Αρχική Blog Σελίδα 2696

Ντ. Ουίλσον και Βλ. Γιακούνιν διασταυρώνουν τα ξίφη τους σε ένα άτυπο ντιμπέιτ της «Κ»

0

Δύο ομιλητές στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, ο Αμερικανός εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Atlantic Council με έδρα την Ουάσιγκτον, Ντέιμον Ουίλσον, και ο Ρώσος Βλαντιμίρ Γιακούνιν, επιχειρηματίας, πρώην ισχυρός άνδρας των σιδηροδρόμων της χώρας και στενός φίλος του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, διασταυρώνουν τα ξίφη τους σε ένα άτυπο ντιμπέιτ σε κοινά ερωτήματα που τους έθεσε η «Κ». Ως εκπρόσωποι των χωρών τους μιλούν για τη ρωσική ανάμειξη στις εκλογές του 2016 αλλά και τις επικείμενες ευρωεκλογές, τις σχέσεις Μόσχας – Ουάσιγκτον όπως διαμορφώνονται επί προεδρίας Τραμπ, την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία, τον βαθύ διχασμό της αμερικανικής κοινωνίας, τον ρόλο των δύο δυνάμεων στα Βαλκάνια και την ανησυχία για μια νέα εξοπλιστική κούρσα, μετά την κατάρρευση της συνθήκης INF, που αφορά τις πυρηνικές δυνάμεις μέσου βεληνεκούς. Τα έξι ερωτήματα στα οποία κλήθηκαν να απαντήσουν είναι τα ακόλουθα:

6 ΚΟΙΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

1. Ποια είναι η άποψή σας για τη ρωσική ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές του 2016, στις περυσινές ενδιάμεσες στις ΗΠΑ και στις επικείμενες ευρωεκλογές τον Μάιο;

2. Πιστεύετε ότι βρισκόμαστε στο χείλος μιας νέας εξοπλιστικής κούρσας, με δεδομένη την κατάρρευση της συνθήκης INF, που αφορά τις πυρηνικές δυνάμεις μέσου βεληνεκούς;

3. Θεωρείτε ότι η γερμανική επιμονή για την προώθηση του νέου αγωγού φυσικού αερίου κάτω από τη Βαλτική (Nordstream 2) θα επικρατήσει των επιφυλάξεων άλλων χωρών για τον κίνδυνο ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα;

4. Είδαμε τον Βλαντιμίρ Πούτιν να δίνει για πρώτη φορά τόση έμφαση σε κοινωνικά θέματα στην ομιλία του για την κατάσταση του έθνους. Με δεδομένη τη μείωση της δημοτικότητάς του, πιστεύετε ότι παρακολουθούμε ένα τέλος εποχής;

5. Παρακολουθούμε μια διμερή σύγκρουση Ρωσίας – ΗΠΑ σε πολλά μέτωπα: από την Τουρκία και τους S400 μέχρι τη Συρία και τη Βενεζουέλα. Η προεδρία Τραμπ φέρνει τις δύο χώρες εγγύτερα ή τις απομακρύνει τελικά;

6. Τι βλέπετε για τα Βαλκάνια, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας; Πιστεύετε ότι η Μόσχα έχει σήμερα την ευκαιρία να ασκήσει διπλωματική επιρροή ή μετά τη συμφωνία των Πρεσπών ολόκληρη η περιοχή στρέφει το βλέμμα της προς τη Δύση;

Ντέιμον Ουίλσον
Μια υβριδική προσέγγιση πολέμου


Ο κ. Ουίλσον είναι εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Atlantic Council με έδρα την Ουάσιγκτον.

1. Παρατηρούμε έναν τρομακτικό βαθμό ρωσικής παρέμβασης, με τρόπους που ξεπερνούν την ανάμειξη στις εκλογές: μια υβριδική προσέγγιση πολέμου που προσβάλλει άμεσα τις δημοκρατίες, εκμεταλλευόμενη προϋπάρχουσες προκλήσεις. Είναι μια στρατηγική που εμφανίζεται σε ολόκληρο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας στο πλαίσιο της συμφωνίας των Πρεσπών. Το Κρεμλίνο ρίχνει λάδι στη φωτιά και, καθώς προχωρούμε προς τις ευρωεκλογές, πρέπει να αναμένουμε την κλιμάκωση της στρατηγικής αυτής. Στην Ευρώπη, το ενδιαφέρον είναι ότι δεν βλέπουμε ένα συγκεκριμένο αφήγημα που υποστηρίζουν οι Ρώσοι. Υποστηρίζουν την ακροδεξιά, την ακροαριστερά ή οποιαδήποτε αντισυστημική φωνή. Κοινό νήμα είναι οι διχασμοί, που έχουν σκοπό να προκαλέσουν χάος.

2. Πρέπει να θυμόμαστε πως η κατάρρευση της συμφωνίας δεν είναι αποτέλεσμα της απόφασης του επιτελείου Τραμπ να αποσυρθεί από την INF. Αντιθέτως, είναι επειδή οι Ρώσοι παραβίασαν τη συνθήκη των συμβατικών δυνάμεων, τα πρωτόκολλα του εγγράφου της Βιέννης και επίσης αγνόησαν τη συνθήκη INF. Οι επιλογές για τη συμμαχία μας ήταν είτε να συνεχίσει να τηρεί τις συμφωνίες όσο οι Ρώσοι τις παραβιάζουν είτε να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα και να απαντήσει αντίστοιχα. Ωστόσο, ξεκινά παράλληλα μια μεγάλη ευκαιρία να ακολουθήσουμε ένα ολοκληρωμένο σύνολο συμφωνιών ελέγχου των όπλων που εξετάζουν στρατηγικές μάχες μικρής εμβέλειας και ενδιάμεσου εύρους. Για την Ευρώπη, αυτό είναι το πραγματικό μέλημα.

3. Το ζήτημα του Nordstream2 εκθέτει τον βαθμό της υποκρισίας στην ευρωπαϊκή στρατηγική και πολιτική, ένα ζήτημα για πολλές από τις χώρες της κεντρικής και Ανατ. Ευρώπης. Πιέζονται λόγω της εξάρτησής τους από το ρωσικό φυσικό αέριο και ακολουθούν μια στρατηγική υποστήριξης της Ουκρανίας. Την ίδια στιγμή έχουμε ένα υποκριτικό σχέδιο με τη Γερμανία στο τιμόνι, ένα θανάσιμο πλήγμα στη μεταφορά ενέργειας από την Ουκρανία που εμβαθύνει την εξάρτηση από τις ρωσικές πηγές. Υποψιάζομαι ότι ο Nordstream δεν θα σταματήσει, αλλά θα υπάρξουν ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές για τις μελλοντικές ενεργειακές διαπραγματεύσεις. Πιστεύω ότι είναι στρατηγικό μειονέκτημα το ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τη Ρωσία με μια συνεκτική πολιτική που δεσμεύεται για την ποικιλομορφία των πηγών ενέργειας.

4. Στη Ρωσία έσπασε η κοινωνική σύμβαση. Ο πουτινισμός αρχικά έλεγε: «Μείνετε έξω από την πολιτική και η ζωή σας θα είναι πιο ευημερούσα». Η οικονομία όμως υπέφερε και επομένως είδαμε πως η σύμβαση αντικαταστάθηκε από μια ταυτότητα εθνικισμού, σοβινισμού, παραδοσιακών οικογενειακών αξιών και ορθοδοξίας, δημιουργώντας παράλληλα μια υστερία που θέλει τη Ρωσία να απειλείται από τη Δύση. Πράγματι υπάρχει η αίσθηση πως τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα όσο ισχυρίζεται το Κρεμλίνο. Το βλέπουμε με τις συντάξεις, τη μείωση του βιοτικού επιπέδου και έναν πρωτοφανή βαθμό ασυντόνιστων διαμαρτυριών στη χώρα. Είναι σημάδια πως ο εθνικισμός δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα.

5. Είμαστε λίγο σχιζοφρενείς σε αυτή τη φάση και έχουμε δείξει στον απρόβλεπτο Πούτιν πως και οι ΗΠΑ μπορούν να είναι εξίσου απρόβλεπτες. Η ειρωνεία είναι πως η χώρα μας, με ισχυρή υποστήριξη από τη διοίκηση και το Κογκρέσο, θέλει να λάβει ισχυρά μέτρα για να αντισταθεί στη Ρωσία και να σταθεί κοντά στους συμμάχους μας. Βλέπουμε την ενίσχυση της συμμαχίας του ΝΑΤΟ και των αμερικανικών δυνάμεων στην ανατολική Ευρώπη. Το πρόβλημα είναι ότι η Ρωσία αποτελεί σήμερα ένα πολιτικό και εσωτερικό ζήτημα, λόγω της εξελισσόμενης έρευνας του Μιούλερ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η στρατηγική μας φαίνεται πιο αβέβαια απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα.

6. Η στρατηγική της Ρωσίας στα Βαλκάνια δεν είναι να οικοδομήσει κάτι μεγαλοπρεπές λαμβάνοντας σκληρές αποφάσεις, αλλά να διαταράξει την περιοχή και να σταματήσει τη διαδικασία μεταρρυθμίσεων που οδηγεί στην ολοκλήρωση με την Ευρώπη. Ομως, στη μάχη αδιαμφισβήτητα κερδίζουμε εμείς. Ο λαός των δυτικών Βαλκανίων θέλει τα παιδιά του στην Ευρώπη, θέλει να εργάζεται για ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες. Η πρόκληση τώρα είναι η συνεργασία της Ουάσιγκτον με την Αθήνα, για την επίτευξη του οράματος της Θεσσαλονίκης και την ενσωμάτωση της περιοχής των Βαλκανίων στην Ευρώπη.

Βλαντιμίρ Γιακούνιν
Σύγκρουση διαφορετικών μοντέλων


Ο κ. Γιακούνιν είναι επιχειρηματίας και στενός φίλος του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν.

1. Πρόκειται περί απλής παράνοιας. Κάθε χώρα στον κόσμο ενδιαφέρεται να επηρεάσει την κοινή γνώμη. Δεν είναι κάτι περίεργο. Οι Αμερικανοί δεν διστάζουν να διακηρύξουν ότι επιζητούν την καθεστωτική αλλαγή σε αρκετές χώρες. Ξέρουμε αυτή τη στιγμή ότι η επονομαζόμενη ρωσική φάρμα των τρολ, από την οποία υποτίθεται πως εκπορευόταν η επιχείρηση ρωσικής προπαγάνδας, αποτελείτο από 14 άτομα. Μπορείτε να φανταστείτε ότι οι άνθρωποι αυτοί θα μπορούσαν να αλλάξουν την έκβαση των εκλογών του 2016; Είναι παράλογο. Το αληθινό πρόβλημα στις ΗΠΑ δεν είναι η ρωσική ανάμειξη, αλλά η βαθιά πόλωση της αμερικανικής κοινωνίας, που είναι διασπασμένη σε δύο κομμάτια.

2. Δεν πιστεύω ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας εξοπλιστικής κούρσας, όπως διαφωνώ και με την εκτίμηση ότι ζούμε έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο, όπως διατείνονται πολλοί. Ο όρος δημιουργήθηκε όσο υπήρχε η Σοβιετική Ενωση και κυριαρχούσε η ιδεολογική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών. Σήμερα όλες οι χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας, ακολουθούν το ίδιο μοντέλο, έχουν κοινή αντίληψη για την οικονομία και την κοινωνία. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που ο Φράνσις Φουκουγιάμα εξήγγειλε το τέλος της ιστορίας. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τη σημερινή κρίση στις σχέσεις των δύο χωρών, θα πρέπει να την αντιμετωπίσουμε ως σύγκρουση δύο διαφορετικών ηγεμονικών μοντέλων.

3. Γιατί άρχισε η Ευρώπη να εξετάζει την ενεργειακή της ανεξαρτησία από τη Ρωσία; Ακόμη και στη χειρότερη περίοδο για τις διμερείς σχέσεις, στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Σοβιετική Ενωση ουδέποτε πρόδωσε τους πελάτες της. Τι μεσολάβησε και η Ευρώπη άρχισε να αγωνιά γι’ αυτό το ζήτημα; Γιατί σήμερα, λοιπόν, τόσος προβληματισμός; Η αγωνία αυτή δεν έχει καμία σχέση με τη γεωπολιτική διάσταση. Η ανεύρεση σχιστολιθικού πετρελαίου στις ΗΠΑ εξωθεί την Ουάσιγκτον να χρησιμοποιεί τους πολιτικούς θεσμούς για να διεισδύσει στην αγορά.

4. Είναι αστείο να μιλάμε για φθίνουσα δημοτικότητα όταν αγγίζει το 64%, ειδικά αν συγκρίνουμε το ποσοστό αυτό με τους προέδρους της Γαλλίας, τον προηγούμενο και τον σημερινό, ή των ΗΠΑ, τον Ντόναλντ Τραμπ. Η τάση είναι όντως καθοδική και αυτό είναι αναπόφευκτο, αφού η ρωσική κυβέρνηση έλαβε κάποια αληθινά αντιδημοφιλή μέτρα όσον αφορά το ασφαλιστικό σύστημα. Οι μεταρρυθμίσεις στον τομέα των συντάξεων είναι πάντα μια οδυνηρή διαδικασία και το θεωρώ γενναίο βήμα εκ μέρους του προέδρου να αναλάβει το πολιτικό κόστος για λογαριασμό της κυβέρνησης. Η Ρωσία δεν έχει ανοσία από τις δημογραφικές αλλαγές στον κόσμο.

5. Δεν θα υπερεκτιμούσα την επιρροή ενός ανθρώπου και δη του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Η ανάδειξή του στην αμερικανική προεδρία αντανακλά τις αλλαγές που συντελούνται στο εσωτερικό της αμερικανικής κοινωνίας. Ηρθε στην εξουσία από εσωτερικές διεργασίες και όχι από εξωτερικές δυνάμεις. Η απογοήτευση με τις τρέχουσες συνθήκες ζωής στις ΗΠΑ, η απόγνωση και η απουσία προοπτικής είναι μερικοί από τους παράγοντες που οδήγησαν στην εκλογή του.

6. Η Ρωσία έχει παραδοσιακά σχέσεις με τις ορθόδοξες χώρες των Βαλκανίων, την Ελλάδα, τη Σερβία και τους χριστιανούς πιστούς σε ολόκληρη την περιοχή. Ετσι, δεν ασχολούμαστε με όσα πιστεύει η εκάστοτε κυβέρνηση. Η ρωσική ανάμειξη στη Συρία, για παράδειγμα, δεν είχε στόχο τον εκσυγχρονισμό του συριακού στρατού. Ενας από τους λόγους ήταν το γεγονός ότι 5.000 μαχητές του Ισλαμικού Κράτους είχαν ρωσικά διαβατήρια. Ηταν μια φυσιολογική αντίδραση εκ μέρους της Μόσχας για να προλάβει την εξάπλωση της τρομοκρατίας, καθώς Βαλκάνια και Μεσόγειος είναι μια εξαιρετικά σημαντική περιοχή για τη χώρα μου. Οσον αφορά την Ελλάδα, θεωρώ θετικό το ότι δημιούργησε μια πλατφόρμα για να αναδειχθεί περιφερειακή δύναμη και να εγκαινιάσει μια πρωτοβουλία για την αποκατάσταση της ηρεμίας στη γειτονιά της. Ταυτόχρονα, είμαι ικανοποιημένος και με το τωρινό επίπεδο των σχέσεων Αθήνας – Μόσχας, παρά την απέλαση των δύο Ρώσων διπλωματών από την Ελλάδα. Οφείλω πάντως να σας πω, ως πρώην αξιωματούχος των μυστικών υπηρεσιών, ότι η υπόθεση και οι κατηγορίες σε βάρος τους (σ.σ. παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας, απόπειρα αλίευσης και διακίνησης πληροφοριών, αλλά και χρηματισμού κρατικών λειτουργών) ήταν fake news.

“Καθημερινή”

Μήπως θα τους βόλευε ένα θερμό επεισόδιο;

8

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Ένα θερμό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας θα ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να συσπειρώσουν τα καθεστώτα στις δύο χώρες τους οπαδούς τους και να εκτονώσουν, έστω προσωρινά, την ένταση που δημιουργεί η Άγκυρα. Υποτίθεται το απεύχονται αλλά, στην ουσία, το επιδιώκουν.

Το επιδιώκουν, φυσικά, ελεγχόμενο. Να φοβίσουν αλλά και να μην χάσουν τον έλεγχο. Οι υπουργοί Άμυνας των δύο χωρών, έχουν αναλάβει τις σχετικές διεκπεραιώσεις. Θα επιδιώξουν να ενεργοποιήσουν Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης που ήδη συμφωνήθηκαν εδώ και χρόνια! Σπουδαία αποστολή.

Αν προσέξει κανείς την εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων μεταπολιτευτικά, θα διαπιστώσει πως οι συμβιβασμοί επήλθαν μετά από μια ένταση. Για την εκτόνωσή της συναντήθηκαν, σε όλες τις περιπτώσεις, αντιπροσωπείες και, συνήθως, αποχώρησαν με ελληνικές υποχωρήσεις.

Φαίνεται πως το πλαίσιο της τωρινής, ελληνικής, υποχώρησης έχει διαμορφωθεί. Οι δηλώσεις του πρώην υπουργού εξωτερικών Νίκου Κοτζιά από τους Δελφούς το έχουν προδιαγράψει. «Να μην είμαστε μοναχοφάηδες», είπε. Να δώσουμε και στην Τουρκία. Και απεφάνθη, ως παντογνώστης, πως δεν μπορεί το Καστελόριζο να έχει επήρεια σε θαλάσσιες ζώνες και να μην έχει η Τουρκία με τόσα μίλια ακτή. Απολύτως, το τουρκικό επιχείρημα. Αντί, λοιπόν, του Διεθνούς Δικαστηρίου, αποφαίνεται ο Νίκος Κοτζιάς. Ειρήσθω εν παρόδω πως ο Κοτζιάς αναγνωρίζει τουρκικά δικαιώματα σε ολόκληρη τη Μεσόγειο! Δηλαδή, και κοντά στην Κρήτη; Και στις περιοχές του νησιού όπου η Ελλάδα σχεδιάζει να παραχωρήσει θαλάσσια οικόπεδα σε εταιρίες για έρευνα;

Ο πρώην ΥΠΕΞ έχει μεγάλες ευθύνες για την κατάντια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Γιατί περί κατάντιας πρόκειται όταν υποχωρείς σε όλα τα μέτωπα.

