Αρχική Blog Σελίδα 2683

Το άστρο του Ταγίπ Ερντογάν

0

Σάββας Καλεντερίδης

Ήταν Μάρτιος του 1994 όταν ο Νετζμετίν Ερμπακάν, πατέρας του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία, έπιανε από το χέρι έναν νέο πολιτικό και του άνοιγε το δρόμο για μια λαμπρή πολιτική σταδιοδρομία. Ο νέος εκείνος ήταν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με ασήμαντες γυμνασιακές σπουδές και μόνο εφόδιο την πολύ καλή σχέση που είχε με τον «δάσκαλο» Ερμπακάν και το θάρρος που κουβαλούσε λόγω της ποντιακής του καταγωγής, ένα χαρακτηριστικό που έκτοτε θα τον οδηγούσε σε ρηξικέλευθες αποφάσεις, που έχουν μέσα τους και το στοιχείο της αυτοκαταστροφής.

Τον Μάρτιο του 1994 ο Ερμπακάν είχε καταστρώσει ένα στρατηγικό σχέδιο. Να κατακτήσει πρώτα τους μεγάλους δήμους της Τουρκίας, οι οποίοι θα αποτελούσαν το εφαλτήριο για την κατάληψη της κεντρικής εξουσίας, της κυβέρνησης.

Έτσι το Κόμμα της Ευημερίας έδωσε το χρίσμα σε νέα πρόσωπα για να διεκδικήσουν τους δήμους Κωνσταντινούπολης, Άγκυρας, Καισάρειας, Ικονίου και Αδάνων.

Όντως, το στρατηγικό σχέδιο πέτυχε, το Κόμμα της Ευημερίας πήρε τους παραπάνω δήμους, και την επόμενη χρονιά στις γενικές εκλογές του Δεκεμβρίου του 1995 κατέκτησε την πρωτιά με 21,38% και 158 βουλευτές, με δεύτερο το Κόμμα της Μητέρας Πατρίδας του Μεσούτ Γιλμάζ με 19,65% και 132 βουλευτές, και τρίτο το Κόμμα του Ορθού Δρόμου της Τανσού Τσιλέρ με 19,18% και 135 βουλευτές.

Δήμαρχος Κωνσταντινούπολης εξελέγη ο Ταγίπ Ερντογάν με ποσοστό 25,19%, το άστρο του οποίου έλαμψε από τους πρώτους μήνες της θητείας του στο θώκο αυτόν.

Μετά από πολλές διαβουλεύσεις, τελικά ο Ερμπακάν τον Ιούνιο του 1996 κατόρθωσε να γίνει πρωθυπουργός της Τουρκίας, σε κυβέρνηση συνεργασίας με την Τανσού Τσιλέρ, προκαλώντας σοβαρές ανησυχίες και αντιδράσεις στη Δύση – κυρίως στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, λόγω του «οράματος» του νέου πρωθυπουργού, ο οποίος ήθελε μια «παγκόσμια μουσουλμανική ένωση με δική της κεντρική τράπεζα, κοινό νόμισμα (μουσουλμανικό δηνάριο), δικά της οπλικά συστήματα τελευταίας γενιάς, για να γίνει η ένωση αυτή κυρίαρχη δύναμη στον κόσμο».

Η ανησυχία αυτή αντικατοπτριζόταν και στις τάξεις των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίες τότε θεωρούνταν ο θεματοφύλακας του κεμαλισμού και του κοσμικού χαρακτήρα του τουρκικού κράτους.

Έτσι, στις 28 Φεβρουαρίου 1997, μετά την τακτική σύνοδο του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας της Τουρκίας, επιδόθηκε στον Ερμπακάν ένα τελεσίγραφο το οποίο τελικά τον οδήγησε σε παραίτηση έναν χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Ιούνιο του 1997.

Όσο ήταν σε εξέλιξη οι διεργασίες για την ανατροπή της κυβέρνησης Ερμπακάν, το βαθύ κράτος στην Τουρκία διαπίστωσε ότι οι ΗΠΑ, διά του πρέσβη τους στην Άγκυρα Μόρτον Αμπράμοβιτς, είχαν δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το πολιτικό άστρο του Ταγίπ Ερντογάν. Γι’ αυτό αποφάσισαν να τον «κοντύνουν» λίγο. Έτσι, μόλις αποχώρησε από τη θέση του δημάρχου Κωνσταντινούπολης, στις 26 Μαρτίου, οδηγήθηκε στις φυλακές μετά από καταδίκη σε δεκάμηνη φυλάκιση για ομιλία που έκανε στο Σιίρτ στις 6 Δεκεμβρίου 1997, στην οποία «χρησιμοποίησε φράσεις που οδηγούσαν σε θρησκευτικό και φυλετικό διαχωρισμό και έσπερναν μίσος στο λαό».

Κάθισε τέσσερις μήνες στη φυλακή και αποφυλακίστηκε, όμως δια παν ενδεχόμενο, δεδομένης της υποστήριξης που είχε από την πρεσβεία των ΗΠΑ, του αφαιρέθηκε το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.

Εν τω μεταξύ, από τις 16 Ιανουαρίου 1998 το Κόμμα της Ευημερίας είχε κλείσει με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ιδρύθηκε η συνέχειά του, το Κόμμα της Ηθικής (Fazilet Partisi), το οποίο όμως δεν εξέφραζε τα νεαρά στελέχη του κινήματος Ερμπακάν. Αυτά τα στελέχη αποχώρησαν, και στις 14 Αυγούστου 2001 ίδρυσαν το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), το οποίο στις εκλογές του 2002 έλαβε το ποσοστό του 34,43 και πήρε την κυβέρνηση, την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα.

Η μόνη αλλαγή που έγινε, ήταν ο νόμος που ψηφίστηκε στην τουρκική Βουλή για την άρση της απαγόρευσης συμμετοχής στις εκλογές του Ερντογάν, μετά την οποία συμμετείχε στις επαναληπτικές εκλογές του νομού Σιίρτ στις 9 Μαρτίου 2003, που προκλήθηκαν επί τούτου, για να εκλεγεί βουλευτής.

Αυτό ήταν. Στις 14 Μαρτίου 2003 έγινε πρωθυπουργός, και έκτοτε κυριαρχεί στο πολιτικό σκηνικό της Τουρκίας.

Γιατί τα αναφέρουμε όλα αυτά, που μοιάζουν και με έναν πολιτικό επικήδειο, αλλά δεν είναι.

Στις δημοτικές εκλογές του Μαρτίου 2019 ο Ερντογάν έκανε δύο στρατηγικά λάθη:

  • Το ένα ήταν το γεγονός ότι προσωποποίησε τις εκλογές, ως μη όφειλε, πήγε και έκανε ομιλίες σε δεκάδες δήμους, υποστηρίζοντας τους υποψηφίους του κόμματός του. Δηλαδή λειτούργησε ως κομματάρχης και όχι ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που πρέπει να εκφράζει το σύνολο του λαού.
  • Το δεύτερο είναι ότι στην προεκλογική εκστρατεία κατανάλωσε τις στρατηγικές του εφεδρείες, δηλαδή «τα έδωσε όλα», όπως λέει ο λαός.

Όμως αυτά τα δύο λάθη ίσως καταστούν καθοριστικά για την περεταίρω πολιτική πορεία αυτού του μεγάλου πολιτικού για την Τουρκία. Κι αυτό γιατί η προσωποποίηση των εκλογών, το γεγονός ότι τις πήρε στην πλάτη του, τον αναγκάζει να φορτωθεί ο ίδιος την ήττα.

Επίσης, το γεγονός ότι «τα έδωσε όλα» οδήγησε στην απομυθοποίησή του. Δηλαδή το φαινόμενο Ερντογάν εξαντλήθηκε, δεν έχει να δώσει τίποτε άλλο, αυτό είναι ένα συμπέρασμα που πιστεύει ένα μέρος του τουρκικού πληθυσμού, πολύ μεγαλύτερο από τα ποσοστά του συνόλου της αντιπολίτευσης.

Μπορεί να ρωτήσει κανείς, «ποια ήττα;».

Μπορεί το κόμμα του να διατήρησε τα ποσοστά του, όμως έχασε μετά από 25 ολόκληρα χρόνια την Κωνσταντινούπολη, την Άγκυρα και τα Άδανα, καθώς και τους μητροπολιτικούς δήμους Μερσίνας και Αττάλειας.

Και τους δήμους αυτούς τους έχασε από δικό του, προσωπικό λάθος, αφού η σκλήρυνση της στάσης του απέναντι στους Κούρδους τούς οδήγησε στην αντιπολίτευση, με το συγκεκριμένο καταστροφικό για τον Ερντογάν αποτέλεσμα.

Γιατί καταστροφικό; Μα γιατί το άστρο του Ερντογάν έλαμψε τον Μάρτη του 1994 στην Κωνσταντινούπολη, εκεί που ένα άλλο άστρο έλαμψε τον Μάρτη του 2019, επισκιάζοντας το δικό του.

Είναι το άστρο του Εκρέμ Ιμάμογλου.

Όμως τι σημαίνουν οι εκλογές αυτές για το μέλλον του Ερντογάν και της Τουρκίας, θα το δούμε στο άρθρο μας της Κυριακής.

pontos-news.gr

Σε εξέλιξη η ανακατανομή ισχύος στην περιοχή: Η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν να έχουν ρόλο

0

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ Hellas Journal

Η σύναξη της Ιερουσαλήμ, της 20ης Μαρτίου, με τη συμμετοχή της Ελλάδος, της Κύπρου και του Ισραήλ, στην παρουσία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, έβγαλε ειδήσεις ως προς τα επόμενα βήματα. Πηγή φωτογραφίας: Ισραηλινή Προεδρία  APRIL 5, 2019

Οι σχέσεις ΗΠΑ και Τουρκίας, που βαδίζουν σε τεντωμένο σχοινί έτοιμο να κοπεί, οι κινήσεις διαφόρων δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο με επίκεντρο την ενέργεια, οι νέες συμμαχίες- συνεργασίες, διαμορφώνουν ένα νέο παζλ στην ευρύτερη περιοχή.

Είναι σαφές πως βιώνουμε μια προσπάθεια ανακατανομής ισχύος και αυτό σημαίνει πως τόσο στο προσκήνιο όσο και στο παρασκήνιο γίνονται πολλές κινήσεις. Ελλάδα και Κύπρος είναι μέρος αυτού του παζλ και καλούνται πρωτίστως να αξιοποιήσουν τις συγκυρίες και να κεφαλαιοποιήσουν κέρδος.

Ενέργειες και κινήσεις γίνονται, χρειάζεται βαθιάς πνοής σχεδιασμό και μεθοδικότητα. Είναι προφανές πως δεν μπορεί σε αυτή τη φάση, σε αυτή τη συγκυρία, Αθήνα και Λευκωσία να έχουν ρόλο και όχι να είναι κομπάρσοι. Η σύναξη της Ιερουσαλήμ, της 20ης Μαρτίου, με τη συμμετοχή της Ελλάδος, της Κύπρου και του Ισραήλ, στην παρουσία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, έβγαλε ειδήσεις ως προς τα επόμενα βήματα. Ήταν, ωστόσο, παράλληλα και μια σύναξη ενίσχυσης του Βενιαμίν Νετανιάχου ενόψει των εκλογών στο Ισραήλ. Και σε αυτό το παιχνίδι στήριξης του Ισραηλινού πρωθυπουργού, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με σκάνδαλα στο εσωτερικό της χώρας του, μπήκαν χωρίς προφανώς να το θέλουν (ή να το αντιληφθούν) οι Τσίπρας και Αναστασιάδης.

Είναι προφανές πως οι Αμερικανοί, στα πλαίσια της ανακατανομής ισχύος στην περιοχή, επιχειρούν διά της ενίσχυσης του Ισραήλ, να δημιουργήσουν ένα άξονα, που θα περιλαμβάνει Ελλάδα, Κύπρο, Αίγυπτο και να φτάνει μέχρι και τα Βαλκάνια, τα οποία σε μεγάλο βαθμό ελέγχουν. Οι Αμερικανοί κινούνται τόσο στο γεωπολιτικό πεδίο, διά του ελέγχου της περιοχής αλλά και στα ενεργειακά, που βαθμηδόν φαίνεται ότι θα κυριαρχήσουν με την επέκταση της συνεργασίας τους με την Κύπρο, όπως και με άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου.

Αμερικανοί ειδικοί έχουν σε δυο δόσεις επισκεφθεί την Κύπρο και επιθεώρησαν τα αεροδρόμια, προφανώς για μελλοντική χρήση (και για το ΝΑΤΟ). Επί τούτου πρέπει να σημειωθεί πως έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον να στείλουν κλιμάκιο ειδικών και οι Γερμανοί, που συνδέουν την παρουσία τους στην περιοχή μέσω του μηχανισμού Pesco.

Τέλος, οι Γάλλοι ζητούν μόνιμη ναυτική παρουσία στο νησί. Κρατική εταιρεία είναι έτοιμη να κατασκευάσει ναύσταθμο στην περιοχή Μαρί, μεταξύ Λεμεσού και Λάρνακας.

Ο Μάικ Πομπέο, κατά τη σύντομη παραμονή του στην Ιερουσαλήμ, συναντήθηκε φυσικά με τον Νετανιάχου και επέλεξε να δει και τον Πρόεδρο της Κύπρου, Νίκο Αναστασιάδη. Δεν συναντήθηκε κατ’ ιδίαν με τον Έλληνα Πρωθυπουργό, παρόλο που υπήρξε αίτημα από την Αθήνα. Επικαλέστηκε πίεση χρόνου!

Με τον Αναστασιάδη τέθηκαν τα εξής ζητήματα:

Πρώτο, αναμένεται επέκταση των δραστηριοτήτων της Exxon Mobil σε άλλα τεμάχια της κυπριακής ΑΟΖ. Την ίδια ώρα, τόσο οι ΗΠΑ όπως και η Κυπριακή Δημοκρατία θέτουν ως προτεραιότητα την κατασκευή βιομηχανίας υγροποίησης φυσικού αερίου (LNG). Πολλά θα εξαρτηθούν, ωστόσο, από την ποσότητα των ανακαλύψεων φυσικού αερίου. Είναι, πάντως, ξεκάθαρο πως το LNG δεν θα τροφοδοτείται από το φυσικό αέριο που θα αξιοποιείται από την κυπριακή ΑΟΖ αλλά και από κοιτάσματα από άλλες χώρες, όπως το Ισραήλ.

Είναι σαφές πως οι μέχρι τώρα ανακαλύψεις στην κυπριακή ΑΟΖ δεν δικαιολογούν την κατασκευή τερματικού. Με το LNG, η Κύπρος θα καταστεί ενεργειακός κόμβος.

Δεύτερο, η επιλογή κατασκευής του αγωγού East Med, αν και φαντάζει τεχνικά και οικονομικά δύσκολη, παραμένει στο προσκήνιο. Το Ισραήλ είναι ο πιο ένθερμος υποστηρικτής αυτής της λύσης ενώ θα εξυπηρετεί και την Ελλάδα, ειδικά εάν γίνουν έρευνες στην περιοχή της Κρήτης, αν και ούτως ή άλλως θα περνά από την ελληνική θάλασσα.

Οι Ιταλοί σε αυτή τη φάση φαίνεται ότι κάνουν δεύτερες σκέψεις. Είναι προφανές πως ούτε και οι Αμερικανοί θεωρούν πως αυτή η επιλογή είναι προτεραιότητα. Αντιμετωπίζουν, ωστόσο, θετικά την προοπτική αυτή, εάν και εφόσον επιλεγεί.

Ο Πομπέο, ο οποίος υποσχέθηκε στον Αναστασιάδη να διευθετήσει συνάντηση με τον Τραμπ, δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το Κυπριακό. Είναι, όμως, προφανές πως στην Ουάσινγκτον δεν θα έλεγαν όχι εάν θα απαλλάσσονταν από ένα «πονοκέφαλο», που ενδεχομένως θα επηρεάζει τους σχεδιασμούς τους.

Πιθανόν, το Κυπριακό όπως και το 2004, να δοθεί ως δώρο στην Τουρκία, μέσα στα πλαίσια ομαλοποίησης των σχέσεων τους με τον Ερντογάν. Εάν και εφόσον φθάσουν σε αυτό το σημείο.

Τα Υψώματα Γκολάν

Σημειώνεται συναφώς, πως το παιχνίδι ενίσχυσης Νετανιάχου δημιουργεί πολλούς κινδύνους και σοβαρό προηγούμενο νομιμοποίησης κατεχόμενων περιοχών και επιβολής τετελεσμένων, που επιβάλλονται διά της ισχύος. Αυτό συνιστά η αναγνώριση από τις ΗΠΑ των Υψωμάτων Γκολάν ως έδαφος ισραηλινής κυριαρχίας.

Η απόφαση αυτή της κυβέρνησης Τραμπ είναι συνέχεια της απόφασης αναγνώρισης της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του εβραϊκού κράτους. Είναι πρόδηλο ότι ο Τραμπ παρουσιάζεται αποφασισμένος να προχωρεί σε μονομερείς αποφάσεις, που παραβιάζουν διεθνείς κανόνες, αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών, δημιουργώντας ένα νέο κόσμο, αυτό των ΗΠΑ και των συμμάχων ή δορυφόρων της Ουάσινγκτον.

Η κίνηση Τραμπ προκαλεί ανησυχία. Κυρίως στην Κύπρο γιατί ο αστάθμητος Αμερικανός πρόεδρος μπορεί ανά πάσα στιγμή να προβεί σε ανάλογη ενέργεια και σε άλλες περιοχές, που βρίσκονται υπό κατοχή. Όπως είναι η κατεχόμενη από την Τουρκία κατεχόμενη Κύπρος. Εάν για παράδειγμα, η κυβέρνηση Τραμπ τα ξαναβρεί με το καθεστώς Ερντογάν, δεν αποκλείεται στα πλαίσια της ομαλοποίησης των σχέσεων να υπογράψει διάταγμα αναγνώρισης των κατεχομένων. Υπερβολή; Μπορεί. Με τον Τραμπ, όμως, όλα μπορεί πλέον κανείς να τα αναμένει.

