Αρχική Blog Σελίδα 2697

Ανάγκη ενίσχυσης της ναυτικής δύναμης

3
 ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ “Καθημερινή”

Η Ελλάδα είναι παραδοσιακά μια μεγάλη ναυτική δύναμη. Οποιος έχει διαβάσει καλά την ελληνική Ιστορία το καταλαβαίνει εύκολα, δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Σημαντικοί διανοούμενοι όμως έχουν επίσης επισημάνει ότι όποτε οι επαναλαμβανόμενες οικονομικές κρίσεις είχαν αντίκτυπο στις στρατιωτικές ναυτικές δαπάνες, η χώρα γνώρισε περιπέτειες.

Τι συμβαίνει τώρα; Το ελληνικό Ναυτικό έχει μείνει πολύ πίσω λόγω της οικονομικής κρίσης. Μπορεί βέβαια να φέρει εις πέρας την αποστολή του, αλλά χρειάζεται επειγόντως ένα γενναίο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού και δημιουργίας μιας νέας γενιάς μόνιμων επαγγελματικών στελεχών. Οι λεπτομέρειες είναι γνωστές σε όσους οφείλουν και θέλουν να έχουν εικόνα. Και προφανώς δεν είναι κρατικό μυστικό στην εποχή που τα πάντα μαθαίνονται μέσω ανοικτών πηγών.

Συμβαίνει ωστόσο και κάτι ακόμη στις μέρες μας. Βρίσκεται σε εξέλιξη ένα μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι στην Ανατολική Μεσόγειο με επίκεντρο τα ενεργειακά κοιτάσματα. Αδιαμφισβήτητα, η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι απούσα. Χρειάζεται να προστατεύσει τα δικά της ζωτικά συμφέροντα και να προβάλει ταυτόχρονα την επιρροή της στην ευρύτερη περιοχή. Η Τουρκία το κάνει και το διαφημίζει με κάθε τρόπο. Εχει μάλιστα αποκτήσει αυτοπεποίθηση στον τομέα της ναυτικής ισχύος. Μην ξεχνάμε πως ήδη από το 2008 άρχισε να στέλνει πολεμικά σκάφη για αβλαβείς αλλά σημειολογικά φορτισμένες διελεύσεις στις Κυκλάδες και στα παράλια της Αττικής.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις αναζήτησαν πολλαπλασιαστές ισχύος στις συνεργασίες με την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Είναι πολύ θετικό ότι αυτό εντάθηκε τα τελευταία χρόνια. Οσο όμως και να βοηθάει, δεν λύνει το πρόβλημα.

Το ζήτημα είναι επείγον. Λύσεις υπάρχουν και χρειάζεται να αναζητηθούν με τη μέγιστη πολιτική συναίνεση. Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί να στηρίξουν το αίτημα για να αποδοθούν τα κέρδη από τα διακρατηθέντα ομόλογα στην Ελλάδα προκειμένου να χρηματοδοτηθεί ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του στόλου. Οι ευρωπαϊκές χώρες «άρμεξαν» την Ελλάδα την εποχή των παχειών αγελάδων και ορισμένες επιδόθηκαν συστηματικά στο «λάδωμα». Είναι, συνεπώς, αναγκαίο να βρουν τρόπους να τη στηρίξουν τώρα. Είναι όμως και πρακτικό. Γιατί η Ελλάδα, πέρα από τα δικά της συμφέροντα, είναι μια χώρα πρώτης γραμμής και για την ασφάλεια της Ευρώπης.

“Καθημερινή”

Το τέλος του δημοκρατικού αιώνα

0
Η παγκόσμια άνοδος του αυταρχισμού
Το μέρισμα του δικτάτορα: Ένα μνημείο στην Αστάνα του Καζακστάν, τον Σεπτέμβριο του 2016. HAMIL ZHUMATOV / REUTERS foreignaffairs.gr
Περίληψη:

Εάν μεγάλες αυταρχικές χώρες όπως το Ιράν, η Ρωσία και η Σαουδική Αραβία προχωρούσαν σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, η συνολική ισχύς των δημοκρατιών θα ενισχυόταν σημαντικά. Εάν η Κίνα έκανε κάτι τέτοιο, θα έληγε η εποχή της αυταρχικής αναζωπύρωσης με ένα μόνο κτύπημα.

Ο YASCHA MOUNK είναι λέκτορας για την Διακυβέρνηση στο Πανεπιστήμιο Harvard και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The People vs. Democracy: Why Our Freedom Is in Danger and How to Save It [1].
Ο ROBERTO STEFAN FOA είναι λέκτορας Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης και συνεργάτης στο Electoral Integrity Project.

Στην κορύφωση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Henry Luce, ο ιδρυτής του περιοδικού Time, υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν συγκεντρώσει τόσο πλούτο και ισχύ ώστε ο εικοστός αιώνας θα γινόταν γνωστός απλώς ως «ο αμερικανικός αιώνας». Η πρόβλεψή του αποδείχθηκε προφητική: Παρά το ότι προκλήθηκαν για την υπεροχή από τη ναζιστική Γερμανία και αργότερα από την Σοβιετική Ένωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες επικράτησαν εναντίον των αντιπάλων τους. Μέχρι την στροφή της χιλιετίας, η θέση τους ως η πιο ισχυρή και με επιρροή χώρα στον κόσμο έδειχνε αδιαμφισβήτητη. Ως αποτέλεσμα, ο εικοστός αιώνας χαρακτηρίστηκε από την κυριαρχία όχι μόνο μιας συγκεκριμένης χώρας αλλά και του πολιτικού συστήματος που εκείνη βοήθησε να εξαπλωθεί: Η φιλελεύθερη δημοκρατία.

06032019-1.jpg

Το μέρισμα του δικτάτορα: Ένα μνημείο στην Αστάνα του Καζακστάν, τον Σεπτέμβριο του 2016. HAMIL ZHUMATOV / REUTERS
————————————————————————-

Καθώς η δημοκρατία άνθισε σε ολόκληρο τον κόσμο, ήταν δελεαστικό το να αποδώσει την κυριαρχία της στην έμφυτη έφεσή της [2]. Εάν οι πολίτες στην Ινδία, την Ιταλία ή την Βενεζουέλα φαίνονταν πιστοί στο πολιτικό τους σύστημα, πρέπει να ήταν επειδή είχαν αναπτύξει μια βαθιά δέσμευση [3] τόσο στα ατομικά δικαιώματα όσο και στην συλλογική αυτοδιάθεση. Και αν οι Πολωνοί και οι Φιλιππινέζοι άρχισαν να κάνουν τη μετάβαση από την δικτατορία στην δημοκρατία, πρέπει να ήταν επειδή και αυτοί επίσης μοιράζονταν την καθολική ανθρώπινη επιθυμία για φιλελεύθερη δημοκρατία.

Αλλά τα γεγονότα του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα μπορούν επίσης να ερμηνευθούν με πολύ διαφορετικό τρόπο. Οι πολίτες σε όλο τον κόσμο προσελκύονταν από την φιλελεύθερη δημοκρατία όχι μόνο λόγω των κανόνων και των αξιών της αλλά και διότι προσέφερε το πιο σημαντικό μοντέλο οικονομικής και γεωπολιτικής επιτυχίας. Τα πολιτικά ιδανικά μπορεί να έχουν παίξει ρόλο στη μετατροπή των πολιτών των πρώην αυταρχικών καθεστώτων σε πεπεισμένους δημοκράτες, αλλά η εκπληκτική οικονομική ανάπτυξη της Δυτικής Ευρώπης στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η νίκη των δημοκρατικών χωρών στον Ψυχρό Πόλεμο και η ήττα ή η κατάρρευση των πιο ισχυρών αυταρχικών αντιπάλων της δημοκρατίας ήταν εξίσου σημαντικοί [λόγοι].

Το να εκληφθούν στα σοβαρά τα υλικά θεμέλια της δημοκρατικής ηγεμονίας [4] ρίχνει ένα διαφορετικό φως στην ιστορία των μεγαλύτερων επιτυχιών της δημοκρατίας, και επίσης αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο κάποιος σκέφτεται για την τρέχουσα κρίση. Καθώς οι φιλελεύθερες δημοκρατίες έγιναν χειρότερες στο να βελτιώνουν το βιοτικό επίπεδο των πολιτών τους, λαϊκιστικά κινήματα που αποκηρύσσουν τον φιλελευθερισμό αναδύονται από τις Βρυξέλλες μέχρι την Μπραζίλια και από την Βαρσοβία μέχρι την Ουάσινγκτον. Ένας εντυπωσιακός αριθμός πολιτών έχει αρχίσει να αποδίδει λιγότερη σημασία στην ζωή σε μια δημοκρατία: Για παράδειγμα, ενώ τα δύο τρίτα των Αμερικανών ηλικίας άνω των 65 ετών θεωρούν ότι είναι απολύτως σημαντικό να ζουν σε μια δημοκρατία, λιγότερο από το ένα τρίτο όσων είναι κάτω των 35 ετών λένε το ίδιο πράγμα. Μια αυξανόμενη μειονότητα μέχρι που είναι ανοικτή σε αυταρχικές εναλλακτικές λύσεις: Από το 1995 έως το 2017, το ποσοστό των Γάλλων, Γερμανών και Ιταλών που ευνοεί μια στρατιωτική διακυβέρνηση τριπλασιάστηκε.

Όπως καταδεικνύουν οι πρόσφατες εκλογές σε όλο τον κόσμο, αυτές οι απόψεις δεν είναι απλώς αφηρημένες προτιμήσεις˙ αντανακλούν ένα βαθύ φούσκωμα του αισθήματος κατά του κατεστημένου, που μπορεί εύκολα να κινητοποιηθεί από εξτρεμιστικά πολιτικά κόμματα και υποψηφίους. Ως αποτέλεσμα, οι αυταρχικοί λαϊκιστές που δεν σέβονται ορισμένους από τους βασικότερους κανόνες και πρότυπα του δημοκρατικού συστήματος έχουν σημειώσει ταχείες προόδους σε ολόκληρη την δυτική Ευρώπη και την βόρεια Αμερική τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Εν τω μεταξύ, οι αυταρχικοί ισχυροί άνδρες ακυρώνουν [σταδιακά] τις δημοκρατικές προόδους σε όλη την Ασία και την ανατολική Ευρώπη. Θα μπορούσε η μεταβαλλόμενη ισορροπία της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος στον κόσμο να βοηθήσει να εξηγηθούν αυτές οι απρόβλεπτες εξελίξεις;

Το ερώτημα αυτό είναι ακόμη πιο πιεστικό σήμερα, καθώς η μακροχρόνια κυριαρχία ενός συνόλου εδραιωμένων δημοκρατιών με ανεπτυγμένες οικονομίες και μια κοινή δομή συμμαχιών πλησιάζει στο τέλος της. Από την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, οι δημοκρατίες που συγκρότησαν την Δυτική συμμαχία του Ψυχρού Πολέμου κατά της Σοβιετικής Ένωσης -στην Βόρεια Αμερική, την Δυτική Ευρώπη, την Αυστραλασία και τη μεταπολεμική Ιαπωνία- διαχειρίστηκαν την πλειοψηφία του παγκόσμιου εισοδήματος. Στα τέλη του 19ου αιώνα, καθιερωμένες δημοκρατίες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου ΑΕΠ. Στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, καθώς η γεωγραφική έκταση τόσο της δημοκρατικής κυριαρχίας όσο και της δομής της συμμαχίας με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει την Ιαπωνία και την Γερμανία, η δύναμη αυτής της φιλελεύθερης δημοκρατικής συμμαχίας έγινε ακόμα πιο συντριπτική. Αλλά τώρα, για πρώτη φορά σε πάνω από εκατό χρόνια, το μερίδιό της στο παγκόσμιο ΑΕΠ μειώθηκε κάτω από το ήμισυ. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, θα μειωθεί στο ένα τρίτο κατά την επόμενη δεκαετία.

Την ίδια στιγμή που η κυριαρχία των δημοκρατιών έχει εξασθενήσει, το ποσοστό της οικονομικής παραγωγής που προέρχεται από τα αυταρχικά κράτη έχει αυξηθεί ταχύτατα. Το 1990, οι χώρες που κατατάσσονταν ως «μη ελεύθερες» από το Freedom House (η χαμηλότερη κατηγορία, η οποία εξαιρεί τις «εν μέρει ελεύθερες» όπως η Σιγκαπούρη) αντιπροσώπευαν μόλις το 12% του παγκόσμιου εισοδήματος. Τώρα, είναι υπεύθυνες για το 33%, ταιριάζοντας με το επίπεδο που είχαν καταφέρει στις αρχές της δεκαετίας του 1930 κατά την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη, και ξεπερνώντας την κορυφή που έφτασαν στον Ψυχρό Πόλεμο όταν η σοβιετική ισχύς ήταν στο απόγειό της.

Ως αποτέλεσμα, ο κόσμος πλησιάζει τώρα σε ένα εντυπωσιακό ορόσημο: Μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, το μερίδιο του παγκόσμιου εισοδήματος των χωρών που θεωρούνται «μη ελεύθερες» -όπως η Κίνα, η Ρωσία και η Σαουδική Αραβία- θα ξεπεράσει το μερίδιο που κατέχουν οι Δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες. Στο διάστημα ενός τετάρτου του αιώνα, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες έχουν περάσει από μια θέση πρωτοφανούς οικονομικής δύναμης σε μια θέση πρωτοφανούς οικονομικής αδυναμίας.

Φαίνεται όλο και λιγότερο ότι οι χώρες της Βόρειας Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης που αποτελούσαν την παραδοσιακή καρδιά της φιλελεύθερης δημοκρατίας μπορούν να ξανακερδίσουν την πρότερη κυριαρχία τους, με το δημοκρατικό τους σύστημα να καταπολεμάται εγχωρίως [5] και το μερίδιό τους στην παγκόσμια οικονομία να συνεχίζει να συρρικνώνεται. Έτσι το μέλλον υπόσχεται δύο ρεαλιστικά σενάρια: Είτε μερικές από τις πιο ισχυρές αυταρχικές χώρες στον κόσμο θα κάνουν μετάβαση στην φιλελεύθερη δημοκρατία, είτε η περίοδος της δημοκρατικής κυριαρχίας που αναμενόταν να διαρκέσει για πάντα θα αποδειχθεί κάτι όχι παραπάνω από ένα διάλειμμα πριν από μια νέα εποχή αγώνα μεταξύ αμοιβαία εχθρικών πολιτικών συστημάτων.

06032019-2.jpg

Ανατολικογερμανοί αναρριχώνται στο Τείχος του Βερολίνου, στην Πύλη του Βρανδεμβούργου, για να γιορτάσουν το άνοιγμα των συνόρων, τον Νοέμβριο του 1989. REUTERS
———————————————————————–

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ

Από όλους τους τρόπους με τους οποίους η οικονομική ευημερία αγοράζει ισχύ και επιρροή σε μια χώρα, ίσως ο πιο σημαντικός είναι ότι δημιουργεί σταθερότητα εγχωρίως. Όπως έδειξαν οι πολιτικοί επιστήμονες Adam Przeworski και Fernando Limongi, οι φτωχές δημοκρατίες συχνά καταρρέουν. Μόνο οι πλούσιες δημοκρατίες -εκείνες με κατά κεφαλήν ΑΕΠ άνω των 14.000 δολαρίων με σημερινές ισοτιμίες, σύμφωνα με τα ευρήματά τους- είναι ασφαλείς. Από την δημιουργία της μεταπολεμικής συμμαχίας που δέσμευσε τις Ηνωμένες Πολιτείες με τους συμμάχους τους στην Δυτική Ευρώπη, κανένα πλούσιο μέλος δεν γνώρισε μια κατάρρευση της δημοκρατικής διακυβέρνησης.

Πέραν της σταθερότητας των δημοκρατιών, η οικονομική ισχύς μπορεί επίσης να τους προσφέρει πολλά εργαλεία για να επηρεάσουν την ανάπτυξη άλλων χωρών. Επικεφαλής μεταξύ αυτών είναι η πολιτιστική επιρροή. Κατά το απόγειο της Δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες -και, σε μικρότερο βαθμό, η Δυτική Ευρώπη- φιλοξενούσαν τους πιο γνωστούς συγγραφείς και μουσικούς, τις πιο δημοφιλείς τηλεοπτικές εκπομπές και κινηματογραφικές ταινίες, τις πιο προηγμένες βιομηχανίες και τα πιο αναγνωρισμένα πανεπιστήμια. Στο μυαλό πολλών νέων που ενηλικιώνονταν στην Αφρική ή την Ασία την δεκαετία του 1990, όλα αυτά φαινόταν να είναι αντίστοιχα: Η επιθυμία να μοιραστούν τον άφθονο πλούτο της Δύσης ήταν επίσης η επιθυμία να υιοθετήσουν τον τρόπο ζωής της, και η επιθυμία να υιοθετήσουν την τρόπο ζωή της φαινόταν να απαιτεί την μίμηση του πολιτικού της συστήματος.

Αυτός ο συνδυασμός οικονομικής ισχύος και πολιτιστικού κύρους διευκόλυνε σε μεγάλο βαθμό την πολιτική επιρροή. Για παράδειγμα, όταν η αμερικανική σαπουνόπερα «Ντάλας» άρχισε να εκπέμπεται στην Σοβιετική Ένωση την δεκαετία του 1980, οι Σοβιετικοί πολίτες φυσικά αντιπαρέβαλλαν τον απίστευτο πλούτο της προαστιακής Αμερικής με την δική τους υλική στέρηση και αναρωτήθηκαν γιατί το οικονομικό τους σύστημα είχε μείνει τόσο πίσω. «Ήμασταν άμεσα ή έμμεσα υπεύθυνοι για την πτώση της [σοβιετικής] αυτοκρατορίας», λέει ο Larry Hagman, ένας από τους κορυφαίους πρωταγωνιστές του [«Ντάλας»]. Ήταν, όπως υποστήριξε, όχι ο ιδεαλισμός των Σοβιετικών πολιτών, αλλά μάλλον η «καλή παλιομοδίτικη απληστία» που «τους έβαλε να αμφισβητήσουν την εξουσία τους».

Η οικονομική ικανότητα των Δυτικών δημοκρατιών θα μπορούσε επίσης να γίνει πιο δύσκολη. Μπορούσαν να επηρεάσουν τα πολιτικά γεγονότα σε άλλες χώρες, υποσχόμενες να τις συμπεριλάβουν στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, ή απειλώντας να τις αποκλείσουν από αυτό. Στην δεκαετία του 1990 και στην πρώτη δεκαετία αυτού του αιώνα, η προοπτική ένταξης σε οργανώσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέχρι τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου παρείχε ισχυρά κίνητρα για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις στην Ανατολική Ευρώπη, την Τουρκία και σε μέρη της Ασίας, συμπεριλαμβανομένης της Ταϊλάνδης και της Νότιας Κορέας. Εν τω μεταξύ, οι Δυτικές κυρώσεις που εμπόδισαν τις χώρες να συμμετάσχουν στην παγκόσμια οικονομία ίσως βοήθησαν να συγκρατηθεί ο Ιρακινός πρόεδρος Σαντάμ Χουσεΐν στα χρόνια που ακολούθησαν τον πόλεμο του Κόλπου, και ήταν αναμφισβήτητα καθοριστικής σημασίας για την πτώση του Σέρβου προέδρου Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς μετά τον πόλεμο στο Κοσσυφοπέδιο.

Τέλος, η οικονομική δύναμη μπορούσε εύκολα να μετατραπεί σε στρατιωτική δύναμη. Αυτό επίσης συνέβαλε σημαντικά στην ενίσχυση της παγκόσμιας θέσης των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Εξασφάλιζε ότι άλλες χώρες δεν θα μπορούσαν να ανατρέψουν την δημοκρατική διακυβέρνηση με την βία και ενίσχυε την εγχώρια νομιμοποίηση αυτών των καθεστώτων, καθιστώντας την στρατιωτική ταπείνωση μια σπανιότητα. Ταυτόχρονα, ενθάρρυνε την εξάπλωση της δημοκρατίας μέσω της διπλωματικής μόχλευσης και της παρουσίας στρατιωτών επί το εδάφους. Χώρες που ήταν γεωγραφικά τοποθετημένες μεταξύ μιας μεγάλης δημοκρατικής δύναμης και μιας μεγάλης αυταρχικής δύναμης, όπως η Πολωνία και η Ουκρανία, επηρεάστηκαν βαθύτατα από τα μεγαλύτερα υλικά και στρατιωτικά οφέλη που προσέφερε μια συμμαχία με την Δύση. Πρώην αποικίες μιμήθηκαν τα πολιτικά συστήματα των πρώην ηγεμόνων τους όταν απέκτησαν την ανεξαρτησία τους, αφήνοντας κοινοβουλευτικές δημοκρατίες από τα νησιά της Καραϊβικής μέχρι τα υψίπεδα της Ανατολικής Αφρικής. Και σε τουλάχιστον δύο σημαντικές περιπτώσεις -η Γερμανία και η Ιαπωνία- η Δυτική στρατιωτική κατοχή άνοιξε το δρόμο για την εισαγωγή ενός μοντέλου δημοκρατικού συντάγματος.

Εν ολίγοις, είναι αδύνατο να κατανοηθεί η ιστορία του δημοκρατικού αιώνα χωρίς να ληφθεί σοβαρά υπόψη ο ρόλος που διαδραμάτισε η οικονομική ισχύς στην εξάπλωση των ιδεωδών της φιλελεύθερης δημοκρατίας σε όλο τον κόσμο. Αυτό σημαίνει επίσης ότι είναι αδύνατο να γίνουν ενημερωμένες προβλέψεις για το μέλλον της φιλελεύθερης δημοκρατίας χωρίς μια αντανάκλαση των επιδράσεων που μπορεί να έχει η μείωση της σχετικής οικονομικής επιρροής της δημοκρατικής συμμαχίας κατά τα επόμενα χρόνια και τις επόμενες δεκαετίες.

ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ

Με μια πρώτη ματιά, το συμπέρασμα ότι η ευημερία γεννά την σταθερότητα φαίνεται να προοιωνίζεται θετικά για το μέλλον της Βόρειας Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης, όπου οι θεσμοί της φιλελεύθερης δημοκρατίας έχουν παραδοσιακά εδραιωθεί. Στο κάτω-κάτω, ακόμη και αν μειωθεί η σχετική τους ισχύς, το απόλυτο επίπεδο πλούτου στον Καναδά ή στην Γαλλία είναι πολύ απίθανο να πέσει κάτω από το όριο στο οποίο οι δημοκρατίες τείνουν να αποτυγχάνουν. Αλλά τα απόλυτα επίπεδα πλούτου μπορεί να ήταν μόνο ένα από τα πολλά οικονομικά χαρακτηριστικά που κράτησαν τις Δυτικές δημοκρατίες σταθερές μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πράγματι, οι σταθερές δημοκρατίες της εποχής αυτής μοιράστηκαν και άλλα τρία οικονομικά χαρακτηριστικά, τα οποία μπορούν εύλογα να βοηθήσουν να εξηγηθεί η επιτυχία τους στο παρελθόν: Σχετική ισότητα, ταχέως αυξανόμενα εισοδήματα για τους περισσότερους πολίτες, και το γεγονός ότι οι αυταρχικοί αντίπαλοι της δημοκρατίας ήταν πολύ λιγότερο πλούσιοι.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες άρχισαν να διαβρώνονται τα τελευταία χρόνια. Δείτε τι συνέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην δεκαετία του ’70, το ανώτατο 1% των εισοδηματιών διέθετε το 8% του εισοδήματος προ φόρων˙ τώρα, διαθέτει πάνω από το 20% [6]. Για μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα, οι μισθοί που αναπροσαρμόζονταν ανάλογα με τον πληθωρισμό σχεδόν διπλασιάστηκαν από γενιά σε γενιά˙ στα τελευταία 30 χρόνια, ουσιαστικά παρέμειναν σταθεροί. Και σε ολόκληρο τον Ψυχρό Πόλεμο, η οικονομία των ΗΠΑ, όπως μετράται από το ΑΕΠ με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης, παρέμεινε δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερη από την σοβιετική οικονομία˙ σήμερα, είναι ένα έκτο μικρότερη από όσο της Κίνας.

Η ικανότητα των αυταρχικών καθεστώτων να ανταγωνίζονται τις οικονομικές επιδόσεις των φιλελεύθερων δημοκρατιών είναι μια ιδιαίτερα σημαντική και καινοτόμος εξέλιξη. Στο αποκορύφωμα της επιρροής του, ο κομμουνισμός κατόρθωσε να ανταγωνιστεί το ιδεολογικό δέλεαρ της φιλελεύθερης δημοκρατίας σε μεγάλα μέρη του αναπτυσσόμενου κόσμου. Αλλά ακόμα και τότε προσέφερε μια αδύναμη οικονομική εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό. Πράγματι, το μερίδιο του παγκόσμιου εισοδήματος που παραγόταν από την Σοβιετική Ένωση και τα δορυφορικά της κράτη έφθασε στο 13% στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Κατά τις επόμενες δεκαετίες, υποχώρησε σταθερά, φτάνοντας στο 10% το 1989. Οι κομμουνιστικές χώρες δεν μπορούσαν επίσης να προσφέρουν στους πολίτες τους έναν τρόπο ζωής που θα ανταγωνιζόταν την άνεση της καπιταλιστικής Δύσης. Από το 1950 έως το 1989, το κατά κεφαλήν εισόδημα στην Σοβιετική Ένωση μειώθηκε από τα δύο τρίτα σε λιγότερο από το ήμισυ του δυτικοευρωπαϊκού επιπέδου. Όπως το έθεσε ο Γερμανός συγγραφέας, Hans Magnus Enzensberger, παίζοντας με τον τίτλο ενός δοκιμίου του Λένιν, ο σοβιετικός σοσιαλισμός αποδείχθηκε ότι ήταν «το υψηλότερο στάδιο της υπανάπτυξης».