Πέραν της ευθύνης του στη Συμφωνία των Πρεσπών, πέραν των όσων λέει, ως μάντης επερχομένων, στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, υπήρξε σύμβουλος του Γ. Παπανδρέου όταν, επι Σημίτη, αποφασίστηκε πως αντί για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων η χώρα θα αξιοποιούσε τη συμμετοχή της στην Ε.Ε. για να αντιμετωπίσει τις τουρκικές προκλήσεις. Γι αυτή του τη συμβολή, μάλιστα, επαίρονταν.

Ο κ. Κοτζιάς και οι διαμορφωτές, τότε, της εξωτερικής πολιτικής δεν είχαν διαβλέψει πως μπορεί κάποια στιγμή η Τουρκία να μην ενδιαφέρεται να ενταχθεί στην Ένωση, οπότε, το διπλωματικό επιχείρημα καθίστατο άκυρο. Όπως και συνέβη. Η χώρα αφέθηκε χωρίς στενή παρακολούθηση της αμυντικής ισορροπίας μεταξύ Ελλάδας- Τουρκίας και, σήμερα, βρίσκεται σε προβληματικό σημείο στην προβολή αποτρεπτικής δύναμης.

Ανησυχητικές, αν και διαψεύστηκαν, ήταν και οι δηλώσεις που αποδόθηκαν στους βουλευτές του Συριζα Δουζίνα και Καραγιαννίδη στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του ΝΑΤΟ στην Αθήνα όταν τούρκος βουλευτής προκάλεσε με συνέπειες την Ελλάδα αν συνεχισθούν οι έρευνες και οι πιθανές εξορύξεις υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ.

Κατά το διαψευσθέν δημοσίευμα, οι βουλευτές μίλησαν για αμοιβαίες υποχωρήσεις με την Τουρκία για την εξεύρεση λύσης και για τη Συμφωνία των Πρεσπών ως προτύπου συνεννόησης.

Όλα αυτά, και άλλα τα οποία λόγω χώρου δεν μπορούν να αναφερθούν, δείχνουν πως η ελληνική κυβέρνηση έχει υποκύψει στις τουρκικές πιέσεις και είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει.

Μιλάμε για υποχωρήσεις σίγουρα σε θέματα κυριαρχικών δικαιωμάτων, αν όχι και κυριαρχίας.

Το τραγικό είναι ότι η κυβέρνηση λειτουργεί με όρους καθεστώτος και στην υποχωρητική πολιτική της έχει υποστηρικτές τους αποδομιστές όλου του πολιτικού φάσματος.

Το πολιτικό σκηνικό επαναπροσδιορίζεται σε δύο κυρίαρχους πόλους. Τσίπρας και Μητσοτάκης.  Πίσω από τους πόλους λειτουργεί το κυρίαρχο οικονομικό δίπολο. Το αρνητικό είναι πως έχουν ατονήσει οι σταθερές περί ανεξαρτησίας και εθνικής κυριαρχίας  που μεταπολιτευτικά διαμορφώθηκαν και γύρω από τις οποίες κινήθηκε η ελληνική εξωτερική πολιτική.

Με τρόπο εξαιρετικά απλοϊκό η σημερινή κυβέρνηση επανενεργοποίησε διεθνιστικές κομουνιστικές αντιλήψεις του μεσοπολέμου τις οποίες συνέδεσε με σημερινές τάσεις της αποδομητικής παγκοσμιοποίησης.

Ο κίνδυνος για την Ελλάδα γίνεται σαφέστερος από τη δήλωση του πρωθυπουργού ότι θα επιδιώξει να λύσει το δημογραφικό με την ενσωμάτωση των μεταναστών.

Η Ελλάδα ως χώρα την οποία γνωρίζαμε ανήκει στο παρελθόν και αυτό επετεύχθη με μεγάλη ευκολία.

Ένας γηρασμένος και παρηκμασμένος λαός δέχθηκε τους Βαράγγους ως ηγεσία του και παρακολουθεί τη μεταμόρφωσή του.

Όποιος αντιδρά είναι φασίστας. Η συσπείρωση που παρουσιάζει το κυβερνών κόμμα στις δημοσκοπήσεις δείχνει πως η πορεία προς τη μετάλλαξη είναι νομοτελειακή.

Εκτός και αν η οργή ξεχειλίσει στις εκλογές…

 

 

 

 

 

A New Americanism Why a Nation Needs a National Story

0

“We can write history that implicitly denies or ignores the nation-state, but it would be a history that flew in the face of what people who live in a nation-state require and demand,” Degler said that night in Chicago. He issued a warning: “If we historians fail to provide a nationally defined history, others less critical and less informed will take over the job for us.”

The nation-state was in decline, said the wise men of the time. The world had grown global. Why bother to study the nation? Nationalism, an infant in the nineteenth century, had become, in the first half of the twentieth, a monster. But in the second half, it was nearly dead—a stumbling, ghastly wraith, at least outside postcolonial states. And historians seemed to believe that if they stopped studying it, it would die sooner: starved, neglected, and abandoned.

Francis Fukuyama is a political scientist, not a historian. But his 1989 essay “The End of History?” illustrated Degler’s point. Fascism and communism were dead, Fukuyama announced at the end of the Cold War. Nationalism, the greatest remaining threat to liberalism, had been “defanged” in the West, and in other parts of the world where it was still kicking, well, that wasn’t quite nationalism. “The vast majority of the world’s nationalist movements do not have a political program beyond the negative desire of independence from some other group or people, and do not offer anything like a comprehensive agenda for socio-economic organization,” Fukuyama wrote. (Needless to say, he has since had to walk a lot of this back, writing in his most recent book about the “unexpected” populist nationalism of Russia’s Vladimir Putin, Poland’s Jaroslaw Kaczynski, Hungary’s Viktor Orban, Turkey’s Recep Tayyip Erdogan, the Philippines’ Rodrigo Duterte, and the United States’ Donald Trump.)

Fukuyama was hardly alone in pronouncing nationalism all but dead. A lot of other people had, too. That’s what worried Degler.

Nation-states, when they form, imagine a past. That, at least in part, accounts for why modern historical writing arose with the nation-state. For more than a century, the nation-state was the central object of historical inquiry. From George Bancroft in the 1830s through, say, Arthur Schlesinger, Jr., or Richard Hofstadter, studying American history meant studying the American nation. As the historian John Higham put it, “From the middle of the nineteenth century until the 1960s, the nation was the grand subject of American history.” Over that same stretch of time, the United States experienced a civil war, emancipation, reconstruction, segregation, two world wars, and unprecedented immigration—making the task even more essential. “A history in common is fundamental to sustaining the affiliation that constitutes national subjects,” the historian Thomas Bender once observed. “Nations are, among other things, a collective agreement, partly coerced, to affirm a common history as the basis for a shared future.”

Officers of the American Historical Association at their annual meeting in Washington, D.C., December 1889

Officers of the American Historical Association at their annual meeting in Washington, D.C., December 1889

But in the 1970s, studying the nation fell out of favor in the American historical profession. Most historians started looking at either smaller or bigger things, investigating the experiences and cultures of social groups or taking the broad vantage promised by global history. This turn produced excellent scholarship. But meanwhile, who was doing the work of providing a legible past and a plausible future—a nation—to the people who lived in the United States? Charlatans, stooges, and tyrants. The endurance of nationalism proves that there’s never any shortage of blackguards willing to prop up people’s sense of themselves and their destiny with a tissue of myths and prophecies, prejudices and hatreds, or to empty out old rubbish bags full of festering resentments and calls to violence. When historians abandon the study of the nation, when scholars stop trying to write a common history for a people, nationalism doesn’t die. Instead, it eats liberalism.

Maybe it’s too late to restore a common history, too late for historians to make a difference. But is there any option other than to try to craft a new American history—one that could foster a new Americanism?

THE NATION AND THE STATE

The United States is different from other nations—every nation is different from every other—and its nationalism is different, too. To review: a nation is a people with common origins, and a state is a political community governed by laws. A nation-state is a political community governed by laws that unites a people with a supposedly common ancestry. When nation-states arose out of city-states and kingdoms and empires, they explained themselves by telling stories about their origins—stories meant to suggest that everyone in, say, “the French nation” had common ancestors, when they of course did not. As I wrote in my book These Truths, “Very often, histories of nation-states are little more than myths that hide the seams that stitch the nation to the state.”

But in the American case, the origins of the nation can be found in those seams. When the United States declared its independence, in 1776, it became a state, but what made it a nation? The fiction that its people shared a common ancestry was absurd on its face; they came from all over, and, after having waged a war against Great Britain, just about the last thing they wanted to celebrate was their Britishness. Long after independence, most Americans saw the United States not as a nation but, true to the name, as a confederation of states. That’s what made arguing for ratification of the Constitution an uphill battle; it’s also why the Constitution’s advocates called themselves “Federalists,” when they were in fact nationalists, in the sense that they were proposing to replace a federal system, under the Articles of Confederation, with a national system. When John Jay insisted, in The Federalist Papers, no. 2, “that Providence has been pleased to give this one connected country to one united people—a people descended from the same ancestors, speaking the same language, professing the same religion, attached to the same principles of government, very similar in their manners and customs,” he was whistling in the dark.

One way to turn a state into a nation is to write its history.

It was the lack of these similarities that led Federalists such as Noah Webster to attempt to manufacture a national character by urging Americans to adopt distinctive spelling. “Language, as well as government should be national,” Webster wrote in 1789. “America should have her own distinct from all the world.” That got the United States “favor” instead of “favour.” It did not, however, make the United States a nation. And by 1828, when Webster published his monumental American Dictionary of the English Language, he did not include the word “nationalism,” which had no meaning or currency in the United States in the 1820s. Not until the 1840s, when European nations were swept up in what has been called “the age of nationalities,” did Americans come to think of themselves as belonging to a nation, with a destiny.

This course of events is so unusual, in the matter of nation building, that the historian David Armitage has suggested that the United States is something other than a nation-state. “What we mean by nationalism is the desire of nations (however defined) to possess states to create the peculiar hybrid we call the nation-state,” Armitage writes, but “there’s also a beast we might call the state-nation, which arises when the state is formed before the development of any sense of national consciousness. The United States might be seen as a, perhaps the only, spectacular example of the latter”—not a nation-state but a state-nation.

One way to turn a state into a nation is to write its history. The first substantial history of the American nation, Bancroft’s ten-volume History of the United States, From the Discovery of the American Continent, was published between 1834 and 1874. Bancroft wasn’t only a historian; he was also a politician who served in the administrations of three U.S. presidents, including as secretary of war in the age of American continental expansion. An architect of manifest destiny, Bancroft wrote his history in an attempt to make the United States’ founding appear inevitable, its growth inexorable, and its history ancient. De-emphasizing its British inheritance, he celebrated the United States as a pluralistic and cosmopolitan nation, with ancestors all over the world:

The origin of the language we speak carries us to India; our religion is from Palestine; of the hymns sung in our churches, some were first heard in Italy, some in the deserts of Arabia, some on the banks of the Euphrates; our arts come from Greece; our jurisprudence from Rome.

Nineteenth-century nationalism was liberal, a product of the Enlightenment. It rested on an analogy between the individual and the collective. As the American theorist of nationalism Hans Kohn once wrote, “The concept of national self-determination—transferring the ideal of liberty from the individual to the organic collectivity—was raised as the banner of liberalism.”

Liberal nationalism, as an idea, is fundamentally historical. Nineteenth-century Americans understood the nation-state within the context of an emerging set of ideas about human rights: namely, that the power of the state guaranteed everyone eligible for citizenship the same set of irrevocable political rights. The future Massachusetts senator Charles Sumner offered this interpretation in 1849:

Here is the Great Charter of every human being drawing vital breath upon this soil, whatever may be his condition, and whoever may be his parents. He may be poor, weak, humble, or black,—he may be of Caucasian, Jewish, Indian, or Ethiopian race,—he may be of French, German, English, or Irish extraction; but before the Constitution of Massachusetts all these distinctions disappear. . . . He is a MAN, the equal of all his fellow-men. He is one of the children of the State, which, like an impartial parent, regards all of its offspring with an equal care.

Or as the Prussian-born American political philosopher Francis Lieber, a great influence on Sumner, wrote, “Without a national character, states cannot obtain that longevity and continuity of political society which is necessary for our progress.” Lieber’s most influential essay, “Nationalism: A Fragment of Political Science,” appeared in 1860, on the very eve of the Civil War.

THE UNION AND THE CONFEDERACY

The American Civil War was a struggle over two competing ideas of the nation-state. This struggle has never ended; it has just moved around.

In the antebellum United States, Northerners, and especially northern abolitionists, drew a contrast between (northern) nationalism and (southern) sectionalism. “We must cultivate a national, instead of a sectional patriotism” urged one Michigan congressman in 1850. But Southerners were nationalists, too. It’s just that their nationalism was what would now be termed “illiberal” or “ethnic,” as opposed to the Northerners’ liberal or civic nationalism. This distinction has been subjected to much criticism, on the grounds that it’s nothing more than a way of calling one kind of nationalism good and another bad. But the nationalism of the North and that of the South were in fact different, and much of U.S. history has been a battle between them.

“Ours is the government of the white man,” the American statesman John C. Calhoun declared in 1848, arguing against admitting Mexicans as citizens of the United States. “This Government was made by our fathers on the white basis,” the American politician Stephen Douglas said in 1858. “It was made by white men for the benefit of white men and their posterity forever.”

Abraham Lincoln, building on arguments made by black abolitionists, exposed Douglas’ history as fiction. “I believe the entire records of the world, from the date of the Declaration of Independence up to within three years ago, may be searched in vain for one single affirmation, from one single man, that the negro was not included in the Declaration of Independence,” Lincoln said during a debate with Douglas in Galesburg, Illinois, in 1858. He continued:

I think I may defy Judge Douglas to show that he ever said so, that Washington ever said so, that any President ever said so, that any member of Congress ever said so, or that any living man upon the whole earth ever said so, until the necessities of the present policy of the Democratic party, in regard to slavery, had to invent that affirmation.

No matter, the founders of the Confederacy answered: we will craft a new constitution, based on white supremacy. In 1861, the Confederacy’s newly elected vice president, Alexander Stephens, delivered a speech in Savannah in which he explained that the ideas that lay behind the U.S. Constitution “rested upon the assumption of the equality of races”—here ceding Lincoln’s argument—but that “our new government is founded upon exactly the opposite ideas; its foundations are laid, its cornerstone rests, upon the great truth that the negro is not equal to the white man; that slavery is his natural and moral condition.”

The North won the war. But the battle between liberal and illiberal nationalism raged on, especially during the debates over the 14th and 15th Amendments, which marked a second founding of the United States on terms set by liberal ideas about the rights of citizens and the powers of nation-states—namely, birthright citizenship, equal rights, universal (male) suffrage, and legal protections for noncitizens. These Reconstruction-era amendments also led to debates over immigration, racial and gender equality, and the limits of citizenship. Under the terms of the 14th Amendment, children of Chinese immigrants born in the United States would be U.S. citizens. Few major political figures talked about Chinese immigrants in favorable terms. Typical was the virulent prejudice expressed by William Higby, a one-time miner and Republican congressman from California. “The Chinese are nothing but a pagan race,” Higby said in 1866. “You cannot make good citizens of them.” And opponents of the 15th Amendment found both African American voting and Chinese citizenship scandalous. Fumed Garrett Davis, a Democratic senator from Kentucky: “I want no negro government; I want no Mongolian government; I want the government of the white man which our fathers incorporated.”

The most significant statement in this debate was made by a man born into slavery who had sought his own freedom and fought for decades for emancipation, citizenship, and equal rights. In 1869, in front of audiences across the country, Frederick Douglass delivered one of the most important and least read speeches in American political history, urging the ratification of the 14th and 15th Amendments in the spirit of establishing a “composite nation.” He spoke, he said, “to the question of whether we are the better or the worse for being composed of different races of men.” If nations, which are essential for progress, form from similarity, what of nations like the United States, which are formed out of difference, Native American, African, European, Asian, and every possible mixture, “the most conspicuous example of composite nationality in the world”?

A statue of Frederick Douglass pictured behind U.S. President Barack Obama at a ceremony commemorating the 150th anniversary of the 13th Amendment in Washington, D.C., December 2015

A statue of Frederick Douglass pictured behind U.S. President Barack Obama at a ceremony commemorating the 150th anniversary of the 13th Amendment in Washington, D.C., December 2015

To Republicans like Higby, who objected to Chinese immigration and to birthright citizenship, and to Democrats like Davis, who objected to citizenship and voting rights for anyone other than white men, Douglass offered an impassioned reply. As for the Chinese: “Do you ask, if I would favor such immigration? I answer, I would. Would you have them naturalized, and have them invested with all the rights of American citizenship? I would. Would you allow them to vote? I would.” As for future generations, and future immigrants to the United States, Douglass said, “I want a home here not only for the negro, the mulatto and the Latin races; but I want the Asiatic to find a home here in the United States, and feel at home here, both for his sake and for ours.” For Douglass, progress could only come in this new form of a nation, the composite nation. “We shall spread the network of our science and civilization over all who seek their shelter, whether from Asia, Africa, or the Isles of the sea,” he said, and “all shall here bow to the same law, speak the same language, support the same Government, enjoy the same liberty, vibrate with the same national enthusiasm, and seek the same national ends.” That was Douglass’ new Americanism. It did not prevail.

Emancipation and Reconstruction, the historian and civil rights activist W. E. B. Du Bois would write in 1935, was “the finest effort to achieve democracy . . . this world had ever seen.” But that effort had been betrayed by white Northerners and white Southerners who patched the United States back together by inventing a myth that the war was not a fight over slavery at all but merely a struggle between the nation and the states. “We fell under the leadership of those who would compromise with truth in the past in order to make peace in the present,” Du Bois wrote bitterly. Douglass’ new Americanism was thus forgotten. So was Du Bois’ reckoning with American history.

