονομία της Τουρκίας έχει βιώσει μια άνευ προηγουμένου οικονομική επέκταση. Το ΑΕΠ της έχει αυξηθεί από τα $273 δισ. το 2000 στα $851 δισ. το 2017, καθιστώντας τη μια από τις μεγαλύτερες αναδυόμενες οικονομίες στον κόσμο. Η συνετή δημοσιονομική πολιτική και το περιορισμένο εξωτερικό δημόσιο χρέος οδήγησαν σε χαμηλότερο πληθωρισμό και πιο ανεκτά επιτόκια. Εκατομμύρια άνθρωποι βγήκαν από τη φτώχεια, με το κατά κεφαλήν εισόδημα να εκτινάσσεται από τα $9.000 στα $27.000 σήμερα. Από αεροδρόμια και δρόμους μέχρι σχολεία και νοσοκομεία, οι υποδομές άνθισαν.
Την ίδια στιγμή, η χώρα κατέγραψε σημαντική πρόοδο στην ειρηνική συνύπαρξη διαφορετικών μεταξύ τους πολιτισμικών ομάδων. Τα σημαντικά βήματα που έγιναν στο κουρδικό οδήγησαν σε νέους κανονισμούς και ρυθμίσεις οι οποίες εμβάθυναν την ανεκτικότητα απέναντι στις μειονότητες.
Εξαιτίας αυτού του φιλικού προς τις επιχειρήσεις κλίματος, η Τουρκία έγινε το αγαπημένο παιδί των αγορών. Η χρηματιστηριακή της αγορά γνώρισε εκρηκτική ανάπτυξη και ο τραπεζικός της τομέας περιγραφόταν συχνά ως ο πιο ανθεκτικός και υγιής σε όλο τον κόσμο. Απόρροια τούτου ήταν οι επενδυτές των private equity να συρρέουν τακτικά για την αγορά τουρκικών στοιχείων ενεργητικού αξίας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Oι άμεσες ξένες επενδύσεις έφτασαν σε επίπεδο ρεκόρ το 2006 και το 2007, ξεπερνώντας τα $20 δισ. Με άλλα λόγια, η οικονομία ήταν «καυτή», με τουρκικούς εταιρικούς κολοσσούς να είναι έτοιμοι να αγοράσουν σημαντικά στοιχεία ενεργητικού σε όλο τον κόσμο.
Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια κλιμακώθηκαν οι εντάσεις ανάμεσα στους κατά κύριο λόγο δυτικόφρονες Κεμαλιστές και τη μεγάλη μάζα της υπαίθρου η οποία τείνει προς ένα πιο θρησκευτικό τρόπο ζωής. H ισχύς μεταφέρθηκε από τους Κεμαλιστές και το στρατό σε μια νέα θρησκευτική, επιχειρηματική και πολιτική ελίτ, η οποία δεν ενδιαφέρεται να διατηρήσει τις κοσμικές αξίες τις οποίες ενστερνιζόταν ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ο ιδρυτής της τουρκικής δημοκρατίας.
Ενώ έχει λάβει χώρα η στροφή αυτή, η οικονομία έχει υπερθερμανθεί, με την Τουρκία να καταγράφει τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση του ιδιωτικού χρέους προς το ΑΕΠ από το 2009, πίσω μόνο από την Κίνα.
Mετά το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα το 2016, η χώρα έχει δει το κοινοβουλευτικό της σύστημα να αλλάζει δραματικά. Τα θεσμικά αντίβαρα έχουν διαβρωθεί, καθώς η ισχύς έχει μετατοπιστεί προς ένα αντιπροσωπευτικό προεδρικό σύστημα με έναν άνδρα στο τιμόνι, τον Ρεσέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Αφότου έχρισε τον άπειρο γαμπρό του του υπουργό Οικονομικών και έδιωξε τον Μεχμέτ Σιμσέκ, έναν πρώην τραπεζίτη της Merrill Lynch, ο Ερντογάν έδωσε στον εαυτό του την αποκλειστική δικαιοδοσία να ορίσει τον νέο κυβερνήτη της κεντρικής τράπεζας. Παρομοίως, το νομικό σύστημα, η αστυνομία και τα μέσα ενημέρωσης ελέγχονται ουσιαστική από την κυβέρνηση. Έκθεση την οποία ετοίμασε ο Διεθνής Οργανισμός Δικαιοσύνης κατατάσσει την Τουρκία στην 101η θέση μεταξύ 113 χωρών στο δείκτη για το κράτος δικαίου και 107η για την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης και της ελευθερίας του τύπου. Παρά την καταδίκη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τη φυλάκιση πολιτικών της αντιπολίτευσης, πολλοί αξιοσέβαστοι πολίτες όπως ο επιχειρηματίας και φιλάνθρωπος Οσμάν Καβάλα παραμένουν στη φυλακή χωρίς να έχουν δικαστεί.
H σοκαριστική μεταστροφή της Τουρκίας έχει οδηγήσει σε απώλεια αξιοπιστίας και καταστροφή της εμπιστοσύνης των επενδυτών. Τα επιτόκια δανεισμού σε τουρκική λίρα αυξήθηκαν πάνω από το 35%. Η τουρκική λίρα έχασε περίπου το 70% της αξίας της έναντι άλλων σκληρών νομισμάτων τα τελευταία δέκα χρόνια.
Με το χρέος της Τουρκίας σε ξένο νόμισμα να βρίσκεται στα $466,7 δισ. (τον Ιούνιο του 2018) ή 54% του ΑΕΠ, το αδύναμο νόμισμα δημιουργεί υψηλό ρίσκο όσον αφορά τις πληρωμές σε σκληρό νόμισμα. Ο πληθωρισμός παραμένει επίσης υψηλός κοντά στο 20%. Και ενώ η κεντρική τράπεζα αύξησε τα επιτόκια, η αντίδραση ήρθε πολύ αργά. Η ανάπτυξη της τουρκικής οικονομίας επιβραδύνθηκε στο 1,6% το τρίτο τρίμηνο του προηγούμενου έτους.
Το ΔΝΤ έχει αναθεωρήσει την πρόβλεψη του για την ανάπτυξη της Τουρκίας το 2019 από το 4% στο 0,4%. Το 2017 η ανάπτυξη ανήλθε στο 7,4% και το 2018 υπολογίζεται ότι ήταν στο 3,5%. Και μολονότι μια επιβράδυνση είναι καλοδεχούμενη, υπάρχει πλέον η απειλή της ύφεσης.
Παρά τα πολιτικά σύννεφα που έχουν συγκεντρωθεί τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία μπορεί να επιστρέψει στο μονοπάτι της επιτυχίας. Για να το κάνει αυτό, είναι πολύ σημαντικό η χώρα να ξαναμπεί στο δρόμο των μεταρρυθμίσεων και της σύνεσης, ώστε να διασφαλίσει ότι θα κρατήσει τα ταλέντα και τις καινοτόμες ιδέες.
Πρέπει να εγκαταλείψει την ακραία πόλωση και να επιτρέψει σε μια νέα γενιά ηγετών να αναδυθεί. Η Τουρκία πρέπει να δεσμευτεί πολύ σύντομα σε ένα αξιόπιστο μακροοικονομικό πρόγραμμα σταθεροποίησης και πραγματιστικών νομισματικών και δημοσιονομικών μέτρων για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.
Η χώρα έχει όλα τα συστατικά που απαιτούνται για βιώσιμη ανάπτυξη. Έχει ορισμένους από τους πιο ισχυρούς και δραστήριους επιχειρηματικούς ομίλους στον αναδυόμενο κόσμο. Πολλές από τις εταιρείες αυτές είναι καλά προετοιμασμένες για μια εποχή μεγαλύτερης μεταβλητότητας και σε μεγάλο βαθμό ήταν ιδιαίτερα προσεκτικές να μην εκτεθούν υπερβολικά σε χρέος σε ξένο νόμισμα.
Με την αποδυνάμωση της λίρας, οι τουρκικές εταιρείες θα είναι σε καλύτερη θέση να αρπάξουν μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς εξαγωγών. Το διαρθρωτικό εμπορικό έλλειμμα συρρικνώνεται. Την ίδια στιγμή, η νομισματική κρίση έχει καταστήσει τις επενδύσεις στην Τουρκία σχετικά φθηνές για τους επενδυτές. Το 2019, έχει ξεκινήσει καλά για το τουρκικό χρηματιστήριο, το οποίο πραγματοποίησε άλμα πάνω από 16% τον Ιανουάριο σε μια από τις καλύτερες εκκινήσεις εδώ και πολλά χρόνια.
Οπότε, καθώς απολαμβάνω ένα ποτήρι ρακί με τους φίλους μου στην Κωνσταντινούπολη, ελπίζω ότι τα οικονομικά και πολιτικά σύννεφα θα απομακρυνθούν από την Τουρκία.
Η χώρα και ο λαός της το αξίζουν.
Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.
Emmanuel Macron’s visit to Cairo and Donald Trump’s cheerleading have bolstered Abdel Fattah al-Sisi as he faces popular protest over his latest power grab.
French president Emmanuel Macron (L) and his Egyptian counterpart Abdel Fattah al-Sisi (R) take part in an official diner at the Al Massah hotel, in Cairo, on Jan. 28, 2019. (LUDOVIC MARIN/AFP/GETTY IMAGES)
The severity of the Egyptian authorities’ crackdown on dissidents in recent years has left many activists unwilling to defy the regime of President Abdel Fattah al-Sisi. The waves of political activism that preceded the 2011 revolution and peaked in the wake of that uprising have been fading since the military coup of July 2013. Fewer and fewer democrats and human rights activists are willing to subject themselves to the regime’s wrath, which can include military trials as well as “torture, arbitrary arrests, and enforced disappearances,” according to Human Rights Watch.
Given this environment, it was a surprise when a series of short, straightforward videos started to flood Egyptian social media networks on Feb. 6, featuring citizens from various backgrounds making a unified statement: “I am an Egyptian citizen, and I say no to the constitutional amendments.” If adopted, the government’s proposed amendments could pave the way for Sisi to stay in office until 2034. (When he was the country’s defense minister, Sisi led the 2013 coup that ousted then-President Mohamed Morsi before becoming president himself a year later.)
As it stands, Egypt’s Constitution, drafted and adopted in January 2014 in the wake of the coup, stipulates that no amendments may be made to the article that limits the presidency to two four-year terms. This is exactly what pro-Sisi forces are trying to change.
Egypt’s Constitution, drafted and adopted in January 2014 in the wake of the coup, stipulates that no amendments may be made to the article that limits the presidency to two four-year terms. This is exactly what pro-Sisi forces are trying to change.
After the idea was first floated in the media by pundits known for their ties to the country’s rulers, the amendments were proposed in Parliament, which provisionally approved them on Thursday.The amendments will now be reviewed in a parliamentary committee before they are put to another vote. If passed in Parliament, a national referendum will be held. Unfortunately, Sisi’s latest power grab has been met with nearly universal silence from Western leaders who profess to care about human rights and democracy.
Many Egyptians have already announced their opposition to the amendments online. The majority of the videos have been posted by ordinary people rather than high-profile activists. Many among the latter group are in political detention or in exile anyway, or they are trying to keep a low profile to avoid the fate of those who are already under the security forces’ grip.
Instead, anger is being expressed in hundreds of videos that are posted on an anonymous Facebook page that defines its mission as helping Egyptians seek “change for the better” and “organize” to make that change happen. Ordinary people have been filming themselves expressing their opposition to the amendments and posting their videos online, in rapidly increasing numbers, via this page. The videos feature random faces of women and men, young and old, and bourgeois and working-class citizens as they make short statements against the backgrounds of simple Egyptian homes.
Some have no faces at all; they recorded only their voices to avoid being identified and harmed by the government’s security agencies. Commenters cheer for those who have had the courage to express their rejection of the amendments. The commenters also express their fear: “May God protect you” and “Stay safe” appear alongside “Bravo” and “We will prevail.”
None of those who posted the videos are reported to have been arrested or harmed, but fear for their safety is growing and justified. The Sisi regime has not taken action against every single dissenter, but it typically takes action at random, and when it does, it can be vicious and merciless.
The Sisi regime has not taken action against every single dissenter, but it typically takes action at random, and when it does, it can be vicious and merciless.
An estimated 60,000 people have been arrested “on political grounds” since the coup.The regime’s response has already started—not toward those in the videos but toward a prominent public figure: Khaled Youssef, a film director and member of Parliament who had expressed support for Sisi amid the 2013 coup and who was a member of the committee that drafted the constitution in 2014. Youssef announced on Feb. 3 that he was against the amendments, adding on his Facebook and Twitter accounts that he realized this stance might result in imprisonment on “fake charges.”