Οι νέες μορφές αυταρχικού καπιταλισμού ενδέχεται τελικά να υποφέρουν από παρόμοιους τύπους οικονομικής στασιμότητας. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, η μορφή του αυταρχικού καπιταλισμού που εμφανίστηκε στα αραβικά κράτη του Κόλπου και στην Ανατολική Ασία -συνδυάζοντας ένα ισχυρό κράτος με σχετικά ελεύθερες αγορές και εύλογα ασφαλή δικαιώματα ιδιοκτησίας- έχει καλή πορεία. Από τις 15 χώρες του κόσμου με το υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα, σχεδόν τα δύο τρίτα είναι μη-δημοκρατίες. Ακόμη και συγκριτικά αποτυχημένα αυταρχικά κράτη, όπως το Ιράν, το Καζακστάν και η Ρωσία, μπορούν να καυχηθούν για κατά κεφαλήν εισόδημα άνω των 20.000 δολαρίων. Η Κίνα, της οποίας το κατά κεφαλήν εισόδημα ήταν πολύ χαμηλότερο μόλις πριν από δύο δεκαετίες, αρχίζει γρήγορα να καλύπτει την διαφορά. Παρά το γεγονός ότι τα έσοδα στην αγροτική ενδοχώρα παραμένουν χαμηλά, η χώρα έχει αποδείξει ότι μπορεί να προσφέρει υψηλότερο επίπεδο πλούτου στις πιο αστικές περιοχές της: Η παράκτια περιοχή της Κίνας περιλαμβάνει σήμερα περίπου 420 εκατομμύρια ανθρώπους, με μέσο εισόδημα 23.000 δολαρίων και αυξανόμενο. Με άλλα λόγια, τώρα μπορεί να λεχθεί ότι εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι ζουν υπό συνθήκες «αυταρχικής νεωτερικότητας» (authoritarian modernity). Στα μάτια των λιγότερο εύπορων μιμητών τους σε όλο τον κόσμο, η αξιοσημείωτη ευημερία τους χρησιμεύει ως απόδειξη του γεγονότος ότι ο δρόμος προς την ευημερία δεν χρειάζεται πλέον να περνά από την φιλελεύθερη δημοκρατία.

ΑΥΤΑΡΧΙΚΗ ΗΠΙΑ ΙΣΧΥΣ

Ένα από τα αποτελέσματα αυτού του μετασχηματισμού ήταν ο πολύ μεγαλύτερος βαθμός ιδεολογικής αυτοπεποίθησης [7] μεταξύ των αυταρχικών καθεστώτων -και, μαζί με αυτό, η προθυμία τους να ανακατευτούν με τις Δυτικές δημοκρατίες. Οι προσπάθειες της Ρωσίας να επηρεάσει τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ το 2016 δικαιολογημένα προσέλκυσαν την περισσότερη προσοχή τα δύο τελευταία χρόνια. Αλλά η χώρα έχει από καιρό μια ακόμη μεγαλύτερη επιρροή στην πολιτική σε ολόκληρη την Δυτική Ευρώπη. Στην Ιταλία και την Γαλλία, για παράδειγμα, η Ρωσία βοήθησε εδώ και δεκαετίες στην χρηματοδότηση εξτρεμιστικών κομμάτων και στις δύο άκρες του πολιτικού φάσματος. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Ρωσία έχει απολαύσει ακόμη πιο αξιόλογη επιτυχία στην πρόσληψη συνταξιούχων πολιτικών ηγετών για να ασκήσουν πιέσεις εξ ονόματός της, συμπεριλαμβανομένου του Γερμανού πρώην καγκελαρίου Γκέρχαρντ Σρέντερ και του Αυστριακού πρώην καγκελαρίου Alfred Gusenbauer.

Το μεγάλο ερώτημα τώρα είναι αν η Ρωσία θα παραμείνει μόνη στην προσπάθειά της να επηρεάσει την πολιτική των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Η απάντηση είναι σχεδόν σίγουρα όχι: Οι εκστρατείες της απέδειξαν ότι η εξωτερική ανάμειξη από τις αυταρχικές δυνάμεις [8] σε βαθιά διαιρεμένες δημοκρατίες είναι σχετικά εύκολη και εντυπωσιακά αποτελεσματική, καθιστώντας πολύ δελεαστικό για τους αυταρχικούς ομολόγους της Ρωσίας να ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Πράγματι, η Κίνα ενισχύει ήδη την ιδεολογική πίεση στους Κινέζους που κατοικούν στο εξωτερικό και δημιουργεί σημαίνοντα Ινστιτούτα Κομφούκιος στα μεγάλα κέντρα μάθησης. Και τα τελευταία δύο χρόνια, η Σαουδική Αραβία αύξησε δραματικά τις πληρωμές της σε εγγεγραμμένους εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων των ΗΠΑ (λομπίστες), αυξάνοντας τον αριθμό των εγγεγραμμένων αλλοδαπών αντιπροσώπων που εργάζονται για λογαριασμό της από 25 σε 145.

Εάν η μεταβαλλόμενη ισορροπία της οικονομικής και τεχνολογικής ισχύος μεταξύ των Δυτικών δημοκρατιών και των αυταρχικών χωρών καθιστά τις πρώτες πιο επιρρεπείς σε εξωτερικές παρεμβάσεις, διευκολύνει επίσης την εξάπλωση των αξιών των δεύτερων. Πράγματι, η άνοδος της αυταρχικής ήπιας ισχύος είναι ήδη εμφανής σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των ακαδημαϊκών κύκλων, της λαϊκής κουλτούρας, των ξένων επενδύσεων και της αναπτυξιακής βοήθειας. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, για παράδειγμα, όλα τα κορυφαία πανεπιστήμια στον κόσμο βρίσκονταν στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, αλλά οι αυταρχικές χώρες αρχίζουν να καλύπτουν την διαφορά. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Times Higher Education, 16 από τα 250 κορυφαία ιδρύματα παγκοσμίως βρίσκονται σε μη-δημοκρατίες, όπως στην Κίνα, την Ρωσία, την Σαουδική Αραβία και την Σιγκαπούρη.

Όμως η πιο σημαντική μορφή αυταρχικής ήπιας ισχύος [9], ίσως να είναι η αυξανόμενη ικανότητα των δικτατορικών καθεστώτων να μαλακώνουν την λαβή που οι δημοκρατίες είχαν κάποτε στην αναφορά και την διάδοση ειδήσεων. Ενώ το σοβιετικό φερέφωνο Pravda δεν θα μπορούσε ποτέ να ονειρευτεί την προσέλκυση μαζικού αναγνωστικού κοινού στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα κλιπ που παράγονται σήμερα από κρατικά χρηματοδοτούμενα κανάλια ειδήσεων όπως το Al Jazeera του Κατάρ και το RT της Ρωσίας, προσελκύουν τακτικά εκατομμύρια Αμερικανούς θεατές. Το αποτέλεσμα είναι το τέλος του μονοπωλίου της Δύσης σχετικά με τις αφηγήσεις των μέσων μαζικής ενημέρωσης, καθώς και ο τερματισμός της ικανότητάς της να διατηρεί έναν πολιτικό χώρο που να μην μολύνεται από ξένες κυβερνήσεις.

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ;

Κατά την διάρκεια της μακράς περιόδου της δημοκρατικής σταθερότητας, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η κυρίαρχη υπερδύναμη, πολιτισμικά και οικονομικά. Αυταρχικοί ανταγωνιστές όπως η Σοβιετική Ένωση, γρήγορα βάλτωσαν οικονομικά και απαξιώθηκαν ιδεολογικά. Ως αποτέλεσμα, η δημοκρατία φάνηκε να υπόσχεται όχι μόνο έναν μεγαλύτερο βαθμό ατομικής ελευθερίας και συλλογικής αυτοδιάθεσης, αλλά και την πιο ανιαρή προοπτική μιας πολύ πλουσιότερης ζωής. Εφόσον οι συνθήκες αυτές κρατούσαν στο παρελθόν, φάνηκε ότι υπήρχαν βάσιμοι λόγοι να υποθέσουμε ότι η δημοκρατία θα συνέχιζε να είναι ασφαλής στα παραδοσιακά οχυρά της. Υπήρχαν ακόμη εύλογοι λόγοι για να ελπίζουμε ότι ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός αυταρχικών χωρών θα εντασσόταν στην δημοκρατική παράταξη.

Αλλά η εποχή κατά την οποία οι Δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες ήταν οι κορυφαίες πολιτιστικές και οικονομικές δυνάμεις του κόσμου μπορεί τώρα να φθάνει στο τέλος της. Την ίδια στιγμή που οι φιλελεύθερες δημοκρατίες δείχνουν έντονα σημάδια θεσμικής αποσύνθεσης, οι αυταρχικοί λαϊκιστές αρχίζουν να αναπτύσσουν μια ιδεολογική εναλλακτική λύση υπό τη μορφή της αντιφιλελεύθερης δημοκρατίας, και οι αναμφισβήτητα αυταρχικοί προσφέρουν στους πολίτες τους ένα βιοτικό επίπεδο που ανταγωνίζεται όλο και περισσότερο εκείνο των πλουσιότερων χωρών στην Δύση.

06032019-3.jpg

Ένας διαδηλωτής έξω από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στις Βρυξέλλες, τον Απρίλιο του 2013. FRANCOIS LENOIR / REUTERS
———————————————————————————————-

Είναι δελεαστικό να ελπίζουμε ότι οι Δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες θα μπορέσουν να επανακτήσουν την κυριαρχία τους. Ένα μονοπάτι προς το σκοπό αυτό θα ήταν οικονομικό. Η πρόσφατη οικονομική επιτυχία των αυταρχικών χωρών ίσως να αποδειχθεί σύντομη. Η Ρωσία και η Σαουδική Αραβία εξακολουθούν να εξαρτώνται υπερβολικά από τα έσοδα από ορυκτά καύσιμα. Η πρόσφατη ανάπτυξη της Κίνας έχει τροφοδοτηθεί από την διογκωμένη φούσκα του χρέους και τις ευνοϊκές δημογραφικές ιδιαιτερότητες και μπορεί να καταλήξει να είναι δύσκολο να διατηρηθεί μόλις η χώρα αναγκαστεί να απομοχλευθεί και την πλήξουν οι επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού. Ταυτόχρονα, οι οικονομικές επιδόσεις των αναπτυγμένων Δυτικών οικονομιών θα μπορούσαν να βελτιωθούν. Καθώς οι υπολειπόμενες επιπτώσεις της Μεγάλης Ύφεσης εξαντλούνται και οι ευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές οικονομίες επιστρέφουν ορμητικά στην ζωή, αυτά τα προπύργια της φιλελεύθερης δημοκρατίας θα μπορούσαν και πάλι να ξεπεράσουν τις εκσυγχρονισμένες αυταρχικές χώρες.

Οι προβολές σχετικά με την ακριβή ταχύτητα και τον βαθμό της μεταβολής της εξισορρόπησης ισχύος μεταξύ των δημοκρατικών και των αυταρχικών χωρών θα πρέπει επομένως να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη. Ωστόσο, μια σύντομη ματιά στα ποσοστά ανάπτυξης του Δυτικού ΑΕΠ τις τελευταίες τρεις έως τέσσερις δεκαετίες δείχνει ότι, λόγω της δημογραφικής υποβάθμισης και της χαμηλής αύξησης της παραγωγικότητας, οι Δυτικές οικονομίες υπέφεραν από στασιμότητα πολύ πριν από την χρηματοπιστωτική κρίση. Εν τω μεταξύ, η Κίνα και πολλές άλλες αναδυόμενες οικονομίες έχουν μεγάλες ενδοχώρες, οι οποίες δεν έχουν ακόμη βιώσει ανάπτυξη που να καλύπτει την διαφορά, γεγονός που υποδηλώνει ότι αυτές οι χώρες μπορούν να συνεχίσουν να αποκομίζουν σημαντικά οφέλη ακολουθώντας το σημερινό μοντέλο ανάπτυξής τους.

Μια άλλη ελπίδα είναι ότι οι αναδυόμενες δημοκρατίες όπως η Βραζιλία, η Ινδία και η Ινδονησία μπορεί να διαδραματίσουν πιο ενεργό ρόλο στην υποστήριξη μιας συμμαχίας φιλελεύθερων δημοκρατιών και στην διάδοση των αξιών τους σε όλο τον κόσμο. Αλλά αυτό θα απαιτούσε μια ριζική αλλαγή στην πορεία. Όπως υποστήριξε ο πολιτικός επιστήμονας Marc Plattner, αυτές οι χώρες δεν έχουν σκεφθεί ιστορικά «την υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας ως σημαντική συνιστώσα της εξωτερικής τους πολιτικής». Μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από την Ρωσία, για παράδειγμα, η Βραζιλία, η Ινδία και η Νότια Αφρική απείχαν από την ψηφοφορία επί ενός ψηφίσματος στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ που καταδίκαζε την κίνηση [της Ρωσίας]. Έχουν επίσης αντιταχθεί στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Και τείνουν να συμπαρατάσσονται με τα αυταρχικά καθεστώτα αναζητώντας μεγαλύτερο ρόλο για τα κράτη στην ρύθμιση του Διαδικτύου.

Για να χειροτερέψουν τα πράγματα, οι αναδυόμενες δημοκρατίες ιστορικά ήταν πολύ λιγότερο σταθερές από τις υποτιθέμενες εδραιωμένες δημοκρατίες της Βόρειας Αμερικής, της Δυτικής Ευρώπης και τμημάτων της Ανατολικής Ασίας. Πράγματι, η πρόσφατη δημοκρατική διολίσθηση στην Τουρκία, καθώς και τα σημάδια δημοκρατικής ολίσθησης στην Αργεντινή, την Ινδονησία, το Μεξικό και τις Φιλιππίνες, εγείρουν το ενδεχόμενο ότι ορισμένες από αυτές τις χώρες μπορεί να γίνουν ελαττωματικές δημοκρατίες -ή να επανέλθουν στην ξεκάθαρη αυταρχική διακυβέρνηση- τις επόμενες δεκαετίες . Αντί να υποστηρίξουν τις φθίνουσες δυνάμεις της δημοκρατίας, ορισμένες από αυτές τις χώρες μπορεί να επιλέξουν να ευθυγραμμιστούν με αυταρχικές δυνάμεις.

Οι ελπίδες ότι το σημερινό σύνολο των δημοκρατικών χωρών θα μπορούσε κάπως να ξανακερδίσει την προηγούμενη παγκόσμια θέση του είναι πιθανώς μάταιες. Το πιο πιθανό σενάριο λοιπόν, είναι ότι οι δημοκρατίες θα φτάσουν να φαίνονται όλο και λιγότερο ελκυστικές καθώς θα παύουν να συνδέονται με τον πλούτο και την ισχύ και θα αποτυγχάνουν να ανταποκρίνονται στις δικές τους προκλήσεις.

Είναι κατανοητό, όμως, ότι οι ζωογόνες αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας θα αποδειχθούν πολύ ελκυστικές για τους κατοίκους των αυταρχικών χωρών, ακόμη και αν οι λαοί αυτοί απολαμβάνουν ένα συγκρίσιμο βιοτικό επίπεδο. Εάν μεγάλες αυταρχικές χώρες όπως το Ιράν, η Ρωσία και η Σαουδική Αραβία προχωρούσαν σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, η συνολική ισχύς των δημοκρατιών θα ενισχυόταν σημαντικά. Εάν η Κίνα έκανε κάτι τέτοιο, θα έληγε η εποχή της αυταρχικής αναζωπύρωσης με ένα μόνο κτύπημα.

Αλλά αυτό είναι απλώς ένας άλλος τρόπος για να πούμε ότι ο μακρύς αιώνας κατά τον οποίο οι Δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες κυριάρχησαν στον κόσμο τελείωσε για τα καλά. Το μόνο ζήτημα που παραμένει τώρα είναι εάν η δημοκρατία θα ξεπεράσει την άλλοτε σταθερή αγκυροβόλησή της στην Δύση, μια μετατόπιση που θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για έναν πραγματικά παγκόσμιο δημοκρατικό αιώνα -ή εάν η δημοκρατία θα γίνει, στην καλύτερη περίπτωση, η πολυκαιρισμένη μορφή διακυβέρνησης σε μια οικονομικά και δημογραφικά παρακμάζουσα γωνιά του κόσμου.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/2018-04-16/end-democratic-century

Σύνδεσμοι:
[1] https://smile.amazon.com/People-vs-Democracy-Freedom-Danger/dp/0674976827/
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/2018-04-16/age-insecurity
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/2009-03-01/how-development-leads…
[4] https://www.foreignaffairs.com/anthologies/2017-02-23/what-was-liberal-o…
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2014-08-18/pitchfo…
[6] https://www.foreignaffairs.com/reviews/review-essay/2017-08-15/what-kill…
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2018-03-09/how-china-inter…
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2017-11-16/meaning-sharp-p…
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2018-01-24/how-sharp-power…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

US and NATO step up presence in increasingly tense Black Sea region

0

By Alexandra Brzozowski | EURACTIV.com

Turkish frigate TCG Turgutreis (R), together with Italian frigate Aliseo (L), during a NATO naval drill held on the Black Sea, off the coast of Constanta, Romania, on 16 March 2015. [EPA/ROBERT GHEMENT]

To counter the growing Russian threat, there is a need for increased military presence across Europe and beyond, a top NATO commander in Europe told US lawmakers on Tuesday (5 March).

“Russia has invaded Ukraine, occupied Crimea, launched cyber-attacks against the Baltic States and Ukraine, interfered in US and other Western elections, and attacked Ukrainian navy vessels attempting to transit the Kerch Strait to Ukrainian ports in the Sea of Azov,” Supreme Allied Commander Europe of NATO Allied Command Operations (SACEUR), Curtis Scaparrotti, said in Washington on Tuesday (5 March).

“We have already made significant strides in adapting our European force posture to meet
these threats,” he said during a US Senate Armed Services Committee hearing.

However, responding to a question about whether European Command has the right posture and capabilities to credibly deter Russian aggression in Europe, Scaparrotti said he is “not comfortable yet with the deterrent posture” of the US military in Europe and its ability to deter Russian aggression, recommending the US deploy more troops and warships to Europe.

“I have asked for two more destroyers for EUCOM,” Scaparrotti told the Committee, adding there is the “need for greater capacity particularly given the modernisation and growth of the Russian fleets in Europe.”

Asked about Russia’s perspective on the US and NATO having naval forces stationed in the Black Sea region, Scaparrotti: “Frankly speaking, they [Russians] do not like our presence in the Black Sea, but these are international waters, and our ships should go there, and our planes should fly.”

NATO Secretary-General Jens Stoltenberg has recently announced the Alliance is looking into strengthening its presence in the Black Sea region to support Ukraine.

“We are looking into whether we can increase our presence in the Black Sea and in the near future, in a few days, we’ll have NATO ships in the Black Sea, participating in an exercise. So we have significantly increased our presence at sea but also in the air and on land in the Black Sea region. All of this is also part of our support to Ukraine,” Stoltenberg said in mid-February.

Stoltenberg was in Sofia last week. Unlike Romania, which is advocating the militarisation of the Black Sea, Bulgaria prefers to keep military activities next to its shores to the minimum.

Speaking about the activity of NATO naval forces in the Black Sea, Prime Minister Boyko Borissov said he has always been against such deployments, except for military exercises.

‘Not a Trojan horse’

The Bulgarian Prime Minister said his country was “not a Trojan horse” of Russia to NATO.

“Bulgaria is a country with well-developed tourism which amounts to 10-12% of its GDP. If military ships and motorboats start crossing, we will chase out the tourists”, Borissov said, adding that this was the reason why he had agreed with Stoltenberg to use diplomacy, “and avoid an arms race, with those dreadful missiles”, which he said were “terribly dangerous”.

NATO in search of options to prepare for post-INF world

In the aftermath of US President Trump’s withdrawal from the landmark nuclear arms-control accord earlier this month, NATO allies on Wednesday (13 January) met in Brussels to plan for a future that includes a “Russia with more missiles.”

NATO insists that its activities in the Black Sea are not threatening.

“Three Allied nations border the Black Sea, and NATO regularly conducts exercises in the Black Sea. This is routine, non-threatening, and poses no threat to Russia. The current Poseidon exercise is not connected to Russia’s use of military force against Ukraine near the Sea of Azov,” a NATO official told EURACTIV.

NATO currently has four mine hunter ships in the Black Sea, meant to train allied navies in finding underwater threats such as mines.

“They are there for routine patrols, port calls and participation in exercise, an annual counter-mine drill hosted by Romania and Bulgaria,” the NATO official added.

Responding to the increased Western presence in the Black Sea, the Russian foreign ministry said it views Washington’s and Kyiv’s plans to conduct further joint exercises in the waters as ‘a dangerous idea’.

“That’s a dangerous idea, and that’s the way we will view it. Prior to that, we will study the facts. They are viewed by us as a dangerous idea,” Russian Deputy Foreign Minister Grigory Karasin told Russian news agency TASS

Meanwhile, tensions between Ukraine and Russia in the Azov Sea, just north of the Black Sea, have reached an impasse.

Since Russia invaded Ukraine and annexed Crimea in 2014, the US has given Kyiv more than $1 billion worth of military assistance in defensive capabilities.

Commenting on the security situation in the region, the Ukrainian mission to the EU told EURACTIV it expects “the international community to respond practically to the Russian aggression in Crimea and Azov region by extending military presence in the Black Sea region with more frequent entering the Ukrainian seaports and an extended provision to Ukraine of  military goods and defensive weaponry”.

“When it comes to international law, we ask the EU to adopt a declaration calling on Russia to ensure the freedom of navigation in the Kerch Strait, the Sea of Azov and Black Sea, in accordance with the UN Convention on the Law of the Seas,” the representation added.

Kyiv also calls for further sanctions against Russian Azov ports, vessels entering Crimean ports, as well as companies “exploiting the illegal bridge through the Kerch straight”. The EU, however, has so far not gone beyond sanctions against individuals. On Wednesday (6 March), EU ambassadors decided to include 8 people from Russia responsible for detaining the 24 servicemen from Ukraine into the list.

Rikard Jozwiak@RikardJozwiak

EU ambs have agreed sanctions on 8 people from responsible for detaining the 24 servicemen from after the incident in Nov. will be formalized next week. the sanctions against 163 ppl & 44 entities will also be prolonged by 6 months next week.

36 people are talking about this
“The escalation of the situation in the Sea of Azov also needs the reaction of the European Parliament, not only in the form of extending the OSCE mandate to the Sea of Azov region, but also in the form of strengthening the presence of at least some NATO members in the Black Sea region,” Greens MEP Rebecca Harms said during a speech at the fifth International Forum in Kyiv last week.

According to Harms, the militarisation of Crimea and the Black Sea region showed that Putin’s strategy is directed not only against Ukraine but also against the EU, NATO and the West.

Relations between Russia and the West are currently at an all-time low. On Monday (4 March) Russia formally suspended its participation in the Cold War era Intermediate-range Nuclear Forces Treaty (INF) following a similar decision by Washington in mid-February. Europeans have been anxious that the failure of the INF treaty could lead to a return to a possible arms race involving short- and medium-range missiles on European soil.

[Edited by Zoran Radosavljevic and Georgi Gotev]

Τέλειωσε η Αμερική ως Αναντικατάστατο ΄Εθνος;

0

«Μόνον όσοι από εμάς γεννηθήκαμε υπό την βασίλισσα Βικτώρια,» έγραψε ο Ρόναλντ Νοξ «ξέρουν πως αισθάνεσαι ξέροντας  σαν σίγουρο πως η Αγγλία είναι μόνιμα το κορυφαίο έθνος,  πως οι ξένοι δεν λογαριάζονται και πως και το χειρότερο να συμβεί, ο Λόρδος Σώλσμπερυ θα στείλει μια κανονιοφόρο.»

Andrew Bacevich, TheAmerican Conservative, 23-2-2019

Αντί να βλέπουν μακριά στο μέλλον, οι αμερικανικές ηγεσίες αγωνίζονταν να διακρίνουν τι μπορεί να συμβεί την ερχόμενη εβδομάδα.

[ Πρόσθετος ακαταμάχητος τίτλος αναγνωσιμότητας του προκείμενου άρθρου είναι η ιδιότητα του συντάκτη: Έγκριτου διεθνούς φήμης Αμερικανού συγγραφέα, με σπουδές που άρχισαν από την Στρατιωτική Ακαδημία του  West Point, καθηγητή της Ιστορίας και των Διεθνών Σχέσεων  -διαδοχικά  σ το  West Point, στο ΠανεπιστήμιοJohn Hopkins και στο πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Σειρά προφητικών συγγραμμάτων του και απειρία άρθρων του, σε διεθνώς έγκυρα άλλοτε αμερικανικά βοηθήματα ενημέρωσης και μελέτης, τον έχουν καθιερώσει ως  διεθνή αυθεντία  στα θέματα της ειδικότητάς του.]

Ανάδειξη: Μιχαήλ Στυλιανού

«Μόνον όσοι από εμάς γεννηθήκαμε υπό την βασίλισσα Βικτώρια,» έγραψε ο Ρόναλντ Νοξ «ξέρουν πως αισθάνεσαι ξέροντας  σαν σίγουρο πως η Αγγλία είναι μόνιμα το κορυφαίο έθνος,  πως οι ξένοι δεν λογαριάζονται και πως και το χειρότερο να συμβεί, ο Λόρδος Σώλσμπερυ θα στείλει μια κανονιοφόρο.»

Ο Νοξ πρόφερε αυτήν την αιχμηρή παρατήρηση, που απέπνεε ειρωνεία ίσως ανάμικτη με νοσταλγία, όχι ως σχεδιαστής πολιτικής ή στρατηγικός νους, αλλά από το υψηλό βάθρο θεώρησης ενός κληρικού. Από την δεκαετία του 1920 ως τα τέλη εκείνης του 1950, ο αιδεσιμότατος Νοξ ήταν ο ποιο διάσημος και με μεγάλη επιρροή καθολικός ιερέας σε όλη την Μεγάλη Βρετανία. Ως τέτοιος, είχε αναπτυγμένη μιαν ξεχωριστή αντίληψη για το τι πραγματικά είναι μόνιμο και το τι απλά μοιάζει να είναι.