NATIONAL HISTORIES

The American Historical Association was founded in 1884—two years after the French philosopher Ernest Renan wrote his signal essay, “What Is a Nation?” Nationalism was taking a turn, away from liberalism and toward illiberalism, including in Germany, beginning with the “blood and iron” of Bismarck. A driver of this change was the emergence of mass politics, under whose terms nation-states “depended on the participation of the ordinary citizen to an extent not previously envisaged,” as the historian Eric Hobsbawm once wrote. That “placed the question of the ‘nation,’ and the citizen’s feelings towards whatever he regarded as his ‘nation,’ ‘nationality’ or other centre of loyalty, at the top of the political agenda.”

This transformation began in the United States in the 1880s, with the rise of Jim Crow laws, and with a regime of immigration restriction, starting with the Chinese Exclusion Act, the first federal law restricting immigration, which was passed in 1882. Both betrayed the promises and constitutional guarantees made by the 14th and 15th Amendments. Fighting to realize that promise would be the work of standard-bearers who included Ida B. Wells, who led a campaign against lynching, and Wong Chin Foo, who founded the Chinese Equal Rights League in 1892, insisting, “We claim a common manhood with all other nationalities.”

The uglier and more illiberal nationalism got, the more liberals became convinced of the impossibility of liberal nationalism.

But the white men who delivered speeches at the annual meetings of the American Historical Association during those years had little interest in discussing racial segregation, the disenfranchisement of black men, or immigration restriction. Frederick Jackson Turner drew historians’ attention to the frontier. Others contemplated the challenges of populism and socialism. Progressive-era historians explained the American nation as a product of conflict “between democracy and privilege, the poor versus the rich, the farmers against the monopolists, the workers against the corporations, and, at times, the Free-Soilers against the slaveholders,” as Degler observed. And a great many association presidents, notably Woodrow Wilson, mourned what had come to be called “the Lost Cause of the Confederacy.” All offered national histories that left out the origins and endurance of racial inequality.

Meanwhile, nationalism changed, beginning in the 1910s and especially in the 1930s. And the uglier and more illiberal nationalism got, the more liberals became convinced of the impossibility of liberal nationalism. In the United States, nationalism largely took the form of economic protectionism and isolationism. In 1917, the publishing magnate William Randolph Hearst, opposing U.S. involvement in World War I, began calling for “America first,” and he took the same position in 1938, insisting that “Americans should maintain the traditional policy of our great and independent nation—great largely because it is independent.”

In the years before the United States entered World War II, a fringe even supported Hitler; Charles Coughlin—a priest, near presidential candidate, and wildly popular broadcaster—took to the radio to preach anti-Semitism and admiration for Hitler and the Nazi Party and called on his audience to form a new political party, the Christian Front. In 1939, about 20,000 Americans, some dressed in Nazi uniforms, gathered in Madison Square Garden, decorated with swastikas and American flags, with posters declaring a “Mass Demonstration for True Americanism,” where they denounced the New Deal as the “Jew Deal.” Hitler, for his part, expressed admiration for the Confederacy and regret that “the beginnings of a great new social order based on the principle of slavery and inequality were destroyed by the war.” As one arm of a campaign to widen divisions in the United States and weaken American resolve, Nazi propaganda distributed in the Jim Crow South called for the repeal of the 14th and 15th Amendments.

The “America first” supporter Charles Lindbergh, who, not irrelevantly, had become famous by flying across the Atlantic alone, based his nationalism on geography. “One need only glance at a map to see where our true frontiers lie,” he said in 1939. “What more could we ask than the Atlantic Ocean on the east and the Pacific on the west?” (This President Franklin Roosevelt answered in 1940, declaring the dream that the United States was “a lone island,” to be, in fact, a nightmare, “the nightmare of a people lodged in prison, handcuffed, hungry, and fed through the bars from day to day by the contemptuous, unpitying masters of other continents.”)

In the wake of World War II, American historians wrote the history of the United States as a story of consensus, an unvarying “liberal tradition in America,” according to the political scientist Louis Hartz, that appeared to stretch forward in time into an unvarying liberal future. Schlesinger, writing in 1949, argued that liberals occupied “the vital center” of American politics. These historians had plenty of blind spots—they were especially blind to the forces of conservatism and fundamentalism—but they nevertheless offered an expansive, liberal account of the history of the American nation and the American people.

The last, best single-volume popular history of the United States written in the twentieth century was Degler’s 1959 book, Out of Our Past: The Forces That Shaped Modern America: a stunning, sweeping account that, greatly influenced by Du Bois, placed race, slavery, segregation, and civil rights at the center of the story, alongside liberty, rights, revolution, freedom, and equality. Astonishingly, it was Degler’s first book. It was also the last of its kind.

THE DECLINE OF NATIONAL HISTORY

If love of the nation is what drove American historians to the study of the past in the nineteenth century, hatred for nationalism drove American historians away from it in the second half of the twentieth century.

It had long been clear that nationalism was a contrivance, an artifice, a fiction. After World War II, while U.S. President Harry Truman was helping establish what came to be called “the liberal international order,” internationalists began predicting the end of the nation-state, with the Harvard political scientist Rupert Emerson declaring that “the nation and the nation-state are anachronisms in the atomic age.” By the 1960s, nationalism looked rather worse than an anachronism. Meanwhile, with the coming of the Vietnam War, American historians stopped studying the nation-state in part out of a fear of complicity with atrocities of U.S. foreign policy and regimes of political oppression at home. “The professional practice of history writing and teaching flourished as the handmaiden of nation-making; the nation provided both support and an appreciative audience,” Bender observed in Rethinking American History in a Global Age in 2002. “Only recently,” he continued, “and because of the uncertain status of the nation-state has it been recognized that history as a professional discipline is part of its own substantive narrative and not at all sufficiently self-conscious about the implications of that circularity.” Since then, historians have only become more self-conscious, to the point of paralysis. If nationalism was a pathology, the thinking went, the writing of national histories was one of its symptoms, just another form of mythmaking.

If love of the nation is what drove American historians to the study of the past in the nineteenth century, hatred for nationalism drove American historians away from it in the second half of the twentieth century.

Something else was going on, too. Beginning in the 1960s, women and people of color entered the historical profession and wrote new, rich, revolutionary histories, asking different questions and drawing different conclusions. Historical scholarship exploded, and got immeasurably richer and more sophisticated. In a there-goes-the-neighborhood moment, many older historians questioned the value of this scholarship. Degler did not; instead, he contributed to it. Most historians who wrote about race were not white and most historians who wrote about women were not men, but Degler, a white man, was one of two male co-founders of the National Organization for Women and won a Pulitzer in 1972 for a book called Neither Black nor White. Still, he shared the concern expressed by Higham that most new American historical scholarship was “not about the United States but merely in the United States.”

By 1986, when Degler rose from his chair to deliver his address before the American Historical Association, a lot of historians in the United States had begun advocating a kind of historical cosmopolitanism, writing global rather than national history. Degler didn’t have much patience for this. A few years later, after the onset of civil war in Bosnia, the political philosopher Michael Walzer grimly announced that “the tribes have returned.” They had never left. They’d only become harder for historians to see, because they weren’t really looking anymore.

A NEW AMERICAN HISTORY

Writing national history creates plenty of problems. But not writing national history creates more problems, and these problems are worse.

What would a new Americanism and a new American history look like? They might look rather a lot like the composite nationalism imagined by Douglass and the clear-eyed histories written by Du Bois. They might take as their starting point the description of the American experiment and its challenges offered by Douglass in 1869:

A Government founded upon justice, and recognizing the equal rights of all men; claiming no higher authority for existence, or sanction for its laws, than nature, reason, and the regularly ascertained will of the people; steadily refusing to put its sword and purse in the service of any religious creed or family, is a standing offense to most of the Governments of the world, and to some narrow and bigoted people among ourselves.

At the close of the Cold War, some commentators concluded that the American experiment had ended in triumph, that the United States had become all the world. But the American experiment had not in fact ended. A nation founded on revolution and universal rights will forever struggle against chaos and the forces of particularism. A nation born in contradiction will forever fight over the meaning of its history. But that doesn’t mean history is meaningless, or that anyone can afford to sit out the fight.

“The history of the United States at the present time does not seek to answer any significant questions,” Degler told his audience some three decades ago. If American historians don’t start asking and answering those sorts of questions, other people will, he warned. They’ll echo Calhoun and Douglas and Father Coughlin. They’ll lament “American carnage.” They’ll call immigrants “animals” and other states “shithole countries.” They’ll adopt the slogan “America first.” They’ll say they can “make America great again.” They’ll call themselves “nationalists.” Their history will be a fiction. They will say that they alone love this country. They will be wrong.

CORRECTION APPENDED (February 26, 2019) 

An earlier version of this article misidentified the U.S. president who began building the liberal international order after World War II. It was Harry Truman, not Franklin Roosevelt.

https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2019-02-05/new-americanism-nationalism-jill-lepore?utm_medium=newsletters&utm_source=fatoday&utm_content=20190309&utm_campaign=FA%20Today/Weekend%20030819%20Weekend%20Read:%20A%20New%20Americanism&utm_term=FA%20Today%20-%20112017

Για το στρατό.

3

Η υπόθεση των δύο στρατιωτικών που συνελήφθησαν απο τους Τούρκους μπήκε στο αρχείο.
Το πολιτικό σύστημα δημιουργεί ένα στρατό κατά τα δικά του πρότυπα. Ευνουχισμένο.
Τους δύο συλληφθέντες δεν τους γνωρίζω. Τους έμαθα τότε. Και αν θυμάστε, καθημερινά έγραφα για να μην ξεχαστεί η υπόθεσή τους. Να υπάρχει διαρκής πίεση απο την κοινωνία ώστε η κοιμωμένη πολιτεία να ενδιαφερθεί για την απελευθέρωσή τους.
Μόλις απελευθερώθηκαν, όμως, ήμουν της άποψης πως η πολιτεία έπρεπε να τους βρει μια δουλειά στο ευρύτερο δημόσιο, για να μη χαλάσουν και τις συνήθειές τους, και με τη δική τους συναίνεση να φύγουν απο το στρατό.
Όποιος συλλαμβάνεται με τον τρόπο που συνελήφθησαν οι δύο τι στρατιωτική απόδοση μπορεί να έχει; Ποιά εμπιστοσύνη μπορείς να τους έχεις; Είμαι σκληρός; Ναι. Μόνο σε ό,τι αφορά το στρατό. Γιατί ο στρατός είναι σκληρή και δύσκολη υπόθεση. Μακάρι να μην χρειαζόταν. Αλλά, όταν χρειαστεί θα χρειαστεί με σκληρό τρόπο. Στρατός με ευγενικούς και ήπιους τρόπους δεν γίνεται. Αν θέλουμε ήπιους τρόπους δεν χρησιμοποιούμε, άρα δεν χρειαζόμαστε και στρατό.
Τελευταία, συνηθίσαμε το στρατό σε ρόλο νοσοκόμας ή κοινωνικής βοηθού.
Δεν είναι αυτός ο ρόλος του στρατού. Αν αυτό θέλουν, νοσοκόμες ή οικιακές βοηθούς ας πάρουν πραγματικές. Όχι τους στρατιωτικούς. Θα κοστίσει φθηνότερα. Τον στρατό ή τον έχεις σε ρόλο προβολής σκληρής ισχύος (στη δική μας περίπτωση προβολής αποτροπής) ή δεν τον χρειάζεσαι.
Αυτό σημαίνει πως τον έχεις στα στρατόπεδα και τον εκπαιδεύεις. Δεν ασχολείται με τίποτε άλλο. Ούτε καν με τη φύλαξη των συνόρων. Για τα σύνορα έχεις άλλη, ειδική μονάδα.
Αλλά, όταν στην ηγεσία ενός στρατεύματος προάγονται όσοι κλίνουν τη μέση στους γραμματείς των Κομματικών οργανώσεων, δεν πρόκειται να φτιάξεις στρατό.
Τα πάντα ξεκινούν απο την ηγεσία. Όταν οι στρατιωτικοί βλέπουν ποιοί προάγονται, γιατί να αποστρατευτούν οι δύο συλληφθέντες; Και ποια εμπιστοσύνη- και γιατί- να έχουν στην Πολιτεία; Θα έλεγα να τους τιμήσουμε τους δύο.
Τι να κάνεις, όμως, όταν το δόγμα σου είναι η στρατηγική ψυχραιμία; Τι θα πει ακριβώς, στρατηγική ψυχραιμία; Ό,τι και να σου κάνουν δεν θα αντιδράσεις.
Ή, μάλλον, θα μιμηθείς τις κορασίδες: η σιωπή μου προς απάντησή σου.
Έχουν αποφασίσει να γίνουν μέρος του νεοοθωμανισμού;

Το Πεντάγωνο έδωσε το σήμα για την τελική σύγκρουση με την Τουρκία: Η κατάρα των S-400

2

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

President Donald J. Trump and First Lady Melania Trump wait for the arrival of the Prime Minister of the Czech Republic Andrej Babis and his wife Mrs. Monika Babisova Thursday, March 7, 2019, at the South Portico of the White House. Official White House Photo by Andrea Hanks).

Η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης μεταξύ της Τουρκίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, που παρατηρήθηκε τις τελευταίες ημέρες, θυμίζει στους βετεράνους παρατηρητές της Ουάσιγκτον την περίοδο πριν ο Ταγίπ Ερντογάν εξαναγκαστεί να συνθηκολογήσει, υπό το βάρος της εκστρατείας του Λευκού Οίκου να κτυπήσει την τουρκική οικονομία. Ξεκίνησαν τις επιθέσεις εναντίον του στα τέλη Ιουλίου, τον Αύγουστο η Τουρκία έζησε μία κόλαση, και τον Σεπτέμβριο, στην έδρα του ΟΗΕ, ο Τούρκος πρόεδρος είπε στον Ντόναλντ Τράμπ, ότι ο πάστορας Άντριου Μπράνσον θα αφεθεί ελεύθερος μέχρι τις 12 Οκτωβρίου. Όπως και έγινε.

Στο μεταξύ, ζήσαμε τους ψευτοπαλικαρισμούς του, τις ύβρεις εναντίον της Αμερικής και τις διαβεβαιώσεις του ο Μπράνσον θα δικαστεί ως «τρομοκράτης» και «πραξικοπηματίας» και δεν θα απελευθερωθεί. Αναγκάστηκε στο τέλος να καταπιεί όσα έλεγα και να ταπεινωθεί.

Βλέπουμε, λοιπόν, την ίδια στρατηγική από το Λευκό Οίκο, αν και τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά, και αναμειγνύεται η στρατηγική επιρροή με τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.

Σύμμαχος της Τουρκίας είναι ο Βλαντιμίρ Πούτιν της Ρωσίας, ο οποίος στοιχημάτισε ότι θα διχάσει το ΝΑΤΟ και -με τα σημερινά δεδομένα- τα καταφέρνει. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της Ατλαντικής Συμμαχίας, που κινδυνεύει με διάλυση μία πτέρυγα της, η νότια, η οποία συμπεριλαμβάνει και την Ελλάδα. Διότι τυχόν αποχώρηση της Τουρκίας θα αφήσει ένα μεγάλο κενό, που στρατηγικά θα μπορούσε να καλύψει η Κύπρος, αφού Δύση και Ανατολή συμφωνούν ότι είναι ένα από τα πιο ακριβά «οικόπεδα» της Μεσογείου.

Από τη Σύνοδο για την Ασφάλεια του Μονάχου, όταν έστειλε το πρώτο ηχηρό μήνυμα ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Μάικ Πενς, φτάσαμε να διεξάγεται ένας βρώμικος υπόγειος πόλεμος, με αποκορύφωμα τη χθεσινή τοποθέτηση του Πενταγώνου ότι η Τουρκία θα αντιμετωπίσει σοβαρότατες συνέπειες εάν αγοράσει το ρωσικό αντιπυραυλικό σύστημα S-400. Ο Ταγίπ Ερντογάν -μέχρι την Παρασκευή το βράδυ τουλάχιστον- φέρθηκε ψύχραιμα και δεν αντέδρασε, αλλά προηγουμένως είχε φροντίσει να δημοσιοποιήσει τα κοινά γυμνάσια του ρωσικού ναυτικού και του τουρκικού.

Αυτό είναι από τα άγραφα: Μία χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ να συμμετέχει με τη χώρα, τη Ρωσία, που αποτελεί τον μεγαλύτερο εχθρό των Δυτικών. Οι Αμερικανοί κατέγραψαν το γεγονός και έστειλαν τα μηνύματά τους.

Στο μεταξύ, ο Ερντογάν είχε στείλει αίτημα μέσω του Τζάρετ Κούσνερ, του γαμπρού του Τραμπ, με το οποίο ζητούσε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Πλανητάρχη για να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Και για τη Συρία, όπου οι Αμερικανοί με τους συμμάχους τους δημιουργούν ζώνη ασφαλείας χωρίς τους Τούρκους, αλλά και για τους S-400. Το τηλεφώνημα αυτό δεν έχει γίνει ακόμα, ή αν έγινε δεν έχει δημοσιοποιηθεί… Ο Πρόεδρος Τραμπ, στο μεταξύ, είχε ζητήσει προσωπικά από τον Ερντογάν να ακυρώσει την παραγγελία και σε αντάλλαγμα να πάρει τους Patriot και τα μαχητικά αεροπλάνα F-35, όπως και άλλο αμερικανικό οπλισμό, αλλά ο Τούρκος Σουλτάνος αρνήθηκε. Οπότε οι σχέσεις βρίσκονται στο «σημείο μηδέν» -για άλλους βρίσκονται στο σημείο, όπου δεν επιτρέπεται πισωγύρισμα. Και μέχρι της στιγμής αυτό το μήνυμα στέλνει ο Ερντογάν. Απαιτεί και τους S-400 και τους Patriot και τα F-35.