Η νευρικότητα της Τουρκίας

Στην αντιπέρα όχθη, η Τουρκία λόγω των εξελίξεων αυτών εκπέμπει νευρικότητα. Είναι σαφές πως οι σχέσεις με τις ΗΠΑ είναι χειρότερες παρά ποτέ, αλλά δεν πρόκειται να «σπάσουν» οριστικά. Κανάλια επικοινωνίας θα υπάρχουν, είναι ωστόσο προφανές ότι η Ουάσινγκτον δεν πρόκειται να ανεχθεί παραλαβή από τους Τούρκους των ρωσικών S-400. Αυτό θα βαθύνει την κρίση και το τεντωμένο σχοινί που βαδίζουν θα κοπεί.

Ποια θα είναι η επόμενη ημέρα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει. Η αμερικανική αντίδραση θα είναι προφανώς χωρίς όρια, ενώ οι Τούρκοι εάν παραλάβουν το πυραυλικό σύστημα από τη Ρωσία, σημαίνει πως θα κάνουν σοβαρή στρατηγική στροφή.

Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, η Τουρκία παραπέμπει για τον Ιούνιο. Είναι, όμως, σαφές πως κίνηση θα κάνει μόνο εάν ικανοποιηθεί πλήρως. Και στα ενεργειακά και σε ό,τι αφορά την εσωτερική δομή στη μετά τη λύση εποχή στην Κύπρο. Ο στρατηγικός έλεγχος ολόκληρης της Κύπρου είναι ο μόνιμος στόχος της Άγκυρας. Αύριο αναμένεται στο νησί η απεσταλμένη του ΟΗΕ ,Τζειν Χολ Λουτ για επαφές, χωρίς ωστόσο, να υπάρχουν αισιόδοξα μηνύματα για τις προοπτικές αυτής της προσπάθειας.

Πηγή: Σε εξέλιξη η ανακατανομή ισχύος στην περιοχή: Η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν να έχουν ρόλο https://hellasjournal.com/2019/04/se-exelixi-i-anakatanomi-ischyos-stin-periochi-i-ellada-kai-i-kypros-mporoyn-na-echoyn-rolo/

ΝΑΤΟ: Τα 70 είναι… η αφετηρία για μια νέα αρχή

2

Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου * liberal.gr

Πριν από ακριβώς 70 χρόνια, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του State Department, ο πρόεδρος Τρούμαν αναφερόμενος στο παρελθόν, προέβλεψε το… μέλλον, επισημαίνοντας ότι αν υπήρχε ΝΑΤΟ το 1914 ή το 1939 θα απέτρεπε τις επιθετικές ενέργειες που οδήγησαν τον κόσμο σε δύο μεγάλους πολέμους.

Η ίδρυση του ΝΑΤΟ σηματοδότησε αναμφίβολα μία νέα εποχή στην Ευρωατλαντική Ασφάλεια και εξασφάλισε την ειρηνική πορεία της ευρωπαϊκής ηπείρου μέχρι σήμερα. Σήμερα 4 Απριλίου, στον ίδιο χώρο οι υπουργοί Εξωτερικών του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου (North Atlantic Treaty Organization-ΝΑΤΟ) συναντώνται σε μία πανηγυρική Σύνοδο για να εορτάσουν τα 70ά γενέθλια της Συμμαχίας.

Τι οδήγησε στη δημιουργία του ΝΑΤΟ

Οι 10 ευρωπαϊκές χώρες (Βέλγιο, Γαλλία, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισλανδία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Νορβηγία, Ολλανδία, Πορτογαλία) μαζί με τον Καναδά και τις ΗΠΑ ίδρυσαν έναν αμυντικό και όχι… επιθετικό Οργανισμό, όπως ήθελε η κομμουνιστική προπαγάνδα.

Ο αμυντικός και αποτρεπτικός χαρακτήρας της Συμμαχίας φαίνεται στο θεμελιώδες άρθρο 5 (Συλλογική άμυνα), σύμφωνα με το οποίο «ένοπλη επίθεση εναντίον ενός ή περισσοτέρων μελών της, θα εκλαμβάνεται ως επίθεση εναντίον όλων και θα ασκείται το ατομικό ή συλλογικό δικαίωμα στην αυτοάμυνα, όπως αναγνωρίζεται από το άρθρο 51 του Χάρτη του ΟΗΕ».

Τι συνέβαινε όμως τότε στην Ευρώπη; 150 μεραρχίες του Κόκκινου Στρατού παρέμεναν μετά το τέλος του ΒΠΠ αναπτυγμένες στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, με τον Στάλιν από το 1946 να ρίχνει ευθύνες για τον πόλεμο και στους μέχρι τότε συμμάχους του ως καπιταλιστές, εξισώνοντάς τους με τον… Χίτλερ.

Το πραξικόπημα της Πράγας το 1948, οι μαζικές διώξεις αντιφρονούντων στην Ουγγαρία και την Πολωνία την ίδια χρονιά και η υποστήριξη της κομμουνιστικής ανταρσίας στην Ελλάδα από τις συνορεύουσες κομμουνιστικές χώρες ήταν άκρως ανησυχητικές ενδείξεις. Η κορύφωση όμως της σοβιετικής επιθετικότητας ήταν ο αποκλεισμός του Δυτικού Βερολίνου τον Ιούνιο του 1948, που διήρκεσε εννέα μήνες.

Η εξέλιξη του ΝΑΤΟ

Εφαρμόζοντας πολιτική «ανοικτών θυρών» (άρθρο 10 του Συμφώνου), το ΝΑΤΟ διαρκώς «μεγάλωνε». Στα πρώτα μέλη (έθνη κατά τη νατοϊκή ορολογία) προστέθηκαν το 1952 η Ελλάδα με την Τουρκία, το 1955 η τότε Δυτική Γερμανία, η Ισπανία το 1982. Το 1999 η Συμμαχία δέχθηκε για πρώτη φορά ως μέλη χώρες του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας, την Τσεχία, την Ουγγαρία και την Πολωνία. Το 2004 τις Βουλγαρία, Ρουμανία, Σλοβενία, Σλοβακία, Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία.

Το 2009 την Κροατία και την Αλβανία και τέλος το Μαυροβούνιο το 2017, ανεβάζοντας τα μέλη σε 29.
Είναι ένας διακυβερνητικός οργανισμός ανεξάρτητων και κυρίαρχων κρατών και εξελίχθηκε στην πλέον επιτυχημένη παγκοσμίως πολιτικοστρατιωτική Συμμαχία. Πέτυχε να ανασχέσει τη σοβιετική εξάπλωση στην Ευρώπη και στην μεταψυχροπολεμική εποχή να αποτελέσει τον κορμό της νέας Ευρωατλαντικής Αρχιτεκτονικής Ασφάλειας.

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας αντιμετώπισε αναντίρρητα… «υπαρξιακά» ερωτήματα. Προσαρμόστηκε όμως στο διαμορφούμενο γεωπολιτικό περιβάλλον, εξελισσόμενο σε κάτι παραπάνω από μία περιφερειακή Συμμαχία. Στο ισχύον στρατηγικό δόγμα του 2010, οι τρεις βασικές αποστολές της Συμμαχίας από τις οποίες απορρέουν πολλαπλές υποχρεώσεις, είναι η συλλογική άμυνα, η διαχείριση κρίσεων και η συνεταιριστική ασφάλεια.

Η Ελλάδα ωφελήθηκε πολύ από τη συμμετοχή της στη Συμμαχία, αλλά δεν έγινε ποτέ ουσιαστική ενημέρωση της κοινής γνώμης για το τι ακριβώς είναι, τι μας προσφέρει και τι μπορεί να κάνει σε ό,τι αφορά την τουρκική επιθετικότητα απέναντι στην πατρίδα μας. Μας αρέσει ή όχι, το ΝΑΤΟ εκ φύσεως και καταστατικού δεν έχει τη δυνατότητα οποιασδήποτε θεσμικής παρέμβασης σε διαφωνίες μεταξύ χωρών-μελών του.

Παρούσα κατάσταση

Σήμερα το ΝΑΤΟ βρίσκεται σε διαρκή μετασχηματισμό, αντιμετωπίζοντας τις αναφυόμενες προκλήσεις ασφαλείας. Αποτελεί τη μεγαλύτερη Συμμαχία δημοκρατικών χωρών, παρέχοντας προστασία στις 2 ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου, των ΗΠΑ και της Ε.Ε., με 900 εκατ. κατοίκους.

Το ΝΑΤΟ αναγνωρίζει την Ε.Ε. ως έναν απαραίτητο και «μοναδικό» εταίρο και το αντίστροφο. Υπάρχει στρατηγική συνεργασία με βάση τη συμπληρωματικότητα και τη συνέργεια, αλλά και τον πλήρη σεβασμό στην αυτόνομη θεσμική λειτουργία και των δύο.

Συνεργάζεται όμως και με πληθώρα άλλων κρατών – εταίρων μέσω θεσμών συνεργασίας, όπως το Συμβούλιο Βορειοατλαντικής Συνεργασίας (NACC), τoν Συνεταιρισμό για την Ειρήνη (PfP), τoν Μεσογειακό Διάλογο, κ.α., ενώ υπάρχει και το Συμβούλιο Συνεργασίας ΝΑΤΟ-Ρωσίας (ΝΑΤΟ Russia Council) που μπορεί «να κοιμάται», αλλά είναι ακόμα ζωντανό.

Η σπουδαιότητα του ΝΑΤΟ, όχι μόνο για την Ευρώπη και την «αυλή της», αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, υποδηλώνεται από το γεγονός ότι 41 εταίροι, από τη Μαυριτανία μέχρι την Ιαπωνία και την Αυστραλία, έχουν στο αρχηγείο του διπλωματικές αντιπροσωπείες.

Όμως, μετά το 2014 η Ευρωπαϊκή Αρχιτεκτονική Ασφαλείας, που στη μεταψυχροπολεμική εποχή οικοδομήθηκε μαζί με τη Ρωσία, κατέρρευσε! Η Ρωσία προσάρτησε την Κριμαία, παραβιάζοντας την Τελική Πράξη του Ελσίνκι. Συνεχίζει να υποστηρίζει αποσχιστικές ομάδες στο Ντόνμπας στην Ανατολική Ουκρανία, ενώ στη Γεωργία προσπαθεί να δημιουργήσει τετελεσμένα με τις περιοχές που έχουν αποσχιστεί. Παράλληλα στην «αυλή μας», στη Βόρεια Αφρική και την ευρύτερη Μέση Ανατολή, υπάρχει σημαντική αστάθεια λόγω εμφύλιων συγκρούσεων και της ισλαμιστικής τρομοκρατίας, έστω κι αν ο ISIS ηττήθηκε στρατιωτικά.

Για πρώτη φορά από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δίνεται έμφαση στη συλλογική άμυνα, η οποία είχε «ατροφήσει» μετά το 1991, με σημαντικά προγράμματα, που όμως είναι καθαρά αμυντικά, αναλογικά ως προς την απειλή και σε πλήρη σεβασμό με τις διεθνείς υποχρεώσεις του ΝΑΤΟ.

Η δομή Διοικήσεως αναπροσαρμόστηκε και υπάρχει αυξημένη παρουσία στα ανατολικά. Με τις αμυντικές δαπάνες όλων των μελών να έχουν αυξηθεί, στόχος είναι να αναπτύσσονται όπου χρειαστεί μέσα σε 30 ημέρες, 30 τάγματα, 30 αεροπορικές μοίρες, 30 πλοία! Το 2018 διεξήχθησαν 104 ασκήσεις, με κορυφαία την «Trident Juncture» στη Νορβηγία, τη μεγαλύτερη από τη λήξη του Ψ.Π. άσκηση συλλογικής ασφάλειας. Αυτή την περίοδο διεξάγει 5 επιχειρήσεις με 18 χιλιάδες στρατιώτες.

Το ΝΑΤΟ στην 8η δεκαετία

Εγγύηση για την περαιτέρω πορεία του είναι οι διατλαντικοί δεσμοί. Παρά τα όσα γραφικά είπε ο πρόεδρος Τραμπ, οι ΗΠΑ δεν εγκαταλείπουν την Ευρώπη όπως κάποιοι «βιάστηκαν» να υποστηρίξουν. Παραμένουν στην Ευρώπη και δεν αμφισβητούν τα μεταπολεμικά γεωπολιτικά δεδομένα πάνω στα οποία δομήθηκε η Ευρωατλαντική Ασφάλεια, αποτελώντας τον πολιτικό-στρατιωτικό πυρήνα της Συμμαχίας.

Όσο η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ χρειάζονται τις ΗΠΑ, άλλο τόσο όμως χρειάζονται και οι ΗΠΑ τους Ευρωπαίους συμμάχους. Μπορεί κάτι να μένουν από τα λόγια, αλλά τα έργα μετρούν. Οι ΗΠΑ δαπάνησαν για τη στρατιωτική τους παρουσία στην Ευρώπη (Πρόγραμμα Ευρωπαϊκής Επαναδιασφάλισης για την Ανατολική Ευρώπη) για το 2018 $1,4 δισ., ενώ εκτιμάται για τη διετία 2019-2020 να δαπανήσουν πάνω από $6 δισ.

Σύμφωνα με περσινή έρευνα του «Chicago Council on Global Affairs», το 75% των Αμερικανών επιθυμεί τη διατήρηση ακόμα και την επαύξηση της παρουσίας των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ. Εξαιρετικά συμβολική είναι η κοινή πρόσκληση της προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι (Δημοκρατική) και του ηγέτη της πλειοψηφίας της Γερουσίας Μιτς Μακ Κόνελ (Ρεπουμπλικανός) στον γ.γ. του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ να απευθυνθεί στο Κογκρέσο σήμερα μετά την υπουργική Σύνοδο.

Εκτιμάται ότι η Ρωσία, που δεν σέβεται το απαραβίαστο των συνόρων, θα συνεχίσει να εφαρμόζει στρατηγική εξάπλωσης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Μπορεί να διεξάγει επιχειρήσεις σύγχρονου/υβριδικού πολέμου χωρίς σαφή διάκριση μεταξύ ειρήνης και πολέμου ως ξεχωριστές σφαίρες δραστηριοτήτων.

Το ΝΑΤΟ, ως αμυντική Συμμαχία, δεν αναζητεί αντιπαράθεση με τη Ρωσία, η οποία αναμφίβολα είναι ένας σημαντικός πυλώνας στο παγκόσμιο σύστημα ασφάλειας. Θα επιδιώκει διάλογο αλλά με ταυτόχρονη ισχυροποίησή του και ανάπτυξη νέων δυνατοτήτων, ιδιαίτερα απέναντι σε αυτό που ονομάζουμε υβριδικό πόλεμο και κυβερνοασφάλεια. Συμπυκνωμένα θα λέγαμε Αποτροπή, Ανθεκτικότητα και Πολιτική Διπλής Προσέγγισης!

Μετά και την ένταξη του 30ού μέλους -της Βόρειας Μακεδονίας- τον Δεκέμβριο (αφού η χώρα μας της άνοιξε την πόρτα εισόδου) στη Σύνοδο Κορυφής στο Λονδίνο, δεν φαίνεται περαιτέρω διεύρυνση. Πέρα από κάποιες αόριστες διατυπώσεις στα κείμενα συμπερασμάτων για στήριξη της ένταξης της Ουκρανίας και της Γεωργίας, το ΝΑΤΟ δεν θα διακινδυνεύσει μία ολική ρήξη με τη Ρωσία.

Στα επόμενα χρόνια είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει μεγάλη συζήτηση για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η Κίνα ως αντίπαλος, λόγω των τεχνολογικών δυνατοτήτων και των υποδομών που εγκαθιστά στην Ευρώπη. Υπάρχουν φόβοι στη Συμμαχία ότι λόγω Huawei και των δικτύων G5 οι χώρες του ΝΑΤΟ θα είναι τρωτές σε κατασκοπεία, κάτι που προβάλλει ιδιαίτερα η Αμερική.

Αντί επιλόγου

Η Βορειοατλαντική Συμμαχία εισέρχεται με «ικμάδα» στην 8η δεκαετία της ζωής της, διαψεύδοντας τις «Κασσάνδρες» που την ήθελαν σε βαθιά κρίση και σε αργό θάνατο και δείχνει να ξεπερνάει εύκολα τα όποια εσωτερικά της προβλήματα.

Οι μεγάλοι εορτασμοί για τα 70 χρόνια του ΝΑΤΟ θα γίνουν στη Σύνοδο Κορυφής στο Λονδίνο τον ερχόμενο Δεκέμβριο και αναμένεται να επαναβεβαιωθεί στη σχετική διακήρυξη ο τρόπος με τον οποίο θα πορευτεί στην επόμενη δεκαετία ο πλέον επιτυχής και πλέον παλαιός Οργανισμός Ασφαλείας του κόσμου τον οποίο σε γενικές γραμμές τον περιγράψαμε σε αυτό το άρθρο.

Η Ελλάδα θα πρέπει να προβάλει στο ΝΑΤΟ ότι είναι ένα αξιόπιστο και ενεργό μέλος, συμμετέχοντας σε όλες τις διαδικασίες, όταν η γειτονική αναθεωρητική Τουρκία φλερτάρει ανοικτά με την επίσης αναθεωρητική Ρωσία και θέτει σε αμφισβήτηση τη συνοχή της Συμμαχίας.