His prediction has partially come true. Two actresses were arrested on Feb. 7 for committing “debauchery” over a leaked video in which they appear dancing in their underwear. The actresses reportedly told investigators that the video was filmed by Youssef in his apartment, according to Egyptian media outlets. While Youssef himself has not been arrested, he is being subjected to what he described to BBC Arabic as a “moral assassination.” In the context of a conservative Egyptian society, extramarital sexual relationships can seriously damage a public figure’s reputation. The two actresses’ arrest also constitutes an indirect threat against Youssef: If they were arrested, then he might soon be detained, too.
In a similar episode, a pro-government lawyer filed a lawsuit against yet another lawmaker, Haitham al-Hariri, who voiced his criticism of the amendments. The lawyer accuses Hariri of “harassment over the phone” in relation to a leaked call between him and his female office manager.
The issue is not whether the leaked recordings are real or whether Youssef and Hariri engaged in behavior that requires prosecution—it is rather about the timing at which their purported mistakes have surfaced. The current security agencies and judicial system are by no means known for supporting women against harassment and abuse.
Less than five months ago, an Egyptian court sentenced a harassment victim to two years in prison for a Facebook video in which she condemned sexual harassment and expressed resentment of the authorities’ failure to protect women. So when a pro-government lawyer, who is known to have acted on the regime’s behalf for years, accuses Hariri of phone harassment, this means that the regime is simply being opportunistic. After all, the same lawyer also filed a lawsuit in December against an actress, accusing her of “incitement to debauchery” after she wore a dress that was allegedly revealing and inappropriate. He is clearly no supporter of women’s rights and freedoms.
The silver lining is that the anti-amendment videos have continued to flood social media despite the attacks on Youssef and Hariri and in defiance of the fear that Sisi and the state’s security apparatus have been cultivating since 2013. This is not a sign of imminent regime change or radical progress toward more democratic rule in the country. It is nonetheless significant that Egyptians are undertaking collective action and becoming conscious of their ability to challenge a ruling elite that has created what Amnesty International calls an “open-air prison for critics.”
Egyptians are undertaking collective action and becoming conscious of their ability to challenge a ruling elite that has created what Amnesty International calls an “open-air prison for critics.”
Popular anger has been growing, slowly. Sisi no longer enjoys the popularity he had when he first seized power in 2013 and 2014. The Egyptian polling center Baseera found that the president’s popularity fell from 54 percent in 2014 to 27 percent in 2016. In addition to resentment of human rights violations under his rule, anger against Sisi’s policies escalated after he devalued the Egyptian currency and lifted fuel subsidies that had been in place for decades. Both steps were implemented in 2016, leading to a hike in the prices of basic goods. This has in turn affected Egyptians’ standard of living and made it harder for many of them to make ends meet.
In the same year, there were rare and massive protests against Sisi’s decision to cede Egypt’s sovereignty over the two Red Sea islands of Tiran and Sanafir to Saudi Arabia, whose rulers have supported Sisi and supplied him with aid and loans since the coup. The protests were suppressed, and dozens of protesters were arrested but only after they had signaled that Sisi’s actions would not always go unchallenged.
Unfortunately, the international community, by siding with Sisi, is defying the Egyptian people’s will. This is true of French President Emmanuel Macron, whose visit to Egypt in late January was an unmistakable show of support for Sisi and the ruling elite. Macron’s criticism of the human rights situation in the country boils down to empty rhetoric when assessed alongside the fact that France has become the top supplier of arms to Egypt in recent years. In addition to Rafale fighter jets, warships, and a military satellite, France also provided armored vehicles that have been “used to violently crush dissent in Cairo and Alexandria,” according to an Amnesty International report.
It is no wonder that the heads of Rafale producer Dassault accompanied Macron on his visit to Cairo, the very visit in which he said in a joint press conference with his Egyptian counterpart that “stability cannot be dissociated from the question of human rights.” Sisi responded by saying that “Egypt does not advance through bloggers.”
Macron’s policies are only part of a larger pattern across an international community that has recently engaged in unprecedented complicity with Sisi’s authoritarianism.
Macron’s policies are only part of a larger pattern across an international community that has recently engaged in unprecedented complicity with Sisi’s authoritarianism.
U.S. President Donald Trump told the Egyptian president during a meeting in September 2018 that the U.S.-Egyptian “relationship has never been stronger. And we’re working with Egypt on many different fronts, including military and trade. … It’s an honor to be with you again.” Trump is also a strong supporter of the Saudi regime, which has backed Sisi economically and politically since the coup. And most recently, on Feb. 10, the Egyptian president assumed the chairmanship of the African Union—a first for Egypt since the regional organization’s establishment in 2002.After being appointed the AU’s chairman, Sisi said in a speech to the AU assembly that the continent is facing the threat of terrorism. In doing so, he played a card that has served him well in international forums. Despite his tough talk on terrorism, Sisi has failed to defeat the Islamic State’s affiliate in Egypt’s Sinai Peninsula nearly five years after he became president. And he has repeatedly misled his international audience by arguing that all his opponents are Islamist terrorists and that this justified their detention. This is not true. Many of the regime’s critics are secularists and liberals.
And those who do come from the Islamist-leaning Muslim Brotherhood cannot be described as terrorists, either. The group has repeatedly stressed its adherence to peaceful means of opposition. Its ability to pose a threat to Sisi’s power in any way has been dramatically weakened because thousands of its members were jailed or fled the country after 2013. Only a small minority of its younger members have reportedly become radicalized and disillusioned with the group’s leadership in recent years. If a small minority of younger Islamists have become extremists, it only proves that flagrant injustice breeds grievances and raises the chances of radicalization.
If a small minority of younger Islamists have become extremists, it only proves that flagrant injustice breeds grievances and raises the chances of radicalization.
Egypt’s post-2011 political spectrum, which saw a stark division between Islamists and non-Islamists, does not represent the country’s scene any longer. Resentment and bitterness are now rising among Egyptians from various backgrounds, and many of Sisi’s critics are ordinary people with no political experience or interest in ideology.
It is up to European and U.S. leaders to side with the Egyptian people or with a regime that has trampled its citizens’ human rights. It is up to Western powers to live up to their claims that they value and champion justice, rights, and freedoms—or to turn a blind eye as their ally violates these values.
Sara Khorshid is an Egyptian journalist and columnist. Her articles have appeared in the New York Times, the Guardian, Al-Shorouk, Jadaliyya, and numerous other outlets.
Οι πέντε χώρες που οι ΗΠΑ θα πρέπει να αποφύγουν να πολεμήσουν
Το 2018 ήταν μια χρονιά πρωτοποριακής διπλωματίας από τις ΗΠΑ.
Ένας Αμερικανός πρόεδρος (D. Trump) και ένας Βορειοκορεάτης ηγέτης (Kim Jong Un) συναντήθηκαν για πρώτη φορά από τότε που η Κορεατική Χερσόνησος χωρίστηκε σε δύο έθνη.
Αμερικανοί πιλότοι εκτόξευσαν περισσότερα πυρομαχικά στο Αφγανιστάν το 2018 από ό, τι οποιαδήποτε άλλη στιγμή από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος.
Και, με μια αξιοσημείωτη και αιφνίδια απόφαση ο Πρόεδρος Donald Trump διέταξε, μέσω tweet, την πλήρη απομάκρυνση των 2.000 αμερικανικών στρατιωτικών από τη Συρία.
Εάν το 2018 ήταν μια περιπέτεια, το 2019 θα μπορούσε να είναι το έτος που θα επιφυλάξει πολλές εκπλήξεις.
Μερικοί από τους τρέχοντες πολέμους είναι πιθανόν να συνεχιστούν, ενώ νέοι θα μπορούσαν εξίσου εύκολα να πυροδοτηθούν.
Η κυβέρνηση Trump μπορεί να κάνει τόσο στην ίδια όσο και στις ΗΠΑ μια μεγάλη χάρη αν αποφύγει να πολεμήσει σε αυτές τις χώρες.
Συρία
Η Ρωσία και το Ιράν θεωρούν τη Συρία μια χώρα που είναι πολύ σημαντική για τα εθνικά συμφέροντα ασφαλείας τους.
Υπήρχε σοβαρός λόγος για τον οποίο η Μόσχα το 2015 αποφάσισε την πρώτη στρατιωτική της επέμβαση εκτός των συνόρων της μετά από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του 1980.
Η Συρία ήταν ένας παλιός σύμμαχος της Ρωσίας την εποχή του Ψυχρού Πολέμου στην πρώτη γραμμή απέναντι από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Για τους Ιρανούς, το να παραμείνει η Συρία κάτω από την εξουσία της οικογένειας Assad ήταν ακόμα πιο επιτακτική.
Η κατάρρευση του Bashar al-Assad θα σήμαινε πιθανώς τη διακοπή μιας στρατηγικής σχέσης τεσσάρων δεκαετιών μεταξύ των δύο χωρών, η οποία διήρκεσε σε ορισμένες από τις πιο σκοτεινές μέρες της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Ο θάνατος ή η ανατροπή του Assad θα αποτελούσε τη χειρότερη αποτυχία στην ιρανική εξωτερική πολιτική, από την εισβολή του Saddam Hussein το 1980 στην ιρανική επικράτεια.
Η Συρία, ωστόσο, ποτέ δεν ήταν πολύ σημαντική για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή θα συνεχιζόταν ανεξάρτητα από το αν ο Assad είχε την εξουσία, ή πέθαινε ή εξοριζόταν.
Tα στρατεύματα των ΗΠΑ ήταν στη Συρία, για να εξουδετερώσουν το ISIS και να ανακαταλάβουν τις περιοχές που είχαν καταλάβει οι τζιχαντιστές.
Όμως, με το 99% της επικράτειας του ISIS να έχει ανακαταληφθεί, έχει έρθει η στιγμή οι ΗΠΑ να αποχωρήσουν από τη Συρία.
Ακόμα και χωρίς το ISIS να εξουσιάζει μερικά εκατομμύρια Σύριους, η Συρία σήμερα εξακολουθεί να είναι ένα θλιβερό μέρος.
Το άλλοτε υπερήφανο και εθνικιστικό αραβικό έθνος είναι τώρα αρένα για τις ξένες δυνάμεις.
Τα τουρκικά στρατεύματα εκτοξεύουν πυραύλους ενάντια στους Κούρδους μαχητές της Συρίας.
Οι σύριοι Κούρδοι προετοιμάζονται να πολεμήσουν τους Σύριους Άραβες που υποστηρίζονται από την Άγκυρα.
Ισραηλινά αεροπλάνα βομβαρδίζουν ιρανικές βάσεις, εγκαταστάσεις όπλων της Χεζμπολάχ και συριακά αεροδρόμια.
Ρωσικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν ποιος ξέρει τι και οι Ιρανοί σχεδιάζουν την μακρά παραμονή τους στη χώρα.
Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποχωρήσουν στις αρχές του 2019 από τη Συρία, ο πρόεδρος Trump θα πρέπει να επισπεύσει τις διαδικασίες απόσυρσης των αμερικανικών στρατευμάτων.
Κορέα
Αυτή τη στιγμή, ο διάλογος για τη συμφιλίωση μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας πηγαίνει καλά – ή τουλάχιστον αρκετά καλά.
Έχουν υπογραφεί συμφωνίες αποστρατικοποίησης.
Οι νάρκες ξηράς και οι προστατευτικές θέσεις αφαιρούνται και στις δύο πλευρές της αποστρατικοποιημένης ζώνης.
Και ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας Kim Jong-un θα μπορούσε να ταξιδέψει στη Σεούλ στις αρχές του 2019 για μια τέταρτη συνάντηση με τον πρόεδρο της Νότιας Κορέας Moon Jae-in.
Ωστόσο, η διπλωματία μεταξύ ΗΠΑ και Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας είναι εύθραυστη και, αν γίνει πιο εύθραυστη, οι κακές ημέρες της «πυρκαγιάς και της μανίας» και οι αμοιβαίες απειλές πυρηνικού ολοκαυτώματος θα μπορούσαν να επιστρέψουν με εκδίκηση.
Είναι περισσότερο από πιθανό ότι μια διακοπή στις συνομιλίες θα μπορούσε να παρακινήσει τον σύμβουλο της Εθνικής Ασφάλειας, John Bolton των ΗΠΑ να ψιθυρίσει στο αυτί του Trump για την ανάγκη προετοιμασίας για στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί ο πρόεδρος των ΗΠΑ να εξετάσει μια τέτοια επιλογή.
Ενώ η Ουάσιγκτον θα κερδίσει έναν πόλεμο στην Κορεατική Χερσόνησο, η καταστροφή θα ήταν τεράστια
Εκατομμύρια θύματα στην κορεατική χερσόνησο είναι ένας εφιάλτης, ένας εφιάλτης που δεν χρειάζεται να γίνει πραγματικότητα.
