Αρχική Blog Σελίδα 2684

Για να καταλάβουμε τις δηλώσεις του πρωθυπουργού για τον εναέριο χώρο των Σκοπίων.

1

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Ο κ. Τσίπρας,  λόγω φόρτου εργασίας, ίσως, δεν προλαβαίνει να αφομοιώσει ορισμένες έννοιες.

Έτσι, όταν μιλάει, μερικές φορές, μας μπερδεύει.

Μεταβαίνοντας προχθές στα Σκόπια έκανε κάτι δηλώσεις περί αεροδρομίου της Μίκρας από το οποίο θα συντονίζεται ο έλεγχος του εναέριου χώρου των Σκοπίων και δημιούργησε απορίες.

Τι ήθελε να πει ο πρωθυπουργός;

Ίσως το αντιληφθούμε καλύτερα αν παρακολουθήσουμε τις ακόλουθες ερωταπαντήσεις.

Ερώτηση: Τι σημαίνει έλεγχος του εναέριου χώρου των Σκοπίων;

Απ΄. Αν στην Περιοχή Ευθύνης Πτήσεων των Σκοπίων (FIR Σκοπίων) εμφανιστεί κάποιο ιπτάμενο ίχνος αγνώστου ταυτότητος πρέπει να ελεγχθεί. Τα Σκόπια αυτήν τη στιγμή δεν έχουν αυτήν τη δυνατότητα. Αυτήν την ευθύνη την αναλαμβάνει η Ελλάδα. Με τα ραντάρ που ελέγχουν την περιοχή των Σκοπίων θα εντοπίζεται το ίχνος και αν δεν αναγνωρίζεται ως φιλικό θα πετούν αεροπλάνα της πολεμικής αεροπορίας και θα το αναχαιτίζουν. Το ραντάρ αυτό δεν είναι του Τριλόφου το οποίο βοηθά τα αεροπλάνα να προσγειώνονται στο αεροδρόμιο Μακεδονίας. Είναι του Χορτιάτη και του Βιτσίου. Αυτό το κάνει η Ελλάδα μαζί με την Ιταλία εδώ και χρόνια για την Αλβανία. Είναι πάρα πολύ σημαντικό αυτό το γεγονός της κάλυψης του εναέριου χώρου των Σκοπίων. Το αεροδρόμιο της Μακεδονίας δεν έχει καμία σχέση μ αυτό. Είναι καθαρά θέμα Πολεμικής Αεροπορίας και Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας. Η Ελλάδα, λοιπόν, θα έχει την ευθύνη της εναερίου κυκλοφορίας καθώς και την ευθύνη της έρευνας και διάσωσης στον εναέριο χώρο των Σκοπίων. Κάτι που διακαώς ζητούν οι Τούρκοι από το 1975 για το μισό περίπου Αιγαίο (25ος μεσημβρινός).

Ερ: Πόσα FIR έχει η Ελλάδα; Υπάρχει και FIR Μακεδονίας;

Βέβαια και υπάρχει, παρόλο που δεν είναι ευρέως γνωστό.  Ήταν μια πολύ εύστοχη κίνηση της Ελλάδας όταν τα Σκόπια έγιναν κράτος. Τότε χώρισαν το FIR ΑΘΗΝΏΝ  σε δύο. Στο ΑΘΗΝΏΝ ΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΊΑ. Ο έλεγχος πτήσεων των αεροσκαφών γίνεται από την Αθήνα από το Κέντρο Ελέγχου Πτήσεων Αθηνών (ΚΕΠΑΘ). Το αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης όπως και κάθε αεροδρόμιο στη γη ελέγχει τα αεροπλάνα της περιοχής ευθύνης του. Το ραντάρ Τριλόφου είναι για έλεγχο και προσέγγιση των αεροσκαφών στο αεροδρόμιο δεν έχει σχέση με τα ραντάρ αεράμυνας και ελέγχου του FIR.

Ερ: Υπάρχει αεροδρόμιο Μίκρας; Ποιο είναι;

Απ: Ναι, υπάρχει αεροδρόμιο Μίκρας και είναι το στρατιωτικό αεροδρόμιο το οποίο βρίσκεται μέσα στο αεροδρόμιο Μακεδονίας.  Κατ ουσίαν αεροδρόμιο είναι ένα δηλαδή οι διάδρομοι είναι κοινοί αλλά το ένα ονομάζεται Μακεδονία και το άλλο Μικρα.

Απ: Έχει καμιά σχέση το αεροδρόμιο Μίκρας  με το Σέδες;

Απ: Όχι.   Το Σεδες, σημειωτέον,  είναι το παλαιότερο εν ενέργεια αεροδρόμιο της Ευρώπης σήμερα.

Ερ. Θα εγκατασταθεί πολεμική μοίρα στο αεροδρόμιο Μίκρας γι αυτήν την ανάληψη ευθύνης;

Απ: Όχι. Πρώτον γιατί η απόσταση από τον Βόλο είναι λιγότερο από πέντε λεπτά και δεύτερον διότι η ίδια απόσταση της Θεσσαλονίκης από τα σταθμευμένα στο Βόλο F-16 είναι 2 λεπτά.

Μαχητικά αεροσκάφη δεν “πιάνουν” στη Μικρα. Ούτε καν για αυτό που λέμε touch and go.

Είναι πολύ δύσκολο να συνυπάρχουν πολεμική μοίρα με πολιτικό αεροδρόμιο.

Ακόμη και αυτό που λέμε ετοιμότητα (στη στρατιωτική γλώσσα readiness) είναι ανέφικτο γιατί η απογείωση πρέπει να γίνει σε δύο λεπτά. Κι αν εκείνη την ώρα υπάρχουν τρία πολιτικά να απογειωθούν;

Στη Σούδα πχ τα readiness της μοιρας γίνονται από το Τυμπακι….

Ίσως, τώρα, γίνουν περισσότερο κατανοητά όσα ήθελε να πει ο πρωθυπουργός.

Για την υποστήριξη στην πολιτική αεροπορία, δείτε εδω

 

Ευρώπη; Αυτή μας μάρανε…

0

του Κώστα Μπλιάτκα.

Οι παλιοί λένε πως το πολιτικό κλίμα θυμίζει τις ευρωεκλογές του Ιουνίου του 1984, που ήταν μία αναμέτρηση απίστευτης πόλωσης μεταξύ του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και της Νέας Δημοκρατίας του Ευάγγελου Αβέρωφ, τότε. Ποια Ευρώπη; Η χώρα είχε χωριστεί σε αυτούς που διακαώς ήθελαν να συνεχιστεί η «Αλλαγή» και σε αυτούς που τα έδιναν όλα για την «Απαλλαγή». Μια μάχη μεταξύ «φωτός και σκότους», όπως έλεγαν οι μεν, και «δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού», όπως απαντούσαν οι δε.

Να ηττηθούν «οι δυνάμεις του σκότους και του ολοκληρωτισμού» είχε ζητήσει από ένα μεγάλο πλήθος χαμένο σε ένα δάσος από γαλανόλευκες σημαίες ο Ευάγγελος Αβέρωφ, στην κεντρική προεκλογική του ομιλία στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου.

Δείτε και μια «λεπτομέρεια»: Το μεν ΠΑΣΟΚ, που μόλις πριν από 2,5 χρόνια είχε κερδίσει με εκείνο το σαρωτικό 48% του Οκτωβρίου του 1981, τελικά άντεξε και νίκησε παρά την «πανστρατιά» της ΝΔ, η πόλωση όμως που επικράτησε έφερε τα δύο μεγάλα κόμματα να συγκεντρώνουν αθροιστικά το 79,6% των ψήφων (το υψηλότερο μέχρι σήμερα ποσοστό του δικομματισμού σε ευρωεκλογές). Τα άλλα κόμματα… απλώς συμμετείχαν, με το πανίσχυρο μεταπολιτευτικά ΚΚΕ να περιορίζεται στο 11,6% και το ΚΚΕ εσ. στο 3,4%. Η ιστορία διδάσκει…

Και άλλες φορές όμως κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα για τις ευρωεκλογές η εσωτερική ατζέντα σκέπαζε τα πάντα, καθώς ο πονηρός πολιτευτής εύκολα μπορούσε, όπως η πρόσφατη πολιτική ιστορία απέδειξε, να παρασύρει τον παροιμιώδη μέσο ανθρωπάκο στην τεχνητή πόλωση και την πελατειακή λογική: «Ή εμείς ή αυτοί»!

Πέρα όμως από αυτήν την ελάχιστα ελπιδοφόρα «παράδοση», υπάρχει ίσως και κάτι βαθύτερο και όχι εύκολα ερμηνεύσιμο στη συμπεριφορά ενός μεγάλου και συχνά πλειοψηφικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία. Από τη μια θέλουμε να υπενθυμίζουμε στους εταίρους μας ότι εμείς δημιουργήσαμε το «ευρωπαϊκό όνειρο», ότι η σημερινή Ευρώπη είναι ελληνική έμπνευση, ενώ και η ίδια η λέξη είναι ελληνική και από την άλλη γινόμαστε μονίμως επιφυλακτικοί, φοβικοί και εχθρικοί απέναντι στους ευρωπαϊκούς κανόνες και θεσμούς, πιστεύοντας ότι πάντα κάποιοι θέλουν να μας «χρησιμοποιήσουν» και να μας «εκμεταλλευτούν».

Είμαστε μπροστά στην πιο κρίσιμη καμπή της πορείας της Ενωμένης Ευρώπης και στην πιο κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση των τελευταίων δεκαετιών. Η ευρωπαϊκές ελίτ δεν δείχνουν να έχουν τον τρόπο να πείσουν τις πλατειές λαϊκές μάζες, ειδικότερα στις πολύ μεγάλες φτωχές περιοχές του ευρωπαϊκού Νότου και των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ για την ορθότητα της πολιτικής στην οικονομία και το προσφυγικό. Η ακροδεξιά βλέπει τις ιδέες της να γνωρίζουν όλο και πιο μεγάλη απήχηση.

Η συζήτηση για την Ευρώπη μετά το 2020 και για το τι διακυβεύεται σε αυτές τις εκλογές θα κινηθεί στο περιθώριο. Ελάχιστα θα ακούσουμε για την υπαρξιακή κρίση της Ευρώπης, την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, την άμυνα και την εξωτερική πολιτική της Ε.Ε., τη στήριξη της περιφέρειας, την κοινωνική πολιτική, το κοινωνικό ντάμπινγκ, την ισοπέδωση της εργασιακής δικαιοσύνης, τα αδιέξοδα του προσφυγικού.

Είναι βέβαιο ότι δεν θα εμβαθύνουμε στα νέα δεδομένα που δημιουργεί η οικονομική και κοινωνική κρίση, η σαρωτική νέα τεχνολογία και η κλιματική αλλαγή.

Αυτά όμως δεν είναι μελλοντολογικές υπερβολές.

Τα σενάρια για το κλίμα στην Ελλάδα δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξα. Μετά την Ανταρκτική, η περιοχή του κόσμου με τη μεγαλύτερη αύξηση της θερμοκρασίας είναι η Μεσόγειος.

Η κουλτούρα της Ευρώπης έναντι της τεχνολογίας αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Τα κράτη καλούνται να υιοθετήσουν αμέσως όλες τις νέες τεχνολογίες. Έχει απάντηση η Ελλάδα; Πολύ αμφιβάλλουμε.

Είναι επείγον να αλλάξουμε την ενέργεια που καταναλώνουμε, ώστε να μη χρησιμοποιούμε άνθρακα. Σήμερα το 85% της παγκόσμιας ενέργειας βασίζεται στον άνθρακα, στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Έχει μπει αυτό στην εσωτερική ατζέντα;

Η γενιά του Εράσμους, βέβαια, τη θέλει αυτή τη συζήτηση ,αλλά εμείς οι παλιότεροι όχι. Έχουμε το βιολί μας. Άλλα είναι αυτά που -νομίζουμε ότι- «καίνε».

Η μια πλευρά δίνει τη μάχη των ευρωεκλογών, ψάχνοντας τον τρόπο «να μην πέσει ο Τσίπρας». Γι’ αυτό και η αναστολή υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων που θέλουν οι εταίροι και η μάχη για έκτακτο βοήθημα το Πάσχα, για τη διανομή των 700 εκατομμυρίων που κρατήθηκαν για προεκλογική χρήση και η δαιμονοποίηση του αντιπάλου ως ανάλγητου νεοφιλελεύθερου και «ομοϊδεάτη του Όρμπαν».

Η άλλη πλευρά θέλει να πέσει πάση θυσία ο «επικίνδυνος» Τσίπρας και ήδη ο πρόεδρος της ΝΔ έχει διαμηνύσει ότι το κόμμα κατεβαίνει, θεωρώντας τις ευρωεκλογές περίπου ως δημοψήφισμα εθνικής κάλπης.

Όλα τα έχει η προεκλογική περίοδος (αλληλοκατηγορίες για διαφθορά και διαπλοκή, απόπειρες εμπλοκής της δικαιοσύνης στο πολιτικό παίγνιο, επιστράτευση των «σταρ» του αθλητισμού, του τραγουδιού και των ριάλιτι στο «διάλογο» αλλά και στα ψηφοδέλτια), αλλά καθόλου Ευρώπη.

Αυτή μας μάρανε, όπως τραγουδούσε με το σαρκαστικό του ύφος, και μάλιστα σε πιο αθώες εποχές, ο αξέχαστος Τζίμης Πανούσης…

*Δημοσιεύθηκε στη “ΜτΚ” στις 31 Μαρτίου 2019

Τα ρίσκα για την Τουρκία από την εκλογική ήττα Ερντογάν

0
  • Της Laura Pitel (Αγκυρα)  Δημοσιεύθηκε: 2 Απριλίου 2019 – 08:00 Financial Times/euro2day.gr

Ο Τούρκος πρόεδρος πρέπει να παρουσιάσει μέτρα που θα καθησυχάσουν τους επενδυτές και ταυτόχρονα να ξανακερδίσει τη μεσαία τάξη. Πώς η άνοδος των υπερεθνικιστών περιπλέκει την κόντρα με τις ΗΠΑ.

Πίσω, όμως, από το αισιόδοξο προσωπείο, ο Τούρκος πρόεδρος γνώριζε ότι είχε υποστεί ένα από τα πλέον δύσκολα εκλογικά αποτελέσματα στα 16 χρόνια της εξουσίας του. «Αν έχουμε ελαττώματα, είναι καθήκον μας να τα διορθώσουμε», είπε στο πλήθος, σε μια λιτή αναγνώριση των απωλειών που υπέστη.

Έχοντας χάσει την Άγκυρα, την πρωτεύουσα της χώρας, και αντιμετωπίζοντας την πικρή ήττα στην Κωνσταντινούπολη, ο Ερντογάν πρέπει τώρα να προσθέσει την ανάγκη να διορθώσει τη μειωμένη στήριξη στο πρόσωπό του στη λίστα των εγχώριων και διεθνών προκλήσεων που ήδη αντιμετωπίζει.

«Είναι ένα απαίσιο αποτέλεσμα για τον Ερντογάν», δήλωσε ο Μπερκ Έσεν, βοηθός καθηγητής διεθνών σχέσεων στο πανεπιστήμιο Bilkent της Αγκυρας. «Υπάρχει οικονομική κρίση, υπάρχει διεθνής κρίση λόγω της αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή, υπάρχει μια εκλογική ήττα που δείχνει στους διεθνείς εταίρους και τους εγχώριους αντιπάλους ότι είναι αρκετά ευάλωτος».

Αν και ο κ. Ερντογάν δεν ήταν υποψήφιος στις εκλογές της Κυριακής, έδωσε μια προεκλογική μάχη για τον έλεγχο των 81 επαρχιών της Τουρκίας, λες και επρόκειτο για γενικές εκλογές. Προσπάθησε να αποσπάσει την προσοχή από τις διαμαρτυρίες για την εκτίναξη στις τιμές των τροφίμων και την άνοδο της ανεργίας, παρουσιάζοντας την ψηφοφορία ως μια μάχη για εθνική επιβίωση απέναντι σε εξωτερικές απειλές. Αφίσες με το πρόσωπό του είχαν τοιχοκολληθεί σε πόλεις σε όλη τη χώρα και ο ίδιος έκανε πολυάριθμες προεκλογικές εμφανίσεις.

Ο Τούρκος ηγέτης αγωνίστηκε τόσο σκληρά γιατί γνωρίζει από προσωπική πείρα πως μια νίκη σε τοπικό επίπεδο μπορεί να πυροδοτήσει ένα φαινόμενο ντόμινο.Εκλέχτηκε δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης το 1994, καβαλώντας το κύμα στήριξης στους ισλαμιστές πολιτικούς. Οκτώ χρόνια αργότερα, το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) το οποίο ίδρυσε, κατέκτησε την εθνική εξουσία.

Kανείς δεν προβλέπει την άμεση πτώση του κ. Ερντογάν. Ο 65χρονος παραμένει μακράν ο πιο δημοφιλής πολιτικός της χώρας και έχει κατορθώσει πολλές φορές να βγει από δύσκολες καταστάσεις. Αλλά η απώλεια της Άγκυρας και μια σειρά σημαντικών οικονομικά πόλεων στη νότια ακτή της χώρας -όπως η βιομηχανική πόλη των Αδάνων και το τουριστικό κέντρο της Αττάλειας- έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα στην πολιτική συμμαχία της οποίας ηγείται το AKP.

«Επιβιώνουν» ανέφερε ο Ασλί Αϊντιντασμπάς, ερευνητής στη δεξαμενή σκέψης European Council on Foreign Relations. «Αλλά δεν έχουν την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων των μεγάλων πόλεων, συμπεριλαμβανομένων των πιο άξιων και έξυπνων, της βιομηχανικής ελίτ και της μεσαίας τάξης».

Ο κ. Ενρτογάν θα προσπαθήσει να ξανακερδίσει τους ανθρώπους αυτούς, καθώς ονειρεύεται να ηγηθεί των πανηγυρισμών για τα εκατό χρόνια της τουρκικής δημοκρατίας το 2023.

Αλλά πρώτα, ο Τούρκος πρόεδρος πρέπει να αντιμετωπίσει κάποιες πιο πιεστικές προκλήσεις. Τους επόμενους μήνες θα συγκρουστεί με την Ουάσιγκτον για το σχέδιο της Τουρκίας να αγοράσει το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400 από τη Μόσχα. Πρέπει επίσης να βρει έναν τρόπο να ξεπεράσει το αδιέξοδο για το μέλλον της Βόρειας Συρίας μετά την υπόσχεση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να εξαλείψει σταδιακά την αμερικανική παρουσία στη χώρα.

Τα καλά νούμερα τα οποία πέτυχαν το βράδυ της Κυριακής οι υπερεθνικιστές που έχουν συστρατευτεί με το AKP μπορεί να περιπλέξουν και τους δύο αυτούς στόχους. Το Εθνικιστικό Κίνημα (ΜΗP) είναι εξαιρετικά καχύποπτο έναντι των ξένων δυνάμεων και τηρεί σκληρή στάση απέναντι στις πολιτοφυλακές των Κούρδων στη Συρία, περιορίζοντας ενδεχομένως τη δυνατότητα του κ. Ερντογάν να καταλήξει σε συμβιβασμό. Αλλά η πιο μεγάλη πρόκληση για τον Τούρκο πρόεδρο είναι η επιτακτική ανάγκη να διορθώσει τα βαθιά ριζωμένα οικονομικά προβλήματα, τα οποία διογκώθηκαν μετά την νομισματική κρίση της περασμένης χρονιάς που οδήγησε τη λίρα σχεδόν 30% χαμηλότερα έναντι του δολαρίου στο τέλος του 2018. Η λίρα υποχωρούσε 2,5% στις 5,6939 λίρες το δολάριο, τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας.

O κ. Ερντογάν έσπευσε την Κυριακή να καθησυχάσει τους επενδυτές μετά από μια εβδομάδα αναταραχών για τα τουρκικά στοιχεία ενεργητικού. Σε πλήρη αντίθεση με την προεκλογική του ρητορική, όταν επιτέθηκε στους ξένους κερδοσκόπους και τάχθηκε ενάντια στα υψηλά επιτόκια, ο Τούρκος πρόεδρος υποσχέθηκε «να σεβαστεί τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς» και να εστιάσει στην τόνωση της τεχνολογίας και των εξαγωγών.

Ωστόσο, αυτός και ο γαμπρός του, ο υπουργός Οικονομικών Μπεράτ Αλμπαϊράκ, θα πρέπει να παρουσιάσουν γρήγορα και με σαφήνεια τα σχέδιά τους, ώστε να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών οι οποίοι έμειναν άναυδοι από τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για τη στήριξη της λίρας τις τελευταίες ημέρες πριν την ψηφοφορία.

Ορισμένοι είχαν προειδοποιήσει πριν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων ότι μια κακή επίδοση για το AKP και των de facto κυβερνητικών του εταίρων θα περιόριζε το περιθώριο για βαθιές μεταρρυθμίσεις. «Το χειρότερο αποτέλεσμα (για τους επενδυτές) είναι αν οι εκλογές δείξουν περαιτέρω αποδυνάμωση του συνασπισμού AKP, το οποίο θα κάνει ακόμα πιο διστακτική την κυβέρνηση» ανέφερε η Έσθερ Λο, υπεύθυνη επενδύσεων στο χρέος αναδυόμενων αγορών στην Amundi.

Μια εξέλιξη της ψηφοφορίας της Κυριακής η οποία προκάλεσε σχεδόν καθολική ανακούφιση ήταν η υπόσχεση του κ. Ερντογάν ότι δεν θα γίνουν περαιτέρω εκλογές ως το 2023.

Μετά από 13 εκλογές τα τελευταία 10 χρόνια, οι Τούρκοι ψηφοφόροι έχουν εξαντληθεί, οι δυτικοί σύμμαχοι της χώρας έχουν κουραστεί από τον σωβινισμό που χαρακτηρίζει τις προεκλογικές περιόδους και οι επενδυτές αναμένουν απεγνωσμένα να μπει τέλος στο κυνήγι της ανάπτυξης μέσω δανεισμού με κάθε κόστος.