Ενώ χρησιμοποιούν ίσως διαφορετικούς όρους –προτιμούμε τώρα να στέλνουμε αεροπλανοφόρα αντί κανονιοφόρους- οι Αμερικανοί που γεννήθηκαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μεγάλωσαν διαποτισμένοι με ακριβώς το ίδιο συναίσθημα για την χώρα τους. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 και έπειτα, η πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ θεωρείτο ως αυτονόητο δεδομένο. Η Ιστορία είχε εκδώσει μιαν ετυμηγορία: Εμείς –όχι οι Βρετανοί κι βέβαια όχι οι Γερμανοί, οι Γάλλοι ή οι Ρώσοι- είμαστε το νούμερο ένα και –σημαντικότερο- είχαμε αυτόν τον προορισμό. ΄Οτι αυτή η ετυμηγορία της ιστορίας μπορούσε να υποστεί αναθεώρηση ήταν κυριολεκτικά αδιανόητο, ιδιαίτερα για κάποιον που κέρδιζε το βιός του στην, ή κοντά στην, Ουάσιγκτον.

Εάν απέμεναν κάποιες αμφιβολίες γι’ αυτό, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου τις εξάλειψε. Με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση του κομμουνισμού, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και διανοούμενοι πολιτικής έπεσαν με τα μούτρα σε έναν συναγωνισμό για το ποιος θα εξηγήσει καλύτερα πόσο πρωτοφανής, πόσο πλήρης και πόσο θαυματουργική ήταν η παγκόσμια υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών.

« Εάν είμαστε υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουμε βία,» ανακοίνωσε η υπουργός Εξωτερικών Μαντλέν Ωλμπράιτ, σε πρωινό τηλεοπτικό δελτίο, τον Φεβρουάριο του 1998, «είναι επειδή είμαστε η Αμερική. Είμαστε το αναντικατάστατο έθνος. Στεκόμαστε ψηλά. Βλέπουμε μακρύτερα στο μέλλον.»

Πίσω σε εκείνες τις μέρες, ήταν αυτή η διεκδίκηση του αναντικατάστατου από την Ωλμπράιτ που μου είχε καθίσει στον λαιμό. Και όμως, σαν μαρτυρία υπεροψίας της κυβερνώσας τάξης, η διακήρυξη του αναντικατάστατου ωχριά σε σύγκριση με την επιμονή της Ωλμπράιτ ότι «εμείς βλέπουμε μακρύτερα στο μέλλον.»

Στην πραγματικότητα, από τον Φεβρουάριο του 1998 και μέχρι σήμερα, τα γεγονότα δε έπαψαν, ξανά και ξανά, να πιάνουν αυτό το «εμείς» της Ωλμπράιτ στον ύπνο. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 9 Νοεμβρίου (2001, στην Ν. Υόρκη) και οι διάφοροι αποτυχημένοι πόλεμοι επιλογής που ακολούθησαν προσφέρουν ξεχωριστά παραδείγματα. Αλλά το ίδιο ισχύει με την καθυστερημένη και ανεπαρκή αναγνώριση από μέρους της Ουάσιγκτον των εξελίξεων που πραγματικά απειλούν την ευημερία των Αμερικανών του 21ου Αιώνα, όπως η κλιματική αλλαγή, οι ηλεκτρονικές απειλές και η πραγματοποιούμενη μετατόπιση της παγκόσμιας εξουσίας, με την άνοδο της Κίνας. Αντί να βλέπουν μακριά στο μέλλον, οι αμερικανικές ηγετικές τάξεις αγωνίζονταν να διακρίνουν τι θα μπορούσε να συμβεί την ερχόμενη εβδομάδα. Και συχνότατα έπεφταν έξω και σ’ αυτό.
Σαν ένας φρόνιμος ηλίθιος, ο Ντόναλντ Τραμπ αυτό το κατάλαβε. Αντιλήφτηκε ότι η συνταγή του κατεστημένου για στρατιωτικοποιημένη παγκόσμια ηγεσία, που εφαρμόστηκε στις συνθήκες της μετά τον Ψυχρό Πόλεμο εποχής σπιρούνιζε την παρακμή της Αμερικής. Ασφαλώς και άλλοι παρατηρητές, όπως και συνεργάτες αυτής της έκδοσης (The AmericanConservative), διατύπωναν την ίδια προειδοποίηση, αλλά στις αίθουσες της εξουσίας τέτοιες απόψεις δεν κρίνονταν άξιες προσοχής.

Αλλά το 2016, η κριτική του Τραμπ για την αμερικανική πολιτική βρήκε απήχηση σε πολλούς απλούς Αμερικανούς πολίτες και δημιούργησε την βάση μιας επιτυχημένης εκστρατείας για την προεδρία. Δυστυχώς, μόλις ο Τραμπ ανέλαβε την προεδρία, αυτή η κριτική του δε μεταφράστηκε σε τίποτα που να πλησιάζει και στο ελάχιστο μιαν συνεπή, συνεκτική στρατηγική. Η κακοψημένη συνταγή του Προέδρου Τραμπ για να κάνει την Αμερική και πάλι Μεγάλη –χτίζοντας «το τείχος», προκαλώντας εμπορικούς πολέμους και ανακηρύσσοντας το Ιράν σε υπαρξιακή απειλή  -είναι, σε ήπια διατύπωση, ελαττωματική, αν μη τελείως άσχετη. Η έκδηλη προσωπική του ανικανότητα και περιορισμένη διάρκεια προσοχής δεν μπορούν να βοηθήσουν.

΄Ετσι το έθνος βρίσκεται σήμερα σε ένα  ενδιαφέρον στρίμωγμα. Οι ηγεσίες των ΜΜΕ, που καθοδηγούν την εθνική συζήτηση, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τίποτε δεν είναι σημαντικότερο από την απομάκρυνση του Τραμπ από την εξουσία. Οι εκλογές του Κογκρέσου, που επανέφεραν τους Δημοκρατικούς κυρίαρχους στην Βουλή ενίσχυσαν τις προσδοκίες ότι η εποχή Τραμπ βαίνει στο τέρμα της. Αυτό έδωσε μιαν αίσθηση επείγοντος στους πρόωρους ελιγμούς για τις προεδρικές εκλογές του 2020. Βλέποντας την ευκαιρία, υποψήφιοι σπεύδουν να συμμετάσχουν στον συναγωνισμό. Στην αρένα προβλέπεται συνωστισμός. Μεταξύ των προοδευτικών γυναίκες, έγχρωμοι και τουλάχιστον ένας «γκέϊ» στην κούρσα, δημιουργούν την εντύπωση πως πρόκειται να συμβεί γεγονός επικής σημασίας. Μπορεί να είναι και έτσι. Αλλά ιδού κάτι που είναι πιθανό να απουσιάσει: Οποιαδήποτε σοβαρή εκτίμηση του κόστους και των συνεπειών των πρόσφατων πολιτικών επιλογών, που έγιναν λόγω της επιμονής ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι, όπως το διατύπωσε ο αιδεσιμότατος Νοξ, «το μόνιμα κορυφαίο έθνος»

Οι θεματοφύλακες της ορθοδοξία, ενωμένοι στην καταδίκη του Τραμπ, δεν θα επιτρέψουν οποιανδήποτε τέτοια εκτίμηση. Έτσι η ερχόμενη προεκλογική εκστρατεία θα είναι αναμφίβολα διασκεδαστική.  Από ορισμένων απόψεων μπορεί επίσης να είναι διαφωτιστική. Αλλά, κατά πάσα πιθανότητα, θα αφήσει άθικτες τι βασικές αρχές της αμερικανικής πολιτικής – τον υπερδιογκωμένο στρατιωτικό προϋπολογισμό, την απέραντη αυτοκρατορία των βάσεων, την μανία του παρεμβατισμού, όλων αυτών στηριζόμενων από τους λογούς ισχυρισμούς για την «εξαιρετικότητα» (ασύγκριτη υπεροχή) που διεκδικούν οι όμοιοι της Ωλμπράιτ και αδελφά της πνεύματα.

Όταν γεννήθηκε ο Ρόναλντ Νοξ, η βασίλισσα Βικτώρια ηγεμόνευε μιας αυτοκρατορίας, όπου ο ήλιος δεν έδυε ποτέ. Όταν πέθανε, κατά την βασιλεία της δισέγγονής της, αυτή η αυτοκρατορία είχε εξαφανιστεί. Περίεργο και αστείο πόσο γρήγορα κάτι τέτοια πράγματα μπορούν να συμβούν.

infognomon.gr

Σκληρό Brexit;  Η βέλτιστη επιλογή για τη Βρετανία;

12

του Δημήτρη Μακροδημόπουλου.

Πριν πολλά χρόνια και συγκεκριμένα πριν από την απόβαση στη Νορμανδία ο Τσόρτσιλ είχε προειδοποιήσει τον ντε Γκολ ότι «όποτε η Βρετανία κληθεί να διαλέξει ανάμεσα στην Ευρώπη και στην ανοιχτή θάλασσα, θα διαλέξει τη ανοιχτή θάλασσα» (1). Αυτή η στιγμή έφτασε. Γιατί όμως στο δημοψήφισμα του 1975 ο βρετανικός λαός με ποσοστό 67,2% αποφάσισε την παραμονή της χώρας στην ΕΟΚ στην οποία είχε ενταχθεί από το 1973 με απόφαση του Κοινοβουλίου ενώ τον Ιούνιο του 2016 με ποσοστό 51,9% ψήφισε υπέρ του Brexit; Τι άλλαξε; Πώς διαμορφώνεται το σκηνικό στην ΕΕ που εξωθεί τη Μεγάλη Βρετανία στο Brexit;

Έκτοτε άλλαξαν οι συνθήκες και ανατράπηκαν οι συσχετισμοί. Όταν η Βρετανία εντάχθηκε στις ευρωπαϊκές δομές το 1973, η ΕΟΚ αριθμούσε 9 μέλη, αριθμός που απέκλειε ομαδοποιήσεις, η Γερμανία ήταν διασπασμένη. και στον γαλλογερμανικό άξονα ηγείτο το Παρίσι. Κυρίως όμως όλα τα κράτη μέλη ήσαν τότε οικονομικά εύρωστα, γεγονός που απέτρεπε ακραίες εξαρτήσεις. Δεν υπήρχε κράτος μέλος με τέτοια ισχύ που να καθορίζει την πορεία της ΕΟΚ σύμφωνα με τα εθνικά του συμφέροντα, όπως συμβαίνει σήμερα στην ΕΕ. Σήμερα, η ΕΕ μετά την επανένωση της Γερμανίας, τις διαδοχικές διευρύνσεις και την ένταξη των κρατών της Βαλτικής και της Ανατολικής Ευρώπης, ιστορικά προσκείμενων στο Βερολίνο, αριθμεί 28 μέλη που ανέτρεψαν τους συσχετισμούς εντός της ΕΕ και τις προοπτικές της. Με την ένταξη και των Δυτικών Βαλκανίων που θεωρούνται γερμανικό φέουδο, η Γερμανία θα ηγείται μιας “ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας”.

Και η Βρετανία, η χώρα που σύμφωνα με τον Ντιν Άτσεσον, ΥΠΕΞ των ΗΠΑ επί προεδρίας Τρούμαν, «έχασε μια αυτοκρατορία αλλά δεν έχει βρει ακόμη έναν ρόλο» (2); Δεν βρήκε το ρόλο της διότι αποσυνδέθηκε από το παρελθόν της, εγκλωβίστηκε ως θεατής στις εξελίξεις της ΕΕ και κυρίως διότι από ηγέτιδα χώρα του παγκόσμιου εμπορίου παγιδεύτηκε στην ευρωπαϊκή τελωνειακή ένωση. Διότι η Βρετανία έχει ιστορικές αναφορές και συγγένειες μοναδικές για κράτος – έθνος: Είναι ο πρόγονος της ονομαζόμενης “Αγγλόσφαιρας” (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία), ηγείται της Βρετανικής Κοινοπολιτείας των 52 κρατών με συνολικό πληθυσμό 1,9 δισεκατομμύρια κατοίκους, δηλαδή το 29% του παγκόσμιου πληθυσμού, η αγγλική γλώσσα έχει επικρατήσει παγκόσμια, ενώ ως γεννήτορας της Βιομηχανικής Επανάστασης έχει τη δυναμική και την τεχνογνωσία να ορθοποδήσει. Αν η Βρετανία παραμείνει στην τελωνειακή ένωση, τότε επειδή τα μέλη της τελωνειακής ένωσης δεν μπορούν να κλείσουν τις δικές τους εμπορικές συμφωνίες, το Λονδίνο δεν θα μπορεί να αξιοποιήσει όλες τις παραπάνω δυνατότητες που της κληροδότησε η Ιστορία, η ιστορία που η ίδια διαμόρφωσε. Η Τερέζα Μέι επιμένει στην άποψη ότι η έξοδος από την ΕΕ με παραμονή στην τελωνειακή ένωση δεν είναι έξοδος, εφόσον η Βρετανία δεν θα μπορεί να συνάπτει τις δικές της εμπορικές συμφωνίες Όσο μάλιστα η επικυριαρχία της Γερμανίας ενδυναμώνεται και επιβάλλεται μέσα από τα μη αιρετά θεσμικά όργανα με την πλειοψηφία που της διασφαλίζουν οι  δορυφόροι της, τόσο θα περιθωριοποιείται η Βρετανία. Γιαυτό χρειάζεται ένα ισχυρό σοκ για να επανέλθει στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές προσκήνιο.

Όμως η διαδικασία για το Brexit ανέδειξε και το πολιτικό χάσμα ανάμεσα στη Μ. Βρετανία και την ηπειρωτική Ευρώπη, που έχει τις ρίζες του στο ιστορικό παρελθόν: Όταν η Αγγλία  πρωτοπορούσε  πολιτικά στην Ευρώπη με τη Μάγκνα Χάρτα (1215 μ.Χ.) και την Ένδοξη Επανάσταση (1688 μ.Χ), άλλες περιοχές, όπως η Κεντρική και η Ανατολική Ευρώπη, ξαναβυθίζονταν μετά τον Μεσαίωνα σε ένα νέο Μεσαίωνα με τη Δεύτερη Δουλοπαροικία. Πώς αποτυπώνεται σήμερα αυτή η διαφορετική πορεία; Έχει αποδειχθεί επανειλημμένα ότι από τις Βρυξέλλες είναι αποδεκτά μόνον τα δημοψηφίσματα με την επιθυμητή ετυμηγορία του εκλογικού σώματος. Διαφορετικά επαναλαμβάνονται μέχρις ότου προκύψει η επιθυμητή ετυμηγορία με προσχηματικές βελτιώσεις ώστε να δικαιολογείται συνειδησιακά η διαφορετική ψήφος είτε παρακάμπτονταν μέσω του κοινοβουλίου. Χαρακτηριστική η περίπτωση της απόρριψης του Ευρωσυντάγματος από τους Γάλλους και τους Ολλανδούς με ηχηρά ποσοστά στα δημοψηφίσματα που διεξήχθησαν, τα οποία ούτε καν επανελήφθησαν αφού δεν ήταν ορατή η υπερψήφισή τους αλλά επικυρώθηκαν από τα κοινοβούλια των δύο χωρών, οι περιπτώσεις της Δανίας. της Ιρλανδίας κ.α.. Αυτή η παράδοση της Κ.Α. Ευρώπης έχει αφήσει το αποτύπωμά της και στον τρόπο λειτουργίας της ΕΕ και της Ευρωζώνης, με τη γραφειοκρατία δηλαδή των Βρυξελλών να υπαγορεύεται από μη αιρετά όργανα και αξιωματούχους. Η περίπτωση σεβασμού του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος για το Brexit παρά την οριακή ετυμηγορία αποτελεί μοναδική περίπτωση στην ΕΕ.

Αναμφισβήτητα το Βερολίνο επιθυμεί την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ. με επαχθείς μάλιστα όρους. Αφενός διότι η αποχώρηση κάθε ισχυρού κράτους μέλους διευρύνει τη δική του επιρροή στην ΕΕ, αφετέρου διότι οι επαχθείς όροι θα αποτελούν μήνυμα προς κάθε τρίτο. Γιαυτό ο ισχυρισμός ότι το Brexit ένωσε περισσότερο τα μέλη της ΕΕ προβάλλεται ως αληθοφανής αλλά είναι ψευδεπίγραφος. Η ενορχηστρωμένη επίθεση εκφοβισμού που δέχεται ο βρετανικός λαός για τις συνέπειες του Brexit έχει ως αποδέκτες και όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς με αποτέλεσμα οι ηγεσίες τους να συσπειρώνονται γύρω από τη Γερμανία ως ένδειξη “νομιμοφροσύνης” αφού μέσα από τα αδιέξοδά του Brexit συνειδητοποίησαν ότι έχουν εγκλωβιστεί στη Γερμανική Ευρώπη.

Είναι βέβαιο ότι ένα σκληρό Brexit θα προκαλέσει αρχικά τεκτονικούς κραδασμούς στη βρετανική οικονομία αφού θα ανατρέψει όλες τις υπάρχουσες ισορροπίες. Όμως μεσοπρόθεσμα με την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της σε παγκόσμια κλίμακα η βρετανική οικονομία θα ανακάμψει χαράσσοντας ανοδική και πολυεπίπεδη πορεία. Ακόμη και αν το Brexit αναβληθεί ή κι αν ακόμη ακυρωθεί, θα αναπαραχθεί με μεγαλύτερη δυναμική χωρίς αμφισβητήσεις πλέον, διότι οι δομές που οικοδομούν την ΕΕ δεν αφήνουν άλλες επιλογές.

Μια εβδομάδα πριν από το δημοψήφισμα για το Brexit η βασίλισσα Ελισάβετ άφησε να διαρρεύσει στον Τύπο  (The Daily Telegraph 21/6/2016) και ουδέποτε το διέψευσε εκ των υστέρων, ότι στη διάρκεια δείπνου ζήτησε από τους συνδαιτυμόνες  της  να της πουν τρεις λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να μείνει η χώρα στην ΕΕ. Και ότι δεν έμεινε ικανοποιημένη από τις απαντήσεις. Γιατί να ανεχθεί λοιπόν ο βρετανικός λαός, η ηττημένη των δύο παγκοσμίων πολέμων Γερμανία να ηγεμονεύει της νικήτριας, της πατρίδας του;

(1) & (2) Πέτρου Παπακωνσταντίνου: Το Εθνικό Ζήτημα στην εποχή μας, εκδόσεις Τόπος

 

Μακροδημόπουλος Δημήτρης

Αλεξ/πολη – κιν. 6947-771412

28-2-2019

Huawei: The story of a controversial company

0

By Karishma Vaswani  BBC

Soon 5G mobile internet will be everywhere.

Huawei is a pioneer but is accused of being a gateway for China to spy on Western nations.

Is the firm guilty? Or the victim of unfair rumours?

A mysterious hack?

The African Union headquarters in Addis Ababa is a shiny spaceship-like structure that glistens in the afternoon sun.

With its accompanying skyscraper, it stands out in the Ethiopian capital.

Greetings in Mandarin welcome visitors as they enter the lifts, and the plastic palm trees bear the logos of the China Development Bank.

African Union HQ, Addis Ababa

African Union HQ, Addis Ababa

Everywhere, there are small indications that the building was made possible through Chinese financial aid.

In 2006, Beijing pledged $200m to build the headquarters. Completed in 2012, everything was custom-built by the Chinese – including a state-of-the-art computer system.

For several years, the building stood as a proud testament to ever-closer ties between China and Africa. Trade has rocketed over the past two decades, growing by about 20% a year, according to international consultancy McKinsey. China is Africa’s largest economic partner.

But in January 2018, French newspaper Le Monde Afrique dropped a bombshell.

It reported that the AU’s computer system had been compromised.

The newspaper, citing multiple sources, said that for five years, between the hours of midnight and 0200, data from the AU’s servers was transferred more than 8,000km away – to servers in Shanghai.

This had allegedly continued for 1,825 days in a row.

Le Monde Afrique reported that it had come to light in 2017, when a conscientious scientist working for the AU recorded an unusually high amount of computer activity on its servers during hours when the offices would have been deserted.

It was also reported that microphones and listening devices had been discovered in the walls and desks of the building, following a sweep for bugs.

The reaction was swift.

Both AU and Chinese officials publicly condemned the report as false and sensationalist – an attempt by the Western media to damage relations between a more assertive China and an increasingly independent Africa.

But Le Monde Afrique said that AU officials had privately expressed concerns about just how dependent they were on Chinese aid – and what the consequences of that could be.

In the midst of all of this, one fact remained largely unreported.

The main supplier of information and communication technology systems to the AU headquarters was China’s best-known telecoms equipment company – Huawei.

The company says it had “nothing” to do with any alleged breach.

Huawei “served as the key ICT provider inside the AU’s headquarters”, said Danielle Cave of the Australian Strategic Policy Institute, in a review of the alleged incident.

Huawei headquarters in Shenzhen, China

Huawei headquarters in Shenzhen, China

“This doesn’t mean the company was complicit in any theft of data. But… it’s hard to see how – given Huawei’s role in providing equipment and key ICT services to the AU building and specifically to the AU’s data centre – the company could have remained completely unaware of the apparent theft of large amounts of data, every day, for five years.”

There is no evidence to indicate that Huawei’s telecoms network equipment was ever used by the Chinese government – or anyone else – to gain access to the data of their customers.

Indeed, no-one has ever gone on record to confirm that the AU system was compromised in the first place.

But these reports played into years of suspicions about Huawei – that a large Chinese company might find itself unduly influenced by the Chinese government.

Ren and the rise of Huawei

“When I first started out 30 years ago… we didn’t really have any telephones. The only phones we had were those hand-cranked phones that you see in old World War II films. We were pretty undeveloped then.”

Huawei’s founder and chairman Ren Zhengfei is reminiscing to the BBC about the origins of the world’s second-biggest smartphone firm, while sitting in the Huawei headquarters in Shenzhen – a symbol of the success that he’s worked his whole lifetime for.

A long marbled staircase, covered in plush red carpet, greets you as you first walk in.

At the top of the stairs, a giant painting depicts a traditional Chinese New Year scene.

Inside Huawei's Shenzhen HQ

Inside Huawei’s Shenzhen HQ

A few kilometres away in Dongguan, Huawei’s latest campus is even more eye-catching. The site – designed to accommodate the company’s 25,000 R&D staff – comprises 12 “villages”, each of which recreates the architecture of a different European city, among them Paris, Bologna and Granada.

It’s as if Silicon Valley had been re-imagined by Walt Disney. Long corridors of Roman pillars and picturesque French cafes adorn the campus, with a train connecting the different areas, running through manicured gardens and past an artificial lake.

It’s a world away from the environment that Mr Ren found himself in when he first started the company in 1987. “I founded Huawei when China began to implement its reform and opening up policy,” he says. “At that time, China was shifting from a planned economy to a market economy. Not only people like myself, but even the most senior government officials, did not have the vaguest idea of what a market economy was. It seemed it was hard to survive.”

Ren was born in 1944 in Southern China – a tumultuous, chaotic place, one of the poorest regions in an already destitute country.

For a long time, hardship was all he ever knew.

He was from a family of seven children. “They were very poor,” says David De Cremer, who has co-written a book on Ren and Huawei.

“I think hardship is something that you can see throughout his life, and which he keeps emphasising himself.”

To escape that life of poverty and drudgery, Ren did what many young Chinese men of that era did. He joined the army.

Soldiers from the People's Liberation Army, 1972

Soldiers from the People’s Liberation Army, 1972

“I was a very low-ranking officer in the People’s Liberation Army,” he says. “I served in an ordinary construction project, not a field unit. At the time, I was a technician of a company in the military, and then I became an engineer.”

He left the military in 1983 when China began to downsize its forces, and went into the electronics business.

By his own admission, he wasn’t a great businessman at first.

“I was someone who had been in the military all my life at the time, used to doing what I was told,” he says. “Suddenly, I began to work in a market economy. I was at a total loss. So I too suffered losses, I too was deceived, and I was cheated.”

But he was quick to learn, and was a keen student of Western business practices and European history.

“I did research on what exactly a market economy was all about,” he says. “I read books on laws, including those about European and US laws. At that time, there were very few books on Chinese laws, and I had to read those on European and US laws.”

Five years later, he founded Huawei – the name can be translated as “splendid achievement” or “China is able” – to sell simple telecoms equipment to the rural Chinese market. Within a few years, Huawei was developing and producing the equipment itself.

Sometime in the early 90s, Huawei won a government contract to provide telecoms equipment for the People’s Liberation Army.

By 1995, the company was generating sales of around US$220,000, mainly from selling to the rural market.

The following year Huawei was given the status of a Chinese “national champion”. In practice, this meant the government closed the market to foreign competition.

At a time when China’s economy was growing by an average of 10% per year, this was no small advantage. But it was only when Huawei started to expand overseas in 2000, that it really saw its sales soar.

In 2002, Huawei made US$552m from its international market sales. By 2005 its international market contracts exceeded its domestic business for the first time.

Ren’s early days in business instilled in him a desire to protect his company from the whims and fancies of the stock market. Huawei is privately held and employee-owned. This gave Ren the power to plough more money back into research and development. Each year, Huawei spends US$20bn on R&D – one of the biggest such budgets in the world.

“Publicly listed companies have to pay a lot of attention to their balance sheets,” he says. “They can’t invest too much, otherwise profits will drop and so will their share prices. At Huawei, we fight for our ideals. We know that if we fertilise our ‘soil’ it will become more bountiful. That’s how we’ve managed to pull ahead and succeed.”

One story from the early days of the company tells how Ren was cooking for his staff (he loves to cook, or so the story goes). Suddenly he rushed out of the kitchen and announced to the room: “Huawei will be a top three player in the global communications market 20 years from now!”

And that’s exactly what happened. In fact, those ambitions were surpassed.

Today, Huawei is the world’s biggest seller of network telecommunications equipment.

From aspiring to be a company like Apple, it now sells more smartphones than Apple.

But shadows have continued to loom over Huawei’s international success.

Ren and Huawei’s links to the Chinese Communist Party have raised suspicions that the company owes its meteoric rise to its powerful political connections in China. The US has accused Huawei of being a tool of the Chinese government.

It’s an accusation which Ren denies. “Please don’t think that Huawei has become what it is today because we have special connections,” he says. “Even 100% state-owned companies have failed. Do good connections mean you will succeed then? Huawei’s success is still very much due to our hard work.”

The case against

It was 1 December 2018. US President Donald Trump and China’s President Xi Jinping were dining on grilled sirloin followed by caramel rolled pancakes at the G20 summit in Buenos Aires.

They had a lot to discuss. The US and China were in the middle of a trade war – imposing tariffs on each other’s goods – and growth forecasts for both countries had recently been cut as a result. This was adding to the fear of a slowing global economy.