Στη χώρα του μπορεί να κάνει ότι θέλει. Στην Αμερική έχουν ακόμα τους βασικούς θεσμούς ανεξάρτητους και ειδικά την Δικαιοσύνη. Ενώ το Κογκρέσο είναι εχθρικό προς τον Πρόεδρο Τραμπ, ο οποίος αναγκάζεται να υπογράφει τους νόμους. Ένας από αυτούς ήταν και ο νόμος για τις κρατικές δαπάνες που επιβάλλει το πάγωμα στη μεταφορά των F-35 στην Τουρκία. Τι ζητούν οι Αμερικανοί; Πρώτα απ’ όλα λένε στον Ερντογάν ότι εκπροσωπούν την υπερδύναμη και οφείλει να ακούει. Ο πρόεδρος της Τουρκίας κάνει πάντα το αντίθετο. Απαιτούν την ακύρωση της παραγγελίας των S-400. Και αυτός ανακοινώνει ότι τον Ιούλιο θα ξεκινήσει η εγκατάσταση του πυραυλικού συστήματος. Μέχρι τότε βέβαια θα μπορούσαν να γίνουν πολλά, ακόμα και να επιστρέψει η Τουρκία στο δυτικό «μαντρί». Αλλά για να συμβεί αυτό ο εκβιασμός στον Ερντογάν πρέπει να είναι πολύ μεγάλος.

Οι Αμερικανοί έχουν στοιχεία για τον πλούτο της οικογένειάς του και επίσης γνωρίζουν ότι η οικονομική κατάσταση της Τουρκίας δεν είναι και η καλύτερη δυνατή. Έχω συναντήσει αναλυτές που πιστεύουν ότι οι τουρκοαμερικανικές σχέσεις έχουν ήδη οδηγηθεί σε ρήξη. Προσωπικά πιστεύω ότι οι Αμερικανοί θα συνεχίσουν την προσπάθεια να τον μεταπείσουν. Και στην περίπτωση αυτή χρειάζεται η Αθήνα και η Λευκωσία, από κοινού με την Αίγυπτο και το Ισραήλ, να λάβουν αποφάσεις για το πως θα αντιμετωπίσουν τη νέα κατάσταση που ξετυλίγεται ενώπιον τους.

Εάν η Τουρκία αρνηθεί την αμερικανική πρόταση τότε οδηγούνται οι πρωταγωνιστές σε αχαρτογράφητα νερά. Πάντως, αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι ο κ. Τραμπ και ο κ. Ερντογάν είναι απρόβλεπτοι ηγέτες. Με τον ίδιο τρόπο που θα οδηγηθούν σε σύγκρουση, με τον ίδιο τρόπο μπορεί “να τα ξαναβρούν”…

Την Παρασκευή το μεσημέρι διέρρευσε η πληροφορία ότι οι απεσταλμένοι που έστειλε ο κ. Τραμπ στην Άγκυρα είπαν στους συνομιλητές τους ότι εάν η Τουρκία εγκαταστήσει τους S-400 να ετοιμαστεί για την έξοδο από το ΝΑΤΟ. Στην περίπτωση αυτή, η επιλογή της Αμερικής είναι μία και μοναδική. Είναι η λύση που έχουν παρουσιάσει το Ισραήλ, η Αίγυπτος, η Ελλάδα και η Κύπρος…

Πηγή: Το Πεντάγωνο έδωσε το σήμα για την τελική σύγκρουση με την Τουρκία: Η κατάρα των S-400 https://hellasjournal.com/2019/03/to-pentagono-edose-to-sima-gia-tin-teliki-politiki-sygkroysi-me-tin-toyrkia/

Ο μεγαλύτερος εχθρός των χωρών της Αν. Ευρώπης δεν είναι η Ρωσία

0

Του Thomas de Waal
Υπάρχει ένας εχθρός που υπονομεύει τις πρώην Σοβιετικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης -υπονομεύοντας κυβερνήσεις, επιτιθέμενος στην οικονομία και σπέρνοντας την αστάθεια.
Η Ρωσία; Όχι. Η μεγαλύτερη απειλή για χώρες όπως η Γεωργία, η Μολδαβία και η Ουκρανία, βρίσκεται στην δική τους φτωχή διακυβέρνηση και κατάχρηση εξουσίας.
Και ενώ αυτές οι αδυναμίες τις καθιστούν πιο ευάλωτες απέναντι στον πιο ισχυρό γείτονά τους εξ ανατολών, η ευθύνη για τις συνέπειές τους βρίσκεται τελικά στο εσωτερικό.

Βεβαίως, η ρωσική στρατιωτική επιθετικότητα αποτελεί μια μεγάλη απειλή για την Ουκρανία. Η κατάληψη τριών ουκρανικών ναυτικών βάσεων και των πληρωμάτων τους στην Αζοφική Θάλασσα το 2018, είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Αλλά αυτού του είδους ανοιχτές προσβολές είναι η εξαίρεση, όχι ο κανόνας.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Γεωργία δίνουν ένα καλό παράδειγμα. Η διμερής στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ -καθώς και η εδώ και καιρό καθυστερημένη πώληση των πυραύλων Javelin στη Γεωργία- έχει μειώσει τον φόβο της χώρας για τη ρωσική στρατιωτική επιθετικότητα και έχει περιορίσει τον χαρακτήρα του επείγοντος που έχουν τα αιτήματά της για ένταξη στο ΝΑΤΟ.
Πραγματικά, οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας έχουν βελτιωθεί σημαντικά από το 2008 που είχαν διακοπεί με τον Πόλεμο των Πέντε Ημερών, όταν η Μόσχα έχασε την άμεση επιρροή της στη Γεωργία και αναγνώρισε τα δύο αποσχισθέντα εδάφη της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας.
Αυτές τις ημέρες, το μεγαλύτερο ζήτημα στη Γερμανία δεν είναι οι απειλές από τη Μόσχα. Είναι το πολιτικό παιχνίδι που θέτει σε κίνδυνο το μεγαλύτερο project υποδομών εδώ και χρόνια: ένα λιμάνι με βαθιά νερά στην Anaklia, στις όχθες της Μαύρης Θάλασσας.
Προγραμματισμένο να ξεκινήσει το 2020, το project έχει σκοπό να εδραιώσει τη θέση της Γεωργίας ως μια σημαντική διαδρομή διέλευσης Ανατολής-Δύσης, επιτρέποντάς της να δεχθεί μεγάλα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και να αυξήσει την κίνησή της σδ δρόμους και σιδηροδρόμους. Το Project έχει προσελκύσει διεθνείς υποστηρικτές: η πρώτη φάση, κόστους 600 εκατ. δολαρίων, εν μέρει χρηματοδοτείται από μια ομάδα τεσσάρων διεθνών πιστωτών, και η Κομισιόν έχει δεσμευτεί να βοηθήσει στη χρηματοδότηση της δεύτερης φάσης, συμπεριλαμβανομένων των οδικών και σιδηροδρομικών συνδέσεων. Η SSA Marine του Σιάτλ, μια μεγάλη εταιρεία διαχείρισης λιμανιών στις ΗΠΑ, πρόκειται να διαχειρίζεται το terminal.
Αλλά το μέλλον της φαίνεται ιδιαίτερα αβέβαιο.
Το project συνδέεται στενά με τον πρώην πρωθυπουργό Giorgi Kvirikashvili, ο οποίος παραιτήθηκε πέρυσι αφού έχασε από την Bidzina Ivanishvili, επίσης πρώην πρωθυπουργό και μεγάλο υποστηρικτή του κυβερνώντος κόμματος Γεωργιανό Όνειρο.
Μια πρόσφατη έρευνα σχετικά με το ξέπλυμα μαύρου χρήματος στην TBC, μια τράπεζα που είναι επικεφαλής του project για το λιμάνι, θεωρείται ευρέως ότι είναι πολιτικά υποκινούμενη -πιθανώς από τον Ivanishvili, ο οποίος παραμένει στην εξουσία πίσω από τον θρόνο της νέας κυβέρνησης. Τα συμφέροντα του πρώην πρωθυπουργού ή εκείνων των επιχειρηματιών φίλων του στο αντίπαλο λιμάνι του Poti, μπορεί επίσης να αποτελέσει έναν παράγοντα. Πριν από κάποιες ημέρες η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα νέο έργο επέκτασης για το λιμάνι του Poti.
Επισήμως, η κυβέρνηση της Γεωργίας έχει εκφράσει την πλήρη στήριξή της για την Anaklia, και το project έχει μια καλή πιθανότητα να αντιμετωπίσει την κρίση. Είναι πολύ σημαντικό να μην το κάνει. Αλλά η αβεβαιότητα που δημιουργήθηκε από τη μάχη για την εξουσία, έχει ήδη δημιουργήσει αστάθεια και έχει δώσει χώρο σε εξωτερικούς που επιδιώκουν να παρέμβουν.
Και δεν απουσιάζουν οι κακοπροαίρετοι. Για τη Ρωσία, η Anaklia θα ήταν ένας ανταγωνιστής στα δικά της λιμάνια της Μαύρη; Θάλασσας. Επίσης βρίσκεται σε άβολα κοντινή απόσταση από την Αμπχαζία, οδηγώντας έναν Ρώσο σχολιαστή να το αποκαλεί αμερικανικό συγκαλυμμένο στρατιωτικό project.
Το project μπορεί να μην αρέσει ούτε στην Τουρκία, καθώς το Anaklia θα ήταν ένας άμεσος ανταγωνιστής στα δικά της λιμάνια στη Μαύρη Θάλασσα. Και ενώ οι Κινέζοι στηρίζουν επισήμως το project, φημολογείται ότι είναι λιγότερο από ενθουσιώδεις για την διοικητική του δομή, μετά από τη δική τους αποτυχημένη προσπάθεια να διαχειριστούν το project.
Δυστυχώς, μάχες σαν κι αυτή δεν είναι άγνωστες στην Ουκρανία -η άτυπη κυβέρνηση και τα παρασκηνιακά παιχνίδια εξουσίας, αποτελούν εδώ και καιρό μέρος της διαχείρισης της χώρας.
Ο αναλυτής Ivlian Khaindrava δήλωσε για τον πρώην πρόεδρο Mikheil Saakashvili, που είναι ιδιαίτερα αγαπητός σε ορισμένους κύκλους στη Δύση, πως είχε “μια κυβέρνηση την ημέρα” που μιλούσε στους Δυτικούς συνομιλητές και “μια κυβέρνηση τη νύχτα” που έπαιρνε τις πραγματικές αποφάσεις.
Η Γεωργία έχασε θέσεις στον Δείκτη Δημοκρατίας του Economist Intelligence Unit για το 2018 και αυτή τη στιγμή μοιάζει σαν ένα de facto μονοκομματικό κράτος το οποίο διοικείται από το κόμμα Γεωργιανό Όνειρο του Ivanishvili. Ωστόσο, σε σχέση με άλλες σοβιετικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, τα πάει πολύ καλά.
Έχει και πάλι ελέγχους και ισορροπίες. Οι ΜΚΟς και οι βουλευτές έχουν μόλις κερδίσει τον πρώτο γύρο μιας ακόμη διαφωνίας για τον τρόπο με τον οποίο κυβερνάται η χώρα, υποχρεώνοντας 10 υποψηφίους για το Ανώτατο Δικαστήριο με αμφίβολη φήμη, να αποσύρουν τις υποψηφιότητές τους, ύστερα από μια μεγάλη λαϊκή κατακραυγή εναντίον τους.
Τα προβλήματα διαφθοράς είναι ακόμη μεγαλύτερα στη Μολδαβία και στην Ουκρανία. Η Μολδαβία συγκεκριμένα μοιάζει σαν ένα “κατακτημένο κράτος” όπου επιχειρήσεις και πολιτικοί έχουν συγχωνευτεί και μεγάλα τμήματα του κράτους πρέπει να εξυπηρετούν τις ανάγκες πανίσχυρων ατόμων, αντί το εθνικό συμφέρον. Και οι δύο χώρες βρίσκονται αντιμέτωπες με εκλογές την άνοιξη στις οποίες θα υπάρξει μια επιλογή υποψηφίων με αμφίβολο ιστορικό.
Η αντιμετώπιση περιστατικών ρωσικής επιθετικότητας, ιδιαίτερα στην Ουκρανία, είναι ακόμη σημαντική. Αλλά αυτή είναι η μισή μόνο ιστορία αυτών των χωρών. Όσο παραμένουν αυτά τα βαθιά ριζωμένα εγχώρια προβλήματα, άλλοι σαμποτέρ της κυριαρχίας τους θα βρίσκουν μια πίσω πόρτα ανοιχτή.
Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στο Politico
Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://carnegieeurope.eu/2019/02/20/eastern-europe-s-deepest-problem-lies-within-pub-78413
infognomon.gr

Η τουρκική εξωτερική πολιτική επί Ερντογάν

0
Ευάγγελος Κοροβίνης antifono.gr
Υπάρχει μια σαφής συσχέτιση μεταξύ των μεταβαλλόμενων διεθνών ισορροπιών και της εξωτερικής πολιτικής των κρατών. Στα πλαίσια αυτά η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας μπορεί μερικώς να αναγνωσθεί ως προσπάθεια αυτής της χώρας να προσαρμόζεται στο εκάστοτε διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον. Το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφερόμαστε αφορά μια δεκαπενταετία, από το 2003 έως το 2018, την περίοδο δηλαδή που τα ηνία της εξουσίας στην Τουρκία κατέχει είτε ως πρωθυπουργός είτε ως πρόεδρος ο Ερντογάν.
Πριν την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, καθώς ο συσχετισμός δυνάμεων των δυτικών χωρών έναντι των αναδυόμενων ανταγωνιστών τους είναι ευνοϊκός για τις πρώτες και η φιλελεύθερη διεθνής τάξη παραμένει ακμαία, η Τουρκία εμφανίζεται να θέλει να «συνθέσει το Ισλάμ με τη δημοκρατία και την ισχυρή οικονομία» σύμφωνα με ένα ενθουσιώδες άρθρο των Τάϊμς της Νέας Υόρκης. Η Τουρκία διατηρεί ως το 2008 το συνηθισμένο ρόλο της ως γέφυρας ανάμεσα στον δυτικό ιμπεριαλισμό και τον μουσουλμανικό κόσμο.

Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση η αμερικανική μονοκρατορία άρχισε σταδιακά να διαβρώνεται. Στα πλαίσια αυτά η διαπραγματευτική ικανότητα περιφερειακών δυνάμεων όπως η Τουρκία αυξήθηκε σημαντικά. Την εξέλιξη αυτή την ενίσχυσε, όπως θα δούμε, και η νίκη του Ερντογάν επί του «βαθέως» κράτους. Στο διάστημα από το 2008 έως το 2015 η Τουρκία περηφανεύεται ότι θα φέρει μια νέα οθωμανική ειρήνη στη Μέση Ανατολή, στα Βαλκάνια και στον Καύκασο, μια προσέγγιση «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες.