* Ο αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι επικεφαλής στο Παρατηρητήριο Liberal

* Αναδημοσίευση από τον Φιλελεύθερο της 4ης Απριλίου

https://www.liberal.gr/arthro/246914/amyna–diplomatia/2019/nato-ta-70-einai-i-afetiria-gia-mia-nea-archi-.html?fbclid=IwAR2FnezouzduTRxzrC7lsHNhZaZDF2kJNJikn-etZh-_Jk_-wdTzIbSvHJA

ΜΙΑ ΛΥΣΗ ΣΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΝΙΑ

9

Μεταπολιτευτικά, το κυρίαρχο αφήγημα ήταν αριστερό. Οι περισσότεροι νέοι εντάσσονταν σε αριστερά κόμματα ή νεολαίες. Η νεολαία του ΚΚΕ, η ΚΝΕ, ήταν κυρίαρχη.
Προϊόντος του χρόνου και, κυρίως, μετά το 1989 και την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού άρχισαν οι κρίσεις και οι διαρροές.
Ο σημερινός πυρήνας του Συριζα, όχι οι πολίτες που ψηφίζουν μια απο δω και μια απο κεί, προέρχεται απο τέτοιες συσσωματώσεις αποσχισθέντων απο τις αρχικές τους πολιτικές προτιμήσεις.
Το νέο πεδίο αναζητήσεών τους δεν ήταν εύκολο. Στην παλιά κομματική θαλπωρή είχαν την υποστήριξη του κόμματος αλλά και τον μπούσουλα του Μαρξ και των έργων των μαρξιστών.
Τώρα, έπρεπε να παράγουν θεωρία και πολιτική.
Θεωρία δεν μπόρεσαν να παράγουν. Δεν είναι εύκολο.
Η πολιτική τους, στην ελληνική εκδοχή είναι αυτή που βλέπουμε απο το Συριζα. στον οποίο, εντάχθηκε το σύνολο των αντικρουόμενων αριστερών ρευμάτων, απο τους τροτσκιστές, τους λενινιστές και τους σταλινικούς μέχρι αναρχικούς και Ρηγάδες.
Αυτό το αμάλγαμα δεν μπορεί να συγκροτηθεί στη βάση μιας νέας θεωρίας. Ούτε και πολιτικής πρακτικής. Το μόνο που μπορούσε να το κρατήσει συνεκτικό ήταν η κατοχή και η νομή της εξουσίας. Αλλά, και εδώ υπήρξε ξεκαθάρισμα. Ένα μέρος του δεν άντεξε τις “κολοτούμπες” και αποχώρησε. Το υπόλοιπο νέμεται την εξουσία κατά τρόπο αριστερά παραδοσιακό. Τηρουμένων των αναλογιών, η όλη κατάσταση θυμίζει την νομενκλατούρα του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Είναι χαρακτηριστική η έκφραση βολεμένων τύπων σε μια απο τις εκφάνσεις της, δήθεν κρατικής αλλά στην ουσία συριζαίας, τηλεόρασης.”Και να αλλάξουν τα πράγματα, δεν θα έρθουν αν δεν περάσουν πάνω απο το πτώμα μας”.
Αυτό είναι το ένα, το μεγαλύτερο, μέρος της αριστεράς στην Ελλάδα.
Το άλλο εκφράζεται απο το ΚΚΕ του οποίου την παράδοση, την ιστορία, τη νοοτροπία γνωρίζουμε. Που και που, όταν έχει ανάγκη ψήφων, δεν ξεχνά να μας τα θυμίζει. όπως στο συνέδριο της ΓΣΕΕ. Μπήκε η παράταξη του ΚΚΕ στον εργατικό χώρο, το ΠΑΜΕ στο συνέδριο και τους έδωσε να καταλάβουν.
Ένα σημαντικό τμήμα ανθρώπων με αριστερή συνείδηση και προσανατολισμό αναζήτησε και βρήκε τη γοητεία των φιλελεύθερων ιδεών. Του άλλου μεγάλου πολιτικοιδεολογικού ρεύματος στη νεοτερική εποχή.
Είχε, όμως, και έχει κάποιες επιφυλάξεις, κυρίως, σε ό,τι αφορά την κοινωνική διάσταση της θεωρίας. Δεν μπορεί να δεχτεί ότι οι άνθρωποι θα αφεθούν στο έλεος της αγοράς στην υγειονομική ασφάλειά τους ή στα γεράματά τους.
Δυστυχώς, οι δογματικοί φιλελεύθεροι πιστεύουν πως υπάρχει ένα, μόνο, είδος φιλελευθερισμού: αυτό που τα αφήνει όλα στην ελευθερία και στην αυτορύθμιση. Όμως, δεν είναι έτσι.
Διαβάζοντας προχθές ένα λήμμα για τον Κάρλ Πόππερ, διαπίστωσα πως υπάρχει αυτό που φανταζόμουν (το έλεγε, άλλωστε, ο σοβαρότερος φιλελεύθερος στην Ελλάδα, ο Αριστείδης Χατζής): ο κοινωνικός φιλελευθερισμός. Ναι, υπάρχει εκδοχή του φιλελευθερισμού με κοινωνική διάσταση Συνδυάζει τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα με κοινωνική ευαισθησία. Ο Κάρλ Πόππερ είναι ένας θεωρητικός εκφραστής του.
Θα μπορούσε να είναι μια λύση στη σημερινή ιδεολογικοπολιτική πενία.

Δεύτερο Κόσοβο σχεδιάζει η Τουρκία στη Θράκη

0

Αναστάσιος Λαυρέντζος

Όσες φορές η ελληνική Θράκη έρχεται στο επίκεντρο της ειδησεογραφίας, αυτό συνήθως γίνεται εξαιτίας των δηλώσεων ή της επίσκεψης σε αυτή κάποιου Τούρκου πολιτικού. Μέσα από αυτές τις σποραδικές αναφορές ο μέσος Έλληνας έχει μια μάλλον θολή εντύπωση για το τι συμβαίνει στην Θράκη. Στο πλαίσιο λοιπόν των γενικότερων εξελίξεων είναι ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε: τι ακριβώς συμβαίνει στη Θράκη; Τι επιδιώκει η τουρκική πολιτική στην περιοχή και τι έχει επιτύχει όλα αυτά τα χρόνια;

Η «ιδιαιτερότητα» της Θράκης έγκειται στο ότι διαθέτει μια ευάριθμη μουσουλμανική μειονότητα. Η ύπαρξη μουσουλμανικών πληθυσμών στην περιοχή είναι αποτέλεσμα των ρυθμίσεων της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία από την ανταλλαγή πληθυσμών που η ίδια επέβαλε, εξαίρεσε αμοιβαία τους μουσουλμάνους της Θράκης και τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου. Σημειώνουμε ότι αναφερόμαστε σε «μουσουλμάνους της Θράκης» διότι οι σχετικοί πληθυσμοί που παρέμειναν στην περιοχή ήταν εξαρχής ετερογενείς, διακρινόμενοι σε τουρκόφωνους, Πομάκους και Αθίγγανους.

Αντίστοιχα μιλάμε για «Έλληνες της Τουρκίας», όχι από μεροληψία, αλλά διότι οι «Ρωμιοί» που έμειναν στην Τουρκία είχαν θρησκευτική και γλωσσική ομοιογένεια, διέθεταν θεσμούς (Πατριαρχείο), σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και είχαν βαθιές ιστορικές αναφορές. Επί πλέον, από τους Ελληνορθόδοξους που κρίθηκαν μη ανταλλάξιμοι, οι 30.000 ήταν Έλληνες υπήκοοι, κάτοικοι Κωνσταντινουπόλεως και οι 8.200 ήταν Έλληνες κάτοικοι των νησιών Ίμβρου και Τενέδου.

Υπενθυμίζουμε ότι τα ελληνικά νησιά Ίμβρος και Τένεδος, παραχωρήθηκαν με τη Συνθήκη της Λωζάνης στην Τουρκία για λόγους ασφαλείας των Στενών. Αυτό ωστόσο έγινε με τη ρητή απαίτηση (Άρθρο 14) ότι οι πληθυσμοί τους θα διατηρούσαν την αυτονομία τους. Η δέσμευση αυτή ποτέ δεν τηρήθηκε από την Τουρκία, η οποία με σειρά ενεργειών πέτυχε τον εξανδραποδισμό των ελληνικών πληθυσμών και από τα δύο αυτά νησιά.

Οι τουρκικές επιδιώξεις

Πριν ακόμη υπογραφεί η Συνθήκη της Λωζάνης, η Τουρκία έθεσε ως στόχο την ανατροπή της. Η επιδίωξη αυτή στο ένα σκέλος της σήμαινε την εκδίωξη της ελληνικής ομογένειας από την Τουρκία. Στο άλλο σκέλος της σήμαινε την χρησιμοποίηση της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης ως εργαλείου υπονόμευσης της ελληνικής κυριαρχίας στην περιοχή.

Τις προθέσεις της για τη Θράκη η Τουρκία μας τις δήλωσε ρητώς ήδη από το 1920 στον εθνικό όρκο (Misak-I Milli): «Σκοπός μας είναι η Δυτική Θράκη να παραμείνει στα τουρκικά χέρια, σαν ενιαίο σύνολο, και σε κατάλληλο χρόνο και ευκαιρία να ενωθεί με τη Μητέρα Πατρίδα. Εμείς δεν μπορούμε να αποδεχτούμε την απαλλοτρίωση του τουρκικού αυτού τμήματος. Οι αδελφοί μας της Δυτικής Θράκης, σε πρώτο βήμα, πρέπει να αγωνιστούν για να κερδίσουν την αυτονομία της Δυτικής Θράκης».

Ο εξανδραποδισμός της ελληνικής ομογένειας από την Τουρκία ξεκίνησε πριν ακόμη υπογραφεί η Συνθήκη της Λωζάνης. Μέσω της απαίτησης για αριθμητική ισορροπία των μη ανταλλάξιμων πληθυσμών, η τουρκική πολιτική πέτυχε οι 280 χιλιάδες Έλληνες που είχαν απομείνει το 1924 στην Τουρκία να μειωθούν σε μόλις 111 χιλιάδες. Στη συνέχεια θα ακολουθούσε ο διωγμός της ελληνικής ομογένειας σε κάθε ευκαιρία (φόρος verlik vergisi, απαγόρευση λειτουργίας ελληνικών συλλόγων, αποκλεισμός Ελλήνων υπηκόων από την άσκηση συγκεκριμένων επαγγελμάτων κλπ).

Το αποκορύφωμα αυτών των πρακτικών ήταν το βίαιο πογκρόμ των «Σεπτεμβριανών» (1955) και οι αθρόες απελάσεις Ελλήνων από το 1964 και μετά. Αντίστοιχους διωγμούς υπέστησαν και οι Έλληνες της Ίμβρου και της Τενέδου, οι οποίοι μετά τις απαλλοτριώσεις των περιουσιών τους και την ίδρυση ανοικτής αγροτικής φυλακής για βαρυποινίτες στην Ίμβρο υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Σήμερα η ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης έχει πρακτικά εξαλειφθεί και τα ελληνικά νησιά Ίμβρος και Τένεδος έχουν πλήρως εκτουρκιστεί.

Επόμενος στόχος: κοσοβοποίηση της Θράκης

Οι διακηρύξεις και τα πεπραγμένα της τουρκικής πολιτικής στη Θράκη δείχνουν ότι οι στρατηγικοί της στόχοι είναι:

  1. Ο μετασχηματισμός των μουσουλμανικών πληθυσμών της Θράκης σε τουρκική εθνική μειονότητα και η χρησιμοποίησή της ως εργαλείο πολιτικής στο πλαίσιο της συνολικής αμφισβήτησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ανατολικά του 25ου γεωγραφικού μεσημβρινού.
  2. Η σταδιακή αποδόμηση της ελληνικής κυριαρχίας στη Θράκη και η δημιουργία προϋποθέσεων που θα καταστήσουν εφικτή τη μελλοντική της απόσχιση κατά το πρότυπο του Κοσσυφοπεδίου ή με εφαρμογή των πρακτικών που ακολουθήθηκαν στην Κύπρο.

Προκειμένου η τουρκική πολιτική να υλοποιήσει τους παραπάνω στόχους, «χτίζει» μέσω των μηχανισμών που διαθέτει στη Θράκη παράλληλες δομές, οι οποίες αφορούν όλες τις πτυχές της κοινωνικής, οικονομικής και θρησκευτικής ζωής της μουσουλμανικής μειονότητας. Μέσω αυτών των ενεργειών επιδιώκει:

  • Να ποδηγετήσει την κοινωνική ζωή της μειονότητας μέσω της ίδρυσης και λειτουργίας πολυάριθμων «τουρκικών συλλόγων».
  • Να ελέγξει την οικονομική ζωή της μειονότητας μέσω της λειτουργίας στην περιοχή της τουρκικής Ziraat Bank.
  • Να περιχαρακώσει μορφωτικά και γλωσσικά τη μειονότητα μέσω της μειονοτικής εκπαίδευσης η οποία βασίζεται σε ένα εκπαιδευτικά παρωχημένο μειονοτικό σχολείο-γκέτο.
  • Να ελέγξει τη θρησκευτική ζωή της μειονότητας με την πραξικοπηματική ανακήρυξη παράτυπων Μουφτήδων («ψευδομουφτήδες») δίπλα στους νόμιμους Μουφτήδες που ορίζει η ελληνική πολιτεία.
  • Να ομογενοποιήσει πολιτισμικά τη μειονότητα καταπιέζοντας και ποδηγετώντας τις μειονότητες εντός της, είτε είναι θρησκευτικές (Αλεβίτες) είτε είναι εθνοτικές (Πομάκοι, Αθίγγανοι).
  • Να προβάλλει μέσω διαφόρων ενώσεων «Τούρκων Δυτικής Θράκης» σε χώρες της ΕΕ (Γερμανία) την εικόνα μιας τουρκικής μειονότητας που καταπιέζεται από την Ελλάδα.
  • Να ασκήσει επιρροή μέσω των αυτοδιοικητικών δομών και να μεγιστοποιήσει τον αριθμό μειονοτικών βουλευτών στην ελληνική Βουλή. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των εκλογών του 2015 στον νομό Ροδόπης, όπου και οι τρεις έδρες καταλήφθηκαν από μουσουλμάνους βουλευτές, με συνέπεια το χριστιανικό στοιχείο της περιοχής να μείνει χωρίς εκπροσώπηση. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα των επιλογών λίστας συγκεκριμένων κομμάτων και της προσεκτικής κατανομής των μειονοτικών ψήφων.

Δημογραφικές μεταβολές

Βασικό ρόλο στις περαιτέρω εξελίξεις θα παίξουν οι δημογραφικές μεταβολές στη Θράκη. Σχετικά αναφέρεται ότι ο ρυθμός γεννήσεων της μουσουλμανικής μειονότητας είναι ελαφρά υψηλότερος από εκείνον της χριστιανικής πλειονότητας. Αυτό σε ένα βάθος χρόνου οδηγεί σε ανατροπή των σημερινών συσχετισμών. Οι κυριότερες ανατροπές όμως θα συμβούν νωρίτερα, εξαιτίας πληθυσμιακών μετακινήσεων.

Για παράδειγμα, η οικονομική κρίση ωθεί τον χριστιανικό πληθυσμό στη μετανάστευση. Από την άλλη πλευρά η εγκατάσταση επιχειρήσεων τουρκικών συμφερόντων στη Θράκη, δίνει στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της νότιας Βουλγαρίας (μέλος της ΕΕ) δυνατότητες απασχόλησης και εγκατάστασης στη Θράκη. Σημαντικό ρόλο επίσης μπορούν να παίξουν και οι μεταναστευτικές ροές που περνούν από τον Έβρο στην Θράκη. Στον βαθμό που έστω και ένα μικρό ποσοστό παράνομων μεταναστών (στην πλειονότητά τους μουσουλμάνοι) θα παρέμενε στη Θράκη, αυτό θα μπορούσε να αλλάξει άρδην τους πληθυσμιακούς συσχετισμούς.

Εν τω μεταξύ η Τουρκία συνεχίζει με μικρά βήματα να προωθεί τους στόχους της στη Θράκη. Το πιο πρόσφατο επίτευγμά της ήταν η προσχώρηση της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης στην τουρκική απαίτηση για λειτουργία δίγλωσσων και όχι ελληνόγλωσσων νηπιαγωγείων στη Θράκη. Με αυτό τον τρόπο χάθηκε ίσως η τελευταία ευκαιρία των μουσουλμανοπαίδων να εξοικειωθούν με τα ελληνικά πριν ξεκινήσουν το σχολείο, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό για τη γνωστική τους εξέλιξη.

Το επόμενο και πολύ σημαντικό βήμα είναι η απαίτηση της Τουρκίας για εκλογή Μουφτήδων στη Θράκη. Σημειώνεται ότι το φαινομενικά δημοκρατικό αυτό αίτημα συνιστά μια καταχρηστική απαίτηση, αφού πουθενά στον μουσουλμανικό κόσμο δεν εκλέγονται Μουφτήδες, ούτε και στην ίδια την Τουρκία. Στη Θράκη βεβαίως μια τέτοια κίνηση θα είχε τεράστια πολιτική σημασία, αφού «εκλεγμένοι» θρησκευτικοί ηγέτες θα αποτελούσαν εργαλείο ύψιστης χρησιμότητας για τις μετέπειτα τουρκικές μεθοδεύσεις στην περιοχή.

Δεύτερο Κόσοβο σχεδιάζει η Τουρκία στη Θράκη

Turkish Democracy Is the Winner in These Momentous Local Elections

0

SINAN ÜLGEN Carnegie Europe

Source: Getty
Summary:  By toppling the Justice and Development party in Ankara and Istanbul in Turkey’s local elections, the opposition has shown that Erdogan’s ruling party is not an invincible force.

This article was originally published by the Guardian.

Sunday’s local elections in Turkey resulted in a major setback for the president, Recep Tayyip Erdoğan, and his ruling alliance. The ruling Justice and Development party (AKP) and nationalist MHP coalition lost Turkey’s major cities to an opposition ushering in an era of change at the local level. The political transitions in Istanbul and Ankara are critical given that these cities have been held by Erdoğan’s political “family” tradition since 1994. The loss in Istanbul (now subject to a challenge by the AKP) is also laden with symbolism since the city is linked with Erdoğan’s ascendance to the pinnacle of political power in Turkey. He entered national politics as the young and promising mayor of Istanbul, winning a tight municipal race 25 years ago. So the question is how a hitherto invincible leader and political movement has lost its footing, having been able to consolidate power for such a long time.

Sinan Ülgen
Ülgen is a visiting scholar at Carnegie Europe in Brussels, where his research focuses on Turkish foreign policy, nuclear policy, cyberpolicy, and transatlantic relations.

The first explanation has to do with the state of Turkey’s economy, which has in many ways proved to be the best friend of Turkey’s democracy. The elections were held against the backdrop of recession, the first in the country for a decade. Households had started to suffer from the impact of last summer’s currency crisis, which led to higher inflation and eroded standards of living. The economic slowdown has dented employment prospects, with general unemployment inching up to 14% in November and youth unemployment to 24%. Unlike some authoritarian jurisdictions, Turkey is not a rentier state that can rely on commodity revenues to buy the political loyalty of its citizens. Turkish governments have to create the conditions for a well-functioning and stable market economy in order to satisfy the aspirations of the electorate. Any longstanding departure from the principles of good governance – which includes the degradation of the rule of law, transparency and accountability, as well as political and economic freedoms – will exact first an economic and then inevitably a political price. That is the shock that came to the surface last Sunday.

The second explanation relates to a dramatic change in the performance of Turkey’s long-belittled opposition. This time, the opposition managed to outmanoeuvre Erdoğan and his party. Firstly, the centre-left CHP and nationalist/centre-right IYI party alliance performed better than the government alliance in terms of voting behaviour. In places where there was a joint candidate with a CHP background, the IYI party electorate voted wholesale for the CHP, and vice versa. In contrast, the MHP constituency was divided in its support for AKP candidates, especially in the metropolitan areas of western Turkey. The opposition alliance also received a strong boost from the tactical voting of the pro-Kurdish HDP electorate.

Even more important, however, were the candidates themselves. Both in Ankara and Istanbul, the opposition fielded candidates that were willing and able to reach out beyond their core and natural constituencies. In Ankara, Mansur Yavas got a majority of the nationalist vote. In Istanbul, Ekrem Imamoglu was able to draw a share of the conservative vote. He consolidated his image as an emerging leader with his astute management of the crisis the night of the election when the AKP candidate, the former prime minister Binali Yildirim, declared victory prematurely.

The consequences of the opposition’s victory in these local elections will be significant. But they have to be placed in the right context – which is that, despite this setback, Erdoğan and AKP remain the dominant force in Turkish politics. On Sunday, the government alliance received 51% of the national vote. But victory at these municipal elections will embolden the political opposition. It stands to benefit from controlling local governments in Turkey’s economic heartland.

The opposition is now in command of the cities that make up 65 % of the nation’s GDP. Its immediate challenge is to match and outperform the service delivery standards achieved by AKP local governments over the past decades. In the longer term, it will need to cement its alliance at the national level, something that will be facilitated by a more inclusive model of local governance including merit-based staffing policies to replace the ideology-based patronage of the AKP years.

For Erdoğan, the challenge will be to overcome the perception of weakness in the wake of a major electoral loss. His immediate concern will be the shape of the economy. His political fortunes will depend on how soon he can return Turkey to a path of sustainable growth. The risks are not negligible given that superficial steps will no more suffice. Deep reforms tackling Turkey’s democratic deficit and rule of law will also be needed.

Local elections have demonstrated that despite having achieved a remarkable degree of power centralisation, Erdoğan and the AKP remain vulnerable to economic and political undercurrents, just as should be the case in a normal democracy. So in many ways, the winner on Sunday was the image of Turkey’s polity, both at home and abroad. Despite being saddled with big problems, Turkish democracy demonstrated its resilience and vibrancy, and hinted at a future beyond populist and divisive politics.

https://carnegieeurope.eu/2019/04/03/turkish-democracy-is-winner-in-these-momentous-local-elections-pub-78765?utm_source=ctw&utm_medium=email&utm_content=titlelink&mkt_tok=eyJpIjoiTWprMk1tVXhNVEJsTTJSbSIsInQiOiJ5dGJkWnVGZ1J3dGJzdHEwTXRDRklJT2Nnd0pMUklYWDk3bzZON3FpZ2NRUGdcL2I5OTRndHp4KzZjcjdmM0VkbGNuNlhMM1hucmRKdDdvYWNlRktsSmttYUpHakpLdmlPUXN4cERBb2J1V0xxTnd1NGlIUzJOTDFxVHg5TDB4NE8ifQ%3D%3D

Why We Stand With NATO

1
YVES HERMAN / REUTERS
On April 4, 1949, Johannes Kaiv, the acting consul general of Estonia’s government-in-exile, sent a letter to Secretary of State Dean Acheson, which read:

I have the honor to offer my best wishes to the signatories of the North Atlantic Pact, and to express my confidence that they, inspired by the ideals of democracy, of individual liberty, and the rule of law, will strive relentlessly for peace with justice, which excludes peace at any price. Therefore, I express the belief that countries which were forcibly deprived of self-government and independence will benefit by this noble endeavor.

Estonia would have to wait 55 years to join NATO, a decade after the nation regained its freedom from the Soviet empire. But the values that make NATO relevant today are the same that Kaiv identified in 1949, when he lamented the fate of his occupied homeland. As we celebrate the 70th anniversary of this historic alliance, we must remember what is at stake: protecting democracy, individual liberty, and the rule of law.

In 2014, Russia invaded Ukraine, illegally annexed Crimea, and supported armed proxies that continue to occupy a part of eastern Ukraine to this day. According to the United Nations, 13,000 Ukrainians have died, with as many as 30,000 wounded, as a result of Russian-backed aggression in Ukraine.

Had Estonia not been a member of NATO in 2014, would it have shared Ukraine’s tragic fate? We doubt that the residents of Tallinn—or Vilnius, Riga, Warsaw, Prague, or Budapest, for that matter—would ever want to test that proposition. After the attacks of September 11, 2001, our NATO allies did more than signal their support for us. They invoked Article 5, the provision of the treaty supporting the principle of collective defense, for the first—and, so far, only—time in the history of the alliance. They joined us on the battlefields of Afghanistan to bring those responsible for that heinous attack against the United States and the American people to justice. They partnered with us for the past two decades on counterterrorism and security operations throughout the world. More than 1,000 men and women from our allied partners gave their lives in this conflict for our freedoms. The United States Congress and the American people will never forget their sacrifice.

This is why more than three in five Americans view NATO favorably. This is why we are leading an effort in the Senate to pass legislation that would require the consent of two-thirds of the United States Senate for any present or future president of the United States to be able to exit NATO.In an alliance as broad as NATO—with its 29 members, 21 partners for peace, and an additional 15 nations engaged in formal programs—there will always be differences. For instance, some of Turkey’s recent actions have raised serious questions regarding Ankara’s intentions and commitments to certain fundamental democratic principles, such as human rights and press freedoms. Yet we must seek to resolve these differences within the alliance, not outside of it.

For long-term sustainability, it will be important for all NATO members to increase their spending on defense, in order to meet and exceed the minimum threshold of 2 percent of GDP. We strongly believe that as allies, we should have frank but respectful conversations about this important issue.

NATO should also devote more resources to the challenge of hybrid warfare, including protecting our cyberspace and countering information operations that seek to damage our democratic systems. NATO should also become more global and use both its Partnership for Peace program and its formal dialogues around the world to grow beyond its North Atlantic focus.

As Winston Churchill famously said: “There is only one thing worse than fighting with allies, and that is fighting without them.”

This is why we will always stand with NATO.

We want to hear what you think about this article. Submit a letter to the editor or write to [email protected].

TIM KAINE has served as United States Senator from Virginia since 2013 and was the Democratic party’s nominee for Vice President in the 2016 election.
CORY GARDNER has served as the U.S. Senator for Colorado since 2015.
https://www.theatlantic.com/ideas/archive/2019/04/tim-kaine-and-cory-gardner-why-we-stand-nato/586456/

Το νέο γερμανικό ζήτημα

0
Τι θα συμβεί όταν η Ευρώπη αρχίσει να διαλύεται;
Über alles: Υποστηρικτές του κόμματος Εναλλακτική για την Γερμανία, σε μια διαδήλωση στο Βερολίνο, τον Μάιο του 2014. THOMAS PETER/REUTERS.
Περίληψη:

Η Γερμανία κατέστη και πάλι η κυρίαρχη δύναμη στην Ευρώπη. Η κεντρική Ευρώπη έγινε η αλυσίδα εφοδιασμού της Γερμανίας και ουσιαστικά μέρος της «ευρύτερης γερμανικής οικονομίας», μια υλοποίηση της Mitteleuropa του εικοστού πρώτου αιώνα. Η υπόλοιπη Ευρώπη έγινε η εξαγωγική αγορά της Γερμανίας.

Ο ROBERT KAGAN είναι ανώτερος συνεργάτης στην έδρα Stephen και Barbara Friedman στο Brookings Institution και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Jungle Grows Back: America and Our Imperiled World [1].

Πολλοί έχουν θρηνήσει το σκοτεινό μονοπάτι στο οποίο βρίσκονται σήμερα η Ευρώπη και η διατλαντική σχέση, αλλά δεν έχει υπάρξει μεγάλη συζήτηση για το πού οδηγεί αυτό το μονοπάτι. Η ευρωπαϊκή αδυναμία και διαίρεση, μια στρατηγική «αποσύνδεση» από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το ξέφτισμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το «μετά την Ευρώπη», «το τέλος της Ευρώπης» -αυτά είναι τα ζοφερά σενάρια, αλλά υπάρχει μια ευχάριστη ασάφεια σε αυτά. Υπονοούν αποτυχημένα όνειρα, όχι εφιάλτες. Ωστόσο, η αποτυχία του ευρωπαϊκού σχεδίου, αν συμβεί, θα μπορούσε να γίνει ένας εφιάλτης, και όχι μόνο για την Ευρώπη. Θα επιστρέψει, μεταξύ άλλων, αυτό που ήταν γνωστό ως «το γερμανικό ζήτημα».

04042019-1.jpg

Über alles: Υποστηρικτές του κόμματος Εναλλακτική για την Γερμανία, σε μια διαδήλωση στο Βερολίνο, τον Μάιο του 2014. THOMAS PETER/REUTERS
—————————————————————————–

Το γερμανικό ζήτημα παρήγαγε την σημερινή Ευρώπη, καθώς και την διατλαντική σχέση των τελευταίων επτά δεκαετιών. Η ενοποίηση της Γερμανίας το 1871 δημιούργησε ένα νέο έθνος στην καρδιά της Ευρώπης που ήταν υπερβολικά μεγάλο, πολυπληθές, πολύ πλούσιο και πολύ ισχυρό για να αντισταθμιστεί αποτελεσματικά από τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου. Η καταστροφή της ευρωπαϊκής ισορροπίας ισχύος βοήθησε στην παραγωγή δύο παγκοσμίων πολέμων και έφερε πάνω από δέκα εκατομμύρια στρατιώτες των ΗΠΑ από τον Ατλαντικό για να πολεμήσουν και να πεθάνουν σε αυτούς τους πολέμους. Οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι ίδρυσαν το ΝΑΤΟ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τουλάχιστον εξίσου για να διευθετήσουν το γερμανικό πρόβλημα όσο και για να ανταποκριθούν στην σοβιετική πρόκληση, ένα γεγονός που τώρα έχει ξεχαστεί από τους σημερινούς ρεαλιστές -να «κρατήσει την Σοβιετική Ένωση εκτός, τους Αμερικανούς εντός, και τους Γερμανούς κάτω», όπως το έθεσε ο Λόρδος Ismay, ο πρώτος γενικός γραμματέας της συμμαχίας. Αυτός ήταν επίσης ο σκοπός της σειράς των ενοποιητικών ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, ξεκινώντας από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, που τελικά έγινε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως το έθεσε ο διπλωμάτης George Kennan, κάποια μορφή ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν «η μόνη κατανοητή λύση για το πρόβλημα της σχέσης της Γερμανίας με την υπόλοιπη Ευρώπη» και αυτή η ενοποίηση θα μπορούσε να συμβεί μόνο υπό την ομπρέλα μιας δέσμευσης ασφάλειας από τις ΗΠΑ.

Και λειτούργησε. Σήμερα, είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς την Γερμανία να επιστρέφει σε οποιαδήποτε εκδοχή του περίπλοκου παρελθόντος της. Οι Γερμανοί έχουν γίνει αναμφισβήτητα ο πιο φιλελεύθερος και ειρηνικός λαός στον κόσμο, η επιλογή του καθενός για να αναλάβουν το τώρα τον μη διεκδικούμενο μανδύα του «ηγέτη του ελεύθερου κόσμου». Πολλοί και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού θέλουν να δουν περισσότερη θεληματικότητα από την Γερμανία, όχι λιγότερη, στην παγκόσμια οικονομία, στην διπλωματία, ακόμη και στρατιωτικά. Όπως σημείωσε το 2011 ο Radoslaw Sikorski, τότε υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας, «φοβάμαι την γερμανική ισχύ λιγότερο από ό, τι αρχίζω να φοβάμαι την γερμανική αδράνεια». Είναι ένα αξιοσημείωτο πράγμα για να το πει ένας Πολωνός ηγέτης, και στηρίχθηκε στην ευρέως διαδεδομένη υπόθεση ότι αυτό που οι Γερμανοί έχουν κάνει με το να μεταμορφώσουν τον εαυτό τους δεν γίνεται ποτέ να ανατραπεί.

Είναι αυτά αληθή; Είναι αυτή η μόνη αντιληπτή Γερμανία; Με την τάξη που έκανε την σημερινή Γερμανία ισχυρή να βρίσκεται τώρα υπό επίθεση, [μια επίθεση] που συμπεριλαμβάνει και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο κόσμος πρόκειται να μάθει. Η ιστορία υπονοεί ότι μπορεί να μην του αρέσει η απάντηση.

ΔΡΑΠΕΤΕΥΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Ως ιστορικό θέμα, η Γερμανία, σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα ως έθνος, υπήρξε ένας από τους πιο απρόβλεπτους και ασυνεπείς παίκτες στην διεθνή σκηνή. Πέτυχε την ενοποίηση μέσω μιας σειράς πολέμων στις δεκαετίες του 1860 και του 1870. Ο Otto von Bismarck στην συνέχεια την σφυρηλάτησε σε έθνος, με «αίμα και ατσάλι», όπως το έθεσε, μετατρέποντάς το στην ειρηνική «χορτάτη δύναμη» των επόμενων δύο δεκαετιών. Στην συνέχεια, από το 1890 με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπό τον Κάιζερ Βίλχελμ Β’, έγινε η φιλόδοξη γερμανική αυτοκρατορία, με όνειρα για την Mitteleuropa, μια γερμανική σφαίρα επιρροής που να εκτείνεται μέχρι την Ρωσία -και οράματα, σύμφωνα με τα λόγια του Bernhard von Bülow, ο οποίος ήταν τότε υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, για μια «θέση στον ήλιο». Μετά τον πόλεμο, η Γερμανία έγινε η προσεκτική ρεβιζιονιστική δύναμη των ετών της Βαϊμάρης, μόνο για να αναδειχθεί ως κατακτητής της Ευρώπης υπό τον Χίτλερ την δεκαετία του 1930 και στην συνέχεια να καταρρεύσει σε ένα νικημένο, διαιρεμένο κράτος. Ακόμη και κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Δυτική Γερμανία ταλαντευόταν ανάμεσα στον φιλοδυτικό ιδεαλισμό του καγκελάριου Konrad Adenauer και στην ρεαλιστική Ostpolitik του καγκελαρίου Willy Brandt. Η εγχώρια πολιτική της χώρας δεν ήταν λιγότερο ταραχώδης και απρόβλεπτη, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940. Οι μελετητές έχουν από καιρό προβληματιστεί για την γερμανική Sonderweg (ιδιαιτερότητα), το μοναδικό και προβληματικό μονοπάτι που πήρε το έθνος προς την σύγχρονη δημοκρατία, μέσω της αποτυχημένης φιλελεύθερης επανάστασης, της κληρονομικής μοναρχίας, του αυταρχισμού, της εύθραυστης δημοκρατίας και του ολοκληρωτισμού, όλα στις πρώτες επτά δεκαετίες της ύπαρξής του.

Αυτή η ταραγμένη ιστορία, όμως, ήταν προϊόν όχι μόνο του γερμανικού χαρακτήρα. Οι περιστάσεις έπαιξαν μεγάλο ρόλο, συμπεριλαμβανομένης της απλής γεωγραφίας. Η Γερμανία ήταν ένα ισχυρό έθνος στο κέντρο μιας διαμφισβητούμενης ηπείρου, πλαισιωμένο στα ανατολικά και στα δυτικά από μεγάλες και φοβερές δυνάμεις και επομένως πάντα σε κίνδυνο ενός διμέτωπου πολέμου. Η Γερμανία σπάνια αισθανόταν ασφαλής, και όταν όντως προσπάθησε να επιδιώξει την ασφάλεια αυξάνοντας την ισχύ της, μόνο επιτάχυνε την δική της περικύκλωση. Οι εσωτερικές πολιτικές της Γερμανίας επηρεάζονταν επίσης συνεχώς από τα κύματα του αυταρχισμού, της δημοκρατίας, του φασισμού και του κομμουνισμού που σάρωναν μπρος-πίσω ολόκληρη την Ευρώπη. Ο μυθιστοριογράφος Thomas Mann πρότεινε κάποτε ότι το ζήτημα δεν ήταν τόσο εθνικού χαρακτήρα, αλλά και εξωτερικών γεγονότων. «Δεν υπάρχουν δύο Γερμανίες, μια καλή και μια κακή», έγραψε. «Η κακή Γερμανία είναι απλώς η καλή Γερμανία που παραστράτησε, η καλή Γερμανία σε ατυχία, σε ενοχή, και ερείπια».

Η δημοκρατική και φιλειρηνική Γερμανία που όλοι γνωρίζουν και αγαπούν σήμερα, μεγάλωσε στις ιδιαίτερες συνθήκες της υπό την ηγεσία των ΗΠΑ φιλελεύθερης διεθνούς τάξης που καθιερώθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Γερμανοί μεταμόρφωσαν τον εαυτό τους κατά την διάρκεια των μεταπολεμικών δεκαετιών, αλλά υπήρχαν τέσσερις πτυχές αυτής της τάξης, ειδικότερα, που παρείχαν τις πλέον ευνοϊκές συνθήκες στις οποίες η εξέλιξη αυτή πραγματοποιήθηκε.

04042019-2.jpg

Η Ανακήρυξη της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, Anton von Werner, 1882. WIKIMEDIA COMMONS
———————————————————

Η πρώτη ήταν η δέσμευση των ΗΠΑ για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Αυτή η εγγύηση έθεσε τέλος στον φαύλο κύκλο που αποσταθεροποίησε την Ευρώπη και παρήγαγε τρεις μεγάλους πολέμους σε επτά δεκαετίες (αρχίζοντας από τον Γαλλο-Πρωσικό πόλεμο του 1870-71). Με το να προστατεύουν την Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τους άλλους γείτονες της Δυτικής Γερμανίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέτρεψαν σε όλους να καλωσορίσουν τη μεταπολεμική ανάκαμψη της Δυτικής Γερμανίας και να επανεντάξουν πλήρως τους Γερμανούς στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία. Η δέσμευση επίσης εξάλειψε την ανάγκη δαπανηρών συσσωρεύσεων όπλων από όλες τις πλευρές, επιτρέποντας έτσι σε όλες τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της Δυτικής Γερμανίας, να επικεντρωθούν περισσότερο στην ενίσχυση της ευημερίας και της κοινωνικής ευζωίας των πολιτών τους, γεγονός που με την σειρά του παρήγαγε πολύ μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα. Η Δυτική Γερμανία έπρεπε να εγκαταλείψει τις φυσιολογικές γεωπολιτικές φιλοδοξίες της, ανταλλάσσοντάς τις με γεωοικονομικές φιλοδοξίες, αλλά δεν ήταν παράλογο να πιστεύουμε ότι αυτό ήταν περισσότερο μια χάρη παρά ένας περιορισμός. Όπως το έθεσε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, James Byrnes, το 1946, «η ελευθερία από τον μιλιταρισμό» θα έδινε στους Γερμανούς την ευκαιρία «να κατευθύνουν την μεγάλη ενεργητικότητα και τις σπουδαίες ικανότητές τους σε έργα ειρήνης».

Το δεύτερο στοιχείο της νέας τάξης ήταν το φιλελεύθερο, ελεύθερου εμπορίου διεθνές οικονομικό σύστημα που καθιέρωσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η γερμανική οικονομία βασιζόταν πάντα στις εξαγωγές, και τον 19ο αιώνα ο ανταγωνισμός για τις ξένες αγορές αποτελούσε μια κινητήρια δύναμη πίσω από τον γερμανικό επεκτατισμό. Στη νέα παγκόσμια οικονομία, μια μη μιλιταριστική Δυτική Γερμανία θα μπορούσε να ανθίσει χωρίς να απειλεί άλλους. Αντιθέτως, το οικονομικό θαύμα της Δυτικής Γερμανίας της δεκαετίας του 1950 έκανε την χώρα κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης και μια άγκυρα ευημερίας και δημοκρατικής σταθερότητας στην Ευρώπη.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες όχι μόνο ανέχθηκαν την οικονομική επιτυχία της Δυτικής Γερμανίας και της υπόλοιπης Δυτικής Ευρώπης, αλλά και την καλωσόρισαν, ακόμα και όταν επήλθε εις βάρος της αμερικανικής βιομηχανίας. Από το 1950 έως το 1970, η βιομηχανική παραγωγή στην Δυτική Ευρώπη επεκτεινόταν με μέσο ρυθμό 7,1% ετησίως, το συνολικό ΑΕΠ αυξανόταν κατά 5,5% ετησίως και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 4,4% ετησίως, υπερβαίνοντας την ανάπτυξη των ΗΠΑ την ίδια περίοδο. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, τόσο η Δυτική Γερμανία όσο και η Ιαπωνία είχαν βγει μπροστά από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε ορισμένες βασικές βιομηχανίες, από τα αυτοκίνητα έως τα χαλυβουργεία και έως τα ηλεκτρονικά είδη ευρείας κατανάλωσης. Οι Αμερικανοί αποδέχτηκαν αυτόν τον ανταγωνισμό όχι επειδή ήταν ασυνήθιστα ανιδιοτελείς, αλλά επειδή θεώρησαν τις υγιείς ευρωπαϊκές και ιαπωνικές οικονομίες ως ζωτικούς πυλώνες του σταθερού κόσμου που επιζητούσαν να υποστηρίξουν. Το μεγάλο μάθημα του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα ήταν ότι ο οικονομικός εθνικισμός ήταν αποσταθεροποιητικός. Τόσο το παγκόσμιο σύστημα ελεύθερου εμπορίου όσο και οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα και η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα σχεδιάστηκαν για να τον ελέγχουν.

Μια επίδραση αυτού του ευνοϊκού περιβάλλοντος ήταν ότι η Δυτική Γερμανία παρέμεινε ριζωμένη στην φιλελεύθερη Δύση. Αν και μερικοί κορυφαίοι Γερμανοί υποστήριζαν την υιοθέτηση μιας πιο ανεξάρτητης στάσης κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, είτε ως γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης είτε ως ουδέτερης χώρας, τα οφέλη που απέκτησαν οι Δυτικογερμανοί από την ενσωμάτωση στην υπό την κυριαρχία των Αμερικανών τάξη τούς κράτησαν σταθερά ριζωμένους σε αυτήν. Οι πειρασμοί να ακολουθήσουν μια κανονική, ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική μετριάστηκαν όχι μόνο από οικονομικό συμφέρον, αλλά και από το σχετικά πράο περιβάλλον στο οποίο οι Δυτικογερμανοί θα μπορούσαν να ζήσουν την ζωή τους, τόσο διαφορετικό από αυτό που είχαν γνωρίσει στο παρελθόν.

Υπήρξε επίσης ένα ιδεολογικό συστατικό. Η γερμανική οικονομική επιτυχία σε μια καλοπροαίρετη φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη ενίσχυσε την γερμανική δημοκρατία. Δεν ήταν ένα προφανές συμπέρασμα ότι η δημοκρατία θα αποκτούσε βαθιές ρίζες στο γερμανικό έδαφος, ακόμα και μετά την καταστροφή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Βεβαίως, κανείς στα τέλη της δεκαετίας του 1930 δεν θα είχε θεωρήσει την Γερμανία ως ότι βρίσκεται στην πορεία προς την φιλελεύθερη δημοκρατία. Ακόμα και κατά την διάρκεια της Βαϊμάρης, μόνο μια μειοψηφία Γερμανών αισθανόταν βαθιά προσήλωση στα δημοκρατικά κόμματα και τους θεσμούς της εύθραυστης δημοκρατίας. Διαλύθηκαν εύκολα το 1930, με την ανακήρυξη μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ακόμη και πριν από την ανάρρηση του Χίτλερ στην εξουσία τρία χρόνια αργότερα. Ούτε υπήρξε μεγάλη αντίσταση στη ναζιστική κυριαρχία κατά την διάρκεια του πολέμου, παρά μόνο στους τελευταίους μήνες. Η καταστροφική ήττα και η ταλαιπωρία και η ταπείνωση που ακολούθησαν, έβλαψαν την φήμη του αυταρχισμού και του μιλιταρισμού, αλλά αυτό δεν μεταφράστηκε απαραίτητα στην υποστήριξη της δημοκρατικής κυβέρνησης. Η κατοχή των ΗΠΑ απέκλεισε την επιστροφή στον αυταρχισμό και τον μιλιταρισμό, αλλά δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι οι Γερμανοί θα αγκάλιαζαν αυτό που φαινόταν σε πολλούς ως η επιβολή ενός κατακτητή.

Ωστόσο, το έκαναν, και το περιβάλλον είχε πολλά να κάνει με αυτό. Στην κατεχόμενη από την Σοβιετική Ένωση, Ανατολική Γερμανία, ο ναζισμός έδωσε την θέση του απλώς σε μια διαφορετική μορφή ολοκληρωτισμού. Αλλά η Δυτική Γερμανία από την δεκαετία του 1960 ήταν βαθιά ενσωματωμένη στον φιλελεύθερο κόσμο, απολαμβάνοντας την ασφάλεια και την ευημερία μιας αποστρατιωτικοποιημένης κοινωνίας, και η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών της έγιναν δημοκράτες τόσο πνευματικά όσο και σε μορφή.

Την Δυτική Γερμανία την βοήθησε ότι ζούσε σε μια Ευρώπη και έναν κόσμο όπου η δημοκρατία φάνηκε να είναι ο δρόμος του μέλλοντος, ειδικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά. Αυτός ήταν ο τρίτος βασικός παράγοντας που βοήθησε την Γερμανία να αγκιστρωθεί στην φιλελεύθερη τάξη. Το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον ήταν πολύ διαφορετικό από εκείνο στο οποίο η δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε αποτύχει, ο ναζισμός είχε ανθίσει, και η Γερμανία είχε ξεκινήσει μια πορεία επιθετικότητας. Στην δεκαετία του 1930, η ευρωπαϊκή δημοκρατία ήταν ένα είδος που απειλείτο με εξαφάνιση˙ ο φασισμός ήταν ανερχόμενος παντού και φάνηκε να είναι ένα αποδοτικότερο και αποτελεσματικότερο μοντέλο κυβέρνησης και κοινωνίας. Στη μεταπολεμική εποχή, αντίθετα, η αυξανόμενη δύναμη και ευημερία των δημοκρατιών όχι μόνο παρείχε αμοιβαία ενίσχυση, αλλά παρήγαγε επίσης μια αίσθηση κοινών ευρωπαϊκών και διατλαντικών αξιών -κάτι που δεν υπήρχε πριν από το 1945. Αυτό το αίσθημα έφθασε σε πλήρη άνθιση μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989 και την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 1993. Η έκρηξη της δημοκρατίας σε ολόκληρη την ήπειρο, η ιδέα μιας Ευρώπης «ολοκληρωμένης και ελεύθερης», όπως το έθεσε ο Αμερικανός πρόεδρος George HW Bush, συνέβαλε στην δημιουργία μιας νέας ευρωπαϊκής ταυτότητας που οι Γερμανοί μπορούσαν να αγκαλιάσουν. Και το έκαναν, με σημαντική θυσία στην ανεξαρτησία τους. Η ομαδοποίηση της κυριαρχίας που συνεπαγόταν η ιδιότητα του μέλους του νέου πανευρωπαϊκού θεσμού, ιδίως η αντικατάσταση του γερμανικού μάρκου με το ευρώ, και ο περαιτέρω περιορισμός που επέβαλε στην γερμανική ανεξαρτησία η ένταξη στο ΝΑΤΟ, δύσκολα θα είχαν την δυνατότητα να συμβούν εάν οι Γερμανοί δεν αισθάνονταν δεσμευμένοι με κοινά ιδανικά με την υπόλοιπη Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτή η νέα Ευρώπη ήταν, μεταξύ άλλων, μια απάντηση στον εθνικισμό και τον φυλετισμό που συνέβαλε τόσο πολύ στους πολέμους και τις φρικαλεότητες του παρελθόντος της ηπείρου. Το τέταρτο στοιχείο της νέας τάξης που επέτρεψε στην Γερμανία να ξεφύγει από το παρελθόν της και να συμβάλει στην ειρήνη και την σταθερότητα της Ευρώπης ήταν η καταστολή των εθνικιστικών παθών και φιλοδοξιών από διακρατικούς θεσμούς όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ. Αυτά εμπόδισαν την επιστροφή των παλαιών ανταγωνισμών στους οποίους η Γερμανία ήταν ανέκαθεν πρωταγωνίστρια. Ο γερμανικός εθνικισμός δύσκολα ήταν ο μόνος ευρωπαϊκός εθνικισμός που φαινόταν ιστορικά αδιαχώριστος από τον αντισημιτισμό και άλλες μορφές φυλετικού μίσους, αλλά κανένας άλλος εθνικισμός δεν έπαιξε τόσο καταστρεπτικό ρόλο στο αιματηρό παρελθόν της Ευρώπης. Μια Ευρώπη στην οποία ο εθνικισμός είχε κατασταλεί ήταν μια Ευρώπη στην οποία ο γερμανικός εθνικισμός είχε κατασταλεί. Ο ηγετικός ρόλος της Γερμανίας στην ενθάρρυνση αυτού του κοινού ευρωπαϊκού, αντιεθνικιστικού οράματος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην δημιουργία αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην ήπειρο.

Αυτά τα τέσσερα στοιχεία -η εγγύηση ασφάλειας των ΗΠΑ, το διεθνές καθεστώς ελεύθερου εμπορίου, το δημοκρατικό κύμα και η καταστολή του εθνικισμού- κράτησαν όλα μαζί το παλιό γερμανικό ζήτημα θαμμένο βαθιά μέσα στο έδαφος. Δεν υπήρχε τίποτα αναπόφευκτο γι’ αυτά, όμως, και δεν είναι απαραιτήτως μόνιμα. Αντικατοπτρίζουν μια ορισμένη διαμόρφωση ισχύος στον κόσμο, μια παγκόσμια ισορροπία στην οποία οι φιλελεύθερες δημοκρατίες ήταν ανερχόμενες και οι στρατηγικοί αγώνες του παρελθόντος έχουν κατασταλεί από την κυρίαρχη φιλελεύθερη υπερδύναμη. Ήταν μια ασυνήθιστη σειρά περιστάσεων, ανώμαλη και ανιστορική. Και το ίδιο ήταν και ο ρόλος της Γερμανίας σε αυτήν.

ΕΝΑ ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Ακόμη και πριν αρχίσει να ξηλώνεται αυτή η φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη, ήταν πάντοτε ένα ερώτημα το πόσο καιρό θα ήταν διατεθειμένη η Γερμανία να παραμείνει ένα μη ομαλό έθνος, αρνούμενο από τον εαυτό του τις κανονικές γεωπολιτικές φιλοδοξίες, τα κανονικά εγωιστικά συμφέροντα και την κανονική εθνικιστική υπερηφάνεια. Ένα παρόμοιο ερώτημα υπήρξε κεντρικό επί χρόνια και για την Ιαπωνία, την άλλη δύναμη της οποίας το πεπρωμένο μεταμορφώθηκε με την ήττα στον πόλεμο και στην συνέχεια με την ανάσταση στην κυριαρχούμενη από τις ΗΠΑ φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη. Πολλοί Ιάπωνες έχουν κουραστεί να ζητούν συγνώμη για το παρελθόν τους, έχουν κουραστεί από την καταστολή της εθνικιστικής υπερηφάνειάς τους, έχουν κουραστεί να υποτάσσουν την ανεξαρτησία της εξωτερικής πολιτικής τους. Στην Ιαπωνία, ίσως το μόνο πράγμα που κρατά υπό έλεγχο αυτή την επιθυμία για ομαλότητα ήταν η συνεχιζόμενη στρατηγική εξάρτηση της χώρας από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να την βοηθήσουν να αντιμετωπίσει την πρόκληση μιας ανερχόμενης Κίνας. Για πόσο καιρό θα περιορίζει η Ιαπωνία τις εθνικιστικές της ορμές, αν η αμερικανική υποστήριξη γίνει αναξιόπιστη;

Οι Γερμανοί βρέθηκαν στην αντίθετη κατάσταση. Με κάποιες εξαιρέσεις στα άκρα, οι Γερμανοί παραμένουν πολύ συνειδητοί για το παρελθόν τους, επιφυλακτικοί στο να αναστήσουν οποιαδήποτε υπόνοια εθνικισμού, και περισσότερο από πρόθυμοι να ανεχθούν όρια στην ανεξαρτησία τους –ακόμα κι αν άλλοι τους παροτρύνουν να ηγηθούν. Την ίδια στιγμή, αντίθετα με την Ιαπωνία, η Γερμανία από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δεν χρειαζόταν την προστασία των Ηνωμένων Πολιτειών. Η δέσμευση των Γερμανών έναντι του ΝΑΤΟ τα τελευταία χρόνια δεν ήταν θέμα στρατηγικής αναγκαιότητας˙ αντί γι’ αυτό, πρόκειται μάλλον για την συνεχιζόμενη επιθυμία τους να παραμείνουν με καθόλου απειλητικό τρόπο αγκυροβολημένοι στην Ευρώπη. Έχουν επιδιώξει να καθησυχάζουν τους γείτονές τους, αλλά ίσως ακόμη περισσότερο, θέλουν να καθησυχάζουν τους εαυτούς τους. Εξακολουθούν να έχουν φόβους για παλιούς δαίμονες και να βρίσκουν κάποια ανακούφιση στους περιορισμούς που έχουν αποδεχθεί οικειοθελώς.

Ωστόσο, τα δεσμά που είναι εθελοντικά αποδεκτά μπορούν επίσης να απορριφθούν. Καθώς οι γενιές περνούν, οι δαίμονες ξεχνιούνται και οι περιορισμοί ενοχλούν. Πόσος καιρός θα περάσει πριν οι νέες γενιές των Γερμανών αναζητήσουν τίποτα περισσότερο από μια επιστροφή στην κανονικότητα;

Κατά την διάρκεια των τελευταίων 25 ετών του περασμένου αιώνα, οι γείτονες της Γερμανίας, και οι ίδιοι οι Γερμανοί, παρακολούθησαν προσεκτικά για τυχόν σημάδια μιας τέτοιας αλλαγής στην γερμανική στάση. Η ανησυχία με την οποία οι Βρετανοί και οι Γάλλοι χαιρέτισαν την γερμανική επανένωση το 1990 έδειξαν ότι, τουλάχιστον στα μάτια τους, ακόμη και 45 χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το γερμανικό ζήτημα δεν είχε πλήρως τελειώσει. Αυτή η ανησυχία μετριάστηκε όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβεβαίωσαν εκ νέου την δέσμευσή τους για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ακόμη και όταν η σοβιετική απειλή εξαφανίστηκε και η επανενωμένη Γερμανία συμφώνησε να παραμείνει μέλος του ΝΑΤΟ. Αποδυναμώθηκε περαιτέρω όταν η Γερμανία δεσμεύθηκε στο να είναι μέλος της νέας Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης.

Ακόμη και σε αυτό το καλόπιστο περιβάλλον, δεν υπήρξε καμία αποφυγή της επιστροφής στο γερμανικό ζήτημα, τουλάχιστον στην οικονομική του διάσταση. Όπως ανέφερε ο μελετητής Hans Kundnani στην ανάλυσή του το 2015, «Το Παράδοξο της Γερμανικής Ισχύος» (The Paradox of German Power), η παλιά ανισορροπία που αποσταθεροποίησε την Ευρώπη μετά την ενοποίηση της Γερμανίας το 1871 επέστρεψε μετά την επανένωση της Γερμανίας και την ίδρυση της ευρωζώνης. Η Γερμανία κατέστη και πάλι η κυρίαρχη δύναμη στην Ευρώπη. Η κεντρική Ευρώπη έγινε η αλυσίδα εφοδιασμού της Γερμανίας και ουσιαστικά μέρος της «ευρύτερης γερμανικής οικονομίας», μια υλοποίηση της Mitteleuropa του εικοστού πρώτου αιώνα. Η υπόλοιπη Ευρώπη έγινε η εξαγωγική αγορά της Γερμανίας.

04042019-3.jpg

Μια αφίσα της Άνγκελα Μέρκελ σε ναζιστική στολή καίγεται έξω από το ελληνικό κοινοβούλιο, τον Μάιο του 2013. YANNIS BEHRAKIS/REUTERS
—————————————————————–

Όταν χτύπησε η κρίση της ευρωζώνης το 2009, δημιουργήθηκε ένας νέος φαύλος κύκλος. Η οικονομική κυριαρχία της Γερμανίας τής επέτρεψε να επιβάλει τις προτιμώμενες από αυτήν πολιτικές κατά του χρέους στην υπόλοιπη Ευρώπη, καθιστώντας το Βερολίνο στόχο του θυμού μεταξύ Ελλήνων, Ιταλών και άλλων, οι οποίοι κάποτε κατηγορούσαν την γραφειοκρατία της ΕΕ στις Βρυξέλλες για τις κακουχίες τους. Οι Γερμανοί ήταν επίσης θυμωμένοι, μη θέλοντας να χρηματοδοτήσουν τους σπάταλους τρόπους άλλων ανθρώπων. Έξω από την Γερμανία, υπήρχαν συζητήσεις για ένα αντι-γερμανικό «κοινό μέτωπο» και μέσα στην Γερμανία υπήρξε μια αίσθηση θυματοποίησης και μια αναβίωση παλιών φόβων περικύκλωσης από τις «αδύναμες οικονομίες». Όπως πρότεινε ο Kundnani, ήταν μια «γεωοικονομική εκδοχή των συγκρούσεων στην Ευρώπη που ακολούθησαν την ενοποίηση του 1871».

Αλλά τουλάχιστον ήταν μόνο οικονομική. Οι διαμάχες ήταν μεταξύ συμμάχων και εταίρων, όλων δημοκρατιών, όλες μέρος του κοινού ευρωπαϊκού σχεδίου. Ως γεωπολιτικό ζήτημα, επομένως, η κατάσταση ήταν «καλοήθης» -ή έτσι θα μπορούσε να φαίνεται ακόμα τον Ιανουάριο του 2015, όταν ο Kundnani δημοσίευσε το βιβλίο του.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, υπάρχουν λιγότερες αιτίες για καθησυχασμό. Τα πράγματα άλλαξαν και πάλι. Κάθε ένα από τα τέσσερα στοιχεία της μεταπολεμικής τάξης που συγκρατούσαν το γερμανικό ζήτημα βρίσκεται τώρα στον αέρα. Ο εθνικισμός αυξάνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη˙ η δημοκρατία υποχωρεί σε ορισμένα μέρη της ηπείρου και βρίσκεται υπό πίεση παντού˙ το διεθνές καθεστώς ελεύθερου εμπορίου βρίσκεται υπό επίθεση, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες˙ και η αμερικανική εγγύηση ασφάλειας έχει αμφισβητηθεί από τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Δεδομένης της ιστορίας της Ευρώπης και της Γερμανίας, μπορούν οι μεταβαλλόμενες συνθήκες να μην οδηγήσουν για άλλη μια φορά στη μεταβολή της συμπεριφοράς των Ευρωπαίων, συμπεριλαμβανομένων των Γερμανών;

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΑΞΗ

Εάν η σημερινή Γερμανία είναι προϊόν της φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης, είναι καιρός να σκεφτούμε το τι μπορεί να συμβεί όταν ξηλωθεί η τάξη. Δείτε την Ευρώπη στην οποία ζουν τώρα οι Γερμανοί. Στα ανατολικά τους, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Σλοβακίας έχουν εισέλθει σε διαφορετικά στάδια διολίσθησης στον αντιφιλελευθερισμό (illiberalism) και στον αυταρχισμό. Στα νότια, η Ιταλία κυβερνάται από εθνικιστικά και λαϊκίστικα κινήματα με μια αμφισβητήσιμη δέσμευση στον φιλελευθερισμό και ακόμη λιγότερη υπακοή στην οικονομική πειθαρχία της ευρωζώνης. Στα δυτικά, μια ολοένα και πιο ταραγμένη και δυσαρεστημένη Γαλλία βρίσκεται μια εκλογική διαδικασία μακριά από μια εθνικιστική εκλογική νίκη που θα χτυπήσει την Ευρώπη σαν σεισμός. Θα βάλει επίσης ένα τελευταίο καρφί στο φέρετρο της γαλλογερμανικής συνεργασίας γύρω από την οποία χτίστηκε η ευρωπαϊκή ειρήνη πριν 70 χρόνια.

Στην συνέχεια, υπάρχει η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρώπη. Το 2016, καθώς η ψηφοφορία για το Brexit πλησίαζε, ο πρωθυπουργός David Cameron αναρωτήθηκε: «Μπορούμε να είμαστε τόσο σίγουροι ότι η ειρήνη και η σταθερότητα στην ήπειρό μας είναι εξασφαλισμένες πέρα από κάθε σκιά αμφιβολίας;» Ήταν το σωστό ερώτημα, γιατί το Brexit θα συμβάλει πράγματι στην αποσταθεροποίηση της Ευρώπης, επιδεινώνοντας την ανισορροπία της ισχύος και αφήνοντας μόνη της μια ήδη εξασθενημένη Γαλλία να αντιμετωπίσει μια ισχυρή αλλά όλο και πιο απομονωμένη Γερμανία. Είναι επίσης άλλη μια νίκη για τον εθνικισμό, άλλο ένα χτύπημα στα θεσμικά όργανα που δημιουργήθηκαν για να αντιμετωπίσουν το γερμανικό ζήτημα και για να κρατήσουν την Γερμανία αγκυροβολημένη στον φιλελεύθερο κόσμο.

Τα επόμενα χρόνια, οι Γερμανοί μπορεί να βρεθούν να ζουν σε μια ευρέως επανεθνικοποιημένη Ευρώπη, με τα κόμματα του ενός ή του άλλου τύπου του «αίμα και χώμα» να είναι υπεύθυνα για όλες τις μεγάλες δυνάμεις. Θα μπορούσαν οι Γερμανοί υπό αυτές τις συνθήκες να αντισταθούν στην επιστροφή σε έναν δικό τους εθνικισμό; Δεν θα αντιμετώπιζαν οι Γερμανοί πολιτικοί πιέσεις, ακόμα περισσότερο απ’ όσο ήδη κάνουν, να προσέξουν τα γερμανικά συμφέροντα σε μια Ευρώπη και σε έναν κόσμο όπου όλοι οι άλλοι σίγουρα προσέχουν τα δικά τους; Ακόμη και σήμερα, ένα δεξιό εθνικιστικό κόμμα, το Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD), κατέχει τον τρίτο μεγαλύτερο αριθμό εδρών στην Bundestag. Το κόμμα καθοδηγείται από ιδεολόγους που έχουν κουραστεί από την Schuldkult (λατρεία της ενοχής) και κατηγορούν για την εισροή αλλοδαπών Γερμανούς πολιτικούς τους οποίους αποκαλούν, όπως έπραξε ένας ηγέτης του κόμματος, «μαριονέτες των δυνάμεων των νικητών του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου». Δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο ένα κόμμα που ασπάζεται μια πιο επικρατούσα, λιγότερο επιθετική εκδοχή τέτοιων αισθημάτων να μην βρει τον δρόμο του προς την εξουσία κάποια στιγμή. Όπως έχει παρατηρήσει ο ιστορικός Timothy Garton Ash, έχει ήδη ξεκινήσει ένας «πολιτισμικός αγώνας για το μέλλον της Γερμανίας».

Ούτε μπορεί κανείς να υποθέσει ότι σε έναν κόσμο με αυξανόμενο πολιτικό και οικονομικό εθνικισμό, οι ευρωπαϊκές χώρες θα συνεχίσουν να αποθαρρύνουν την στρατιωτική ισχύ ως ένα εργαλείο διεθνούς επιρροής. Ακόμη και σήμερα, οι Ευρωπαίοι αναγνωρίζουν ότι το μεταμοντέρνο πείραμα της μετάβασης πέρα από την στρατιωτική ισχύ τούς άφησε αφοπλισμένους σε έναν κόσμο που ποτέ δεν μοιράστηκε την αισιόδοξη, καντιανή οπτική τους. Οι Ευρωπαίοι εξακολουθούν να προσκολλώνται στην ελπίδα ότι η παγκόσμια ασφάλεια θα διατηρηθεί σε μεγάλο βαθμό χωρίς αυτούς, και ότι θα μπορούν να αποφύγουν τις οδυνηρές επιλογές που θα πρέπει να κάνουν όταν γίνουν υπεύθυνοι για την δική τους υπεράσπιση. Όμως, δεν είναι ρεαλιστικό να φανταστεί κανείς ότι ποτέ δεν θα αναγκαστούν [να βαδίσουν] προς αυτή την κατεύθυνση. Πριν από δεκαπέντε χρόνια, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ήταν άνετοι να παίζουν την Αφροδίτη στον Άρη των Ηνωμένων Πολιτειών, και να επικρίνουν τους Αμερικανούς για την αρχαϊκή εξάρτησή τους από την σκληρή ισχύ. Αλλά η Ευρώπη ήταν σε θέση να γίνει η Αφροδίτη χάρη στις ιστορικές συνθήκες –αν μη τι άλλο, χάρη στην σχετικά ειρηνική φιλελεύθερη τάξη που δημιούργησε και υποστήριξε η Αμερική. Με την Ρωσία πιο πρόθυμη να χρησιμοποιήσει βία για την επίτευξη των στόχων της και τις Ηνωμένες Πολιτείες να υποχωρούν από τις διεθνείς δεσμεύσεις τους, ο κόσμος αυτός εξαφανίζεται. Βάζοντας στην άκρη την πιθανότητα ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί να μεταμορφωθεί μόνιμα, δεν υπάρχει τίποτα που να εμποδίζει τους Ευρωπαίους από το να επιστρέψουν στην πολιτική ισχύος που κυριάρχησε στην ήπειρό τους επί χιλιετίες. Και αν η υπόλοιπη Ευρώπη καταλήξει να ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι, θα είναι δύσκολο ακόμη και η πιο φιλελεύθερη Γερμανία να μην συμμετάσχει –έστω και μόνο για αυτοάμυνα.

Υπήρχε πάντα κάτι ειρωνικό σχετικά με το αμερικανικό παράπονο ότι οι Ευρωπαίοι δεν δαπανούν αρκετά για την άμυνα. Δεν το κάνουν επειδή ο κόσμος φαίνεται σχετικά ειρηνικός και ασφαλής σε αυτούς. Όταν ο κόσμος δεν θα είναι πλέον ειρηνικός και ασφαλής, πιθανώς θα επανεξοπλιστούν, αλλά όχι με τρόπους που θα ωφελήσουν τους Αμερικανούς.

Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΠΟΥ ΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ

Εάν κάποιος επινοούσε μια φόρμουλα για να οδηγήσει την Ευρώπη και την Γερμανία πίσω σε κάποια νέα εκδοχή του παρελθόντος τους, δύσκολα θα μπορούσε να κάνει καλύτερη δουλειά από ό, τι κάνει τώρα ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump. Αληθινά εχθρική προς την ΕΕ, η διοίκηση Trump ενθαρρύνει την επανεθνικοποίηση της Ευρώπης, όπως έκανε ο υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, στις Βρυξέλλες στα τέλη του 2018, όταν έκανε μια ομιλία διαλαλώντας τις αρετές του εθνικού κράτους. Στον ευρωπαϊκό αγώνα που έβαλε φιλελεύθερους εναντίον αυταρχικών και διεθνιστές εναντίον εθνικιστών, η διοίκηση Trump έδωσε βάρος υπέρ των δύο δεύτερων ομάδων. Έχει επικρίνει τους ηγέτες της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς, από την Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ μέχρι τον Γάλλο πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν και την Βρετανίδα πρωθυπουργό Τερέζα Μέι, ενώ αγκαλιάζει τους ηγέτες της λαϊκιστικής αντιφιλελεύθερης δεξιάς από τον Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία μέχρι την Marine Le Pen στην Γαλλία, τον Matteo Salvini στην Ιταλία και τον Jaroslaw Kaczynski στην Πολωνία. Ήταν στην Γερμανία, από όλα τα μέρη, όπου ο πρέσβυς των ΗΠΑ, Richard Grenell, εξέφρασε σε συνέντευξή του την επιθυμία να «ενισχύσει» τους «συντηρητικούς» της Ευρώπης, με την οποία δεν εννοούσε το παραδοσιακό γερμανικό κεντροδεξιό κόμμα της Μέρκελ.

Εκτός από το να ενθαρρύνει τον δεξιό εθνικισμό και την διάλυση πανευρωπαϊκών θεσμών, η κυβέρνηση του Trump στρέφεται κατά του παγκόσμιου καθεστώτος ελεύθερου εμπορίου που υποβαστάζει την ευρωπαϊκή και την γερμανική πολιτική σταθερότητα. Ο ίδιος ο πρόεδρος έχει επικεντρωθεί ειδικά στην Γερμανία, διαμαρτυρόμενος για το μεγάλο εμπορικό πλεόνασμά της και απείλησε με έναν δασμολογικό πόλεμο κατά των γερμανικών αυτοκινήτων πέραν των δασμών που έχουν ήδη επιβληθεί στον ευρωπαϊκό χάλυβα και αλουμίνιο. Φανταστείτε ποιες θα είναι οι συνέπειες μιας ακόμα μεγαλύτερης πίεσης και σύγκρουσης: Η ύφεση στην γερμανική οικονομία και, μαζί με αυτήν, η επιστροφή του δυσάρεστου εθνικισμού και της πολιτικής αστάθειας. Τώρα φανταστείτε ότι η Ελλάδα, η Ιταλία και άλλες αδύναμες ευρωπαϊκές οικονομίες κλονίζονται και χρειάζονται περαιτέρω γερμανικά προγράμματα διάσωσης που ενδεχομένως να μην έρχονται. Το αποτέλεσμα θα ήταν η επανεμφάνιση του οικονομικού εθνικισμού και των πικρών διαιρέσεων του παρελθόντος. Προσθέστε σε αυτό τις αυξανόμενες αμφιβολίες σχετικά με την εγγύηση ασφάλειας των ΗΠΑ που ο Trump διόγκωσε σκόπιμα, μαζί με τα αιτήματά του για αυξημένες αμυντικές δαπάνες στην Γερμανία και την υπόλοιπη Ευρώπη. Η αμερικανική πολιτική φαίνεται να στρέφεται στην δημιουργία της τέλειας ευρωπαϊκής καταιγίδας.

Ποιος μπορεί να πει εάν αυτή η καταιγίδα θα ξεσπάσει σε πέντε χρόνια ή δέκα ή 20; Αλλά τα πράγματα αλλάζουν γρήγορα. Το 1925, η Γερμανία ήταν μια αφοπλισμένη, λειτουργική, αν και ασταθής, δημοκρατία, και συνεργάστηκε με τους γείτονές της για να δημιουργήσει μια σταθερή ειρήνη. Οι Γάλλοι και Γερμανοί ηγέτες κατέληξαν σε ένα ιστορικό σύμφωνο στο Λοκάρνο της Ελβετίας. Η οικονομία των ΗΠΑ βρυχάτο, και η παγκόσμια οικονομία ήταν σε σχετικά καλή υγεία, ή έτσι φαινόταν. Μια δεκαετία αργότερα, η Ευρώπη και ο κόσμος κατέβαιναν στην κόλαση.

Σήμερα, ίσως όντως ο γερμανικός λαός και οι γείτονές του στην Ευρώπη να μπορούν να υπολογίζονται για να σώσουν τον κόσμο από αυτήν την μοίρα. Ίσως οι Γερμανοί να έχουν μεταμορφωθεί για πάντα, και τίποτα να μην μπορεί να ανατρέψει ή να μεταβάλει αυτήν τη μεταμόρφωση, ούτε καν η καταστροφή της Ευρώπης γύρω τους. Αλλά ίσως ακόμη και αυτοί οι φιλελεύθεροι και ειρηνικοί Γερμανοί να μην έχουν ανοσία απέναντι στις μεγαλύτερες δυνάμεις που διαμορφώνουν την ιστορία και επί των οποίων έχουν λίγο έλεγχο. Και έτσι δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς πόσο καιρό θα διαρκέσει η ηρεμία εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο κόσμος συνεχίσουν την τρέχουσα πορεία τους.

Σε όλη την Γερμανία, εξακολουθούν να υπάρχουν χιλιάδες ενεργές βόμβες που είχαν ριχτεί από τους Συμμάχους κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μια εξερράγη στο Göttingen πριν από λίγα χρόνια, σκοτώνοντας τους τρεις άνδρες που προσπαθούσαν να την εξουδετερώσουν. Σκεφτείτε την Ευρώπη σήμερα ως μια βόμβα που δεν έχει εκραγεί, με τον πυροκροτητή της άθικτο και λειτουργικό, και τα εκρηκτικά της να εξακολουθούν να είναι ενεργά. Αν αυτό είναι μια ικανή αναλογία, τότε ο Trump είναι ένα παιδί με ένα σφυρί, που χαρούμενα και απερίσκεπτα σφυροκοπά. Τι θα μπορούσε να πάει στραβά;

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/germany/2019-04-02/new-german-qu…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.amazon.com/Jungle-Grows-Back-America-Imperiled/dp/0525521658

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Ο Τσίπρας και το ραντάρ της Περαίας.

1

Χθες,  Εδώ  αναφερθήκαμε αναλυτικά στο τι σημαίνει έλεγχος του εναέριου χώρου των Σκοπίων και πως θα γίνεται από την Ελλάδα, με αφορμή κάπως ακατανόητες δηλώσεις  του πρωθυπουργού κατά τη μετάβασή του στα Σκόπια.

Αλλά, όπως είπε και ο ίδιος η βοήθεια στη γειτονική χώρα δεν θα είναι, μόνο, στο στρατιωτικό επίπεδο, αλλά και σε πολιτικό.

Ακριβώς, η δήλωσή του: «Αλλά για να μη μιλάμε μόνο για το στρατιωτικό σκέλος, σημαντική είναι η συμφωνία ανάμεσα στις Υπηρεσίες Πολιτικής Αεροπορίας, για τη βοήθεια και όσον αφορά την εκπαίδευση στελεχών της Βόρειας Μακεδονίας, και ό,τι αφορά όμως τη βοήθεια την τεχνική μέσω του ραντάρ υψηλής τεχνολογίας που διαθέτουμε στο Αεροδρόμιο της Μίκρας στη Θεσσαλονίκη, να μπορέσουμε να δώσουμε σημαντική τεχνική υποστήριξη στον τομέα των πτήσεων, στον τομέα της τεχνικής ασφάλειας».

Υπάρχει, πράγματι, ένα τέτοιο ραντάρ το οποίο βρίσκεται στην Περαία και όχι στο εντός του αεροδρομίου Μακεδονίας, στρατιωτικό αεροδρόμιο Μίκρας, για το οποίο γράψαμε χθες.

Η συνεργασία αυτή δεν εγκαινιάζεται επι Συριζα. Προϋπήρχε.  Εδώ και χρόνια τα Σκόπια ζητούν από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας να μεταδίδει την εικόνα του ραντάρ της Περαίας στο αεροδρόμιο των Σκοπίων. Και με την τήρηση όλων των νόμιμων διαδικασιών αυτό γινόταν.

Τα πολιτικά ραντάρ, όπως αυτό της Περαίας, δεν υποβοηθούν μόνο την προσέγγιση αεροσκαφών στα αεροδρόμια, αλλά ελέγχουν και την εναέρια κίνηση. Η διαφορά τους από τα στρατιωτικά είναι ότι παρέχουν εικόνα 2D (απόσταση, αζιμούθιο), ενώ η πληροφορία του ύψους πτήσεως εκπέμπεται από τα ίδια τα αεροσκάφη, ωστόσο έχουν συγκρίσιμη εμβέλεια.

Επομένως, δεν θα πρέπει να αποκλειστούν άλλες δύο εκδοχές των δηλώσεων Τσίπρα.

α) Ανακοίνωσε επισήμως κάτι που συνέβαινε εν κρυπτώ  για επικοινωνιακούς λόγους.

β) Η συνεργασία της ΥΠΑ με την ομόλογό της υπηρεσία των Σκοπίων αναβαθμίστηκε.

Εάν ισχύει κάτι από τα ανωτέρω, η χρήση του τοπωνυμίου “Μίκρα” δεν οφείλεται σε παρανόηση, αλλά συνιστά παραχώρηση. Σε κάθε περίπτωση, υπήρξε παντελώς άστοχη.

 

 

 

Η θάλασσα αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της ελληνικής ασφάλειας και ευημερίας

0

Του Δημήτρη Τσαϊλά* Τετάρτη 03 Απριλίου 2019, 00:03 liberal.gr

Ατενίζοντας το μέλλον, είναι σαφές ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε στη θάλασσα μεταβάλλονται σε επιχειρησιακό και επιχειρηματικό χαρακτήρα, είναι δε όλο και πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα αφού οι μεταβολές είναι ταχύτερες απ’ ότι στο παρελθόν. Έτσι απαιτείται από εμάς να επανεξετάσουμε τις προσεγγίσεις μας σε κάθε πτυχή των επιχειρησιακών και επιχειρηματικών μας έργων.

Η διατήρηση της θαλάσσιας ανωτερότητας διαφυλάσσει την ειρήνη στην πατρίδα μας

Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που απαιτείται να εξεταστούν οι μελλοντικές κατευθύνσεις της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος υπό το πρίσμα που θα αντανακλά τις απαιτήσεις που θέτει η χώρα μας στο Εμπορικό Ναυτικό, το Πολεμικό Ναυτικό και το Λιμενικό Σώμα για να προωθήσουν και να υπερασπιστούν τα εθνικά συμφέροντα. Η ισχυροποίηση της θαλάσσιας ισχύος, καθώς και ο σχεδιασμός για το μελλοντικό Πολεμικό Ναυτικό εμβαθύνει τις επιχειρησιακές σχέσεις με τους άλλους κλάδους των ΕΔ και τις υπηρεσίες ασφαλείας και πληροφοριών, με συμμάχους και συνεργάτες αλλά και τη βιομηχανική μας ανάπτυξη όσον αφορά τη ναυπηγοεπισκευαστική και αμυντική μας ικανότητα, με σκοπό να υποστηρίξουμε με τον καλύτερο τρόπο τα εθνικά μας συμφέροντα.

Οι πάντες θεωρούν τον ανταγωνισμό και τη συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο, ως μια πρόκληση για τα συμφέροντα του Ελληνισμού και εκεί θα κληθούμε να επιχειρήσουμε, με τον κάθε πιθανό ρόλο που θα μας ανατεθεί, στη συγκράτηση μιας κλιμακούμενης σύγκρουσης για τις μεγάλες στρατηγικές επιλογές του Ελληνισμού. Ιδιαίτερα όσον αφορά τις στρατιωτικές διαστάσεις, τις διπλωματικές και τις στρατιωτικές συνεργασίες με τις άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, που έχουμε συνάψει αμυντικές συμφωνίες.

Σημαντική προϋπόθεση για τη λήψη αποφάσεων είναι οι διαδικασίες παγκοσμιοποίησης, που δημιούργησαν νέες επιρροές μεταξύ των κρατών, ενώ συγχρόνως η σφυρηλάτηση ή η αναγκαστική οικονομική διασύνδεση φαίνεται να είναι η κινητήρια δύναμη της διεθνούς πολιτικής στον 21ο αιώνα. Η γεωοικονομία θεωρεί ότι τα κράτη επιδιώκουν τον έλεγχο των λιμένων και των θαλασσίων διαύλων της παγκόσμιας οικονομίας ως πηγή εξουσίας και επιρροής. Σε αυτό το νέο πλαίσιο, οι κυριότεροι παράγοντες της σύγκρουσης ή της συνδιαλλαγής θα είναι οι μάχες για τη διαχείριση αυτών των θαλασσίων πόρων.

Παράγοντες και Τάσεις του μελλοντικού επιχειρησιακού περιβάλλοντος

– Οι παράγοντες που διαμορφώνουν το περιβάλλον ασφαλείας περιλαμβάνουν:

– Παγκόσμια διάδοση της εμπορικής και στρατιωτικής τεχνολογίας υψηλού επιπέδου, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας στον κυβερνοχώρο.

-Δημογραφικές και περιβαλλοντικές αλλαγές μεταβάλλοντας τον παγκόσμιο ανταγωνισμό για απόκτηση πόρων.

– Αύξηση στην αλληλεξάρτηση των πληροφοριών μεταξύ των διαφόρων παγκόσμιων κόμβων.

– Νέες κοινωνικοοικονομικές, δημογραφικές και περιβαλλοντικές πιέσεις στα γεωγραφικά σύνορα και τα παγκόσμια ναυτιλιακά κοινά συμφέροντα.

Οι τάσεις μεταξύ των παραγόντων της γεωπολιτικής σφαίρας περιλαμβάνουν:

– Περιφερειακούς ανταγωνιστές, όπως είναι η Τουρκία, που επιδιώκουν και πολλαπλασιάζουν τις στρατιωτικές δυνατότητες τους με σκοπό να αμφισβητούν την ελληνική στρατιωτική και εμπορική ελευθερία πρόσβασης με την προώθηση του εθνικισμού και τη γεωγραφική μόχλευση, όπως αυτοί το αντιλαμβάνονται.

– Καινοτόμες ενέργειες για να αυξήσουν τις δυνατότητες τους για εκστρατείες μέσω κυβερνοχώρου, πολέμου πληροφοριών και υβριδικού πολέμου.

– Σταθερή γεωοικονομική διασύνδεση που επιτρέπει την ταχεία ανάπτυξη των κρατικών φορέων εμπορικής και στρατιωτικής βιομηχανικής οικονομικής ικανότητας.

– Αναζωπύρωση της γεωπολιτικής ισχύος με το βλέμμα στις κτήσεις της Οθωμανικής αυτοκρατορικής εποχής που υποτάσσονται στη γεωγραφική μόχλευση.

Αυτοί οι παράγοντες και οι τάσεις, εκτιμάται, ότι περιγράφουν τη δυναμική που μας έφερε σε μια νέα εποχή ανταγωνισμού στο θαλάσσιο περιβάλλον. Ο ανταγωνισμός αυτός θα διαμορφωθεί από παράγοντες αλλαγής της τεχνολογίας και εύρεσης νέων πόρων, την υποδομή και τις πληροφορίες, καθώς και τα κοινά σύνορα που επηρεάζουν τους ναυτικούς διαδρόμους επικοινωνιών. Ο ανταγωνισμός αυτός θα διαμορφωθεί από φορείς με επαρκείς στρατιωτικές δυνατότητες, οικονομική ικανότητα, καθώς διαφαίνεται μια γεωγραφική μόχλευση για τη διαμόρφωση των θαλάσσιων ζωνών κυριαρχίας και εκμετάλλευσης.

Σκέψεις για το σύγχρονο πόλεμο

Η αμυντική προετοιμασία μας στη σύγχρονη εποχή απαιτεί κατανόηση αρκετών και πολύπλοκων θεμάτων. Όμως τα βασικά ερωτήματα είναι τρία:

1. Ποια είναι η φύση του πολέμου που θα αντιμετωπίσουμε;

2. Ποιος είναι ο χαρακτήρας του πολέμου που θα επιδιωχθεί;

3. Ο πόλεμος στο μέλλον πόσο θα ομοιάζει με τον πόλεμο του παρελθόντος;

Αυτά είναι και τα κρίσιμα ζητήματα που όσοι ασχολούνται με τη σχεδίαση της αμυντικής μας αποτροπής πρέπει να επιχειρήσουν να απαντήσουν με ισχυρή τεκμηρίωση. Δυστυχώς, η προσέγγιση των απαντήσεων δεν φαίνεται να είναι πολύ ικανοποιητική καθώς υπεισέρχεται έντονα η προσωπική εκτίμηση του καθενός.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, στρατιωτικοί αναλυτές και ακαδημαϊκοί με κύριο υποστηρικτή τον Francis Fukuyama με το έργο του “Το τέλος της Ιστορίας”, ισχυρίστηκαν ότι οι εποχές που η ανθρωπότητα οδηγείτο σε πολέμους τελείωσαν ανεπιστρεπτί. Αυτοί οι “αισιόδοξοι διεθνιστές” ισχυρίστηκαν ότι η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και η επακόλουθη παγκοσμιοποίηση, δημιουργεί μια αυξανόμενη αλληλεξάρτηση των διαπεριφερειακών παικτών και εθνών, με αποτέλεσμα τα κρατικά συστήματα να συγκλίνουν στην αναγνώριση της καταστροφικότητας από ένα σύγχρονο πόλεμο αποκλείοντας την ιδέα της κλιμάκωσης των διακρατικών συγκρούσεων. Ισχυρίζονταν ότι ενώ η μικρής κλίμακας διαμάχη (σημειακή κρίση) παρέμενε ως μια πιθανότητα, όμως αυτό θα μπορούσε να περιοριστεί μέσω προληπτικής διπλωματίας και συνεταιριστικών δομών με βάση τις φιλελεύθερες αρχές. Αυτή η άποψη, στην πατρίδα μας κυριάρχησε σε μεγάλο μέρος την εποχή που η Ελλάδα εισήλθε στο κοινό νόμισμα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ως πλήρες μέλος.

Άλλοι ισχυρίζονται ότι το μέλλον δεν θα είναι διαφορετικό από το παρελθόν, και ότι τα αίτια του πολέμου παραμένουν τα ίδια από την εποχή του Θουκυδίδη “φόβος, κόστος και ανταγωνισμός” και ως εκ τούτου “οι άνεμοι του πολέμου θα επιστρέψουν”. Για παράδειγμα, ένας από τους σύγχρονους ακαδημαϊκούς της στρατηγικής ο Colin Gray στο σύγραμμά του “Σύγχρονη Στρατηγική” υποστηρίζει, ότι το μελλοντικό περιβάλλον ασφαλείας θα περιλαμβάνει την επανεμφάνιση ανταγωνισμού απόκτησης ισχύος, της απειλής των περιφερειακών πυρηνικών πολέμων και των παραδοσιακών περιφερειακών συγκρούσεως. Κάτι που στην εποχή μας πλέον το βιώνουμε στην καθημερινότητα μας.

Σήμερα που αντιλαμβανόμαστε ότι η σύγκρουση είναι δυνατή, μας έχει γίνει πεποίθηση ότι θα είναι εντελώς διαφορετική από τον πόλεμο όπως τον γνωρίσαμε στο παρελθόν. Αυτή η άποψη διαμορφώνεται καθώς υπάρχει αλματώδης εξέλιξη στη τεχνολογία, και η αξιοποίησή της φέρνει “επανάσταση στις στρατιωτικές υποθέσεις”. Όσοι διατυπώνουν αυτό το επιχείρημα υποστηρίζουν ουσιαστικά ότι η κλασική τριάδα του Κλαούζεβιτς που συγκροτούν τα κυρίαρχα στοιχεία του πολέμου, δηλαδή: η πρωτογενής βιαιότητα, το μίσος και η εχθρότητα (Λαός), το παιχνίδι της πιθανότητας και της ευκαιρίας (ΕΔ) και η υπαγωγή του πολέμου στην πολιτική έχει αντικατασταθεί από ένα νέο τεχνολογικό δόγμα. Δηλαδή τις τεχνολογίες πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης (ISR), τα σύγχρονα συστήματα ελέγχου και διοικήσεως, επικοινωνιών και των ηλεκτρονικών υπολογιστών (C4). Από την άλλη, ο εκφραστής της θαλάσσιας ισχύος, αμερικανός ναύαρχος Μαχάν, που αναγνώρισε από πολύ νωρίς τη στρατηγική σημασία των βασικών θαλασσίων διαδρόμων ως την άμεση διευκόλυνση της συγκέντρωσης ναυτικής δύναμης, είναι επίκαιρος και σήμερα. Έτσι η άποψη της συγκέντρωσης ναυτικών δυνάμεων μέσω του ελέγχου των στρατηγικών θαλάσσιων κομβικών σημείων που είναι μια επιχειρησιακή πραγματικότητα για τα ναυτικά και μια πιθανή ευκαιρία και πηγή ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων δεν πρέπει να μας αφήνουν αδιάφορους.

Όπως φαίνεται, οποιοσδήποτε μελλοντικός αντίπαλος του Ελληνισμού, θα προσπαθήσει τουλάχιστον να χρησιμοποιήσει όλες τις διαστάσεις του πολέμου για την αντιμετώπιση των κρίσιμων στρατιωτικών ικανοτήτων της Ελλάδος από ασύμμετρες επιθέσεις, ανορθόδοξο πόλεμο, κυβερνοπόλεμο και υβριδικό πόλεμο όπως και συμβατικό πόλεμο, με προβολή ισχύος, έντονη χρήση C4ISR (συμπεριλαμβανομένων των διαστημικών δυνατοτήτων) και επιθέσεις με οπλικά συστήματα ακριβείας.
Στον τομέα του κυβερνοπολέμου και υβριδικού πολέμου, οι αντίπαλοι θα προσπαθήσουν να επιβάλλουν αθεράπευτο κόστος στην Ελλάδα με τη χρήση δοκιμασμένων με το χρόνο τεχνικών έναντι αντιπάλων που επιλέγουν τον κατευνασμό έναντι της ισχυρής και αξιόπιστης αποτροπής, απειλώντας με έναν παρατεταμένο πόλεμο κατατριβής για να υπονομεύσουν την υποστήριξη στο εγχώριο κοινό, την αύξηση του επιπέδου βίας την επέκταση και κλιμάκωση της σύγκρουσης με στόχο την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα των Ελλήνων. Με την προβολή ισχύος, οι αντίπαλοι μας Τούρκοι θα προσπαθούν να αυξήσουν το κόστος αυξάνοντας τον κίνδυνο στις αεροναυτικές επιχειρήσεις, δημιουργώντας περιοχές “αμφισβητούμενης ζώνης”, επιδιώκοντας να υφαρπάξουν περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας.

Επομένως η ταχεία μετακίνηση στρατευμάτων, τα έξυπνα όπλα και η “κυριαρχία πληροφοριών”, οδηγούν τους ειδικούς στην άμυνα να υποστηρίξουν ότι οι αναδυόμενες τεχνολογικές εξελίξεις έχουν τη δυνατότητα να μεταμορφώσουν την ίδια τη φύση του πολέμου. Ιδιαίτερα με την εξέλιξη στον κυβερνοχώρο θα εξαλείψουμε την “τριβή” και την “ομίχλη του πολέμου”, παρέχοντας στο μαχητή σχεδόν τέλεια “επίγνωση της κατάστασης”, υποσχόμενοι έτσι “την ικανότητα δράσης των ημετέρων δυνάμεων χωρίς τους κινδύνους που αντιμετωπίζαμε στο παρελθόν “. Είναι πλέον κυρίαρχη η προσπάθεια, να αποκτήσουμε την ικανότητα να βλέπουμε και να καταλαβαίνουμε τα πάντα στο πεδίο της μάχης, εφόσον γνωρίζουμε το πεδίο της μάχης, κερδίζουμε τον πόλεμο.

Για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε είτε στο Αιγαίο ή στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, πρέπει να ενισχύσουμε με νέες σύγχρονες μονάδες και να βελτιστοποιήσουμε την επιχειρησιακή ικανότητα των υπαρχόντων μονάδων του Πολεμικού Ναυτικού για να μεγιστοποιήσουμε την αποτελεσματικότητα του Στόλου. Απαιτείται αναζωογόνηση μιας στρατηγικής κουλτούρας και των διαδικασιών αξιολόγησης. Πρέπει να εξετάσουμε τη μελλοντική τεχνολογία, προσανατολισμένοι στην καινοτομία και την απαραίτητη δομή των δυνάμεων. Επίσης, οι πάντες να εξετάσουν την ικανότητα προσαρμογής/καινοτομίας των υπηρεσιών πληροφοριών, που θα προσφέρουν ιστορικές προοπτικές για την καινοτομία, και τη διάρθρωση των δυνάμεων.

* Ο κ. Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαρχος ε.α., ΠΝ.

https://www.liberal.gr/arthro/246609/amyna–diplomatia/2019/i-thalassa-apotelei-ton-akrogoniaio-litho-tis-ellinikis-asfaleias-kai-euimerias.html?fbclid=IwAR0we-05QDiovV5nv2F5sl3b1KkZNqq1K_VBLe-YYEba6TYudirdsGPknTI

«Οι Κούρδοι έδωσαν γραμμή να ψηφιστεί ο μοναδικός αντίπαλος του υποψηφίου του Ερντογάν στη Δ. Τουρκία»

0

Του ΑλκηΚαλλιαντζίδη, Οικονομολόγου, [email protected] www.kalkis.eu

«Ο πρόεδρος Ερντογάν φοβάται ότι θα χάσει την Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη στις δημοτικές εκλογές στις 31 Μαρτίου. Διότι τα νοικοκυριά, που χτυπήθηκαν σκληρά από την ύφεση, θα μπορούσαν να τιμωρήσουν το κόμμα του, το AKP και τους συμμάχους του». Για αυτό και «τα παίζει όλα για όλα στις αυτοδιοικητικές εκλογές». Αυτά ανέφερε στο άρθρο της η δημοσιογράφος Marie Jégo της ηλεκτρονικής έκδοσης Le Monde στις 27-3-2019 και δεν έπεσε έξω. Βλέπε σχετικό άρθρο μου στις 29-3-2019 στις Ανιχνεύσεις : http://www.anixneuseis.gr/?p=204956.

Η εκτροπή της προεκλογικής συζήτησης από τα τοπικά αυτοδιοικητικά προβλήματα στα ταυτοτικά και ισλαμικά ζητήματα, που επιχείρησε ο Ερντογάν, δεν πέρασε τουλάχιστον στις 7 από τις 12 μεγαλουπόλεις της Τουρκίας που παράγουν το 60% του ΑΕΠ της χώρας και που έχασε στις εκλογές. Αυτό έδειξαν τα αποτελέσματα της περασμένης Κυριακής. Τα βασικά ζητήματα που αντιμετωπίζει η σημερινή Τουρκία σχετίζονται περισσότερο με τα οικονομικά ζητήματα και τα θέματα της ακρίβειας παρά με τα θέματα ταυτότητας, όπως το «κουρδικό πρόβλημα» ή τα σύμβολα, όπως το μουσουλμανικό τσεμπέρι, κι ας ωρύονταν περί του αντιθέτου από τα προεκλογικά μπαλκόνια ο Chef Ερντογάν. Η τουρκική οικονομία μπήκε σε ύφεση για πρώτη φορά από το 2009. Οι οικονομικές δυσκολίες αποτελούν την μείζονα ανησυχία για τους Τούρκους και αυτό προέκυψε από τις δημοτικές εκλογές. Τα άλλα προβλήματα, όπως η εκπαίδευση, το περιβάλλον, η ελευθερία της έκφρασης και το κουρδικό πρόβλημα μέτρησαν πολύ λιγότερο για τους ψηφοφόρους.

Βέβαια  η ποινικοποίηση του φιλοκουρδικό κόμματος HDP το οδήγησε να μην κατεβάσει υποψηφίους στη Δυτική Τουρκία και να ρίξει γραμμή στους εκεί ψηφοφόρους του να υπερψηφίσουν τους αντιπάλους του Ερντογάν. 53 μέλη του εν λόγω κόμματος και ένας υποψήφιος συνελήφθησαν την παραμονή των δημοτικών εκλογών. Οι ηγέτες του, ήτοι 10 βουλευτές και σχεδόν 100 δήμαρχοι  βρίσκονται στις φυλακές της «Δημοκρατίας» του Reis, σύμφωνα με τα στοιχεία της  δημοσιογράφου Marie Jégo της ηλεκτρονικής έκδοσης Le Monde στις 2-4-2019. Το HDP ήταν καθοριστικό, επειδή οι υποστηρικτές του ψήφισαν τους υποψήφιους της αντιπολίτευσης στην Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη. Η Κωνσταντινούπολη λέγεται ότι είναι η μεγαλύτερη κουρδική πόλη της χώρας. Την κουρδική γραμμή την επιβεβαιώνει και το σχετικό ρεπορτάζ του δημοσιογράφου της ηλεκτρονικής εφημερίδας Libération Jérémie Berlioux στις 28-3-2019. «Έχουμε δύο στόχους σε αυτές τις εκλογές : να ξανακερδίσουμε τις πόλεις [στη νοτιοανατολική Τουρκία] όπου διορίστηκαν διοικητικοί υπάλληλοι και να συμβάλουμε στην ήττα του συνασπισμού AKP-MHP στη δυτική Τουρκία», δήλωσε η Pervin Buldan, Κούρδισσα βουλευτής, στον  Jérémie Berlioux.

Φυσικά ο Ερντογάν δεν θα χάσει την εξουσία, επειδή έχασε τον έλεγχο κάποιων σημαντικών μεγαλουπόλεων. Οι επόμενες βουλευτικές και προεδρικές εκλογές θα διεξαχθούν το 2023. Ο Erdogan θα είναι βέβαια υποψήφιος. Προς το παρόν, έφαγε ένα ισχυρό ράπισμα στις δημοτικές εκλογές, αλλά παραμένει παντοδύναμος. Ιδιαίτερα μετά την ενδυνάμωσή του ως προέδρου μετά τη νίκη του στις προεδρικές εκλογές της 24ης Ιουνίου 2018, με το 52% των ψήφων. Ελέγχει ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό, είναι ο αρχηγός του στρατού, έχει στα χέρια του τη δικαιοσύνη, αποφασίζει για την οικονομική πολιτική και ελέγχει την κυβέρνηση, η οποία δεν χρειάζεται πλέον να αναφέρεται στο Κοινοβούλιο, το οποίο έχει μετατραπεί σε έναν απλό διακοσμητικό χώρο καταγραφής, από τότε που έγινε η τελευταία συνταγματική μεταρρύθμιση το 2018.

Θα μπορούσε η εκλογική ήττα των μεγαλουπόλεων, που βίωσε ο Ερντογάν, να αλλάξει την εσωτερική του πολιτική προς ένα πολιτικό άνοιγμα ή, αντίθετα, να τον ρίξει σε  ακόμη μεγαλύτερο αυταρχισμό; Ο Ερντογάν είναι απρόβλεπτος. Εσωτερικά μάλλον θα γίνει πιο αυταρχικός και εκδικητικός ενάντια στους Κούρδους που τον «έσφαξαν με το βαμβάκι της δημοτικής κάλπης». Εξωτερικά, παρά την αντι-δυτική ρητορία του, θα συρθεί να κάνει την kolotumba τύπου Τσίπρα, αν δεν θέλει να καταστρέψει την ευάλωτη πια τουρκική οικονομία και να βλάψει περαιτέρω  το επίπεδο διαβίωσης της μεσαίας τουρκικής τάξης η οποία απώλεσε το 30% της αγοραστικής της δύναμης. Βέβαια η δυσαρέσκεια προς τη Δύση είναι στο γονίδιο του κόμματος του Ερντογάν AKP και ίσως δεν θα σταματήσει αύριο γιατί ο Ερντογάν δεν είναι Τσίπρας. Όσο περισσότερο η τουρκική οικονομία υποχωρεί, τόσο περισσότερο θα χρησιμοποιείται αυτή η επιθετική ρητορική.

Πολλά θα εξαρτηθούν ίσως από την εξέλιξη της διαμάχης του Ερντογάν με τον Τραμπ, από τη μια, ή της σύσφιξης της σχέσης του με τον Πούτιν, από την άλλη.

Summit to usher in a new stage of EU-China relations

0
Photo via https://flic.kr/p/aF4dWn

The upcoming EU-China summit in Brussels on 9 April will have a lavish menu, for sure. China is the EU’s second biggest trade partner after the US, while the EU is China’s biggest.

The EU and China have joined hands on a number of issues of global relevance, such as the Paris Agreement on combating climate change and the implementation of the Joint Comprehensive Plan of Action (JCPOA) on Iran, despite the pull-out of the US from both deals.

Venezuela, the Korean peninsula and Afghanistan will also be included in the agenda of the summit.

Yet, the talks are likely to be marred by an unprecedented level of confrontation between the two delegations, less than two weeks after the visit of Chinese president Xi Jinping to Italy and France. Rome’s flirtation with Beijing’s landmark Belt and Road Initiative (BRI) has caused a great deal of consternation in Brussels and other European capitals. There has been a salvo of critical remarks that the Italian government signed a Memorandum of Understanding with Beijing, without weighing the geopolitical risks and growing concerns about China’s burgeoning global aspirations. Western partners, including a furious US, claim that they were not duly consulted with and it is felt that Beijing is driving a wedge into the EU and the euroatlantic alliance.

The French president Emmanuel Macron did not miss the opportunity to sign multi-billion agreements with his Chinese counterpart. Yet, he also made a strong point by inviting the German chancellor Angela Merkel and the European Commission’s president Jean-Claude Juncker to a joint meeting with Xi, thus sending across a clear message about a united European approach to Chinese advances in Europe. He even spoke about a much-needed “awakening” and the end of “European naïveté” towards China.

Tension building

These statements by no means came out of the blue – the tension between the EU and China has been palpable for some time now. There has been growing frustration in the EU after years of engagement with Beijing on the EU-China Comprehensive Αgreement for Ιnvestment (CAI), which has gone through no fewer than 19 rounds of negotiation since November 2013. Europeans are increasingly annoyed by the fact that China has been dragging its feet in opening up its economy, but also by what they see as Beijing’s incremental slide into European territory. Heated debates on Huawei and the security of 5G networks to be built in Europe have only aggravated suspicion and concerns about China.

The writing has been on the wall for at least a year and a half now. In his 2017 State of the Union address, Jean-Claude Juncker referred to European harbours, energy infrastructure or defence technology firms that have been taken over by Chinese corporations and spoke about “a political responsibility to know what is going on in our own backyard, so that we can protect our collective security if needed.” During his visit to China in January 2018, the Emmanuel Macron stated in no ambiguous terms that China’s new Silk Road is not one-way, hammering home the persistent European demand for reciprocity in the relations between the EU and China. Soon after that, 27 European ambassadors based in Beijing, signed a report critical of BRI, arguing that the initiative almost exclusively promotes Chinese interests.

Last March, the Council gave the green light to an EU-wide FDI screening mechanism, which is largely seen as a preventive measure against Chinese takeovers of critical infrastructure in Europe. A few days later, the European Commission and the High Representative issued a Joint Communication, titled EU-China Strategic Outlook, which stressed that neither the EU nor any of its member states can effectively achieve their aims with China without full unity. Moreover, this is the first time ever China is dubbed “simultaneously a cooperation partner […], an economic competitor in pursuit of technological leadership, and a systemic rival promoting alternative models of governance.” This paper comes on the heels of two important policy documents on both sides: (i) The September 2018 resolution of the European Parliament on EU-China relations, which brought up a number of “unpalatable” issues between the two sides; (ii) the December 2018 China’s Policy Paper on the EU, which was marked by Beijing’s unprecedented assertiveness.

Summit expectations

On the face of it, the timing of the EU-China is not auspicious, mostly because of several pending issues, all of which distract Europeans’ attention. The never-ending Brexit saga is the single biggest concern of the EU at the moment. Furthermore, member states are on the campaign trail towards a new European Parliament, which is likely to be heavily fragmented and unwieldy. Brussels is anxiously awaiting the outcome of the US-China negotiations launched last September after the Trump-Xi tête-à-tête in Buenos Aires – there’s no doubt that this will have a huge impact on the complicated relations within the US-China-EU triangle.

But worse than the timing of the summit is a long list of structural challenges Europe is up against. The EU is in its worst shape since the oil shocks of the 1970s, there’s no hiding it. It is on the backfoot vis-à-vis the US and China. Its internal cohesion has been dented by dissent, so amply displayed by the shouting matches over a narrowly-avoided Grexit several years ago, the current Brexit spectre, an acute migrant crisis, a surge of euroscepticism across the continent and, not least of all, a wide array of oft-conflicting views on how Europe should go about China. So, is the EU ready for this summit?

Interestingly, despite low expectations, the summit may actually turn out to be a watershed. While the EU is unlikely to pull a rabbit out of a hat and work miracles in its tense relationship with China, this event may help it reinforce its international standing for at least two reasons:

  • Despite all the above challenges – or because of them -, EU officials appear to be determined, more than ever, for a hard talk with Beijing, without mincing their words. The EU’s language has never been so straightforward. Never in the past has the EU come up with such a realistic assessment of China and such a robust approach. This is more than just a change of tack – it’s a change of strategy. Never in the past has the EU set deadlines to Beijing, which is now called on to accelerate the CAI negotiations and commit to their conclusion by 2020. On WTO reform, the EU doesn’t shy away from spelling out major “irritants”, such as subsidies and forced technology transfers – two key issues the US also prioritises in its bras-de-fer with Beijing. Europeans also urge China to “cap its CO2 emissions before 2030” in accordance with its commitment to the Paris Agreement on combating climate change.
  • Could newly found European assertiveness lead to a fall-out between the EU and China? Highly unlikely. Global Times and other beacons of Beijing’s increasingly crude and unconvincing propaganda machinery will surely make their usual noises, but China doesn’t have the luxury of a headlong clash with Europe. Faced with crucially important negotiations with Washington and its own economic slowdown at home, Beijing will duly record European demands, while crooning its hackneyed song about “shared destiny” and “win-win cooperation”.

The tone of EU-China talks matters a lot and this is what the cohorts of reporters will be on the lookout for on 9 April. But the real outcome of the meeting will probably become clearer in the months to come. Three key indicators to watch will be:

  • The degree of Beijing’s responsiveness to the 10 measures spelled out in the EU-China Stategic Outlook. Under the recently adopted new investment law in China, Beijing pledges a shorter negative list of industries, i.e. sectors which are off-limits for FDI at present, and may somewhat curb the practice of forced technology transfers.
  • Related to that, progress on CAI negotiations will be extremely important, in the wake of the deal that Beijing seeks to strike with Washington. Most probably, there will be a deal in the end, as China cannot afford a full-blown trade war with the US. The question for Europeans will be to what extent they can make the most of concessions made by Beijing to Washington, with a view to another set of strenuous negotiations on WTO reform.
  • Achieving some semblance of EU-wide coordination and limiting the number of member states breaking ranks with Brussels in favour of bilateral arrangements with Beijing. Despite the adoption of the FDI screening mechanism, member states are unlikely to stop vying for Chinese investment, be it in transport and energy infrastructure or the telecoms sector, as the dispute over 5G and Huawei shows. Lastly, the million-dollar question at the upcoming 16+1 summit in Croatia will be whether this controversial initiative could turn into 17+1, all eyes being on the usual suspect Greece.

Therefore, whether or not the EU can have its ducks in a row and will manage to stand its ground vis-à-vis Beijing remains to be seen. But it is quite clear that the EU needs to recalibrate its ties with China, in order to address growing threats to trade, investment and security posed by Beijing’s global assertiveness. And, as the Chinese foreign minister Wang Yi acknowledged recently, competition between China and the EU “may be inevitable”, despite their strategic partnership in certain areas. Which is what the 9 April summit will most certainly confirm.

*Plamen Tonchev is the Head of Asia Unit at the Institute of International Economic Relations in Athens.

http://www.macropolis.gr/?i=portal.en.the-agora.8213&fbclid=IwAR1_XsmL9u5kmFm0xDHcUO4NSoXFLZpzZGNF1xxgtMBk6l1pBbb4KezJXl8