In the event, the two leaders agreed a truce in the trade war, with Donald Trump tweeting that “Relations with China have taken a BIG leap forward!”

Xi Jinping and Donald Trump at dinner, December 2018

Xi Jinping and Donald Trump at dinner, December 2018

But thousands of kilometres north in Canada, an arrest was taking place that would throw doubt on this rapprochement.

Meng Wanzhou, Huawei’s chief financial officer and Ren Zhengfei’s eldest daughter, had been detained by Canadian officials while transferring between flights at Vancouver airport.

The arrest had come at the request of the US, who accused her of breaking sanctions against Iran.

“When she was detained, as her father, my heart broke,” says Ren, visibly emotional. “How could I watch my child suffer like this? But what happened, has happened. We can only depend on the law to solve this problem.”

Meng Wanzhou being driven to court in Canada

Meng Wanzhou being driven to court in Canada

Huawei’s problems were just beginning. Nearly two months later, the US Department of Justice filed two indictments against Huawei and Ms Meng.

Under the first indictment, Huawei and Ms Meng were charged with misleading banks and the US government about their business in Iran.

The second indictment – against Huawei – involved criminal charges including obstruction of justice and the attempted theft of trade secrets.

Both Huawei and Ms Meng deny the charges.

January 2019: Acting US attorney general Matthew Whittaker announces charges against Huawei and Meng Wanzhou

January 2019: Acting US attorney general Matthew Whittaker announces charges against Huawei and Meng Wanzhou

The charge of stealing trade secrets centres on a robotic tool – developed by T-Mobile – known as Tappy.

According to legal documents, Huawei had tried to buy Tappy, a device which mimicked human fingers by tapping mobile phone screens rapidly to test responsiveness.

T-Mobile was in partnership with Huawei at the time, but it rebuffed the Chinese firm’s offers, fearing it would use the technology to make phones for T-Mobile’s competitors.

It’s alleged that one of Huawei’s US employees then smuggled Tappy’s robotic arm into his satchel so that he could send its details to colleagues in China.

After the alleged theft was discovered, the Huawei employee claimed that the arm had mistakenly fallen into his bag.

Huawei claimed that the employee had been acting alone, and the case was settled out of court in 2014. But the latest case is built on email trails between managers in China and the company’s US employees, linking Huawei management to the alleged theft.

The indictment also details evidence of a bonus scheme from 2013, offering Huawei employees financial rewards for stealing confidential information from competitors.

Huawei has denied any such scheme exists.

Meng Wanzhou, photographed in 2014

Meng Wanzhou, photographed in 2014

This is not the first time that Huawei has been accused of stealing trade secrets. Over the years companies like Cisco, Nortel and Motorola have all pointed the finger at the Chinese firm.

But US fears about Huawei are about much more than industrial espionage. For more than a decade, the US government has seen the company as little more than an arm of the Chinese Communist Party.

These concerns have been brought to the fore with the advent of “fifth generation” or 5G mobile internet, which promises download speeds 10 or 20 times faster than at present, and much greater connectivity between devices.

As the world’s biggest telecoms infrastructure provider, Huawei is one of the companies best placed to build new 5G networks. But the US has warned its intelligence partners that awarding contracts to Huawei would be tantamount to allowing the Chinese spy on them.

US Secretary of State Mike Pompeo recently cautioned against Huawei, saying, “If a country adopts this and puts it in some of their critical information systems, we won’t be able to share information with them.”

US Secretary of State Mike Pompeo

US Secretary of State Mike Pompeo

The UK, Germany and Canada are reviewing whether Huawei’s products pose a security threat.

Australia went a step further last year, and banned equipment suppliers “likely to be subject to extrajudicial directions from a foreign government”.

Huawei was not mentioned by name, but Danielle Cave of the Australian Strategic Policy Institute says the company posed a national security risk because of its government links.

She cites an article in Chinese law that makes it impossible for any company to refuse to help the Chinese Communist Party in intelligence gathering.

“Admittedly, what is missing from this debate is the smoking gun,” she says.

“For the average person who has a Huawei smartphone it’s not a big deal. But if you’re a Western government that has key national security to protect – why would you allow this access to a company that is in the political system that China is in?”

For his part, Ren says that Huawei’s resources have never and would never be used to spy for the Chinese government.

“The Chinese government has clearly said that it won’t ask companies to install backdoors,” he says. A “backdoor” is a term used to describe a secret entry point in software or a computer system that gives access to the person or entity who installed it to the inner workings of the system.

“Huawei will not do it either,” he continues. “Our sales revenues are now hundreds of billions of dollars. We are not going to risk the disgust of our country and our customers all over the world because of something like that. We will lose all our business. I’m not going to take that risk.”

Xi’s China

Zhou Daiqi is Huawei’s chief ethics and compliance officer.

He’s been with the company for nearly 25 years, in a number of different positions – chief engineer, director of the hardware department, head of the research centre in Xi’an, according to his biography on the company’s website. He is also understood to combine his high-ranking executive duties with another role – party secretary of Huawei’s Communist Party committee.

All companies in China are required by law to have a Communist Party committee.

Zhou Daiqi's profile on Huawei's website

Zhou Daiqi’s profile on Huawei’s website

The official line is that they exist to ensure that employees uphold the country’s moral and social values. Representatives of the committee are also often tasked with helping workers with financial problems.

But critics of China’s one-party system argue that they allow the state to exert control on corporate China. And they say the level of this control has increased in recent years.

“[President] Xi Jinping is exerting greater control over the business community in China,” says Elliott Zaagman, who regularly advises Chinese companies on their PR strategy. “As these companies gain power and influence overseas, the party doesn’t want to lose control over them.”

Ren, however, argues that the role of Huawei’s Communist Party committee is far less important than many in the West believe.

“[It] serves only to educate its employees,” he says. “It is not involved in any business decisions.”

In China, most chief executives are Communist Party members.

Every year, they dutifully turn up to the National People’s Congress along with local and national party chiefs, officials and chief executives.

It’s where the big economic decisions are voted on – although no proposal is put forward which hasn’t already been agreed upon.

Still, big CEOs come to show their commitment to the party, and to contribute to working papers that are meant to help the government understand the concerns of the business community.

Being a member of the party is very much a networking opportunity – in the way one would join a business association.

Elliott Zaagman argues that this is a system that demands loyalty.

“There is no separation from the party and the state,” he says.

“The system in China encourages the lack of transparency in companies like Huawei.”

The worry is that these close links mean that if the Communist Party asked a company to do something, they would have no choice but to comply.

And if that company is one that is involved in sensitive global telecoms infrastructure projects, it’s easy to see why Western observers would be worried.

There is no evidence to indicate that Huawei is in any way under the orders of the Chinese government, or that Beijing has any plans to dictate business plans and strategy at Huawei – particularly when it comes to spying.

But the way in which the Chinese Communist Party has robustly defended Huawei has raised questions about how independent the company is of its influence.

For example, Beijing stated that Ms Meng’s detention was a rights abuse .

And while her extradition case to the US was moving forward, China detained two Canadian citizens and accused them of stealing state secrets. Critics say the detentions are linked to Ms Meng’s arrest.

December 2018: Chinese police patrol outside Canada's embassy in Beijing

December 2018: Chinese police patrol outside Canada’s embassy in Beijing

While not commenting on the arrest of the Canadians, Ren says China’s defence of Huawei is understandable.

“It is the Chinese government’s duty to protect its people,” he says. “If the US attempts to gain competitive edge by undermining China’s most outstanding hi-tech talent, then it is understandable if the Chinese government, in turn, protects its hi-tech companies.”

Over the past few years, there have been signs of a bigger push by the government to get private companies, and in particular tech firms, to cooperate with party rules – even when they are firmly resistant.

 A Didi Chuxing logo adorns a building in Hangzhou, China

 A Didi Chuxing logo adorns a building in Hangzhou, China

China’s ride-hailing giant Didi Chuxing’s troubles are an example of the struggles Chinese firms face when they try to uphold their independence in the face of government pressure.

Chinese attitudes to data collection and data privacy are different to those in the West – many people don’t care if businesses have access to their data, arguing that it adds to the convenience of life and work.

Government access to data in China is not the free-for-all that many outside of China assume it to be

Samm Sacks, CSIS

So it wasn’t unusual when, after the murders of two of its passengers by Didi drivers, regulators used the scandal to force Didi to share more corporate data with the government. But Didi resisted – citing customer privacy. Under Chinese law, it had no choice but to comply.

When it did, it handed over “three boxes of data printed on paper, including 95 hard copies for authorities to review”.

According to Samm Sacks of the Center for Strategic and International Studies (CSIS), the case demonstrates that “government access to data in China is not the free-for-all that many outside China assume it to be”.

She says this indicates that there appears to be “a kind of tug of war between the government and companies over data”.

How this plays out will determine how Chinese companies are viewed by foreign governments when they do business overseas.

Companies like Huawei have grown up in a system where to survive and thrive they needed strong links to the Chinese government – there was and is no other choice. But these links could harm their reputation abroad.

“It’s two different systems,” says Zaagman. “Think of it like an electrical outlet. China’s plug doesn’t fit in to the outlets we have in the West.”

What’s at stake

Inside Huawei’s Shenzhen HQ

“Basically you want to connect to everything that can be connected.”

Zhu Peiying, head of Huawei’s 5G wireless labs, is showing off devices that can connect to the new technology. From a smart toothbrush that collects data about how well you brush your teeth, to a smart cup that reminds you when you should drink some water, this is a world where everything you can think of is being measured and analysed.

At its most sophisticated, everything in entire cities would be connected – driverless cars, the temperature of buildings, the speed of public transport – the list is endless.

Huawei is thought to be a year ahead of its competitors in terms of its technological expertise and what it can offer customers, according to industry sources.

It’s also thought that the company can offer prices that are about 10% cheaper than its competitors, although critics claim this is because of state support.

Ren dismisses this, saying that Huawei doesn’t receive government subsidies.

He says the real reason behind the US resistance to Huawei is its superior technology.

“There’s no way the US can crush us,” he says. “The world needs Huawei because we are more advanced. Even if they persuade more countries not to use us temporarily we could just scale things down a bit.”

Many analysts say that Huawei’s exclusion from US networks could actually cause the US to fall behind in its 5G capabilities.

“It would mean we wouldn’t be able to participate in any blended network [using Huawei] in Europe or Asia,” says Samm Sacks of CSIS. “That would put us at a significant disadvantage.”

What this would mean in reality is a world of two internets – or what analysts are calling a “digital iron curtain” – dividing the world into parts that do business with Chinese companies like Huawei, and those that don’t.

Because of US pressure on its allies, Huawei has been on an aggressive public relations campaign to win over customers and government stakeholders.

In recent days, Vodafone’s boss Nick Read called on the US to share any evidence it has about Huawei, while Andrus Ansip, the European Commission’s vice president for the digital single market, said in a tweet that he had met with Huawei’s rotating CEO to discuss the importance of being open and transparent, as they explored ways of working together.

But suspicions about Huawei remain.

One security firm reports a sharp rise in inquiries by Asian government clients about Huawei.

“Some have asked us how much they should worry about whether Huawei is really a liability,” says an analyst who consults to Asian governments, on condition of anonymity.

Ren is sanguine about such concerns.

“For countries who believe in them [suspicions about Huawei] we will hold off,” he says. “For countries who feel Huawei is trustworthy, we may move a little faster. The world is so big. We can’t walk across every corner of it.”

But this is about more than just one company or one CEO and his family.

Increasingly, this is perceived as a battle between two world orders, and which one is the future.

In the early days of China opening up, US presidents like George HW Bush espoused the merits of engagement.

“No nation on Earth has discovered a way to import the world’s goods and services while stopping foreign ideas at the border,” he said in a 1991 speech. “Just as the democratic idea has transformed nations on every continent, so, too, change will inevitably come to China.”

1989: George HW Bush in Beijing - he encouraged economic engagement with China

1989: George HW Bush in Beijing – he encouraged economic engagement with China

Previous US administrations believed that economic engagement in China would lead to China following a freer, more “liberal” path.

There’s no denying China has made remarkable strides in the past 40 years. The economy grew by an annual average of 10% for three decades, helping to lift 800 million people out of poverty. It is now the second-largest economy in the world, only surpassed by the US.

Some estimates put China’s economy ahead of America’s by 2030.

It achieved this while maintaining one-party rule and the supremacy of the Communist Party.

But its success has raised concerns that it is only possible with a huge amount of government control over the country’s companies. The fear is that control could be used to achieve the Communist Party’s goals – which are at this point unclear.

“It’s a double-edged sword for China,” says Danielle Cave. “[Because of its laws] the Chinese Communist Party has made it virtually impossible for Chinese companies to expand without attracting understandable and legitimate suspicion.”

Added to this, China has become more authoritarian under Xi Jinping’s rule.

President Xi Jinping 

President Xi Jinping 

“Xi is systematically undermining virtually every feature that made China so distinct and helped it work so well in the past,” writes Jonathan Tepperman, editor in chief of Foreign Policy.

“His efforts may boost his own power and prestige in the short term and reduce some forms of corruption. On balance, however, Xi’s campaign will have disastrous long-term consequences for his country and the world.”

But Ren dismisses this, insisting that China is more open than ever before.

“If this meeting took place 30 years ago,” he says of our interview, “it would have been very dangerous for me. Today, I can be straightforward when answering difficult questions. This shows that China has a more open political environment.”

Still, Ren is hopeful of the direction China will take in the future.

“China has more or less tried to close itself off from the outside world for 5,000 years,” he says. “Yet we had found ourselves poor, lagging behind other nations. It was only in the past 30 years since Deng Xiaoping opened China’s doors to the world that China has become more prosperous. Therefore, China must continue to move forward on the path of reform and opening-up.”

In one of Huawei’s vast campus sites across Shenzen, lies a man-made lake. Swimming in these serene waters are two black swans.

There is a story that Ren put the birds here to remind employees of “black swan” events – unpredictable and catastrophic financial eventualities that are impossible to prepare for. He dismisses this as an urban myth, but it’s hard not to read something into it.

For Huawei, and Ren, these are highly uncertain times with no way of telling what lies ahead.

Γιατί οι Ευρωεκλογές δεν ενδιαφέρουν κανέναν

0

της Nelly Garnier*
Με λιγότερο από τρεις μήνες πριν την ψηφοφορία, η εκστρατεία για τις ευρωπαϊκές εκλογές συνεχίζεται με σχεδόν καθολική αδιαφορία. Η κατάρτιση των ψηφοδελτίων καθυστερεί. Σπάνια συναντά κανείς στις αγορές φυλλάδια και εκπροσώπους κομμάτων. Τέλος, όσο για τα προγράμματα των κομμάτων, δεν έχει αναφερθεί ακόμη καμία πρόταση. Τα Κίτρινα Γιλέκα, μετά από δεκαπέντε εβδομάδες κινητοποίησης, φαίνεται ότι έχουν εγκαταλείψει οριστικά το θέμα. Υπό τα πυρά της κριτικής, οι περισσότεροι από εκείνους που ήθελαν να εκπροσωπήσουν το κίνημα στις επόμενες εθνικές εκλογές υποχώρησαν.

Ο ιστότοπος της Μεγάλης Συζήτησης απαριθμεί μερικές εκατοντάδες συμμετοχές στο θέμα Ευρώπη σε ένα σύνολο περίπου 60.000 προτάσεων. Και στην πλατφόρμα Πραγματική Συζήτηση, που ξεκίνησε από τα ίδια τα Κίτρινα Γιλέκα, υπάρχουν λιγότερες από 6.000 συμμετοχές στην Ευρώπη, ενώ στις Εξωτερικές Υποθέσεις και τις Υπερπόντιες Κτήσεις περισσότερες από 100.000.

Οι Ευρωπαϊκές είναι κατά παράδοση οι εκλογές που συγκεντρώνουν σε όλη την Ευρώπη την υψηλότερη αποχή, με τη Γαλλία στο 57,57% τον Μάιο του 2014, 59,37% τον Ιούνιο του 2009 ή 57,24% τον Ιούνιο του 2004. Οι κατηγορίες που έχουν μεγάλη συμμετοχή είναι οι 65 και άνω και οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων, δηλαδή εκείνοι που κινητοποιούνται πάντοτε ανεξάρτητα σε τι αφορούν οι εκλογές.

Συνολικά, περισσότερο από ευρωσκεπτικιστές ή φιλοευρωπαίους, οι Γάλλοι είναι πάνω από όλα Ευρω-αδιάφοροι. Ποιος φταίει; Είναι εύκολο να λέμε ότι φταίει η Ευρώπη. Φταίει η Ευρώπη που δεν ενδιαφέρεται επειδή είναι απόμακρη. Από έτος σε έτος, το ετήσιο βαρόμετρο του CEVIPOF δείχνει σταθερά ότι το επίπεδο εμπιστοσύνης στους θεσμούς μειώνεται καθώς ο θεσμός φαίνεται απόμακρος.

 Το 2019, το 54% των Γάλλων έχουν εμπιστοσύνη στον δήμαρχο τους, όταν έχουν μόλις 19% εμπιστεύονται σε μεγάλες διεθνείς διασκέψεις όπως η G20, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με αντίστοιχα επίπεδα εμπιστοσύνης 28% και 24%. Το σφάλμα μιας Ευρώπης που δεν στηρίζει καμιά ταυτότητα, θα πουν μετά. Στην πραγματικότητα, πώς να πείσουν 500 εκατομμύρια Ευρωπαίους ότι αποτελούν ένα και μοναδικό λαό με «κοινό πεπρωμένο»;

Ωστόσο, αυτοί οι λόγοι εξιλεώνουν σαφέστερα άλλους υπεύθυνους. Τα ποσοστά συμμετοχής έφτασαν το 69,70% στο δημοψήφισμα για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 και το 69,37% στη Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης το 2005, ποσοστά που μαρτυρούν ότι υπάρχει στη χώρα μας ένας μεγάλος αριθμός υποστηρικτών και αντιπάλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό αποδεικνύει ότι οι πολίτες ενδιαφέρονται για την Ευρώπη όταν ο διάλογος είναι ουσιαστικός και πιστεύουν ότι η φωνή τους μετράει.

Η άχρηστη… ψήφος

 Ωστόσο, στη λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, όλα γίνονται για να δώσουν στον πολίτη την αίσθηση ότι η ψήφος του θα είναι άχρηστη. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα δεν αναφέρονται σε τίποτα που ζει ο Γάλλος πολίτης. Ενώ οι πολιτικές γραμμές και η αντιπαράθεση μεταξύ πλειοψηφίας και αντιπολίτευσης αποτελούν τη δομή της εθνικής πολιτικής ζωής, η λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης χτίστηκε γύρω από την αντιπροσωπευτικότητα κάθε χώρας και την κουλτούρα του συμβιβασμού.

Έτσι, οι εκπρόσωποί μας στο Στρασβούργο συμμετέχουν σε ένα ημικύκλιο χωρίς πολιτική πλειοψηφία που τους καταδικάζει να δημιουργούν συμμαχίες για την ψήφιση κειμένων, όλα αυτά σε μια πολύπλοκη διαδικασία συναπόφασης με το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τον Γάλλο πολίτη, είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβει πώς θα ληφθεί υπόψη η ψήφος του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ειδικά επειδή η ανακήρυξη των Ευρωβουλευτών με λίστα, αποκλειστικά στα χέρια των πολιτικών κομμάτων, δεν ενθαρρύνει τους ευρωβουλευτές να αποδείξουν στους συμπολίτες τους ότι τους υπερασπίζονται στο Στρασβούργο.

Σ’ αυτά προστίθενται τα εθνικά πολιτικά κόμματα, πρώτα το Σοσιαλιστικό Κόμμα και το πρώην UMP που έγινε Ρεπουμπλικανοί, οι οποίοι ανέκαθεν διατηρούσαν κάποια ασάφεια στα ευρωπαϊκά θέματα για να μην αποκαλύψουν τις εσωτερικές διαιρέσεις που τους χωρίζουν. Γνωρίζοντας ότι οι Ευρωπαϊκές είναι εκλογές όπου δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν και να χάσουν πολλά, έχουν καλλιεργήσει συνθήματα “γενικόλογα”: η Ευρώπη που προστατεύει, η Ευρώπη που ενεργεί, μια άλλη Ευρώπη, μια νέα Ευρώπη, κλπ. Σήμερα, με την παγκόσμια ανασύνθεση των πολιτικών διαιρέσεων, τα ευρωπαϊκά κόμματα διασπώνται με τη σειρά τους και καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολο να διατηρηθούν ομαδικές πειθαρχίες σε κινήματα όπως το ΕΛΚ, το οποίο περιλαμβάνει κόμματα από το γερμανικό CDU μέχρι το Fidesz του Βίκτορ Ορμπαν.

Τέλος, η ευθύνη των μέσων μαζικής ενημέρωσης δεν πρέπει να αποκρύπτεται στην αδύναμη απήχηση που έχουν τα ευρωπαϊκά ζητήματα. Πρέπει να δούμε με πόση βιασύνη πολλοί από αυτούς τροφοδότησαν τη διαμάχη για την άμβλωση κατά τον διορισμό του Φρανσουά-Ξαβιέ Μπελαμύ ως επικεφαλής του επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών [Γνωστός καθολικός φιλόσοφος που δήλωσε ότι ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ είναι κατά της άμβλωσης] για να καταλάβουμε ότι δεν μας ενδιαφέρει μια ουσιαστική συζήτηση. Ένα γεγονός σημαντικό αλλά με το οποίο θα ασχοληθούμε ελάχιστα.

Πρόκειται για τις τηλεοπτικές συζητήσεις του 2014 μεταξύ των δύο επικρατέστερων υποψήφιων για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Mάρτιν Σουλτς και Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ, που τα μεγάλα γαλλικά κανάλια αρνήθηκαν να μεταδώσουν φοβούμενα μικρή τηλεθέαση. Η Γερμανία διοργάνωσε μια γερμανική συζήτηση για το ZDF, το δεύτερο γερμανικό κανάλι.

Στις 26 Μαΐου 2019 θα διεξαχθούν εκλογές, οι οποίες μπορούμε από τώρα να προβλέψουμε ότι θα σημειώσουν υψηλό ποσοστό αποχής. Έχουμε τρεις μήνες να τολμήσουμε να συζητήσουμε με τους Γάλλους, μια συζήτηση που δεν θα αποσιωπήσει τις μεγάλες αποκλίσεις μέσα σε κάθε πολιτική οικογένεια, μια συζήτηση που δεν θα αποσιωπήσει επίσης το αδιέξοδο των αδυναμιών των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Το να μην τολμήσουμε αυτή τη συζήτηση, θα αφήσει αυτές τις εκλογές στα χέρια δύο μειοψηφιών οι οποίες έχουν το πλεονέκτημα ότι προσφέρουν πιο ευανάγνωστη πολιτική: Ευρωσκεπτικιστές και Ευρωμακάριους.

*Πρώην συνεργάτις υπουργών, και πρώην διευθύντρια μελετών του κόμματος Οι Ρεπουμπλικανοί, διευθύνει σήμερα ένα πρακτορείο επικοινωνίας.

Μετάφραση: Ευάγγελος Δ. Νιάνιος

Πηγή: http://www.lefigaro.fr/vox/politique/2019/03/05/31001-20190305ARTFIG00166-europeennes-pourquoi-presque-tout-le-monde-s-en-fout.php

«Η επιστροφή του Μακρόν στις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αρχές του»

1

Του ΑλκηΚαλλιαντζίδη , Οικονομολόγου, [email protected]  www.kalkis.eu

Μέσα από μια τετρασέλιδη επιστολή, που μεταφράστηκε σε 24 γλώσσες και στάλθηκε σε 28 χώρες για δημοσίευση στις 4-3-2019, ο Μακρόν δείχνει ότι έχει ακόμη πολιτικό σφυγμό. Όχι μόνο δεν καθηλώθηκε πολιτικά από την υπόθεση Μπεναλλά και το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων», αλλά επιχειρεί να ηγηθεί της ευρωπαϊκής μεταρρύθμισης. Πράγματι μέσα από την επιστολή, που θα διαβάσετε και στον ελληνικό τύπο,  σκιαγραφεί το ευρωπαϊκό του σχέδιο για την «αναγέννηση της Ευρώπης» με μια δεκαριά προτάσεων, ομαδοποιημένων σε 3 θεματικές ενότητες : «ελευθερία, προστασία και πρόοδος». Οι προτάσεις αυτές πρέπει να συγκεκριμενοποιηθούν μέσα από μια «διάσκεψη για την Ευρώπη» την οποία ο Γάλλος πρόεδρος, αν και απομονωμένος, ελπίζει να διοργανώσει μέχρι τα τέλη του 2019. Με την ευκαιρία αυτή, η δυνατότητα «αναθεώρησης των ευρωπαϊκών συνθηκών» δεν πρέπει να θεωρείται ταμπού. Αλλά η μεγάλη φιλοδοξία του της «κυριαρχικής, ενωμένης και δημοκρατικής Ευρώπης», που εκφράστηκε κατά την ομιλία του  στη Σορβόννη τον Σεπτέμβριο 2017, απομακρύνεται.

Η ενωμένη Ευρώπη μοιάζει σήμερα με μια χίμαιρα κατά πολλούς. Με πρώτους και καλύτερους τους Βρετανούς που ψήφισαν το Brexit αλλά τώρα κάνουν βήμα σημειωτόν μπροστά στην έξοδο ! Κι όμως η Ευρώπη εξακολουθεί να αποτελεί λόγο υπεράσπισής της, διότι είναι πολλά υποσχόμενη, εξηγεί η χρονογράφος Françoise Fressoz σε άρθρο της στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Le Monde στις 4-3-2019. Όσοι κακόπιστοι πίστευαν ότι ο «ευρύς εθνικός διάλογος» που ολοκληρώνεται επιτυχώς στις 15 Μαρτίου 2019, θα επισκίαζε την ευρωπαϊκή προεκλογική εκστρατεία του Μακρόν, έπεσαν έξω. Αυτό δείχνει το διπλανό δημοκοπικό ιστόγραμμα που δημοσίευσε στις 28-2-2019 η εφημερίδα  Les Echos. Τι μας δείχνει ; Ο Μακρόν και η Λεπέν ισοβαθμούν με 22% στην 1η θέση της πρόθεσης ψήφου για τις ευρωεκλογές. Κι όμως η Λεπέν είχε κερδίσει στις προηγούμενες ευρωεκλογές, ενώ ο Μακρόν έφτυσε το γάλα της μάνας του από τις 17 Νοεμβρίου 2018 που άρχισαν οι διαδηλώσεις.