«Από εδώ και στο εξής, δεν θα έχουμε διαρκώς εκλογές» υποσχέθηκε ο κ. Ερντογάν στο εκλογικό του σώμα και στους οπαδούς του κόμματός του.

«Τώρα, θα κοιτάμε μόνο μπροστά».

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.
https://www.euro2day.gr/ftcom/ftcom_gr/article-ft-gr/1673528/ta-riska-gia-thn-toyrkia-apo-thn-eklogikh-htta-ern.html

US, Israel Punish Turkey’s Erdogan

1

It is no big secret that the US and its European allies and Israel view Turkish President Recep Erdogan’s regional policies with growing disquiet.

02 Apr 2019
President Erdogan’s supporters celebrate election victory, Ankara, April 1, 2019

“Turkey is a global “swing state.” It has a large and growing economy, a strategic location, a democratic government, and mixed views about prevailing international arrangements. Like the other three global swing states — Brazil, India, and Indonesia — Turkey’s choices will influence whether today’s international order evolves and endures or fragments and fails.”

The above passage is reproduced from a policy brief titled Turkey: A Global Swing State by the German Marshall Fund of the United States, the American think tank. Indeed, from the US perspective, several fault lines in regional politics are affected by Turkish policies. At least half a dozen major templates can be readily identified: Syrian conflict, Kurdish autonomy, Palestinian problem and Israel’s security, US sanctions against Russia and Iran, Turkey’s entente with Russia, Qatar, Iran, etc., NATO presence in the Black Sea and Mediterranean and the alliance’s base in Incirlik and so on.

It is no big secret that the US and its European allies and Israel view Turkish President Recep Erdogan’s regional policies with growing disquiet. Erdogan’s independent foreign policies weaken western regional strategies and his support for Hamas (and his visceral dislike of Netanyahu) isolates Israel in the region.

On the other hand, the US’ containment strategies against Russia and Iran are undermined by Erdogan’s policies. The Turkish-Russian-Iranian troika created new facts on the ground in Syria and rendered untenable the US military presence in Syria. Turkey frontally challenges the US’ alliance with Syrian Kurds. The deepening Turkish-Russian partnership challenges the cohesion of NATO. The so-called Middle Eastern Entente between Turkey, Qatar and Iran creates much-needed strategic depth for Tehran.

Suffice to say, Erdogan has become a thorn in the flesh for the US and Israel. All this goes to explain the unusually high level of western interest in Turkey’s local elections, which concluded on Sunday. The big question is how far the election results affect Erdogan’s hold on power. Put differently, do the election results show any signs of this charismatic politician losing his grip?

The turnout of voters has been appreciably high — 84.67%. Overall, AK Party (Erdogan’s party) and its ultra-nationalist ally MHP (under the banner People’s Alliance) polled 51.62% votes as against the secular ‘Kemalist’ and liberal opposition (known as National Alliance) which secured 37.56% votes.

The AKP is leading the race securing 16 metropolitan municipalities (out of 30) and taken control of 24 cities, with the main opposition winning in 10 municipalities. But the opposition has wrested control of Ankara and may have scraped through in Istanbul, the country’s main centre of business and industry.

On the whole, there has been no significant shift in the established pattern of social and political polarisation — the southern (Mediterranean) and western (Aegean) provinces supporting the opposition parties with liberal, ‘westernist’, secular outlook, while the Islamist AK Party retains its vast power base in the deeply conservative Anatolian heartland.

Simply put, the AK Party emerges as the winner for the 15th consecutive election under Erdogan’s stewardship. Erdogan said in an address to the nation, “There will be no elections for four and a half years. What will we do? We will focus on national and international issues, and hopefully raise our country above the level of our contemporaries.” Erdogan prioritised the strengthening of the economy, development and job creation.

A pall of gloom would have descended on the western capitals as the realisation sinks in that Erdogan will be around as Turkey’s helmsman for the foreseeable future. Turkey’s presidential and parliamentary elections are due only in 2023.

It is a sign of the times that Russian President Vladimir Putin telephoned Erdogan on Monday to congratulate him. Erdogan is due to travel to Russia next week to co-chair with Putin the eighth meeting of the High-Level Russian-Turkish Cooperation Council scheduled for April 8 in Moscow.

Erdogan’s meeting with Putin will be crucial as both sides are conscious that stormy days lie ahead in Turkish-American relations. Turkish Foreign Minister Mevlut Cavusoglu is due to travel to the US even as Washington is ratcheting up pressure on Ankara to pull out of the S-400 missile deal with Russia and to comply with the US sanctions on Iran.

Things may come to a head between the two NATO allies in the coming weeks since Russia is due to deliver to Turkey in July the first batch of the missile system. Turkey is buying four batteries of the S-400 air defence system for $2.5 billion.

On Thursday, a bipartisan bill was introduced in the US senate to block the transfer of F-35 stealth fighter jets to Turkey unless Ankara scrapped the S-400 deal. The US is also reportedly considering removing Ankara from the joint production program on F-35s. But the Turkish Foreign Minister Cavusoglu reiterated on Friday that Ankara will go ahead with the missile deal with Russia. He scotched the rumours that Ankara might resell the missiles to a third country.

More importantly, last Tuesday, the US introduced sanctions on 25 individuals and firms on grounds of violation of sanctions on Iran, including firms and persons based in Turkey. On Wednesday, Sigal Mandelker, undersecretary for terrorism and financial intelligence in the US Treasury, called on Turkey to strictly observe the sanctions against Iran.

Without doubt, the Israeli lobby in Washington is pulling all stops to punish Erdogan. His support for Iran and Hamas infuriate Israel. Erdogan said last week that Turkey will never accept Israel’s illegal occupation of Golan Heights and intends to raise the issue in the UN. The US media which is heavily under Jewish influence has been harshly critical of Erdogan. Sunday’s election results are being displayed as ‘setback’ for Erdogan. Given the Jewish influence on Wall Street, the game plan would be to create difficulties for the Turkish economy so that mass discontent rises and threatened Erdogan’s popularity.

At such a sensitive juncture when an escalation of tension in ties between Ankara and Washington looks possible in the days ahead and Turkey is hard-pressed to strike a balance between the US and Moscow, the results of the local elections on Sunday would relieve the pressure on Erdogan. But the loss of control of Ankara and Istanbul creates new headaches.

The head of the Nationalist Movement Party (MHP) Devlet Bahçeli, ally and coalition partner of Erdogan, said on Monday that “external forces seeking to implement shady machinations over Turkey have failed” in the local elections. Bahceli said that the “economic hitmen, currency gangs, terrorist groups and intentions” lost hope thanks to the will of the nation and “got the answer they deserved.”

However, looking ahead, Bahceli added, “Elections are now past and Turkey has replenished its hope. It is of crucial importance to focus on worsening social and economic issues along with international challenges.”

https://www.newsclick.in/Turkey-Israel-US-Erdogan

S-400 or F-35? Turkey’s Erdogan Must Choose

0

April 1, 2019 | Breaking Defense

Bradley Bowman | CMPP Senior Director

Andrew Gabel | Research Analyst

Editor’s Note: Turkey’s increasingly autocratic president, Recep Tayyip Erdoğan is an erstwhile NATO ally. Turkey flies F-16s and is a partner in the F-35 program. But Erdogan has committed his country to buying Russia’s reportedly excellent surface to air missile system, the S-400. This op-ed by Bradley Bowman, former aide to Sen. Todd Young of the Senate Foreign Relations Committee and to former Sen. Kelly Ayotte of the Senate Armed Services Committee, explores the military aspects of why selling the F-35 to Turkey is a bad idea if Erdogan goes ahead with the S-400 buy.

While Turkey is a NATO ally, it has hardly been acting like one. Indeed, one would not expect an ally to purchase an air defense system from Russia, the preeminent military threat to the alliance. Yet, Turkish President Recep Tayyip Erdogan recently reaffirmed plans to purchase the S-400 from Moscow. This raises serious questions about Turkey’s commitment to the NATO alliance and gives Russia an extraordinary opportunity to compromise the F-35, a mainstay of U.S. and allied combat aviation forces going forward.

If Erdogan proceeds with the purchase of the S-400, the U.S. should cancel deliveries of the F-35 to Turkey, and remove Turkish companies from the F-35 production and supply chain.

The co-location of the S-400 and the F-35s in Turkey would provide Moscow a myriad of opportunities to rehearse detecting and shooting down F-35s, undermining the combat effectiveness of an aircraft designed to give the U.S. a vital edge over great power adversaries.

The F-35 is an “all-weather, precision, stealthy, air–to–air, and ground strike capability” fifth-generation fighter. Yet, the F-35 is more than just a weapons platform. Its advanced sensors and capabilities will give the F-35 an outsized importance in future multi-domain operations against U.S. adversaries. A breach of the F-35’s advanced technologies would have consequences both serious and far-reaching.

Acting Assistant Secretary of Defense for International Security Affairs Katie Wheelbarger explained the problem of co-location effectively when she noted, “The S-400 is a computer. The F-35 is a computer. You don’t hook your computer to your adversary’s computer and that’s basically what we would be doing.”

Gen. Tod Wolters, NATO Allied Air Commander and the nominee to serve as head of European Command, has testified, “Anything that an S-400 can do that affords it the ability to better understand a capability like the F-35 is certainly not to the advantage of the coalition.” The co-location of the F-35 and S-400 would present Russia an opportunity to do just that.

One could further expect Russia to share this information with potential adversaries – and clients – such as China, which also operates the S-400.

Gen. Curtis Scaparrotti, the top U.S. military commander in Europe, said Turkey’s acquisition of the S-400, “presents a problem to all of our aircraft, but specifically the F-35.”  Based on this, he recommended against selling F-35s to Turkey if Ankara moves forward with its purchase of the S-400. When the American military officer who has spent the last three years focused on the Russian threat makes such a recommendation, policymakers would be wise to listen.

To date, Ankara has ignored Washington’s concerns, rebuffing its offer of a viable alternative in the American-made Patriot air and missile defense system.

Some point to assurances from Ankara that Turkish personnel would be trained by Russians outside of Turkey. Given Erdogan’s track record, such promises should be viewed with healthy skepticism.

Others worry that removing Turkey from the F-35 program might create problems because Turkish companies help produce components of the plane, including elements of its fuselage and cockpit display. Yet Pentagon officials have made clear that these challenges are manageable.

It is worth considering that nothing will hurt the long-term health and competitiveness of the F-35 program more than a perception that the aircraft may not be successful against a great power adversary due to the compromise of key technologies.

There is no doubt that removal of Turkey from the F-35 program will cause additional strain in the bilateral relationship. This fact, however, should be weighed in the context of the broader deterioration in Ankara’s behavior. In recent years, we have seen Turkey cozy up to Vladimir Putin, attack American ground partners in Syria who have been pivotal in the fight against ISIS, and hold Americans hostage, including Pastor Andrew Brunson. Under Erdogan, Turkey has clearly pivoted away from the U.S. and likely will continue to do so regardless of the F-35 decision.

In short, any challenges related to the removal of Turkey from the program pale in comparison to the consequences for American and allied national security associated with the co-location of the S-400 and the F-35.

A November 2018 DoD report detailed “unavoidable negative consequences for U.S.-Turkey relations, as well as Turkey’s role in NATO” if Ankara proceeds with the acquisition of the S-400. In addition to endangering Turkey’s role in the F-35 program, these included the end of other potential arms transfers, reduction in NATO interoperability, and increased Turkish dependence on Russia.

The U.S. may even be compelled to impose sanctions on Ankara for the purchase of Russian arms, which would underscore the dissonance between Turkey’s behavior and the country’s status as a NATO ally.

For the sake of the bilateral relationship, NATO security, and the interests of the American and Turkish people, hopefully Erdogan will change course. If not, Ankara should lose the F-35.

Bradley Bowman is senior director for the Center on Military and Political Power at the Foundation for Defense of Democracies (FDD), where Andrew Gabel is a research analyst. Follow Bradley and Andrew on Twitter at @Brad_L_Bowman and @Andrew_B_Gabel.

Follow FDD on Twitter @FDD and @FDD_CMPP. FDD is a nonpartisan Washington research institute focusing on national security and foreign policy.

L’Allemagne, plus grand bordel d’Europe

0

Les maisons closes prospèrent outre-Rhin depuis la légalisation de la prostitution. Un business juteux, mais les dérives criminelles ne sont jamais loin.

Quartier des « bordels » et des bars à Hambourg.

© AXEL HEIMKEN / DPA / dpa Picture-Alliance/AFP

Το εκκρεμές των Δαρδανελίων

0
Πώς η συριακή κρίση συσχετίζεται γεωπολιτικά με τα Στενά
Η θεωρία του Halford Mackinderείναι ακόμα ισχυρή: Στον χάρτη που παραθέτει ο ίδιος, το όριο της Heartland, όχι τυχαία, διέρχεται από τα Δαρδανέλια. Πηγή: Mackinder, H., (1942) Democratic Ideals and Reality.
Περίληψη:

Η Τουρκία εμφανίζεται να προσπαθεί, παράλληλα με τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, να μεγεθυνθεί και η ίδια ευελπιστώντας να αποκομίσει κέρδη από την εκ νέου νομή της κυριαρχίας η οποία κυοφορείται στην περιοχή. Η προσπάθεια σε μεγάλο βαθμό κρύβει την ανασφάλεια του Προέδρου της και του κύκλου συμφερόντων του, καθώς η Τουρκία, παρά την αδιαμφισβήτητη πρόοδο σε κάποιους τομείς, δεν είναι σε θέση υπό τις παρούσες συνθήκες να χαράξει ανεξάρτητη γεωπολιτική στρατηγική.

Ο Δρ. ΣΩΤΗΡΙΟΣ Κ. ΜΠΕΛΛΟΣ είναι λέκτορας του Διεθνούς Τμήματος του Πανεπιστημίου του Sheffield.

Τα στενά του Ελλησπόντου χαρακτηρίζονται από μια εγγενή αστάθεια αναφορικά με τις κυρίαρχες δυνάμεις που θέλουν να τα ελέγξουν. Αυτή η αστάθεια λαμβάνει ιστορικά τη μορφή ενός ιδιότυπου εκκρεμούς, καθώς οι αντίπαλες κυρίαρχες δυνάμεις, όπως και στην φυσική των ταλαντώσεων, αποκτούν τον έλεγχο ή μέρος αυτού για κάποιο χρονικό διάστημα και στην συνέχεια τον χάνουν, αφού αυτός πηγαίνει στην αντίθετη πλευρά. Το άρθρο επιχειρεί να αναδείξει αυτό το γεωπολιτικό δομικό αρχέτυπο της συγκεκριμένης περιοχής, ενώ στο τέλος επιχειρεί την ανάλυση διαφορετικών σεναρίων σε σχέση με τις τρέχουσες εξελίξεις.

ΤΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

Το ζήτημα των Στενών του Ελλησπόντου, ή Δαρδανελλίων (ή ζήτημα των Στενών – Question of Straits στην διεθνή σχετική βιβλιογραφία), αποτελούσε ίσως ένα από τα μεγαλύτερα και πλέον κρίσιμα ζητήματα του λεγόμενου «Ανατολικού Ζητήματος» (Eastern Question), ενώ σύμφωνα με κάποιες προσεγγίσεις αποτελούσε τον κατεξοχήν πυρήνα του «Ανατολικού Ζητήματος» (Mackinder, 1942). Η σταδιακή αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την διάρκεια του 18ου και του 20ου αιώνα σηματοδότησε την έναρξη συζητήσεων και διεργασιών αναφορικά με την τύχη των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επί των οποίων, κατά το αυτοκρατορικό μοντέλο, διαβιούσαν δεκάδες διαφορετικές εθνότητες. Τα εν λόγω εδάφη περιλάμβαναν κάποια από τα πλέον στρατηγικά σημεία του πλανήτη, όπως π.χ. το Σουέζ στην Αίγυπτο, τα Δαρδανέλια, αλλά και νησιά ιδιαίτερα αυξημένης στρατηγικής σημασίας όπως π.χ. η Κύπρος και η Κρήτη.

Ένα εύλογο ερώτημα αναφορικά με το Ανατολικό Ζήτημα είναι το γιατί ανέκυψε με τόση ένταση την συγκεκριμένη χρονική περίοδο (18ο – 20ο αιώνα) και όχι νωρίτερα, π.χ. κατά την περίοδο της κατάρρευσης της Βυζαντινής/ Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπου και τότε υπήρχαν μνηστήρες που εποφθαλμιούσαν τα εδάφη της.

Ο λόγος για αυτό, και μάλιστα ο σημαντικότερος, είναι ότι κατά την περίοδο που ανακύπτει το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα έχουν σχηματισθεί πλήρως οι κύριες Δυνάμεις οι οποίες πλέον έχουν την ισχύ, το εύρος, αλλά και την αντίληψη να ασκούν σε κάποιο βαθμό πλανητική στρατηγική. Από τη μια πλευρά οι Δυτικοευρωπαϊκές Δυνάμεις οι οποίες έχουν τιθασεύσει τις ωκεάνιες οδούς, έχουν ανακαλύψει νέες ηπείρους και έχουν εγκαθιδρύσει σε παγκόσμιο επίπεδο ένα δίκτυο αποικιών, και από την άλλη η Ρωσία, η οποία πλέον διαφεντεύει το μεγαλύτερο μέρος της χερσαίας κάλυψης του βορείου ημισφαιρίου, μίας περιοχής πλούσιας σε φυσικούς πόρους, αλλά και φυσικά οχυρωμένης, που της δίνει το δικαίωμα προβολής ισχύος προς όλες τις κατευθύνσεις (Mackinder, 1904). Την περίοδο της κατάρρευσης της Βυζαντινής/Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τέτοιες δυνάμεις με αυτά τα χαρακτηριστικά δεν υπήρχαν. Η Δύση στην συγκεκριμένη κατάσταση και στον εν λόγω ιστορικό χρόνο μάλλον επέδειξε μια (επιτηδευμένη;) άγνοια του διακυβεύματος [1], πέραν του ότι επί της βάσης της διαθέσιμης ισχύος δεν ήταν ικανή να αντιμετωπίσει την αντίστοιχη οθωμανική ισχύ στην συγκεκριμένη συγκυρία.

Επομένως, η ανάδειξη δυνάμεων με πλανητική συνειδητοποίηση και πλανητικό προσανατολισμό είναι το γεγονός που αναδεικνύει το Ανατολικό Ζήτημα κατά την περίοδο του 18ου – 20ου αιώνα. Όλως παραδόξως, αυτή η περίοδος είναι ταυτόχρονα και η περίοδος κατά την οποία η οθωμανική ισχύς, η οποία κατέχει τα Στενά, αρχίζει να φθίνει σταδιακά. Και φυσικά, στην ανάδειξη αυτών των παγκόσμιων δυνάμεων παίζει πρωτεύοντα ρόλο η τεχνολογική ανάπτυξη, βασικός φορέας της οποίας ήταν, είναι και θα είναι η πολεμική χρεία.

Ένα εξίσου σημαντικό ερώτημα είναι το γιατί το Ανατολικό Ζήτημα επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στα Στενά των Δαρδανελίων και στη γειτνιάζουσα Μικρασιατική Χερσόνησο.
Σύμφωνα με τον Sir Halford Mackinder (1942) η περιοχή αυτή είναι σημείο επαφής της Heartland των Χερσαίων Δυνάμεων (εκ των οποίων η Ρωσία αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη) με το Inner Crescent των Θαλάσσιων Δυνάμεων. Όπως φαίνεται και στο ακόλουθο Σχήμα 1, όποιος ελέγχει τα Στενά, σύμφωνα πάντα με τον Mackinder, επεκτείνει την ζώνη επιρροής και ελέγχου του. Όταν οι θαλάσσιες δυνάμεις (Naval Forces) έχουν την δυνατότητα να εισέλθουν στην Μαύρη Θάλασσα, η επιρροή τους φτάνεις μέχρι και την Κριμαϊκή χερσόνησο.

Αντίστοιχα όταν οι χερσαίες δυνάμεις (Land Forces) ελέγχουν τα Στενά και την Τουρκία, αποκτούν ουσιαστικά πρόσβαση στα θερμά ύδατα της Μεσογείου, ακυρώνοντας με αυτόν τον τρόπο τις μακροχρόνιες (πέραν των τριών αιώνων) προσπάθειες να κρατήσουν τις χερσαίες δυνάμεις περιορισμένες και να διεκδικήσουν παγκόσμια κυριαρχία. Ως εκ τούτου, η πύλη των Δαρδανελίων είναι αληθινά ένας διάδρομος που ενώνει/διακόπτει δύο διαφορετικούς «κόσμους» με αντίπαλους προσανατολισμούς, για την ακρίβεια τις αντικρουόμενες πλανητικές δυνάμεις από την στιγμή της σχεδόν ταυτόχρονης ανάδειξής τους. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν εξίσου «ενδιαφέροντα» στρατηγικά σημεία στον κόσμο, π.χ. Σουέζ, Παναμάς, Γιβραλτάρ, κάποια εκ των οποίων με ασύγκριτα μεγαλύτερο οικονομικό ειδικό βάρος (π.χ. Σουέζ, Παναμάς) από αυτό των Δαρδανελίων, το τελευταίο είναι πιθανόν το μόνο σημείο στο οποίο έρχονται σε άμεση «επαφή» οι Land Forces με τις Naval Forces [2]. Πέραν αυτού η Μαύρη Θάλασσα θεωρείται ως η πίσω πόρτα προς την Μέση Ανατολή, αλλά και την Ασία (Asmus, 2004).

01042019-4.jpg

Σχήμα 1. Απεικονίζοντας το όριο της Heartland όταν οι Μεσογειακές θαλάσσιες δυνάμεις εισέρχονται στην Μαύρη Θάλασσα (με +++++++++), καθώς και όταν οι χερσαίες δυνάμεις προωθούνται από τις στέπες στον Ταύρο και στις Διναρικές Άλπεις (με ———–). Πηγή: Mackinder, H., (1942) Democratic Ideals and Reality, p. 79
———————————————————————————————

Για τον λόγο αυτό, από την πρώτη στιγμή της πλανητικής συνειδητοποίησης και στρατηγικής σκέψης των Μεγάλων Δυνάμεων, το ζήτημα των Στενών μεταφέρεται αυτομάτως στην κορυφή των θεμάτων υψηλής στρατηγικής τόσο της Ρωσίας όσο και των Δυτικών Δυνάμεων.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι, όπως ακριβώς είχε συμβεί και με τον προκάτοχο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, την αποκαλούμενη Βυζαντινή αυτοκρατορία (στην πραγματικότητα Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία), η δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου των Στενών, ιδιαίτερα κατά τους τελευταίους αιώνες της ύπαρξής της, έβαινε σταδιακά μειούμενη. Αναφέρονται ενδεικτικά, χωρίς να είναι σκοπός να αναλυθούν σε βάθος, το σύστημα διομολογήσεων στις Ιταλικές Δημοκρατίες, η κατάληψη μέρους των στενών από ξένες δυνάμεις κατά τους αιώνες προ της αλώσεως (Οθωμανοί, Δυτικοί), καθώς και ο πλήρης στραγγαλισμός των Στενών λίγο διάστημα πριν από την οριστική πτώση (κατασκευή οθωμανικών οχυρών Rumeli Hissar, Anadolu Hissar). Με παρόμοιους τρόπους, και η Οθωμανική, αλλά και Τουρκική κυριαρχία και φυσικά ο έλεγχος των Στενών πέρασε από τα στάδια πλήρους ελέγχου σε καταστάσεις περιορισμένης κυριαρχίας ακόμα και σε καταστάσεις παντελούς απώλειάς της.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΝΘΗΚΗ ΚΙΟΥΤΣΟΥΚ-ΚΑΪΝΑΡΤΖΗ ΣΤΗΝ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΑΓ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Με την συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή του 1774 δίνονταν για πρώτη φορά δυνατότητες επέμβασης της Ρωσίας εντός της οθωμανικής επικράτειας, κυρίως αναφορικά με την προστασία ορθόδοξων πληθυσμών. Σε αυτό το σημείο το εκκρεμές για πρώτη φορά κινείται προς την πλευρά της τσαρικής Ρωσίας. Με την Αγγλο-Τουρκική Συμφωνία του 1809, καθορίζεται αυτό που είναι γνωστό στην σχετική βιβλιογραφία ως ο «αρχαίος κανόνας» (The ancient Rule), ο οποίος αποτελεί έμπνευση του Δούκα του Wellington. Σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα, «τα Στενά θα πρέπει να είναι κλειστά για τα πολεμικά πλοία», επιχειρώντας με αυτόν τον τρόπο τον αποκλεισμό της Ρωσίας μέσα στη Μαύρη Θάλασσα, ούτως ώστε να μην είναι σε θέση να απειλήσει με κανέναν τρόπο τις διόδους επικοινωνίας της Βρετανίας στην Ινδία και ευρύτερα. Εδώ το εκκρεμές του Ελλησπόντου έχει αλλάξει κατεύθυνση και βρίσκεται σαφώς προς την πλευρά της Δύσης.

Όπως, όμως, αναφέρει και ο Alstyne (1947), η εφαρμογή αυτού του κανόνα επαφίονταν στην ικανότητα της Μεγάλης Βρετανίας να κρατάει σε ασφαλή απόσταση την ρωσική επιρροή από την Τουρκία, κάτι διόλου εύκολο. Το 1833 στο πλαίσιο ενός αμοιβαίου αμυντικού συμφώνου (Unkiar Skelessi) μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, τα ρωσικά πολεμικά πλοία εξαιρούνται του «αρχαίου κανόνα» και μπορούν πλέον να εισέρχονται στα θερμά ύδατα της Μεσογείου, καθιστώντας ουσιαστικά την Υψηλή Πύλη ρωσικό προτεκτοράτο και οδηγώντας εκ νέου το εκκρεμές του Ελλησπόντου στην ρωσική πλευρά. Το 1841, μέσα από την διπλωματική μαεστρία του Λόρδου Palmerston και στο πλαίσιο μιας συμφωνίας 5 δυνάμεων, η συμφωνία του Unkiar Skelessi τερματίζεται και επιβεβαιώνεται εκ νέου ο «αρχαίος κανόνας» του κλεισίματος των Στενών, αλλά ταυτοχρόνως απαιτείται από την Τουρκία σε περίοδο πολέμου να ανοίγει σε αυτές τις δυνάμεις τα Στενά, προκειμένου να διέλθουν Δυτικά πολεμικά πλοία, κάτι που λαμβάνει χώρα 13 χρόνια αργότερα με την Κριμαϊκή Εκστρατεία, οπότε ο αγγλικός και γαλλικός πολεμικός στόλος εισήλθαν στη Μαύρη Θάλασσα και κατάφεραν να νικήσουν την Ρωσία στην Κριμαία.

Το εκκρεμές του Ελλησπόντου για μια ακόμα φορά είχε στραφεί και μάλιστα με δύναμη προς την πλευρά της Δύσης. Όχι όμως για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς το 1878 και στο πλαίσιο της υποδαύλισης των βαλκανικών εθνικισμών, τα ρωσικά στρατεύματα δια της βαλκανικής οδού φτάνουν μέχρι σχεδόν τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, όπου και υπογράφεται η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, οπότε η συμφωνία του 1841 με τις Δυτικές δυνάμεις σε σχέση με τον «Αρχαίο Κανόνα» χάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό τον βηματισμό της, φέρνοντας και πάλι με αυτόν τον τρόπο το εκκρεμές προς την πλευρά της Ρωσίας.

Ο Α’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Η ανάδειξη της Γερμανίας ως δύναμης με απαιτήσεις επέκτασης σε ευρωπαϊκό και ευρύτερο επίπεδο εισήγαγε νέες παραμέτρους. Έτσι, παρά το γεγονός ότι μέχρι εκείνη την στιγμή η Γερμανία ακολουθούσε άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο τις επιλογές της Ρωσίας (Langer, 1929), αυτό παύει να ισχύει στις αρχές του 20ου αιώνα με τις εξελίξεις που οδηγούν με την σειρά τους στο ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η σύμπηξη ενός ανεξάρτητου άξονα Γερμανίας–Τουρκίας, αφενός επιβεβαιώνει την διαχρονική αντίθεση της Γερμανίας στον πυρήνα των γεωπολιτικών επιδιώξεων της Δύσης, ως ένωση των θαλάσσιων δυνάμεων (Mackinder, 1942; Μπέλλος, 2018), αφετέρου διαταράσσει την «προβλεπόμενη» πορεία του γεωπολιτικού εκκρεμούς του Ελλησπόντου.

Στην περίοδο εκείνη διαφαίνεται πλέον η βούληση της Ρωσίας για την δυναμική και οριστική επίλυση του θέματος των Στενών ακόμα και με στρατιωτική κατοχή της Κωνσταντινούπολης (Kerner, 1930; Langer, 1929), σχέδιο το οποίο τυγχάνει μίας επιδερμικής αποδοχής από τις Κεντρικές Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, την Γερμανία και την Αυστρία, οι οποίες ταυτόχρονα και σε αντάλλαγμα αναμένουν εδαφικά ανταλλάγματα στην περιοχή των Βαλκανίων (Βοσνία Ερζεγοβίνη, λιμένας Θεσσαλονίκης).

Αντίθετα, η Βρετανία παραμένει σταθερά ενάντια σε τέτοιους είδους εξελίξεις. Ωστόσο, καταγράφονται στην σχετική βιβλιογραφία αναφορές (Curzon, 1919; Langer, 1929) όπου η βρετανική αντίδραση σε αυτό το σενάριο, την συγκεκριμένη περίοδο ήταν αρνητική μεν, αλλά όχι με την ένταση που σημειωνόταν σε άλλες περιόδους. Σύμφωνα με τον Kerner (1930), το 1915 η Αγγλία με την Γαλλία και την Ιταλία και μετά την επίθεση των Τούρκων στους Ρώσους αφού συμμάχησαν με την Γερμανία του Κάιζερ, είχαν ουσιαστικά συμφωνήσει με την απόδοση της Κωνσταντινούπολης στους Ρώσους.

Οι δύο αντίπαλες παρατάξεις ενόψει της ανάδειξης νέων παραμέτρων (άξονας Γερμανίας, Βουλγαρίας, Τουρκίας) για πρώτη φορά συνασπίζονται, και τα δύο άκρα του εκκρεμούς παραδόξως ταυτίζονται. Ωστόσο αυτή η συμφωνία δεν υλοποιήθηκε ποτέ, καθώς η Οκτωβριανή Επανάσταση οδήγησε αφενός σε συνθηκολόγηση των Ρώσων με την Γερμανία, αλλά και σε πλήρη αντιστροφή πολιτικών σε σχέση με την Τουρκία, καθώς η Σοβιετική πλέον Ρωσία στάθηκε στο πλευρό της Τουρκίας απέναντι στους συμμάχους της Entente. Η ολοκληρωτική ήττα της Γερμανίας και η σύμπλευση της Ρωσίας με την Τουρκία, επανέφερε την λειτουργία του εκκρεμούς στην «κανονική» του νομοτέλεια.

ΣΥΝΘΗΚΗ ΣΕΒΡΩΝ

Στην Συνθήκη των Σεβρών (ουσιαστικά σε μια σειρά συμφωνιών που υπεγράφησαν μετά την συμφωνία ανακωχής του Μούδρου την 30η Οκτωβρίου 1918), η Τουρκία εμφανίζεται αποδυναμωμένη από την περιπέτεια του Α’ ΠΠ έχοντας υποστεί μια σειρά από επώδυνες ήττες. Οι σύμμαχοι της Entente (ήτοι των θαλάσσιων δυνάμεων), έχουν φέρει για μία ακόμη φορά το εκκρεμές στην πλευρά τους και προσπαθούν να διασφαλίσουν τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα στα Στενά στον μέγιστο βαθμό. Η συνθήκη των Σεβρών προέβλεπε την διεθνοποίηση των Στενών με δυνατότητα ελεύθερης κυκλοφορίας όλων των πλοίων ανεξαρτήτως σημαίας. Παράλληλα, προέβλεπε πλήρη αποστρατιωτικοποίηση της περιοχής, αλλά και κατοχή της Κων/πολης από διεθνή δύναμη. Οποιαδήποτε πολεμική ενέργεια αποκλειόταν, παρά μόνο κατόπιν σχετικής έγκρισης της Κοινωνίας των Εθνών. Η Συνθήκη, ωστόσο, δεν επικυρώθηκε από τα περισσότερα συμμετέχοντα μέρη, ενώ πολλά σημαντικά κράτη με δυνατότητα λόγου και παρέμβασης δεν συμμετείχαν (π.χ Σοβιετική Ρωσία, ΗΠΑ).

Η Συνθήκη των Σεβρών απετέλεσε αναμφίβολα προς στιγμήν μια νίκη των Θαλάσσιων Δυνάμεων απέναντι στις τότε Κεντρικές δυνάμεις (Γερμανία, Βουλγαρία, Τουρκία), αλλά με βεβαιότητα οι ενεργούμενες διεργασίες είχαν κατά βάση την αντιμετώπιση του ρωσικού κινδύνου, ο οποίος στην συγκεκριμένη χρονική συγκυρία ήταν απασχολημένος με την ριζική εσωτερική του αναδιάταξη, λόγω της επικράτησης της επανάστασης των Μπολσεβίκων.

ΣΥΝΘΗΚΗ ΛΩΖΑΝΝΗΣ

Η ιστορική νομοτέλεια, ωστόσο, του γεωπολιτικού εκκρεμούς μετέβαλε για ακόμη μια φορά τα δεδομένα. Η συνδρομή της Σοβιετικής πλέον Ρωσίας στην αμυνόμενη Τουρκία και η νίκη της τελευταίας απέναντι στους συμμάχους των θαλάσσιων δυνάμεων με προεξάρχουσα την Ελλάδα, ανέτρεψε τα περισσότερα από τα δεδομένα της Συνθήκης των Σεβρών.

Μελετώντας την σχετική αρθρογραφία για τη συνθήκη της Λωζάννης και τα όσα ελάμβαναν χώρα σχετικά με το θέμα των Στενών, είναι παραπάνω από εμφανές ένα είδος αμηχανίας των Δυτικών Δυνάμεων και κυρίως της Αγγλίας και της Γαλλίας αναφορικά με το μέλλον των Στενών.

Όπως και ο Graves (1933), έτσι και ο Macfie αναφέρεται σε πολλά σημεία στο πολύτιμο χαρακτηριστικό της συνθήκης των Σεβρών, το οποίο χάθηκε, και το οποίο δεν ήταν άλλο από την διεθνοποίηση των Στενών και την διεθνή επίβλεψη από όργανα της Κοινωνίας των Εθνών, στην οποία η πλειοψηφία ανήκε στην Δύση.

Ο Macfie (1979) απεικονίζει ξεκάθαρα την έλλειψη εμπιστοσύνης που έχει η Βρετανία για την Τουρκία και ως εκ τούτου δείχνει να νιώθει εξαιρετικά άβολα με την απόδοση χαρακτηριστικών πλήρους τουρκικής κυριαρχίας στην περιοχή. Ωστόσο, προκύπτει ότι, δεδομένων των συνθηκών, δεν υφίστατο άλλη εναλλακτική στην συγκεκριμένη συγκυρία και αναγκάζεται να την αποδεχθεί προφασιζόμενη (κυρίως στον εαυτό της) ότι η Νέα Τουρκία, απαλλαγμένη από τον αυτοκρατορικό της μανδύα, πιθανόν να είναι πλέον μια ριζικά μεταλλαγμένη χώρα.

Με την συνθήκη της Λωζάννης, η διεθνοποίηση των Στενών θα περιοριζόταν σε μια επιβλέπουσα Αρχή χωρίς στρατιωτικές δυνάμεις, ενώ η τουρκική κυριαρχία αποκαθίστατο σε μεγάλο βαθμό παρά το γεγονός ότι τα Στενά θα παρέμεναν αποστρατιωτικοποιημένα. Στην συνθήκη της Λωζάννης, η Τουρκία εμφανίστηκε ως έχουσα την υποστήριξη σε πολύ μεγάλο βαθμό της Σοβιετικής Ρωσίας, τα συμφέροντα της οποίας αντανακλούσε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Παρά την αλλαγή του καθεστώτος στην Ρωσία, η πολιτική της στο ζήτημα των Στενών δεν άλλαξε καθόλου (Graves, 1933). Όπως αναφέρει και ο Nicholas Spykman (1942), «…o Αλέξανδρος Α’, Τσάρος όλων των Ρώσων, κληροδότησε στον Ιωσήφ Στάλιν, απλό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, όχι μόνο την εξουσία του, αλλά και την ατέρμονη πάλη του για πρόσβαση στη θάλασσα…». Κατά τον Macfie (1979), μόνο οι διπλωματικοί ελιγμοί της Βρετανίας κατάφεραν στο τέλος να φέρουν κάπως πλησιέστερα την Τουρκία στους Δυτικούς στόχους. Αν και όχι πλήρως, με την συνθήκη της Λωζάννης το εκκρεμές του Ελλησπόντου δείχνει να κινείται εκ νέου προς την πλευρά της Σοβιετικής Ρωσίας και της Τουρκίας. Παρόλα αυτά, επίσημα η Ρωσία έφυγε διαμαρτυρόμενη από την συνθήκη, την οποία και ποτέ δεν επικύρωσε. Η ολοκλήρωση της πλήρους κίνησης του εκκρεμούς προς την πλευρά της Ρωσίας θα λάβει χώρα μερικά χρόνια αργότερα με την συνθήκη του Montreux.

ΣΥΝΘΗΚΗ MONTREUX

Σύμφωνα με τον Alstyne (1947) η συνθήκη του Montreux αντανακλούσε το ανερχόμενο γόητρο και την ισχύ της Τουρκικής Δημοκρατίας και τη μετατόπιση των Μεγάλων Δυνάμεων ειδικά αυτών της Μεγάλης Βρετανίας και της Ρωσίας, έτσι ώστε να της εμπιστευθούν την πλήρη ευθύνη για την διαχείριση των Στενών. Ταυτόχρονα ο γερμανο-ιταλικός άξονας είχε πλέον αναπτυχθεί απειλώντας και πάλι την διατάραξη της νομοτέλειας του εκκρεμούς του Ελλησπόντου όπως ακριβώς και στον Α΄ΠΠ. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι πρώην «αντίπαλες» δυνάμεις στο θέμα των Στενών, η Μ. Βρετανία και η Ρωσία ήρθαν για μια ακόμη φορά πολύ «κοντύτερα».

Η Τουρκία, νιώθοντας πολύ ισχυρότερη, ζήτησε και κατάφερε να μεταβάλλει το καθεστώς των Στενών, πετυχαίνοντας την επαναστρατιωτικοποίησή τους και την ολοκληρωτική επαναφορά της τουρκικής κυριαρχίας σε αυτά. Αναφορικά με την διέλευση των εμπορικών πλοίων, αυτή θα ήταν ανεμπόδιστη σε καιρούς είτε ειρήνης είτε πολέμου όπου η Τουρκία θα ήταν ουδέτερη. Σε περίπτωση εμπλοκής της Τουρκίας σε πόλεμο, η ναυσιπλοΐα θα περιορίζονταν μόνο σε ουδέτερα εμπορικά πλοία υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα μετέφεραν βοήθεια στους αντιμαχόμενους.

Τα συμφέροντα της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα διαφυλάχτηκαν έτι περαιτέρω από ό,τι στην συνθήκη της Λωζάννης καθώς σε περίπτωση πολέμου ουσιαστικά κανένα πολεμικό πλοίο δεν θα επιτρέπονταν να εισέλθει, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο στην Ρωσία πλήρη ασφάλεια αλλά και κυριαρχία στη Μαύρη Θάλασσα. Σύμφωνα με τον Bilsel (1947), η αλλαγή των χαρακτηριστικών της συνθήκης της Λωζάννης προέκυψε ως αναγκαιότητα λόγω και των αντίστοιχων προβλέψεων της συνθήκης των Βερσαλλιών για την Γερμανία, οι οποίες από καιρό αποτελούσαν ουσιαστικά νεκρό γράμμα. Το εκκρεμές στην συγκεκριμένη συγκυρία ολοκλήρωσε την ταλάντωσή του προς την πλευρά της Ρωσίας και της Τουρκίας.

2ος ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ – ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΟΥ POTSDAM

Παρότι η Τουρκία, κατά την διάρκεια του Β’ ΠΠ υιοθέτησε στάση ουδετερότητας (επιτήδειας, κατά τον Weber Frank, 1985), το θέμα του καθεστώτος των Στενών εκ φύσεως δεν μπορούσε να μείνει στην αφάνεια. Σύμφωνα με τον Ξυδή (1960), ακόμα και την περίοδο προ του Β΄ΠΠ όταν η Σοβιετική Ένωση διένυε την περίοδο «αμοιβαίας κατανόησης» με τη ναζιστική Γερμανία, είχε διαμηνύσει στις δυνάμεις του Άξονα ότι θεωρούσε πάντα τις περιοχές των Στενών, αλλά και την Βουλγαρία ως ζώνες δικής της επιρροής.

Όταν η προοπτική της ήττας των δυνάμεων του άξονα είχε διαφανεί στον ορίζοντα, το θέμα επανήλθε στο προσκήνιο. Το θέμα αρχικά τέθηκε επί τάπητος κατά την Σύνοδο της Τεχεράνης (28 Νοεμβρίου – 1 Δεκεμβρίου 1943), κατά την οποία ο Στάλιν προανήγγειλε ότι στις μεταπολεμικές αλλαγές αυτός θα ζητούσε μια αναθεώρηση της συνθήκης του Montreux (Macfie, 1987). Το θέμα όντως επανήλθε στην Σύνοδο της Γιάλτας (4-11 Φεβρουαρίου 1945), όπου και συμφωνήθηκε από τους συμμετέχοντες ότι η Ρωσία θα παρουσίαζε προτάσεις αλλαγής για την συνθήκη του Montreux, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτές την ελευθερία πλεύσης ρωσικών πολεμικών σκαφών τόσο σε καθεστώς ειρήνης όσο και πολέμου, καθώς και τον αποκλεισμό της εισόδου σε πολεμικά πλοία που δεν ανήκαν στις παράκτιες χώρες της Μαύρης Θάλασσας. Το θέμα όμως δεν έμεινε μόνο σε αυτά τα πλαίσια. Το καλοκαίρι του 1945, σε επαφές των αντιπροσωπειών Ρωσίας και Τουρκίας και με την αφορμή της παύσης της ισχύος του μεταξύ τους «συμφώνου μη επίθεσης» του 1925, οι Σοβιετικοί ζήτησαν ως αντάλλαγμα για μια νέα παρόμοια συμφωνία, πέρα από το άνοιγμα των Στενών, την εγκατάσταση ρωσικών βάσεων στα Στενά, αλλά και την επιστροφή των επαρχιών του Kars και του Ardahan, οι οποίες είχαν παραχωρηθεί στην Τουρκία με την ρωσο-τουρκική συμφωνία του Οκτωβρίου του 1921. Όπως αναφέρει ο Alstyne (1947), το σύνολο των σοβιετικών απαιτήσεων από την Τουρκία δεν σήμαινε τίποτε άλλο παρά την επιστροφή στο καθεστώς της συμφωνίας του Unklar Skelessi του 1833.

Παράλληλα με αυτές τις «συζητήσεις», διόλου ευκαταφρόνητα σοβιετικά στρατεύματα διένυσαν όλη τη Βαλκανική και έφτασαν μέχρι τα νότια σύνορα της Βουλγαρίας, ενώ ταυτόχρονα έντονη στρατιωτική παρουσία σημειώνονταν και στα ρωσο-τουρκικά σύνορα στον Καύκασο, υπενθυμίζοντας τις αντίστοιχες καταστάσεις του 1878 και της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Η ρωσική πλευρά φαινόταν να προσπαθεί μετά την ταλάντευση του εκκρεμούς προς την πλευρά της που σημειώθηκε στην Λωζάννη και το Montreux, να κρατήσει το εκκρεμές στην δική της πλευρά για ακόμα περισσότερο.

Η αγγλική και η αμερικανική πλευρά, οι οποίες πληροφορηθήκαν τις εν λόγω απαιτήσεις στην Σύνοδο του Potsdam (17 Ιουλίου – 2 Αυγούστου 1945) προσπάθησαν να αντικρούσουν τις σοβιετικές αιτιάσεις, οι οποίες βασίζονταν κατά κύριο λόγο στο ότι το σύνολο των γεωγραφικών περιοχών με κοινά χαρακτηριστικά όπως αυτά των Στενών (Σουέζ, Παναμάς, Γιβραλτάρ) κατέχονται από δυνάμεις της Αγγλίας και των ΗΠΑ, ενώ η Ρωσία ως εξίσου μεγάλη χώρα ήταν ουσιαστικά «στραγγαλισμένη» στα Στενά των Δαρδανελίων [3]. Οι αντιπροτάσεις και οι διπλωματικοί ελιγμοί των ΗΠΑ για διεθνές καθεστώς ελεγχόμενο από τον ΟΗΕ οδήγησαν την σοβιετική πλευρά στο να αναβάλλει τις συζητήσεις για το εν λόγω θέμα, διαβλέποντας τον κίνδυνο να απωλεσθεί μέρος των ωφελειών που είχε αποκομίσει με την συνθήκη του Montreux (Macfie, 1987).

ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 1946

Η πρόσκαιρη αναβολή συζήτησης από τους Σοβιετικούς στο συνέδριο του Potsdam του ζητήματος των Στενών και της γενικότερης παρουσίας τους στην περιοχή, δεν τους εμπόδισε έναν χρόνο αργότερα, και συγκεκριμένα την περίοδο Αυγούστου-Οκτωβρίου 1946, να προχωρήσουν σε δυναμική προβολή ισχύος στην Τουρκία και την ουσιαστική πρώτη μεταπολεμική κρίση μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων για το θέμα των Στενών. Ωστόσο, η δυναμική αντίδραση των ΗΠΑ, οι οποίες και επέλεξαν να επιμείνουν στην διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος, απέτρεψαν την έτι περαιτέρω ταλάντευση του εκκρεμούς προς την πλευρά της Ρωσίας.

Ο ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑ-ΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου το καθεστώς των Στενών σε γενικές γραμμές διέπονταν από τις αρχές της Σύμβασης του Montreux.

Ωστόσο, στο διάστημα αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι λαμβάνει χώρα η ίδρυση της Βορειοατλαντικής συμμαχίας (ΝΑΤΟ – 4 Απριλίου 1949) στην οποία εντάσσεται το 1952, μεταξύ άλλων χωρών, και η Τουρκία μαζί με την Ελλάδα. Η κίνηση αυτή, η οποία είναι σαφώς μια μετατόπιση και μάλιστα ισχυρή, του γεωπολιτικού εκκρεμούς της περιοχής προς την πλευρά της Δύσης, παραδόξως δεν συνδέθηκε με κάποια προσπάθεια αλλαγής των δεδομένων στο καθεστώς των Στενών από την πλευρά των ΗΠΑ ή του ΝΑΤΟ γενικότερα. Αυτό μπορεί να ιδωθεί και ως ένδειξη επίτευξης ισορροπίας για πρώτη φορά μετά από αιώνες μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πλευρών.

Και μπορεί οι μεγάλες αντίπαλες δυνάμεις να έδειχναν σε κάποιο βαθμό ικανοποιημένες, αυτό όμως δεν συνέβαινε και με τον εκτελούντα χρέη φύλακα. Όπως αναφέρει και ο I. Νικολάου (1995) η Τουρκία σε πληθώρα περιπτώσεων εφάρμοσε τις δικές της ερμηνείες στην εν ισχύ σύμβαση. Παράλληλα, εισήγαγε σταδιακά και δικό της σύστημα οδηγιών, το οποίο σε πληθώρα σημείων ακροβατεί σε θέματα νομικής εγκυρότητας, καθώς βασίζεται κυρίως σε ελλείψεις προβλέψεων από την αρχική συνθήκη, τις οποίες η Τουρκία εκμεταλλεύεται, προκειμένου να προωθήσει τα δικά της συμφέροντα και την δική της κυριαρχία. Είναι πάντως αξιοπερίεργο το ότι με την λήξη του Ψυχρού Πολέμου και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, οπότε και η Ρωσία βρέθηκε σε πρωτοφανή αποδυναμωμένη θέση, δεν παρατηρήθηκε και πάλι αλλαγή ή τουλάχιστον προσπάθεια αλλαγής των δεδομένων ή του καθεστώτος των Στενών. Αυτό αποτελεί επιπρόσθετη ένδειξη της πιθανής κατάστασης ισορροπίας που είχε επέλθει με την συμφωνία του Montreux. Δεν πρέπει, όμως, να λησμονείται το γεγονός ότι αυτή η ιδιότυπη ισορροπία αφορούσε μόνο στα δεδομένα της μεταπολεμικής περιόδου και του ψυχρού πολέμου γενικότερα. Η Δύση ήταν ικανοποιημένη με τη μη ανάμιξη της Ρωσίας στη Μεσόγειο και η Ρωσία ήταν ικανοποιημένη με τη μη ανάμιξη της Δύσης στην ευρύτερη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Ωστόσο, αυτή η εύθραυστη και ιδιότυπη ισορροπία άρχισε να κλονίζεται με την είσοδο της νέας χιλιετίας. Η Δύση έχοντας υπερισχύσει στην Βαλκανική αντιπαράθεση με τα απομεινάρια της σοβιετικής επιρροής και έχοντας ενσωματώσει την Βουλγαρία και την Ρουμανία στην Βορειοατλαντική Συμμαχία αποκτώντας πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, θεώρησε ότι θα έπρεπε να περιορισθεί η ρωσική ζώνη επιρροής έτι περαιτέρω, κάτι που προσπάθησε να επιτύχει μέσω της επέκτασης των δραστηριοτήτων της Νατοϊκής επιχείρησης «Operation Active Endeavour» στη Μαύρη Θάλασσα. Στην συγκεκριμένη προοπτική αντιτάχθηκε σθεναρά φυσικά η Ρωσία, αλλά και η Τουρκία, η οποία είδε να απειλείται εκ νέου από το ενδεχόμενο αποσταθεροποίησης της συμφωνίας του Montreux (Aydin, 2009) με ό,τι αυτό θα συνεπάγονταν και για τα δικά της ωφελήματα. Η αντίδραση της Τουρκίας κυρίως απέτρεψε στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή την περαιτέρω προώθηση αυτής της ιδέας.

ΟΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΑΡΧΟ ΤΩΝ ΣΤΕΝΩΝ

Σύμφωνα με τον Macfie (1987), αυτό που χρειαζόταν να έχει ο εντολοδόχος κάτοχος των Στενών ήταν καταρχήν «εντοπιότητα». Σκέψεις για απευθείας κατοχή των εν λόγω Στενών από τρίτες δυνάμεις (π.χ Βρετανικές με Ρωσικές, ακόμα και Αμερικανικές) γρήγορα εγκαταλείφθηκαν, καθώς σε μια τέτοια λύση απαιτούνται δυσανάλογα μεγάλοι πόροι, αλλά και σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο, δεδομένων των ιδιαζουσών συνθηκών. Κατά δεύτερον λόγο απαιτείτο από τον υποψήφιο κάτοχο να αποτελεί μια σχετικά ασθενή ναυτική δύναμη, αλλά και να λειτουργεί ως σταθεροποιητικός παράγων στην περιοχή (Curzon, 1919). Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο η κατεξοχήν βρετανική και όχι μόνο, έλλειψη εμπιστοσύνης προς την Τουρκία, ξεπεράστηκε βασιζόμενη στην ευσεβή προσδοκία ότι το νέο πολιτικό σύστημα της Τουρκίας που εγκαθιδρύθηκε από τον Mustafa Kemal θα ήταν ένα ριζικά διαφορετικό καθεστώς που θα μετάλλασσε την χώρα σε μια πραγματικά καινούργια κρατική οντότητα, με ριζικά διαφορετική ψυχοσύνθεση. Η αλήθεια είναι ότι το νέο καθεστώς της Τουρκίας επέδειξε αρχικά έναν τέτοιο χαρακτήρα [4]. Ωστόσο πολλοί εξέφραζαν τον προβληματισμό τους για την τύχη του κεμαλισμού σε αυτήν την χώρα στο μέλλον (Graves, 1933) [5].

Από την πλευρά της, η Ρωσία, είτε ως Ρωσία είτε ως Σοβιετική Ένωση, δεν άλλαξε ποτέ την προσέγγισή της προς τα Στενά. Οι βλέψεις για τον έλεγχό τους δεν έπαψαν ποτέ. Στο πλαίσιο αυτό, και ως προς τούτο ταυτιζόταν με τους αντιπάλους της, δεν χρειαζόταν μια ισχυρή παρουσία η οποία να κατέχει τα Στενά.

Ουσιαστικά φαίνεται ότι ο κεμαλισμός, ο οποίος και σημάδεψε την τουρκική πορεία μετά τις ανακατατάξεις του Α’ ΠΠ και της μικρασιατικής εκστρατείας, κατάφερε να συγκεράσει με αρκετά μεγάλο βαθμό επιτυχίας τις απαιτήσεις τόσο της Δύσης όσο και της (σοβιετικής, τότε) Ρωσίας. Και ο τρόπος με τον οποίο επιτεύχθηκε αυτό ήταν η συνειδητοποίηση ότι η Τουρκία στην πορεία της μετά τον 20ο αιώνα, θα έπρεπε να πορεύεται εντός αυστηρά οριοθετημένων ορίων ισχύος και επιρροής στην περιοχή της, απορρίπτοντας τα οθωμανικά της μεγέθη και οράματα.

Η ΙΔΙΟΜΟΡΦΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΡΩΣΙΑ

Από τις ιστορικές αναφορές που προηγήθηκαν, διαπιστώνεται ότι η Τουρκία ως χώρα κάτοχος των Στενών διαμέσου των τελευταίων 5,5 αιώνων που συμβαίνει αυτό, λειτουργεί ως εκκρεμές μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης και των αντίστοιχων γεωπολιτικών τους επιδιώξεων [6].

Η Τουρκία, όπως αναφέρει και ο Bilsel (1947), στηρίζει την ύπαρξή της και την ασφάλειά της πάνω στα Στενά. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η Τουρκία είναι τα Στενά. Ή διαφορετικά ότι η Τουρκία χωρίς τα Στενά δεν είναι η Τουρκία. Επομένως οι εκάστοτε επιλογές της είναι λογικό να διαμορφώνονται βάσει αυτού του χαρακτηριστικού, αλλά και να επηρεάζουν αυτό το χαρακτηριστικό.

Είναι, όμως, αυτή η παρατηρούμενη εναλλαγή στρατοπέδων κάτι που εδράζεται καθαρά επί του ψυχρά υπολογιζόμενου συμφέροντος ανάλογα με τις εκάστοτε ισορροπίες των κυρίαρχων δυνάμεων και τις επιδιώξεις της εκάστοτε τουρκικής ηγεσίας, ή μήπως υπάρχει και ένα βαθύτερο υπόβαθρο που διέπει τις εν λόγω επιλογές; Η συνεχής ταλάντωση του εκκρεμούς σε ένα διάστημα αρκετών αιώνων υποδηλώνει ότι, πέραν της πολιτικής σκοπιμότητας, πρέπει να υπάρχει και κάποιο άλλο είδος εσωτερικού κινήτρου που ενδυναμώνει ενίοτε την προσέγγιση με τη μια ή την άλλη πλευρά.

Η αλήθεια είναι ότι το σύνολο των χωρών/εθνών τα οποία βρίσκονται στην γεωγραφική μας εγγύτητα, «υποφέρουν» από ένα είδος κρίσης ταυτότητας καθώς σε πολλές στιγμές στην ιστορία τους κλήθηκαν άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο να αποφασίσουν εάν ανήκουν στην Ανατολή ή στη Δύση. Στο κλασικό έργο του S. Huntington (1996) «Η Σύγκρουση των Πολιτισμών», αυτό που τονίζεται σε μεγάλο βαθμό είναι αυτή η «κρίση ταυτότητας» της ενδιάμεσης ζώνης μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης. Τα αρχέτυπα αυτής της αμφιταλάντευσης μπορούν να αναζητηθούν αχνά στην εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, πολύ εντονότερα στην Βυζαντινή περίοδο, ιδιαίτερα αυτήν μετά το γύρισμα της 1ης χιλιετίας, και σχεδόν στο μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής περιόδου, αλλά και στο σύνολο της νεότερης ιστορίας των βαλκανικών εθνών.

Η Τουρκία δεν θα αποτελούσε την εξαίρεση σε αυτό. Στην Τουρκία υπάρχουν δύο διακριτές τάσεις, εκ των οποίων η πρώτη μπορεί να χαρακτηρισθεί δυτικότροπη, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία θα πρέπει να είναι στραμμένη στην Δύση, καθώς θα πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμα των ανεπτυγμένων κοινωνιών της Δύσης, προκειμένου και αυτή να αναπτυχθεί και να συμμετέχει σε μεγάλο βαθμό στις παγκόσμιες διεργασίες. Αποτέλεσμα της επικρατούσας θέσης αυτής της τάσης ήταν και η υποβολή υποψηφιότητας της Τουρκίας για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στον αντίποδα της τάσης αυτής βρίσκονται οι ευρωσκεπτικιστές, οι οποίοι ανήκουν σε τρεις επιμέρους κατηγορίες, τους παντουρκιστές/παντουρανιστές, τους ευρασιατιστές και τους ισλαμιστές.

Στο σύνολό τους αυτά τα ρεύματα έχουν προσανατολισμό στην Ασία, με την διαφορά όμως ότι οι πρώτοι θεωρούν την Ρωσία ως τον κατεξοχήν εχθρό τους, ενώ οι δεύτεροι τον κατεξοχήν συνοδοιπόρο τους. Τα ρεύματα αυτά δεν είναι καινούργια. Το ρεύμα του παντουρανισμού, το οποίο αποβλέπει στην ένωση του συνόλου των τουρκογενών πληθυσμών της Ασίας σε ένα υπερκράτος που θα καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος της κεντρικής Ασίας, αναδύθηκε κυρίως στον 19ο και στον 20ο αιώνα με κύριο εκφραστή του συγκεκριμένου ρεύματος τον Ziya Gokalp. Αντίστοιχα, το ισλαμιστικό κίνημα βίωσε μια έντονη άνθηση την δεκαετία του 1990 και έφτασε και στην ανάληψη της εξουσίας τόσο αρχικά με τον Νετσμετίν Ερμπακάν, όσο και σήμερα με τον Ταγίπ Ερντογάν.

Το κίνημα του ευρασιατισμού αναδείχθηκε ιδιαίτερα στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, καθώς λειτούργησε ως το καταφύγιο πολλών μελών των κεμαλιστικών και εθνικιστικών ελίτ οι οποίες δεν εκφράζονταν αφενός από την ευρωπαϊκή κατεύθυνση που είχε λάβει η Τουρκία και αφετέρου από την ραγδαία έξαρση του Ισλαμισμού. Οι πολιτικές του συντεταγμένες θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως αριστερο-κεμαλιστικές, αλλά με προσανατολισμό την σύμπλευση με την Ρωσία (Akturk 2015). Ο ευρασιατισμός, όμως, δεν γεννήθηκε εκείνη την περίοδο, αλλά πολύ νωρίτερα. Η ρωσοφιλία στην Τουρκία εδράζεται κατ΄ αρχήν στα ιστορικά δεδομένα, καθώς η Σοβιετική Ένωση ήταν ο κύριος υποστηρικτής του Κεμάλ Ατατούρκ εναντίον της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ελλάδος. Ο τελευταίος, μάλιστα, ήταν αυτός που ίδρυσε το Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα προκειμένου να δεχθεί την σοβιετική βοήθεια, η οποία είχε καταλυτική επίδραση στην έκβαση του «Πολέμου της Ανεξαρτησίας» (Kurtulus Savasi).

Οι Τούρκοι ρωσόφιλοι συγκεντρώθηκαν γύρω από το περιοδικό «Kadro» στην δεκαετία του 1930, το οποίο οραματιζόταν ένα πολιτικό σύστημα ενός κόμματος όπως ο Κεμαλισμός, ανοικτό στον σοσιαλισμό και φιλικό προς την Σοβιετική Ένωση. Αντίστοιχα και στη δεκαετία του 1960 το περιοδικό Yon εξέφραζε παρόμοιες θέσεις. Ο ευρασιατισμός δέχθηκε ισχυρή ώθηση την δεκαετία του 1990 με το έργο του Attila Ilhan ο οποίος ανέδειξε μέσω της τηλεόρασης και του Τύπου τις θέσεις του για την προσέγγιση με την Ρωσία. Είναι δε σημαντικό να αναφερθεί ότι κατά την περίοδο εκείνη ο ευρασιατισμός ήταν κάθετα αντίθετος τόσο στην ανάδειξη του Ισλαμισμού, όσο και στην πορεία της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην πορεία ενσωματώθηκαν στον κορμό των ευρασιατιστών άτομα από τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς (π.χ Μαοϊστές). Κατά το «μετα-μοντέρνο» πραξικόπημα του 1997 και την απομάκρυνση της πρώτης ισλαμιστικής κυβέρνησης, οι ευρασιατιστές επικρότησαν την επέμβαση του στρατού παρά το γεγονός ότι πολλοί εξ αυτών είχαν αριστερές καταβολές. Το κίνημα, ωστόσο, δέχθηκε ισχυρά πλήγματα κατά την αποκάλυψη του σκανδάλου της Ergenekon, κατά την οποία πληθώρα υποστηρικτών του συνελήφθησαν, καταδικάστηκαν και φυλακίστηκαν.

Παρόλα αυτά, το κίνημα του ευρασιατισμού δείχνει να έχει ισχυρά ερείσματα τόσο στην τουρκική κοινωνία όσο και στις τουρκικές ελίτ (Akturk, 2015), ενώ, παραδόξως, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του καλοκαιριού του 2016, οι εξελίξεις δείχνουν ότι τις ιδέες του πλέον ενστερνίζονται οι μέχρι πρότινος πολέμιοί του (Ισλαμιστές), οι οποίοι όχι μόνο υιοθετούν τις προτεινόμενες πολιτικές του, αλλά είναι και αυτοί που τις υλοποιούν με χαρακτηριστική ταχύτητα. Ενδεικτικά αναφέρονται οι συμφωνίες της Τουρκίας για την αγορά ρωσικής πυρηνικής τεχνολογίας, για την κατασκευή πυρηνικού εργοστασίου στο Ακουγιού, για την διέλευση αγωγών που θα μεταφέρουν ρωσικό φυσικό αέριο, αλλά και για την εγκατάσταση στρατηγικών ρωσικών συστημάτων αεράμυνας, στοιχεία που στο σύνολό τους έχουν εξαγριώσει το ΝΑΤΟ του οποίου η Τουρκία είναι μέλος.

ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΥΝΘΗΚΩΝ

Προκειμένου να εξετάσουμε τις συνθήκες που επικρατούν και επηρεάζουν σήμερα τις εξελίξεις στην υπό μελέτη περιοχή (Στενά Ελλησπόντου), θα πρέπει να κινηθούμε σε δύο περιοχές. Η πρώτη περιοχή είναι η Συρία και τα εκεί τεκταινόμενα και η δεύτερη περιοχή είναι η ευρύτερη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Οι δύο περιοχές δεν είναι άσχετες. Αντιθέτως, η δεύτερη θεωρείται ότι είναι η πίσω πόρτα εισόδου στην πρώτη (Asmus, 2004).

Τα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης που εκκίνησαν από την Τυνησία το 2011, στην συνέχεια απλώθηκαν σε όλες σχεδόν τις χώρες της Βόρειας Αφρικής και των μεσογειακών ακτών της Μέσης Ανατολής, όπως η Λιβύη, η Αίγυπτος, το Ιράκ, και τέλος στην Συρία. Στην Συρία, τα γεγονότα γρήγορα πήραν τη μορφή εμφυλίου πολέμου, καθώς δεν επετεύχθη η αλλαγή της κυβέρνησης όπως σε άλλες χώρες, ενώ, ευκαιρίας δοθείσης, αναδύθηκαν στην επιφάνεια υποβόσκουσες εντάσεις. Τα διακυβεύματα στην Συρία ήταν και είναι πολλαπλά. Είναι μία χώρα αρκετά μεγάλη σε μέγεθος, στο υπογάστριο της Τουρκίας, με σοβαρή Κουρδική μειονότητα, αντιπαλότητα και άμεση γειτνίαση με το Ισραήλ, με φιλικές σχέσεις με τη Ρωσία, η οποία ανέκαθεν διατηρούσε στην Ταρτούς μια στρατιωτική βάση. Παρά το γεγονός ότι η ίδια δεν θεωρείται από τις κύριες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες, η θέση της κατείχε σημαντικά πλεονεκτήματα για διέλευση ενεργειακών αγωγών (Nazef, 2017).

Δεν είναι στόχος του παρόντος άρθρου να αναλύσει τους λόγους του εμφυλίου πολέμου στην Συρία. Είναι όμως βέβαιο ότι στην σύρραξη αυτή έλαβε χώρα μια από τις σημαντικότερες, αν όχι η σημαντικότερη, αντιπαράθεση Δύσης–Ανατολής μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Και αναφέρεται Ανατολή και όχι μόνο Ρωσία, διότι στην συγκεκριμένη σύρραξη ενεπλάκη με συγκεκριμένα στρατιωτικά μέσα ακόμα και η Κίνα, η οποία είναι η δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη της Heartland. Για πρώτη φορά λοιπόν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου οι βασικότερες χώρες της Heartland έχουν επιχειρήσει την δυναμική τους κάθοδο και παρουσία και την διάρρηξη της γραμμής άμυνας του Inner Crescent του Rimland, σύμφωνα με την θεωρία του Mackinder. Και το επιχειρούν με αξιώσεις.

Στο πλαίσιο της συριακής κρίσης, η ύπαρξη του Κουρδικού ζητήματος περιέπλεξε σε πολύ μεγάλο βαθμό την αρχική σύμπλευση της Τουρκίας με την Δύση. Ενώ στην αρχή Τουρκία και ΗΠΑ συνεργάζονταν στην αμφισβήτηση του καθεστώτος Άσαντ, ο εξοπλισμός των Κούρδων της Συρίας από τις ΗΠΑ καθώς και η φημολογούμενη στήριξή τους και από τους Ισραηλινούς (Heller, 2017) άρχισε να ενοχλεί σφόδρα την Τουρκία, η οποία διέκρινε σε αυτές τις κινήσεις μελλοντικές απειλές που θα είχε να αντιμετωπίσει. Η δημιουργία μία δεύτερης αυτόνομης κουρδικής περιοχής στο υπογάστριο της Τουρκίας θα ήταν ένας εν δυνάμει θανάσιμος κίνδυνος, δεδομένου ότι αυτή η περιοχή θα γειτνίαζε με συμπαγείς κουρδικούς πληθυσμούς που διαβιούν εντός της Τουρκίας και η προοπτική πρόσβασής τους στην θάλασσα της Μεσογείου θα τον ενδυνάμωνε έτι περαιτέρω.

Παρά την πολυεπίπεδη και ουσιαστική, αλλά επισήμως ανύπαρκτη, στήριξη της Τουρκίας σε ομάδες που μάχονταν στην Συρία με την πλευρά του ISIS, η Δύση δεν δίστασε μετά από κάποιο συγκεκριμένο σημείο και με αφορμή τις ασύλληπτες φρικαλεότητες που προκαλούσαν, να βάλει τις συγκεκριμένες ομάδες (αλλά και τον ISIS) στο στόχαστρο (αν και μάχονταν για τον κοινό σκοπό ανατροπής του Άσαντ), προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερο εκνευρισμό στην τουρκική πλευρά.

Ταυτόχρονα, η επίσημη πλέον υποστήριξη της αμερικανικής πλευράς στους Κούρδους της Συρίας με σύγχρονο οπλισμό και εκπαίδευση, υποδαύλισε τον εκνευρισμό και την καχυποψία της Τουρκίας ότι η Δύση απεργάζεται σχέδια οδυνηρά και για την ίδια. Παρόλα αυτά η Τουρκία συνέχιζε την αντι-ρωσική πολιτική της, καθώς η τελευταία υποστήριζε ανοικτά το καθεστώς του Άσαντ. Τον Νοέμβριο του 2015, μάλιστα, δεν δίστασε να προβεί στην κατάρριψη ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους που είχε παραβιάσει τον εθνικό εναέριο χώρο της, φέρνοντας Ρωσία και Τουρκία στο χείλος της σύγκρουσης.

Παρά ταύτα, το γεγονός το οποίο έπαιξε καταλυτικό ρόλο δεν ήταν άλλο από το αποτυχημένο πραξικόπημα του καλοκαιριού του 2016. Η θεώρηση του προέδρου της Τουρκίας ότι το πραξικόπημα οργανώθηκε από «ξένες δυνάμεις» (Withnall, Osborne, 2016), υπονοώντας σαφώς την Δύση, εντός συντομότατου χρονικού διαστήματος τον έστρεψε προς την Ρωσία, η οποία, όπως αναφέρεται σε μερίδα της σχετικής ειδησεογραφίας (Yegorov, 2016) πρέπει να ήταν εκείνη η οποία παρείχε έγκαιρα την πληροφόρηση που χρειάζονταν ο Τούρκος πρόεδρος για να αποφύγει αρχικά την σύλληψη και να αντιμετωπίσει στην συνέχεια επιτυχώς το πραξικόπημα.

Με αυτόν τον τρόπο και με αυτά τα γεγονότα το γεωπολιτικό εκκρεμές της περιοχής μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία άρχισε να μετατοπίζεται για μια ακόμη φορά προς τα Ανατολικά. Όμως πως αυτό σχετίζεται με τα Στενά; Όπως είδαμε, η Ρωσία στον Ψυχρό Πόλεμο αλλά και στην περίοδο αμέσως μετά, δεν ζήτησε την αλλαγή του καθεστώτος των Στενών, αλλά ούτε και η Δύση. Οι συνθήκες, όμως, πρόσφατα έχουν αλλάξει δραματικά. Πλέον, λόγω της επέκτασης της επιρροής της Δύσης στις χώρες που κάποτε ανήκαν στο ανατολικό μπλοκ, η Μαύρη Θάλασσα δεν είναι μια θάλασσα απολύτως κλεισμένη με χώρες στις οποίες έχει επιρροή η Ρωσία.

Το ΝΑΤΟ πλέον βρίσκεται στην Βουλγαρία και στην Ρουμανία, ενώ με τα γεγονότα της Ουκρανίας επιχειρήθηκε να εκμηδενισθεί ουσιαστικά και αυτή η πρόσβαση της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα, δημιουργώντας ένα δεύτερο σύστημα στενών στην περιοχή της Κριμαίας. Η δυναμική αντίδραση της Ρωσίας απέτρεψε σε μεγάλο βαθμό αυτήν την Δυτική επιδίωξη. Συνεξετάζοντας αυτά τα δεδομένα με τα γεγονότα στην Τουρκία και την Συρία, είναι κατανοητό ότι η Ρωσία προσπαθεί να αντιδράσει στην επέκταση της Δύσης προς την Ανατολή αναδιοργανώνοντας συνολικά την επιρροή της στην εν λόγω περιοχή με δυναμικές μεθόδους.

Με τον προσεταιρισμό της Τουρκίας, η Ρωσία επιτυγχάνει δύο στόχους: Καταρχήν αντιδρά δυναμικά και ακυρώνει σε μεγάλο βαθμό την επέκταση της Δύσης στη Μαύρη Θάλασσα, ενώ κατά δεύτερο λόγο ασφαλίζει την πρόσβασή της στην Συρία μέσω του ζωτικού περάσματος των Στενών και επιτυγχάνει την αναβάθμιση του ρόλου της στη Μέση Ανατολή (Starr, 2016), όπου και μηχανεύεται πολύ περισσότερο από ό,τι στον Ψυχρό Πόλεμο την διάρρηξη σε ένα κρίσιμο σημείο του Inner Crescent. Και με τον προσεταιρισμό της Τουρκίας και τη νικηφόρα, μέχρι στιγμής, επιχείρηση στην Συρία δεν μιλάμε πλέον για την δημιουργία ενός απλού ρήγματος, αλλά για μια συντριπτική κατάρρευση του Δυτικού συστήματος ασφαλείας (ήτοι των θαλάσσιων δυνάμεων κατά Mackinder) στην περιοχή.

Σε όλα αυτά, θα πρέπει να προστεθεί το γεγονός ότι προσεταιριζόμενη την Τουρκία, η Ρωσία επιτυγχάνει τον έλεγχο στην συντριπτική πλειοψηφία των περιοχών από τις οποίες θα μπορούσαν να διέλθουν αγωγοί για τη μεταφορά πετρελαίου και αερίου προς την Δύση (βλ. σχήμα 2), αποκτώντας ουσιαστικά ένα ασύγκριτο στρατηγικό πλεονέκτημα απέναντι στην Δύση.

01042019-5.jpg

Σχήμα 2. Αγωγοί που διασχίζουν την Τουρκία, την Συρία και τη Μαύρη Θάλασσα Πηγή: Platts
—————————————————————————————————–

Ως εκ τούτου, η Ρωσία, για να το συνεχίσει, χρειάζεται τις βέλτιστες δυνατές συνθήκες στα Στενά. Και η Τουρκία είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για την Ρωσία προς αυτήν την κατεύθυνση, αν όχι «το πολυτιμότερο πετράδι του στέμματός της», για να χρησιμοποιηθεί ορολογία βρετανικής αυτοκρατορίας. Και αυτό το «πετράδι» δεν πρέπει να χαθεί με τίποτε. Το ότι δεν έχει ζητηθεί ή επιδιωχθεί ακόμα η αλλαγή του καθεστώτος των Στενών δεν σημαίνει ότι αυτό δεν θα λάβει χώρα σύντομα, και όταν η Τουρκία θα έχει «δεθεί» με τις κατάλληλες συνθήκες. Επί αυτού μπορεί να υποτεθεί ότι ήδη γίνονται σκέψεις και σχεδιασμοί. Ενδεικτικά αναφέρεται το πρόγραμμα διάνοιξης δεύτερου καναλιού που θα διέπει τον Βόσπορο, με επίσημη αφορμή την περιβαλλοντική ανακούφιση των Στενών, για το οποίο κανείς δεν γνωρίζει εάν θα υπόκειται στις προβλέψεις του Montreux ή όχι.

Εκτός αυτού, η πολιτική κατάσταση στην Τουρκία είναι ιδιαίτερα ρευστή. Την στιγμή αυτή έχουν προκηρυχθεί εκλογές, το αποτέλεσμα των οποίων κανείς δεν μπορεί να προδικάσει με βεβαιότητα. Τέλος, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι όταν γίνεται αναφορά σε αλλαγή του καθεστώτος των Στενών, γίνεται αναφορά σε πιθανή de facto αλλαγή των συνθηκών διέλευσης που με την σειρά τους θα αποτελούν το αποτέλεσμα άλλων ενεργειών και επ’ ουδενί δεν γίνεται λόγος για επίσημη -βάσει συμβάσεων- αλλαγή του καθεστώτος. Η ενσωμάτωση της Κριμαίας στην Ρωσία αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα για το πώς μπορεί να επιτευχθεί μία τέτοια αλλαγή de facto.

Μια τέτοια αλλαγή, όμως, για να γίνει (de facto), απαιτείται να έχουν ξεπερασθεί κάποια θεσμικά εμπόδια. Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ και αυτό αποτελεί το κυριότερο εμπόδιο για την ευόδωση των επιθυμιών της Ρωσίας να επαναφέρει συνθήκες και απαιτήσεις τύπου Unkiar Skelessi, τις οποίες, όπως είδαμε, ποτέ δεν απέβαλλε. Αυτό, όμως, δεν είναι κατ΄ ανάγκη κάτι που δεν μεταβάλλεται, ειδικά εάν μία τέτοια μεταβολή συνεπάγεται κέρδη και ωφελήματα και για την Τουρκία (π.χ. εδαφικά οφέλη, επέμβαση σε χώρους με πλουτοπαραγωγικό δυναμικό, επέκταση επιρροής κ.λπ.). Αυτό π.χ. θα μπορούσε να επιτευχθεί με μια σύγκρουση της Τουρκίας με κάποια από τις ΝΑΤΟϊκές όμορές της χώρες, με τις οποίες έχει φροντίσει να διατηρεί για δεκαετίες σχέσεις έντασης και με τις οποίες το ισοζύγιο ισχύος θεωρεί ότι είναι σαφώς προς όφελός της.

ΤΑ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Στο παρόν σημείο ας επιχειρηθεί η ανάλυση μίας σειράς ενδεχομένων βάσει των στοιχείων που έχουν παρατεθεί μέχρι τώρα, δηλαδή με την εφαρμογή του νόμου του εκκρεμούς, αλλά και αυτών που ισχύουν κατά την σημερινή συγκυρία, κατά την οποία η Τουρκία έχει για μια ακόμη φορά κινηθεί προς την πλευρά της Ρωσίας, χωρίς ωστόσο να έχει γίνει καμία απόπειρα αλλαγής του καθεστώτος των Στενών από καμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές [7]. Θεωρούμε ότι οι εμπλεκόμενοι στο ανώτερο επίπεδο είναι η Ρωσία και η Δύση γενικότερα. Οι παράμετροι που υπεισέρχονται στην ανάλυση των ενδεχομένων είναι: 1. Ο προσεταιρισμός ή όχι της Τουρκίας από τη Δύση, 2. Η αλλαγή ή όχι του Καθεστώτος των Στενών και 3. Η έντονη ή μη αντίδραση του εκάστοτε αντιπάλου.

Η κατάσταση θα μπορούσε να απεικονιστεί γραφικά ως ακολούθως:

01042019-6.jpg

Το σενάριο καταρχήν αναφέρεται στην τωρινή κατάσταση, κατά την οποία η Τουρκία έχει εναντιωθεί στην Δύση έχοντας προσχωρήσει στο στρατόπεδο της Ρωσίας και των Land Forces γενικότερα (Σημείο 1). Στην παρούσα φάση η Δύση βρίσκεται σε στάση αναμονής προχωρώντας με προσεκτικές κινήσεις προς την Τουρκία, καθώς δεν επιθυμεί να επιδεινώσει έτι περαιτέρω την κατάσταση. Η στρατηγική θέση της Τουρκίας δεν επιτρέπει επ’ ουδενί την εύκολη παράδοσή της από την Δύση. Η ιστορική αναδρομή που έγινε στην αρχή του άρθρου κατέδειξε ότι η Δύση σε κάθε προσπάθεια της Ρωσίας να επεκτείνει την επιρροή της στην Τουρκία και στον έλεγχο των Στενών απαντούσε με ενέργειες που τελικά την ακύρωναν και το ίδιο στη συνέχεια γίνονταν μετά και από την ρωσική πλευρά, μετατοπίζοντας έτσι αενάως αυτό το εκκρεμές της Τουρκίας και του Ελλησπόντου.

Επομένως, είναι λογικό να αναμένουμε την αντίδραση της Δύσης στον προσεταιρισμό της Τουρκίας από την Ρωσία, καθώς το διακύβευμα είναι τεράστιο και δη σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων. Ο τρόπος με τον οποίο θα εκφρασθεί αυτή η αντίδραση δεν είναι γνωστός, ούτε είναι στον σκοπό του άρθρου να προβεί σε εικασίες. Οι πιθανότητες επιτυχίας αυτήν της ενέργειας θεωρούνται ότι είναι ίσες με τις πιθανότητες αποτυχίας. Για το λόγο αυτό παρέχεται η πιθανότητα 50% σε κάθε ένα από τα σημεία 2 και 3. Σε περίπτωση που η αντίδραση της Δύσης είναι επιτυχής (σημείο 2) και για μια φορά ακόμα στην Ιστορία το εκκρεμές μετατοπισθεί προς την δική της πλευρά, υπάρχουν και πάλι δύο διαφορετικά ενδεχόμενα αναφορικά με την τύχη του καθεστώτος των Στενών (ενδεχόμενα 4 και 5) με διαφορετικές εκτιμώμενες πιθανότητες υλοποίησης.

Είναι πολύ πιθανόν ότι μετά την αλλαγή του τρέχοντος σκηνικού, η Δύση θα επανέλθει εντονότερα για την αλλαγή του καθεστώτος των Στενών που σημειώθηκε πρώτη φορά το 2006 με την Νατοϊκή επιχείρηση Operation Active Endeavour. Ο λόγος θα είναι προφανώς ο πάση θυσία περιορισμός της ρωσικής επιρροής, έχοντας και το βλέμμα στα τεκταινόμενα στην Συρία και στη Μέση Ανατολή, πιθανώς και μέσω του «στραγγαλισμού» των Στενών, κάτι που φυσικά θα αποτελέσει σοβαρό πλήγμα για την Ρωσία. Στο σενάριο αυτό αποδίδεται ένα εύρος πιθανοτήτων 60%-70%, ενώ στο σενάριο παραμονής του υπάρχοντος καθεστώτος δίνεται ένα σαφώς χαμηλότερο εύρος πιθανοτήτων 30%-40%.

Για τους ίδιους ακριβώς λόγους αναμένεται ότι, δεδομένου του συριακού διακυβεύματος, η Ρωσία είναι πολύ πιθανό ότι θα αντιδράσει με πολύ δυναμικό τρόπο, προκειμένου να μην απομονωθεί διαμέσου της Μαύρης Θάλασσας και των Στενών. Το διακύβευμα σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι άλλο από αυτήν την στρατηγική ύπαρξη της Ρωσίας. Για πρώτη φορά στην ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων, η Ρωσία, όχι μόνο έχει καταλυτική παρουσία στη Μέση Ανατολή, αλλά εμφανίζεται πλέον να είναι αυτή που έχει και την πρωτοβουλία των κινήσεων, εφαρμόζοντας μία υψηλή στρατηγική τα οποία η Δύση δεν δύναται να ακολουθήσει (Γκρέκας, 2018). Χώρες όπως το Ιράκ, όπου οι ΗΠΑ θυσίασαν τεράστιο ανθρώπινο και υλικό κεφάλαιο, έχουν στραφεί προς την Ρωσία ξεκάθαρα. Η Συρία, το Ιράν και η Τουρκία, το ίδιο. Αν απολεσθεί η επαφή της Ρωσίας με την έξοδο στη Μεσόγειο, η επιρροή της στην Μέση Ανατολή θα δεχθεί ένα καίριο πλήγμα.

Μια ματιά στον κάτωθι χάρτη της ευρύτερης περιοχής είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την κρισιμότητα της Τουρκίας και των Στενών στην στρατηγική προσπάθεια της Ρωσίας. Με έντονη γραμμή σημειώνονται τα επαυξημένα όρια της Δυτικής επιρροής σε περίπτωση που η προσπάθεια επαναπροσεταιρισμού της Τουρκίας στεφθεί με επιτυχία. Για τον λόγο αυτό θεωρείται ότι η αντίδρασή της σε αυτό το ενδεχόμενο θα είναι δυναμική. Αυτή η κατάσταση απεικονίζεται στο ενδεχόμενο 8, στο οποίο δίνεται ένα αυξημένο εύρος πιθανοτήτων (70%-80%). Αντίστοιχα, η εκτιμώμενη πιθανότητα χαλαρής αντίδρασης (σημείο 9) εκτιμάται στο χαμηλό εύρος πιθανοτήτων 20%-30%.

01042019-7.jpg

Σχήμα 4. Χάρτης της Μεσογειακής Λεκάνης με τη Μέση Ανατολή και τη Μαύρη Θάλασσα. Πηγή: CIA, 1998. Με έντονο χρώμα τα όρια της επαυξημένης Δυτικής Επιρροής σε περίπτωση που επαναπροσεταιρισθεί η Τουρκία με την Δύση.
—————————————————————————————

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στην περίπτωση μη αλλαγής του Καθεστώτος των Στενών (σημείο 5) οι πιθανότητες έντονης αντίδρασης από την Ρωσία σαφώς μετριάζονται, αλλά όχι σημαντικά, καθώς η Ρωσία θα μπορεί μεν να ενισχύει τις δυνάμεις της στη Μ. Ανατολή, αλλά στη Μαύρη Θάλασσα θα βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση, αφού ανά πάσα χρονική στιγμή η Δύση θα μπορεί να περιορίσει ή και να απαγορεύσει τις κινήσεις της. Εκτιμάται ως εκ τούτου ότι η πιθανότητα έντονης αντίδρασης σε αυτήν την περίπτωση θα ευρίσκεται στο 50% (σημείο 10) και αντίστοιχα ίση πιθανότητα θα συγκεντρώνει και η μη αντίδραση (σημείο 11).

Σε περίπτωση που δεν σταθεί δυνατό να επανέλθει η Τουρκία στο Δυτικό στρατόπεδο (σημείο 3), θα πρέπει να αναμένεται η περαιτέρω πρόσδεση της Τουρκίας στην Ρωσία και από αυτό το σημείο εκκινούν δύο διαφορετικά ενδεχόμενα για το καθεστώς των Στενών. Είτε αυτό θα αλλάξει έτι περαιτέρω (προς όφελος της Ρωσίας) είτε όχι (ενδεχόμενα 6,7).

Η απαρχή της αλλαγής του καθεστώτος και του ελέγχου των Στενών με τρόπο ώστε να εξυπηρετεί πλήρως αλλά και μακροπρόθεσμα τα συμφέροντα της Ρωσίας (ενδεχόμενο 6) υπό τις συνθήκες που θα επικρατούν (πλήρης αποκοπή της Τουρκίας από την Δύση) εμφανίζεται ως περισσότερο πιθανή και για το λόγο αυτό της δίνεται μια πιθανότητα 60%-70%, καθώς οι αλλαγές θα ενσωματώνουν πιθανόν και προβλέψεις υπέρ της Τουρκίας.

Αντίθετα η πιθανότητα μη αλλαγής του καθεστώτος των Στενών (λόγω π.χ. σθεναρής αντίστασης της Τουρκίας, ή λόγω δισταγμού της Ρωσίας, συγκεντρώνει μικρότερες πιθανότητες (εκτιμάται ένα εύρος πιθανοτήτων 30%-40%). Στην περίπτωση των ενδεχομένων που πηγάζουν από την εξέλιξη 3, είναι πολύ πιθανόν να έχουν μεθοδευθεί οι διαδικασίες και τα γεγονότα, τα οποία ακροθιγώς αναφέρθηκαν προηγουμένως, τα οποία θα σημάνουν την έξοδο της Τουρκίας από τις συμμαχικές δομές του ΝΑΤΟ, κάτι το οποίο θα διευκολύνει και τους περαιτέρω στρατηγικούς σχεδιασμούς της Ρωσίας και μάλλον και της Τουρκίας. Στην περίπτωση της αλλαγής του de facto καθεστώτος των Στενών, θα σημάνει κατά πάσα πιθανότητα επίσης την έντονη αντίδραση της Δύσης. Και τούτο γιατί αυτή η εξέλιξη θα αποτελεί ένα σημαντικό ρήγμα στην στρατηγική της Δύσης για περιορισμό και απομόνωση της Ρωσίας από τις θαλάσσιες οδούς. Η Δύση, εάν αφήσει αυτή την εξέλιξη να συμβεί, θα έχει υποστεί μια άνευ προηγουμένων ήττα. Όπως φαίνεται και στον ακόλουθο χάρτη, όπου απεικονίζεται με έντονη γραμμή η αυξημένη ρωσική επιρροή σε περίπτωση που κρατηθεί η Τουρκία εντός της ρωσικής επιρροής, πέραν των Δαρδανελίων, το σύνολο της Ανατολικής Μεσογείου, του Σουέζ συμπεριλαμβανομένου, θα βρεθούν σε απόσταση αναπνοής από την ρωσική ζώνη επιρροής.

01042019-8.jpg

Σχήμα 5. Χάρτης της Μεσογειακής Λεκάνης με τη Μέση Ανατολή και τη Μαύρη Θάλασσα. Με μπλε γραμμή η επαυξημένη ζώνη ρωσικής επιρροής Πηγή: CIA, 1998. Με έντονη γραμμή απεικονίζεται η αυξημένη ρωσική ζώνη επιρροής σε περίπτωση που η Τουρκία κρατηθεί υπό την ζώνη της ρωσικής επιρροής.
———————————————————————————-

Και αυτό δεν θα είναι τίποτε άλλο από την υλοποίηση των χειρότερων εφιαλτών του Mackinder (1904). Ως εκ τούτου, στην προοπτική αυτών των εξελίξεων, το ενδεχόμενο έντονης αντίδρασης της Δύσης εκτιμάται ότι θα κινείται σε ένα εύρος πιθανοτήτων 70%-80% (σημείο 12) και στη μη αντίδρασή της σε ένα εύρος πιθανοτήτων 20%-30% (σημείο 13).

Όπως και στην περίπτωση της Ρωσίας, έτσι και στην περίπτωση της Δύσης, στο ενδεχόμενο της μη επανασύνδεσης της Τουρκίας με την Δύση, αλλά και με τη μη αλλαγή του καθεστώτος των Στενών, τόσο η έντονη αντίδραση όσο και η μη έντονη αντίδραση συγκεντρώνουν ίσα ποσοστά πιθανότητας, ήτοι 50% (σημεία 14, 15). Αυτό διότι μπορεί αφενός το σημείο 7 σε κατάσταση συνθηκών να προσομοιάζει το σημείο 1 (τωρινή κατάσταση), ωστόσο έπειτα από μια αποτυχημένη προσπάθεια, η κατάσταση δεν θα είναι η ίδια. Η Δύση θα έχει δεχθεί ένα καίριο πλήγμα, γεγονός το οποίο μπορεί να ενεργοποιήσει δυναμικούς τρόπους αντίδρασης.

Πραγματοποιώντας τους υπολογισμούς των πιθανοτήτων με βάση τα παραπάνω σενάρια, συνάγεται ότι η πιθανότητα έντονης αντίδρασης των δύο μεγάλων δυνάμεων κυμαίνεται μεταξύ 57% και 76% με εκτιμώμενη μέση πιθανότητα 66,5%.

Γίνεται κατανοητό πλέον ότι, με αφορμή την συριακή κρίση, τα διακυβεύματα αυξήθηκαν σημαντικά, και μάλιστα σε μια ευρύτερη περιοχή από αυτήν της Συρίας. Η ηχώ της Δαμασκού ακούγεται πλέον στον Βόσπορο, στην Κριμαία, αλλά και στα κέντρα αποφάσεων της Δύσης, της Μόσχας και πιθανόν του Πεκίνου. Η ειδοποιός διαφορά των τρεχουσών συνθηκών, από άλλες αντιπαραθέσεις των χερσαίων με τις ναυτικές δυνάμεις είναι στο διακύβευμα. Η μέχρι στιγμής νικηφόρα και σύμφωνα με τα ρωσικά συμφέροντα εξέλιξη της σύγκρουσης έχει δημιουργήσει τεράστια ερείσματα και παρακαταθήκη για την Ρωσία όχι μόνο στην Συρία, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η Ρωσία επ’ ουδενί δεν θα δεχθεί να απωλέσει αυτά τα στοιχεία υψηλής στρατηγικής εύκολα, και τα οποία ξεφεύγουν κατά πολύ μιας απλής διπλωματικής νίκης ή ήττας στα «σημεία», όπως σημειώνονταν στο παρελθόν, καθώς τώρα αυτά είναι σε θέση να ακυρώσουν πλήρως την Δυτική στρατηγική αιώνων.

Παράλληλα, βλέπουμε την Δύση σε μια κατάσταση αδυναμίας και κατακερματισμού, με πληθώρα προβλημάτων (οικονομική κρίση, έριδες εντός της ΕΕ, Brexit, αδυναμία κοινής στρατηγικής, υποκρισία σε πληθώρα θεμάτων). Ως εκ τούτου η αντίδραση των χερσαίων δυνάμεων έχει βρει μεγάλο περιθώριο δυναμικών κινήσεων με μικρό σχετικά κόστος. Είδαμε ότι σε αντίστοιχης σημασίας κινήσεις (π.χ στην Ουκρανία) η Ρωσία αντέδρασε άμεσα (κατάληψη Κριμαίας) με δυναμικά μέσα, τα οποία μάλιστα χαρακτηρίζονταν και από ιδιαίτερους νεωτερισμούς (π.χ. στρατεύματα χωρίς διακριτικά) και χωρίς κανείς να το περιμένει. Συνάγεται λοιπόν κατ’ αντιστοιχία ότι, σε περίπτωση κινδύνου «απώλειας» κάποιων εκ των ρωσικών κεκτημένων, η ρωσική αντίδραση θα είναι ιδιαιτέρως έντονη και πέραν όσων αναμένονταν μέχρι τώρα.

Από την ανάλυση αυτή και σε σχέση με το υποκείμενο του εκκρεμούς, ήτοι την Τουρκία, είναι πολύ πιθανό με τις κατανομές που εκτιμήθηκαν προηγουμένως, ότι σε κάθε περίπτωση θα δεχθεί είτε την αντίδραση της Δύσης είτε την αντίδραση της Ρωσίας, ή και των δύο μαζί. Η εποχή του συγκερασμού των αντίθετων προσεγγίσεων που άρχισε με την Λωζάννη, στην συνέχεια το Montreaux και έφτασε μέχρι την περίοδο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, έλαβε οριστικά τέλος, και σύντομα θα είμαστε πλέον μάρτυρες της εκ νέου ιστορικής ταλάντωσης, και μάλιστα με ιδιαιτέρως βίαιο τρόπο, του εκκρεμούς των Στενών του Ελλησπόντου.

ΟΙ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ

Η διαχρονική ταλάντωση του γεωπολιτικού εκκρεμούς του Ελλησπόντου ανάμεσα στις δυνάμεις της Ανατολής με προεξάρχουσα την Ρωσία και την Δύση, αρχικά με τη Μ. Βρετανία και στην συνέχεια τις ΗΠΑ, εμφανίζεται ως ώριμη να επαναληφθεί στο πλαίσιο των σημερινών καταιγιστικών εξελίξεων, επιβεβαιώνοντας κατά έναν παράδοξο τρόπο το μυθολογικό χαρακτηριστικό των Συμπληγάδων Πετρών, οι οποίες βρίσκονταν στην είσοδο των Στενών από την πλευρά της Μαύρης Θάλασσας και ανοίγοντας και κλείνοντας συνεχώς βύθιζαν τα πλοία που τύχαινε να περνούν ανάμεσά τους.

Η ιστορική αναδρομή κατέδειξε ότι η Τουρκία από τη στιγμή της απώλειας της κατ’ουσίαν απόλυτης εξουσίας των Στενών (κάποια στιγμή στον 17ο αιώνα) παρασύρεται από την ταλάντωση του εκκρεμούς της ισχύος των κυρίαρχων πλανητικών δυνάμεων και, ως εκ τούτου, βρίσκεται από καιρού εις καιρόν από τη μια πλευρά στην άλλη. Εκτός αυτού, οποτεδήποτε η Τουρκία επιχείρησε να αποδεσμευθεί και να δράσει ανεξάρτητα από τις δύο κυρίαρχες και κατά κύριο λόγο αντίπαλες δυνάμεις, υπέστη λίαν δυσμενείς συνέπειες από αμφότερες τις δυνάμεις που διαχρονικά ανταγωνίζονται για την ποδηγέτηση της περιοχής.

Η Τουρκία αυτή την στιγμή βιώνει μια επανάληψη της ιστορίας των τελευταίων αιώνων. Το όχημα που την διατήρησε και την μετέφερε από την Λωζάννη στον 21ο αιώνα, ο κεμαλισμός φαίνεται ότι έχει κλείσει την ιστορική του πορεία, ενώ ταυτόχρονα, εν είδει ιστορικού ρεβανσισμού, τα εσωτερικά ρεύματα εκείνα τα οποία πολέμησε ο κεμαλισμός έχουν ανακάμψει δριμύτερα και απειλητικότερα και τον αποδομούν συστηματικά. Σήμερα, η Τουρκία είναι μια χώρα στην οποία καλπάζει ο ισλαμισμός και υποχωρεί η δημοκρατία. Παράλληλα, η Τουρκία έχει απορρίψει για μια σειρά λόγους την σύμπλευση με την Δύση και έχει στραφεί προς την Ρωσία και την Ασία, αναδεικνύοντας και δηλώνοντας πλέον επίσημα τον ευρασιατικό προσανατολισμό της, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, ήταν πάντοτε ένα υπαρκτό ρεύμα στην κοινωνία της, το οποίο σήμερα λόγω των συνθηκών έχει ενσωματώσει και μέρος των μέχρι πρότινος πολέμιών του.

Με βάση τα στοιχεία της ιστορικής ανάλυσης, αλλά και της τρέχουσας συγκυρίας, παρουσιάσθηκε μία ανάλυση ενδεχομένων (contingency analysis), η οποία παραθέτει τις πιθανότητες αντίδρασης της Δύσης στις σημερινές εξελίξεις και την μετατόπιση του εκκρεμούς προς την πλευρά της, καθώς και αυτών της ανταπάντησης στην συνέχεια από την πλευρά της Ρωσίας. Η ανάλυση κατέδειξε ότι υπάρχει μια σημαντική πιθανότητα πλέον οι αντίπαλες δυνάμεις να αντιδράσουν δυναμικά και πέρα από τα όσα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Η τρέχουσα συγκυρία και οι συνθήκες, είναι σε πολλά σημεία διαφοροποιημένες από εκείνες της εποχής της Λωζάννης, του Montreux και του Ψυχρού Πολέμου, λόγω της υψηλής στρατηγικής αξίας των γεγονότων στη Μέση Ανατολή και των ερεισμάτων πλέον που έχει αποκτήσει η Ρωσία εκεί. Η ταλάντευση του εκκρεμούς αυτήν την φορά θα συνοδεύεται από σημαντικές αντιδράσεις και ανακατατάξεις στην συγκεκριμένη περιοχή, καθώς εμπλέκεται, όχι στον ίδιο βαθμό βέβαια, το σύνολο των τωρινών Μεγάλων Δυνάμεων.

Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η έχουσα την εντολή για την διαχείριση των Στενών, Τουρκία, έχει αποδοθεί σε μια έξαρση μεγαλομανίας περί ανασύστασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπου ωμές απειλές εκτοξεύονται αφειδώς προς όλες τις γειτονικές της χώρες ανεξαιρέτως. Η Τουρκία εμφανίζεται να προσπαθεί, παράλληλα με τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, να μεγεθυνθεί και η ίδια ευελπιστώντας να αποκομίσει κέρδη από την εκ νέου νομή της κυριαρχίας η οποία κυοφορείται στην περιοχή. Η προσπάθεια σε μεγάλο βαθμό κρύβει την ανασφάλεια του Προέδρου της και του κύκλου συμφερόντων του (Akkoyunlu & Oktem, 2016), καθώς η Τουρκία, παρά την αδιαμφισβήτητη πρόοδο σε κάποιους τομείς (π.χ. αμυντική βιομηχανία), δεν είναι σε θέση υπό τις παρούσες συνθήκες να χαράξει ανεξάρτητη γεωπολιτική στρατηγική, και αυτό το γνωρίζουν οι εκάστοτε πάτρωνές της, οι οποίοι μπορεί προς το παρόν να ανέχονται, και ίσως και να ενισχύουν τεχνηέντως κάποιους από τους αλαλαγμούς και τις προκλητικές της ενέργειες προς ίδιον συμφέρον (π.χ. υπερκέραση συγκεκριμένων θεσμικών εμποδίων, όπως η τουρκική νατοϊκή ιδιότητα, που θα διευκολύνουν τις δικές τους στρατηγικές), αλλά μακροπρόθεσμα είναι αμφίβολο εάν θα επιτρέψουν στις μεγαλομανίες αυτές να μετασχηματισθούν σε πραγματικότητα, καθώς αυτό θα αφαιρεί ευαίσθητο ζωτικό χώρο και κυριαρχία από τους ίδιους. Κάποια χαρακτηριστικά για τον έχοντα την διαχείριση των Στενών, όπως αναφέρθηκαν προηγουμένως, αναπόφευκτα θα παραμείνουν αναλλοίωτα, και είναι ένα ερώτημα που χρήζει περαιτέρω ανάλυσης το κατά πόσον η σημερινή Τουρκία διαθέτει αυτά τα χαρακτηριστικά.

Έτσι, αυτό που πιθανολογείται, είναι ότι στον απόηχο των καταιγιστικών εξελίξεων που λαμβάνουν χώρα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής (κυρίως στην Συρία) και της Τουρκίας, αναμένεται σύντομα το εκ νέου άνοιγμα της συζήτησης για τα Στενά. Είτε με όρους Δύσης (θαλάσσιων δυνάμεων) είτε με όρους Ρωσίας (χερσαίων δυνάμεων). Κανείς δεν μπορεί να προδικάσει το αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, τα δεδομένα και οι προσφερόμενες εναλλακτικές λύσεις πιθανόν να είναι ριζικά διαφορετικές από εκείνες του 20ου αιώνα.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

* Το παρόν δοκίμιο δημοσιεύθηκε στο τεύχος αριθ. 52 (Ιούνιος-Ιούλιος 2018) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.

[1] Ίσως και μια ανακούφιση καθώς ένας επί μακρόν αντίπαλός της, το Βυζάντιο, εξαλειφόταν.
[2] Και ο Βερίγγειος Πορθμός έχει το εν λόγω χαρακτηριστικό, ωστόσο δεν αποτελεί διάβαση, καθώς οι κλιματολογικές του ιδιαιτερότητες τον καθιστούν ουσιαστικά μια παγωμένη ζώνη με σαφή βεβαίως στρατηγική σημασία, που υπολείπεται ωστόσο σημαντικά των άλλων σημείων που αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά.
[3] Εναλλακτικά οι Σοβιετικοί αντιπρότειναν σε ιδιωτικές συζητήσεις, βάση στο Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη).
[4] Είναι χαρακτηριστική η ρήση του Mustafa Kemal «Ειρήνη στην Χώρα, Ειρήνη στον Κόσμο».
[5] “Still, who can say by what hands the sword of Osman will be wielded when the Ghazi (Kemal) joins Cromwell and Napoleon?” Graves (1933), The Question of the Straits, p. 21
[6] Από αυτήν την περίοδο πρέπει να εξαιρεθεί το διάστημα εκείνο στο οποίο η Τουρκία ήλεγχε το σύνολο της παράκτιας περιοχής της Μαύρης Θάλασσας.
[7] Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι οι απεικονιζόμενες εκτιμήσεις των ενδεχομένων και των πιθανοτήτων τους αποτελούν προσωπική εκτίμηση του γράφοντα με βάση την δική του προσέγγιση της πραγματικότητας και είναι παραπάνω από καλοδεχούμενη κάθε καλοπροαίρετη κριτική και διαφορετική άποψη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

-Akkoyunlu, K., & K., Oktem, (2016), “Existential insecurity and the making of a weak authoritarian regime in Turkey”, Southeast European and Black Sea Studies, 16(4): pp 505-527, doi: 10.1080/14683857.2016.1253225
-Akturk, S., (2015), “The Fourth Style of Politics: Eurasianism as a Pro-Russian Rethinking of Turkey’s Geopolitical Identity”, Turkish Studies, 16:1, pp 54-79, DOI: 10.1080/14683849.2015.1021246
-Alstyne, R., W. Van, (1947), “The Question of the Turkish Straits”, Current History, 13 (72), pp 65-70
-Asmus, R., (2004), “Developing a new Euro-Atlantic strategy for the Black Sea region”, Istanbul Paper no. 2. http://www.gmfus.org//doc/07.28_GMF_Istanbul2_Report.pdf.
-Aydin, M., (2009), “Geographical blessing versus geopolitical curse: great power security agendas for the Black Sea region and a Turkish alternative”, Southeast European and Black Sea Studies, 9(3): pp 271-285, doi: 10.1080/14683850902934283
-Bilsel, C., (1947), “The Turkish Straits in the Light of Recent Turkish – Soviet Russian Correspondence”, The American Journal of International Law, 41(4), pp 727-747
-Graves, P., (1933), “The question of the Straits”, Journal of the Royal Central Asian Society, 20(1), pp 7-26, doi.org/10.1080/03068373308725234
-Γκρέκας, Β., (2017), «Η Υψηλή Στρατηγική της Ρωσίας. Η μελέτη της περίπτωσης της Συρίας», Foreign Affairs – The Hellenic Edition, Δεκέμβριος – Ιανουάριος
-Heller, J., (2017), “Israel endorses independent Kurdish State”, Reuters World News, 13 September
-Huntington, S., P., (1993), “The Clash of Civilizations”, Foreign Affairs, pp 22-49
-Huntington, S., P., (1996), The Clash of Civilizations and the Remaking of the World Order, Simon & Schuster, ISBN: 0-684-84441-9
-Kerner, R., J., (1930), “Russia and the Straits Question, 1915-1917”, The Slavonic and East European Review, 8(24), pp 589-600
-Langer, W., L., (1929), “Russia, the Straits Question and the European Powers”, The English Historical Review, 44(173), pp 59-85
-Lord Curzon, (1918), “The Future of Constantinople”, Memorandum printed for the War Cabinet, January 1919
-Mackinder, H., (1904), “The Geographical Pivot of History”, The Geographical Journal, Vol. 23 (4), pp 421-437
-Mackinder, H., J., (1942), Democratic Ideas and Reality – A Study in the Politics of Reconstruction, National Defense University Press, Washington
-Macfie, A., L., (1979), “The Straits Question: The Conference of Lausanne (November 1922-July 1923)”, Middle Eastern Studies, 15(2), pp 211-238
-Macfie, A., L., (1987), “The Straits Question at the Potsdam Conference: The British Position”, Middle Eastern Studies, 23(1), pp 75-82
-Macfie, A., L., (1993), Τhe Straits Question 1908-1936, Institure for Balkan Studies, Thessaloniki
-Μπέλλος, Σ., (2018), “Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κρίση, η Γερμανία και οι γεωπολιτικές προεκτάσεις μέσα από το πρίσμα της θεωρίας του Halford Mackinder”, Foreign Affairs – the Hellenic Edition, Φεβρουάριος – Μάρτιος
-Nazef, A., (2013), “Syria Intervention plan fueled by oil interests, not chemical weapon concern”, The Guardian, August 20,213, https://www.theguardian.com/environment/earth-insight/2013/aug/30/syria-…
-Νικολάου, Ι, (1995), Ο Διάπλους των Τουρκικών Στενών κατά τις Διεθνείς Συνθήκες και την Πρακτική, Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής, Εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα
-Spykman, N., J., (1942), America’s Strategy in World Politics: The United States and the Balance of Power, Harcourt, Brace, New York
-Starr, S., (2016), “Russia using sea route via Istanbul to supply Assad regime – Russia can position itself as big player in Middle East due to its access to Turkish Straits”, The Irish Times, 22 June
-Withnall, A., & S., Osborne, (2016), “Erdogan blames ‘foreign powers’ for coup and says West is supporting terrorism”, The Independent, 2 August, https://www.independent.co.uk/news/world/europe/erdogan-turkey-coup-late…
-Xydis, S, (1960), The 1945 crisis over the Turkish Straits, Institute for Balkan Studies, Thessaloniki
-Yegorov, O., (2016), “Russian intelligence saved Erdogan from overthrow – media reports”, Russia Beyond, July 21, https://www.rbth.com/russia_turkey_relations/2016/07/21/russian-intellig…

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Τουρκικές εκλογές.  Άμεση ανάλυση.

2

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών στην Τουρκία δείχνουν μέχρι στιγμής τα εξής:

-Για δεύτερη φορά, η πρώτη στις εκλογές που δεν συγκέντρωσε κοινοβουλευτική πλειοψηφία και υπαναχώρησε από την κουρδική του πολιτική), ο Ερντογάν δεν έχει το αποτέλεσμα που επιθυμούσε. Έχασε σε αρκετές σημαντικές πόλεις από τη μείζονα αντιπολίτευση κα, κυρίως, έχασε την Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη.  Η Σμύρνη δεν αποτελεί έκπληξη. Είναι η πόλη που δεν τον συμπαθεί και δεν τη συμπαθεί. Η πρωτεύουσα έχει πάντα πολιτικό συμβολισμό. Και η Κωνσταντινούπολη δεν είναι μόνο η οικονομική πρωτεύουσα της χώρας αλλά και η πόλη από τη δημαρχία της οποίας ξεκίνησε ο ίδιος.

-Ο Ερντογάν έχασε μεν πόλεις αλλά η απώλεια που υπέστη σε αριθμό ψήφων στην τουρκική επικράτεια είναι ελάχιστη. Τις δυνάμεις του σε πολιτικό επίπεδο τις κράτησε.

-Έφθασε στο όριο του; Προφανώς ναι. Ενδεχομένως να αρχίζει και μια περίοδος πολιτικής αμφισβήτησης και του ίδιου.

Γιατί έχασε σημαντικούς Δήμους ο Ερντογάν και γιατί αρχίζει η φθορά του;

Τούρκοι αναλυτές που γράφουν σε διεθνή ΜΜΕ ή σε διεθνή think tanks εντοπίζουν τις αιτίες στην οικονομία. Τα αποτελέσματα, όμως, της οικονομικής κρίσης που άρχισε να διαφαίνεται στην Τουρκία δεν είναι, ακόμη, τόσο εμφανή. Η οικονομική κρίση για να έχει εκλογικές επιπτώσεις πρέπει να είναι αρκετά έντονη και να έχει διάρκεια. Στην Τουρκία ούτε το ένα, ούτε το άλλο έχουν, ακόμη, συνειδητοποιηθεί ώστε να προκαλέσουν πολιτική δυσαρέσκεια.

Παρά το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός  γκιουλενιστών και άλλων κοσμικών τούρκων βρίσκονται στο εξωτερικό και δεν ψήφισαν στις εκλογές, το εκλογικό σώμα που εμπιστεύθηκε τον Ερντογάν αρχίζει και αντιδρά. Το ερώτημα είναι γιατί;

Πρώτον, γιατί ο Ερντογάν βρίσκεται χρόνια στην εξουσία. Και η διαχείριση της εξουσίας και φθείρει και κουράζει το εκλογικό σώμα.

Δεύτερον, αρχίζει και γίνεται συνείδηση ο αυταρχικός τρόπος διακυβέρνησης της χώρας. Ακαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι, στρατιωτικοί, πολιτικοί του αντίπαλοι βρίσκονται στις φυλακές. Ακόμη και στην Ανατολία όπου βρίσκονται τα προπύργιά του, εγγράφεται στο υποσυνείδητο της τουρκικής κοινής γνώμης μια αίσθηση ότι ο Πρόεδρος το παράκανε.

Τρίτον, όσο περνούν τα χρόνια και με την οικονομική πρόοδο που σημειώθηκε στην Τουρκία, η νέα γενιά έχει άλλες προσλαμβάνουσες από τον κόσμο. Τα πρότυπά της δεν είναι αυτά που θέλει να αναπαράγει ο Ερντογάν. Μπορεί η πλειοψηφία της τουρκικής κοινωνίας να είναι ισλαμική αλλά οι κεντρόφυγες τάσεις στη νέα γενιά είναι ορατές. Θα το διαπιστώσετε αν συναντήσετε νεαρής ηλικίας τούρκους.

Τέταρτον, θα κούρασε και η επίμονη και μακροχρόνια ρητορική του μίσους από τον τούρκο πρόεδρο. Ακόμη και το ισλαμικό του ακροατήριο έχει δει να φυλακίζονται γείτονες του και να διαλύονται οικογένειες.

Πως θα αντιδράσει, τώρα, ο Ερντογάν;

Ο συμβολισμός της ήττας σε μεγάλες πόλεις είναι οδυνηρός για τον τούρκο πρόεδρο. Θα απολαύσουμε απαξιωτικές δηλώσεις  του είδους «γκιαούρ Ισμίρ» κλπ, όχι, μόνο, για τη Σμύρνη αλλά και την Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα.

Στην κεντρική πολιτική προβολή του, όμως, το αποτέλεσμα δεν έχει επιπτώσεις επάνω του. Ο αριθμός των ψήφων προς το κόμμα του είναι ελάχιστα μικρότερος. Βεβαίως, είναι ανεβασμένο το ποσοστό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πολύ πεσμένο το ποσοστό των ακροδεξιών εθνικιστών συμμάχων του, των Γκρίζων Λύκων του Μεβλούτ Μπαχτσελί.

Έχουμε, όμως, αρκετά χρόνια μέχρι τις επόμενες βουλευτικές και προεδρικές εκλογές και η πολιτική του φθορά μπορεί να είναι επικίνδυνη αν εμφανιστεί μια συνεχής και μεγάλη οικονομική κρίση και, κυρίως, αν τα πολιτικά αποτελέσματα των κινήσεών του τα τελευταία χρόνια δεν αποδώσουν. Η εισβολή στη Συρία, οι σχέσεις με την Ελλάδα, το κυπριακό σε όλες τις εκφάνσεις του, το κουρδικό, οι τουρκομαερικανικές σχέσεις, οι τουρκορωσικές σχέσεις.

Ο Ερντογάν με την πολιτική του έχει κάνει τόσο δύσκολα τα πράγματα που μπορεί να γίνουν απειλητικά.

Στην οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει σίγουρα έχουν βάλει το χεράκι τους οι αμερικανοί. Ο Ερντογαν το αντιλαμβάνεται. Πως θα αντιδράσει; Θα επιμείνει στη συμμαχία του με Ρωσία και Ιράν ή θα αρχίσει σιγά σιγά να επιστρέφει στις Δυτικές αγκάλες;

Είναι, μόνο, θέμα Ερντογάν η επιστροφή ή ο τούρκος πρόεδρος βρίσκεται αιχμάλωτος ενός βαθέως κράτους με ευρασιατικό- και όχι Δυτικό- προσανατολισμό;

Πόσο εύκολη μπορεί να είναι μια επιστροφή στις Δυτικές αγκάλες; Τι θα γίνει με τους S-400 και, κυρίως, τι θα γίνει με τις εξελίξεις και τις διευθετήσεις στη Συρία; Τι θα γίνει με το κουρδικό; Θα εγκαταλείψουν οι ΗΠΑ εντελώς τους Κούρδους χάριν της επιστροφής του Ερντογάν, ή το κουρδικό πήρε ένα δρόμο δίχως επιστροφή;

Η αναγκαιότητα σταδιακής δημιουργίας κουρδικού κράτους είναι αδήριτη και για τις ΗΠΑ, μετά την εκδήλωση νέου ενδιαφέροντος  για την περιοχή και για το Ισραήλ. Ιδιαιτέρως, σε περίπτωση νίκης του Νετανιάχου στις ισραηλινές εκλογές, ο συνδυασμός Τράμπ- Νετανιάχου δεν θα είναι καθόλου ευνοϊκός για τον Ερντογάν.

Αλλά, ακόμη και αν οι ΗΠΑ θελήσουν να ικανοποιήσουν την Τουρκία για την επιστροφή τους στις αγκάλες τους, θα αναλάβει ρόλο η δυσαρεστημένη Ρωσία στην περιοχή. Πως θα αντιμετωπίσει τη ρωσική οργή ο Ερντογάν; Θα μπορέσει να κρατήσει ήρεμη τη Ρωσία και να επιστρέψει στο Δυτικό μαντρί; Με άλλα λόγια θα του δώσει η Ρωσία άδεια επιστροφής στη Δύση; Γιατί να το κάνει;

Ο εύκολος παράγων στην περιοχή είναι η Κύπρος και η Ελλάδα. Ακόμη και τώρα, οι ΗΠΑ ασκούν πιέσεις στην Αθήνα και τη Λευκωσία να δώσουν λύσεις στα ζητήματα που μονομερώς εγείρει η Άγκυρα.

Αυτό είναι το θλιβερό αποτέλεσμα μιας πολιτικής που εδώ και χρόνια έχει εγκαταλείψει το ενδιαφέρον της για την ισχυρή αποτροπή.

Προχθές, ακόμη παράγων που είναι σε θέση να γνωρίζει μου έλεγε πως υπήρξε ενδιαφέρον για την εξαγορά και επαναλειτουργία της ΕΛΒΟ από επιχειρηματίες αλλά το υπουργείο οικονομικών, στο οποίο ανήκει, δεν έδειξε ενδιαφέρον. Ο λόγος; Ισχυρή δύναμη της Ε.Ε. εκδήλωσε την αντίθεσή της διότι δεν της συνέφερε η παραγωγή των προϊόντων της Ελληνικής Βιομηχανίας.

Με τέτοιες λογικές και τέτοιους  πολιτικούς η χώρα δεν πρόκειται να αποκτήσει σοβαρή υπόσταση. Και θα είναι, πάντα, ο εύκολος  παράγων στην περιοχή.

Τι συμφέρει στην Ελλάδα; Ένας Ερντογάν σε διαρκή σύγκρουση με τις ΗΠΑ και η επαναχάραξη της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή χωρίς την Τουρκία ως καταλυτικό παράγοντα. Διότι η Τουρκία ποτέ δεν θα επανέλθει στη Δύση χωρίς να διεκδικεί από την Ελλάδα.

Εχασε πόλεις κλειδιά ο Ερντογάν: Ψήφος-τιμωρία για την οικονομία

0
ΒΑΡΥ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΥΦΕΣΗΣ
Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (Φωτογραφία: AP/Ali Unal)

Για πρώτη φορά εδώ και 25 χρόνια πολλές από τις μεγάλες πόλεις έστρεψαν την πλάτη στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντάν, που βλέπει την πρωτεύουσα και μεγάλα αστικά κέντρα να εγκαταλείπουν την εθνικιστική του συμμαχία εν μέσω μιας κλυδωνιζόμενης οικονομίας.

Αν και κατάφερε το κυβερνών κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης να κρατήσει πόλεις στο εσωτερικό συγκεντρώνοντας ποσοστό 51,67% στις τοπικές εκλογές σ’ ολόκληρη τη χώρα -μόλις 0,2% κάτω σε σχέση με την προηγούμενη αναμέτρηση, οι αντικρουόμενες διεκδικήσεις νίκης και οι καταγγελίες της αντιπολίτευσης για χειραγώγηση της ψήφου ρίχνουν σκιά στη μάχη της εμπορικής καρδιάς της Τουρκίας, της Κωνσταντινούπολης.

Η τουρκική λίρα κατάφερε να ανακτήσει χαμένο έδαφος με την ισοτιμία της έναντι του δολαρίου να κερδίζει 0,2% γύρω στις εννιά παρά είκοσι το πρωί. Οι Αρχές είχαν εμποδίσει την πρόσβαση ξένων τραπεζών σε τουρκικές λίρες για να αποφύγουν το σορτάρισμα, αλλά το τουρκικό νόμισμα κατέγραψε τη δεύτερη χειρότερη επίδοση φέτος στις αναδυόμενες οικονομίες πίσω από το πέσο της Αργεντινής με απώλειες 5% έναντι του δολαρίου.

Οι πρώτες απώλειες του Ερντογάν -κυρίως σε Άγκυρα και Σμύρνη- σε εκλογική αναμέτρηση εδώ και χρόνια δείχνουν ότι το ΑΚΡ και ο εθνικιστικός του σύμμαχος πληρώνουν το τίμημα της ύφεσης της οικονομίας. Αν και αναλυτές εκτιμούν ότι το αποτέλεσμα της κάλπης δεν θα επηρεάσει σοβαρά την ισχύ του Τούρκου προέδρου στην άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας, η διάβρωση της υποστήριξης αναμένεται να επιτείνει την αίσθηση του κατεπείγοντος για τη λήψη μέτρων που θα επαναφέρουν την οικονομία στην αναπτυξιακή τροχιά και θα ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών μετά τα λαϊκιστικά «μερεμέτια» των τελευταίων ετών.

«Η απώλεια της Άγκυρας, που είναι συνώνυμη της πολιτικής εξουσίας και της διακυβέρνησης συνιστά πολύ σημαντική ήττα», εκτιμά ο διευθυντής του ερευνητικού προγράμματος για την Τουρκία στο Ινστιτούτο για την Μεσανατολική Πολιτική με έδρα την Ουάσιγκτον, Σονέρ Τσαγάπταϊ στους New York Times.

Η εφημερίδα σημειώνει ότι «η ανεργία κυμαίνεται πάνω από 10% και έως 30% στις τάξεις των νέων. Η τουρκική λίρα έχασε το 28% της αξίας της το 2018 και συνεχίζει να κατρακυλά και ο πληθωρισμός έφθασε το 20% τους τελευταίους μήνες».

Ώθηση στην αντιπολίτευση η κάλπη

Για την αντιπολίτευση το αποτέλεσμα συνιστά μια «ηθική ώθηση» εκτιμά ο Οζγκούρ Ουνλουχισαρτσικλί, επικεφαλής των γραφείων του German Marshall Fund των ΗΠΑ στην Άγκυρα. «Το κυβερνών κόμμα», λέει, «θα περάσει δύσκολη περίοδο λόγω του πληθωρισμού και της ύφεσης».

Οι υποψήφιοι της αντιπολίτευσης έβγαιναν στα μπαλκόνια εξαγγέλλοντας δραστικές αλλαγές, υποσχόμενοι να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, να βελτιώσουν την εκπαίδευση και τις κοινωνικές υπηρεσίες, χωρίς να μασούν τα λόγια τους στις επιθέσεις που εξαπέλυαν κατά του Ερντογάν.

Αν και το όνομα του Τούρκου προέδρου δεν περιλαμβανόταν στα ψηφοδέλτια, το διακύβευμα ήταν η πολιτική του ισχύς μετά από 25 χρόνια κυριαρχίας του κόμματός του σε Άγκυρα και Κωνσταντινούπολη. Καθ’ οδόν προς τις κάλπες ο Ερντογάν έκανε πάνω από 100 προεκλογικές συγκεντρώσεις, μιλώντας έως και οκτώ φορές τη μέρα σε κάποιες περιπτώσεις. Ανέλαβε αυτός τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον αγώνα, είναι δε χαρακτηριστικό ότι λίγες μέρες πριν τις εκλογές παραχώρησε συνέντευξη στο κρατικό δίκτυο την ώρα που οι υποψήφιοί του άκουγαν όσα έλεγε από το ακροατήριο.

Η συμμαχία του ΑΚΡ συγκέντρωσε το 51,6% με το 99% των ψήφων καταγεγραμμένο σε εθνικό επίπεδο, ενώ η αντιπολιτευόμενη συμμαχία υπό το κεμαλικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα απέσπασε 37, 6%, ενώ το φιλοκουρδικό HDP to 4,2% κυρίως χάρις στην καλή του επίδοση στα προπύργιά του στη νοτιοανατολική Τουρκία.

Η μοιρασιά των ψήφων δεν άλλαξε ως εκ τούτου δραματικά για τη συμμαχία του Ερντογάν σε σχέση με τις περσινές προεδρικές εκλογές, αφού κατάφερε να διατηρήσει τον έλεγχο στο εσωτερικό με την εθνικιστική-θρησκευτική ρητορική του να εξακολουθεί να βρίσκει απήχηση σε πιο συντηρητικούς ψηφοφόρους.

«Αρχή του τέλους της παντοδυναμίας Ερντογάν;»

Καθώς η οικονομία έπεφτε σε ύφεση και η λίρα κλυδωνιζόταν ο Ερντογάν εξαπέλυσε πυρά κατά εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών προειδοποιώντας τους τραπεζίτες ότι θα πληρώσουν «βαρύ τίμημα» μετά τις εκλογές για το ρόλο που κατά τη γνώμη του έπαιξαν στο χάος με το εθνικό νόμισμα της χώρας.

Η αντιπολίτευση από την άλλη, αλλά και πολλοί αναλυτές, εκτιμούν ότι οι απώλειες που κατέγραψε ο Ερντογάν σε μεγάλες πόλεις σηματοδοτούν την αρχή του τέλους της πολύχρονης κυριαρχίας του. Οι επικριτές του λένε ότι από τη στιγμή που επικράτησε το προεδρικό σύστημα με τις διευρυμένες εξουσίες ο Ερντογάν κυβερνά ολοένα και αυταρχικότερα, περιστέλλοντας την ελευθεροτυπία, εξαπολύοντας πογκρόμ κατά αντιφρονούντων και σέρνοντας πολιτικούς αντιπάλους στα δικαστήρια και προκαλώντας μια άνευ προηγουμένου πόλωση και διχασμό στην τουρκική κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο ότι τουλάχιστον δύο άνθρωποι σκοτώθηκαν χθες σε συγκρούσεις μεταξύ αντιπάλων σε εκλογικά κέντρα και πολλοί ακόμη τραυματίστηκαν

Ο Ερντογάν είπε ότι το κόμμα του «βγήκε νικητής», αλλά παραδέχθηκε την απώλεια ορισμένων δήμων. «Θα αποδεχθούμε ότι κερδίσαμε την καρδιά του έθνους όπου νικήσαμε κι ότι δεν πετύχαμε και τόσο όπου χάσαμε», είπε μετά τα πρώτα αποτελέσματα. Έσπευσε δε μαζί με τον σύμμαχό του, πρώην πρωθυπουργό Μπιναλί Γιλντιρίμ να κηρύξουν τη νίκη του AKP στην Κωνσταντινούπολη, την ώρα που η διαφορά από τον υποψήφιο του CHP, Εκρέμ Ιμάμογλου ήταν μικρότερη του 0,1%. Ο Ιμάμογλου διεκδίκησε κι αυτός με τη σειρά του τη νίκη με πάνω από 27.000 ψήφους, βάσει καλπών που δεν έχουν ακόμη καταμετρηθεί.

Αν δεν αλλάξει κάτι δραματικά, τότε τουλάχιστον εννέα πόλεις φαίνεται ότι αλλάζουν χέρια: πέρα από την Άγκυρα, η Ατάλεια, τα Άδανα, η Μερσίνη αναμένεται να περάσουν στα χέρια της αντιπολίτευσης.

Καθώς οι νέοι απ’ όλο το πολιτικό φάσμα εκφράζουν ολοένα και εντονότερα τη δυσαρέσκειά της με τη διακυβέρνηση Ερντογάν, η έλλειψη ελευθερίας του Τύπου και οι ισχνές προοπτικές για εύρεση εργασίας είναι από τις βασικές πηγές ανησυχίας των ψηφοφόρων. «Νομίζω ότι είναι μια τάση που δεν μπορείς να καταπιέσεις», είπε η Ασλί Αϊντιντασμπάς, συνεργάτης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τις Διεθνείς Σχέσεις. «Υπάρχει μια δεύτερη γενιά νέων παιδιών των πόλεων που δεν συμπεριφέρονται σύμφωνα με τα πρότυπα του AKP. Διψούν για πράγματα που δεν διαφέρουν από εκείνα που αποζητούν τα παιδιά στην άλλη πλευρά», λέει.

«Το ΑΚP του Ερντογάν έχασε σημαντικές ψήφους στα οικονομικά κέντρα της χώρας», τόνισε ο συμπρόεδρος της Teneo Intelligence στο Λονδίνο Βολφγκάνγκο Πίκολι, επισημαίνοντας ότι «η οικονομική ύφεση σκότωσε την αίσθηση του ανίκητου Ερντογάν».

Πηγή: Εχασε πόλεις κλειδιά ο Ερντογάν: Ψήφος-τιμωρία για την οικονομία | iefimerida.gr

Το αντίτιμο της ειρήνης και η επιλογή κατευνασμού

0

Του Δημήτρη Τσαϊλά* Δευτέρα 01 Απριλίου 2019, 00:03 liberal.gr

Ο δημόσιος διάλογος για την ετοιμότητα των στρατιωτικών δυνάμεων για πόλεμο εντατικοποιήθηκε τελευταία, ιδιαίτερα μετά τις συνεχιζόμενες και εντεινόμενες αμφισβητήσεις όχι μόνο των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων αλλά και της εθνικής μας κυριαρχίας σε νησιά του Αιγαίου από μέρους της Τουρκίας.

Γενική αξιολόγηση της κατάστασης

Η αξιολόγηση της κατάστασης της εθνικής ασφάλειας, παρουσιάζει μια εντυπωσιακή στρατιωτική, πολιτική, τεχνολογική και οικονομική καχεξία τα τελευταία έτη της οικονομικής κρίσης.Ταυτόχρονα αποκαλύπτει τον κίνδυνο στρατιωτικής κλιμάκωσης σε πολλαπλά μέτωπα, καθώς και τους περιορισμούς της ικανότητας της τρέχουσας πολιτικής να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις και να μεγιστοποιήσει τις ευκαιρίες. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια ακραία ένταση μεταξύ της πρωτοφανούς επιθετικότητας και της στρατηγικής αδυναμίας με βαθιά δυσκολία στην επίτευξη στόχων της εθνικής ασφάλειας. Αυτή είναι μια συνάρτηση του περιορισμένου οφέλους των στρατιωτικών ενεργειών κατά βασικών εχθρών, καθώς και τα βαριά κοινωνικά και οικονομικά διόδια που συνεπάγεται ο πόλεμος και η υψηλή ευαισθησία των Ελλήνων σε απώλειες.

Πράγματι, σε γενικές γραμμές, ακόμη και μια εξαιρετική στρατιωτική νίκη δεν μεταφράζεται πάντοτε σε πολιτικά επιτεύγματα, και η αντιμετώπιση των συνεπειών της «επόμενης ημέρας» είναι συχνά ακόμη πιο περίπλοκη από τη διαχείριση των ίδιων των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η ασυμμετρία των στόχων με τις προσδοκίες, από ένα πόλεμο (για το ελληνικό κοινό η μη απώλεια σημαίνει νίκη, ενώ οι Τούρκοι αναμένουν αποφασιστική νίκη), εκτός από τις διαφορές στους κανόνες δέσμευσης, δυσχεραίνει την επίτευξη των μεγάλων στόχων και ως εκ τούτου απαιτεί τη διατύπωση τους με συγκρατημένους όρους.

Υπάρχει επίσης μια διάσταση μεταξύ της αξιόπιστης και ισχυρής αποτροπής, η οποία ενισχύει τους αντιπάλους της Ελλάδος για έναρξη στρατιωτικής δράσης ευρείας κλίμακας δημιουργώντας προκλήσεις ασφάλειας που τοποθετούνται μέχρι στιγμής κάτω από το όριο του πολέμου. Αυτή η διάσταση συμβάλλει στην πιθανή αστάθεια σε όλα τα κύρια μέτωπα του Ελληνισμού: Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Παρά την «αποτροπή» που υπάρχει, αυτά τα μέτωπα χαρακτηρίζονται επίσης από την πιθανότητα αλλοίωσης σε μεγάλη μαζική αντιπαράθεση και άμεσο πόλεμο, που μπορεί να συμβεί μετά και από ένα ατύχημα ή ανθρώπινο λάθος.

Βασικά ζητήματα

Η αξιολόγηση της πολιτικής και στρατιωτικής κατάστασης της Ελλάδος θέτει πέντε βασικά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα. Όλα αυτά τα ζητήματα απαιτούν εις βάθος μελέτη και συζήτηση σε ανώτερα στρατιωτικά και πολιτικά φόρουμ.

1.  Μπορεί να αποδώσει η ελληνική αποτροπή όταν αναφέρονται οι πολιτικοί μας σε στρατηγική ψυχραιμία και έχουμε φτάσει στο σημείο στο οποίο η Κυβέρνηση με διάφορες δηλώσεις, να ερμηνεύει διασταλτικά το διεθνές δίκαιο στην αντιπαράθεση με την Τουρκία;

Όπως φαίνεται η απάντηση σε αυτή την κρίσιμη ερώτηση είναι αρνητική. Προς το παρόν φαίνεται ότι η Ελλάδα δεν ενδιαφέρεται για την αξιοπιστία της αποτρεπτικής της ικανότητας σε σχέση με την τουρκική απειλή και εξακολουθεί να υποστηρίζει μια ανεξήγητη διεθνιστική άποψη κατευναστικού χαρακτήρα. Έτσι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις δεν αποθαρρύνονται από τον άμεσο πόλεμο με την Ελλάδα και από πράξεις υψηλού ρίσκου που έχουν μεγάλη πιθανότητα να οδηγήσουν σε πόλεμο. Επειδή η αποτροπή είναι μια αόριστη ιδέα και εξαρτάται από την ανάλυση κόστους-οφέλους έναντι του αντιπάλου, είναι απαραίτητη η ανάλυση να εκτελείται με μεγάλη προσοχή. Μια εσφαλμένη ανάλυση της άλλης πλευράς μπορεί να οδηγήσει σε πόλεμο, παρά το γεγονός, η αποτροπή να θεωρείται αποτελεσματική.

Κατά το παρελθόν έτος, οι αντίπαλοί μας αναπτύχθηκαν επιχειρησιακά σε χώρους που παρακάμπτουν το πεδίο αποτροπής μας και χρησιμοποιούν ισχύ πάνω από το κατώτατο όριο πρόκλησης πολέμου ασκώντας συχνές και πυκνές παραβιάσεις εθνικού χώρου, παρενοχλήσεις σε πλοία ακτοφυλακής κατά μήκος των νησιών ανατολικού Αιγαίου  και σε πλοία ερευνών στην ανατολική Μεσόγειο, λεκτικές επιθέσεις και δραστηριότητες διεθνούς σκηνής κατά του Ελληνισμού.  Επιπλέον, η Ελλάδα δεν κατάφερε να τους αποτρέψει από την κατασκευή προηγμένων και απειλητικών δυνατοτήτων. Η πρόκληση είναι να εξισορροπηθούν οι προσπάθειες μείωσης αναμενόμενων μελλοντικών ζημιών με τους κινδύνους που συνεπάγονται από αυτές τις προσπάθειες και την αυξημένη πιθανότητα κλιμάκωσης που οδηγεί σε πόλεμο. Πρέπει να βρεθούν τρόποι για την εξάλειψη αυτών των προκλήσεων με ανανεωμένο αποτρεπτικό παράγοντα και εκσυγχρονισμένα οπλικά συστήματα  σύμφωνα με τις εξελίξεις και την τεχνολογία.

2. Είναι δυνατόν να ελεγχθεί το ενδεχόμενο κλιμάκωσης υπό τις νέες συνθήκες γεωστρατηγικής;

Οι αλλαγές στο στρατηγικό περιβάλλον πρέπει να προσδιοριστούν με ιδιαίτερη προσοχή. Οι αντίπαλοί μας εφαρμόζουν έναν νέο τρόπο λειτουργίας και έχουν αναπτυχθεί επιχειρησιακά, τεχνολογικά και με νέα πολεμικά δόγματα, που απορρέουν από το σχεδιασμό της «γαλάζιας πατρίδας». Εκτελούν πολλαπλές πτήσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και έχουν διευρύνει τον κυβερνοπόλεμο και τον ηλεκτρονικό πόλεμο με νέα μέσα και τακτικές.  Αυτά επιβάλλουν στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις  ενημέρωση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων και τακτικών καθώς και των συνεργαζομένων χώρων στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, εάν όχι στη διαμόρφωση μιας νέας αναθεωρημένης επιχειρησιακής προσέγγισης που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να διεκδικήσει μια αποτελεσματική αποτροπή, αποφεύγοντας παράλληλα την επιδείνωση αντιμετώπισης πολέμου σε πλήρη κλίμακα.

3. Η μελλοντική απειλή από τη στρατιωτική συσσώρευση στο θέατρο επιχειρήσεων της Μεσογείου επιβάλλει έμφαση στις πλατφόρμες εξόρυξης και στα οικόπεδα έρευνας, όπου απαιτείται προστασία. Μπορεί ο Ελληνισμός να αναβάλει την πιθανή αντιπαράθεση με τις αμυντικές συμφωνίες που έχει συνάψει και οι επιχειρησιακές δυνατότητες που κατέχει να χρησιμοποιηθούν αποφασιστικά σε μια μελλοντική αντιπαράθεση;

Οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις εκτιμάται ότι έχουν την ικανότητα να αντιμετωπίσουν την απειλή σε έναν μελλοντικό πόλεμο, όσον αφορά την προστατευτική ικανότητά και την ικανότητά για ενεργή άμυνα, όμως διαφαίνεται ότι υστερούμε στην ικανότητα να επιτεθούμε αποτελεσματικά στο χώρο της νοτιοανατολικής Μεσογείου σε πιθανό  ξέσπασμα ενός πολέμου. Η συζήτηση αυτής της ερώτησης είναι εξαιρετικά δύσκολη, αλλά η εκτίμησή μας είναι ότι ένας προληπτικός πόλεμος ή επιχείρηση δεν είναι η μόνη δυνατότητα καθώς υφίστανται πολλοί τρόποι αντιμετώπισης της απειλής χωρίς κλιμάκωση σε ολοκληρωτικό πόλεμο.

4. Υπάρχει κάποια πρωτοβουλία που θα μπορούσε να αναλάβει η Ελλάδα που θα βελτίωνε την κατάστασή στο θέατρο επιχειρήσεων;

Το πρώτο που απαιτείται να κάνουμε,  είναι μια σοβαρή αξιολόγηση της εθνικής κατάστασης ασφαλείας. Μετά να επικεντρωθούμε σε βασικά ζητήματα που θα πρέπει να συζητηθούν από τους στρατιωτικούς και πολιτικούς ιθύνοντες της Ελλάδος. Στη συνέχεια να εξετάσουμε τις πιθανές εχθρικές ενέργειες συμπεριλαμβάνοντας και τα ακραία σενάρια, με σημαντική στρατηγική στροφή, σε επεισόδια που φαίνονται απίθανο να συμβούν, αλλά αν συμβούν, θα έχουν απόλυτη σημασία για την πολιτική και τη στρατιωτική κατάσταση της Ελλάδος. Προτείνεται η ελληνική κυβέρνηση να εξετάσει αυτά τα ακραία γεγονότα και τις δυνατότητές μας με τις επιπτώσεις στην Ελλάδα και να προετοιμαστούμε γι’ αυτά, με κατάλληλη διαχείριση ρίσκου.

5. Ποιες είναι οι σωστές προτεραιότητες για την αντιμετώπιση των προκλήσεων ασφάλειας;

Οι ερωτήσεις σχετικά με τη στρατιωτική ετοιμότητα για αποτροπή, αφορούν όχι μόνο τη βούληση, που θεωρείται δεδομένη από τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και τις τεχνικές ικανότητες των διαφόρων μονάδων, όπως και τα διαφορετικά σενάρια μάχης και τις στρατιωτικές δυνατότητες και πόρους που απαιτούνται. Ένα από αυτά είναι η ικανότητα να πραγματοποιήσουμε αεροναυτικό έλεγχο των θαλασσίων περιοχών, ο οποίος, σύμφωνα με την εθνική στρατηγική, είναι απαραίτητος για να νικήσουμε τον εχθρό, εφόσον ο θαλάσσιος χώρος καλύπτει τα νησιά μας και τον ηπειρωτικό χώρο πλην των Βορείων συνόρων μας. Ως εκ τούτου, οι δυνατότητες αεροναυτικού ελέγχου αξίζουν μια υψηλή προτεραιότητα.

Στους περισσότερους τομείς της εθνικής ασφάλειας, μηδέ εξαιρουμένης της τουρκικής πρόκλησης επιλέγει η κυβέρνηση να τηρήσει πολιτική κατευνασμού αντί να υιοθετήσει μια προορατική προσέγγιση με στόχο την επίτευξη ασφαλέστερης κατάστασης, ισχυροποιώντας την αποτροπή. Οι εσωτερικές πολιτικές εκτιμήσεις και η ώθηση για την αποφυγή δύσκολων αποφάσεων καθιστά καχεκτική την αντιμετώπισή από τις επικίνδυνες μακροπρόθεσμες τάσεις. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα καταφέρνει να απολαύσει μια εύλογη αν και μη βέλτιστη κατάσταση προς το παρόν, αλλά εις βάρος της στο μέλλον.

Προσχωρώντας στον κατευνασμό στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διενέξεων και κρίσεων, για παράδειγμα, σημαίνει αποδοχή μιας αρνητικής τάσης και παρεμπόδιση της επιλογής της εφαρμογής αξιόπιστης αποτροπής, επιταχύνοντας έτσι την ολίσθηση μιας πραγματικότητας της εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου.

*Ο Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υπονάυαρχος ε.α. ΠΝ

https://www.liberal.gr/arthro/246350/apopsi/arthra/to-antitimo-tis-eirinis-kai-i-epilogi-kateunasmou.html?fbclid=IwAR0LUGnfhCjYmFwYn-RY0rObxpzpHh5kSYw4PBW1T2GAtV3eyDhhHd6qs9U

Η Αλβανία σε σταυροδρόμι και το διπλωματικό σταυροδρόμι των Αθηνών

0

Του Σταύρου Γ. ΝΤΑΓΙΟΥ[1] Απο τη “Μακεδονία της Κυριακής” 31.03.19.

Το τελευταίο διάστημα στα Τίρανα και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα της Αλβανίας ξέσπασαν εκτεταμένες ταραχές, σε πολλές περιπτώσεις με εμφανή βία, υπό την αιγίδα του αντιπολιτευόμενου κόμματος της Αλβανίας (Δημοκρατικού Κόμματος) του Λουλζίμ Μπάσα το οποίο ζητούσε αρχικά τη διάλυση της Βουλής, τη συγκρότηση τεχνικής κυβέρνησης η οποία θα οδηγούσε τη χώρα σε πρόωρες εκλογές. Το κυβερνόν Κόμμα του Έντι Ράμα απέρριψε το αίτημα της αντιπολίτευσης ως αντισυνταγματικό και ανεδαφικό και εξήγγειλε ότι η κυβέρνηση κατέχει βουλευτική πλειοψηφία και θα συνεχίσει ακώλυτα το κυβερνητικό έργο ως το τέλος της θητείας. Στη συνέχεια οι κινητοποιήσεις κλιμακώθηκαν με αποκορύφωμα την μαζική παραίτηση των βουλευτών της αντιπολίτευσης πριν δεκαπέντε μέρες ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την κυβερνητική αδιαλλαξία. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτούσε μια μίνι συνταγματική κρίση, διότι δεν μπορούσε να λειτουργήσει η βουλή χωρίς τους αντιπολιτευτικούς βουλευτές και να εκτελέσει νομοτύπως το νομοθετικό της έργο. Πολύ σύντομα διαφάνηκε ότι η διελκυστίνδα ήταν περισσότερο περίπλοκη από ό,τι αρχικά είχε εκτιμηθεί: η αποδοχή από την κυβέρνηση του αιτήματος της αντιπολίτευσης θα δημιουργούσε ένα νομικό προηγούμενο για ενδεχόμενες μελλοντικές ανάλογες εξελίξεις και από την άλλη η επιστροφή των παραιτηθέντων βουλευτών της αντιπολίτευσης θα σηματοδοτούσε το πολιτικός τέλος του αρχηγό της του Λουλζίμ Μπάσα. Καμιά πλευρά δεν ήταν διατεθειμένη να υποχωρήσει. Η πολιτική κρίση οδηγείτο προς ανεξέλεγκτες εξελίξεις και το κλίμα ήταν νοσηρό στην αλβανική πρωτεύουσα, πράγμα που προκάλεσε την ανησυχία των δυτικών παραγόντων.

Προφανώς υπό την παραίνεση των δυτικών, κυρίως των Αμερικανών βρέθηκε μία συμβιβαστική λύση, αποδεκτή και για τις δύο πλευρές: το βουλευτικό αξίωμα των παραιτηθέντων βουλευτών ανέλαβαν οι αναπληρωματικοί της αντιπολίτευσης, γεγονός που δεν προκάλεσε ζωηρές αντιδράσεις, αποδεικνύοντας ότι ο διεθνής παράγοντας παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις, πίεζε και δεν επιθυμούσε τον συνταγματικό εκτροχιασμό της χώρας που θα την οδηγούσε σε πολιτική υποτροπή των αιματηρών γεγονότων του 1997. Το βεβαρυμμένο πολιτικό κλίμα σε όλα τα δυτικά Βαλκάνια δεν επέτρεπε εφησυχασμούς: Στη Σερβία και στο Μαυροβούνιο είχαν ξεσπάσει επίσης ταραχές.

Εν τω μεταξύ το κυβερνών κόμμα, με περίτεχνες πολιτικές κινήσεις και βοηθούμενο από τον Δήμαρχο Τιράνων (ανήκων στους Σοσιαλιστές) η θητεία του οποίου κρίνεται θετική, ανάκτησε τις δυνάμεις, συγκέντρωσε τους οπαδούς του στα Τίρανα και αλλαχού οι οποίοι εκδήλωσαν την πίστη τους προς την κυβερνητική πολιτική και απέδειξαν ότι το εκλογικό σώμα δεν είχε μεταλλαχθεί σχεδόν καθόλου και ότι στις επικείμενες εκλογές το Σοσιαλιστικό Κόμμα θα κέρδιζε με το ίδιο δυσμενές εκλογικό αποτέλεσμα για την αντιπολίτευση. Φαίνεται οι ταγοί της αντιπολίτευσης συμβιβάστηκαν (προς το παρόν τουλάχιστον) με την υποχώρηση τους και δεν προέβησαν σε άλλες ενέργειες προς κλιμάκωση της κρίσης.

Παράλληλα -όσον αφορά τις σχέσεις με την Ελλάδα- κατά τρόπο αδόκητο, τα Τίρανα εξήγγειλε ότι θα επανεξέταζε το φάκελο των αιματηρών επεισοδίων της Επισκοπής (Απρίλιος 1994) τα οποία οδήγησαν στην πολύκροτη δίκη των πέντε ηγετών της Ομόνοιας, δύο χρόνια μετά. Η δίκη αυτή σηματοδοτούσε «το μακρύ χειμώνα» στις διμερείς σχέσεις οι οποίες αναθερμάνθηκαν με τις παρεμβατικές πρωτοβουλίες των Αμερικανών στη δίκη της Ομόνοιας. Από τότε όμως τα πράγματα άλλαξαν, αλλά και η ψυχολογία των δύο λαών.

Όλο αυτό το διάστημα και κυρίως μετά το αιματηρό επεισόδιο του Κατσίφα στους Βουλιαράτες, τις αντιδράσεις της ομογένειας και ιδίως τις απερίσκεπτες δηλώσεις Ράμα για τη δολοφονία του Βορειοηπειρώτη ομογενούς πριν ακόμα αναγγελθεί το εισαγγελικό πόρισμα, οι σχέσεις εισήλθαν σε στενωπό και τελμάτωσαν, αποδεικνύοντας για πολλοστή φορά ότι ο Ράμα δεν είναι τόσο προβλέψιμος και ευανάγνωστος πολιτικός. Μάλιστα για ένα μέρος του τύπου, ο Ράμα αποδεικνύεται σκληρότερος του πολιτικού αντιπάλου Σαλί Μπερίσα όσον αφορά την εθνική πολιτική. Κάποιες διπλωματικές ενέργειες για «συνολική εκκαθάριση του παρελθόντος» μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών που θα περιλάμβανε τις θαλάσσιες διαφορές, αλλά και την υπογραφή μιας συνοριακής συμφωνίας, ελλείψει μιας τέτοιας εκτός της υπάρχουσα του 1925, και άλλων εκκρεμοτήτων ζητημάτων όπως το ακανθώδες ζήτημα του Νόμου περί εμπολέμου κλπ. οι όποιες δειλές διπλωματικές ενέργειες ανεστάλησαν. Η Αθήνα δεν έκρινε σκόπιμο να προβεί σε άμεσες κινήσεις σε ένα κινούμενο πολιτικό περιβάλλον στην Αλβανία οι οποίες θα τύγχαναν ποικίλων αντιδράσεων μάλιστα σε ένα πλαίσιο μίας όχι φιλικής ανταπόκρισης από τα Τίρανα.

Οι διπλωματικές συντεταγμένες ωστόσο μετασχηματισθήκαν κατά πολύ τα τελευταία πέντε χρόνια και καινούριες επιρροές ασκούν ελκτική ή οπισθοχωρητική δύναμη πλέον. Εκτός από την ύπαρξη της Ελληνική Εθνικής Μειονότητας στην Αλβανία (υπό καινούριες συγκυρίες, μάλλον με συρρικνωτικές τάσεις) στην Ελλάδα υπάρχει μεγάλος αριθμός Αλβανών μεταναστών, η δεύτερη γενιά των οποίων πολιτογραφήθηκαν σε μεγάλο ποσοστό, αποκτώντας πρόσθετα δικαιώματα. Μέρος αυτών μετανάστευσε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με τις ανέσεις που τους παρέχει το ελληνικό διαβατήριο, χωρίς να είναι απολύτως διακριτές οι πολιτικές και εθνικές τους διαθέσεις, ένα ζήτημα τελείως αχαρτογράφητο από την ελληνική πολιτεία.

Προσθέτως στην Αθήνα ήδη ανακοινώθηκε η υποψηφιότητά Αλβανού μετανάστη με το ψηφοδέλτιο του ΚΙΝΑΛ, η οποία συσπείρωσε τους Αλβανούς μετανάστες,  για τις εθνικές εκλογές ενώ μεγάλος αριθμός Αλβανών συμμετέχουν στα ψηφοδέλτια των κομμάτων για την τοπική εξουσία. Από την άλλη δεν καθόλου βέβαιο αν στις επερχόμενες εκλογές της Αλβανίας το ΚΕΑΔ, το οποίο παραδοσιακά εκπροσωπούσε την ελληνική ομογένεια θα καταφέρει να εκλέξει βουλευτή. Όλες αυτές οι εξελίξεις επιζητούν καινούριες στρατηγικές, πολλές φορές γενναίες. Αλλά η ελληνική πολιτεία φαίνεται να μην διαθέτει στρατηγικό σχέδιο για τη διαχείριση της νέας αυτής κατάστασης, την οποία δεν είναι βέβαιο ότι την γνωρίζει στο βαθμό που απαιτείται.

Υπό τις προκείμενες παραδοχές, η ελληνική διπλωματία βρίσκεται ενώπιον καινούριων προκλήσεων οι οποίες διαμορφώνουν μια τελείως καινούρια κατάσταση. Την κατάσταση αυτή δεν μπορείς να μην τη λάβεις υπ’ όψιν σου.

 

[1] Ο Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ είναι διδάκτωρ Ιστορίας του ΑΠΘ.

ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΚΑΙ ΔΕΞΙΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

8

Η μεταπολεμική Δεξιά είχε καλομάθει. Έπαιζε μονάχη στον πολιτικό στίβο, είχε ως αντίπαλο ένα άλλο αστικό κόμμα, το Κέντρο και, λόγω παλατιού και στρατού, εξασφάλιζε τη νίκη στις εκλογές.
Μεταπολιτευτικά αυτό δυσκόλεψε με το ΠΑΣΟΚ. Αλλά, η Δεξιά πάλι πίστευε ότι το παιχνίδι παίζεται στο αστικό γήπεδο, οπότε δεν χρειαζόταν και καμιά μεγάλη ιδεολογικοπολιτική προσπάθεια για να πείσει τον κόσμο ότι έχει δίκαιο. Το ιδεολόγημα περί ελεύθερου κόσμου “έπιανε” στις μάζες. Εν ολίγοις, η Δεξιά δεν ήρθε ποτέ στην ανάγκη να διαμορφώσει μια αστική διανόηση που να υποστηρίζει τα προτάγματα της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Αν εξαιρέσουμε το φιλελευθερισμό ως πολιτικοφιλοσοφικό ρεύμα, ο αστικός χώρος δεν έχει και πολλά να μας παρουσιάσει.
Αντιθέτως, ο αριστερός χώρος είναι γεμάτος απο τάσεις. Διότι, ιδίως μετά τον Γκράμσι, έδωσε βάση στην ιδεολογική ηγεμονία για την κατάκτηση της εξουσίας και όχι μόνο στην ωρίμανση των αντικειμενικών συνθηκών.
Στις πολλές τάσεις που διαμόρφωνε η αριστερά ήταν και οι απαντήσεις σε φαινόμενα που απαντώνται και στη Δεξιά αλλά πρέπει να δοθεί διαφορετικό περιεχόμενο και ερμηνεία.
Ένα απο αυτά είναι ο λαϊκισμός και ο εθνικισμός.
Ο Δεξιός λαϊκισμός είναι- για την αριστερά- κατακριτέος. Υπάρχει, όμως, και ο αριστερός λαϊκισμός, τύπου Τσίπρα, Ποδέμος, Μελανσόν. Ο λατινοαμερικανικός τύπου Τσάβες. Πρέπει να διαχωριστεί απο το Δεξιό. Βρήκαν ένα σωρό δικαιολογίες για να τον διαχωρίσουν. επικαλούμενοι, μάλιστα, και έναν σύγχρονο (πέθανε το ’14 αν δεν κάνω λάθος) μεταμαρξιστή πολιτικό φιλόσοφο, τον Ερνέστο Λακλάου (συνονόματος του γιού του Τσίπρα). Καθηγητή στο Έσσεξ στο οποίο δίδαξε και ένας ενδιαφέρων ακαδημαϊκός δάσκαλος στο ΑΠΘ με αναγνωρισμένο έργο πάνω στον Λακλάου. Το Έσσεξ έχω λόγους να το υπολήπτομαι ως πανεπιστήμιο.
Στοιχείο του αριστερού λαϊκισμού είναι και ο αριστερός εθνικισμός. Ναι, υπάρχει και τέτοιος. Αλλά είναι διαφορετικός απο τον Δεξιό. Κατά τους αριστερούς, ο Δεξιός εθνικισμός, μισεί τους άλλους. Ο αριστερός εθνικισμός, όμως, είναι ένα κίνημα εθνικής ανεξαρτησίας και κοινωνικής προόδου. Κατά της αποικιοκρατίας κλπ κλπ. Όλα αυτά, δηλαδή, που διέκριναν και το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα, αυτό που ονομάσθηκε πατριωτικό ΠΑΣΟΚ.
Ποιός, όμως, θα κατατάξει τον κόσμο στη μια ή στην άλλη περίπτωση; Α, εδώ το προνόμιο ανήκει στον Τσίπρα και τους στενούς συνεργάτες του, ως Πάπα και Κονκλάβιο και κατεβαίνει σιγά σιγά προς τα μέλη. Αναλόγως της αμαρτίας πρέπει να απευθυνθείς και προς την κομματική ιεραρχία.
Προφανώς, στη λογική αυτή του Δεξιού και Αριστερού λαϊκισμού, υπάρχουν Δεξιά και Αριστερά δάνεια απο τις τράπεζες. Τα Δεξιά είναι για τη δικαιοσύνη και τα αριστερά συγχωρούνται.