Υεμένη
Υπό την πολιτική πίεση από τη βίαιη δολοφονία του αρθρογράφου της Washington Post Jamal Khashoggi και τις χιλιάδες σελίδες από ανακριτές που περιγράφουν τα εγκλήματα πολέμου της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη, ο Λευκός Οίκος τον Νοέμβριο του 2018 σταμάτησε να ανεφοδιάζει τα μαχητικά αεροσκάφη του Ριάντ στις καθημερινές αποστολές βομβαρδισμού.
Ο τερματισμός του αεροπορικού ανεφοδιασμού έλαβε χώρα μετά από περισσότερο από τρεισήμισι χρόνια αφόρητων αεροπορικών επιθέσεων από τον στρατιωτικό συνασπισμό της Σαουδικής Αραβίας σε πολιτικούς στόχους, όπως εργοστάσια, γέφυρες και σχολικά λεωφορεία.
Ενώ οι αμερικανοί πιλότοι δεν βομβαρδίζουν θέσεις Houthi, ο αμερικανικός στρατός είναι άμεσος συμμετέχων στην εμφύλια σύγκρουση της Υεμένης.
Η πρόεδρος της νέας Βουλής των ΗΠΑ Nancy Pelosi έχει δεσμευτεί σε μια συζήτηση και ψηφοφορία για τον τερματισμό της αμερικανικής εμπλοκής στον πόλεμο της Υεμένης.
Ταϊβάν
Η «Πολιτική μία Κίνα» και οι τρεις συμφωνίες που υπογράφηκαν μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου από το 1972 και το 1982 εξακολουθούν να υπαγορεύουν τις σχέσεις μεταξύ των δύο παγκόσμιων οικονομικών ανταγωνιστών.
Η Ταϊπέι, ωστόσο, κρατά τις καρδιές των ανθρώπων στην Ουάσινγκτον.
Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν αναγνωρίσει την Ταϊβάν από τις μέρες του Jimmy Carter, παρέχουν στην Ταϊβάν τις αμυντικές δυνατότητες που χρειάζεται για να υπερασπιστεί την εδαφική της ακεραιότητα. Ο
νόμος για τις σχέσεις της Ταϊβάν του 1979 εξακολουθεί να είναι το επίκεντρο της εταιρικής σχέσης των ΗΠΑ και της Ταϊβάν.
Ωστόσο, το 2018, ο Κινέζος πρόεδρος Xi Jinping εμφανίζεται όλο και περισσότερο ενοχλημένος από την κυβέρνηση του Trump για την πώληση του αμυντικού εξοπλισμού σε αυτό που θεωρεί το Πεκίνο ως νόμιμη επαρχία της ηπειρωτικής χώρας.
Κινέζοι αξιωματούχοι ήταν επίσης αναστατωμένοι για αρκετές επιχειρήσεις ελεύθερης ναυσιπλοΐας που εκτελέστηκαν από το ναυτικό των ΗΠΑ στο Στενό της Ταϊβάν.
Παρόλο που κανείς δεν προβλέπει κάποια κινεζική εισβολή στην Ταϊβάν σύντομα, πολλοί αναλυτές δεν το αποκλείουν.
Αν το Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατιωτικό Πολεμικό Ναυτικό αναλάβει τον πλήρη έλεγχο των Στενών ή εάν το Πεκίνο εισβάλει στην πραγματικότητα στο νησί, θα είναι μια πράξη απερίσκεπτη.
Τα «γεράκια» στις ΗΠΑ κατά της Κίνας θα απαιτούσαν μια σκληρή απάντηση σε ένα τέτοιο σενάριο.
Ωστόσο, σύμφωνα με έρευνα του Chicago Council on Global Affairs το 2018, μόνο το 35% των Αμερικανών θα υποστήριζε τη χρήση αμερικανικών στρατευμάτων σε μια τέτοια κατάσταση.
Η πολιτική Ταϊβάν των ΗΠΑ είναι μια από τις πολλές περιπτώσεις όπου οι πεποιθήσεις των ελίτ της εξωτερικής πολιτικής δεν αντιστοιχούν στις πεποιθήσεις του Αμερικανικού κοινού.
Αξίζει το κόστος μιας μεγάλης σύγκρουσης μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών και στρατιωτικών δυνάμεων για την Ταϊβάν;
Σίγουρα όχι.
Αφγανιστάν
Αυτός ο κατάλογος δεν θα ήταν πλήρης χωρίς να συμπεριληφθεί ο μακροβιότερος πόλεμος των ΗΠΑ.
Όλα αυτά που μπορούν να ειπωθούν για το Αφγανιστάν έχουν ειπωθεί τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια και δύο μήνες.
Δεκάδες, μερικές φορές εκατοντάδες, στρατιωτικοί και αστυνομικοί του Αφγανιστάν σκοτώνονται κάθε εβδομάδα σε επιθέσεις των Ταλιμπάν , είτε στην πρωτεύουσα Καμπούλ, είτε σε απομακρυσμένες περιοχές της επαρχίας Farah και να μην φαίνεται φως στο τούνελ για την πολύπαθη χώρα.
Οι στρατιωτικοί εκπαιδευτές των ΗΠΑ συνεχίζουν να εκπαιδεύουν και οι σύμβουλοι των Η.Π.Α. συνεχίζουν να συμβουλεύουν, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα.
Αφγανοί πολιτικοί στην πρωτεύουσα συνεχίζουν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για κύρος, δύναμη και χρήμα, χωρίς τέλος.
Ο ανώτατος στρατηγός των ΗΠΑ, Joe Dunford, χαρακτήρισε το Αφγανιστάν «αδιέξοδο» τον Νοέμβριο του 2017, την ίδια λέξη που περιγράφει την κατάσταση το 2017.
Το 2019 θα πρέπει να είναι το τελευταίο έτος που τα στρατεύματα των ΗΠΑ θα παραμείνουν στο Αφγανιστάν.
Το κλειδί για να κατανοήσει κανείς τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και τη φυσιογνωμία του καθεστώτος στην Τουρκία είναι οι κουρδικές πολιτικές των εκάστοτε κυβερνήσεων και των κρατικών αρχών, όπως εξελίχθηκαν κατά τη διάρκεια του 20ου και στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Οι εθνικιστικές οθωμανικές κυβερνήσεις των αρχών του 20ου αιώνα είχαν ως προτεραιότητα τη δημιουργία ενός ενωμένου, ομοιογενούς εθνικού τουρκικού κράτους στα εναπομείναντα εδάφη της Μικράς Ασίας.
Ο κληρονόμος και συνεχιστής των νεοτουρκικών μιλιταριστικών και γενοκτονικών πολιτικών, Μουσταφά Κεμάλ, δημιούργησε μια ιδεολογία στην οποία δεν είχαν καμιά θέση οι μη τουρκικές εθνοτικές ομάδες και μειονότητες. Έτσι, έθεσε σε εφαρμογή μια πολιτική σκληρού εκτουρκισμού των πολλών διαφορετικών θρησκευτικών και εθνοτικών ομάδων. Αυτές οι πολιτικές συνεχίστηκαν ακόμα και μετά τον θάνατό του, έχοντας ως θεματοφύλακα τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις. Η γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών (Αρμένιοι, Έλληνες και Ασσύριοι) της Μικράς Ασίας διευκόλυνε τις πολιτικές εκτουρκισμού των υπολοίπων ομάδων.
Αυτή η ιδιότυπη κοινωνική μηχανική που εφάρμοσε το τουρκικό κράτος για δεκαετίες είχε ως στόχο να αφομοιώσει πλήρως και να εκτουρκίσει όλους τους πληθυσμούς που διαβιούσαν εντός των συνόρων του νεοϊδρυθέντος κράτους. Το κεντρικό δόγμα ασφαλείας που διαμορφώθηκε από τις Ένοπλες Δυνάμεις και τις υπηρεσίες πληροφοριών και συνεχίζει να εφαρμόζεται μέχρι σήμερα, αναπτύχθηκε γύρω από δύο κεντρικές πολιτικές επιδιώξεις: α) την αποτροπή απόκτησης πολιτικής δύναμης και επιρροής στις υποθέσεις του κράτους και της δημόσιας ζωής από οποιαδήποτε μη τουρκική εθνοτική ομάδα και β) τη διαρκή και πλήρη άρνηση της απόδοσης μειονοτικών δικαιωμάτων πέραν αυτών που αναγνωρίζει η Συνθήκη της Λωζάνης προς τους ελάχιστους εναπομείναντες χριστιανούς.
Στη βάση αυτού του κεντρικού δόγματος ασφαλείας, απαγορεύτηκε στους Κούρδους, Άραβες, Τσερκέζους και σε πολλές άλλες μη τουρκικές εθνοτικές ομάδες να μιλούν δημόσια τη γλώσσα τους και να αναπτύσσουν τον πολιτισμό τους (μουσική, λογοτεχνία, ιστορία, φολκλόρ κλπ). Ως σουνίτες μουσουλμάνοι θεωρήθηκαν αυτόματα και Τούρκοι.
ΡΚΚ και βαθύ κράτος
Η παρεμβατική πολιτική της Τουρκίας στα γειτονικά κράτη.
Η δημιουργία και άνοδος του κουρδικού εθνοαπελευθερωτικού κινήματος (ΡΚΚ), στις αρχές τις δεκαετίας του 1980, κατέστησε το κρατικό δόγμα ασφαλείας ακόμα πιο επιτακτικό. Στην πολυετή σύγκρουση μεταξύ Κούρδων του ΡΚΚ και του τουρκικού στρατού, έχασαν τη ζωή τους δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι. Σε αυτό το κλίμα βίας, ο στρατός ενίσχυσε τη θέση του στους μηχανισμούς σχεδιασμού και λήψης κρατικών αποφάσεων, γεγονός που οδήγησε στην περαιτέρω στρατιωτικοποίηση της δημόσιας ζωής και της πολιτικής ατζέντας.
Το αποσχιστικό κουρδικό κίνημα θεωρήθηκε η μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια του κράτους και την ενότητα της χώρας και όλες οι πολιτικές του κράτους σχεδιάστηκαν με βάση αυτή την αντίληψη απειλής. Το λεγόμενο βαθύ κράτος, δηλαδή ένα δίκτυο αποτελούμενο από στελέχη των τουρκικών υπηρεσιών ασφαλείας και διαφόρων τμημάτων της κρατικής γραφειοκρατίας, με επικεφαλής το εθνικό συμβούλιο ασφαλείας, κατάφερε να ελέγξει και να κατευθύνει τους μηχανισμούς σχεδιασμού πολιτικής και λήψης αποφάσεων σε όλους τους κρίσιμους τομείς της δημόσιας πολιτικής. Κατάφερε να υποτάξει ακόμα και τους μηχανισμούς των κομμάτων και πολλούς πολιτικούς, τους οποίους ήλεγχε με διάφορες μεθοδεύσεις.
Η «παρακρατική» αυτή δομή κατάφερνε να νομιμοποιεί τις παρεμβάσεις και τον ρόλο της, λόγω της διαρκούς επίκλησης του κουρδικού αποσχιστικού κινδύνου. Επίσης, κατάφερε μέχρι σήμερα να αποτρέψει οποιεσδήποτε προσπάθειες εκδημοκρατισμού της χώρας και επίλυσης του κουρδικού προβλήματος με ειρηνικά μέσα. Το «βαθύ κράτος» στιγμάτισε και ποινικοποίησε ακόμα και τα ειρηνικά κουρδικά κινήματα, φυλακίζοντας τους ηγέτες τους και απονομιμοποιώντας τη δημόσια παρουσία και δράση τους.
Ελέγχοντας σε μεγάλο βαθμό τους μηχανισμούς κρατικής προπαγάνδας, αυτό το δίκτυο κατάφερε να ελέγξει και να διαμορφώσει την τουρκική κοινή γνώμη με βάση τις δικές του ιδεολογικές προτιμήσεις και πολιτικές στοχεύσεις. Με λίγα λόγια, κατάφερε να νομιμοποιήσει την άσκηση ωμής βίας έναντι των Κούρδων αλλά και έναντι κάθε αντιπολιτευόμενης φωνής.
Τουρκία και Συρία
Τη δεκαετία του 1990, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών κατηγορούσε διαρκώς την κυβέρνηση της Συρίας για υπόθαλψη «τρομοκρατών του ΡΚΚ». Είναι αληθές ότι η Δαμασκός, εκτός του ότι παρείχε φιλοξενία και προστασία στον ηγέτη του κινήματος Αμπντουλάχ Οτσαλάν, επέτρεπε τη χρήση των εδαφών της για τις μετακινήσεις των μαχητών του κινήματος, οι οποίοι είχαν βάσεις εκπαίδευσης στην κοιλάδα Μπεκάα του Λιβάνου, και μέσω Συρίας εξαπέλυαν επιθέσεις εντός του Τουρκικού Κουρδιστάν. Εκείνη την περίοδο, το 1/3 των μαχητών του ΡΚΚ προερχόταν από τη Συρία.