Η επιτυχής και άνευ προηγουμένου αποτελεσματική στρατιωτική και διπλωματική ανάμειξη της Ρωσίας στη Συρία από το 2015 και εντεύθεν, η εκλογή του Ντόναλντ Τράμπ, το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 2016 στην Τουρκία και η αυξανομένη ανησυχία για το κουρδικό πρόβλημα εγκαινίασαν μια νέα, τρίτη, φάση της εξωτερικής πολιτικής του Ερντογάν. Η δυνατότητα ελιγμών σε αυτήν τη φάση περιορίζεται. Με δεδομένη τη συνεχιζόμενη και ολοένα διευρυνόμενη αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας των δυτικών κρατών στη διεθνή σκακιέρα, η Τουρκία προσπαθεί να αναπτύξει σχέσεις πραγματιστικές και ει δυνατόν εγκάρδιες με τις μη δυτικές μεγάλες δυνάμεις.
Συνολικά σε αυτήν την δεκαπενταετία περνάμε σταδιακά από την «Ρax-Americana», σε μια μετα-Αμερικανική διεθνή τάξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλα άλλαξαν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μέχρι το 2008 οι στρατηγικές ασφάλειας των ΗΠΑ και της ΕΕ αντανακλούσαν ακόμη τη διάχυτη αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση του δυτικού κόσμου. Η Ρωσία και η Κίνα δεν χαρακτηρίζονταν ως αντίπαλες δυνάμεις. Λίγα χρόνια μετά ηττημένη η Αμερική του Τράμπ εμφανίζεται να θέλει να απεμπλακεί, έστω και σταδιακά, από τα ανοιχτά μέτωπα της Συρίας και του Αφγανιστάν.
Η φιλοδυτική περίοδος της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, 2003-2008
Την περίοδο αυτή, με δεδομένη την αμερικανική μονοκρατορία, η Τουρκία δεν επιδιώκει απλώς την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά προσπαθεί γενικότερα να προβληθεί ως γέφυρα μεταξύ Δύσης και Ανατολής και να αναδείξει το δικό της «μετριοπαθές» Ισλάμ σε πρότυπο για όλο τον μουσουλμανικό κόσμο. Στη διάρκεια αυτής της πενταετίας προωθείται επίμονα ο «εκδημοκρατισμός», ώστε να υπονομευθεί η κυριαρχία των αυταρχικών κοσμικών ελίτ και να ενισχυθούν οι αποκλεισμένοι της κεμαλικής Τουρκίας, οι ευσεβείς μουσουλμάνοι δηλαδή. Ταυτόχρονα γίνεται προσπάθεια να αξιοποιηθούν οι μεταρρυθμιστικές προϋποθέσεις που έθετε η ενταξιακή διαδικασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να εξασφαλισθεί ο πολιτικός έλεγχος επί της στρατογραφειοκρατίας. Ανάλογη στόχευση έχει και η ακολουθούμενη φιλελεύθερη οικονομική πολιτική, μέσω της οποίας επιδιώκεται να αποδυναμωθούν οι κρατικοδίαιτοι επιχειρηματικοί όμιλοι της κεμαλικής εποχής.
Σε ότι αφορά τις σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ, η χώρα αυτή προσπάθησε να γίνει αποδεκτή στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως έχει, με τις ιδιαιτερότητές της δηλαδή, όπως ήταν και οι επεκτατικές αξιώσεις και διεκδικήσεις της εις βάρος της Ελλάδος. Είναι αλήθεια βέβαια ότι ενώ μέχρι την εκλογή του Ερντογάν στην πρωθυπουργία το 2003 οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν εκατέρωθεν απόλυτη προτεραιότητα στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, μετά το έτος αυτό η Ελλάδα παύει σταδιακά να αποτελεί τη βασική προτεραιότητα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Ο λόγος είναι ότι βαθμιαία η Τουρκία μετατρέπεται σε υπολογίσιμη περιφερειακή δύναμη. Η αναβάθμιση του περιφερειακού ρόλου της Τουρκίας στηρίχθηκε στην οικονομική της ευρωστία και στην πολιτική σταθερότητα, και αυτές με τη σειρά τους στη συσπείρωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού της γύρω από τον νέο-οθωμανισμό, μία σύνθεση κεμαλισμού και ισλαμισμού.
Το τουρκικό Ισλάμ, πράγματι, αυτοκατανοείται ως φυσικός ηγέτης του αναγεννώμενου Μουσουλμανικού κόσμου. Οι Τούρκοι εμφανίστηκαν στο προσκήνιο της ιστορίας ως μισθοφόροι αράβων και περσών ηγεμόνων, ως το «σπαθί» του Ισλάμ. Η τουρκική εθνική συνείδηση είναι πρωτογενώς μιλιταριστική, ταυτισμένη με το πρότυπο του κυρίαρχου πολεμιστή και μετέπειτα, επί οθωμανικής αυτοκρατορίας, και του «βοσκού» λαών. Πρέπει να είναι σαφές ότι το πολιτικό Ισλάμ έχει την τάση να εργαλειοποιεί τη μουσουλμανική θρησκεία, να την ωθεί δηλαδή να υπηρετεί τα στενά κρατικά συμφέροντα της κάθε μουσουλμανικής χώρας χωριστά, διασπώντας και κατακερματίζοντας την Ούμα, την πάλαι ποτέ οικουμενική κοινότητα των πιστών μουσουλμάνων. Απ’ αυτήν την άποψη το πολιτικό Ισλάμ αποτελεί εθνοκρατική μετάλλαξη του μωαμεθανισμού και μία από τις εκδοχές του είναι και ο νέο-οθωμανισμός.
Επιστρέφοντας, μετά από αυτήν την σύντομη αναφορά στον χαρακτήρα του νεο-οθωμανισμού, στις ελληνοτουρκικές σχέσεις της πρώτης περιόδου της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής επί Ερντογάν, θα πρέπει να προστεθεί ότι η Τουρκία εμφανίσθηκε υπέρμαχος του σχεδίου Ανάν για την επίλυση του Κυπριακού. Το σχέδιο αυτό καταψηφίσθηκε από τους Ελληνοκύπριους καθώς προωθούσε ένα δυσλειτουργικό κρατικό μόρφωμα εύκολα χειραγωγήσιμο από την Τουρκία.
Η ίδια περίοδος της τουρκικής πολιτικής χαρακτηρίζεται από μία κάποια αναγνώριση της κουρδικής πολιτισμικής ταυτότητας. Είναι φανερό ότι γίνεται προσπάθεια να ενσωματωθούν οι Κούρδοι στη δημόσια ζωή της Τουρκίας μέσω της ομπρέλας που προσφέρει το Ισλάμ, καθώς απέτυχε η στρατιωτική λύση του προβλήματος που προωθούσαν μέχρι τότε οι Κεμαλιστές.
Στη λήξη αυτής της περιόδου, το 2008, ο Ερντογάν θα αποκτήσει απόλυτη και όχι σχετική απλώς κοινοβουλευτική πλειοψηφία, θα τοποθετήσει τον στενό του συνεργάτη Αμπντουλάχ Γκιουλ στην προεδρία της Δημοκρατίας και θα αποκτήσει τον έλεγχο της αστυνομίας και της δικαιοσύνης, μέσω του ισλαμικού κινήματος του Φετουλάχ Γκιουλέν. Ο στρατός το τελευταίο και σημαντικότερο οχυρό του «βαθέως» κράτους, θα αλωθεί στη δεύτερη φάση της κυριαρχίας του Ερντογάν στα πολιτικά πράγματα της Τουρκίας (2008-2015).
Το νέο-οθωμανικό όραμα στην πράξη. Από το ζενίθ στο ναδίρ, 2008-2015.
Το 2008 για τους παραπάνω λόγους οι ηγέτες του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) νοιώθοντας έντονη αυτοπεποίθηση θέτουν σε εφαρμογή τη δική τους πλέον καθαρή ατζέντα εσωτερικών και εξωτερικών επιδιώξεων και στοχεύσεων. Προς τούτο στο εσωτερικό της χώρας αξιοποιούν την υπόθεση Εργκενεκόν και της Βαριοπούλας, για να εκκαθαρίσουν το στράτευμα, αρχικά από κατώτερους και στη συνέχεια από ανώτερους αξιωματικούς ως εμπλεκόμενους στην υπόθεση. Οι πιστοί σουνίτες μουσουλμάνοι θα πάρουν έτσι, μέσω του ΑΚΡ, τη ρεβάνς απέναντι στη κεμαλική Ελίτ. Τα πρώην θύματα γίνονται τώρα θύτες. Η νίκη του Ερντογάν κατά της στρατογραφειοκρατίας θα ανοίξει το δρόμο για την οικοδόμηση ενός υπέρ-προεδρικού καθεστώτος, με μεσοσταθμό την εκλογή του Τούρκου ηγέτη ως προέδρου της Δημοκρατίας, άμεσα από το λαό, το 2014.
Στον ρεβανσισμό των σουνιτών απέναντι στη κεμαλική ελίτ που εξέφρασε το ΑΚΡ θα προστεθεί ο σταδιακός παραμερισμός όσων από τους παλιούς συνεργάτες του Ερντογάν ήταν αυτόφωτοι (Αμπντουλάχ Γκιούλ, Μεχμέτ Νταβούτογλου και Μπουλέντ Αρίτς). Ταυτόχρονα με αφορμή τις αποκαλύψεις για σκάνδαλα διαφθοράς του περιβάλλοντος του Ερντογάν, πίσω από τις οποίες βρίσκονταν το θρησκευτικό κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν, ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 2013 εκκαθαρίσεις των γκιουλενιστών από τον κρατικό μηχανισμό, οι οποίες θα πάρουν μαζικές διαστάσεις μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15/7/2016.
Βλέπουμε ότι και στην περίπτωση των παλιών συνεργατών του Ερντογάν και ιδιαίτερα απέναντι στην αδελφότητα του Γκιουλέν, εφαρμόζεται το γνώριμο από την ιστορία της Τουρκίας πρότυπο θυματοποίησης του άλλου, του έστω και λίγο αποκλίνοντος. Γίνεται λόγος για τα διαδοχικά κύματα εκκαθαριστικής και αφομοιωτικής βίας που χαρακτήρισαν την κεμαλική Τουρκία.
Πρώτο θύμα ήταν οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας (Αρμένιοι, Έλληνες, Ασσύριοι). Η γενοκτονία αυτών των πληθυσμών ξεκινάει επί Νεότουρκων και ολοκληρώνεται μετά την άφιξη του Κεμάλ στον Πόντο το 2019. Το κίνημα των Νεοτούρκων και ο Κεμαλισμός ως συνέχεια του, υπήρξε η απάντηση του μιλιταριστικού τουρκισμού απέναντι στη σταδιακή ενδυνάμωση της θέσης των χριστιανικών πληθυσμών στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πρόκειται για ένα συστηματικά εφαρμοσμένο σχέδιο εξόντωσης των μη μουσουλμανικών πληθυσμών, για «πρόβα τζενεράλε» των γενοκτονιών του 20ου αιώνα, για επιχείρηση οριστικής νίκης του τουρκικού εξουσιασμού επί των χριστιανικών πληθυσμών και των σταυρωμένων – αυτοθυσιαστικών αξιών τους.
Ο κατάλογος των θυμάτων της Κεμαλικής Τουρκίας θα διευρυνθεί γρήγορα και πέραν αυτών των πληθυσμών. Οι Κούρδοι πρώτα, μετά οι ετερόδοξοι μουσουλμάνοι, οι Αλεβίτες δηλαδή, και τέλος και οι ίδιοι οι σουνίτες μουσουλμάνοι, που όταν προωθούν αυτόνομες (από τη Γενική Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων) πρακτικές θα καταστούν παράνομοι και διωκόμενοι.
Φαίνεται τελικά ότι ο τουρκισμός δεν μπορεί να αναπαραχθεί χωρίς «ραγιαδοποίηση» κάθε φορά και διαφορετικών τμημάτων του πληθυσμού. Οι αντιθέσεις τείνουν να οξύνονται και να γίνονται ασυμφιλίωτες, πράγμα που ωθεί στην αναζήτηση ενός κοινού εξωτερικού εχθρού για να διασφαλισθεί μια μίνιμουμ κοινωνική συνοχή. Η ραγιαδοποίηση δηλαδή προς τα μέσα ωθεί στον επεκτατισμό προς τα έξω.
Επιστρέφοντας στις εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας το διάστημα 2008-2015 σημειώνουμε ότι τροφοδοτούν και τροφοδοτούνται από μία νέα καμπή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η σταδιακή διάβρωση της δυτικής πρωτοκαθεδρίας στην παγκόσμια σκακιέρα, μετά την κρίση του 2008, συμπίπτει με την εκπνοή του μεταρρυθμιστικού ζήλου του ΑΚΡ και την άμβλυνση του θερμού αισθήματος απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την εικόνα τα παγώματος των σχέσεων με την Ε.Ε. συμπληρώνουν οι ολοένα αυξανόμενες διαφορές με τις ΗΠΑ.
Είναι φανερό ότι η Τουρκία, ιδιαίτερα μετά την «αραβική άνοιξη» νοιώθει ότι ήρθε η ώρα της και βρίσκεται σε αναζήτηση μιας καθαρά αυτόνομης στρατηγικής. Μίας στρατηγικής που αποβλέπει στην διαμόρφωση μιας περιφερειακής τάξης με την Τουρκία στο κέντρο της, ως κράτος μοντέλο. Οι ιθύνοντες στην Άγκυρα θεωρούν ότι αν η Τουρκία γίνει πιστότερη προς το ισλαμικό και οθωμανικό της παρελθόν θα καταστεί μία πιο δυνατή συνολικά χώρα στη διεθνή αρένα. Στα πλαίσια αυτά η απόφαση του Ομπάμα να μειώσει σταδιακά την Αμερικανική παρουσία στο Ιράκ και το Αφγανιστάν και να μείνει μακριά από τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία άνοιξε την όρεξη της Τουρκίας να παίξει ένα πιο αποφασιστικό ρόλο στην περιοχή. Σημειωτέον ότι ο Ομπάμα δεν διέταξε μεν αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις να αναμειχθούν στον συριακό εμφύλιο, ενορχήστρωσε όμως την υποστήριξη των τζιχαντιστών από τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία.
Θα πρέπει να τονισθεί επίσης ότι στη διάρκεια αυτής της φάσης ούτε η Ρωσία ούτε η Κίνα αμφισβητούν ακόμα τα αμερικανικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή. Οι φιλοδοξίες της Τουρκίας γιγαντώνονται λοιπόν στο πλαίσιο της αμερικανικής αναδίπλωσης και της απουσίας εμπλοκής μη δυτικών δυνάμεων στην περιοχή. Την τουρκική ευφορία και τον ενθουσιασμό θα προσγειώσουν ανώμαλα η ανατροπή του Μόρσι στην Αίγυπτο το 2013 (το ΑΚΡ τοποθετείται στο ίδιο «κλαμπ» των κομμάτων της Μουσουλμανικής Αδερφότητας με τους υποστηρικτές του Μόρσι), η μη αναμενόμενη αντοχή του Άσαντ την Συρία (η Τουρκία θεωρούσε βέβαιη την πτώση του και ενίσχυε παντοιοτρόπως το ισλαμικό κράτος για να την επιταχύνει) και η ανάδειξη του αξιόμαχου των Κούρδων του Ιράκ και κυρίως της Συρίας απέναντι στους τζιχαντιστές. Η πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες και η προσπάθεια επιβολής μιας νέο-οθωμανικής ειρήνης θα καταρρεύσει.
Η κατάρρευση αυτή πρέπει να τοποθετηθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Η αναβίωση του Ισλάμ γενικότερα συνδέεται με την κρίση της νεωτερικότητας και αντλεί από αυτήν το νόημα της. Οι ελπίδες των μουσουλμάνων να προφθάσουν τις δυτικές χώρες μέσω του σοσιαλισμού (της οραματικής διεξόδου της νεωτερικότητας) αποδείχθηκαν μάταιες στην περίπτωση και του Μπααθισμού και του Νασερισμού. Μάταιες πολύ σύντομα θα αποδειχθούν και οι προσδοκίες να το πετύχουν μέσω δημοκρατικών απαναστάσεων (βλέπε Αραβική άνοιξη). Η πολυπληθής νεολαία του αραβικού κόσμου συνεχίζει να είναι στερημένη από δυνατότητες κοινωνικής ανόδου και καταναλωτικής ευχέρειας. Ο ισλαμισμός γεννιέται ακριβώς από το μπλοκάρισμα των δρόμων (σοσιαλιστικού και δημοκρατικού) εκνεωτερισμού του μουσουλμανικού κόσμου.
Το μπλοκάρισμα αυτό λοιπόν προσπαθεί να διαχειρισθεί ο ισλαμισμός, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, με εξαίρεση πιθανώς την περίπτωση του σιϊτικού Ιράν. Η αμηχανία του ισλαμισμού συνδέεται μεταξύ των άλλων με το γεγονός ότι τα πνευματικά πρότυπα των προνεωτερικών ισλαμικών παραδόσεων είναι κολεκτιβιστικά. Αποβλέπουν με λίγα λόγια στην εξάλειψη του εγώ, της ατομικότητας, πράγμα που τα θέτει σε ρήξη με το ανθρωπολογικό αίτημα που αναδύεται από την κρίση της νεωτερικότητας. Γίνεται λόγος για την αποκατάσταση της αποσαρθρωμένης ατομικότητας σε ένα ανώτερο, μετανεωτερικό επίπεδο, την οποία κάθε άλλο παρά μπορεί να προσφέρει ο ισλαμισμός.
Αυτή η αδυναμία του ισλαμισμού βρίσκεται πίσω από την αποτυχία των μεγαλεπίβολων τουρκικών στοχεύσεων. Τα διαθέσιμα μέσα για την επίτευξή τους αποδείχθηκαν πτωχά. Οι πνευματικές ιδίως «αποσκευές» ήταν εντελώς αναντίστοιχες με τα ζητούμενα της συγκυρίας.
Μετά την παρέκβαση αυτή στο Ισλάμ και τις δυνατότητές του και γυρίζοντας στα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, λίγο πριν το 2010 σημειώνεται μια σημαντική εξέλιξη ευρύτερου αλλά και ελληνικού ενδιαφέροντος. Πρόκειται για τη ρήξη μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ με αφορμή την προσπάθεια του τουρκικού σκάφους Μαβί Μαρμαρά να σπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό της Γάζας. Έκτοτε έγιναν προσπάθειες επαναπροσέγγισης Τουρκίας και Ισραήλ που απέβησαν άκαρπες εξαιτίας, μεταξύ των άλλων, του έντονου αντισημητισμού του Ερντογάν.
Στο τέλος της δεύτερης περιόδου της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, το 2015, θα αναζωπυρωθεί και η στρατιωτική σύγκρουση με τους Κούρδους στο εσωτερικό της Τουρκίας. Είχε προηγηθεί η παύση των ειρηνευτικών συνομιλιών με το ΡΚΚ το οποίο ενθαρρύνθηκε σε μια πιο τολμηρή στάση από την προοπτική δημιουργίας ενός ακόμη (πέραν εκείνου στο Ιράκ) κουρδικού κράτους στη Βόρεια Συρία. Η οικοδόμηση αυτόνομων δομών στα βόρεια σύνορα της Συρίας συνδέθηκε με την απόφαση τα Άσαντ το 2012 να αποσύρει τις δυνάμεις του από την περιοχή. Η πολιτοφυλακή των Κούρδων (YPG) ανέλαβε τον έλεγχο μιας σειράς από κουρδικά εδάφη.
Η προσγείωση στο έδαφος ενός πολυπολικού κόσμου, 2015-2018
Η σχετική αμερικανική αναδίπλωση από τη Μέση Ανατολή που χαρακτήρισε την προεδρία Ομπάμα, έγινε κάποια προσπάθεια να αναστραφεί από τον Τραμπ, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον. Η προεδρία Τραμπ έδειξε να επιδιώκει να παίξει έναν πιο αποφασιστικό ρόλο στη Μέση Ανατολή μέσω της υποστήριξης των Κούρδων της Συρίας μέχρι τον Δεκέμβριο του 2018 και επίσης της προσπάθειας περιορισμού της ρωσικής και ιρανικής επιρροής στη Συρία και στην ευρύτερη περιοχή.
Εκείνο που άλλαξε όμως δραματικά τα δεδομένα στη Συρία και γενικότερα στη Μέση Ανατολή είναι η στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσία στο πλευρό του Άσαντ μετά το 2015. Ο Άσαντ συνεπικουρούμενος από τη Ρωσία και το Ιράν κατόρθωσε να απελευθερώσει το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών της χώρας του από τους τζιχαντιστές.
Λόγω αυτών των εξελίξεων οι βαθμοί ελευθερίας στη χάραξη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής περιορίσθηκαν αρκετά. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Τουρκίας από το 2015 και μετά θα είναι η διαχείριση των κουρδικών πληθυσμών εκτός και εντός της χώρας. Όταν ο Αχμέτ Νταβούτογλου αντικατασταθεί από τον Μπιναλί Γιλντιρίμ στην πρωθυπουργία την άνοιξη του 2016, ο ιδεολογικός ζήλος να μεταμορφωθεί η περιοχή ώστε να αντανακλά τις αξίες του ΑΚΡ δίνει τη θέση του γρήγορα στο στόχο διατήρησης της εδαφικής ακεραιότητας και της κοινωνικής συνοχής της χώρας.
Στα πλαίσια αυτά η βελτίωση των σχέσεων με τον νικηφόρο, όπως, θα αρχίσει να αποδεικνύεται, συνασπισμό της Ρωσίας, του Άσαντ και του Ιράν θα προβάλλει ως αδήριτη και αυτονόητη αναγκαιότητα. Το παλιό όνειρο της ανατροπής του Άσαντ και της μετατροπής της Συρίας σε δορυφόρο της Τουρκίας θα ξεχασθεί πλήρως, ενώ οι στενές σχέσεις με την Ρωσία αναδεικνύονται ως ζωτική προϋπόθεση για αποτελεσματική αντιμετώπιση του κουρδικού προβλήματος.
Την εικόνα των μεταβολών που επήλθαν σε αυτά τα τελευταία τρία χρόνια συμπληρώνει και η αλλαγή των πολιτικών συμμαχιών στο εσωτερικό της χώρας. Χάνοντας από ένα σημείο και πέρα ο Ερντογάν την υποστήριξη μέρους των Κούρδων και των δημοκρατικών στοιχείων που χαρακτήρισε την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης της Τουρκίας από αυτόν (2003-2008) και σε ένα περιορισμένο βαθμό και τη δεύτερη (2008-2015), θα προσπαθήσει με αρκετή επιτυχία να συμπήξει μια συμμαχία μεταξύ της παραδοσιακής θρησκευόμενης βάσης του κόμματός του με τους ακροδεξιούς εθνικιστές.
Σε ότι αφορά τώρα τα καθ’ ημάς θα πρέπει να υπογραμμισθεί η κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας απέναντι μας τα τελευταία τρία χρόνια (συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου, πτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά, δεσμεύσεις περιοχών για έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, δηλώσεις του Ερντογάν για ανάγκη τροποποίησης της συνθήκης της Λωζάνης κλπ). Θα πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι η αδυναμία της Άγκυρας να παρεμποδίσει τη γεώτρηση της Exxon Mobil στο τεμάχιο 10 σηματοδοτεί την αποτυχία της να επαναλάβει στην κυπριακή ΑΟΖ όσα έχει καταφέρει στο Αιγαίο, τις τελευταίες δεκαετίες, το «γκριζάρισμα» δηλαδή πολλών περιοχών του.
Οι κινήσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο περιορίζονται λόγω της παρουσίας πολλών διεθνών παικτών. Γι’ αυτό και προσπαθεί να μεταφέρει τη σύγκρουση στο Αιγαίο όπου οι διαφορές είναι σε διμερές επίπεδο. Η Τουρκία μάλιστα θεωρεί ως αδύνατο κρίκο των ελληνικών θαλασσών την περιοχή του Καστελόριζου και συγκεντρώνει εκεί την προσοχή της.
Επίλογος
Μετά την απόφαση του προέδρου Τραμπ να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από τη βορειοανατολική Συρία, πολλοί στην Ελλάδα φοβήθηκαν ότι οι Κούρδοι της χώρας αυτής θα βρεθούν στο έλεος των Τούρκων. Σύντομα όμως ένα τέτοιο ενδεχόμενο αποδείχθηκε αδύνατο. Και τα δύο, αντίπαλα κατά τα άλλα, σχέδια αντιμετώπισης του κουρδικού ζητήματος που κατατέθηκαν προς συζήτηση κάθε άλλο παρά εμπεριέχουν την εθνοκάθαρση της βορειοανατολικής Συρίας από τους κουρδικούς πληθυσμούς. Το πρώτο σχέδιο που προτάθηκε από τις ΗΠΑ σε συνεννόηση με την Τουρκία είναι το σαφώς λιγότερο φιλικό προς τους Κούρδους και προβλέπει τη δημιουργία ζώνης ασφάλειας στα σύνορα μεταξύ Τουρκίας και Συρίας, εποπτευόμενης από τους Τούρκους. Το δεύτερο, που συζητούν οι Κούρδοι με τη Δαμασκό και τη Ρωσία, προβλέπει την επανένταξη των περιοχών που ελέγχονται από τους πρώτους στην συριακή επικράτεια και την ενσωμάτωση της κουρδικής πολιτοφυλακής στον συριακό στρατό. Το δεύτερο αυτό σχέδιο συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες εφαρμογής καθώς αποσπά την προτίμηση των περισσότερων εμπλεκομένων.
Γενικότερα η επόμενη μέρα της απόφασης για απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων καθιστά τη Ρωσία τον μόνο αξιόπιστο διαμεσολαβητή μεταξύ των διαφόρων «παικτών» της περιοχής, περιλαμβανομένου και του ίδιου του Ισραήλ. Η Ρωσία με τους συμμάχους της (Συρία και Ιράν) κατήγαγε μια στρατηγικού χαρακτήρα νίκη που όχι μόνο της επιτρέπει να έχει βαρύνοντα λόγω στα πράγματα της Μέσης Ανατολής αλλά την αναβαθμίζει κατά πολύ και διεθνώς. Αντίθετα οι εξελίξεις αυτές φέρνουν στην επιφάνεια την αμερικανική παρακμή που σχετίζεται με την κρίση της νεωτερικότητας και βαθαίνει ολοένα και περισσότερο.
Πηγές
Turkish Foreign Policy in a Changing World Order. By H. Tarik Oguzlu. All Azimuth, VO, NO, 1-13,19 October 2018.
Continuity or Change in Turkish Foreign Policy? Analyzing the Policy Fluctations during the Justice and Development Party Era. By Murat Ulgul. Journal of Global Analysis Vol. 7, No 1, January 2017.
The Decline and Resurgence of Turkish Islamism. The story of Taygip Erdogan’s AKP. By Ihsan Yilmaz, Greg Borton, James Barry. Journal of Citizenship and Globalization studies, 2017; 1 (1): 48-62.
Ελληνοτουρκικές σχέσεις του Άγγελου Μ. Συρίγου. Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, Φεβρουάριος 2015.
Η νέα Τουρκία του Ερντογάν. Από το δημοκρατικό όνειρο στην αυταρχική εκτροπή. Του Αχμέτ Ινσέλ. Εκδόσεις Διάμετρος, 2017.
Η Τουρκία του Ερντογάν. Νέο Οθωμανισμός, Ισλαμικός ολοκληρωτισμός και Ελλάδα. Επιμέλεια και εισαγωγή από τον Γιώργο Καραμπελιά. Εναλλακτικές εκδόσεις, 2018.
Για την Τουρκία. Του Άρη Ζεπάτου. Antifono.gr, 3 Ιουνίου 2016.
Μπορεί ο φουνταμενταλισμός να απαντήσει στα προβλήματα; Του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα. Antifono gr. 13 Νοεμβρίου 2018.
Η Τουρκία σε κρίσιμο ιστορικό σταυροδρόμι. Του Σωτήρη Δημόπουλου. Ardin-rixi.gr, 16 Ιανουαρίου 2018.
Σε δυο ταμπλό η πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας Του Σταύρου Λυγερού. Slpress.gr, Ιανουάριος 2019.
Ο Τράμπ, ο Ερντογάν και τα μυστήρια. Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου. Καθημερινή 30 Δεκεμβρίου 2018.
2019: Εκατό χρόνια από τη Γενοκτονία των Ποντίων. Του Σάββα Καλεντερίδη. Pontos News. Ιανουάριος 2019.
Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας: “Ενετοί στην Υψηλή Πύλη”. Πίνακας του 19ου αι.
Πηγή κειμένου:  Aντίφωνο