Εκείνοι που προέβλεπαν τη διενέργεια δημοψηφίσματος την ίδια ημέρα με τις ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου 2019, για να προσπαθήσει ο Μακρόν να τερματίσει την κρίση των «κίτρινων γιλέκων» και να εκτρέψει έτσι  αλλού τη συζήτηση, έκαναν λάθος. Φαίνεται ότι στο DNA του Emmanuel Macron υπάρχει τόσο η Γαλλία, όσο και η Ευρώπη. Αυτά τα δύο τα συνδέει. Θεωρεί ότι δεν μπορεί να μετασχηματίσει τη χώρα του, χωρίς την αλλαγή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εξ ου και ο Γάλλος πρόεδρος έκανε το εναρκτήριο λάκτισμα της ευρωπαϊκής καμπάνιας του κόμματός του μέσω μιας συνέντευξης που παραχώρησε την Κυριακή 3 Μαρτίου 2019 στο ιταλικό δημόσιο κανάλι RAI 1 για να ακολουθήσει την Τρίτη 5 Μαρτίου, στον γαλλικό,  στον ευρωπαϊκό, αμερικανικό και κινεζικό Τύπο η παραπάνω ανοιχτή επιστολή του για την Ευρώπη. Τι κι αν δεν ορίστηκε ακόμα ο ή η επικεφαλής του ευρω-ψηφοδελτίου του !

Δύο χρόνια μετά την εκλογή του στην προεδρία, η επιτευχθείσα πρόοδος από την πολιτική του είναι τόσο μικρή, που ο Μακρόν θα είχε κάθε λόγο να υποχωρήσει. Κι όμως αντίθετα δεν κάνει πίσω. Η  Ευρώπη παραμένει για τον Μακρόν στις πρώτες προτεραιότητές του. Την υπερασπίζεται, ενάντια στους εθνικιστές και ευρωσκεπτικιστές. Παρόλο ότι η κρίση των «κίτρινων γιλέκων» τον έχει βαθειά ταλαιπωρήσει, δεν έχει αλλάξει όμως θεμελιωδώς το πολιτικό τοπίο. Η αριστερά και η δεξιά παραμένουν στη Γαλλία τόσο αδύναμες, τόσο βαλλόμενες, ώστε ο Μακρόν φαίνεται μόνος του να μπορεί να συνεχίσει να μάχεται τα ακροαριστερο-ακροδεξιά άκρα. Αυτή η αντιπαράθεση ήταν εξάλλου ο κινητήριος μοχλός της εκλογικής του νίκης το 2017. Ας μη το ξεχνάμε. Τώρα η ίδια αντιπαράθεση γίνεται το στοίχημα της ευρωεκλογικής μάχης, διότι παντού οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες είναι άρρωστες, οι άνθρωποι θυμωμένοι και οι δύο μεγάλες πολιτικές δυνάμεις που κυριαρχούσαν στο Ευρωκοινοβούλιο – οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Σοσιαλδημοκράτες – χάνουν έδαφος. Γεγονός που ανοίγει το δρόμο σε άλλες κοινοτικές συνθέσεις.

Για τον Μακρόν φαίνεται ότι οι γαλλικές και οι ευρωπαϊκές μάχες είναι ένα και το αυτό. Προσφέρονται για την ίδια εποπεία.  Για μια νέα και ανατρεπτική δύναμη που θα έρθει (;) να δυναμιτίσει το παλιό ευρωπαϊκό σύστημα πτώχευσης για να επαναπροσδιορίσει τα πάντα. Το όραμα αυτό είναι τόσο επαναστατικό όσο και το λαϊκιστικό όραμα διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το ερώτημα είναι, αν ο γάλλος πρόεδρος θα βρει αρκετούς συμμάχους στην Ευρώπη για να κάνει τον αγώνα του αξιόπιστο… Μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι αντιδράσεις στον μη γαλλικό τύπο είναι μάλλον θετικές ως προς την επιστολή Μακρόν. Ενώ δυο πρώην πρωθυπουργοί ο Alain Juppé (αριστερά) και ο Jean–Pierre Raffarin (δεξιά) βγήκαν ανοιχτά και τον υποστηρίζουν, σε βάρος του κόμματός τους των Ρεπουμπλικάνων. Σήμερα δε το πρωί και η Σεγκολέν Ρουαγιάλ, πρώην υπουργός των σοσιαλιστών, εξέφρασε την θετικότητά της για την επιστολή Μακρόν στην τηλεοπτική εκπομπή «Οι 4 αλήθειες» του καναλιού France 2.

ΣΥΡΙΖΑ: Tα βουλιμικά σαΐνια του «ρεαλιστικού μετακομμουνισμού»

0

Τώρα πια βλέπω, αν και πολύ αργά, την τρέλα να ξεκινάς ένα έργο πριν μετρήσεις το κόστος της Δύναμης που απαιτεί.

Ντάνιελ Ντεφόε, Ροβινσών Κρούσος

Το κακό ήρθε από μακριά. Το χρονικό μιας ολοκληρωτικής μετάλλαξης δεν διαμορφώνεται από την μία στιγμή στην άλλη. Δεν χρειάζονται ιδιαίτερα εφόδια ή ικανότητες για να καταλάβεις ότι το χρονικό της πορείας προς την πλήρη μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε νέο κόμμα «παλαιάς κοπής», ξεκινάει από καιρό και κανένα περιθώριο διαφυγής δεν υπάρχει σε όσους ισχυρίζονται ότι δεν υπήρξαν σταθερές, διαρκείς και επίμονες προειδοποιήσεις για την έλευση και το μέγεθος του κινδύνου.

Δεν αποτελεί κατ’ ελάχιστον σχήμα λόγου, το γεγονός ότι πλήθος ήταν εκείνοι που δημόσια ή εσωκομματικά εξέφρασαν ποικιλοτρόπως τις αγωνίες, τους φόβους, τους ενδοιασμούς, τις διαφωνίες αλλά και τις προτάσεις τους για τα κατά τη γνώμη τους «κακώς κείμενα». Ένα μεγάλο μέρος αυτού του υλικού έχει ήδη δημόσια κατατεθεί (Βλέπε λ.χ. το εξ 180 σελ. αφιέρωμα του περιοδικού «Τετράδια», τον χειμώνα του 2017, που φιλοξένησε εκτεταμένα κείμενα 20 γνωστών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ) και είναι χρήσιμο να εγκύψουμε πάνω του βαθαίνοντας την ανάλυσή μας.

Τώρα που η βασική μετατόπιση έχει πλέον, συντελεστεί, φρόνιμο είναι να δούμε τα πράγματα πιο νηφάλια γιατί αυτό θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε ότι η μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί ανεξήγητο φαινόμενο. Είναι οι ίδιοι όροι που αφετηριακά τον συγκρότησαν ως συσπείρωση δυνάμεων με ετερόκλητα ή και ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά, ανεξάρτητα από την ακολουθούμενη ρητορική. Αυτό άμεσα γινόταν αντιληπτό στον καθένα που ερχόταν σε ουσιαστικότερη επαφή με την «συριζική πραγματικότητα». Το ότι δηλαδή τον ΣYΡΙΖΑ συγκροτούσαν δύο διαφορετικά στρατόπεδα με ημιανταγωνιστικά χαρακτηριστικά.

Τα στρατόπεδα

Το πρώτο εξέφραζε την συσπείρωση των δυνάμεων εκείνων που από καιρό είχαν μπει κάτω από τις σημαίες του αστικού εκσυγχρονισμού στην τροχιά του κοινωνικοπολιτικού τους μεταμορφισμού. Πρωτοστάτες στη συγκρότηση του εν λόγω στρατοπέδου υπήρξαν οι δημιουργικοί απόφοιτοι της κυρκικής αριστεροδεξιάς μαζί με τα βουλιμικά σαΐνια «του ρεαλιστικού μετακομμουνισμού». Από κοινού συνέθεσαν το νέο τύπο αριστερού επαρχιώτη μικροευρωπαίου, που θεώρησε φρόνιμο και συμφέρον να εγκαταλείψει το «αντιπαραγωγικό» αριστερό παρελθόν του, αναζητώντας τη νέα του φάτνη στις Βρυξέλλες.

Το δεύτερο στρατόπεδο ήταν περισσότερο αντιφατικό και ετερόκλητο. Εκτεινόταν από το πλειοψηφικό στον χώρο της αντιπολίτευσης Αριστερό Ρεύμα, τη μειοψηφική, εμπνεόμενη από τις αξίες του Δημοκρατικού Πατριωτισμού Πατριωτική Αριστερά ως και τις ποικίλες κομμουνιστικής οπτικής συσπειρώσεις με σημαντικότερες από αυτές, εκείνες που αναφέρονταν στον χώρο του μαοϊσμού και του τεταρτοδιεθνιστικού μαρξισμού. Απαρτιζόταν από αυτούς που εξακολουθούσαν να θεωρούν την Αριστερά ως χώρο που οι υποτελείς τάξεις ανασυγκροτούσαν τις δυνάμεις τους με στόχο την εθνική και κοινωνική χειραφέτηση τους.

Όμως, το στρατόπεδο αυτό περιέκλειε πλήθος αλληλοσυγκρουόμενων καταστάσεων που ήταν εξαιρετικά δύσκολο στρατηγικά να συνυπάρξουν, όχι μόνο λόγω των πραγματικών ή φανταστικών διαφορών τους, όχι μόνο λόγω της έλλειψης γείωσης με το κοινωνικά και πολιτικά πραγματικά υπάρχον, αλλά -κυρίως- λόγω μιας ευρύτερης πολιτικοϊδεολογικής ανεπάρκειας που επιδεινωνόταν εξαιτίας ενός αφόρητα αναποτελεσματικού υποκειμενισμού.

Το αφετηριακό δράμα

Αυτή η συνύπαρξη των δύο στρατοπέδων στην συσκευασία του ενός συγκροτεί το «αφετηριακό δράμα» που αποτυπώθηκε στο Ιδρυτικό Συνέδριο, αλλά και όλες τις υπόλοιπες εσωκομματικές διαδικασίες που διαιώνισαν την κατοχυρωμένη από την περίοδο του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ αναλογία 7 προς 3 ή 6 προς 4, όπου οι άγονες, ορεινές αλλά και ολίγες εύφορες περιοχές, αποτελούσαν το ανταποδοτικό τέλος της ηγεσίας προς αριστερά ρεύματα, πλατφόρμες, ποικίλες αντιπολιτεύσεις κ.λπ.

Είναι εμφανές ότι αυτό από μόνο του αποτελούσε ένα βαθύ δομικό πρόβλημα που αποτυπώθηκε και στο αντιδημοκρατικό Ιδρυτικό Συνέδριο, στο οποίο τέθηκε σε διωγμό μέρος της υπάρχουσας χλωρίδας και πανίδας από την ηγετική ομάδα, που λειτούργησε «ως εξολοθρευτής της κανονικότητας των εσωκομματικών διαδικασιών», κατά την εύστοχη παρατήρηση κάποιων.

Το κυρίαρχο μπλοκ, με την ανοχή ή και στήριξη μέρους της αριστερής αντιπολίτευσης (οποία ομοιότης με τον ιστορικό σταλινισμό), επέβαλε τελικά μέσω της πλειοψηφίας την πολιτική του βούληση, τόσο σε επίπεδο καταστατικών Αρχών και πολιτικών θέσεων, όσο και σε επίπεδο εκπροσώπησης, χωρίς ως φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι η ενέργειά του αυτή επανέφερε ως ένα βαθμό τον ΣΥΡΙΖΑ στο ancient regime.

Αυτό που μετασυνεδριακά κατεγράφη ως «συριζική πραγματικότητα» ήταν η μερική κατίσχυση της υπό συγκρότηση νέας ηγετικής ομάδας.  Μιας ομάδας βαθύτατα ανεπαρκούς γνωσιολογικά και κατεξοχήν εμπαθούς και ρεβανσιστικής πολιτικά, που χρεώνεται σε μεγάλο βαθμό την συντηρητική, καθεστωτική στροφή, που απέκλεισε από τον ΣΥΡΙΖΑ την δυνατότητα να διευρυνθεί κοινωνικά εντάσσοντας οργανικά στους κόλπους του τα ριζοσπαστικοποιημένα στρώματα που μετά το 2012 τον είχαν πλησιάσει.

Η στροφή αυτή του ΣΥΡΙΖΑ του στέρησε την δυνατότητα να εξυγιανθεί πολιτικά από την μέγκενη του άτοπου και άχρονου διεθνισμού και από τον θανάσιμο εναγκαλισμό του «ιμπεριαλιστικού» δικαιωματισμού, προσεγγίζοντας με σοβαρούς όρους τα ζητήματα της γεωπολιτικής, τα εθνικά προβλήματα, την θέση της Αριστεράς απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό και τη Νέα Τάξη. Έτσι δεν μπόρεσε να προσεγγίσει τα ουσιαστικά για την στρατηγική της Αριστεράς ζητήματα της σχέσης ανάμεσα στο εθνικό και κοινωνικό ζήτημα, της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και της εθνικής ανεξαρτησίας, του νέου πολιτικού υποκειμένου ως αυθεντικού εκφραστή των συμφερόντων των υποτελών τάξεων.

Τα πρώτα βήματα προς τον «προωθητικό συμβιβασμό»

Εκ του αποτελέσματος δεν είναι παρακινδυνευμένη, φρονώ, η εκτίμηση ότι σε αυτήν ακριβώς την περίοδο ήταν που αντιφατικά διευρύνθηκαν τα όρια μετάλλαξης, πχ επαφές με κύκλους του κυρίαρχου συγκροτήματος εξουσίας και ξένα κέντρα. Ισχυρό μάλιστα επιχείρημα σε αυτό αποτελεί το γεγονός της λυσσώδους προσπάθειας για την εδραίωση της ηγετικής ομάδας και την επιτήρηση στην εφαρμογή της «γραμμής» μέσω γκαουλάιτερ, το προσεκτικό και πάντα ετεροβαρές μοίρασμα της εσωκομματικής πίτας και η σταθερή απόκρουση όλων των προσπαθειών που πλήθος στελεχών έκαναν για αλλαγή γραμμής πλεύσης.

Προσπάθειες που συστηματικά προσέκρουσαν σε ήδη ειλημμένες πολιτικές αποφάσεις που εντάσσονταν στην σταδιακά διαμορφούμενη καινούργια ατζέντα της μεθοδευμένης προσαρμογής, στην ανάληψη ενός νέου ρόλου, ενός «προωθητικού συμβιβασμού», στα πλαίσια του συστήματος και των Μνημονίων. Είναι πραγματικά πλούσιο το υλικό που αφορά τις προσπάθειες που τότε έγιναν από μια πλειάδα στελεχών του κόμματος. Ενδεικτικά στέκομαι σε δύο δικές μου δημόσιες παρεμβάσεις-εκκλήσεις προς την ηγεσία μέσα στο 2013, σε περίοδο δηλαδή που ο ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν στα πρώτα στάδια μαζικής εξάπλωσής του και όπου ο στόχος της εξουσίας δεν ήταν ακόμη άμεσα ορατός.

Στην πρώτη, τον Ιούνιο του 2013 σε ομιλία μου στο Φεστιβάλ Resistance είχα επισημάνει ότι «πρέπει να ξεφύγουμε από τον συντεχνιασμό, την μικροπολιτική, τον τακτικισμό και τον οικονομισμό. Πρέπει να φύγουμε από το γήπεδο του αντιπάλου που είναι και γήπεδο του κακού εαυτού μας. Πρέπει να επαναφέρουμε στην κεντρική σκηνή την πολιτική και την ηθική. Γιατί η πολιτική σε συνδυασμό με την ηθική αποτελούν μείζονα αυτοδύναμα στοιχεία, που στον βαθμό που τα έχεις κατακτήσει είναι σε θέση να λειτουργήσουν δραστικά, επιλύοντας πολλά δυσεπίλυτα οικονομικά προβλήματα.

»Πρέπει έστω και στο παραπέντε να συνειδητοποιήσουμε ότι το μεγάλο διακύβευμα δεν είναι τα ιερά και τα όσια του εσωτερικού μας μικρόσκοσμου. Το μεγάλο διακύβευμα είναι αν θα τα υπερβούμε και θα διεκδικήσουμε, λέγοντας πάντα την πικρή, σκληρή αλήθεια, το ηγεμονικό πρόταγμα μιας νέας λαϊκής μεταπολίτευσης απέναντι στην νεοσυντηρητική-νεοφιλελεύθερη διεκδίκηση, που θα χρησιμοποιήσει ως άλλοθι-καύσιμη ύλη όλα τα κούτσουρα και τα σκουπίδια, της σε αποσύνθεση ευρισκόμενης νεοφιλελεύθερης Κεντροαριστεράς».

Λίγο αργότερα τον Νοέμβριο του 2013 σε άρθρο μου στην Αυγή, επισημαίνοντας τα βαριά ιστορικά και πολιτικά ολισθήματα της κυρίαρχης στον ΣΥΡΙΖΑ αναθεωρητικής σχολής επεσήμανα πως: «Είναι γνωστό ότι στα χρόνια της μεταπολίτευσης υπήρξε ένα σημαντικό έλλειμμα για ό,τι θα αποκαλούσαμε, τόπο, πατρίδα, έθνος, ελληνικότητα, παράδοση, γλώσσα, ιστορία, με αποτέλεσμα να ενοχοποιηθούν οι ίδιες οι έννοιες και να δυσφημιστούν ως απάδουσες στην σύγχρονη παγκοσμιοποιητική τάση με την οποία -τάχα μου- συμβαδίζουν τα διεθνιστικά οράματα του σοσιαλισμού.

»Η αποσιώπηση ή απαξιωτική ιεράρχηση (ενδεικτικά) των Ρήγα, Κολοκοτρώνη, Καραΐσκάκη, των ολοκαυτωμάτων των Ελληνίδων στο Ζάλογγο και αλλού, της Μικρασιατικής και Ποντιακής Γενοκτονίας, του Εαμικού και Κυπριακού έπους δεν μπορεί να μην έχει επιπτώσεις. Όταν ο Άρης ή ο Αυξεντίου μένουν στην «δεύτερη σειρά διαλογής», τότε το κενό αυτό θα καλυφθεί από αλλού και δυστυχώς στην περίπτωσή μας με τον πιο χυδαίο, ρατσιστικό και σοβινιστικό τρόπο από την Χρυσή Αυγή».

Δεν χρήζει φρονώ ιδιαίτερης ανάλυσης το γεγονός, ότι το προκύψαν είναι αποτέλεσμα μιας συνειδητής επιλογής στην οποία ο σταδιακά (αρχής γενομένης από την διαβόητη ΕΑΔΕ στα χρόνια της Χούντας) διαμορφούμενος νεοχατζηαβατισμός, σε αγαστή συνεργασία με τον, πάντα παρόντα, εθνομηδενισμό-εθελοδουλεία, οδηγούν όχι απλώς στην θλιβερή πραγματικότητα και Μνημόνια και Πρέσπες αλλά και στο αβυσσαλέο θράσος του να αναφέρονται όλα τα παραπάνω σαν άσκηση αριστερής πολιτικής.

Η κρυφή γοητεία του κυρίου Χάιντ

Είναι, πια σχεδόν, αυταπόδεικτο ότι τόσο ως ελάσσων αντιπολίτευση, όσο και ως αξιωματική, ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε με ένα σύνολο αρνητικών προδιαγραφών που μόνο με κυριολεκτική υπέρβαση του κακού του εαυτού θα μπορούσε, ίσως, ως νέος δρ. Τζέκιλ να δώσει ένα διέξοδο στο δράμα του, όταν ανήλθε στην εξουσία. Μόνο που η άλλη πλευρά, αυτή που εκπροσωπούσε ο κ. Χάιντ, ήταν σταθερά παρούσα και ενεργή, πέρα από το γεγονός ότι ως υποτίθεται «αυστηρά κοσμική» δεν πίστευε ούτε η ίδια στα θαύματα.

Δεν είναι λίγα τα στοιχεία που συνηγορούν ότι η ιδέα του «προωθητικού συμβιβασμού» ήταν ήδη ενεργοποιημένη από έναν ορισμένο κύκλο στελεχών που υπόγεια πάλευε επί είκοσι χρόνια να δικαιώσει το μεγάλο άλμα της συγκυβέρνησης 1969-1990 ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και Ενιαίου Συνασπισμού. Να φέρει δηλαδή ομαλά και πολιτικοϊδεολογικά εις πέρας, αυτό που ο κοινωνικός μεταμορφισμός στα χρόνια που ακολούθησαν από το 1974 είχε διαμορφώσει ως νέο, αριστερής κοπής, κοινωνικό μεσόστρωμα.

Ίσως, λοιπόν, πιο κοντά στην πραγματικότητα βρίσκεται το γεγονός ότι τόσο ο δρ. Τζέκυλ, όσο και ο κ. Χάιντ ζούσαν στο ίδιο σπίτι όντας άλλοτε διαφορετικοί και άλλοτε ο ίδιος άνθρωπος. Γεγονός παραμένει, ότι με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, τόσο στην αντικειμενική σφαίρα (καμένη γη σε ιδιαίτερα εχθρικό περιβάλλον), όσο και στην υποκειμενική (ένα ετερόκλητο ριζοσπαστικό κίνημα με πλήθος εγγενείς αδυναμίες), λίγα μόνο μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί.

Οι δομικές ανεπάρκειες που ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να αντιμετωπίσει (και που δεν το έκανε όταν τα περιθώρια ήταν ελαστικά), αποτελούσαν την αχίλλειό του πτέρνα, παίρνοντας κάτω από τους ασφυκτικούς πραγματικούς και χρονικούς όρους, τις διαστάσεις μιας ανίατης ασθένειας.
Αυτή λοιπόν η προβληματική έως ανίατη περίπτωση, έπρεπε να αντιμετωπίσει ένα σύνολο προβλημάτων που ήταν προφανές ότι την ξεπερνούσαν.

Με μια γερμανική Ευρώπη που επεδίωκε «ο εξευτελισμός της Αριστεράς να είναι τέλειος», με μιαν αντιπολίτευση που υπεράσπιζε μέχρι τέλους τα συμφέροντα του κυρίαρχου συγκροτήματος εξουσίας, με ένα λαό εξουθενωμένο αλλά και εκμαυλισμένο και τέλος με ένα κόμμα που αποτελούσε την επιτομή της λέξης «προβληματικός», η παρτίδα του σκακιού ήταν προκαθορισμένη.

Είναι φανερό ότι το βάρος των προβλημάτων απαιτούσε μιαν άλλη διαφορετική λογική από αυτήν της εφαρμογής με όποιο τίμημα του «προωθητικού συμβιβασμού». Και αυτό υπήρχαν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που το είχαν αντιληφθεί (αν και όχι στο βάθος που οι στιγμές απαιτούσαν) στιγματίζοντας την τυχοδιωκτική λογική να παίξουμε απρογραμμάτιστα στα ζάρια την τύχη της χώρας χωρίς όμως να αναλάβουν το ρίσκο να παρέμβουν δραστικά υπολογίζοντας το κομματικό κόστος.

Βουλιμική λογική

Έτσι, λοιπόν, αυτό που επικράτησε ήταν η αστόχαστη και βουλιμική λογική της ηγετικής ομάδας που εκβίασε τα πράγματα σηκώνοντας την σημαία του φτηνού λαϊκισμού, προσχωρώντας στο στρατόπεδο της ασύστολης παροχολογίας παρά το γεγονός ότι τα γεγονότα βοούσαν ότι το μήνυμα που χρειαζόταν να δοθεί στον λαό ήταν το ακριβώς αντίθετο. Ότι δηλαδή ο δρόμος για την αλλαγή της υπάρχουσας κατάσταση ήταν αφάνταστα δύσκολος, ότι ήταν δρόμος που «απαιτούσε δάκρυα και αίμα». Τίποτε δεν έγινε από όλα αυτά, όμως εγώ θα επιμείνω ότι δεν ήταν οπωσδήποτε μοιραίο να καταλήξουν τα πράγματα στο σημείο αυτό.

Σε κάθε περίπτωση για το ότι ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ ταυτίστηκε με το δοκιμασμένο παρελθόν όλων των κομμάτων που απαξίωσαν την κοινωνία, μπαίνοντας και αυτός πλησίστιος στον λιμένα των «παικτών του συστήματος», δεν φταίει κανένας ιμπεριαλισμός. Η ηγετική ομάδα είχε εξαρχής έξω από τον πολιτικό της ορίζοντα κάτι τέτοιο, ανεξάρτητα από τον διανθισμένο και με αριστερές κορόνες πολιτικό της λόγο. Σε τελευταία ανάλυση το βρίσκω «ταξικά ορθόν», στον βαθμό που πασχίζει να εκφράσει τα νεόκοπα μεσοστρώματα, αντλώντας θέσεις, ιδέες και εμπειρία από τους μέχρι πρότινος κύριους εκφραστές της μεταπολιτευτικής κλεπτοκρατίας, την θέση των οποίων ζήλευε, ορέγονταν και εποφθαλμιούσε.

Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, ερήμην μεγάλου τμήματος των μελών και στελεχών του και κυρίως της συντριπτικής πλειοψηφίας των ψηφοφόρων του, προσχώρησε στο στρατόπεδο του ιστορικού αναθεωρητισμού και της ντροπαλής έως πλήρους, απαξίωσης της ΕΑΜικής Εποποιίας. Υποβάθμιζε έως την εκμηδένιση τα εθνικά και τα γεωπολιτικά ζητήματα, είτε με το να έχει τοποθετήσει στα αζήτητα το υπ’ αρ. ένα πρόβλημα της χώρας αυτό δηλαδή που αφορά την ανάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας και κρατικής μας κυριαρχίας.

Έτσι έφτασε να ξεπουλά ανερυθρίαστα το ζήτημα της Μακεδονίας, να υποτιμά θανάσιμα την σταθερά παρούσα τουρκική απειλή, να αντιλαμβάνεται το Κυπριακό σαν ένα «δυσάρεστο», ξένο προς ημάς πρόβλημα, που… παραδόξως 3.000 χρόνια και πλέον μας ταλαιπωρεί και να υιοθετεί στο μεταναστευτικό μιαν αφόρητα ανεύθυνη και υποκριτική διεθνιστική -τάχα μου- στάση. Όλα αυτά αποτελούν ένα πρόσθετο στοιχείο της τεράστιας ευθύνης της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, για την οποία υπεύθυνοι δεν είναι ούτε οι δανειστές, ούτε όσοι της την επισημαίνουν.