Το 1999, η τότε τουρκική κυβέρνηση συγκέντρωσε στρατεύματα στα τουρκοσυριακά σύνορα, απειλώντας τη συριακή κυβέρνηση με εισβολή, αν δεν εκδιώξει των Αμπντουλάχ Οτσαλάν από τα εδάφη της. Ο Κούρδος ηγέτης αναγκάστηκε να αποχωρήσει και έκτοτε άρχισε μια μεγάλη περιπέτεια που οδήγησε στη σύλληψή του στο Ναϊρόμπι της Κένυας και στην παράδοσή του στις τουρκικές αρχές.
Μετά από αυτό το γεγονός, οι τουρκοσυριακές σχέσεις μπήκαν σε φάση ομαλοποίησης, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Χαφέζ αλ Άσαντ το 2000 και την ανάληψη της εξουσίας από τον γιο του Μπασάρ αλ Άσαντ, ο οποίος επιθυμούσε τη βελτίωση των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων με την Τουρκία. Από τότε η συριακή κυβέρνηση απαγόρευσε τη, μέσω των εδαφών της, μετακίνηση Κούρδων μαχητών εντός της τουρκικής επικράτειας, ενώ παρέδωσε πολλούς Τούρκους πολίτες υποστηρικτές του ΡΚΚ στις τουρκικές κρατικές αρχές.
Η άνοδος του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην εξουσία το 2002 συνέβαλε στην περαιτέρω βελτίωση των τουρκοσυριακών σχέσεων. Στηριζόμενη στην άνθηση της οικονομίας της, η Τουρκία ακολούθησε μια πολιτική ήπιας επιρροής προς τη Συρία μέχρι το 2011, όταν η χώρα αυτή αποσταθεροποιήθηκε από το κύμα της Αραβικής Άνοιξης.
Οι εσωτερικές μεταρρυθμίσεις που δρομολόγησε η κυβέρνηση Ερντογάν την πρώτη δεκαετία της διακυβέρνησής της στο πλαίσιο της ενίσχυσης των σχέσεων με την ΕΕ, η αλλαγή ρητορικής στην εξωτερική πολιτική, ιδιαίτερα προς τις γειτονικές χώρες, και η εστίαση σε πολιτικές οικονομικής συνεργασίας και ήπιας ισχύος δημιούργησαν την εντύπωση πως η Τουρκία αλλάζει προς το καλύτερο.
Στο εσωτερικό υπήρξαν εκτεταμένες συλλήψεις και φυλακίσεις στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων που ανήκαν στο παραδοσιακό κεμαλικό κατεστημένο, κάνοντας, λανθασμένα, αρκετούς αναλυτές να μιλήσουν για το τέλος του βαθέος κράτους. Την ίδια περίοδο η Άγκυρα και η Δαμασκός κατήργησαν τις θεωρήσεις διαβατηρίων, διευκολύνοντας έτσι τις μετακινήσεις και τις εμπορικές συνεργασίες μεταξύ των πολιτών τους.
Υπερφίαλες αντιλήψεις
Οι δύο κυβερνήσεις ίδρυσαν ανώτατο συμβούλιο στρατηγικής συνεργασίας και άρχισαν να οργανώνουν κοινές συνεδριάσεις των υπουργικών τους συμβουλίων. Σύμφωνα με την επίσημη ρητορική της τουρκικής κυβέρνησης και με βάση το νεοοθωμανικό δόγμα Νταβούτογλου, επιδίωξη της Τουρκίας ήταν η περαιτέρω οικονομική ολοκλήρωση με τη Συρία, την οποία οι ισλαμικές ελίτ έβλεπαν ως πρώην οθωμανική κτήση. Ακόμα θεωρούσαν ότι μπορούσαν σταδιακά να την απορροφήσουν, μέσω της οικονομικής ολοκλήρωσης και συνεργασίας.
Αυτές οι υπερφίαλες αντιλήψεις και πολιτικές άρχισαν σταδιακά να καταρρέουν, όταν ξέσπασε η Αραβική Άνοιξη που επηρέασε βαθιά και την ίδια τη Συρία. Η Άγκυρα τότε, λειτουργώντας πατερναλιστικά, επιχείρησε να πείσει τον Άσαντ να προβεί σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Η άρνηση του τελευταίου να ακούσει τις νουθεσίες του Ερντογάν, οδήγησαν σε σκλήρυνση της τουρκικής στάσης και σε ενίσχυση από πλευράς της των σουνιτών μουσουλμάνων, που άρχισαν να πολεμούν για να ανατρέψουν τον Άσαντ.
Στο μεταξύ ο Ερντογάν εκκαθάρισε από τους κρατικούς μηχανισμούς και ιδιαίτερα από το στράτευμα, όλους όσους ήταν αντίθετοι στη μεσανατολική πολιτική του. Έτσι, αφού ενίσχυσε τη θέση του στο εσωτερικό, άρχισε να εμπλέκεται περισσότερο στα εσωτερικά της Συρίας, παρέχοντας τεράστια υποστήριξη στα κάθε είδους ισλαμικά τζιχαντιστικά τρομοκρατικά δίκτυα.
Είναι χαρακτηριστικό το περιστατικό αποκάλυψης της κρατικής τουρκικής πολιτικής ενίσχυσης στους ισλαμιστές της Συρίας από τον δημοσιογράφο Τζαν Ντουντάρ, τον Μάιο του 2015. Τότε βγήκαν στη δημοσιότητα εικόνες από επιχείρηση της στρατοχωροφυλακής, εναντίον φορτηγών των τουρκικών υπηρεσιών πληροφοριών που μετέφεραν χιλιάδες πυρομαχικά στους τζιχαντιστές τρομοκράτες στη Συρία.
Βοήθεια στους τζιχαντιστές
Τότε ο ίδιος ο Ερντογάν κατέθεσε μήνυση κατά του Τζαν Ντουντάρ, υποστηρίζοντας πως πρόκειται για ψευδή στοιχεία και για εκστρατεία συκοφάντησης του ιδίου και του κράτους, απειλώντας τον δημοσιογράφο πως θα πληρώσει βαρύ τίμημα. Τα φορτηγά που αποκαλύφθηκαν ήταν μόνο ένα μικρό μέρος των συνολικών αποστολών προς τη Συρία. Σύμφωνα με ανακοινώσεις διεθνών ΜΜΕ, η Άγκυρα προμήθευε τακτικά με όπλα και πυρομαχικά κάθε είδους τους τρομοκράτες της Αλ Κάιντα και της Αλ Νούστρα, οι οποίοι είχαν διαπράξει εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Στη συνέχεια, ο Τζαν Ντουντάρ κατηγορήθηκε από την τουρκική κυβέρνηση για δημοσιοποίηση κρατικών μυστικών και για κατασκοπεία, εις βάρος της χώρας του. Αυτό συνιστούσε έμμεση αποδοχή από την κυβέρνηση των αποκαλύψεων Ντουντάρ. Η εφημερίδα στην οποία εργαζόταν δέχθηκε τεράστιες πιέσεις από την κυβέρνηση, ενώ έγιναν και εσωτερικές εκκαθαρίσεις δημοσιογράφων και συντακτών. Ο ίδιος ο Ντουντάρ, αφού δέχθηκε πολλές απειλές για τη ζωή του και κινδύνευσε με σύλληψη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του και να εγκατασταθεί στη Γερμανία.
Είναι, επίσης, χαρακτηριστικό πως όλοι όσοι συμμετείχαν στην αποκάλυψη του περιστατικού με τα φορτηγά που μετέφεραν όπλα στη Συρία, ακόμα και στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας, κατηγορήθηκαν για κατασκοπεία, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Έκτοτε, είναι σε όλους γνωστές οι αναφορές του διεθνούς τύπου στην ανοχή και ενίσχυση που παρέσχε το καθεστώς Ερντογάν προς τους τζιχαντιστές στη Συρία, επιτρέποντας τη χρήση της τουρκικής επικράτειας για τις μετακινήσεις τους, αλλά και τη θεραπεία τους στα τουρκικά νοσοκομεία.
Ο λόγος για τον οποίο δόθηκε τέτοια βοήθεια στους τζιχαντιστές είναι το γεγονός ότι αυτοί πολεμούσαν στη Συρία εναντίον των Κούρδων, τους οποίους η Άγκυρα θεωρεί ως παρακλάδια του ΡΚΚ. Η ήττα των τζιχαντιστικών ομάδων από τους Κούρδους στη Συρία είχε ως αποτέλεσμα την εισβολή της ίδιας της Τουρκίας σε δύο διαφορετικές περιοχές της βόρειας Συρίας, τις οποίες κατέχει μέχρι σήμερα με τη συνεργασία ισλαμιστών μαχητών.
Γιατί άλλαξε πολιτική ο Ερντογάν;
Γιατί όμως ο Ερντογάν άλλαξε την πολιτική του κράτους έναντι των Κούρδων και κατέφυγε και πάλι στην άσκηση διώξεων και ωμής βίας; Η αλλαγή στάσης άρχισε από το 2013, όταν ξέσπασε το σκάνδαλο διαφθοράς που ενέπλεξε και ανθρώπους του στενού πολιτικού και οικογενειακού περιβάλλοντός του. Για την αποκάλυψη του σκανδάλου, ο Ερντογάν κατηγόρησε τον ιεροκήρυκα Γκιουλέν που ζει στις ΗΠΑ, λέγοντας πως πρόκειται για διεθνή συνωμοσία εναντίον του και εναντίον της χώρας.
Ήρθε σε συνεννόηση με το παλιό βαθύ κράτος των κεμαλιστών, απελευθέρωσε όλους τους αξιωματικούς του στρατεύματος που φυλακίστηκαν με τις υποθέσεις «Βαριοπούλα» και «Εργκένεκον», ενώ εγκατέστησε πολλούς από αυτούς σε θέσεις κλειδιά των Ενόπλων Δυνάμεων και των υπηρεσιών ασφαλείας. Ο Ερντογάν, ως αποτέλεσμα της συμφωνίας του με τους παλαιοκεμαλιστές και τους υπερεθνικιστές του Μπαχτσελί, διέκοψε την πολιτική συνομιλιών με τους Κούρδους και επανέφερε τις παλιές πολιτικές ωμής καταστολής και βίας εναντίον του κουρδικού κινήματος και όλων των συνιστωσών του, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Μετά την περίεργη απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016, η πολιτική βίαιης καταστολής και διώξεων ενισχύθηκε περαιτέρω. Έκτοτε τα γεγονότα είναι γνωστά και νωπά στη μνήμη. Μαζικές εκκαθαρίσεις γκιουλενιστών αλλά και όλων των φιλελεύθερων αντιπολιτευόμενων, καθώς και των Κούρδων του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών (HDP), ο ηγέτης του οποίου βρίσκεται ακόμα στη φυλακή.
Η συνεργασία Ερντογάν με το παλιό κεμαλικό βαθύ κράτος ανέτρεψε τις ισορροπίες στο εσωτερικό του κράτους και άλλαξε και πάλι την ανθρωπογεωγραφία κρίσιμων τομέων του κρατικού μηχανισμού όπως δικαστήρια, αστυνομία, στρατός, πανεπιστήμια και εκπαίδευση γενικότερα, δημοσιογραφία και ΜΜΕ. Παράλληλα, ανατροπές έγιναν και στο εσωτερικό της κοινωνίας, αφού έκλεισαν πολλές κοινωνικές οργανώσεις και ΜΜΕ, ενώ κατασχέθηκαν περιουσίες στελεχών προσκείμενων στον Φ.Γκιουλέν.
Επιπλέον, ο Ερντογάν φυλάκισε σχεδόν τους μισούς στρατηγούς και ναυάρχους των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων καθώς και χιλιάδες αξιωματικούς διαφόρων βαθμίδων, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν φιλοδυτικοί και φιλονατοϊκοί αξιωματικοί και επιθυμούσαν μια ειρηνική λύση στο κουρδικό, μέσω διαλόγου.
Η πτέρυγα των αξιωματικών που φαίνεται πως κυριάρχησε στις Ένοπλες Δυνάμεις είναι αυτή των αντιδυτικών φιλορώσων και φιλοϊρανών οι οποίοι επιθυμούν να περιορίσουν τον ρόλο της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και να συνάψουν στρατηγική συνεργασία με τη Ρωσία και το Ιράν. Για αυτό τον λόγο, είδαμε και σημαντικές αλλαγές στην τουρκική κρατική πολιτική έναντι των Κούρδων σε ολόκληρη την περιοχή και ιδιαίτερα στη Συρία.