S-400 issue from a historical perspective

0

By BORA BAYRAKTAR

Turkish President Recep Tayyip Erdoğan has declared that the Russian S-400 air defense system will be delivered by July this year, and the cooperation with Russia, including technology transfer, will continue as planned. The U.S. administration is trying to stop or slow down this process with promises, as usual. There is no concrete, genuine step taken by Washington to contribute to Turkey’s defense, other than threats of not delivering the F-35 fighter jets whose production’s financial burden Turkey is sharing.
The first question that comes to mind is “How can Turkey trust this supplier, who is threatening not to deliver F-35s, and buy Patriots after canceling its purchase of the Russian S-400s?” The answer is clear: Turkey cannot trust and depend on the U.S. under these circumstances.
The memories of the last days of the Ottoman Empire are still fresh in Turkey. Ottomans had a similar problem with Great Britain, just before the break-up of the First World War. Istanbul was in close relationship with London, especially regarding the security of the Black Sea and the straits. In 1911, Grand Vizier Gazi Muhtar Pasha ordered two Dreadnoughts from Vickers Company, “Reşadiye” and “Sultan Osman.” The idea was to protect the Ottoman coast against the Greeks and Russians. On July 28, 1914 the Turkish delegation was faced with a surprise when they docked Britain to take the delivery of the ships, because on Aug. 3, the First Lord of the Admiralty Winston Churchill appropriated them. The idea was to keep Turkey dependent on Britain for their naval defense and force the Ottomans to focus on building a strong land force against Russia. Dreadnoughts Reşadiye, as Erin, and Sultan Osman, as Agincourt, joined the Royal Navy.
This caused a deep distrust between Istanbul and London. A few days later, when two German battleships Goben and Breslau chased by British ships entered Ottoman waters in the Aegean Sea, Enver Pasha allowed them to raise Turkish flags.
Later the two German ships joined the Ottoman navy with the names “Yavuz” and “Midilli” as substitutes to Reşadiye and
Sultan Osman.
The consequence of this incident was heavy not only for the Ottomans and Great Britain, but for the rest of the world. The Ottomans vanished from history after joining the world war along with Germany. Britain lost at least a million men and started to decline as a great power. Some 15 million people were killed in the Great War. The Ottomans may have disappeared, but modern Turkey survived in Anatolia despite attempts to wipe it off the map.
After a century, Turkey is in a similar crisis. In 2011, Turkey’s allies since 1953 in NATO did not provide the air defense systems when Turkey needed after the Syrian war broke out.  Turkey asked for Patriot systems against the missiles thrown from Syria. The U.S. rejected to sell Patriots. A late deployment did not satisfy Turkey. In a way Turkey was left defenseless by its allies against Syrian army, supported by Russia.
Turkey had no options but to search for alternatives like China and Russia. In March 2017 Turkey signed the S-400 delivery agreement with Russia.
The one responsible for this crisis is actually former U.S. President Barack Obama and the leadership of NATO at that time. President Obama and other leaders silently watched their ally Turkey slide into existential dangers. Instead of a partnership based on equality, maybe they preferred a Turkey serving only for the interests of their countries. For Turkey this was not acceptable.
Of course the present situation is not ideal for Turkish-American relations. Obviously all deployment of S-400 will expand and strengthen Russian A2AD area to Anatolia, eastern Mediterranean and the Black Sea. This will weaken NATO’s southern flank. In the long run, if the U.S. continues to alienate Turkey, the division between them will deepen. If the F-35s are not delivered, Turkey will probably look for their alternatives too.
Like a century ago, no one will be the winner of this crisis. The U.S., which has not been able to solve a single question in the Middle East (Afghanistan, Iraq, Iran, Palestine, Lebanon etc.) in the last four decades, will lose a very important partner and a strategic military operation center: Turkey. Turkey will move away from the Western alliance in which she has invested a lot. But for Ankara security and defense is a life and death matter, and Turkey feels itself has to find its way out.
The seeds of disagreements between the two countries were planted by Obama. What is surprising is the insistence of Trump on these polices, who misses no chance in criticizing each and every policy of Obama’s.

Οι S-400 και η γεωπολιτική στροφή της Τουρκίας

0

του Σάββα Καλεντερίδη

Τον Μάρτιο του 2002 ο τότε γενικός γραμματέας του πανίσχυρου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας της Τουρκίας, αντιστράτηγος Τουνσέρ Κιλίντς, είχε δηλώσει ότι «Η Τουρκία, επειδή δεν έχει την υποστήριξη που πρέπει από την ΕΕ και εξ αυτού βρίσκεται στην περιοχή απομονωμένη, πρέπει να στραφεί προς τη Ρωσία και την περιοχή που συμπεριλαμβάνει και το Ιράν, χωρίς να αγνοήσουμε τις ΗΠΑ».

Η δήλωση αυτή είχε προκαλέσει πολλές συζητήσεις στην ίδια την Τουρκία, αφού ένας στρατηγός του βαθέος κράτους, που ήταν επί δεκαετίες ταυτισμένο με το ΝΑΤΟ και τη Δύση, τώρα εξέφραζε την άποψη ότι η Τουρκία έπρεπε να αλλάξει δόγμα και να στραφεί προς τη Ρωσία, το Ιράν και την Ευρασία.

Αυτά τα 17 χρόνια που πέρασαν από τότε έγιναν πολλά, όμως τελικά η Τουρκία επέλεξε το δρόμο που είχε υποδείξει ο στρατηγός Κιλίντς, ο οποίος, σημειωτέον, τιμωρήθηκε με δεκατρία χρόνια και δύο μήνες φυλακή για συμμετοχή στην παραστρατιωτική οργάνωση Εργένεκον, και έμεινε στη φυλακή της Συλιβρίας από τις 12 Αυγούστου 2013 μέχρι τις 11 Μαρτίου 2014, οπότε διατάχθηκε η απελευθέρωσή του.

Στο βιογραφικό του τονίζεται ότι αν και υπηρέτησε επί χρόνια σε κρίσιμες θέσεις στο ΝΑΤΟ, ήταν γνωστός για τις σκληρές θέσεις που εξέφραζε εναντίον του ΝΑΤΟ, της ΕΕ, των ΗΠΑ και του Ισραήλ, για τις οποίες οι… κακές γλώσσες λένε ότι κατέληξε στη φυλακή.

Ο Ερντογάν άρχισε να «φλερτάρει» με το δόγμα Κιλίντς από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, όταν το Κουρδικό έφτασε στον «κόμπο» και έπρεπε να πάρει τη μεγάλη απόφαση για την πολιτική επίλυσή του, όπως απαιτούσαν οι ΗΠΑ και η Δύση. Τελικά ο Ερντογάν, όταν ξερίζωσε τα πλοκάμια του βαθέος κράτους που τον υπονόμευε και ένιωσε ότι στάθηκε στα πόδια του και δεν έχει πλέον ανάγκη τη στήριξη των ΗΠΑ, μπήκε στο «στόχαστρο» της Ρωσίας, η οποία έχει έναν υψηλό στρατηγικό στόχο από τη δεκαετία του 1960: Τη δημιουργία ρήγματος ή ακόμα και την κατάρρευση της ΝΑ Πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Μάλιστα υπάρχουν βάσιμες υποψίες και εκτιμήσεις ότι η Ρωσία, ενώ μπορούσε, δεν απέτρεψε την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974, αναμένοντας ότι η Ελλάδα θα αντιδράσει δυναμικά, θα προκληθεί ελληνοτουρκικός πόλεμος και έτσι θα καταρρεύσει η ΝΑ Πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας διαλύθηκε μαζί με τη Σοβιετική Ένωση, όμως ο στόχος παρέμεινε αναλλοίωτος. Υπό αυτήν την έννοια, ένας Ερντογάν που ένιωθε δυνατός, πιεζόμενος από τις ΗΠΑ και τη Δύση να λάβει επώδυνες αποφάσεις ήταν ένας καλός «στόχος» για τον Πούτιν. Ήθελε η Ρωσία να τον προσελκύσει προς το μέρος της και να τον απομακρύνει από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.

Όταν η Ρωσία αναγκάστηκε να επέμβει στρατιωτικά στη Συρία, με τους πρώτους βομβαρδισμούς που έγιναν στις 30 Σεπτεμβρίου του 2015, αυτό θεωρήθηκε ως η απαρχή της στρατιωτικής εμπλοκής της στην περιοχή, που ανέτρεπε τα δεδομένα.

Τότε η Τουρκία ήταν αυτή που ανέλαβε να σταματήσει τη στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας, με την κατάρριψη του ρωσικού Su-24, στις 24 Νοεμβρίου 2015.

Αν και ο Ερντογάν αρνείται ότι είναι αυτός που έδωσε την εντολή για την κατάρριψη, επιρρίπτοντας την ευθύνη στα στελέχη των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων που πρόσκεινται στον Γκιουλέν, στην πράξη η κατάρριψη απομάκρυνε την Τουρκία από τη Ρωσία.

Ο ψύχραιμος χειρισμός της Ρωσίας και η επιβολή εμπάργκο, σε συνδυασμό με την πίεση που δεχόταν η Τουρκία από τους Κούρδους της Συρίας, οι οποίοι υποστηρίζονταν από τις ΗΠΑ, δημιούργησαν μια ασφυκτική κατάσταση για τον Ερντογάν. Έπρεπε να πάρει μια απόφαση και τελικά έγραψε την ταπεινωτική επιστολή προς τον Πούτιν, στις 27 Ιουνίου 2016, ζητώντας συγγνώμη και βελτίωση των σχέσεων. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για να προγραμματιστεί η επίσκεψη Ερντογάν στην Αγία Πετρούπολη, στις 9 Αυγούστου 2016.

Όμως οι ημέρες από την αποστολή της επιστολής συγνώμης μέχρι την επίσκεψη στην Αγία Πετρούπολη δεν ήταν τόσο εύκολες για τον Ερντογάν, γιατί εν τω μεταξύ, στις 15 Ιουλίου 2016, προέκυψε το πραξικόπημα, πίσω από το οποίο ο Τούρκος πρόεδρος θεωρεί ότι κρύβονταν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ!

Αυτό ήταν, άνοιξε διάπλατα ο δρόμος προς τη Μόσχα, την Τεχεράνη και την Ευρασία.

Ο Πούτιν αλλά και ο Ρουχανί, με τη μαεστρία που τους εξασφαλίζει η ιστορική και πολιτική παράδοση των χωρών τους, εφέλκυσαν βήμα-βήμα την Τουρκία προς τις θέσεις τους, δημιουργώντας συνθήκες για αλλαγή του γεωπολιτικού προσανατολισμού της Τουρκίας και στροφής από τη Δύση, που ήταν από το 1923, προς τη Ρωσία, το Ιράν και την Ευρασία, εξέλιξη που αν ολοκληρωθεί, θα αποτελεί μείζονα γεωπολιτική εξέλιξη, παγκόσμιας σημασίας.

Η παραλαβή –ή για την ακρίβεια η συμπαραγωγή– των S-400 και η ενδεχόμενη εμπλοκή της Ρωσίας στην παραγωγή μαχητικού 5ης γενιάς στην Τουρκία, θα είναι δυο κινήσεις που θα αποτελέσουν σταθμό στην αλλαγή του γεωπολιτικού προσανατολισμού της Τουρκίας.

Όπως θα δούμε στο άρθρο μας της Κυριακής, οι αντιαμερικανικές αλλά και οι αντινατοϊκές φωνές στην Τουρκία αυξάνονται και εντείνονται.

Τι σημαίνει αυτό;

Ότι η Ουάσινγκτον, οι Βρυξέλλες αλλά και η Ελλάδα πρέπει να εργαζόμαστε πάνω σ’ αυτό το σενάριο, για να είμαστε μπροστά και όχι να τρέχουμε ασθμαίνοντες πίσω από τις εξελίξεις.

Αν λοιπόν υλοποιηθεί αυτό το σενάριο και η Τουρκία στραφεί προς Ρωσία, Ιράν και Ευρασία, με ταυτόχρονη απομάκρυνση από το ΝΑΤΟ και τη Δύση, αυτό σημαίνει ότι η γεωπολιτική αξία της Κύπρου και της Ελλάδας αλλάζει, αυξάνεται και παίρνει ιδιαίτερη αξία. Όμως, για να κεφαλαιοποιηθεί η αξία αυτή σε στήριξη στην Κύπρο, το Αιγαίο, ακόμα και στην ίδια την οικονομία, πρέπει να υπάρχει ένα αξιόπιστο κράτος, που ξέρει να σχεδιάζει στρατηγικά και κυρίως δείχνει αποφασισμένο να υπερασπιστεί τα εθνικά του συμφέροντα.

Πώς συμπεριφέρθηκε το κράτος και η κυβέρνηση στο θέμα των Σκοπίων και της επαίσχυντης προδοτικής συμφωνία των Πρεσπών; Ακριβώς το αντίθετο.

Κανονίστε διπλωμάτες, αξιωματικοί και πολιτικοί, να τα κάνετε και πάλι θάλασσα – ή μάλλον… Πρέσπες.

pontos-news.gr

Στα Γιαννιτσά το Κράτος Δικαίου πήγε περίπατο για χάρη του παντός …καιρού κ. Φώτη Κουβέλη

0

Του ΝΙΚΟΥ ΜΕΛΕΤΗ

Ο ανεξάρτητος βουλευτής Σπύρος Δανέλης (Α), η υπουργός Διοικητικής Ανασυγκρότησης Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου (Δ) και ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής Φώτης Κουβέλης (Κ). Για χάρη του τελευταίου η αστυνομία προχώρησε σε προσαγωγές αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ στα Γιαννιτσά… ΑΠΕ ΜΠΕ, ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

MARCH 8, 2019

Δυσάρεστη, αλλά καθόλου απρόσμενη δεν είναι η διαπίστωση, για την ευκολία με την οποία η κοινή γνώμη και η ελληνική κοινωνία δείχνουν  έτοιμες να καταπιούν μια από τις πιο απροκάλυπτες και κυνικές παραβιάσεις βασικών δημοκρατικών δικαιωμάτων και αρχών. Δείγμα και αυτό, του πως η κρίση της δεκαετίας αυτής άμβλυνε ακόμη περισσότερο τις ευαισθησίες απέναντί σε δημοκρατικά δικαιώματα αλλά και σε αυτόν ακόμη τον αυτοσεβασμό και τον σεβασμό των δικαιωμάτων του Αλλου. Επέβαλε την λογική του «ο Σώζων εαυτόν σωθήτω» και του «δεν βαριέσαι βρε αδελφέ, κρίση έχουμε όλα δικαιολογούνται».

Αυτό που συνέβη με την προληπτική προσαγωγή πολίτων πριν από την εκδήλωση με ομιλητές υπουργούς της κυβέρνησης, είναι  μια πρωτοφανής για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα πρακτική που θα έπρεπε να είχε προκαλέσει κύμα αντιδράσεων και ύψωμα ενός πάνδημου αναχώματος σε τέτοιες πρακτικές που προσβάλουν το Δημοκρατικό φρόνημα και το Κράτος Δίκαιου. Αποφεύγω να αναρωτηθώ στο γιατί αυτή η πρακτική δεν εφαρμόζεται στους κουκουλοφορους που πιάνονται και αφήνονται κατόπιν ελεύθεροι όταν καίνε την Αθηνα, ούτε στα μέλη του Ρουβίκωνα. Ούτε φυσικά θα αναφερθώ στο ότι τέτοιες πρακτικές δε διανοήθηκαν να εφαρμόσουν τα προηγούμενα χρόνια οι πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης για μέλη ή στελέχη κομμάτων ή συλλογικοτήτων της αντιπολίτευσης, την εποχή που κάθε μέρα η βουλή γίνονταν στόχος επιθέσεων, που τα τοτε κυβερνητικά στελέχη εμποδίζονταν οχι απλώς να μιλήσουν αλλά και να ασκήσουν τα καθήκοντα τους.

Προφανώς η Αστυνομία και οι τοπικοί παράγοντες του ΣΥΡΙΖΑ γνώριζαν ότι θα υπήρχαν αντιδράσεις από όσους αντιτίθενται στην Συμφωνία των Πρεσπών, από κάποιους πολίτες των Γιαννιτσών. Και αυτό ούτε απαιτεί σπουδαία ευφυΐα, ούτε φυσικά να παρακολουθείς τα social media των συγκεκριμένων πολιτών.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι από πότε στην Ελλάδα και με βαση ποια διάταξη νόμου αποτελεί ποινικό αδίκημα η άσκηση κριτικής, η δημόσια έστω αποδοκιμασία με πολιτικό περιεχόμενο και κίνητρο;

Πολλές φορές η ελεύθερη έκφραση ακόμη και αν αυτό ενοχλεί τις κυβερνήσεις κινείται στα όρια της νομιμότητας και της ανεκτικότητας της κοινωνίας μας. Αλλά το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, εφόσον, δεν διαπράττεται αδίκημα (χειροδικία, προσβολή, εξύβριση απειλής σωματικής βίας, βίαιης παρεμπόδισης οργάνωσης εκδήλωσης), δεν μπορεί παρά να είναι απόλυτο.

Δίκη προθέσεων δεν μπορεί να γίνεται και η προληπτική προσαγωγή, όταν δεν γίνεται προσωποιημένα και βάσει συγκεκριμένων στοιχείων για πρόθεση τέλεσης αξιόποινου αδικήματος, συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Κράτους Δικαίου.

Η αστειότητα, ότι εντοπίσθηκαν συνομιλίες των προσαχθέντων στο Facebook μάλλον ως ανόητη προσπάθεια ανακάλυψης άλλοθι πρόκειται, καθώς δημόσιες συζητήσεις στο FB που προφανώς εκφράζονται ακόμη και με ακραίο τρόπο εναντίον της παρουσίας κυβερνητικών στελεχών στην συγκέντρωση στα Γιαννιτσά, δεν συνιστά αξιόποινο αδίκημα. Και θα έχει ενδιαφέρον να κατατεθεί στην ακροαματική διαδικασία εάν υπηρχε λίστα με συγκεκριμένους πολίτες που είχαν εκφράσει την πρόθεση να διαμαρτυρηθούν ή εάν οι προσαγωγές έγιναν, με μοναδικό κριτήριο το εάν οι αστυνομικοί θεώρησαν κάποιους περαστικούς ως «υπόπτους».

Η προληπτική προσαγωγή π.χ. υπότροπου χούλιγκαν πριν από κρίσιμο αγώνα της ομάδας του, είναι εντελώς διαφορετική υπόθεση και πρέπει να εντάσσεται στο  πλαίσιο των προληπτικών δράσεων της Αστυνομίας. Όμως η υπόθεση των Γιαννιτσών ηταν εντελως διαφορετική. Οι νομικές πτυχές της υπόθεσης θα αναζητηθούν στα δικαστήρια που θα προσφύγουν οι προσαχθέντες πολίτες. Το πολιτικό ζήτημα παραμένει… Οι μνήμες από τις εποχές συγκέντρωσης αντιφρονούντων πολιτών σε στάδια και προαύλια σχολείων, η κλήση πολιτών στα Αστυνομικά τμήματα για «υπόθεσίν τους» έχουν ξεθωριάσει, αλλα δεν έχουν σβήσει. Ας το ξανασκεφθούν λοιπόν όσοι συνέβαλαν σε αυτόν τον βιασμό βασικών δημοκρατικών αρχών και ελευθεριών…

Πηγή: Στα Γιαννιτσά το Κράτος Δικαίου πήγε περίπατο για χάρη του παντός …καιρού κ. Φώτη Κουβέλη https://hellasjournal.com/2019/03/sta-giannitsa-to-kratos-dikaioy-pige-peripato-gia-chari-toy-pantos-kairoy-k-foti-koyveli/

Rumours grow of rift between Saudi king and crown prince

0

King Salman said to have been angered by recent moves by Prince Mohammed against him

Saudi football fans hold pictures of Prince Mohammed (R) and King Salman
 Saudi football fans hold pictures of Prince Mohammed (R) and King Salman, who was advised to change his security team on a trip to Egypt. Photograph: AP

There are growing signs of a potentially destabilising rift between the king of Saudi Arabia and his heir, the Guardian has been told.

King Salman bin Abdulaziz Al Saud and Crown Prince Mohammed bin Salman are understood to have disagreed over a number of important policy issues in recent weeks, including the war in Yemen.

The unease is said to have been building since the murder in Turkey of the dissident Saudi journalist Jamal Khashoggi, which the CIA has reportedly concluded was ordered by Prince Mohammed. However, these tensions increased dramatically in late February when the king, 83, visited Egypt and was warned by his advisers he was at risk of a potential move against him, according to a detailed account from a source.

His entourage was so alarmed at the possible threat to his authority that a new security team, comprised of more than 30 hand-picked loyalists from the interior ministry, was flown to Egypt to replace the existing team.

The move was made as part of a rapid response, and reflected concern that some of the original security staff might have been loyal to the prince, the source said.

The king’s advisers also dismissed Egyptian security personnel who were guarding him while he was in Egypt, the source added.

The friction in the father-son relationship was underlined, the source said, when the prince was not among those sent to welcome the king home.

An official press release listing the guests at the airport in Riyadh confirmed Prince Mohammed was not among them, adding to speculation it was intended as a pointed snub to the crown prince.

The crown prince, who was designated “deputy king” during the Egypt trip, as is customary, signed off two major personnel changes while the king was away. They included the appointment of a female ambassador to the US, Princess Reema bint Bandar bin Sultan, and that of his full brother, Khalid bin Salman, to the ministry of defence.

The latter appointment has further centralised power in one branch of the ruling family.

Although the changes had been mooted for some time, the source said the announcement was made without the knowledge of the king, who was especially angered by what he believed was a premature move to elevate Prince Khalid to a more senior role.

Royal appointments are almost always announced in the name of the king, but the 23 February decrees were signed by the “deputy king”. One expert said the title of deputy king had not been used in this way for decades.

The Guardian has been told the king and his team learned about the reshuffle via television.

The king has been trying to repair some of the damage done to the kingdom by the murder in October of Khashoggi.

Supporters of the king have been pushing him to get more involved in decision-making, to prevent the crown prince from taking more power.

The Guardian asked the Saudi authorities to comment last week.

On Monday, a spokesman for the Saudi embassy in Washington said: “It is customary for the king of Saudi Arabia to issue a royal order delegating the power to administer the affairs of the state to his deputy, the crown prince, whenever he travels abroad. That was the case during King Salman’s recent visit to Egypt.”

He said the announcements were made by Prince Mohammed in his capacity as deputy king and on behalf of the king. “Any insinuation to the contrary is simply baseless.”

The spokesman did not respond to repeated questions about changes to the king’s Saudi security detail while he was in Egypt. Nor did he comment on the dismissal of extra Egyptian security, which was said to reflect the king’s uneasy relationship with the country’s president, Abdel Fattah al-Sisi.

An official at the Egyptian ministry of foreign affairs did not respond to a request for comment, nor did a spokesman for the Centre for International Communication in Saudi Arabia.

It is understood the king was advised to not discuss the matter with other leaders or his son until his return home.

Prince Mohammed angered people last month when he walked on top of the Kaaba in Mecca, the holiest site in Islam, provoking complaints to the king by some religious scholars that the move had been inappropriate, according to a person familiar with the matter.

The prince and king have also been at odds on significant foreign policy matters, the source said, including the handling of prisoners of war in Yemen, and the Saudi response to protests in Sudan and Algeria.

The king is said to have disagreed with Prince Mohammed’s hardline approach to suppress the protests. While the king is not a reformer, he is said to have supported freer coverage of the protests in Algeria in the Saudi press.

“There are subtle but important signs of something amiss in the royal palace,” said Bruce Riedel, a director of the Brookings Intelligence Project and 30-year veteran of the CIA.

“A healthy crown prince is expected to welcome the king home from a foreign trip, it’s a sign of respect and the continuity of government. The royal family will be closely watching what this means.”

Another analyst said it was possible the situation was being misinterpreted.

Neil Quilliam, associate fellow of the Middle East and North Africa programme at Chatham House, said that even if Prince Mohammed made the decision to make personnel appointments during his father’s absence, it was in keeping with agreed policy to make changes in Saudi Arabia’s embassy in Washington.

“However, it would point to Bin Salman’s’ desire to press ahead with change and willingness to assert his authority,” Quilliam said. “We have seen differences between the two, notably on the issue of Jerusalem, but MBS is unlikely to push hard against his father, given that he remains dependent upon his support as a point of legitimacy.”

He added that while the prince’s absence from the airport broke protocol, there may have been any number of reasons for his absence.

The crown prince has faced international condemnation over Khashoggi, who was killed and dismembered inside the Saudi consulate in Istanbul. The Saudi government has denied any involvement by the prince, who was found by the CIA to have ordered the killing.

The CIA assessment has done little to sway the Trump administration, which enjoys a close relationship with Saudi Arabia and has sought to downplay the significance of the Washington Post journalist’s killing.

Additional reporting by Kareem Shaheen 

https://www.theguardian.com/world/2019/mar/05/fears-grow-of-rift-between-saudi-king-salman-and-crown-prince-mohammed-bin-salman..

We made a choice…

… and we want to tell you about it. We made a choice which means our journalism now reaches record numbers around the world and more than a million people have supported our reporting. We continue to face financial challenges but, unlike many news organisations, we have chosen not to put up a paywall. We want our journalism to remain accessible to all, regardless of where they live or what they can afford.

This is The Guardian’s choice: a model for open, independent journalism – free for those who can’t afford it, supported by those who can. We depend on contributions from our readers. Will you support our choice?

Readers’ support powers our work, safeguarding our essential editorial independence. This means the responsibility of protecting independent journalism is shared, enabling us all to feel empowered to bring about real change in the world. Your support gives Guardian journalists the time, space and freedom to report with tenacity and rigour, to shed light where others won’t. It emboldens us to challenge authority and question the status quo. And by keeping all of our journalism free and open to all, we can foster inclusivity, diversity, make space for debate, inspire conversation – so more people have access to accurate information with integrity at its heart.

Guardian journalism is rooted in facts with a progressive perspective on the world. We are editorially independent, meaning we set our own agenda. Our journalism is free from commercial bias and not influenced by billionaire owners, politicians or shareholders. No one steers our opinion. At a time when there are so few sources of information you can really trust, this is vital as it enables us to give a voice to those less heard, challenge the powerful and hold them to account. Your support means we can keep investigating and exploring the critical issues of our time.

Our model allows people to support us in a way that works for them. Every time a reader like you makes a contribution to The Guardian, no matter how big or small, it goes directly into funding our journalism. But we need to build on this support for the years ahead. Support The Guardian from as little as $1 – and it only takes a minute. Thank you.

Ινδία-Πακιστάν: Επιστροφή του στρόφαλου της Ιστορίας

0

Τα τελευταία γεγονότα που έχουν συμβεί σε αυτό το ρήγμα της ινδικής υποηπείρου και η μικρή μονομαχία μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων των δύο χωρών στο Κασμίρ παρά το πνεύμα χαλάρωσης που ακολούθησε, ευτυχώς, αντανακλούν μια επιστροφή στρόφαλου της Ιστορίας.

Θα έπρεπε να γίνει κατανοητή η γεωπολιτική στην περιοχή αυτή από την άποψη της διαλεκτικής μεταξύ της ανθεκτικότητας του Ισλάμ και της ροπής των μη μουσουλμανικών δυνάμεων να καταπολεμήσουν αυτή την ανθεκτικότητα. Μια τέτοια διαλεκτική βρίθει γεωστρατηγικών και πολιτικών εκτιμήσεων.

Εξετάζοντας καταρχάς και γρήγορα αυτές τις θεωρήσεις: το Πακιστάν ιδρύθηκε το 1947 ως «προφητικό» και σωτήριο έργο για να σώσει το ινδικό Ισλάμ από την αναβίωση της ινδουιστικής ψυχής που κρυβόταν στο κίνημα ανεξαρτησίας της Ινδίας .

Τα γράμματα του ονόματος του Πακιστάν έχουν ειδική σημασία: K για «Kasmir(Κασμίρ), Π για Πουντζάμπ, Α για Αφγανία (Afghania, περιοχές των Παστούν), Σ για Σιντ (Sindh) και Τ για «ταν»» στο Μπαλουχιστάν. Ως εκ τούτου, παρατηρούμε ότι το Κασμίρ είναι μια βουλγάτα ταυτότητας για το Πακιστάν.

Δύο πόλεμοι θα ξεσπούν μεταξύ των δύο χωρών και θα προκληθούν από το ζήτημα του Κασμίρ. Το 1947, η γραμμή ελέγχου χωρίζει αυτή την επαρχία στα δύο. Περεταίρω, αυτή η επαρχία είναι ο πύργος νερού της ινδικής υποηπείρου. Ο Ινδός Ποταμός έχει την πηγή του στα Ιμαλάια και διασχίζει το Κασμίρ για να τελειώσει στο Πακιστάν εκβάλλοντας στην Αραβική Θάλασσα. Αυτός ο πύργος νερού είναι ζωτικής σημασίας για το Πακιστάν.

Ο πρώτος Ινδο-Πακιστανικός πόλεμος, που λέγεται πόλεμος απόσχισης, έλαβε χώρα το 1947. Θα ακολουθηθεί από δύο άλλους πολέμους και εκατοντάδες αψιμαχίες.

Εξάλλου, η κατοχή όλου του Κασμίρ θα επίτρεπε στην Ινδία να έχει πρόσβαση στην Κεντρική Ασία και το Αφγανιστάν, ενώ θα εμποδίζει το Πακιστάν να έχει σύνορα με την Κίνα, υπονομεύοντας τα σχέδια για έναν οικονομικό δρόμο μεταξύ αυτών των δύο χώρων.

Ως εκ τούτου, το Κασμίρ γίνεται το θέατρο σποραδικών αλλά συνεχών επιθέσεων της Jaish-e-Mohammed (JEM) και της σύμμαχου της Lashkar-e-Taiba(LET) έναντι του Ινδικού στρατού. Στόχος αυτών των δύο οργανώσεων είναι η προσάρτηση ολοκλήρου του Κασμίρ στο Πακιστάν και υποστηρίζονται από τις πακιστανικές υπηρεσίες πληροφοριών.

Στρατιώτες του πακιστανικού στρατού μπροστά στα θραύσματα ενός Mig-21Bisτης ινδικής πολεμικής αεροπορίας (2019)

Θα μπορούσαμε να σταματήσουμε εδώ. Αλλά ο σύγκρουση μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας δεν αφορά μόνο γεωστρατηγικούς λόγους. Παρακολουθώντας από κοντά την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Ινδία σε αυτές τις αναμετρήσεις θεωρηθέντας την ως στρατηγικό σύμμαχο, την μυστική στρατιωτική συνεργασία μεταξύ του Ισραήλ και της Νέο Δελχί και τις προνομιούχες πολιτικές σχέσεις και σχέσεις για την ασφάλεια μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Πακιστάν, μπορεί κανείς να δει από κοντά ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι άλλο παρά η σύγκρουση μεταξύ του ισλαμικού πολιτισμού και άλλων πολιτισμών (ινδικού και ιουδαιο-χριστιανικού).

Στο βιβλίο του για την ινδική Ιστορία, ο Νεχρού, ένας από τους ιδρυτές της Ινδίας, διατυπώνει δύο βασικές ιδέες που μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε πολλά πράγματα όχι μόνο για την Ιστορία της χώρας αλλά και για το μέλλον της ινδικής υποηπείρου.

Πρώτον, θεωρεί ότι στην ιστορία της Ινδίας, ο ινδουιστικός πολιτισμός, η ύπαρξη του οποίου χρονολογείται από την αυγή του χρόνου (εποχή των πυραμίδων και των Σουμερίων) θα πρέπει να γνωρίσει έκρηξη στη σύγχρονη εποχή και ότι το Ισλάμ δεν ήταν παρά μόνο μια εξωτερική προσθήκη, τεχνητή και ξεπερασμένη.

Το δεύτερο στοιχείο είναι γεωστρατηγικής φύσης: για τον Νεχρού, τα βόρεια σύνορα της Ινδίας δεν είναι παρά μόνο τα Ιμαλάια και ως εκ τούτου, δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη οποιουδήποτε κράτους που βρίσκεται κάτω από αυτά τα σύνορα (Μπουτάν, Νεπάλ) .

Εξαιτίας αυτού, Το Πακιστάν γίνεται για την Ινδία όχι μόνο περιφερειακό αντίπαλο, αλλά και απειλή για την προβολή της ινδικής εξουσίας στην Κεντρική Ασία και πέρα ​​από τα Ιμαλάια. Ο ινδικός επεκτατισμός στην περιοχή αυτή προκάλεσε την δυνατή κινεζική παρέμβαση το 1962.

Ωστόσο, η πραγματική ιστορία της της ινδικής υποηπείρου δείχνει ότι το Ισλάμ το οποίο ξεκίνησε να εισέλθει στην Ινδία τον 10ο αιώνα, έχει γίνει πλήρως αποδεκτό από τους Ινδούς που απέρριψαν τον Βουδισμό και είχαν βαρεθεί τον Ινδουισμό, όχι μόνο μέσω της αλλαξοπιστίας εκατομμυρίων Ινδών κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, αλλά και ζώντας σε αρμονία με τους νέους Τούρκους κυρίαρχους της Ινδίας.

Η άφιξη του Ισλάμ στην Ινδία ήταν ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα στην Ιστορία.

Κανένας λαός ή πολιτισμός δεν μπορούσε να εισέλθει στην ινδική υποήπειρο μετά τη μυθολογική εποχή του Αλεξάνδρου.

Για δύο αιώνες (7ος και 9ος), οι μουσουλμάνοι (Αββάσίδες, Σαμανίδες) επέβαλαν σταδιακά μια διαρκή παρουσία στο Αφγανιστάν και την Τρανσσοσικιά. Η Κεντρική Ασία έγινε μουσουλμανική στέπα μετά την μεγάλη ήττα της Κίνας στη μάχη του Ταλάς.

Τον 8ο αιώνα, εισήλθαν στη Σίντ στην κάτω κοιλάδα του Ινδού Ποταμού. Τον 10ο αιώνα, οι Τούρκοι Γκαζναβίδοι (από το όνομά του πρώτου κατακτητή, Μαχμούντ Γκαζνί) που προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ για να ξεφύγουν από τη δουλεία, κατάσχεσαν το Πεσαβάρ και τη λεκάνη του Γάγγη.

Ο λόγιος αλ-Μπιρουνί που συνόδευε τους κατακτητές, κατάλαβε ότι στην Ινδία, η εισαγωγή του Ισλάμ ευνοήθηκε από το πολιτικό κατακερματισμό αυτής της χώρας διαιρεμένη μεταξύ αντίπαλων αρχόντων. Ο διάδοχος του Μαχμούντ, Μωάμεθ ντε Γκωρ, συνέχισε την κατάκτηση το 1190 αρπάζοντας το Καναού, το Μπενάρες και βασίλεια της Βεγγάλης. Εκείνη την εποχή, το Κασμίρ παρέμεινε ένα από τα ιερά της λογοτεχνίας της Σανσκριτικής και διέφυγε από την κατάκτηση. Τα υπόλοιπα νότια βασίλεια διέφυγαν προς τις ακτές.

Ο Αλ-Μπιρουνί

Ξεκινάει τότε η υπέροχη ιστορία του σουλτανάτου του Δελχί το 1206 που εκτείνεται στο κέντρο και νότια της Ινδίας. Το τελευταίο ινδουιστικό ΒασίλειοVijayanagara υπέκυψε το 1565. Οι σουλτάνοι του Δελχί έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξάπλωση του Ισλάμ και υπερασπίστηκαν την ινδική υποήπειρο από τους Μογγόλους εισβολείς που εγκαταστάθηκαν στο Ιράν τον 13ο αιώνα. Η περσική γλώσσα γίνεται γλώσσα μάθησης αντί της σανσκριτικής. Αλλά το πιο σημαντικό, οι νέοι μουσουλμάνοι ηγέτες της Ινδίας δεν ανάγκασαν τους Ινδούς υποκείμενους τους να αλλαξοπιστούν στο Ισλάμ σύμφωνα με τις αρχές της ισλαμικής θρησκείας. Αυτό το πνεύμα ανοχής ήταν η καλύτερη συμβολή των μουσουλμάνων στην Ινδία, ενώ οι παλιοί Ινδοί άρχοντες επέβαλαν ένα σύστημα κοινωνικού διαχωρισμού με το σύστημα των καστών. Αυτό το σύστημα προϋπήρχε πολύ πριν της άφιξης του Ισλάμ, αφού ο Αλ-Μπιρουνί ο οποίος ήταν προσεκτικός παρατηρητής της πρώτης μουσουλμανικής κατάκτησης το είχε παρατηρήσει στα ινδικά βασίλεια.

Η αντικατάσταση του σουλτανάτου του Δελχί με την μογγολική αυτοκρατορία μετά τη μάχη του Πανιπάτ το 1526 δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ενισχύει τη κοσμική μουσουλμανική παρουσία στην Ινδία. Η Ινδία της οφείλει ταυτόχρονα με συμβολικό και πολιτισμικό τρόπο τη μεγαλοπρέπεια του μνημείου TajMahal. Η κοσμική παρουσία του Ισλάμ στην Ινδία συνεχίζεται και μειώνεται με την άφιξη των Ευρωπαίων (Πορτογάλων, Ολλανδών που ιδρύουν την εταιρεία της Ινδίας και τέλος των Βρετανών).

Θα στραφούμε τώρα σε ένα σημαντικό γεγονός που μας επιτρέπει να εξηγήσουμε εκ των υστέρων τι συνέβη αργότερα στην Ινδία. Η σημερινή εικόνα δεν έχει καμία σχέση με το παλιό παρελθόν της ινδικής υποηπείρου. Με μια λέξη, η Ινδία γνώρισε χρυσή εποχή με το Ισλάμ και της έδωσε μια ώθηση ανοχής μεταξύ Ινδών και Μουσουλμάνων παρά τις κατακτήσεις και τα καταστροφικά τους συνακόλουθα. Δεν είναι συνεπώς μια εφήμερη ή παρασιτική εξωτερική μεταμόσχευση, όπως αφήνει να εννοηθεί ο Νεχρού στο βιβλίο του.

Αυτό το βαρυσήμαντο γεγονός είναι η ινδική Ανταρσία (1857-1858), που σηματοδοτεί ταυτόχρονα το τέλος της μογγολικής αυτοκρατορίας με την εξορία του τελευταίου αυτοκράτορα της και το ξεκίνημα της διαίρεσης μεταξύ Μουσουλμάνων και Ινδών. Στην πραγματικότητα, ήταν οι Βρετανοί που διαίρεσαν την Ινδία δημιουργώντας έναν ανταγωνισμό μεταξύ Ινδών και Μουσουλμάνων. Αξίζουν ως τέτοιο το ψευδώνυμό τους “δόλια Αλβιόνα” με τις δραματικές συνέπειες που γνωρίζουμε σήμερα. Οι στρατιώτες της υποτιθέμενης «Honorable East Indian Company» (East India Company) που ονομάζονται Σιπάι επαναστάτησαν εναντίον των Άγγλων αφεντών τους το 1857, λόγω του λίπους που χρησιμοποιούταν για τα νέα φυσίγγια που προερχόταν από ζώα (αγελάδες και χοίρους ). Καθώς αυτά τα φυσίγγια εκπωματίζονται με τα δόντια πριν από τη χρήση τους, οι μουσουλμάνοι και οι Ινδοί δεν ήθελαν να παραβιάσουν τη θρησκεία τους. Ο πρώτοι ανυπότακτοι τιμωρήθηκαν.

Αυτό ήταν το σήμα για την εξέγερση. Το Δελχί και το Λούκνονα κατακτώνται από τους αντάρτες. Η βρετανική αυτοκρατορία θα επικουρηθεί από τους Σικ του Πουντζάμπ και τις ενισχύσεις που έφτασαν από το Λονδίνο για να πνίξει αυτή την εξέγερση που ήταν στην πραγματικότητα η τελευταία προσπάθεια της Μογγολικής Αυτοκρατορίας να αναστηθεί. Αμέσως οι Βρετανοί ανακτούν τα χαμένα εδάφη και θέτουν τέλος στην εξέγερση με αδίστακτη σκληρότητα. Οι γιοι του τελευταίου αυτοκράτορα εκτελούνται συνοπτικά και οι αιχμάλωτοι σκοτώνονται από πυρά κανονιού. Ολόκληρα χωριά καταστρέφονται.

Όχι μόνο θα διαλυθεί η Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, αλλά γεννιέται μια νέα αποικιακή οντότητα, το British Raj (Βρετανικές Ινδίες) το 1877. Με μια λέξη, η Βρετανική αυτοκρατορία γίνεται ο νέος κυρίαρχος της Ινδίας.

Το πιο σημαντικό, οι Βρετανοί δεν ήθελαν πλέον την ενότητα της ινδο-μουσουλμανικής μονάδας. Οι υπηρεσίες πληροφοριών τους ξεκίνησαν το έργο υπονόμευσης τους. Οι Ινδοί και οι Μουσουλμάνοι που αγωνίστηκαν χέρι-χέρι και με αδελφότητα θα γίνουν οι εχθροί του αύριο.

Το πλαίσιο του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου ωθεί τους Βρετανούς να αναζητήσουν την υποστήριξη των Ινδών στην πολεμική προσπάθεια. Το Κογκρέσο που δημιουργήθηκε το 1885, κατά τη διάρκεια του βρετανικού Rajαπαιτεί υπό την καθοδήγηση του Γκάντι την ανεξαρτησία της Ινδίας. Αλλά η Μουσουλμανική Λίγκα αγωνίζεται για ένα ανεξάρτητο κράτος στα απόνερα των συγκρούσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Οι Βρετανοί αποφάσισαν τελικά να χωρίσουν τη χώρα το 1947 παρά τις διαμαρτυρίες από του Νεχρού και τού Γκάντι.

Από εκείνη τη στιγμή, το νέο ινδικό κράτος γίνεται αντίπαλος των Πακιστανών Μουσουλμάνων. Η σύγχρονη εποχή χαρακτηρίζεται από μια σύγκρουση πολιτισμών μονής κατεύθυνσης. Ο ινδικός πολιτισμό σε συνδυασμό με τους άλλους πολιτισμούς, μεταξύ των άλλων του ιουδαιο-χριστιανικού πολιτισμού, επιδιώκουν να κερδίσουν την υποστήριξη της Ινδίας η οποία έγινε μια ινδουιστική δύναμη παρά την παρουσία μερικών εκατομμυρίων μουσουλμάνων στην Ινδία. Η τελευταία πέφτει σώμα και ψυχή σε αυτή την αντιπαράθεση.

Μετά από δύο παρενθέσεις που χαρακτηρίζονται από την συμμαχία μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Πακιστάν κατά του κομμουνισμού και της Σοβιετικής Ένωσης και στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, η επιστροφή της σύγκρουσης των πολιτισμών χαρακτηρίζει σήμερα τις σχέσεις του Πακιστάν με τον υπόλοιπο κόσμο.

Καθόσον οι γεωστρατηγικές λειτουργίες του ψυχρού πολέμου και της καταπολέμησης της τρομοκρατίας δεν λειτουργούν πλέον, επιστρέφει το ιστορικό σοκ των πολιτισμών. Δύο παραδείγματα αρκούν για να το αποδείξουμε.

Πρώτον, η προσέγγιση μεταξύ Ισραήλ και Ινδίας. Τον Ιούλιο του 2017, ο Ναρέντρα Μόντι, επικεφαλής της ινδικής κυβέρνησης, επισκέπτεται για πρώτη φορά το Τελ Αβίβ. Στη συνέχεια, στις 14 Ιανουαρίου, ο ισραηλινός πρωθυπουργός Benyamin Netanyahu πηγαίνει στο Νέο Δελχί. Το Ισραήλ έγινε ο τέταρτος μεγαλύτερος προμηθευτής όπλων της Ινδίας, μετά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία και τη Γαλλία (το drone Heron και το σύστημα πυραύλωνBarak 8 είναι από τα αγαπημένα όπλα των Ινδών). Αλλά μόνο η απόρριψη του Ισλάμ και η φερόμενη απειλή που αντιπροσωπεύει, εξηγεί μια τέτοια προσέγγιση.

Εξάλλου, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν τη στρατηγική συνεργασία τους με την Ινδία. Ο υπουργός Εξωτερικών, Mike Pompeo, επισκέφθηκε το Νέο Δελχί το Σεπτέμβριο 2018. Η διαδικασία αυτή συνοδεύεται από επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Πακιστάν. «Το Πακιστάν δεν μας έδωσε τίποτα παρά ψέματα και μπελάδες», δήλωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ,Donald Trump. Το Πακιστάν υποστηρίζει ανοιχτά τον αγώνα των Ταλιμπάν εναντίον των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, τον οποίον το Ισλαμαμπάντ χαρακτηρίζει ως “ιερό πόλεμο”.

Εν τω μεταξύ, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε το Σεπτέμβριο ότι είχε βάλει τέρμα στη βοήθεια ύψους 300 εκατομμυρίων δολαρίων προς το Ισλαμαμπάντ. Το πρόσχημα είναι η υποστήριξη των πακιστανικών υπηρεσιών πληροφοριών στους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Το Πακιστάν μπορεί στη συνέχεια να στραφεί σε άλλες χώρες, όπως τη Κίνα, για βοήθεια για την άμυνα και την οικονομία του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ινδία έγιναν αντίπαλοι της Κίνας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ινδία θα διεξάγουν του χρόνου κοινές στρατιωτικές ασκήσεις στη ξηρά, τη θάλασσα και τον αέρα. Υπέγραψαν επίσης τη συμφωνίαComcasa (Communications Comptability and Security Agreement) που θα επιτρέψει στο Νέο Δελχί να επωφεληθεί από το ευαίσθητο αμερικανικό οπλισμό.

Φαίνεται λοιπόν ότι οι προβλέψεις του Χάντινγκτον επαληθεύονται σήμερα για την ινδική περίπτωση λόγω της ιστορικής διαλεκτικής μεταξύ του Ισλάμ και της Ινδίας. Αφού κυριαρχούσαν πολιτικά και θρησκευτικά αυτή η χώρα για αιώνες, οι ινδοί μουσουλμάνοι τελικά δημιούργησαν το κράτος τους στην ινδική υποήπειρο, κράτος το οποίο μισείται αιώνια από τους κυριαρχούμενους του χθες. Οι τελευταίοι μπορούν σήμερα να στηριχθούν στη βοήθεια του ιουδαϊκού χριστιανικού πολιτισμού για να διευθετήσουν τους λογαριασμούς τους με τους μουσουλμάνους αντιπάλους τους. Αυτή είναι η επιστροφή του στρόφαλου της Ιστορίας.

ΠΑΛΛΑΣ

Αποκλειστικά για το Strategika51.org

Strategika51

infognomon.gr