Δεν είναι μόνο υποκριτικό, αλλά είναι, κυρίως, λαθεμένο να αποδοθούν τα παραπάνω στον ξένο παράγοντα, που σε τελευταία ανάλυση κάνει τη δουλειά του και να μην σταθούμε στο κεντρικό στοιχείο που είναι η πολιτική δειλία της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ να σηκώσει μέχρι τέλος το βάρος του αγώνα, που ιστορικά είχε αναλάβει. Δεν είναι τυχαίο ότι μετέτρεψε σε χρόνο που δεν έχει προηγούμενο στα παγκόσμια χρονικά, το μεγαλειώδες ΟΧΙ ενός λαού σε θλιβερό ΝΑΙ σε όλα.

Αυτό, λοιπόν, που προφανώς ανελέητα προβάλλει, είναι ότι τελικά μια μικρή καιροσκοπική ηγετική ομάδα κατάφερε το καίριο πλήγμα σε έναν αναμφίβολα προβληματικό σχηματισμό, που διέθετε όμως αποδεδειγμένα υπαρκτές εστίες αντιστάσεως και ότι στη συνέχεια πέτυχε τη μνημονιακή μετάλλαξη του μεγαλύτερου μέρους της κυβέρνησης και του κόμματος.

για την συνέχεια https://slpress.gr/politiki/syriza-ta-voylimika-sa-nia-toy-quot-realistikoy-metakommoynismoy-quot/

Τσουνάμι ΣΥΡΙΖΑ και στα ελληνοτουρκικά

1

Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου* Τρίτη 05 Μαρτίου 2019  liberal.gr

Το ότι η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο ίδιος ο Πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας βλάπτουν σοβαρά τα εθνικά μας συμφέροντα το διαπιστώσαμε δυστυχώς με τον χειρότερο τρόπο με την Συμφωνία των Πρεσπών. Στην συνέχεια διερμηνεύοντας κάποιες διάσπαρτες δηλώσεις αλλά κυρίως όσα ειπώθηκαν μετά τις συνομιλίες Τσίπρα-Ερντογάν πριν ακριβώς από ένα μήνα, εκφράσαμε με άρθρα μας τόσο στο liberal όσο και στον Φιλελεύθερο, εκτιμήσεις ότι οι κυβερνώντες μάλλον προετοιμάζουν για τα Ελληνοτουρκικά «λύση αλά Πρέσπες»!

Τα όσα όμως ειπώθηκαν χθες στην Βουλή από βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στις Υπο-Επιτροπές για «Δημοκρατική Διακυβέρνηση και Διατλαντικές Σχέσεις» της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του ΝΑΤΟ, απαντώντας σε προκλητικές δηλώσεις Τούρκου βουλευτή. Το «κατευναστικό» ύφος της ομιλίας του Υπουργού Εθνικής Άμυνας κ. Αποστολάκη σχετικά με την συμπεριφορά της Τουρκίας στο Αιγαίο στο ίδιο ακροατήριο αλλά και οι δηλώσεις Κοτζιά που είχαν προηγηθεί δύο ημέρες πριν, μας κάνουν να φοβόμαστε ότι έρχονται μεγάλες και ανήκεστες ήττες στα λεγόμενα «Ελληνοτουρκικά».

Ο Τούρκος βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος ΑΚP κ. Αχμέτ Γιλντίζ προκάλεσε μέσα στην Ελληνική Βουλή υποστηρίζοντας τις πάγιες αναθεωρητικές θέσεις της χώρας του για το Αιγαίο αλλά και για την Κύπρο,(κλικ στο σχετικό άρθρο μας για να μην επαναλάβω). Ο Τούρκος κοινοβουλευτικός «καλά έκανε» από μέρος του και είπε αυτά που είπε! Θα πάρει μάλιστα και τα εύσημα Ερντογάν. Όμως η απάντηση του επικεφαλής της Ελληνικής Κοινοβουλευτικής Αντιπροσωπείας, Βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ κ. Χρήστου Καραγιαννίδη αλλά και του Προέδρου της Διαρκούς Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας κ. Κώστα Δουζίνα ήταν… αποκαλυπτική! «Πρέπει να λύσουμε τα μεταξύ μας προβλήματα με έναν έντιμο συμβιβασμό όπως κάναμε και με την Βόρεια Μακεδονία». Αυτοί οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ θα πάρουν βέβαια τα εύσημα του Τσίπρα, αλλά και τα εύσημα των …Τούρκων οι οποίοι θα σκεφθούν «επιτέλους γονάτισαν»! Πάντως τυχαίες δεν ήταν οι δηλώσεις αυτές.

Αν σκεφθούμε μάλιστα ότι χάσαμε αυτά που χάσαμε με την Συμφωνία των Πρεσπών θεωρούμενοι μάλιστα «ισχυρότεροι» από την «Βόρεια Μακεδονία» και μάλιστα χωρίς δίλημμα ασφαλείας, τότε ευλόγως θα αρχίσουμε να τρέμουμε, διερωτώμενοι για το πόσα θα χάσουμε σε έναν παρόμοιο «έντιμο συμβιβασμό» με την ισχυρότερη Τουρκία! Είτε στον ΣΥΡΙΖΑ έχουν άγνοια της υφής και της πολυπλοκότητας των λεγομένων ελληνοτουρκικών προβλημάτων που δημιουργούνται από τον Τουρκικό Αναθεωρητισμό μαζί με την άγνοια του πλαισίου λειτουργίας των διεθνών σχέσεων είτε τελικά είναι ανόητοι ιδεοληπτικοί. Σε κάθε περίπτωση όμως γίνονται όλο και περισσότερο εθνικά επικίνδυνοι.

Είχαν προηγηθεί στο Φόρουμ των Δελφών οι απίστευτες δηλώσεις του μέχρι πριν από λίγους μήνες Υπουργού Εξωτερικών κ. Νίκου Κοτζιά, ο οποίος τις πάγιες και μαξιμαλιστικές Τουρκικές θέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες και την εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων. Μίλησε για «συμμετοχή της Τουρκίας στο ενεργειακό παιχνίδι και σε αυτό που της αντιστοιχεί και της αρμόζει», προσθέτοντας ότι «η Ελλάδα θα πρέπει να δώσει μια προοπτική ότι η Τουρκία, όχι στην κυπριακή ΑΟΖ αλλά στη Μεσόγειο συνολικά, θα συμμετάσχει σε αυτή την οικονομική ανάταση». Διέστρεψε μάλιστα την πολιτική που ακολουθεί για χρόνια Ελλάδα χαρακτηρίζοντας την «πολιτική μοναχοφάη και όλα δικά μου». Φανταστείτε τι σόι διαπραγμάτευση κάνει όταν πάει στο τραπέζι με την θέση του… αντιπάλου! Όπως ήταν επόμενο με αυτές τις δηλώσεις αποθεώθηκε όχι μόνο από τον εαυτό του(όπως συνήθως κάνει) αλλά και από τα μεγάλα τουρκικά ΜΜΕ.

Σε όλα τα παραπάνω προστέθηκε και η χθεσινή απογοητευτική ομιλία του Υπουργού Άμυνας του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αποστολάκη στην ίδια διακοινοβουλευτική αντιπροσωπεία του ΝΑΤΟ στα σημεία που αναφέρθηκε στην τουρκική συμπεριφορά στο Αιγαίο. Σε ένα κρεσέντο κατευνασμού, μίλησε για την αναγκαιότητα των ΜΟΕ και αποκάλεσε την παραλυτική αμηχανία με την οποία αντιμετωπίζει η Ελλάδα την διαρκή τουρκική επιθετικότητα «σύνεση και…. στρατηγική ψυχραιμία», δίνοντας λάθος μηνύματα προς της Τουρκία. Ξέχασε μάλλον ότι μόλις πριν από 2,5 μήνες ισοπέδωνε τις … «καταληφθείσες από τους Τούρκους βραχονησίδες»!

Με την ευκαιρία να πούμε στον κ. Αποστολάκη αλλά σε κάθε ενδιαφερόμενο που επαναλαμβάνει τα περί «ατυχήματος» στο Αιγαίο ότι ο κίνδυνος τέτοιου συμβάντος προέρχεται από την προκλητική στάση της Τουρκίας. Η οποιαδήποτε Ελληνική αντίδραση αποσκοπεί στην κατοχύρωση των αμφισβητούμενων από την Τουρκία κυριαρχικών δικαιωμάτων και διοικητικών αρμοδιοτήτων που έχουν εκχωρηθεί από Διεθνείς Οργανισμούς. Οι ΕΔ της χώρας έχουν θρηνήσει πολλά στελέχη στον αγώνα αυτό, κάτι που μάλλον ξεχνάει ο κ. Αποστολάκης ο οποίος σταδιοδρόμησε σε αυτές και έφθασε στην ανώτατη βαθμίδα τους.

Τα «προβλήματα» τα οποία υπάρχουν στο Αιγαίο και στα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ και «ΦΙΛΟΙ» αναζητούν… έντιμο συμβιβασμό, δημιουργούνται από τις μονομερείς απαιτήσεις και ενέργειες που απορρέουν από τον Τουρκικό Αναθεωρητισμό. Η Ελλάδα αυτό που κάνει και φυσικά επιβάλλεται να κάνει είναι να διασφαλίζει τα κυριαρχικά της δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο και τις Διεθνείς Συνθήκες. Δίκαιη οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας ναι, μιας και είναι το μόνο υπαρκτό πρόβλημα ναι αλλά συμβιβασμός γενικά και για όλα σημαίνει απεμπόληση κυριαρχικών δικαιωμάτων και ήττα.

Επιζητούμε ανενδοίαστα σχέσεις καλής γειτονίας με την Τουρκία, αλλά αυτές πρέπει εδράζονται πάνω σε κλίμα αμοιβαίου σεβασμού, αμοιβαίας εμπιστοσύνης και βέβαια χωρίς… bulling. Δεν έχουν θέση ούτε τα φοβικά σύνδρομα αλλά ούτε και οι ανέξοδοι λεονταρισμοί από την από εδώ μεριά, αλλά ούτε και τα «νταηλίκια» από την άλλη. Η ιστορία διδάσκει ότι με χώρες όπως η Τουρκία ο όποιος συμβιβασμός δεν είναι αρκετός και ο κατευνασμός φέρνει και άλλος κατευνασμό και άλλο… και άλλο…. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν σχέσεις καλής γειτονίας τότε η ειρήνη επιβάλλεται με αξιόπιστη αποτροπή και όχι με αμήχανη παρακολούθηση της ροής των γεγονότων που τελικώς επιφέρουν την σύγκρουση!

* Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι επικεφαλής στο «Παρατηρητήριο Liberal»

https://www.liberal.gr/arthro/242790/amyna–diplomatia/2019/tsounami-syriza-kai-sta-ellinotourkika.html?fbclid=IwAR3EfXEeHhMjesBonNShmofSY_Sbg4uoSnrVVPQ30o-lC7oAvwry7AFfMYI

Οι κυρώσεις κλιμακώνουν την αντιπαράθεση Ρωσίας-Δύσης

0
  • Μετάφραση-Επιμέλεια: Άννα Φαλτάϊτς stratfor/euro2day.gr

Οι ΗΠΑ ετοιμάζονται να αυξήσουν τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Η σκληρή γραμμή του Κογκρέσου, απέναντι στη μετριοπάθεια του Λευκού Οίκου. Η θέση της ΕΕ και πώς προετοιμάζεται η Μόσχα.

Πέντε χρόνια από τότε που ξεκίνησε η αντιπαράθεση μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης, δεν δείχνει σημάδια αποκλιμάκωσης.

Στις 13 Φεβρουαρίου, δικομματική ομάδα Αμερικανών γερουσιαστών από την Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας εισήγαγε νομοσχέδιο που προβλέπει ενίσχυση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, λόγω της φερόμενης ως παρέμβασής της στις αμερικανικές εκλογές και των «κακόβουλων» δραστηριοτήτων της στην Ουκρανία και τη Συρία. Στο μεταξύ, έχουν έρθει στο φως αναφορές πως τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκονται κοντά στην ψήφιση νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας, αναφορικά με την αναμέτρηση μεταξύ ρωσικών και ουκρανικών δυνάμεων στην Αζοφική Θάλασσα.

Τα πιθανά πακέτα κυρώσεων έρχονται πέντε χρόνια μετά την αρχική αιτία της αντιπαράθεσης Ρωσίας-Δύσης, δηλαδή του πολέμου στην Ουκρανία, περιλαμβανομένης της προσάρτησης της Κριμαίας στη Ρωσία και των συγκρούσεων με τους αυτονομιστές στη Ντονμπάς.

Από το 2014 οι δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας έχουν επεκταθεί, και πλέον δεν περιλαμβάνουν μόνο τη σύγκρουση στην Ουκρανία, αλλά και πολλά άλλα θέματα, από την πολιτική εμπλοκή της Μόσχας στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη μέχρι τον έλεγχο όπλων και τη Βόρεια Κορέα.

Η στρατηγική πρόθεση των κυρώσεων είναι να αλλάξει τη συμπεριφορά της Ρωσίας καθώς αφορά σε ένα μεγάλο εύρος τακτικών υβριδικού πολέμου της Μόσχας, περιορίζοντας τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία και τη Συρία και διακόπτοντας τις μυστικές, online και προπαγανδιστικές δραστηριότητες στην «καρδιά» των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Και, σε ό,τι αφορά τη Δύση, αν οι κυρώσεις δεν καταφέρουν να αλλάξουν τη συμπεριφορά της Μόσχας, τότε τουλάχιστον θα επιφέρουν οικονομικό πρόβλημα ή θα δημιουργήσουν πολιτικό ρήγμα στο Κρεμλίνο, αποδυναμώνοντας έτσι τους δεσμούς των ολιγαρχών με την κυβέρνηση. Και δεδομένου ότι η Ρωσία είναι απίθανο να σχεδιάσει νέα εκστρατεία στην Ουκρανία ή τη Συρία ως αποτέλεσμα των αυξημένων κυρώσεων, τα μέτρα της Δύσης απλώς θα ρίξουν λάδι στη φωτιά των εντάσεων Μόσχας-Δύσης.

Το Κογκρέσο καθοδηγεί τη συζήτηση

Αν και οντότητες όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ σε γενικές γραμμές ευθυγραμμίζονται σε ό,τι αφορά τη χρήση κυρώσεων προκειμένου να επηρεαστεί ή να τιμωρηθεί η Ρωσία, η εφαρμογή των κυρώσεων εξαρτάται από την αλληλεπίδραση διαφόρων παραγόντων. Από την πλευρά της ΕΕ, οι κυρώσεις εξαρτώνται από την ψήφισή τους και από τα 28 κράτη-μέλη. Χώρες όπως η Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής στηρίζουν ένθερμα τα μέτρα κατά της Ρωσίας, ενώ άλλα όπως η Ουγγαρία και η Ελλάδα ζητούν μετριοπάθεια και πραγματισμό.

Μέχρι τώρα, οι χώρες της ΕΕ έχουν ψηφίσει ομόφωνα για διατήρηση των κυρώσεων, όμως το εύρος των μέτρων του μπλοκ γενικότερα είναι πιο περιορισμένο σε σύγκριση με αυτό των κυρώσεων των ΗΠΑ, λόγω του βάθους των οικονομικών σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ρωσίας, ιδιαίτερα στην ενέργεια.

Για τις ΗΠΑ, βασικός «οδηγός» είναι το Κογκρέσο, το οποίο εισάγει τη νομοθεσία για τις κυρώσεις, και το υπουργείο Οικονομικών, που εξειδικεύει και εφαρμόζει τους εν λόγω νόμους. Βασικό συστατικό της νομοθεσίας για τις κυρώσεις είναι η Πράξη για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων(Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act – CAATSA), που ψηφίστηκε από το Κογκρέσο το 2017, εν μέσω ανησυχιών πως ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ίσως προσπαθούσε να άρει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, σε μια προσπάθεια να βελτιώσει τις σχέσεις με τη Μόσχα. Στο επίκεντρο της CAATSA ήταν μια διάταξη που ουσιαστικά απαγόρευε στον Τραμπ να καταργήσει τις όποιες υφιστάμενες κυρώσεις κατά της Ρωσίας, χωρίς να έχει νομοθετική έγκριση.

Από τότε που πέρασε η CAATSA, οι ΗΠΑ έχουν λάβει αρκετά σημαντικά μέτρα κατά της Ρωσίας. Τον Ιανουάριο του 2018 το υπουργείο Οικονομικών υπέβαλε την επονομαζόμενη «Έκθεση για το Κρεμλίνο» στο Κογκρέσο, στην οποία περιλαμβάνονταν βασικοί Ρώσοι αξιωματούχοι, ολιγάρχες και οι εταιρείες τους που έμπαιναν στο «στόχαστρο» για πιθανές κυρώσεις. Τρεις μήνες αργότερα, το υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε τις σκληρότερες κυρώσεις που είχαν επιβληθεί μέχρι τότε σε διάφορους Ρώσους και ρωσικές οντότητες, περιλαμβανομένων 17 ανώτατων Ρώσων αξιωματούχων, 7 Ρώσων ολιγαρχών και 12 εταιρειών που είναι ιδιοκτησία τους ή που τις ελέγχουν, περιλαμβανομένης της Rusal, της μεγαλύτερης εταιρείας αλουμινίου της Ρωσίας και της δεύτερης μεγαλύτερης εταιρείας αλουμινίου παγκοσμίως.

Αργότερα το 2018, το Κογκρέσο εισήγαγε δύο ακόμα πακέτα σημαντικών κυρώσεων: την Πράξη για τον Έλεγχο Χημικών και Βιολογικών Οπλων και την Εξάλειψη του Πολέμου, ως αντίδραση στη δηλητηρίαση του Ρώσου κατασκόπου Σεργκέι Σκριπάλ, και την Πράξη για την Υπεράσπιση της Αμερικανικής Ασφάλειας από την Επιθετικότητα του Κρεμλίνου (DASKA) του 2018, ένα δικομματικό νομοσχέδιο που εισήγαγαν οι Γερουσιαστές Λίντσεϊ Γκρέιαμ και Ρόμπερτ Μενέντεζ για την παρεμβολή της Ρωσίας στις αμερικανικές εκλογές και τον ρόλο της στους πολέμους σε Ουκρανία και Συρία. Τα πακέτα περιελάμβαναν ευρύτερες, τομεακές κυρώσεις κατά της Ρωσίας που απαγόρευαν τις δολαριακές συναλλαγές για μεγάλες ρωσικές τράπεζες και κρατικούς εκδότες χρέους, δείχνοντας πως οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να πιέσουν οικονομικά τη Ρωσία.

Όμως, αυτά μέχρι στιγμής δεν είχαν ιδιαίτερη επίπτωση στη Ρωσία. Η κυβέρνηση Τραμπ εφάρμοσε μόνο την αρχική φάση των κυρώσεων που σχετίζονταν με την υπόθεση Σκριπάλ, απαγορεύοντας τις ευαίσθητες εξαγωγές προς τη Ρωσία που σχετίζονταν με τη εθνική ασφάλεια, ενώ η DASKA δεν πέρασε από το Κογκρέσο.

Εν τω μεταξύ, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ήρε επισήμως τις κυρώσεις κατά της Rusal και της μητρικής της εταιρείας, της EN+, τον Ιανουάριο, μετά από μήνες διαπραγματεύσεων με τον ιδιοκτήτη της εταιρείας Oleg Deripaska (ο οποίος παρεμπιπτόντως παρέμεινε στη λίστα των κυρώσεων, αν και συμφώνησε να μειώσει το μερίδιο ιδιοκτησίας του στη Rusal) και αμφιλεγόμενες διαβουλεύσεις με το Κογκρέσο. Στο τέλος, οι κυρώσεις στη Rusal επηρέαζαν επίσης την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, καθώς οδηγούσαν σε άνοδο των παγκόσμιων τιμών αλουμινίου, αποδεικνύοντας πως οι αμερικανικές κυρώσεις μπορεί να έχουν όρια.

Οι επερχόμενες κυρώσεις

Για τη συνέχεια, είναι σχεδόν αναπόφευκτο ότι οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αυξήσουν τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, αν και οι Βρυξέλλες πιθανότατα θα επιδιώξουν και πάλι πιο περιορισμένο πακέτο απ’ ό,τι η Ουάσινγκτον. Πριν το τέλος Μαρτίου, το μπλοκ είναι πιθανό να επιβάλει κυρώσεις που θα σχετίζονται με την Αζοφική Θάλασσα και να επιβάλει ταξιδιωτικές απαγορεύσεις και «πάγωμα» περιουσιακών στοιχείων σε οκτώ Ρώσους αξιωματούχους του τομέα ασφαλείας που εμπλέκονται στην κράτηση Ουκρανών ναυτών τον περασμένο Νοέμβριο. Οι ΗΠΑ, εν τω μεταξύ, πιθανόν θα βάλουν και άλλους αξιωματούχους του τομέα ασφάλειας στη λίστα των κυρώσεων, ενώ παράλληλα θα εξετάζουν το ενδεχόμενο να επιβάλουν περιορισμούς στον ναυπηγικό κλάδο της Ρωσίας, αν εμποδίσει περαιτέρω την ελευθερία πλοήγησης της Ουκρανίας.

Υπάρχουν όμως άλλοι, σοβαρότεροι περιορισμοί, που θα εξετάσουν φέτος οι ΗΠΑ έναντι της Ρωσίας. Ορισμένα μέλη του Κογκρέσου έχουν μιλήσει για την ανάγκη αύξησης των πιέσεων μέσω κυρώσεων στη Ρωσία, εν μέρει διότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει ακόμα εφαρμόσει τα διάφορα πακέτα κυρώσεων που εισήγαγε πέρυσι. Ως αποτέλεσμα, ορισμένοι γερουσιαστές υπέβαλαν νέα πρόταση, η οποία παρουσιάζεται ως μια αυστηρότερη εκδοχή της DASKA. Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει κυρώσεις κατά ρωσικών τραπεζών, εκδόσεων κρατικού χρέους και επενδύσεων σε ρωσικά projects LNG εκτός της χώρας. Το Κογκρέσο, επίσης, πιθανότατα θα αυξήσει τις πιέσεις προς τον Λευκό Οίκο να συμπληρώσει την αρχική Πράξη για τον Έλεγχο Χημικών και Βιολογικών Οπλων και την Εξάλειψη του Πολέμου με αυστηρότερα μέτρα, περιλαμβανομένης της απαγόρευσης πτήσεων της Aeroflot στις ΗΠΑ, του περιορισμού στα αμερικανικά τραπεζικά δάνεια στη Ρωσία και της υποβάθμισης των διμερών διπλωματικών σχέσεων.

Τέτοια πακέτα κυρώσεων θα μπορούσαν να έχουν βαθύτατες επιπτώσεις στη ρωσική οικονομία, όμως η επίπτωσή τους θα εξαρτηθεί από την έκταση της εφαρμογής τους. Οι περιορισμοί στις ρωσικές κρατικές εκδόσεις χρέους θα αύξαναν σημαντικά το κόστος δανεισμού της χώρας και θα πίεζαν περαιτέρω τις επενδύσεις στη χώρα. Οι κυρώσεις στις ρωσικές τραπεζικές συναλλαγές θα μπορούσαν να αναγκάσουν την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας να στηρίξει προβληματικές τράπεζες, υπονομεύοντας την ικανότητά της να σταθεροποιήσει το ρούβλι και να περιορίσει τον πληθωρισμό στη χώρα.

Αυτά, ωστόσο, θα ήταν τα πιο ακραία σενάρια, και η κυβέρνηση Τραμπ πιθανότατα θα αντισταθεί στη λήψη μέτρων που θα προκαλούσαν αναταράξεις πέραν της Ρωσίας, όπως η απαγόρευση συναλλαγών μεγάλων ρωσικών τραπεζών και παγκόσμιων εταιρειών. Αντιθέτως, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ είναι πιθανότερο να κυνηγήσει περισσότερους Ρώσους και ρωσικές οντότητες κατά περίπτωση, ενώ ταυτόχρονα θα διαπραγματεύεται με το Κογκρέσο για να βρει τη μέση λύση στην επέκταση των κυρώσεων, ώστε να εντείνει τις πιέσεις προς το Κρεμλίνο χωρίς να διαταραχθούν ολόκληροι οικονομικοί τομείς.

Η Ρωσία ετοιμάζεται για τα… δύσκολα

Από την πλευρά της, η Ρωσία είχε πέντε χρόνια για να προσαρμοστεί και να προετοιμαστεί για τις κυρώσεις της Δύσης, κατά τη διάρκεια των οποίων ανέπτυξε μια ισχυρή στρατηγική προστασίας από τις κυρώσεις. Στο πλαίσιο των προσπαθειών της, η Ρωσία μείωσε το εξωτερικό της χρέος στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δέκα ετών, αύξησε τα αποθέματα ξένου συναλλάγματός της σε περίπου 500 δισ. δολάρια, μείωσε τα holdings αμερικανικών ομολόγων και αύξησε τα holdings ευρώ, γεν και γουάν, ενώ παράλληλα διεύρυνε τις οικονομικές σχέσεις με μη Δυτικές χώρες, ιδιαίτερα την Κίνα. Έτσι, η Ρωσία έχει προσπαθήσει για να περιορίσει την έκθεσή της στις ΗΠΑ και έχει δημιουργήσει ένα «μαξιλάρι»αρκετά μεγάλο για να διαχειριστεί μελλοντικά οικονομικά σοκ, στην περίπτωση που επιβληθούν σοβαρότερες κυρώσεις.