Το βαθύ κράτος ισχυροποιείται ξανά
Κρίνοντας από την αλλαγή στάσης του τουρκικού κράτους στο κουρδικό ζήτημα και από σειρά άλλων αλλαγών στο εσωτερικό της χώρας (πχ περαιτέρω συγκεντρωτισμός εξουσίας λόγω επιβολής του προεδρικού συστήματος) είναι βάσιμο να υποστηρίξουμε ότι το «βαθύ κράτος» έχει ανακτήσει την επιρροή και εξουσία του στους κρατικούς μηχανισμούς σχεδιασμού πολιτικής και στη λήψη των αποφάσεων. Επανήλθαν οι πολιτικές ωμής βίας και καταστολής καθώς και η σοβινιστική ιδεολογία της τουρκοϊσλαμικής σύνθεσης.
Ενώ η κοινωνία άλλαξε, στέλνοντας το φιλοκουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP) στη Βουλή ως τρίτη κοινοβουλευτική δύναμη, οι παλιές δυνάμεις του βαθέος κράτους πάτησαν φρένο, ξηλώνοντας όλα τα δίκτυα που επιθυμούν πολιτική αλλαγή και ουσιαστικό εκδημοκρατισμό της χώρας. Όμως, αυτές οι πολιτικές προκαλούν ήδη ενίσχυση των αποσχιστικών τάσεων στο εσωτερικό.
Αν συμπληρώσουμε το παζλ και με τις εξελίξεις στο πεδίο της οικονομίας, τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο. Αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί ομαλά, είναι εξαιρετικά πιθανόν πως το φιλοκουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (ΗDP) σύντομα θα γινόταν η δεύτερη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη και ηγέτης της αντιπολίτευσης.
Η κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Οι αλλαγές στο εσωτερικό του τουρκικού κρατικού μηχανισμού, τα τελευταία τέσσερα με πέντε χρόνια, έχουν αντίκτυπο και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Δεν είναι καθόλου βέβαιο πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στο εσωτερικό αυτής της ασταθούς και περίπλοκης χώρας. Εξάλλου, θα ήταν αφελές να πιστεύει κανείς πως ο Ερντογάν αποφασίζει μόνος του, ιδιαίτερα μετά και την ουσιαστική αποδυνάμωση του κομματικού του μηχανισμού τους τελευταίους μήνες.
του Παναγιώτη Μαντζούφα, Αναπληρωτή Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ*.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι η κορυφαία πολιτειακή διαδικασία ενός κράτους δικαίου διότι αφενός συνδέεται με τον αυστηρό του χαρακτήρα στον οποίο θεμελιώνεται η υπεροχή του και αφετέρου δίνει την ευκαιρία αναστοχασμού στα κρατικά όργανα και στους πολίτες, ιδιαίτερα σε μια περίοδο βαθιάς οικονομικής κρίσης. Η αναθεώρηση έτσι και αλλιώς είναι ένα σημείο τομής, ιδιαίτερα για ένα Σύνταγμα σαν το δικό μας που προβλέπει απαιτητικές και δύσκολα εφαρμόσιμες διαδικασίες ολοκλήρωσης της. Τα τελευταία χρόνια το Σύνταγμα δοκιμάστηκε πολλαπλώς καθώς άντεξε στις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις και στο δημοψήφισμα εξασφαλίζοντας ομαλή εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία και σε γενικές γραμμές σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Επίσης επιβεβαίωσε ένα ισχυρό κεκτημένο της μεταπολίτευσης που είναι η θεσμική διάρκεια, κεκτημένο που μέσα στην παραζάλη της κρίσης και των μνημονίων συχνά υποτιμούμαι. Αυτό το σημαντικό επίτευγμα της μεταπολίτευσης αποκτά ακόμα εντονότερη σημασία αν λάβουμε υπόψη ότι την περίοδο της κρίσης κατέρρευσε το κομματικό σύστημα του δικομματισμού, άλλαξαν ριζικά οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί, ασκήθηκαν ισχυρές πιέσεις από διεθνείς παράγοντες και τέθηκαν με οξύτητα και ένταση ζητήματα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων υπό την απειλή της δημοσιονομικής κατάρρευσης. Σε αυτές τις πιέσεις το Σύνταγμα άντεξε.
Παρόλα αυτά αναδείχθηκαν και αδυναμίες που αφορούν στην αρχιτεκτονική των θεσμών του κοινοβουλευτισμού, θεσμικές αστοχίες και προβληματικές ρυθμίσεις με συνέπειες στην ομαλή
διεξαγωγή του πολιτικού ανταγωνισμού, όπως η διάλυση της βουλής λόγω αδυναμίας εκλογής ΠτΔ το 2015 και το εσπευσμένο και συνταγματικά έωλο δημοψήφισμα του καλοκαιριού της ίδιας χρονιάς. Χρόνιες παθογένειες στην συνταγματική ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών και εύλογες ενστάσεις για τον τρόπο που το πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει την βουλευτική ασυλία διαμόρφωσαν συναινέσεις προς την κατεύθυνσης της αναθεώρησης των σχετικών θεσμών. Επίσης ζητήματα ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων με βάση αποφάσεις δικαστηρίων που κρίνουν ως αντισυνταγματικές οριζόντιες και καθολικές μειώσεις μισθών και συντάξεων στον δημόσιο τομέα, αποτελούν σημαντικό αντικείμενο προβληματισμού και σταθερό πεδίο θεωρητικών και δικαστικών αντιπαραθέσεων. Πάντως πρέπει να είναι σαφές ότι αποκαταστάσεις μισθών και συντάξεων στο προ της κρίσης επίπεδο με βάση δικαστικές αποφάσεις χωρίς το αναγκαίο δημοσιονομικό αντίκρισμα αποτελεί μορφή δικαστικού λαϊκισμού, ομόλογου ενός πληθωρικού αναθεωρητικού λαϊκισμού που επαγγέλλεται μαξιμαλιστικές συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και τομές εκεί που οι συνθήκες επιβάλλουν στοχευµένες συναινετικές προτάσεις. Η πρώτη συνεπώς προϋπόθεση που το Σύνταγμα απαιτεί για την αναθεώρηση του είναι η συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων. Κουλτούρα συναίνεσης δεν υπάρχει στην χώρα μας και στην έλλειψη αυτή συνέβαλε ο συγκρουσιακός δικομματικός κοινοβουλευτισμός που είχε διαμορφωθεί και ίσχυε µέχρι την κρίση. Οι χώρες που βγήκαν επιτυχώς από τα µνηµόνια διαμόρφωσαν συναινέσεις διότι εκπόνησαν συμφωνημένα από όλες τις πολιτικές δυνάμεις εθνικά σχέδια εξόδου τα οποία και τήρησαν. Στην χώρα μας με το ξέσπασμα της κρίσης παρά τις πολυκομματικές κυβερνήσεις κυριάρχησε η ένταση, η πόλωση και οι αλληλοκατηγορίες που μας καθήλωσαν σε μια οικονομική στασιμότητα που ακόμα συνεχίζεται και σίγουρα δεν προδιαγράφει ευνοϊκές συνθήκες για θεσμικές αλλαγές μακράς πνοής.
Επίσης επιβαρυντικός παράγοντας και χρόνια αδυναμία των θεσμών μας είναι το κυρίαρχο πνεύμα νομικισμού που εμποδίζει να ενσωματώσουμε στους συλλογισμούς μας, στις θεσμικές πρωτοβουλίες και σίγουρα στις δικαστικές αποφάσεις, δεδομένα της οικονομίας και της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας. Κατά την κρίση μου το Σύνταγμα δεν ευθύνεται για όλα αυτά ούτε θα μπορούσε να τα αποτρέψει, καθώς δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις στα δημοσιονομικά αδιέξοδα της χώρας και στις παραγωγικές της αδυναμίες και ως εκ τούτου δεν είναι σκόπιμο να το φορτώνουμε με προσδοκίες στις οποίες δεν μπορεί να ανταποκριθεί και οι οποίες ανάγονται στην λειτουργία του πολιτικού συστήματος και της οικονομίας. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι πολύ αυστηροί ευρωπαϊκοί περιορισμοί για το ανώτατο όριο ελλείμματος και χρέους ήδη από την συνθήκη του Μάαστριχτ καθώς και οι αντίστοιχοι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί ελέγχου δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό.
Καμία αναθεώρηση ενός εθνικού Συντάγματος κράτους µέλους της ΕΕ και της ΕΣΔΑ δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς να λάβει υπόψη τις δεσμεύσεις που απορρέουν από αυτή την συμμετοχή και καμία θεσμική μεταβολή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχής χωρίς την συνειδητοποίηση των ευρωπαϊκών συσχετισμών και των θεσμικών δεδομένων. Οι αποφάσεις των οργάνων της ΕΕ και η νομολογία των δικαστηρίων του Λουξεμβούργου και του Στρασβούργου αποτελούν ένα θεσμικό και νομολογιακό πλαίσιο στο οποίο πρέπει το κράτος να προσαρμόζεται όταν επιχειρεί ένα τόσο σημαντικό θεσμικό βήμα, όπως η αναθεώρηση. Αυτή η διαπίστωση µας ωθεί στην σκέψη ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε κάθε συγκρουσιακή και συγκυριακή προσέγγιση του Συντάγματος. Επίσης πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι παθογένειες στη δημόσια διοίκηση, στην παιδεία, στην υγεία, στην κοινωνική ασφάλιση απαιτούν γενναίες και ορθολογικές νομοθετικές παρεμβάσεις και όχι τόσο συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Το χρόνιο πρόβλημα της πολυνομίας-κακονοµίας, η απουσία ενός σταθερού φορολογικού και χωροταξικού πλαισίου και σοβαρών κινήτρων αποτρέπουν επενδύσεις και οδηγούν σε οικονομική στασιμότητα και μαρασμό και στην αποτροπή αυτών των φαινομένων µόνο οριακά θα μπορούσε να συμβάλλει το Σύνταγμα.
Ωστόσο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι υπάρχει ένα μείζον ζήτημα παραβίασης συνταγματικών διατάξεων όπως για παράδειγμα εκείνων που αφορούν στην παρεμβολή άσχετων διατάξεων σε νομοσχέδια με άλλο κύριο αντικείμενο και στην έκδοση ΠΝΠ χωρίς την τήρηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων. Αυτές οι κοινοβουλευτικές πρακτικές αποτελούν παθολογίες τις οποίες μια συνταγματική παρέμβαση θα τις καθιστούσε δικαιοπολιτικά λειτουργικότερες.
Στο πνεύμα αυτό η υποβολή πληθωρικών προτάσεων σε θέματα όπου έχει διαπιστωθεί μεγάλη απόκλιση απόψεων είναι καταδικασμένη να ναυαγήσει. Αντίθετα εκτιμώ ότι απαιτείται
επικέντρωση στα σημεία όπου υπάρχει σύμπτωση απόψεων τουλάχιστον επί της αρχής (άρθρο 86, άρθρο 32, βουλευτική ασυλία) και προσπάθεια συγκλίσεων σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου υπάρχει κοινός τόπος προβληματισμού και η συναίνεση θα ήταν εφικτή (π.χ στη σχέση κράτους-εκκλησίας) ώστε να μην χαθεί μια ευκαιρία ώριμων και αναγκαίων αλλαγών. Εκτιμώ ότι παρά το κλίμα πόλωσης και τα επικοινωνιακά τρικ εκατέρωθεν δεν μπορούμε να αναμένουμε ιδεώδεις πολιτικές συνθήκες αφήνοντας τον χρόνο να παρέλθει ανεκμετάλλευτος.
Στην παρούσα χρονική συγκυρία έχουν ολοκληρωθεί οι συζητήσεις σε επίπεδο επιτροπής αναθεώρησης(μετά από δυόμισι μήνες και 18 συνεδριάσεις) και αναμένονται οι συζητήσεις στην Ολομέλεια της Βουλής που πρέπει να απέχουν μεταξύ τους ένα μήνα. Τελικά η Ολομέλεια θα αποφασίσει ποιες διατάξεις θα κριθούν τελικά αναθεωρητέες. Οι συνεδριάσεις της επιτροπής θεωρούνται εξαιρετικά λίγες αν ληφθεί υπόψη ότι προτάθηκαν από τις κοινοβουλευτικές ομάδες περισσότερα από 80 άρθρα προς αναθεώρηση. Επίσης μέχρι σήμερα η αναθεώρηση απασχόλησε ελάχιστα την κοινή γνώμη και τα ΜΜΕ ενώ η εκτεταμένη δημόσια διαβούλευση που προηγήθηκε δεν επέφερε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα και δεν αξιοποιήθηκε από την διαδικασία ενώπιον της βουλής.
Στη τελευταία συνεδρίαση της επιτροπής ο ΣΥΡΙΖΑ υπερψήφισε δύο προτάσεις της ΝΔ. Η πρώτη αφορά το άρθρο 68 για τις εξεταστικές επιτροπές της Βουλής και δίνει το δικαίωμα και στην κοινοβουλευτική μειοψηφία να μπορεί να τις συγκροτεί και η δεύτερη το άρθρο 96 που εξομοιώνει τα στρατιωτικά δικαστήρια με τα τακτικά δικαστήρια. Από την πλευρά της, η ΝΔ έδωσε τη θετική της ψήφο για τέσσερις συνταγματικές αλλαγές που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ: Στο άρθρο 32 για την αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από την πρόωρη διάλυση της Βουλής και τις εκλογές, για το οποίο έχει καταθέσει και η ΝΔ πρόταση(τρεις ψηφοφορίες και όχι προσφυγή στις κάλπες), με διαφορετικό όμως περιεχόμενο. Η αξιωματική αντιπολίτευση υπερψήφισε επίσης τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για αναθεώρηση του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών (για κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας) του άρθρου 62 για την βουλευτική ασυλία (προκειμένου αυτή να περιορίζεται μόνο στα αδικήματα που τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων του βουλευτή) και του άρθρου 101Α για τις Ανεξάρτητες Αρχές και τον τρόπο εκλογής των διοικήσεων τους. Για την τελευταία αυτή διάταξη, και τα δύο κόμματα συμφωνούν στην ανάγκη να μειωθεί η αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 που απαιτείται σήμερα για την επιλογή των διοικήσεων των Ανεξάρτητων Αρχών στα 3/5.
Θεωρώ ότι λόγω των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας αναθεώρησης που επιτρέπει στην δεύτερη αναθεωρητική βουλή να ανατρέψει συγκεκριμένες προτάσεις της πρώτης αναθεωρητικής
Βουλής(στο σημείο αυτό υπάρχει διάσταση απόψεων μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης αλλά μεταξύ των ειδικών) θα πρέπει να υπάρξει µία προγραμματική αναθεωρητική συμφωνία μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων ώστε να δεσμευτούν αμοιβαία πως ότι αποφασίσουν με ευρεία πλειοψηφία θα το τηρήσουν στην δεύτερη βουλή. Αυτή είναι μια βασική πολιτική προϋπόθεση για µία ολοκληρωμένη συνταγματική μεταρρύθμιση.
Τελειώνοντας πιστεύω ότι το Σύνταγμα είναι ο βασικός εγγυητής της εθνικής ενότητας και κατά βάση το μόνο φερέγγυο πεδίο, στο οποίο μπορεί να στεριώσει μια νέα εθνική κοινωνική και
αναπτυξιακή συμφωνία, να αναζωογονηθεί ένας υγιής συνταγματικός πατριωτισμός. Με αυτήν την έννοια µία συναινετική αναθεώρηση μπορεί να συμβάλλει στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς του κράτους και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας της πολιτικής.
Παναγιώτης Μαντζούφας
Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ
*Ο κ. Παναγιώτης Μαντζούφας είναι συγγραφέας του βιβλίου “Καλή νομοθέτηση και Κράτος Δικαίου” που κυκλοφόρησε προσφάτως. Το κείμενο αποτέλεσε την εισήγησή του στην εκδήλωση για την αναθεώρηση του Συντάγματος του Συλλόγου Αποφοίτων ΑΠΘ.
On February 26, the UN Secretary-General’s special envoy for Cyprus, Elizabeth Spehar, will chair an informal meeting between the leaders of Cyprus’s Greek and Turkish communities, Nicos Anastasiades and Mustafa Akinci. It is not clear, however, what questions will be discussed and whether the event will mean a de facto resumption of negotiations on settling the Cyprus crisis.
Let’s recall that the previous round of the UN-sponsored talks on Cyprus took place in Crans-Montana, Switzerland, on June 28 through July 7, 2017. The list of attendees included the heads of both Greek and Turkish communities and representatives of the guarantor nations—Turkey, Greece, the UK, and the EU. The latter had been invited as an observer. As the UN Secretary General Antonio Guterres announced the completion of the conference, he said it had ended “without the possibility to bring a solution to this dramatically long-lasting problem.” He also stated the presence of considerable differences between the Greek Cypriots and Turkish Cypriots on a range of issues that made an agreement unattainable for the time being.
As regards the forthcoming informal meeting, we can’t help saying that the leaders of the two communities agreed to hold it as they spoke on the phone the next day after Greek Prime Minister Alexis Tsipras’s visit to Turkey and his talks with President Recep Tayyip Erdogan. The presence of this interconnection calls for a closer look at the agenda of the talks and the statements the sides have made in the context of prospects for settling the division in Cyprus.
Proceeding from reports in the media, one can suppose that bilateral cooperation in the energy sector and in the economy in general, as well as security in the Aegean Sea area, the problems of ethnic and religious communities – the Moslem Turks in Greece and the Christian Greeks in Turkey — and settlement in Cyprus occupied the top of the agenda.
It is noteworthy that the statements Tsipras made at the end of the talks were mostly encouraging from the point of view of further progress in Greek-Turkish collaboration. Beyond any doubt, large regional energy projects where Turkey in Greece are already engaged or plan to take part together play an important role in it.
The Greek government is interested in the expansion of energy cooperation with Turkey and in joining the implementation of the Turkish Stream pipeline project, among other things. The latter envisions construction of a pipeline from Russia across the bottom of the Black Sea to the European part of Turkey and further to the Turkish-Greek border. The first pipeline string will deliver Russian gas to Turkey and the second is meant for supplies to Southern and Southeastern Europe. The Russian gas giant Gazprom is eyeing Bulgaria, Hungary, Greece, Italy, and Serbia as its potential markets.
According to Tsipras, the energy sector should serve as a bridge for cooperation, not as an impediment or a cause for clashes in the region. He also said the Greek and Turkish governments were already cooperating in one of the projects of this kind, the Trans-Adriatic Pipeline. This means the Russian energy resources and the routes of their delivery to the consumers are important enough in terms of improving the agenda of Greek-Turkish relations. The factor is fairly for the region and it provides a number of advantages to Ankara by enabling it to maneuver between Greece and Bulgaria, since the two countries have entered a serious competition for the role of a second most important Russian transit gas operator after Turkey.
There are all the signs that the Greeks are prepared to do really much for achieving this goal. For instance, they have begun to view Turkey as a major partner in organizing a new business forum that will showcase the opportunities opening up for cooperation now that Greece is re-emerging from the crisis that has plagued it for many long years. One more thing Tsipras said was that Greece supported Turkey’s prospective membership of the EU even through the two countries had not ironed out their differences over the Cyprus problem. In addition to it, Tsipras said he did not support the Turkish putsch masterminds. The problem of the eight Turkish military, who fled to Greece, doesn’t lie within the scope of his competences and, most probably, stays in the sphere of justice. During the talks, Erdogan and Tsipras also agreed to open a commercial sea route between Izmir and Thessaloniki this summer.
Will the process of Cypriot crisis settlement finally get off the ground now that Greece and Turkey have struck so many accords? Judging by the promptness of telephone conversations between the leaders of the Greek Cypriot and Turkish Cypriot communities following the Greek-Turkish contacts, one can hope that things will get going in one way or another. But the likelihood of a breakthrough is small. The reason is the list of guarantor countries includes the UK, which has two military bases on the island. London realizes only too well that no one will raise questions about the bases as long as the Cypriot problems lingers on – the sides will be too busy to get down to it. Yet when the light of reunification finally gleams at the end of the Cypriot tunnel, the issue of the island’s sovereignty and territorial integrity will be brought to a head. That’s why it is important to seek solutions to the Cypriot problem not only in the Greek-Turkish relations but much more in the UK’s geopolitical ambitions and economic aspirations that have grown out of bounds in the wake of the ‘Arab spring’ and the discovery of large deposits of natural gas in Eastern Mediterranean.
Ελλάδα 2035: 423.000 λιγότεροι μαθητές, 100.000 λιγότεροι καθηγητές!
Τα παιδιά στα σχολεία λιγοστεύουν διαρκώς, αλλά προς το παρόν αυτό περιορίζεται κυρίως στα νηπιαγωγεία και στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Την πραγματική επιδείνωση από τη μαζική μείωση γεννήσεων μετά το 2010, θα αρχίσει να βιώνει για τα καλά το εκπαιδευτικό σύστημα από το 2022 και μετά.
Τότε θα αρχίσει να αποτυπώνεται η δραματική πτώση των γεννήσεων στη λειτουργία του Γυμνασίου, ενώ το ίδιο θα συμβεί στα Λύκεια από το 2025 και μετά, και στα Πανεπιστήμια από το 2028 και μετά. Σωρευτικά ως το 2035, ο αριθμός μαθητών στα σχολεία υπολογίζεται ότι θα έχει μειωθεί κατά 423.000, σύμφωνα με χθεσινή έκθεση του ΙΟΒΕ, μεταβάλλοντας ριζικά το τοπίο του εκπαιδευτικού συστήματος.
Κρίση γονιμότητας το δημογραφικό και όχι κρίση γήρανσης του πληθυσμού
Της Ιωάννας Σωτήρχου 14.01.2019
Μια διαφορετική προσέγγιση στο δημογραφικό ως κρίση γονιμότητας και όχι ως κρίση γήρανσης του πληθυσμού προτείνει ο διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Διονύσης Μπαλούρδος.
Με δεδομένες τις δημογραφικές ακρότητες, δηλαδή το γεγονός ότι η χώρα μας βιώνει τη χαμηλότερη γονιμότητα που έχει καταγραφεί στην Ιστορία της και ταυτόχρονα ένα από τα υψηλότερα προσδόκιμα ζωής στον κόσμο, συνυπολογίζοντας τον μεταναστευτικό-προσφυγικό παράγοντα, που όμως δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά τις ήδη διαμορφωμένες τάσεις, ο κ. Μπαλούρδος ξεπερνά την κινδυνολογία και μας μιλά για τις πολιτικές που ασχολούνται με την ενίσχυση της οικογένειας και έχουν εφαρμοστεί με επιτυχία σε χώρες που αντιμετώπισαν παρόμοια προβλήματα.
Είναι γνωστά τα στοιχεία που δείχνουν ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας γερνά: καταγράφει τις υψηλότερες τιμές του δείκτη γήρανσης και της αναλογίας ηλικιωμένων την Ευρώπη και στον κόσμο, ενώ έχει εισέλθει στο στάδιο της πολύ αργής έως αρνητικής δημογραφικής αύξησης, γεγονός που σημαίνει ότι δεν θα αργήσει η στιγμή που ο αριθμός όσων ζουν σε αυτή τη χώρα θα φτάσει πιθανότατα σε ένα ιστορικά μέγιστο σημείο, το οποίο θα ακολουθηθεί από στασιμότητα και συνακόλουθη μείωση.
Είναι οξύμωρο στο νησί όπου γεννήθηκε η Θεά της ομορφιάς και του έρωτα η γονιμότητα να γίνεται υποτονική και η γήρανση να υπερνικά την νεότητα! Είναι τραγικό σε ένα τόπο που αγωνίζεται για εθνική επιβίωση να λιγοστεύουν τα παιδιά στα νηπιαγωγεία και στα σχολεία και την ίδια ώρα να εντοπίζεται δισταγμός ή και άρνηση των ενηλίκων να γεννήσουν, να αυξήσουν και να ανανεώσουν την ζωή των κατοίκων του. Είναι απογοητευτικό και άκρως ανησυχητικό, η Κύπρος βάσει διεθνών ερευνών να ανακηρύσσεται παγκόσμια πρωταθλήτρια στην υπογεννητικότητα και να έχει το χαμηλότερο δείκτη γεννήσεων ανά γυναίκα από τις 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ίδια ώρα που γίνεται ανόητη προσπάθεια να παρουσιαζόμαστε ως χώρα κοινωνικής ευημερίας και οικονομικής επαγγελίας!
Τα παιδιά είναι εγγύηση για τη αιωνιότητα της ζωής, λέει ένα γνωμικό. Όπου γεννιούνται παιδιά και μεγαλώνει ο κύκλος της ζωής εκεί υπάρχει προοπτική και μέλλον. Στην Κύπρο όμως τα πράγματα φαίνεται να λειτουργούν αντίστροφα. Οι στατιστικές δείχνουν μια σταθερή μείωση των γεννήσεων χρόνο με το χρόνο χωρίς να υπάρχει στον ορίζοντα οποιαδήποτε ένδειξη αναχαίτισης αυτής της τάσης. Είναι ενδεικτικό βάσει επίσημων στοιχείων ότι ενώ το 2012 γεννήθηκαν 10,161 παιδιά, το 2016 ο αριθμός τους ήταν μόλις 9,455 που ισοδυναμεί με μείωση 7%! Ο δείκτης γονιμότητα για τον ελληνοκυπριακό πληθυσμό είναι ακόμη πιο ανησυχητικός καθότι στις στατιστικές περιλαμβάνονται και οι γεννήσεις πολιτικών προσφύγων, οι οποίοι είναι γνωστό ότι με πολύ μεγαλύτερη ευκολία τεκνοποιούν.