Τέτοια μέτρα, όπως και οι συνεχιζόμενες παλινωδίες μεταξύ του Κογκρέσου και του Τραμπ για το εύρος των κυρώσεων, δείχνουν πως η Μόσχα πιθανότατα θα αποφύγει τις μεγάλες οικονομικές διαταραχές βραχυπρόθεσμα. Ωστόσο, οι παρατεταμένες κυρώσεις θα υπονομεύσουν τις μακροπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές της Ρωσίας, καθώς τέτοιου είδους μέτρα θα οδηγήσουν σε διακοπή της πρόσβασης σε Δυτική χρηματοδότηση και τεχνολογία και θα διαβρώσουν τους ευρύτερους οικονομικούς δεσμούς της Ρωσίας με τη Δύση. Αυτό το αυξανόμενο οικονομικό χάσμα, σε συνδυασμό με την αντίσταση της Ρωσίας να κάνει παραχωρήσεις σε στρατηγικά ζητήματα όπως η Ουκρανία και η Συρία, θα επιδεινώσουν την αντιπαράθεση Μόσχας-Δύσης, αλλά και τα γεωπολιτικά ζητήματα εκείνα για τα οποία επιβάλλονται οι κυρώσεις.

https://www.euro2day.gr/specials/topics/article/1667137/oi-kyroseis-klimakonoyn-thn-antiparathesh-rosiasdy.html

Ελλάς και Θάλασσα

0

Ο ρόλος και η σημασία της θαλάσσιας ισχύος στην ενεργειακή γεωπολιτική της Αν. Μεσογείου*

Περίληψη:

Η Ελλάδα, εάν θέλει να επιβιώσει σαν έθνος και να παίξει ρόλο στην ενεργειακή γεωπολιτική σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου θα πρέπει άμεσα να αλλάξει το δόγμα στρατηγικής προβολής ισχύος. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ανάπτυξη της θαλάσσιας ισχύος της, δηλαδή το Πολεμικό Ναυτικό, το Λιμενικό Σώμα-Ελληνική Ακτοφυλακή, την Ναυτική Αεροπορία και τον εμπορικό της στόλο. «Έχουμε γη και πατρίδα όσο έχουμε πλοία και θάλασσα» σύμφωνα με την ρήση του μεγαλύτερου ιστορικού όλων των εποχών, του Ηρόδοτου.

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ είναι Υποναύαρχος ΠΝ (ε.α.), απόφοιτος της Ανωτάτης Ναυτικής Σχολής Πολέμου των ΗΠΑ, έχει σπουδάσει Διεθνείς Σχέσεις και Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο SALVE REGINA του Newport R.I και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών από το Πανεπιστήμιο Plymouth U.K στην Διεθνή Στρατηγική και Ασφάλεια.

Μπορεί σήμερα η Ελλάδα να μην διαθέτει κάποιον πολιτικό η στρατιωτικό χαρισματικό ηγέτη ανάλογο του Περικλή ή του Θεμιστοκλή για να οδηγήσει την χώρα σε ένα νέο «χρυσό αιώνα» αλλά είναι σίγουρο ότι εάν θέλει να επιβιώσει σαν έθνος και να παίξει ρόλο στην ενεργειακή γεωπολιτική σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου θα πρέπει άμεσα να αλλάξει το δόγμα στρατηγικής προβολής ισχύος. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ανάπτυξη της θαλάσσιας ισχύος της, δηλαδή το Πολεμικό Ναυτικό, το Λιμενικό Σώμα-Ελληνική Ακτοφυλακή, την Ναυτική Αεροπορία (Α/Φ, ΑΦΝΣ της Πολεμικής Αεροπορίας που διατίθενται για ναυτικές επιχειρήσεις) και τον εμπορικό της στόλο.

Σύμφωνα με τον θεμελιωτή του δόγματος της ναυτικής ισχύος Ναύαρχο του Αμερικανικού Ναυτικού, Alfred Thayer Mahan (1840-1914), υπάρχουν έξι (6) βασικά στοιχεία που επηρεάζουν ή/και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της θαλάσσιας ισχύος μιας χώρας [1]:

-Η γεωγραφική θέση: Εάν δηλαδή μια χώρα είναι κοντά στις θαλάσσιες οδούς επικοινωνίας (Sea Lines Of Communication-SLOCs). Η Ελλάδα πράγματι βρίσκεται στο κέντρο των θαλάσσιων οδών που κατευθύνονται από/προς Δαρδανέλια-Σουέζ-Γιβραλτάρ και τα μεγάλα λιμάνια της όπως ο Πειραιάς, η Πάτρα και η Θεσσαλονίκη αποτελούν κομβικά σημεία διακίνησης του διεθνούς εμπορίου μεταξύ δύο ωκεανών και τριών ηπείρων. Στην περίπτωση δε του νέου ενεργειακού χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου, η Ελλάδα βρίσκεται στο κέντρο των κοιτασμάτων της Κύπρου, της Νότιας Κρήτης και του Ιονίου Πελάγους όπου ήδη έχει γίνει η αρχική κατανομή των οικοπέδων στις πετρελαϊκές εταιρείες για έρευνες.

01032019-1.jpg

01032019-2.jpg

Χάρτες ενεργών κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο. Πηγή: web
———————————————————————————————

-Η φυσική διαμόρφωση: Εάν δηλαδή η χώρα έχει φυσικούς λιμένες και νησιωτικό σύμπλεγμα. Η Ελλάδα έχει 180 φυσικούς λιμένες και λιμενικές εγκαταστάσεις υπόχρεες σε ISPS [2] και 6.000 νησιά, νησίδες και βραχονησίδες, εκ των οποίων βέβαια μόνο τα 117 κατοικούνται ενώ θα μπορούσαν πολλά περισσότερα εάν υπήρχε μια πολιτική ειδικών προνομίων από το κράτος στους κατοίκους των (καθεστώς φορολογίας, επιδοτήσεις κ.λπ.

-Η γεωγραφική έκταση: Εδώ ο Μahan δεν αναφέρεται στην συνολική έκταση/εμβαδόν της χώρας αλλά στο μήκος των ακτογραμμών της. Η Ελλάδα έχει συνολικό μήκος ακτογραμμής 15047 χιλιόμετρα (όση η περίμετρος της Αφρικής) και είναι η 9η χώρα στον κόσμο, πίσω από κράτη με μεγάλη ναυτική ισχύ όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Ρωσία, η Νορβηγία, το Ηνωμένο Βασίλειο [3] κ.α.

-Το μέγεθος του πληθυσμού: Στην παράμετρο αυτή, ο Ναύαρχος Mahan δεν εννοεί το σύνολο του πληθυσμού της χώρας αλλά του αριθμού που στρέφεται βιοποριστικά προς την θάλασσα. Εδώ, δυστυχώς, στην Ελλάδα, ενώ ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της δείχνει ενδιαφέρον και έχει έφεση για την θάλασσα, η κυβερνητική πολιτική και η απουσία στρατηγικής όσον αφορά την επαγγελματική καθοδήγηση/προσανατολισμό και δημιουργία ελκυστικών οικονομικών/προϋποθέσεων για τους νέους, είναι δυστυχώς απογοητευτική.

-Ο εθνικός χαρακτήρας: Εδώ ο Mahan εξετάζει κατά πόσο υπάρχει στο κράτος η προοπτική για ανάπτυξη εμπορικών δραστηριοτήτων μέσω θαλάσσης και αν υπάρχει η ικανότης στον πληθυσμό για ικανότητα ίδρυσης εύρωστων αποικιών εκτός χώρας. Εδώ, η Ελλάδα ίσως παίρνει την μεγαλύτερη βαθμολογία από όλες τις χώρες του κόσμου και αυτό όχι λόγω κράτους αλλά λόγω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ο ελληνόκτητος εμπορικός στόλος (4.585 πλοία άνω των 1.000 dwt) ελέγχει το 27,76% του παγκόσμιου στόλου δεξαμενόπλοιων, το 21,53% του παγκόσμιου στόλου φορτηγών πλοίων ξηρών χύδην φορτίων και το 15,94% του παγκόσμιου στόλου πλοίων μεταφοράς χημικών και παράγωγων προϊόντων πετρελαίου σε αέρια ή μη μορφή. Η δε ελληνική σημαία (759 πλοία άνω των 500 dwt που δυστυχώς μειώνονται στον αριθμό κάθε χρόνο λόγω της κακής κυβερνητικής πολιτικής) κατέχει την έβδομη θέση διεθνώς και την δεύτερη στην ΕΕ (σε dwt). Τι σημαίνει αυτό; Ότι μπορεί η MOBIL, η EXXON, η TOTAL, η ENI κ.λπ. να έχουν την ικανότητα και τεχνογνωσία για εξόρυξη υδρογονανθράκων και φυσικού αερίου από όλα τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά χωρίς τα ελληνόκτητα εμπορικά πλοία τα προϊόντα αυτά δεν μπορούν να πάνε πουθενά. Όσον αφορά τις αποικίες που λέει ο Mahan, μπορεί σήμερα η Ελλάδα να μην διαθέτει έναν Πρωτέα από την Φώκαια για να ιδρύσει μια Μασσαλία αλλά έχει μια ομογένεια με φωνή μεταξύ άλλων στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία και την Γερμανία, που έχει εθνική συνείδηση και όχι κομματική ταυτότητα, αριθμεί πάνω από 8.000.000 άτομα και έχει την δύναμη να επηρεάζει αποφασιστικά τα ξένα κέντρα αποφάσεων.

-Η εθνική πολιτική/στρατηγική: Αν δηλαδή η χώρα που θέλει να έχει ναυτική ισχύ έχει βάλει στόχους και καθοδηγεί τον λαό της για την επίτευξη των στόχων αυτών με ευφυή μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα προγράμματα ανάπτυξης. Εδώ, δυστυχώς, η Ελλάδα, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, χωλαίνει και, μάλιστα, επικίνδυνα για το μέλλον της.

Ενώ, λοιπόν, η Ελλάδα σαν χώρα, σύμφωνα με το δόγμα Mahan, πληροί σχεδόν όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να έχει ικανή ναυτική ισχύ και να μπορεί να επιβάλλει ισχυρή άποψη όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων για τις Θαλάσσιες Ζώνες [4] στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου που έχουν καθορισθεί με την Σύμβαση του ΟΗΕ για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (Mondego Bay Jamaica 1982) [5], εντούτοις αδυνατεί να το πράξει πολιτικά και συνεχίζει να είναι ο «αδύναμος κρίκος» μεταξύ όλων των εμπλεκομένων κρατών που αποβλέπουν στην εξόρυξη των υδρογονανθράκων (ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Αίγυπτος, Ισραήλ, Τουρκία, Κύπρος, Λίβανος, Λιβύη).

Η σοβαρή κρίση που έπληξε και συνεχίζει να πλήττει την τελευταία δεκαετία την οικονομία της χώρας, σε συνδυασμό με την ύπαρξη σε υψηλές κυβερνητικές θέσεις-«κλειδιά», άβουλων και άτολμων πολιτικών και στρατιωτικών χωρίς όραμα και στρατηγική αντίληψη, κατώτεροι των περιστάσεων, έχει επιφέρει αφενός μεν μια δεινή εξοπλιστική στασιμότητα [6] όσον αφορά το Πολεμικό Ναυτικό, το Λιμενικό Σώμα/Ελληνική Ακτοφυλακή και την Ναυτική Αεροπορία, αφετέρου η όποια επίδειξη ισχύος και παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο είναι της μορφής «soft power». Ταυτόχρονα, η άσκηση της εξωτερικής διπλωματίας από το ΥΠΕΞ διακατέχεται μόνιμα από ένα φοβικό, υποχωρητικό σύνδρομο και μια τάση συνεχούς αναβλητικότητας /καθυστέρησης όσον αφορά την τελική διευθέτηση για την οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και της Υφαλοκρηπίδας, με αποτέλεσμα όλοι να προβάλλουν απαιτήσεις και δικαιώματα στον ορυκτό πλούτο της Μεσογείου, πλην του εν δυνάμει ιστορικά «φυσικού» κληρονόμου στην περιοχή που είναι η Ελλάδα.

ΓΙΑΤΙ ΑΝΤΙΔΡΑ Η ΤΟΥΡΚΙΑ

Είναι παραπάνω από σαφές ότι η πρωτοβουλία της Κυπριακής Δημοκρατίας να συνάψει συμφωνίες για αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου εντός της ΑΟΖ της Κύπρου -που ανακηρύχθηκε το 2004 από τον αείμνηστο πρόεδρό της, Τάσσο Παπαδόπουλο, παρά την αντίθετη γνώμη που είχαν οι διαδοχικές ελλαδικές κυβερνήσεις Κ. Σημίτη, Γ. Παπανδρέου, Κ. Καραμανλή- με μεγάλες εταιρείες όπως η αμερικανική Exxon Mobil αλλά και η Qatar Petroleum, η γαλλική Total και η ιταλική ΕΝΙ, έχει αλλάξει σήμερα τον γεωοικονομικό και, ως εκ τούτου, τον γεωπολιτικό χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου. Η Κύπρος εκμεταλλεύτηκε και εκμεταλλεύεται πλήρως και αποτελεσματικά την αλλαγή στάσης της αμερικανικής διπλωματίας (από Ομπάμα-Κλίντον φιλοτουρκική στάση στην εκ διαμέτρου αλλαγή πλεύσης πολιτική του Τραμπ υπέρ της Ελλάδας) η οποία προσπαθεί τα τελευταία χρόνια να δημιουργήσει έναν ισχυρό άξονα στην περιοχή, δια της σύμπραξης Ελλάδος, Κύπρου, Ισραήλ και Αιγύπτου για ένα βασικό –αν και όχι μόνο- λόγο: Το «πέρασμα» από την περιοχή του ενεργειακού αγωγού EastMed, ο οποίος, έχοντας μήκος 1.900 χιλιομέτρων, θα μεταφέρει φυσικό αέριο (αρχικά 10 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως) από τα κοιτάσματα της Κύπρου και του Ισραήλ μέσω Κρήτης και Πελοποννήσου στην Ευρώπη. Η κατασκευή του αγωγού EastMed, ενός ομολογουμένως πολύ ακριβού αλλά συνάμα εφικτού προγράμματος ανάπτυξης, έχει την στήριξη των ΗΠΑ αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και έχει ενταχθεί (βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 347/2013) στον κατάλογό των Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (Projects of Common Interest – PCIs), ενώ δείχνει να «ενοχλεί» ιδιαίτερα την Μόσχα.

01032019-3.jpg

Ενεργειακός αγωγός EastMed.
———————————————————————————–

Η Τουρκία, μετά την ανακήρυξη της ΑΟΖ από την Κύπρο, βλέποντας ότι η διεθνής κοινότητα την θεωρεί παράγοντα αποσταθεροποίησης (Συρία, Κουρδικό, ηγεμονικές τάσεις στον Αραβικό Μουσουλμανικό Κόσμο και Μέση Ανατολή ) και δεν την έχει πλέον στο ταμπλό της νέας γεωοικονομικής ενεργειακής «σκακιέρας», άρχισε να αντιδρά σπασμωδικά και βέβαια όχι στο πλαίσιο των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου αλλά μέσω της πάγιας τακτικής της, δηλαδή της προβολής ισχύος και της «Διπλωματίας των Κανονιοφόρων». Δεσμεύει περιοχές με NAVTEX για αεροναυτικές ασκήσεις /ερευνητικές δραστηριότητες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και της κυπριακής ΑΟΖ, αναζητά ευκαιρία δημιουργίας συνθηκών θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο ώστε να κερδίσει νέες «γκρίζες ζώνες» όπως έκανε το 1996, αμφισβητεί την εγκυρότητα της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 και προβάλλει απαιτήσεις για 18 ελληνικές νησίδες, δημιουργεί προβλήματα στις εξορύξεις των υδρογονανθράκων παρεμποδίζοντας εργασίες στα ερευνητικά πλοία-γεωτρύπανα πολυεθνικών εταιρειών στα οικόπεδα 3 και 6 της Κύπρου, αμφισβητεί παντελώς το δικαίωμα ΑΟΖ στο νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου [7] και, γενικά, γίνεται ο «κακός» γείτονας όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για το Ισραήλ και την Αίγυπτο.

01032019-4.jpg

Χάρτης ενεργειακών οικοπέδων Κύπρου.
—————————————————————–

Παρά δε την κακή δημοσιονομική κατάστασή της και τις συνεχείς υποτιμήσεις της τουρκικής λίρας, αναγγέλλει νέα εξοπλιστικά προγράμματα που εκτελούνται από την εγχώρια αμυντική βιομηχανία της, ναυπηγεί κορβέτες [8],υποβρύχια, κάνει ελκυστικά τα ναυπηγεία της για επισκευές εμπορικών πλοίων με ξένη σημαία, βελτιώνει τα λιμάνια και τους εμπορευματικούς σταθμούς της και γενικά από εκεί που δεν ήταν, αρχίζει να γίνεται ναυτικό έθνος με δυνατότητα προβολής ισχύος, τουλάχιστον στο θέατρο επιχειρήσεων της Ανατολικής Μεσογείου.

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΑΟΖ

Η Ελλάδα έχει θαλάσσια σύνορα με έξι κράτη (Αλβανία, Ιταλία, Λιβύη, Τουρκία, Αίγυπτος, Κύπρος). Ας δούμε όμως αναλυτικά παρακάτω κατά περίπτωση τι έχει κάνει η Ελλάδα για την οριοθέτηση της ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου με κάθε ένα εμπλεκόμενο κράτος πέραν εκείνων που έχει θαλάσσια σύνορα (Λίβανος, Παλαιστίνη, Ισραήλ) ξεχωριστά και πώς θα είναι η οριοθέτηση τους σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου.

01032019-5.jpg

ΑΟΖ Ελλάδας-Αιγύπτου-Κύπρου με βάση την αρχή της μέσης γραμμής.
——————————————————————————————–

Ελλάδα – Αλβανία

Η Ελλάδα και η Αλβανία υπέγραψαν στα Τίρανα το 2009 συμφωνία για την αρχική οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ των δύο κρατών, η οποία, όμως, καταγγέλθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Αλβανίας με αποτέλεσμα να μην κυρωθεί ποτέ από το αλβανικό κοινοβούλιο.
Η καταγγελία της συμφωνίας αυτής έγινε μετά από σχετική παρέμβαση της τουρκικής πλευράς αφού, με βάση τις αρχές και τους κανόνες με τους οποίους καταρτίστηκε η οριοθετική αυτή συμφωνία (όπως η εφαρμογή της «αρχής της απόστασης», η εφαρμογή του «συστήματος κλεισίματος των κόλπων», τα «δικαιώματα των νησιών να έχουν τις ίδιες θαλάσσιες ζώνες με τις ηπειρωτικές ακτές πλην των βράχων που δεν διαθέτουν δική τους οικονομική ζώνη»), αν εφαρμοζόταν στο Αιγαίο και στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο θα είχαν ως αποτέλεσμα να λάβει η Τουρκία στο Αιγαίο μόνο 2,5% της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ της περιοχής αυτής έναντι 97,5% της Ελλάδος όπως επίσης να περιέλθει στην Ελλάδα μεγάλο ποσοστό της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ στη νοτιοανατολική Μεσόγειο (Καστελόριζο, Ρω, Στρογγύλη). Στην καταγγελία αυτή βέβαια βοήθησε παρασκηνιακά και η Ιταλία για δικούς της λόγους, προκειμένου να εξασφαλίσει εκείνη την εκμετάλλευση των αλβανικών /ελληνικών υδρογονανθράκων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι με την συμφωνία εκείνη, η Αλβανία θα λάμβανε το 50,87% της υφαλοκρηπίδας και της αιγιαλίτιδος ζώνης της περιοχής αυτής (1.365,29 km²) έναντι 1318,45 km² της Ελλάδος, ποσοστό 49,12% το οποίο αποτελεί και το μεγαλύτερο που θα μπορούσε να λάβει η Αλβανία με βάση το Διεθνές Δίκαιο και την διεθνή πρακτική, ιδιαίτερα δε με βάση τις αρχές και τους κανόνες της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, μέρη της οποίας τυγχάνουν τόσο η Ελλάδα όσο και η Αλβανία.

Το σπουδαιότερο, όμως, για την Αλβανία, είναι ότι, με την συμφωνία, η Ελλάδα αναγνώρισε -μάλλον εν αγνοία της- για πρώτη φορά έμμεσα αλλά επισήμως το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας του 1925 για την ελληνοαλβανική μεθόριο και την τελική πράξη των Παρισίων του 1926 για τα αλβανικά σύνορα, κείμενα τα οποία ουδέποτε μέχρι το 2000 είχε αναγνωρίσει η Ελλάδα λόγω του γνωστού θέματος του Βορειοηπειρωτικού ζητήματος το οποίο ακόμη υφίσταται -είτε αρέσει είτε όχι σε μερικούς Έλληνες «προοδευτικούς» πολιτικούς- αφού η οριοθετική γραμμή των δύο κρατών στην θάλασσα αρχίζει ακριβώς από το σημείο που τελειώνει η οριοθετική γραμμή των χερσαίων συνόρων της Αλβανίας.

Ελλάδα – Ιταλία
Εδώ τα πράγματα θα μπορούσε να ήταν πολύ πιο εύκολα μιας και θεωρητικά υπήρχε ήδη ο καθορισμός της υφαλοκρηπίδας μεταξύ των δύο κρατών από το 1977 και η οριοθέτηση Υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ συνήθως συμπίπτουν. Δυστυχώς, όμως, και εδώ η ολιγωρία της ελληνικής διπλωματίας και η συνεχής αναβλητικότητα των εκάστοτε Ελληνικών Κυβερνήσεων και ιδιαίτερα της τελευταίας, σε συνδυασμό με ότι η ιταλική πλευρά έχει επανειλημμένως φέρει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων «αλιευτικά δικαιώματα» εντός της προς οριοθέτησης ΑΟΖ που φθάνουν μέχρι και τα 6 ν.μ της χωρικής θάλασσας, έχει ως αποτέλεσμα να μην έχει οριοθετηθεί ακόμη η ΑΟΖ.

Ελλάδα – Αίγυπτος
Το 2006, με δεδομένο ότι το 2003 είχε υπογραφεί ήδη η αιγυπτο-κυπριακή Συμφωνία για οριοθέτηση της ΑΟΖ, και μάλιστα με βάση την «αρχή της μέσης γραμμής», η Ελλάδα άρχισε διαπραγματεύσεις με την Αίγυπτο [9], ώστε εάν κατέληγε σε συμφωνία οριοθετήσεως, να μπορούσε να ολοκληρωθεί και η εναπομένουσα οριοθέτηση της ελληνο-κυπριακής ΑΟΖ, όπως επίσης και ο καθορισμός του τριεθνούς σημείου, που είχε αφεθεί σκοπίμως ανοικτό στην αιγυπτο-κυπριακή Συμφωνία κατά 12,5 ν.μ στο ανατολικό όριο της μεταξύ τους οριοθετήσεως. Στα πρώτα στάδια των συζητήσεων με τους Αιγυπτίους, ετέθη ως αφετηρία της οριοθετήσεως η «αρχή της μέσης γραμμής» από τις εκατέρωθεν ακτές όπως είχε συμφωνηθεί και με την Κύπρο.

Το 2007, η αιγυπτιακή πλευρά, αφού είχε ακούσει την λεπτομερή ελληνική πρόταση που της παρουσιάστηκε και σε χάρτη, παρουσίασε την δική της άποψη που δεν υπολόγιζε καθόλου το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου (νήσος Στρογγύλη) απέδιδε ελάχιστη επήρεια των άλλων νησιών, ήτοι της Ρόδου, της Καρπάθου και της ανατολικής ακτής της Κρήτης. Η εξέλιξη αυτή έδειχνε πως η Αίγυπτος (υπό το καθεστώς Μουμπάρακ τότε), είχε συγχρόνως παρασκηνιακές συνομιλίες με την Τουρκία, αφού οι απόψεις που κατέθεσε προς την ελληνική αντιπροσωπεία, ήταν ταυτόσημες με όσες χαρτογραφικές παρουσιάσεις είχαν γίνει και δημοσιοποιηθεί από Τούρκους μελετητές [10].

Οι συζητήσεις έκτοτε διακόπηκαν και δεν είχαν καμία προοπτική με το μεταγενέστερο καθεστώς της Μουσουλμανικής Αδελφότητος υπό τον Μόρσι. Μετά την ανάληψη της Προεδρίας από τον Στρατηγό Σίσι, οι προσπάθειες τριμερούς συνεργασίας άρχισαν εκ νέου με την Αίγυπτο και την Κύπρο το 2014, με έμφαση στην συνεργασία για τα ενεργειακά και ενώ οι συνθήκες τώρα είναι παραπάνω από ευνοϊκές για πολλούς λόγους που θα εξηγηθούν παρακάτω, δυστυχώς τα αποτελέσματα παραμένουν ίδια και η κατάσταση στάσιμη.

Ελλάδα -Τουρκία
Εδώ τα πράγματα είναι πολύ περίπλοκα και μάλλον δεν πρόκειται να βρεθεί λύση λόγω της αδιαλλαξίας και επιθετικότητας της Τουρκίας. Η Τουρκία θεωρεί ότι η υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ στην θαλάσσια περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου πρέπει να χαραχθεί όχι με την «αρχή της μέσης γραμμής», που θέλει η Ελλάδα και τα γειτονικά κράτη του Λιβάνου -Κύπρου – Ισραήλ – Αιγύπτου αλλά με την αρχή της «ευθυδικίας», δηλώνοντας ότι η περιοχή που διεκδικεί δικαιώματα υφαλοκρηπίδας ab initio και ipso facto, αρχίζει από τον μεσημβρινό 32ο 16΄18’’ Ε στην Κύπρο, συνεχίζει νοτίως του συμπλέγματος του Καστελόριζου και ανατολικώς της Ρόδου, της Καρπάθου και της Κρήτης και συνεχίζεται δυτικά σε όλη την θαλάσσια περιοχή μέχρι την Λιβύη και νοτίως μέχρι την μέση της αποστάσεως με την Αίγυπτο [11].

Από τις επίσημες αυτές δηλώσεις και λαμβανομένων υπόψη, πρώτον, των χαρτών που έχει εκδώσει η Τουρκία με NAVTEX για αεροναυτικές ασκήσεις, δεύτερον, των χαρτών που έχει εκδώσει εκχωρώντας στην εθνική της εταιρεία TPAO (Turkish Petroleum Anonymous Corporation) περιοχές για έρευνα και εκμετάλλευση, και τρίτον, εκείνων των χαρτών που έχουν εκπονηθεί και δημοσιευθεί από Τούρκους καθηγητές και περιέχονται και στην έκδοση της Ναυτικής της Στρατηγικής του 2015, συνάγεται ότι η Τουρκία προσπαθεί να εμφανίζεται ως το μόνο αρμόδιο κράτος που θα διαπραγματευτεί με την Αίγυπτο και την Λιβύη την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στην περιοχή δυτικά του μεσημβρινού 32ο 16΄18’’ Ε [12].