Posted: February 11 Off on Το αντιδραστικό συνεχές της αστικής εξουσίας, από τον Τραμπ ως τη Μέρκελ και τον Μακρόν
Όσο κι αν οι «κοσμοπολίτες» της Ευρώπης κατηγορούν τον Τραμπ και τους συνοδοιπόρους του για προστατευτισμό, επιθετικότητα στην εξωτερική πολιτική και αυταρχισμό στο εσωτερικό, στην πράξη ακολουθούν την ίδια πολιτική, υπηρετώντας την –ζωτικής σημασίας για το κεφάλαιο– προσπάθεια για την εδραίωση της αστικής εξουσίας και της βάρβαρης εκμετάλλευσης των λαών.
Ο Κακός Λύκος και η Κοκκινοσκουφίτσα
Ο Τραμπ παρουσιάζεται ως ο κακός λύκος του καπιταλισμού. Είναι αυτός που δεν σέβεται συμφωνίες και συμμαχίες, δεν τηρεί το σαβουάρ βιβρ στις επαφές του με τους υπόλοιπους, τα λέει χύμα και τσουβαλάτα ως γνήσιος «λαϊκιστής», προτάσσει το «εγώ» της Αμερικής έναντι του «εμείς» της Δύσης. Με βάση όλα τα παραπάνω, απειλεί να κατεδαφίσει την παραδοσιακή τάξη πραγμάτων και γι’ αυτό έχει χαρακτηριστεί ως κίνδυνος-θάνατος από πολλούς εταίρους του.
Φυσικά, υπάρχει και πιο η θεωρητική ανάλυση του φαινομένου Τραμπ και των όσων σηματοδοτεί η εκλογή και παρουσία του στην προεδρία των ΗΠΑ. Σε αυτό το επίπεδο, λοιπόν, ο ίδιος –όπως και όσοι τον θαυμάζουν και τον μιμούνται– αποτελεί την πολιτική έκφραση του πιο επιθετικού και αντιδραστικού τμήματος του κεφαλαίου και της αστικής τάξης στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Είναι η αιχμή του δόρατος μίας τάσης που χαρακτηρίζεται από τη στροφή στον εθνικισμό και τον εμπορικό και νομισματικό προστατευτισμό, που δεν διστάζει να ξεθάψει το τσεκούρι του πολέμου για να πετύχει αυτό που επιδιώκει και που ταυτόχρονα επιτίθεται με μανία στις κατακτήσεις των εργαζομένων και τα δημοκρατικά δικαιώματα στο εσωτερικό των χωρών.
Με τον τρόπο αυτό, έρχεται σε ευθεία αντίθεση και βρίσκεται σε διαρκή διαπάλη με το άλλο το πιο κοσμοπολίτικο και παραδοσιακό τμήμα της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας που συνεχίζει να υποκλίνεται στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και να υπερασπίζεται φανατικά τα οφέλη της. Είναι το τμήμα που αντιστοιχεί στην Κοκκινοσκουφίτσα του συστήματος — η οποία προφανώς, έστω και ασυνείδητα, προκαλεί συναισθήματα συμπάθειας και ανοχής.
Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα;
Η θλιβερή «κυβερνώσα» Αριστερά της Ευρώπης πρωταγωνιστεί στο πραξικόπημα κατά του λαού της Βενεζουέλας
Όταν ο Τραμπ ανακοίνωνε την απόφασή του να αποσύρει τις ΗΠΑ από τη συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, οι Ευρωπαίοι υπογράφοντες –Γερμανία, Γαλλία και Βρετανία– έσπευσαν να τον καταγγείλουν σε ιδιαιτέρως έντονο ύφος. Προειδοποίησαν δε ότι η κίνηση αυτή ενέχει πολλούς κινδύνους για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή, ενώ φρόντισαν να διαβεβαιώσουν δημοσίως ότι οι ίδιοι θα τηρήσουν ευλαβικά τα όσα προβλέπει η συμφωνία, υπό την προϋπόθεση ότι η Τεχεράνη θα έκανε το ίδιο. Ανακοίνωσαν δε ότι ήταν αποφασισμένοι όχι απλώς να αγνοήσουν τις αμερικανικές κυρώσεις και την απειλή επιβολής τους προς κάθε κράτος ή εταιρία που θα τολμούσε να σπάσει το νέο εμπάργκο αλλά και να δημιουργήσουν έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό που θα παρέκαμπτε τα αμερικανικά συστήματα ελέγχου και το δολάριο, ώστε να συνεχιστούν οι εμπορικές συναλλαγές με το Ιράν.
Στην πορεία, βεβαίως, αποδείχθηκε πως όλα αυτά ήταν φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Οι επιχειρηματικοί όμιλοι της ΕΕ, όπως η γαλλική ενεργειακή Total, αεροπορικές εταιρίες και τράπεζες, που ήταν προφανώς σε θέση να γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις πραγματικές προθέσεις των κυβερνήσεων, σιγά-σιγά άρχισαν να αποσύρονται από την ιρανική αγορά, κρίνοντας πως δεν άξιζε να πάρουν το ρίσκο της σύγκρουσης με τους Αμερικανούς — πολλώ δε μάλλον αφού δεν μπορούσαν να υπολογίζουν σε ισχυρή πολιτική στήριξη.
Αυτή την εβδομάδα, μάλιστα, μπήκε και το κερασάκι στην τούρτα: Οι Βρυξέλλες παρουσίασαν τον περίφημο ανεξάρτητο μηχανισμό τους για τις συναλλαγές με το Ιράν, προκαλώντας την οργή της απέναντι πλευράς, μιας και η ενεργοποίησή του συνοδεύεται από ταπεινωτικούς όρους γι’ αυτήν – όπως είναι, για παράδειγμα, η άνευ όρων εγκατάλειψη του πυραυλικού της προγράμματος και ο τερματισμός κάθε εμπλοκής της στις εξελίξεις και τις συγκρούσεις στην περιοχή. Ουσιαστικά, δηλαδή, αυτό που έκαναν οι Ευρωπαίοι ήταν να κάνουν μία πρόταση την οποία δεν θα μπορούσε με τίποτα να αποδεχθεί η Τεχεράνη και στη συνέχεια να εμφανιστούν «αναγκασμένοι» να ακολουθήσουν κι αυτοί –τυπικά ή ατύπως δεν έχει τόση σημασία– τη γραμμή που χάραξε ο Ουάσινγκτον.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα όσα συμβαίνουν αυτή την περίοδο στην περίπτωση της Βενεζουέλας όπου η ΕΕ – όπως, άλλωστε, και ο «φιλελεύθερος» Καναδάς – τηρεί εξίσου σκληρή στάση με τους Αμερικανούς. Παρά το γεγονός, άλλωστε, ότι τυπικά δεν έχει αναγνωρίσει τον εγκάθετο της Ουάσινγκτον Χουάν Γκουαϊδό ως «μεταβατικό πρόεδρο», η μεγάλη πλειοψηφία των κρατών-μελών το έχουν κάνει από μόνες τους – ενώ από τους ισχυρούς απουσιάζει μόνο η Ιταλία, για ιδιαίτερους λόγους. Αφήστε δε που, επικαλούμενη το άρθρο 233 του συντάγματος της Βενεζουέλας, στην πράξη αναγνωρίζει τον Γκουαϊδό, μιας και αυτό προβλέπει πως απουσία προέδρου –υπενθυμίζεται πως η Μογκερίνι διαβεβαιώνει πως ομόφωνα οι «28» δεν έχουν αναγνωρίσει τον Μαδούρο και γι’ αυτό δεν παρέστησαν στην ορκωμοσία του στις 10 Ιανουαρίου– αυτοδικαίως αναλαμβάνει τη θέση του ως τη διενέργεια εκλογών ο πρόεδρος της βουλής.
Αξίζει να σημειωθεί, μάλιστα, ότι στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής επίθεσης κατά της Βενεζουέλας βρέθηκε η Ισπανία, μια χώρα στην οποία κυβερνούν οι Σοσιαλιστές του Σάντσεθ με τη στήριξη ή την ανοχή ενός κόμματος που επιμένει να αποκαλείται αριστερό — των Podemos. Ακόμη χειρότερα, στο πρώτο «κύμα» των κρατών που έσπευσαν να αναγνωρίσουν τον Γκουαϊδό ανήκε και η Πορτογαλία, όπου επίσης υπάρχει κυβέρνηση Σοσιαλιστών που απολαμβάνει της στήριξης του Αριστερού Μπλοκ και της Ενωτικής Δημοκρατικής Συμμαχίας, στην οποία συμμετέχει το ΚΚ Πορτογαλίας (εταίρος του ΚΚΕ). Ανάλογη θέση εκφράζουν και οι Βρετανοί Εργατικοί. Παρά τη σφοδρή επίθεση που δέχθηκε ο Τζέρεμι Κόρμπιν, ως «υποστηρικτής των δικτατόρων« Τσάβες και Μαδούρο, η επίσημη θέση του κόμματος εκφράστηκε από την υπεύθυνη της εξωτερικής πολιτικής την Τετάρτη. «Με τους Εργατικούς στο συγκεκριμένο υπουργείο, μπορώ να σας εγγυηθώ ότι δεν θα υπάρξει καμία ανοχή σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απλώς και μόνο επειδή διαπράττονται από λιγότερο ισχυρές χώρες ή από χώρες που αυτοαποκαλούνται σοσιαλιστικές, όμως οι ενέργειές τους προδίδουν κάθε σοσιαλιστική ιδέα», είπε η Έμιλι Θόρνμπερι, για να προσθέσει: «Ασφαλώς και χρειάζεται να γίνουν νέες εκλογές».
Μήπως, όμως, οι Ευρωπαίοι ακολουθούν όντως διαφορετική γραμμή από τον Τραμπ στα θέματα της οικονομίας και του εμπορίου; Φυσικά και όχι! Αν και ο Μακρόν με την Μέρκελ δεν χάνουν ευκαιρία για να τον κατηγορήσουν για το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική», ενώ αυτοανακηρύσσονται υπέρμαχοι του ελεύθερου εμπορίου, επί της ουσίας κάνουν ακριβώς το ίδιο. Όσοι αμφιβάλλουν, καλά θα κάνουν να ανατρέξουν στα μέτρα προστατευτισμού που έχουν πάρει Βερολίνο και Παρίσι, στην συστηματική υποστήριξη της δημιουργίας εθνικών και ευρωπαϊκών επιχειρηματικών «πρωταθλητών» μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών. Χρήσιμο θα είναι να διαβάσουν και το σχέδιο που δημοσιοποίησε αυτή την εβδομάδα το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών, την «Εθνική Βιομηχανική Στρατηγική για το 2030».
Σε αυτό, ανάμεσα στα άλλα, προβλέπεται η ενίσχυση με κάθε τρόπο της θέσης των γερμανικών ομίλων ώστε να διατηρήσουν την ηγεμονική θέση που κατέχουν διεθνώς, ενώ παρουσιάζεται αναλυτικά το μοντέλο του «κράτους-στρατηγείου». Ενός κράτους το οποίο θα παρεμβαίνει εκεί όπου απαιτείται — ακόμη κι αν χρειάζεται να διατηρεί μερίδιο σε στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις ή να μπλοκάρει δια νόμου εξαγορές τους από Κινέζους ή άλλους ανταγωνιστές. «Μια επιχείρηση έχει το βλέμμα της επικεντρωμένο στην επιτυχία της ίδιας και όχι συνολικά της χώρας. Σε αυτές τις περιπτώσεις […] δικαιολογείται η ενεργός, υποχρεωτική και προστατευτική βιομηχανική πολιτική: Όταν οι δυνάμεις της αγοράς εντόςμιας χώρας δεν καθιστούν δυνατή τη διατήρηση της καινοτομίας και της ανταγωνιστικότητας. Αυτός είναι ο ρόλος του κράτους», όπως δήλωσε ο αρμόδιος υπουργός και εξ απορρήτων της Μέρκελ, Πέτερ Αλτμάγερ.
Όσο για την αντιδραστική στροφή του κράτους κατά των κοινωνιών και ειδικά των αγωνιστών, δεν χρειάζονται δα και πολλά παραδείγματα για να συνειδητοποιήσει κανείς ότι ο τραμπισμός θριαμβεύει και στην Ευρώπη. Εκτός του Όρμπαν στην Ουγγαρία (που επιβάλλει τον «νόμο της σκλαβιάς») και του Σαλβίνι στην Ιταλία (που κυνηγά παντού πρόσφυγες και «αριστερούς τρομοκράτες»), υπάρχει και ο Μακρόν, με την άγρια και δολοφονική καταστολή σε βάρος του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων» και τον νόμο-έκτρωμα που ψηφίστηκε αυτή την εβδομάδα, με τον οποίο ουσιαστικά οι διαδηλωτές θα αντιμετωπίζονται από εδώ και στο εξής ντε φάκτο ως… χούλιγκαν!
Ας μην βασανίζονται, λοιπόν, άδικα κάποιοι. Οι «ακραίοι» Τραμπ και Μπολσονάρου, και οι «διεθνιστές» Μέρκελ και Μακρόν είναι πλευρές του ίδιου νομίσματος και αποτελούν ένα αντιδραστικό συνεχές που υπηρετεί την – ζωτικής σημασίας για το κεφάλαιο — προσπάθεια για την εδραίωση της αστικής εξουσίας και της βάρβαρης εκμετάλλευσης των λαών.
Πολεμικός «πυρετός» α λα ευρωπαϊκά
Άμεση προτεραιότητα της ΕΕ η «άμυνα και ασφάλεια»
Ένας από τους μεγαλύτερους μύθους αφορά τον δήθεν «φιλειρηνικό χαρακτήρα» της ΕΕ. Όσοι τον επικαλούνται, ξεχνούν φαίνεται την άμεση εμπλοκή, την ηθική, πολιτική και άμεση αυτουργία στους πολέμους που συνόδευσαν τη βίαιη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, πριν από 30 σχεδόν χρόνια. Παραγράφουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο των Ευρωπαίων στην επίθεση κατά της Λιβύης το 2011 (και με ελληνική συμμετοχή), αλλά και στον εμφύλιο που ξέσπασε στην Ουκρανία το 2014. Ίσως δεν θυμούνται την συμμετοχή τους στις εισβολές στο Αφγανιστάν το 2001 και το Ιράκ το 2003 ή δεν έχουν ακούσει τίποτα για τα ευρωπαϊκά πολεμικά πλοία και αεροπλάνα που λαμβάνουν μέρος εδώ και χρόνια στον πόλεμο της Συρίας, ούτε για τους Γάλλους κομάντος που αλωνίζουν σε χώρες της Αφρικής.
Ό,τι από όλα αυτά και αν συμβαίνει, πολύ σύντομα ελάχιστοι θα έχουν πλέον αμφιβολίες για τον πραγματικό χαρακτήρα της ΕΕ. Ήδη, την περασμένη Τετάρτη, οι υπουργοί Άμυνας Γερμανίας και Γαλλίας έβαλαν τον θεμέλιο λίθο (αξίας 65 εκατ. ευρώ) στο πρόγραμμα παραγωγής του νέου ευρωπαϊκού μαχητικού πέμπτης γενιάς, που θα απορροφήσει την τεχνογνωσία των υπαρχόντων Γιουροφάιτερ και Ραφάλ (ίσως και Γκρίπεν) και φιλοδοξεί να κοντράρει το F-35. Πρόκειται για ένα αποφασιστικό βήμα στη δημιουργία μιας ανταγωνιστικής (με Ρώσους, Κινέζους, αλλά και Αμερικανούς) ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας, η οποία θα αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα του ευρωστρατού, που συγκροτείται ταχέως κάτω από την «ομπρέλα» του PESCO.
Άλλωστε, όπως έχουν επανειλημμένως διαμηνύσει οι Μέρκελ, Μακρόν, Γιουνκέρ και σία, η ΕΕ οφείλει να αποκτήσει μια πολεμική μηχανή ικανή να δρά αυτόνομα και να υπηρετεί τα στρατηγικά της γεωπολιτικά συμφέροντα – από τη Βαλτική και τα Ουράλια μέχρι τη ΝΑ Μεσόγειο και την Αφρική.
Η Ελλάδα στον σκληρό πυρήνα της αντίδρασης
Στις αρχές της εβδομάδας, ο υπουργός Πετρελαίου του Ιράν στράφηκε ευθέως κατά της Ελλάδας. Όπως κατήγγειλε, η κυβέρνησή της (όπως και της Ιταλίας) έχει σταματήσει τις αγορές πετρελαίου, παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ την έχουν εξαιρέσει για κάποιους μήνες από τον νέο γύρο κυρώσεων που έχουν επιβάλλει κατά της Τεχεράνης. Με δεδομένο ότι το πετρέλαιο του Ιράν διατίθεται σε εξαιρετικά συμφέροντες όρους (για ευνόητους λόγους), δεν μπορεί να υπάρχει άλλη εξήγηση πέρα από την εξής: Ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί κατά πόδας τους εταίρους του στην ΕΕ, ενώ φροντίζει να δείξει στους Αμερικανούς πως είναι ο καλύτερος μαθητής, ακόμη κι εκεί που δεν του το ζητούν.
Πλανώνται πλάνην οικτράν, επίσης, όσοι πιστεύουν ότι η Αθήνα τηρεί ριζικά διαφορετική στάση από τους υπόλοιπους «27» στην κρίση της Βενεζουέλας. «Η αλήθεια είναι ότι όχι απλώς δεν αποκλίνει η θέση μας από τις θέσεις της ΕΕ, αλλά συνδιαμορφώσαμε τις θέσεις αυτές, ακριβώς γιατί θέλουμε η ΕΕ να είναι παγκόσμιος παίκτης, αυτόνομος, με τη δική της παρουσία, βασισμένη στις δικές της αξίες», δήλωσε χαρακτηριστικά από τις Βρυξέλλες ο Γ. Κατρούγκαλος. Ο ίδιος αναφέρθηκε και στην πρωτοβουλία που έχει αναληφθεί με στόχο να γίνουν «τίμιες και ελεύθερες εκλογές» – υπονοώντας προφανώς ότι αυτές που έγιναν, με αποτέλεσμα την εκλογή Μαδούρο στην προεδρία, δεν πληρούν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. «Είναι αυτονόητο ότι σεβόμαστε και υποστηρίζουμε τις αρμοδιότητες της Εθνοσυνέλευσης της Βενεζουέλας και του προέδρου της στην άσκηση των συνταγματικών τους αρμοδιοτήτων, προς την κατεύθυνση διεξαγωγής εκλογών με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε», κατέληξε.
Έχει κόστος το να τοποθετεί κανείς το κίνημα των ‘’κίτρινων γιλέκων’’ σε ένα διαφορετικό επίπεδο αξιολόγησης από αυτό στο οποίο ανήκει πραγματικά. Και αυτό το κόστος καλό είναι να μην κληθεί να το πληρώσει την επαύριον, ούτε το κίνημα ούτε η προσδοκία των ανθρώπων…
Αυτό προφανώς είναι μια διαπίστωση, η οποία ωστόσο δεν υποβαθμίζει το αυθεντικό των κινητοποιήσεων, το πραγματικό των οξυμμένων κοινωνικών προβλημάτων που τις τροφοδοτούν, ούτε βεβαίως την σημασία του πολιτικού αδιεξόδου στο οποίο έχουν περιέλθει οι πλατιές λαϊκές μάζες, οι οποίες αναζητούν την διέξοδο μέσα ΚΑΙ από την πολιτική τους χειραφέτηση.
Αυτό όμως είναι η μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη πλευρά σχετίζεται με την αναγκαία πολιτική αξιολόγηση, η οποία οφείλει να είναι νηφάλια, απαλλαγμένη από συναισθηματισμούς και παραμορφωτικούς μιμητισμούς, και προϊόν ορθολογικής πολιτικής στάθμισης, απολύτως πραγματικών δεδομένων.
Γιατί πρέπει να γίνεται αυτό;
Για τον απλούστατο λόγο, ότι ένας αγώνας κοινωνικός, ειδικά όταν προσλαμβάνει έκταση, επαναληψιμότητα και διάρκεια, και πολύ δε περισσότερο όταν συντελείται σε μια χώρα η οποία διαθέτει εξεγερσιακή κουλτούρα, δεν είναι ένας αγώνας – θέαμα.
Είναι μια κοινωνική διεργασία η οποία διαθέτει πρωταγωνιστές, παραμέτρους, πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο συντελείται, σχέση με το οργανωμένο κίνημα και την πολιτική, ζητούμενα και στόχους. Βεβαίως διαθέτει και αντιπάλους με ταυτότητα, ρόλο και συγκεκριμένη πολιτική – υπερεθνική αποστολή να επιτελέσουν.
Κυρίως όμως έχει μπροστά της όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά. Της επιτυχίας… Της αποτυχίας… Του συμβιβασμού… Της αγωνιστικής υποθήκης που εγγράφει… Της δυνατότητάς της να κλιμακωθεί περαιτέρω… Ακόμη και της ίδιας της ανατρεπτικής προοπτικής.
Η πολιτική αξιολόγηση επομένως δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την επόμενη μέρα, και προφανώς δεν μπορεί να φυλακίζεται σε συναισθηματικούς συμβολισμούς για τα οράματα της Ζαν ντ Άρκ και άλλα τινά.
Κι αυτό γιατί κάθε τέτοια απόπειρα που σαγηνεύει το σήμερα, ενέχει τον κίνδυνο, ΕΙΤΕ να υποβαθμίσει παραμέτρους που θα πρέπει να ενισχυθούν για να επιδράσουν καταλυτικά στην έκβαση ενός πολιτικού αγώνα… ΕΙΤΕ να συμπαρασύρει σε μια συλλήβδην απαξίωση το σκληρό πυρήνα του εξεγερσιακού κώδικα, εκλαμβάνοντας ως δεδομένη την ύπαρξή του στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, και ας ‘’πέρασε και δεν ακούμπησε’’ σε όλα όσα μέχρι αυτή τη στιγμή μπορεί κανείς να αποτυπώσει.
Η ‘’Συνέλευση των συνελεύσεων’’ λοιπόν που πραγματοποιήθηκε στην περιοχή του Κομερσύ, δεν μπορεί να διακρίνεται μονάχα για το συμμετοχικό της μεγαλείο. Στη σοβαρή πολιτική αξιολόγηση, θα πρέπει να συνυπολογίζονται πριν απ’ όλα τα πολιτικά στοιχεία που συνθέτουν την αντίληψη, τα μηνύματα, τα συνθήματα και τις υπόλοιπες πολιτικές της παραμέτρους.
Το ότι μια κινητοποίηση – και μάλιστα μια διαρκής κινητοποίηση – ζητά βελτίωση της ζωής των ανθρώπων, είναι το αυτονόητο.
Το ότι αυτή η κινητοποίηση συνδυάζεται και με την προβολή γενικότερων δημοκρατικών και θεσμικών αιτημάτων, είναι μοιραίο να συμβαίνει πολύ δε περισσότερο σε συνθήκες ξέφρενης και συνδυασμένης καταστολής.
Το αυστηρά πολιτικό αξιολογικό περιβάλλον ωστόσο, δεν το διαμορφώνουν οι περιγραφές, τα ευχολόγια και οι παρακινήσεις. Αυτό είναι κάτι που οριοθετείται από το πλαίσιο των πολιτικών στόχων… Από την ουσιαστικότητα της σχέσης με το οργανωμένο μαζικό κίνημα…Από την ικανότητα ανάδειξης ενός πολιτικού επιτελείου, ικανού να σπρώξει παραπέρα τον πολιτικό βηματισμό αυτού που συντελείται στη σημερινή Γαλλία.
Ένα κίνημα όμως που αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί για όσα το κατηγορούν…
Ένα κίνημα που το κορυφαίο του πολιτικό αίτημα είναι «Να παραιτηθεί ο Μακρόν» και δεν καταδεικνύει την φυσιογνωμία της άλλης λύσης…
Ένα κίνημα που ζητάει προτάσεις για την επόμενη ‘’Συνέλευση των συνελεύσεων’’…
Είναι ένα αξιοπρεπέστατο κίνημα αλλά απέχει πολύ από το να είναι η κοινωνική εξέγερση με τα πολιτικά χαρακτηριστικά, και αυτό παρά την μαχητικότητά του, το καθιστά ευάλωτο.
Για όλους αυτούς τους λόγους, και πέρα από τον οφειλόμενο θαυμασμό τον οποίο δικαιούνται οι Γάλλοι πολίτες που βρίσκονται σε διαρκή κινητοποίηση, η πολιτική σκέψη οφείλει να προσεγγίζει με νηφαλιότητα τα τεκταινόμενα και με όρους αποκλειστικά και μόνο πολιτικούς.
Πρωτίστως οφείλει να μη λησμονεί πως τα πράγματα είναι εύκολα στη νομή της δόξας, αλλά μια διαχείριση πιθανής ήττας, οφείλει να μην συμπαρασύρει στην απαξίωση και τα θεμελιώδη μιας εξέγερσης, η οποία ενδεχομένως απέχει πολύ από το να ξεκινήσει…