01032019-6.jpg

Εκδοχή της τουρκικής ΑΟΖ.
——————————————–

Μάλιστα οι αναλύσεις που παρουσιάζονται με χάρτες, δείχνουν την υφαλοκρηπίδα της Αιγύπτου και της Λιβύης με τρόπο που να φαίνεται ότι εάν θα έκαναν την οριοθέτηση με την Ελλάδα με βάση την αρχή της «μέσης γραμμής», την οποία υποστηρίζει η Ελλάδα, και τα δύο κράτη θα έχαναν μεγάλες εκτάσεις, τις οποίες όμως τις κερδίζουν εφόσον αποφασίσουν να οριοθετήσουν με τον τρόπο που θέλει η Τουρκία [13].

01032019-7.jpg

Εκδοχή της τουρκικής ΑΟΖ.
——————————————–

Σημειώνεται ότι, στην περιοχή του ορίου της μέσης αποστάσεως από το σύμπλεγμα του Καστελόριζου με τις απέναντι αιγυπτιακές ακτές, φημολογείται από τους γεωλόγους που έχουν μελετήσει δεδομένα διάσπαρτων στοιχείων από διάφορες έρευνες ακόμη και δορυφορικών λήψεων, πως στο υποθαλάσσιο όρος Αναξίμανδρος όπου κείται και η λεκάνη του Ηροδότου, υπάρχουν εντυπωσιακά μεγάλα κοιτάσματα υδρογονανθράκων και φυσικού αερίου [14].

Ελλάδα -Λιβύη
Στην περίπτωση της οριοθετήσεως υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ με την Λιβύη, τα δεδομένα ήταν εξαρχής δύσκολα [15] καθόσον η Λιβύη από το 1973 είχε κλείσει με ευθεία γραμμή, ως «ιστορικό», τον Κόλπο της Σύρτης, αλλά η ενέργεια αυτή δεν είχε γίνει αποδεκτή τότε από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Γαλλία, το Ισραήλ, την Ιταλία, τη Μάλτα, την Τυνησία, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελλάδα.

Το 2004 η Λιβύη, παραχώρησε σε εθνική της εταιρεία χερσαίες και θαλάσσιες περιοχές για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων και, μάλιστα, δημοσίευσε και χάρτη με οικόπεδα, τα βόρεια όρια των οποίων εισχωρούσαν στην, κατά την ελληνική άποψη ελληνική υφαλοκρηπίδα νοτίως της Κρήτης, όταν αυτή υπολογιζόταν με βάση την «αρχή της μέσης γραμμής» [16].

Βέβαια η ενέργεια αυτή της Λιβύης, είχε αντιμετωπιστεί από την Ελλάδα, η οποία με συνεχή διπλωματικά διαβήματα ζητούσε την έναρξη διμερών συζητήσεων, και με συνδρομή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που υποστήριζε την «μέση γραμμή» ως αρχή οριοθετήσεως. Η Λιβύη στις απαντήσεις της την απέρριπτε, και επικαλείτο την αρχή της «ευθυδικίας» στις οριοθετήσεις.
Το 2007 όταν άρχισαν οι διμερείς συζητήσεις, που συνεχίστηκαν μέχρι το 2009, και διακόπηκαν λόγω των εκλογών που μεσολάβησαν στην Ελλάδα, ήταν γνωστή στην ελληνική αντιπροσωπεία η θέση της Λιβύης ότι δεν θα αποδεχόταν πλήρη επήρεια από τα ελληνικά Νησιά Στροφάδες, Σαπιέντζα, Σχίζα, Γαύδος, Χρυσή και Κουφονήσι, λόγω του ότι θεωρούσε ότι τα εν λόγω νησιά μειονεκτούσαν ως προς το μέγεθος των ακτών τους και ως εκ τούτου δεν θα συζητούσε οριοθέτηση ΑΟΖ πλην της «ευθυδικίας». Παρά ταύτα έγιναν δύο γύροι διαπραγματεύσεων, μήπως και ευρεθεί κοινός τόπος εξεύρεσης λύσης αποδεκτής και από τις δυο πλευρές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Τον Μάιο 2009, η Λιβύη ανήγγειλε στον ΟΗΕ ότι διεκδικεί ΑΟΖ, το εξωτερικό όριο της οποίας θέλει να διαπραγματευτεί με τα γειτονικά της ενδιαφερόμενα κράτη. Τα πολιτικά γεγονότα στην Λιβύη, καθόσον επικρατούσε εσωτερική αναταραχή και εκδηλώθηκε εμφύλια ένοπλη σύγκρουση με αποτέλεσμα την δολοφονία του Καντάφι και την γενικευμένη πολιτική αστάθεια, έδωσαν στην Ελλάδα την δυνατότητα ώστε το 2011 να ανακηρύξει μονομερώς, με τον Ν. 4001 [17], ότι θα προχωρήσει σε αδειοδοτήσεις περιοχών της υφαλοκρηπίδας, στην δυτική Ελλάδα [18], και ειδικότερα νοτίως και δυτικά της Κρήτης, ασκώντας τα νόμιμα κυριαρχικά της δικαιώματα ab initio και ipso facto [19], όπως αποδέχεται το διεθνές δίκαιο ελλείψει συμφωνίας με τα γειτονικά κράτη και σύμφωνα με την θεμελιωμένη βασική αρχή της «μέσης γραμμής» από τις ακτές.

01032019-8.jpg

Η λιβυκή ΑΟΖ σύμφωνα με την Τουρκία.
————————————————————————-

Η υπόθεση των αδειοδοτήσεων όδευε σε ολοκλήρωση αφού είχε επιτευχθεί εκδήλωση διεθνούς ενδιαφέροντος από τις ίδιες εταιρίες που είχαν μετάσχει μάλιστα και στην εκμετάλλευση των κυπριακών κοιτασμάτων για την αξιοποίηση αλλά το 2015 ο διεθνής διαγωνισμός απέκτησε πολιτική διάσταση και ακυρώθηκε ως επαχθής για τα ελληνικά συμφέροντα.

Ελλάδα – Λίβανος
Η Ελλάδα δεν έχει θαλάσσια σύνορα με τον Λίβανο, απλώς η οριοθέτηση της ΑΟΖ από τον Λίβανο στην περιοχή δημιουργεί προβλήματα στο Ισραήλ που δεν την αποδέχεται. Ο Λίβανος δεν αμφισβητεί κανένα τμήμα της Κυπριακής ΑΟΖ και η διαφορά που έχει με το Ισραήλ δεν επηρεάζει το μέγεθος της Κυπριακής ΑΟΖ. Η όποια καθυστέρηση στην αποδοχή συμφωνίας με την Κύπρο έγινε κατόπιν πιέσεων από την Τουρκία ώστε η Άγκυρα να κερδίσει χρόνο όσον αφορά την κατοχύρωση δικαιωμάτων εκμετάλλευσης στην υποτιθέμενη ΑΟΖ της κατεχόμενης Βόρειας Κύπρου.

Ελλάδα – Ισραήλ
Η Ελλάδα δεν έχει θαλάσσια σύνορα με το Ισραήλ. Tο Ισραήλ, όμως, λόγω του ότι ο αγωγός μεταφοράς φυσικού αερίου που θα παράγεται στο κοίτασμα Λεβιάθαν (εντός Ισραηλινής ΑΟΖ) από την αμερικανική εταιρεία Noble Energy LTD και θα μεταφέρεται στην Ευρώπη μέσω του υποθαλάσσιου αγωγού East Med θα περνά σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό αποκλειστικά από την Ελλάδα (Κρήτη, Πελοπόννησος), έχει ήδη εκδώσει χάρτες που αποδέχεται πλήρως την Ελληνική ΑΟΖ και απορρίπτει κατηγορηματικά την εκδοχή της Τουρκίας.

01032019-9.jpg

Παλαιστινιακή ΑΟΖ
———————————————————————————

Ελλάδα – Παλαιστίνη
Η Ελλάδα δεν έχει θαλάσσια σύνορα με την Παλαιστίνη έχει όμως καλές διπλωματικές σχέσεις μαζί της. Το περίεργο στην υπόθεση της ΑΟΖ της Παλαιστίνης είναι ότι έχει ανακηρύξει ήδη μικρή θαλάσσια περιοχή στην λωρίδα της Γάζας και αυτή την θαλάσσια λωρίδα την έχει εν μέρει αποδεχτεί και το Ισραήλ και η Αίγυπτος. Φαίνεται δε ότι τα τελευταία χρόνια το Ισραήλ και η Αίγυπτος έρχονται όλο και πιο κοντά λόγω των κοιτασμάτων και αυτό ίσως βέβαια δημιουργεί και τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την μελλοντική επίλυση του «Παλαιστινιακού» δια της ειρηνικής οδού.

Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΗΡΘΕ

Είναι προφανές ότι η Ελλάδα, λόγω της πλεονεκτικής γεωπολιτικής θέσης που έχει, βρίσκεται στο επίκεντρο των ενεργειακών εξελίξεων όχι μόνο λόγω των κοιτασμάτων φυσικού αερίου και υδρογονανθράκων που έχουν εντοπισθεί στην θαλάσσια οικονομική ζώνη της αλλά και λόγω του ότι το έδαφος και τα λιμάνια της μπορούν να αποτελέσουν μελλοντικά διαμετακομιστικούς σταθμούς και χώρους διέλευσης /επεξεργασίας/αποθήκευσης των υδρογονανθράκων και των υποπροϊόντων τους προς την Ευρώπη (υποθαλάσσιοι/υπέργειοι αγωγοί, διυλιστήρια, δεξαμενές υγροποιημένου φυσικού αερίου πλοία Τάνκερ, LNG, LPG κ.λπ.).

Για την Ελλάδα, δυστυχώς, ακόμα εκκρεμούν οι οριοθετήσεις ΑΟΖ με την Ιταλία, και ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας με όλα τα υπόλοιπα γειτνιάζοντα κράτη, ήτοι την Αλβανία, την Λιβύη, την Τουρκία, την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, και βέβαια είναι λυπηρό κράτη σαν την Παλαιστίνη να ανακηρύττουν ΑΟΖ και να αναθέτουν ήδη σε εταιρείες [20] τα δικαιώματα έρευνας και εξόρυξης και η Ελλάδα ακόμη να το σκέπτεται.

Ενώ στην Ελλάδα από αρχαιοτάτων χρόνων ανήκε πολιτιστικά/οικονομικά η Μεσόγειος και είχε ναυτική παρουσία και σχέσεις θαλάσσιας υπεροχής σε όλη την λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, σήμερα δυστυχώς τα πράγματα δεν είναι τα ίδια. Η Ελλάδα δεν έχει πλέον συγκριτική υπεροχή έναντι της Τουρκίας όσον αφορά τον αριθμό πολεμικών πλοίων (πλοία επιφανείας, υποβρύχια) καθώς και αεροσκαφών (ναυτικής συνεργασίας – μαχητικά αεροσκάφη) για να ελέγξει/επιτηρήσει μια πιθανή οριοθετημένη ΑΟΖ στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, και δεν έχει βέβαια την πολιτική βούληση, το θάρρος και την αποφασιστικότητα να προχωρήσει στην ανακήρυξη και οριοθέτηση της ΑΟΖ και τον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας. Η πολιτική /διπλωματική αυτή κωλυσιεργία δημιουργεί τετελεσμένα που αντίκεινται των εθνικών συμφερόντων και αφήνει την χώρα σίγουρα εκτός «ενεργειακού νυμφώνα». Η απουσία δε, νέου δόγματος επιβολής ναυτικής ισχύος μακράν του Αιγαίου, και η μη ύπαρξη εθνικής ενεργειακής στρατηγικής, αφήνουν χώρο και χρόνο στην Τουρκία να αναπτυχθεί σε θαλάσσιο έθνος και πιθανό «ενεργειακό εταίρο» χωρίς να έχει δικαίωμα μεριδίου στον ενεργειακό πλούτο της Μεσόγειου.

Η Ελλάδα είναι σίγουρο ότι, αν θέλει να συνεχίσει να υπάρχει στην ιστορία σαν χώρα και σαν λαός με εθνική ταυτότητα, πρέπει να πάρει άμεσα τολμηρές αποφάσεις και να αδράξει την γεωοικονομική ευκαιρία που της δίνεται τώρα. Ήδη η καθυστέρηση στην λήψη αποφάσεων έχει δώσει την ευκαιρία στην Τουρκία να επαναπροσεγγίσει την Ουάσιγκτον για αναθέρμανση σχέσεων (πρόσφατα η απελευθέρωση του Αμερικανού πάστορα από τον Ερντογάν και οι δηλώσεις Τραμπ για Γκιουλέν) είναι δείγματα ότι οι ΗΠΑ, βλέποντας την αδράνεια της Ελλάδας, θέλουν τελικά να μην αφήσουν εκτός της ενεργειακής «πίτας» την Τουρκία, με αντάλλαγμα ίσως κάποια ευνοϊκότερη λύση για το Κυπριακό.

Αξίζει να ληφθεί υπόψη ότι επειδή η Ελλάδα φοβούμενη την Τουρκία είναι διστακτική στην ανακήρυξη και οριοθέτηση της ΑΟΖ, ίσως, τελικά, η ελληνική Διπλωματία θα ήταν καλό να στρέψει τις ενέργειες της κατά αρχήν στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, για την οποία, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, η οριοθέτηση της δεν σημαίνει αναγκαστικά και εκμετάλλευση οικονομικά του ορυκτού θαλάσσιου πλούτου, δίνει όμως το δικαίωμα στο κράτος που την έχει οριοθετήσει να προβεί σε διαγωνισμούς ανάθεσης έρευνας και αδειοδοτήσεις θαλάσσιων οικοπέδων σε πετρελαϊκές εταιρείες. Επομένως, στην περίπτωση της Ελλάδας και με την παρούσα πολιτική κατάσταση, προκρίνεται ίσως η λύση της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας έναντι της ΑΟΖ ως η πιο ανώδυνη πολιτικά.

Το ύψος του εθνικού χρέους της Ελλάδας σήμερα ανέρχεται στο ποσό των 342 δισ. ευρώ, ο ετήσιος προϋπολογισμός είναι 52 δισ. ευρώ. Οι μελέτες που έχουν γίνει για τα πιθανά κοιτάσματα της Ελληνικής ΑΟΖ (που είναι τα μεγαλύτερα από όλες τις άλλες γειτονικές χώρες) ανέρχονται σε 27 τρισ. m³, χωρίς να έχουν ακόμα υπολογισθεί τα κοιτάσματα νότια των νήσων Κάσου, Καρπάθου, Ρόδου, Καστελόριζου, Ιόνιου Πελάγους και Θερμαϊκού Κόλπου. Αν, λοιπόν, κάποιος κάνει τις πράξεις με τις τρέχουσες τιμές της αγοράς και επαληθευθούν τα κοιτάσματα που έχουν εντοπισθεί στην ελληνική ΑΟΖ , τότε το ελληνικό κράτος θα έχει (σε βάθος χρόνου) έσοδα από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων που θα ανέρχονται περίπου σε 7 τρισ. ευρώ, ποσό που την κάνει ανταγωνιστική ακόμα και με την πετρελαιοπαραγωγό Ρωσία.

Πρέπει επιτέλους να καταλάβουν οι κυβερνήσεις και τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα ότι, αντί να προσλαμβάνουν μόνιμους και μετακλητούς δημόσιους υπαλλήλους με αόριστη σύμβαση κατά χιλιάδες προς εξυπηρέτηση της εκλογικής τους πελατείας και να τρέχουν στα διάφορα Eurogroup και Νομισματικά Ταμεία / Διεθνείς Τράπεζες προς ανεύρεση εύκολου πιστωτικού χρήματος, καλό θα ήταν να ενεργοποιήσουν την ισχύ του «γίγαντα» που λέγεται θάλασσα και βρίσκεται στο DNA και του τελευταίου Έλληνα, και να ξαναδώσουν σε ένα λαό που έχει χάσει την αυτοπεποίθηση και την περηφάνεια του, ελπίδα και όραμα για ένα καλύτερο μέλλον.

Το παιχνίδι στην ενεργειακή σκακιέρα της Μεσογείου μπορεί και πρέπει να κερδηθεί γιατί μόνο έτσι θα ανακάμψει οικονομικά η Ελλάδα. Το ρουά ματ θα επιτευχθεί με τρεις στρατηγικές διπλωματικές κινήσεις: Την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας τώρα, την αδειοδότηση των θαλασσίων οικοπέδων σε μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες άμεσα και, τέλος, την αλλαγή του δόγματος προβολής της θαλάσσιας ισχύος, έτσι ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις υποστήριξης για την αμέσως μετά ανακήρυξη/οριοθέτηση της ΑΟΖ χωρίς προβλήματα και προκλητικές οχλήσεις από την Τουρκία.

«Έχουμε γη και πατρίδα όσο έχουμε πλοία και θάλασσα» σύμφωνα με την ρήση του μεγαλύτερου ιστορικού όλων των εποχών, του Ηρόδοτου. (480-420 π.Χ).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

*Το παρόν δοκίμιο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 55 (Δεκέμβριος 2018 – Ιανουάριος 2019) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.

[1] (i) A. T. Mahan “The influence of sea power upon history “Dover Publications New York 1987.
(ii)Apt. Benzamin Mahan’s Forebears: The Debate over Maritime Strategy Naval War College 1997 Review Newport, RI USA
[2] ISPS International Ships and Ports Security Code Διεθνής Κώδικας Μέτρων Ασφαλείας Λιμένων που δέχονται εμπορικά πλοία και φορτία από διεθνείς πλόες. Η Ελλάδα διαθέτει μεγάλο αριθμό λιμανιών που εξυπηρετούν πλοία που μεταφέρουν φορτία για χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε)
[3] Βλέπε, CIA World Fact Book :Geography Greece Last Update 7 Nov 2018
[4] Οι Θαλάσσιες Ζώνες, που μπορούν να ορίζουν τα Κράτη, με πράξη της εσωτερικής τους εννόμου τάξεως (στην περίπτωση της Ελλάδος με Προεδρικό Διάταγμα), είναι τέσσερις(4):
α) «Χωρική Θάλασσα» (ΧΚΘ) (Territorial Sea) Έως του εύρους (πλάτους) των 24 νμ. Ασκείται «πλήρης κυριαρχία».
β) «Συνορεύουσα Ζώνη» (ΣΖ) (Contiguous Zone). Έως του εύρους των 24 νμ. σε άθροισμα με το εύρος της ΧΚΘ. Ασκείται «αστυνομική δικαιοδοσία».
γ) «Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη» (ΑΟΖ) (Exclusive EconomicZone – ΕΕΖ). Εύρος έως 200 νμ, σε άθροισμα με την ΧΚΘ. Ασκούνται «κυριαρχικά δικαιώματα».
δ) «Υφαλοκρηπίδα» (ΥΦΑΛ) (Continental Shelf). Εύρος 200ν μ σε άθροισμα με την ΧΚΘ, αναλόγως της φυσικής διαμορφώσεως / γεωφυσικής συστάσεως του υπεδάφους του βυθού μπορεί να φτάσει τα 350νμ. Ασκούνται «κυριαρχικά δικαιώματα».
[5] Πλήρης Τίτλος: «United Nations Convention on the Law of the Sea of 10 December 1982». Βλ. σελίδα https://treaties.un.org/Pages/showDetails.aspx?objid=0800000280043ad5 (από εκεί υπάρχει δυνατότητα να εκτυπωθεί σε αρχείο .pdf, το πλήρες κείμενο της Συμβάσεως).
Επίσης, υπάρχει σύντομη ιστορική εξέλιξη της Συμβάσεως 1982, στην σελίδα του ΟΗΕ: http://www.un.org/Depts/los/convention_agreements/convention_historical_….
Σημειώνεται ότι, με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 308 της Συμβάσεως 1982, παρακαταθέτης έχει ορισθεί ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ. Βλ. Διεύθυνση DOALOS http://www.un.org/depts/los/.
[6] Δυστυχώς οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις αντί να δώσουν έμφαση στην ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας της χώρας με την κατασκευή /συμπαραγωγή πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών με άλλες φίλιες χώρες, προτίμησαν τον εύκολο τρόπο της αγοράς μεταχειρισμένων μέσω μεσαζόντων με αποτέλεσμα τις «μίζες» και διάφορα σκάνδαλα που βγαίνουν στην επιφάνεια κατά καιρούς.
[7] Το «κλειδί» για την οριοθέτηση ΑΟΖ ανάμεσα στην Κύπρο και την Ελλάδα είναι η νήσος Στρογγύλη ανατολικά του Καστελόριζου. Χωρίς την Στρογγύλη η Ελλάδα δεν έχει κοινά θαλάσσια σύνορα με Κύπρο .Με την Στρογγύλη μέσα στην ΑΟΖ προκύπτουν θαλάσσια σύνορα Ελλάδας-Κύπρου 27 ν.μ
[8] Προ ημερών, παραδόθηκε στο τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό μια νέα κορβέτα, η TCG Burgazada (F-513), που είναι η τρίτη της κλάσης ADA, στο πλαίσιο του τουρκικού προγράμματος Milgem (Εθνικό Πλοίο) και είναι ειδικά κατασκευασμένη για επιχειρήσεις σε συνεργασία σε παράκτιο περιβάλλον με Ειδικές Δυνάμεις. Η συγκεκριμένη κορβέτα δεν θα είναι η μόνη, καθώς του χρόνου αναμένεται να παραδοθεί άλλη, η TCG Kinaliada (F-514). Επίσης, κατασκευάζονται ήδη το πρώτο πλοίο μιας νέας κλάσης (Istanbul), αλλά και ένα υποβρύχιο, το τέταρτο κλάσης Type 214 του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού.
[9] Βλ. Βαληνάκης Γ. «Το σχέδιο Ελλάς επί Τέσσερα» Πώς εξελίχθηκαν οι προσπάθειες για τις ΑΟΖ και σταμάτησαν το 2009», Foreign Affairs,12/06/2012. http://www.foreignaffairs.gr/articles/68831/giannis-balinakis/to-sxedio-…
[10] Başeren, Sertaç Hami «Ege Sorunları, Türk Deniz Araştırmaları Vakfı Yayınları», Ankara 2006
[11] Turkish Verbal Note to UN/SecGen 2013/14136816/22273/12 March 2013 (objections against Greek Law No 4001/2011).Ομοίως Letter of the Permanent Representative of Turkey, dated 28 April 2016 addressed to the Secretary-General (A/70/855-S/2016/406).
[12] Bülent BOSTANOĞLU, Oramiral Deniz Kuvvetleri Komutanı «Turk Deniz Kevvetleri Stratejisi/2015», σελ. 15-16, ομοίως σε Öztürk, B., Başeren, S. H., “The Exclusive Economic Zone Debates in the Eastern Mediterranean Sea and Fisheries”, Journal Black Sea/ Mediterranean Environment, Vol. 14, σελ. 81, 2008 και YAYCI Cihat «The Problem of Delimitation of Maritime Areas in Eastern Mediterranean and Turkey», Bilge Strateji, Cilt 4, Sayı 6, Bahar 2012, σελ. 25. Επίσης, σε Μηνάγιας Χρ. «Οι επόμενες κινήσεις της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο» (2011), www.geostrategy.gr, του ιδίου «Οι επίσημοι τουρκικοί χάρτες αμφισβήτησης της ελληνικής Α.Ο.Ζ» (2012). http://www.elzoni.gr/html/ent/659/ent.21659.asp, και στου ιδίου «Η Εθνική Στρατηγική Θαλασσίων Ερευνών της Τουρκίας» (2014) http://www.geostrategy.gr/pdf/20150401%20Ethniki%20Stratigiki%20Thalassi….
[13] Οι χάρτες αυτοί δημοσιεύονται στην μελέτη του YAYCI Cihat (αναδημοσιεύονται στις εργασίες Χρ. Μηνάγια, ο.π. ανωτέρω σημ. 66).
[14] Παύλος Φωτίου, «Καθορισμός Θαλασσίων Ζωνών Ανατολικής Μεσογείου» Μελέτη για Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ) σελ.27
[15] Βλ. Βαληνάκης Γ. ο.π. σημ. 58
[16] Βλ. Βαληνάκης Γ. ο.π. σημ. 58
[17] Με το Ν.4001/2011, που τροποποίησε το νόμο του 1995 για «αναζήτηση, έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων και άλλες διατάξεις» και συγκεκριμένα βάσει του άρθρου 156(1), ορίζεται σαφώς πως ελλείψει συμφωνίας οριοθέτησης με τα γειτονικά κράτη των οποίων οι ακτές είναι παρακείμενες ή αντικείμενες με τις ελληνικές ακτές, το εξωτερικό όριο της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης, αφής κηρυχθεί, είναι η μέση γραμμή, κάθε σημείο της οποίας απέχει ίση απόσταση από τα εγγύτερα σημεία των γραμμών βάσης από τις οποίες μετράται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης. Στον Ν. 4001/2011 έχει επισυναφθεί και Χάρτης της περιοχής της υφαλοκρηπίδα με την «μέση γραμμή».
[18] Στο Ιόνιο Πέλαγος υπάρχει οριοθετημένη από το 1977 η υφαλοκρηπίδα με την Ιταλία, οπότε ο Χάρτης που επισυναπτόταν στον Νόμο 4001 του 2011, περιλάμβανε αυτήν την οριοθέτηση.
[19] Παύλος Φωτίου, «Καθορισμός Θαλασσίων Ζωνών Ανατολικής Μεσογείου», Μελέτη για Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ) σελ.13,14,15.
[20] Τα δικαιώματα έρευνας και εξόρυξης του κοιτάσματος φυσικού αερίου που βρίσκεται στην θαλάσσια περιοχή έξω από την Γάζα έχει δοθεί με 25ετές συμβόλαιο στην British Gas (90%) και την Consolidated Contractors Company (CCC) με 10%, ιδιοκτησίας Χούρι-Σάμπαγκ, Λιβανοπαλαιστινιακών συμφερόντων, με έδρα την Αθήνα.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition