Αρχική Blog Σελίδα 2674

Why the US Navy has 10 ships, 130 aircraft and 9,000 personnel in the Mediterranean

0

The event happened after the carrier John C. Stennis strike group transited the Suez Canal, entering the Mediterranean, where the Abraham Lincoln strike group awaited.

The combined strike groups means that, right now, more than 130 U.S. aircraft, 10 ships and 9,000 sailors and Marines are now operating in close proximity in the eastern Mediterranean.

Only twice before in the past two decades have two U.S. aircraft carriers operated together in the Mediterranean Sea at the same time.

The last time was three years ago, when the carriers Harry S. Truman and Dwight D. Eisenhower crossed paths in June 2016 at the end and beginning of their respective cruises, operating together for a time.

Before that, you have to go back to 2003, when the Harry S. Truman and the Theodore Roosevelt both operated from the eastern Mediterranean flying combat sorties into Iraq during the opening days of Iraqi Freedom.

But this time, it’s the Russians who are most likely to pay attention to the Navy’s armada as tensions have risen in the adjacent Black Sea in recent months as the two Cold War adversaries have again become near-peer competitors.

“It’s a rare opportunity to train with two carrier strike groups together,” Vice Adm. Lisa M. Franchetti, commander of U.S. 6th Fleet, said in a April 22 statement as the Stennis arrived in the region.

“Dual carrier operations here in the Mediterranean showcase the inherent flexibility and scalability maritime forces provide to the joint force, while demonstrating our ironclad commitment to the stability and security of the region.”

The two strike groups began dual operations April 23, according to a statement from U.S. 6th Fleet in Naples.

Observing the operation kick off from the Lincoln, Adm. James G. Foggo III, commander of U.S. Naval Forces Europe-Africa, said in an April 23 statement that “one carrier strike group provides tremendous operational flexibility and agility” while “two carrier strike groups operating simultaneously” with allied and partner navies “provides an unprecedented deterrent against unilateral aggression.”

On the Lincoln with Foggo was Jon M. Huntsman Jr., U.S. ambassador to Russia, who said that the carrier duo represented 200,000 combined “tons of international diplomacy.”

“Diplomatic communication and dialogue coupled with the strong defense these ships provide demonstrate to Russia that if it truly seeks better relations with the United States, it must cease its destabilizing activities around the world.”

The aircraft carriers are not only on scheduled deployments, but are also conducting homeport shifts, too. Both carriers have spent most of their respective service lives operating from U.S. West Coast bases.

The carrier Abraham Lincoln, which left Naval Station Norfolk on April 1, will eventually head to her new homeport of San Diego after a seven-year stay that included nearly four years in complex midlife overhaul. Lincoln is expected to arrive in SoCal later this calendar year.

For the carrier John C. Stennis, she deployed from Naval Base Kitsap-Bremerton Oct. 15 and has been gradually heading east ever since. Stennis will ultimately end up in Norfolk in the next two months, where eventually it’s the next carrier slated for a mid-life service extension overhaul.

For Stennis, it’s also only the second time the ship has operated in the Mediterranean during her 23-year career.

The ship passed through the Straits of Gibraltar 112 hours later — a 3,442 nautical mile high-speed run that averaged a speed of 30 knots.

Four days later, Stennis had passed through the Suez Canal and was heading to the Persian Gulf. Though the Navy doesn’t discuss ship’s schedules, this time she’ll probably stick around a little longer.

https://www.marinecorpstimes.com/news/your-navy/2019/04/24/why-the-us-navy-has-10-ships-130-us-aircraft-and-9000-personnel-in-the-mediterranean/

Νέο δόγμα «προληπτικών» στρατιωτικών επεμβάσεων για «αποφυγή ανθρωπιστικών καταστροφών» εξήγγειλε ο Ρώσος ΥΠΑΜ Σ.Σοϊγκού

0

Νέο δόγμα «προληπτικών» στρατιωτικών επεμβάσεων για «αποφυγή ανθρωπιστικών καταστροφών» εξήγγειλε ο Ρώσος υπουργός Άμυνας, Σεργκέι Σοϊγκού, από τo ετήσιο συνέδριο διεθνούς ασφάλειας της Μόσχας MCIS (Moscow Conference on International Security) το 8ο κατά σειρά που διοργανώνεται από το ρωσικό υπουργείο Άμυνας σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την ασφάλεια και τη σταθερότητα σε πανευρωπαϊκό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το συνέδριο, οι εργασίες του οποίου λήγουν σήμερα 25 Απριλίου, παρακολούθησαν πάνω από 1.000 αντιπροσωπείες από 101 χώρες του κόσμου (σημ. το 2018 το είχαν παρακολουθήσει 850 αντιπρόσωποι από 95 χώρες), ενώ θα παρευρέθηκαν 30 υπουργοί Άμυνας.

Παρών στις εργασίες του συνεδρίου και ο διευθυντής του pronews.gr και υποψήφιος Δήμαρχος Γλυφάδας Τάσος Γκουριώτης, κατόπιν ειδικής προσκλήσεως του ρωσικού υπουργείου Άμυνας, όντας ο μόνος Έλληνας επίσημος στο συνέδριο πλην του Έλληνα ΑΚΑΜ στη Μόσχα.

Ο Ρώσος ΥΠΑΜ, Σ.Σοϊγκού, είπε χαρακτηριστικά στην ομιλία του:

“Δεν θα επιτρέψουμε να υπάρξει άλλη Συρία.

Δεν θα επιτρέψουμε να υπάρξει άλλη τέτοια ανθρωπιστική καταστροφή.

Ο αριθμός των συγκρούσεων στον κόσμο ανεβαίνει.

H κύρια τάση είναι η συσσώρευση πιθανών εστιών συγκρούσεων σε διάφορες περιοχές στον κόσμο.

Οι “παγωμένες” διαμάχες γίνονται πλέον “ενεργές και σχηματίζονται νέα κέντρα ένοπλων συγκρούσεων.

Την ίδια στιγμή πολλά από αυτά σχηματίζονται με έξωθεν παρεμβάσεις.

Οι συγκρούσεις μεγαλώνουν και συνεχίζουν στην Υεμένη.

Οι συγκρούσεις στην Λιβύη μπαίνουν σε μια νέα φάση.

Οι εντάσεις παραμένουν σε Συρία και Ιράκ.

Στην Αφρική αυξάνεται η δραστηριότητα τρομοκρατικών ομάδων. Η δυτική πλευρά της ηπείρου κυριαρχείται από πειρατές που δρουν ανεξέλεγκτα καταλαμβάνοντας πλοία.

Η ζώνη αστάθειας στις περιοχές που συνορεύουν με το Αφγανιστάν, επεκτείνεται.

Στην νοτιοανατολική Ασία με τη μορφή σχηματισμού ενός νέου συστήματος ασφαλείας στην αποκαλούμενη περιοχή Ινδίας-Ειρηνικού, γίνονται προσπάθειες ώστε να περιοριστεί η αλληλεπίδραση των χωρών με την δημιουργία νέων διαχωριστικών γραμμών”.

Υπάρχουν τρεις χώρες στις οποίες η Μόσχα ήδη εμπλέκεται ενεργά εκτός από την Συρία: Στη Σερβία, στη Βενεζουέλα και στη Λιβύη μέσω του Στρατηγού Χ.Χαφτάρ.

Η μεν Σερβία κινδυνεύει με “βαλκανική άνοιξη” με διαμαρτυρίες κατά του προέδρου της χώρας.

Στη Βενεζουέλα πρόσφατα είχε πάει ρωσικό στρατιωτικό απόσπασμα ενώ γίνονται συζητήσεις για την καταπολέμηση της ανθρωπιστικής καταστροφής.

Στη Λιβύη ο Στρατηγός Χαφτάρ δίνει μάχες για την εκκαθάριση της χώρας του από τους ισλαμιστές τρομοκράτες και μέλη της Μουσουλμανική Αδελφότητας.

Στο Νις της Σερβίας υπάρχει το ρωσικό «κέντρο φυσικών καταστροφών» το οποίο είναι ουσιαστικά ρωσική στρατιωτική βάση με ειδικό προσωπικό και συστήματα.

Στα πλαίσια αυτά των ρωσο-σερβικών σχέσεων εντάσσεται και  η απόφαση «βοήθειας» για την τοποθέτηση ενός ρωσικού υπερ-ραντάρ στο βουνό Καπαόνικ, δίπλα ακριβώς από τα σύνορα με το Κόσοβο, το οποίο θα «βλέπει» όλα τα Βαλκάνια, θα παρακολουθεί την αμερικανική βάση Bonsteel στο Κοσσυφοπέδιο και την στρατιωτική βάση των ΗΠΑ στην Ρουμανία (αντιπυραυλική ασπίδα) .

Το 2010, η Ρωσία κατασκεύασε μακριά από το φως της δημοσιότητας στην ουσία την μεγαλύτερη στρατιωτική βάση εκτός Ρωσίας, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αυτή η στρατιωτική βάση στο Νις, στο νοτιοανατολικό τμήμα της Σερβίας και 100 χλμ από τα σύνορα με Κοσσυφοπέδιο, καθιερώθηκε ως μια “ανθρωπιστική βάση” όπου ρωσικά αεροσκάφη θα επιχειρούν σε περιόδους φυσικών καταστροφών.

Επίσης οι ρωσικές δυνάμεις και το επιχειρησιακό επιτελείο στο Νις, είναι σε θέση να συντονίσουν τις ενέργειες τους με άλλες δύο ταξιαρχίες στις περιοχές Ράσκα και Βράνιε στην Σερβία.

Τώρα όσον αφορά την Λιβύη, η Μόσχα ήδη εμπλέκεται ενεργά εδώ καιρό με παροχή όπλων και στρατιωτικών συμβούλων στον LNA του Στρατηγού Χ.Χαφτάρ. Άλλωστε, είναι γνωστό πως υποστηρίζει τον Σαΐφ αλ Ισλάμ Καντάφι, τον γιο του Μουαμάρ Καντάφι.

Ο Σαΐφ αλ Ισλάμ Καντάφι απελευθερώθηκε από μια ένοπλη οργάνωση στη δυτική Λιβύη, όπου παρέμενε κρατούμενος μετά την ανατροπή του πατέρα του, Μουάμαρ Καντάφι.

Μέχρι τα γεγονότα του 2011 ο Σαΐφ Αλ Ισλάμ εθεωρείτο μεταρρυθμιστής και διάδοχος του πατέρα του στην εξουσία.

Τώρα ετοιμάζεται να διεκδικήσει την προεδρία της Λίβυης στις επόμενες εκλογές.

Δείτε βίντεο


Ενσωματωμένο βίντεο

Ruptly

✔@Ruptly

‘Humanitarian situation in and refugee camps dire’ –

Δείτε άλλα Tweet του χρήστη Ruptly

Ενσωματωμένο βίντεο

MFA Russia 🇷🇺

✔@mfa_russia

We report the complete failure of the military campaign waged by the and its allies in . They have failed neither to eradicate terrorism nor the drug threat, nor to prepare combat-ready national armed forces

106 άτομα συζητούν σχετικά με αυτό

pronews.gr

Συριζαίοι, αρκετά εξευτελίσατε την Aριστερά

1

Λευτέρης Χαραλαμπόπουλος “Τα Νέα”

Στο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθούν να πείσουν ότι εκπροσωπούν ακόμη την αριστερά. Μόνο που οι ίδιοι φρόντισαν να κάνουν ό,τι μπορούν ώστε αυτό να μην ισχύει εδώ και καιρό

παρακολουθώ τις προεκλογικές ομιλίες του Τσίπρα, τις αναρτήσεις του Πολάκη, το τι γράφουν τα διάφορα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.

Κοινός τόπος μια αγωνία να πουν «είμαστε ακόμη αριστεροί», «δεν τα ξεπουλήσαμε όλα», «δεν είμαστε σαν τους άλλους».

Συγγνώμη μάγκες, αλλά τίποτα από αυτά δεν ισχύει.

Για την ακρίβεια ισχύει το ακριβώς αντίθετο.

Καταφέρατε μέσα σε τέσσερα χρόνια να κάνετε μεγαλύτερη ζημιά στην Αριστερά από ό,τι δεκαετίες διώξεων.

Γιατί μπορεί να ηττήθηκε στον Εμφύλιο η Αριστερά, αλλά για δεκαετίες στην κοινωνία ήταν η πραγματική νικήτρια δύναμη.

Και αυτό για έναν απλό αλλά κρίσιμο λόγο: η Αριστερά είχε αυτό που έλειπε από τους αντιπάλους της.

Ηθικό σθένος, αξίες και ηρωισμό.

Γιατί ο λαός δεν ξεχνούσε ότι κάποιοι πήγαν στο βουνό (και μετά στα ξερονήσια και τα εκτελεστικά αποσπάσματα) και κάποιοι αγόραζαν περιουσίες για έναν τενεκέ λάδι ή ακόμη χειρότερα κατέδιδαν στους κατακτητές.

Ναι, είχε προβλήματα η μεταπολεμική Αριστερά: δογματισμό, διασπάσεις, φραξιονισμούς. Γι’ αυτό και κέρδισε το παιχνίδι ο Αντρέας και το ΠΑΣΟΚ.

Όμως, την ηθική ανωτερότητά της την αναγνώριζαν όλοι.

Όμως, σήμερα ποιος μπορεί να τα υποστηρίξει όλα αυτά;

Γιατί αυτοί που βγήκαν στο βουνό, δεν το έκαναν ώστε ο κάθε Παππάς να στέλνει τον κάθε Πετσίτη να κάνει «δουλειές» με επιχειρήσεις.

Γιατί αυτοί που δεν φοβήθηκαν τις εξορίες, δεν το έκαναν ώστε μερικές δεκαετίες μετά μια «αριστερή κυβέρνηση» να ξεπουλά τη δημόσια περιουσία.

Γιατί προτιμούσαν την εκτέλεση από τη δήλωση μετάνοιας, και δεν φαντάζονταν ότι στο τέλος του δρόμου ένας «αριστερός πρωθυπουργός» θα υπέγραφε πολιτικά συμβόλαια με επιχειρηματίες.

Γιατί αυτοί που αντιστάθηκαν στη μετεμφυλιακή τρομοκρατία και στη δικτατορία των συνταγματαρχών δεν το έκαναν  ώστε χρόνια μετά υπό την καθοδήγηση «αριστερών υπουργών» τα ΜΑΤ να δέρνουν συνταξιούχους και εκπαιδευτικούς.

Κάποτε αριστερός σήμαινε σεμνότητα, αγώνα, θυσία, αλληλεγγύη. Σήμερα αρχίζει να σημαίνει φιλοδοξία, κυνισμό και καιροσκοπισμό.

Ούτε είναι τυχαίο ότι ακόμη και με υποτίθεται «αριστερή κυβέρνηση» συνεχίζει να σηκώνει κεφάλι η ακροδεξιά.

Γι’ αυτό το λόγο σταματήστε να προσβάλλετε εικόνες και σύμβολα.

Αφήστε το “Bella Ciao” και τα αντάρτικα γι’ αυτούς που ακόμη αγωνίζονται.

Τις φωτογραφίες από τις διαδηλώσεις με τις σηκωμένες γροθιές ρίξτε τις σε ένα συρτάρι και πετάξτε το κλειδί.

Τα μαρξιστικά βιβλία δώστε σε καμιά βιβλιοθήκη μπας και τα διαβάσει όντως κανένας.

Και κυρίως σταματήστε να το παίζετε διαφορετικοί.

Δεν είστε.

Ίδιοι είστε σαν τους άλλους.

Εξίσου συστημικοί, κυνικοί και σε κάποιες περιπτώσεις διεφθαρμένοι.

Κάντε εκλογές, πείτε τα «αφηγήματά» σας, ρίξτε τα συνθήματά σας, κοπιάρετε ατάκες του Αντρέα, αλλά αφήστε την Αριστερά στην ησυχία της.

Αρκετά την εξευτελίσατε.

 

A Warlord Rises in Libya

0

 
Khalifa HaftarPHILIPPE WOJAZER / REUTERS THE ATLANTIC
A warlord’s forces swept across a fractured country and fought the internationally recognized government to a stalemate outside the capital city, and another Arab nation sudd enly faced the specter of military rule. And in a recent, ambiguous statement issued after a phone call with the man in charge of that offensive, President Donald Trump seemed to signal he would be fine with that.

A new and potentially violent chapter is opening in the story of the 2011 Arab uprisings, many of which have curdled into violence or dictatorship since they began in Tunisia. That country has achieved a fragile democracy. But every other experiment has gone awry. Egypt replaced one authoritarian leader with another. Syria has endured a civil war that’s left more than half a million dead and a dictator still in charge. Yemen, too, has plunged into a catastrophic civil war. Popular revolts this year in Algeria and Sudan have driven out strongman leaders but so far left intact, and in charge, the systems that produced them. And after early pronouncements of support for democratic change in the region, the United States has effectively resigned itself to dealing with strongmen rather than pushing hard for democratic change.

Trump’s language about Haftar last week was telling: He cited Haftar’s “significant role in fighting terrorism,” in his statement describing the call he had conducted with the general days earlier. There was no record of a phone call between Trump and the prime minister Washington backs, Fayez Sarraj. Since well before the Trump administration, the counterterrorism imperative has helped justify U.S. backing for undemocratic rulers seen as partners in fighting extremists, while staying comparatively silent on restricted freedoms, political prisoners, and various other human-rights abuses. More recently, since the Arab Spring and the rise of the Islamic State, Haftar and others like him have attracted sympathy in Western democracies with the argument that only authoritarian rule can stabilize fragile countries, contain extremism, and halt migrant flows.

Yet it bears noting that even as the United States has supported military strongmen such as Egypt’s Abdel Fattah al-Sisi, in Libya the official goal is a “stable, unified, and democratic” country, according to the State Department. Haftar, they say, can be an important part of a political solution. But the political solution he appears to have in mind—with his advance stalled for now outside Tripoli as hundreds of Libyans lie dead—has nothing to do with democracy. Officials in both the State Department and the military warned as recently as this month that Haftar was destabilizing the country, with Secretary of State Mike Pompeo urging him to “stand down, move back to the negotiating table so that we can get a political resolution in Libya.” Wednesday, however, Bloomberg reported that Trump had essentially given Haftar a green light to keep going, a characterization the White House called inaccurate.

In the past, though, Haftar hasn’t been interested in negotiations. “When he met with me in the summer of 2016, General [Haftar] rejected talks with Prime Minister Sarraj to unify the country, and stated it was his intention instead to conquer enough territory so that the rest of the country would agree to make him president by acclamation,” Jonathan Winer, who served as the United States envoy for Libya during the Obama administration, wrote in a recent report.

Haftar then pledged to rid the country of “the beards” and the “Muslim Brotherhood,” through prison, exile, or the graveyard, Winer wrote. “He stated that of the three places, everyone would agree the graveyard was the best.”

Libya’s political transition disintegrated not long after Muammar Qaddafi was toppled in 2011. Barack Obama called “failing to plan for the day after” the U.S. intervention that helped dislodge him one of the biggest regrets of his presidency, and partly blamed the Europeans for not following up to secure the peace. The Europeans, in turn, bore some of the consequences of Libya’s descent into chaos and factionalism, as the country became a transit hub for migrants crossing the Mediterranean into Europe.

Most of the countries rocked by the 2011 revolts ended up taking vastly different paths, albeit to some similar places. Libya never really achieved a unified, elected government exercising control over all its territory; since 2016, it’s been split between two rival governments, only one of them internationally recognized, but forced to rely on militias for protection. If the country is to be reunified under a military strongman, which appears to be Haftar’s aim, he would have to wage a viciously bloody campaign to do it.

In Libya, the pre-2011 rulers consisted of a clique of Qaddafi, loyalist military officers, and loyalist tribes, Steven A. Cook, whose recent book False Dawndeals with the failures of democratic transitions following the Arab Spring protests, told me: “I think you could see a return of, without Qaddafi, loyalist military officers and loyalist tribes trying to put the whole thing back together.” Haftar was once loyal to Qaddafi himself.

The counterterrorism challenge in Libya, meanwhile, is real. The Islamic State at one point had its own territorial stronghold in the Libyan city of Sirte, before militias backed by U.S. air strikes dislodged them. The New York Times has reported that the battle for Tripoli has become a magnet for extremist groups who themselves oppose Haftar, rendering his vows to fight terrorists a kind of self-fulfilling prophecy. Meanwhile, government resources have been diverted from the counter-ISIS fight to the battle with Haftar.

If the mixed signals from Washington have created more confusion on the ground, much deadlier problems are potentially on the horizon. “A lot of Libyans are split with regard to what they think should be done,” Emadeddin Badi, a nonresident scholar at the Middle East Institute, told me. He pointed out that Haftar has his own substantial base of support: “This might become a war of attrition … It might become urban warfare.” Tripoli, he noted, is a city of 2.5 million people.

The main thing about an international endorsement,” he said, “especially from Trump or from the U.S. in general, is it might, under the label of counterterrorism, allow the disproportionate use of violence.”

The leader of Libya’s internationally backed Government of National Accord, Sarraj, told Bloomberg he’d been assured the U.S. administration still opposedthe assault and condemned Haftar’s other international backers, whom he did not name, though the news organization pointed out that the United Arab Emirates, Russia, and Egypt have armed Haftar’s group in the past. There’s no indication that they feel pressure from the United States to change sides. Powerful Gulf countries such as Saudi Arabia and the UAE have backed Haftar because they see him as tough on Islamists.

Just days after Sisi met Trump at the White House, the Egyptian ruler welcomed Haftar to his presidential palace in Cairo, as if meeting with another head of state.

The president possibly aside, the U.S. government has portrayed Haftar as a threat. The new head of U.S. forces in Africa, for example, recently said in written answers to Congress that paramilitary groups, including Haftar’s, were exploiting the government’s weakness for their own gain. “These forces are driven by their own self-interest and leverage transactional relationships,” he wrote. “This makes the paramilitary forces a dynamic and destabilizing factor in the security of Libya.”

He included a warning about the paramilitaries that now, in the wake of Trump’s phone call and the confusion that followed, appears prophetic.

“Allegiances can change without notice.”

We want to hear what you think about this article. Submit a letter to the editor or write to [email protected].

KATHY GILSINAN is a staff writer at The Atlantic, covering national security and global affairs.

The Future of the China-Russia Alliance

0

EXECUTIVE SUMMARY: Odds are that China and Russia will prove to be long-term US rivals. However, it may just as well be that their alliance will prove to be more tactical than strategic, with the China-Russia relationship resembling US-Chinese ties: cooperation in an environment of divergence rather than convergence.

Addressing last year’s Shangri-La Dialogue in Singapore, then US defense secretary Jim Mattis dismissed fears first voiced in 1997 by Zbigniew Brzezinski, Jimmy Carter’s National Security Advisor, that long-term US interests would be most threatened by a “grand coalition” of China and Russia “united not by ideology but by complementary grievances.”

On the contrary, Mattis suggested. China and Russia have a “natural non-convergence of interests” despite the fact that both countries have defined their relationship as a “comprehensive strategic partnership,” he argued.

“There may be short-term convergence in the event they want to contradict international tribunals or try muscling their way into certain circumstances but my view – I would not be wasting my time going to Beijing…if I really thought that’s the only option between us and China.  What would be the point of it?  I’ve got more important things to do,” Mattis argued.

Mattis predicted that in the longer term, “China has more in common with Pacific Ocean nations and the United States and India than they have in common with Russia.”

Mattis’s prediction of a US-China-India entente may seem even further away today than it did in Singapore a year ago, but his doubts about the sustainability of the Chinese-Russian alliance are being echoed by Chinese and Russian analysts and developments on the ground.

Shi Ze, a former Chinese diplomat in Moscow who is now a senior fellow at the China Institute of International Studies, a think tank affiliated with the country’s foreign ministry, noted that “China and Russia have different attitudes. Russia wants to break the current international order. Russia thinks it is the victim of the current international system, in which its economy and its society do not develop. But China benefits from the current international system. We want to improve and modify it, not to break it.”

Russian scholar Dmitry Zhelobov recently suggested that there was little confidence to cement the Chinese-Russian alliance. Zhelobov warned that China was gradually establishing military bases in Central Asia to ensure that neither Russia nor the US would be able to disrupt Chinese trade with the Middle East and Europe across the Eurasian heartland.

Add to that the fact that Chinese dependence on Russian military technology appears to be diminishing, potentially threatening a key Russian export market.

In 2017, China rolled out its fifth-generation Chengdu J-20 fighter, which is believed to be technologically superior to Russia’s SU-57E.

Russian President Vladimir Putin appeared to signal greater awareness of potentially shifting sands in Central Asia by signing an agreement in March during a visit to Kyrgyzstan to expand by 60 hectares the Kant Air Base 20 kilometers east of the capital Bishkek that is used by the Russian Air Force. Putin also agreed to pay a higher rent for the base.

He further lavished his Kyrgyz hosts with US$6 billion in deals ranging from power, mineral resources, and hydrocarbons to industry and agriculture.

Putin moreover allocated US$200 million for the upgrading of customs infrastructure and border equipment to put an end to the back-up of dozens of trucks on the Kazakh-Kyrgyz border caused by Kyrgyzstan’s inability to comply with the technical requirements of the Russia-led Eurasian Economic Union (EAEU).

Potential rivalry in Central Asia is not the only thing gnawing at the fundaments of a Chinese-Russian alliance. So is anti-Chinese sentiment and Russian public suspicion of Chinese intentions and commercial and social practices, already pervasive in the region’s former Soviet republics.

Increasingly, Russian leaders are facing mounting public anger in the Lake Baikal region and the country’s Far East at their alleged connivance in perceived Chinese encroachment on the region’s natural resources, including water.

A petition by prominent Russian show business personalities opposing Chinese plans to build a water bottling plant on the shores of Lake Baikal attracted more than 800,000 signatures, signaling the depth of popular resentment and pitfalls of the Russian alliance with China.

Protests have further erupted in multiple Russian cities against Chinese logging in the country’s Far East that residents and environmentalists charge has spoiled Russian watersheds and is destroying the habitats of the endangered Siberian tiger and Amur leopard. The protesters, who denounced construction of housing for Chinese workers, are demanding a ban on Russian timber exports to China.

Russian fears of Chinese encroachment on its Far East go back to the mid-1800s and prompted Joseph Stalin to deport the region’s Korean and Chinese populations. When Russia and China finally settled a border dispute in 2008 with a transfer of land to China, Russian media raised the specter of millions of Chinese migrants colonizing Siberia and the Far East.

Popular Russian fears diverge from official thinking that in recent years has discounted the threat of Chinese encroachment given that the trend is for Russians to seek opportunity in China, where wages are high, rather than the other way round.

The official Russian assessment would counter Mattis’s thesis and support Brzezinski’s fears, which continue to have a significant following in Washington.

“China and Russia will present a wide variety of economic, political, counterintelligence, military, and diplomatic challenges to the United States and its allies. We anticipate that they will collaborate to counter US objectives, taking advantage of rising doubts in some places about the liberal democratic model,” said Director of National Intelligence Daniel R. Coats in the intelligence community’s 2019 Worldwide Threat Assessment report to the Senate Select Committee on Intelligence.

The report went on to say that China and Russia were “expanding cooperation with each other and through international bodies to shape global rules and standards to their benefit and present a counterweight to the United States and other Western countries.”

The truth is that the jury is out. There is no shortage of evidence that China and Russia are joining forces in multiple theatres across the globe as well as in multilateral organizations like the UN and in Russian and Chinese efforts to drive wedges among Western allies and undermine public confidence in democratic institutions.

The question is how disruptive Chinese-Russian rivalry in Central Asia and mounting Russian public unease with Chinese advances will be and whether that could alter US perceptions of Russia as an enemy rather than an ally.

The odds may well be that China and Russia will prove to be long-term US rivals. However, it may just as well be that their alliance will prove to be more tactical than strategic, with the China-Russia relationship resembling US-Chinese ties: cooperation in an environment of divergence rather than convergence.

Said strategist Robert D. Kaplan: The “future has arrived, and it is nothing less than a new cold war.”

View PDF

Dr. James M. Dorsey, a non-resident Senior Associate at the BESA Center, is a senior fellow at the S. Rajaratnam School of International Studies at Singapore’s Nanyang Technological University and co-director of the University of Würzburg’s Institute for Fan Culture.

Η μεγάλη αυταπάτη με το Brexit και το χρονοδιάγραμμα

0
  • του Wolfgang Münchau  Δημοσιεύθηκε: 23 Απριλίου 2019 – 08:03 Financial Times/euro2day.gr

Γιατί ο Οκτώβριος δεν είναι το πραγματικό ορόσημο. Οι δύο κρίσιμες συνέπειες από τη συμμετοχή της χώρας στις ευρωεκλογές. Η λάθος αντίληψη για το δεύτερο δημοψήφισμα, o Μακρόν και η σκληρή πραγματικότητα.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος από την παράταση του Brexit είναι η αυταπάτη για τον χρόνο. Το Ηνωμένο Βασίλειο στην πραγματικότητα δεν έχει πέντε μήνες για να καταλήξει σε μια απόφαση. Το πραγματικό χρονοδιάγραμμα είναι μόλις λίγες εβδομάδες. Αν συνεχιστεί πέρα από τις ευρωπαϊκές εκλογές στα τέλη Μαΐου, μπαίνουμε σε έναν κόσμο με αβέβαια σενάρια.
Οι διαιρέσεις που αναδύθηκαν μεταξύ των ηγετών της ΕΕ κατά τη Σύνοδο Κορυφής στις 10 Απριλίου είναι σοβαρές. Θα είναι, όμως, λάθος να χαρακτηρίσουμε το ντιμπέιτ ως ένα μεταξύ της Γαλλίας και των υπολοίπων.

Αρκετοί ηγέτες στήριξαν τον Εμανουέλ Μακρόν. Όταν έρθει ο Οκτώβριος, η απειλή δεν είναι ένα βέτο από τον Γάλλο πρόεδρο, αλλά η μετατόπιση της επικρατούσας άποψης. Ο Χ. Μάας, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, δήλωσε σε συνέντευξη στους FT ότι πιστεύει πως η καταληκτική ημερομηνία του Οκτωβρίου είναι «σκληρή». Αυτό γίνεται μια ευρύτερα επικρατούσα άποψη στη Γερμανία. Ο κ. Μακρόν δεν είναι απομονωμένος. Το επιχείρημά του κερδίζει.

Το κεντρικό επιχείρημα του Γάλλου προέδρου κατά τη διάρκεια του δείπνου της 10ης Απριλίου ήταν ότι η Βρετανία δεν θα αποφασίσει τι θέλει, αν δεν αντιμετωπίσει μια «σκληρή» προθεσμία. Η ενεργοποίηση του Άρθρου 50 ήταν μια «βαριά» απόφαση. Εθεσε στη Βρετανία την υποχρέωση να αποφασίσει μεταξύ της επικύρωσης μιας συμφωνίας αποχώρησης, της αποχώρησης χωρίς συμφωνία ή της ανάκλησης του Brexit.

Αν οι συζητήσεις μεταξύ της πρωθυπουργού Τερέζας Μέι και του Τζέρεμι Κόρμπιν, ηγέτη των Εργατικών, δεν καταλήξουν και δεν συμφωνηθεί κάτι άλλο, η Βρετανία θα πρέπει να λάβει μέρος στις ευρωπαϊκές εκλογές.

Ο προεκλογικός αγώνας άρχισε ήδη. Το νέο κόμμα Brexit του Ν. Φάρατζ είχε μια απίστευτη εκκίνηση, με θέμα της καμπάνιας του την προδοσία. Αντίθετα, το Change UK, κόμμα που ιδρύθηκε πρόσφατα από βουλευτές της ανεξάρτητης ομάδας στο βρετανικό κοινοβούλιο οι οποίοι τάσσονται υπέρ του Remain, είναι σχεδόν αόρατο.

Περιμένω ότι το κόμμα Brexit θα σαρώσει σε αυτές τις εκλογές. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα έχει δύο σημαντικές συνέπειες.

Η πρώτη είναι ότι θα εισάγει μια δόση ρεαλισμού στις προσδοκίες μεταξύ Ευρωπαίων ηγέτων αναφορικά με το τι μια περαιτέρω παράταση και ειδικά ένα δεύτερο δημοψήφισμα μπορεί να πετύχει. Κάποιοι εξ αυτών, πιθανώς αφελώς, εξισώνουν μια νέα ψηφοφορία με αντιστροφή του Brexit. Αν το κόμμα του Φάρατζ έρθει πρώτο στις ευρωπαϊκές εκλογές στη Βρετανία, οι Ευρωπαίοι ηγέτες ίσως αρχίσουν να βλέπουν το δεύτερο δημοψήφισμα υπό άλλο οπτικό πρίσμα. Θα αρχίσουν να υπάρχουν αμφιβολίες. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουν την ερώτηση που έως τώρα απέφευγαν: τι γίνεται αν η χώρα ψηφίσει δεύτερη φορά υπέρ του Brexit; και τι γίνεται αν το βρετανικό Κοινοβούλιο ακόμα δεν μπορεί να καταλήξει για τη συμφωνία αποχώρησης;

Η δεύτερη συνέπεια είναι πιο άμεση. Το κόμμα του Brexit θα εμπλουτίσει τις τάξεις των λαϊκιστών στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Οι νεοεκλεγέντες Βρετανοί βουλευτές θα διατηρήσουν τη θέση τους για όσο διάστημα η χώρα παραμένει μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μέχρι τον Οκτώβριο ή νωρίτερα, αν το Ηνωμένο Βασίλειο επικυρώσει τη συμφωνία αποχώρησης. Αυτοί πρόκειται να είναι πολυάσχολοι μήνες για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, με ακροάσεις των υποψήφιων επιτρόπων.Εκείνη την περίοδο, ο Φάρατζ θα κρατά τη θέση του στην αρένα της ευρωπαϊκής πολιτικής.

Αν και η εκλογή βουλευτών από το κόμμα του Brexit είναι απόλυτα προβλέψιμη, θα προκαλέσει σε κάθε περίπτωση σοκ στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όταν συμβεί. Όταν εμπεδωθεί αυτή η πραγματικότητα, περιμένω η επικρατούσα άποψη στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να μετακινηθεί περαιτέρω προς μια σκληρότερη γραμμή στο Brexit. Αν οι Ευρωπαίοι ηγέτες επρόκειτο να παρατείνουν τη διαδικασία μετά τον Οκτώβριο, θα πήγαιναν πέρα από το ορατό τέλος της πρωθυπουργίας της Τερέζα Μέι. Αν κάτι φοβούνται τα μέλη του Συμβουλίου περισσότερο από τη θέα του Φάρατζ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είναι ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον, που έχει το προβάδισμα ως μέλος του δικού τους κλαμπ.

Ξεχάστε την ανούσια συζήτηση για τα όρια στα δικαιώματα ψήφου της Βρετανίας. Δεν στέκεται νομικά: ένα μέλος της ΕΕ είναι μέλος της ΕΕ. Σε ένα διαβόητο tweet, ο Τζέικοπ Ρες Μογκ, ο ευρωσκεπτικιστής βουλευτής των Συντηρητικών, απείλησεότι η Βρετανία θα παρεμποδίσει τις λειτουργίες στην ΕΕ, αν εγκριθεί μεγαλύτερη παράταση. Κάποιοι Ευρωπαίοι ηγέτες τον πιστεύουν.

Το καλύτερο που έχουν να κάνουν οι ηγέτες είναι να ακούσουν τα λόγια του Μάας, να θέσουν τον Οκτώβριο ως «σκληρό» όριο. Με την εξάμηνη παράταση, η Ευρωπαϊκή Ενωση έκανε ό,τι μπορούσε. Αν η Βρετανία θέλει να διεξάγει δεύτερο δημοψήφισμα, υπάρχει ακόμα χρόνος να γίνει. Δεν υπάρχει όμως πλειοψηφία γι’ αυτό, καθώς οι Εργατικοί βουλευτές που απορρίπτουν την ιδέα ξεπερνούν αυτούς των Συντηρητικών που είναι υπέρ.

Ο Κένεθ Κλαρκ, πρώην υπουργός, έχει δίκιο. Υποστηρίζει ότι αυτή τη στιγμή δενυπάρχει περίπτωση σταθερής συμμετοχής της Βρετανίας στην ΕΕ. Ακόμα και αυτοί που πραγματικά θέλουν η χώρα να παραμείνει μέλος αρχίζουν να το βλέπουν.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.
https://www.euro2day.gr/ftcom/ftcom_gr/article-ft-gr/1677360/h-megalh-aytapath-me-to-brexit-kai-to-hronodiagram.html

Πού οδηγεί τις τιμές πετρελαίου ο πόλεμος Τραμπ με το Ιράν

0
  • των Anjli Raval (Λονδίνο) και Ed Crooks (New York) Δημοσιεύθηκε: 24 Απριλίου 2019 – 08:02 Financial Times/euro2day.gr

Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να αυξήσει την πίεση στο Ιράν δημιουργεί τον κίνδυνο εκτόξευσης των τιμών του αργού. Ο πιθανός αντίκτυπος στην αμερικανική οικονομία. Ο κρίσιμος ρόλος της Σαουδικής Αραβίας και του ΟΠΕΚ.

Ως αποτέλεσμα, η τιμή του πετρελαίου Brent, που αποτελεί σημείο αναφοράς, αυξήθηκε πάνω από τα 74 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά εδώ και έξι μήνες.

Μπορούν οι ΗΠΑ να μειώσουν τις εξαγωγές του Ιράν στο μηδέν;

Το Ιράν παράγει περίπου 2,5 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα και έχει εξαγωγές ενός εκατομμυρίου βαρελιών τη μέρα τους τελευταίους πέντε μήνες, σύμφωνα με εκτιμήσεις της συμβουλευτικής εταιρείας FGE Energy. Ιστοσελίδες που παρακολουθούν πετρελαιοφόρα υποστηρίζουν ότι το Ιράν εξάγει μυστικά ακόμα περισσότερα: περίπου 1,9 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα.

Η μεγαλύτερη ποσότητα πηγαίνει σε πέντε μεγάλους αγοραστές: Ινδία, Κίνα, Νότια Κορέα, Ιαπωνία και Τουρκία.

«Η Κίνα έχει ήδη υπονοήσει την αντίθεσή της στην υιοθέτηση από τις τις ΗΠΑ μονομερών κυρώσεων, έτσι είναι απίθανο να δούμε τις ιρανικές εξαγωγές να πέφτουν στο μηδέν», δήλωσε ο Τζιοβάνι Σταουνόβο, αναλυτής στην UBS Wealth Management. Οι άλλοι όμως θα μπορούσαν να συμμορφωθούν, κάτι που σημαίνει ότι μια μείωση κάτω από το 1 εκατομμύριο βαρέλια την ημέρα πρέπει να αναμένεται, συμπλήρωσε.

Χωρίς κανένα νομικό μέσο για να γίνουν αγορές, υπάρχει καλή πιθανότητα οι ΗΠΑ να υπονομεύσουν σημαντικά τις ιρανικές πωλήσεις.  Δεδομένου, όμως, ότι η Τεχεράνη κάνει τους τελευταίους μήνες λαθρεμπόριο μεταξύ 100.000 – 300.000 βαρελιών την ημέρα, κατ’ ελάχιστον αυτές οι ποσότητες είναι πιθανό να συνεχίσουν να φτάνουν στις διεθνείς αγορές.

Είναι η αγορά προετοιμασμένη να καλύψει τις ελλείψεις;

Οι παραγωγοί του ΟΠΕΚ και οι σύμμαχοί τους εκτός του καρτέλ έχουν περιορίσει μετά τον Ιανουάριο την παραγωγή για να φέρουν την αγορά σε ισορροπία, καθώς η προσφορά φούσκωσε στα τέλη του 2018. Οπότε υπάρχει περιθώριο για ελιγμούς.

Οι ΗΠΑ δήλωσαν ότι μίλησαν στη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για να εξασφαλίσουν ότι υπάρχει «επαρκής προσφορά». Σύμφωνα με το τμήμα ενέργειας των ΗΠΑ, η αυξημένη αμερικανική παραγωγή από κοινού με την ικανότητα του ΟΠΕΚ να παράγει περισσότερο, σημαίνει ότι υπάρχει επαρκής ικανότητα. Η Σαουδική Αραβία παράγει κάτω από 10 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, αλλά αξιωματούχοι δηλώνουν ότι είναι σε θέση να αντλεί σε μόνιμη βάση ένα εκατομμύριο βαρέλια περισσότερα.

«Αυτή η εκτίμηση [του τμήματος ενέργειας] δίνει στη διοίκηση Τραμπ μια λάθος αίσθηση ασφάλειας», λένε αναλυτές της Energy Aspects, μιας συμβουλευτικής. Όχι μόνο μπορεί να υπάρξει ασυμβατότητα στον αριθμό των βαρελιών που απαιτούνται, αλλά και στον τύπο αργού που ζητά η αγορά, υποστηρίζουν.

Η πιθανότητα διακοπών στην προσφορά από χώρες που έχουν προβλήματα, όπως η Λιβύη και η Βενεζουέλα, είναι επιπρόσθετος κίνδυνος.

Πως θα αντιδράσει ο υπόλοιπος ΟΠΕΚ;

Η Σαουδική Αραβία θα πρέπει να είναι προσεκτική με τους εταίρους στον ΟΠΕΚ και τους συμμάχους εκτός του καρτέλ.

Η Ρωσία η οποία προχώρησε πέρυσι σε συμμαχία με τον ΟΠΕΚ και προσπάθησε να ενισχύσει την παραγωγή της τους προηγούμενους μήνες, ίσως καλωσορίσει κάποια κίνηση για αύξηση της προσφοράς. Η Βενεζουέλα, όμως, η οποία όπως το Ιράν, αντιμετωπίζει αμερικανικές κυρώσεις, είναι λιγότερο πιθανό να συμφωνήσει σε οποιαδήποτε πολιτική αναφορικά με την παραγωγή που θα βοηθά τους στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Η Σαουδική Αραβία, ο μεγαλύτερος παραγωγός του ΟΠΕΚ, αύξησε την παραγωγή της την περασμένη χρονιά αναμένοντας ότι ο Ντ. Τραμπ θα επιβάλει εκ νέου κυρώσεις στο Ιράν, αλλά οι ΗΠΑ διατήρησαν τις εξαιρέσεις για κάποιους αγοραστές. Όχι μόνο αισθάνθηκε αδικημένο, αλλά έπρεπε επίσης να αντιμετωπίσει την οργή άλλων μελών του ΟΠΕΚ.

Αυτή τη φορά, πηγές με γνώση της ενεργειακής πολιτικής της Σαουδικής Αραβίας λένε ότι οποιαδήποτε αύξηση στην παραγωγή της θα γίνει μόνο όταν οι ιρανικοί όγκοι μειωθούν. Η Σαουδική Αραβία θα είναι περισσότερο προσεκτική και δεν θα αυξήσει την παραγωγή μονομερώς, δηλώνουν.

Η σαουδαραβική κυβέρνηση είπε ότι «θα συνεργαστεί με τους φίλους παραγωγούς πετρελαίου για να εξασφαλίσει επαρκή προσφορά».

Τι σημαίνουν αυτά για τις τιμές του πετρελαίου;

Η αμερικανική κυβέρνηση υποβαθμίζει τον κίνδυνο εκτόξευσης των τιμών του πετρελαίου. Αξιωματούχος είπε σε δημοσιογράφους τη Δευτέρα: Η αγορά είναι καλά σε όρους προμήθειας και είμαστε πεπεισμένοι ότι θα συνεχίσει να είναι».

Αναλυτές του ενεργειακού κλάδου αναρωτιούνται πόσο «σφιχτή» μπορεί να γίνει η αγορά βραχυπρόθεσμα, ειδικά αν μεγάλοι παραγωγοί εξαντλήσουν τα αποθέματα επιπλέον παραγωγής, εμποδίζοντας την ικανότητά τους να αντλήσουν περισσότερο σε περίπτωση περαιτέρω διαταραχών στην προσφορά.

«Υπάρχουν τεράστια ρίσκα ανά τον κόσμο στην προσφορά», δήλωσε ο Γκάρι Ρος γενικός διευθυντής της Black Gold Investorsκαι επί μακρόν παρατηρητής της αγοράς. «Ο κόσμος έχει λίγη ακόμα παραγωγική ικανότητα για να αντιμετωπίσει κάτι αναπάντεχο [αλλά] υπάρχουν περισσότερες κυρώσεις στη Βενεζουέλα, η κατάσταση στην Νιγηρία είναι επισφαλής. Η Λιβύη επίσης είναι πολύ αβέβαια».

Το Brent είναι πιθανό να φτάσει τα 75-80 δολάρια το βαρέλι αλλά θα μπορούσε εύκολα να υπερβεί αυτό το επίπεδο, δήλωσε ο Ross.

Μπορεί να χτυπήσει την αμερικανική οικονομία;

Το αντίκτυπο από τις αλλαγές στις τιμές πετρελαίου για την αμερικανική ανάπτυξη περιορίστηκε από το μπουμ του σχιστολιθικού πετρελαίου την περασμένη δεκαετία που μείωσε κάθετα τις καθαρές εισαγωγές πετρελαίου της χώρας. Οποιοδήποτε αντίκτυπο στην κατανάλωση μέσω του αυξανόμενου κόστους ενέργειας θα αντισταθμιστεί από την τόνωση που προσφέρει στην πετρελαϊκή βιομηχανία. Ωστόσο τα ανεβασμένα κόστη καυσίμων θα αυξήσουν τις ανησυχίες μεταξύ των αμερικανών καταναλωτών, ειδικά τώρα που πλησιάζει το καλοκαίρι και κορυφώνεται η χρήση οχημάτων.

Η μέση τιμή βενζίνης είχε ήδη αυξηθεί στα 2,828 δολάρια το γαλόνι την περασμένη εβδομάδα, το υψηλότερο επίπεδο από τον Οκτώβριο, και 56 σεντς υψηλότερα από τα τέλη του 2018. Αν ανατιμηθεί επιπλέον 10% θα χτυπήσει το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε ετών.

Ο πρόεδρος Τραμπ έχει επανειλημμένα παραπονεθεί για το ότι ο ΟΠΕΚ κρατά τις τιμές του πετρελαίου υψηλά, αλλά αν οι τιμές όντως κινηθούν βίαια υψηλότερα τους επόμενους μήνες, η κυβέρνησή του θα μπορούσε να πάρει μέρος της ευθύνης.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.
https://www.euro2day.gr/ftcom/ftcom_gr/article-ft-gr/1677699/poy-odhgei-tis-times-petrelaioy-o-polemos-tramp-me.html

Ήρθε η ώρα να βάλουμε στην άκρη τον κομματισμό

0
Η έκθεση Mueller δείχνει ότι οι πολιτικοί πρέπει να ενωθούν για να καταπολεμήσουν τις παρεμβολές σε εκλογές
Ο γενικός εισαγγελέας των ΗΠΑ, William Barr, ενημερώνει δημοσιογράφους για την έκθεση Mueller, στην Ουάσινγκτον, τον Απρίλιο του 2019. JONATHAN ERNST / REUTERS
Περίληψη:

Η δημοσιοποίηση της έκθεσης του Ειδικού Συμβούλου, Robert Mueller, οδήγησε σε έντονη συζήτηση για το κατά πόσο δικαιώνει τον πρόεδρο Donald Trump ή τον καταδικάζει. Όμως, μέσα σε αυτή την κομματική μάχη έχει χαθεί ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας: Η λεπτομερής τεκμηρίωση της παρέμβασης της Ρωσίας στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2016.

Ο JAMIE M. FLY είναι συν-διευθυντής της Alliance for Securing Democracy. Προηγουμένως εργάστηκε ως σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής στον γερουσιαστή Marco Rubio.
Η LAURA ROSENBERGER είναι διευθύντρια της Alliance for Securing Democracy. Εργάστηκε ως σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής στην προεδρική εκστρατεία της Χίλαρι Κλίντον.

Η δημοσιοποίηση της έκθεσης του Ειδικού Συμβούλου, Robert Mueller, οδήγησε σε έντονη συζήτηση για το κατά πόσο δικαιώνει τον πρόεδρο Donald Trump ή τον καταδικάζει. Όμως, μέσα σε αυτή την κομματική μάχη έχει χαθεί ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας: Η λεπτομερής τεκμηρίωση της παρέμβασης της Ρωσίας στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2016, για την οποία ο Mueller συμπέρανε [1] ότι ήταν «σαρωτική και συστηματική». Εάν οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικάνοι δεν μπορέσουν να ενωθούν έναντι αυτής της απειλής για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, θα αφήσουν τους Αμερικανούς ευάλωτους σε περαιτέρω επιθέσεις. Ευτυχώς, υπάρχουν σαφή βήματα που μπορούν να κάνουν οι πολιτικοί για να εξασφαλίσουν την αμερικανική δημοκρατία -αλλά θα απαιτήσουν διακομματική ηγεσία.

23042019-4.jpg

Ο γενικός εισαγγελέας των ΗΠΑ, William Barr, ενημερώνει δημοσιογράφους για την έκθεση Mueller, στην Ουάσινγκτον, τον Απρίλιο του 2019. JONATHAN ERNST / REUTERS
—————————————————————————–

ΤΙ ΒΡΗΚΕ Ο MUELLER

Η έρευνα του Mueller διαπίστωσε ότι η ρωσική κυβέρνηση διεξήγαγε μια σταθερή εκστρατεία για να παρέμβει στις εκλογές, να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στην δημοκρατία και να «προκαλέσει και να ενισχύσει τις πολιτικές και κοινωνικές αντιφάσεις». Ο Mueller κατέληξε στο συμπέρασμα [1] ότι η προσπάθεια αυτή περιελάμβανε μια καμπάνια παραπληροφόρησης και μέσων κοινωνικής δικτύωσης που προσέγγισε περισσότερα από 100 εκατομμύρια Αμερικανούς online, και χρησιμοποίησε ψηφιακές πλατφόρμες για να οργανώσει δεκάδες συλλαλητήρια offline. Η προσπάθεια περιλάμβανε επίσης επιχειρήσεις χάκινγκ ηλεκτρονικών υπολογιστών από τις ρωσικές στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες για να διεισδύσουν σε επιχειρήσεις της προεκλογικής εκστρατείας προκειμένου να συλλέξουν και να διαδώσουν πληροφορίες για να επηρεάσουν τις εκλογές και να στοχεύσουν πολιτειακά και τοπικά εκλογικά συστήματα. Η έρευνα του Mueller οδήγησε στο κατηγορητήριο [εναντίον] 12 Ρώσων αξιωματικών των στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών [2] και την [ρωσική] Υπηρεσία Έρευνας Διαδικτύου (Internet Research Agency, IRA) και συνδεδεμένων εταιρειών και ατόμων [3]. Οι επιχειρήσεις της Ρωσίας στόχευσαν πολιτικούς και ακτιβιστές σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, από το κίνημα του Black Lives Matter [4] μέχρι τον Ρεπουμπλικανό Γερουσιαστή του Τέξας, Ted Cruz.

Η έκθεση του Mueller προσθέτει λεπτομέρειες σε άλλες έρευνες, συμπεριλαμβανομένων των διακομματικών ερευνών του Κογκρέσου και άλλων ερευνών του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Αυτές οι έρευνες έχουν επισημάνει την συνεχή και ευρεία φύση των προσπαθειών παρέμβασης της Ρωσίας. Τον περασμένο Ιούλιο, το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατηγόρησε [5] την -ρωσικής εθνικότητας- Maria Butina ότι λειτουργούσε ως μη εγγεγραμμένος ξένος πράκτορας και προσπάθησε να επηρεάσει πολιτικές προσωπικότητες των ΗΠΑ. Τον Οκτώβριο, κατηγόρησε [6] έναν λογιστή που εργαζόταν για την IRA ότι διευκόλυνε τις ρωσικές επιχειρήσεις πληροφόρησης πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του 2018. Ο Mueller ανέφερε ότι οι Ρώσοι κυβερνητικοί κυβερνο-πράκτορες σάρωσαν περισσότερους από δώδεκα κρατικούς εκλογικούς ιστοτόπους για τρωτά σημεία, και το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας (Department of Homeland Security, DHS) αποκάλυψε [7] ότι η ρωσική κυβέρνηση διεξήγαγε «κακόβουλη ή ύποπτη δραστηριότητα στον κυβερνοχώρο» σε 21 πολιτείες, κατά την πορεία προς τις εκλογές του 2016.

Η έρευνα του Mueller σχετικά με την εκστρατεία παρέμβασης της Ρωσίας ήταν μια προσπάθεια επιβολής του νόμου -αλλά η επίθεση κατά της δημοκρατίας των ΗΠΑ είναι ένα θέμα εθνικής ασφάλειας, που απαιτεί μια απάντηση εθνικής ασφάλειας. Μέχρι στιγμής, η απάντηση αυτή σε μεγάλο βαθμό απέτυχε να υλοποιηθεί. Οι κομματικοί έχουν συνδυάσει τις ενέργειες της Ρωσίας με το ερώτημα της συμπαιγνίας, υπονομεύοντας τις προσπάθειες για την καταπολέμηση των αυταρχικών παρεμβολών και τροφοδοτώντας τον δημόσιο σκεπτικισμό σχετικά με τις ενέργειες της Ρωσίας. Η ίδια η Ρωσία ενίσχυσε τις φλόγες, χρησιμοποιώντας [ιντερνετικούς] λογαριασμούς του IRA μεταμφιεσμένους ως [χρήστες] προοδευτικούς ή συντηρητικούς [8], για να προωθήσει διχαστικό περιεχόμενο [9] που σχετίζεται με την έρευνα του Mueller. Το κοινό διχάστηκε ανάλογα με τις κομματικές γραμμές [10] σχετικά με το αν η Ρωσία παρενέβη καν: Σε μια δημοσκόπηση της Ipsos πέρυσι, μια πλειοψηφία Δημοκρατικών είπε ότι [η Ρωσία] το έκανε˙ μόνο μια μειοψηφία Ρεπουμπλικανών συμφώνησε. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα συγκεντρώσουν ποτέ μιαν απάντηση του συνόλου της κοινωνίας εάν ολόκληρη η κοινωνία δεν αναγνωρίσει πρώτα το πρόβλημα.

Ενώ οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί λογομαχούν για το τι συνέβη το 2016, η αυταρχική παρέμβαση συνεχίζει σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτη. Τον Ιανουάριο, ο διευθυντής του FBI, Cristopher Wray, προειδοποίησε το Κογκρέσο [11]: «Όχι μόνο οι Ρώσοι συνέχισαν την [εκστρατεία παρέμβασης] το 2018, αλλά έχουμε δει ενδείξεις ότι συνεχίζουν να προσαρμόζουν το μοντέλο τους, και ότι άλλες χώρες ενδιαφέρονται πολύ για αυτή την προσέγγιση». Η Κίνα έχει χρησιμοποιήσει χρηματοδοτικές, οικονομικές και πληροφοριακές τακτικές για να παρεμβαίνει στις πολιτικές διαδικασίες στην Αυστραλία [12] και τη Νέα Ζηλανδία [13] και η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών έχει προειδοποιήσει ότι μπορεί να κάνει το ίδιο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Ιράν έχει εξαπλώσει φιλο-καθεστωτικό και αντι-αμερικανικό περιεχόμενο [14] μέσω ψεύτικων λογαριασμών στα κοινωνικά μέσα (social media). Ακόμη και εταίροι των ΗΠΑ όπως το Κατάρ [15], η Σαουδική Αραβία [16] και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα [17] έχουν κάνει χάκινγκ ο ένας στον άλλον καθώς και σε μερικές περιπτώσεις σε Αμερικανούς πολίτες, και έχουν οπλοποιήσει (ενδεχομένως τροποποιημένες [18]) πληροφορίες στα μέσα μαζικής ενημέρωσης των ΗΠΑ σε μια προσπάθεια να επηρεάσουν τις πολιτικές συζητήσεις στις ΗΠΑ.

ΧΑΜΕΝΕΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ

Μέχρι στιγμής, η διαμάχη σχετικά με την έρευνα του Mueller έχει εμποδίσει τις προοπτικές ουσιαστικής αλλαγής πολιτικής. Νομοθέτες εισήγαγαν μια ντουζίνα διακομματικά νομοσχέδια με στόχο την κάμψη των ξένων παρεμβάσεων στην αμερικανική δημοκρατία στο τελευταίο Κογκρέσο και αρκετοί επανέφεραν τα νομοσχέδιά τους στο τρέχον, αλλά κανένα δεν έγινε νόμος. Η Επιτροπή Επιλογής της Γερουσίας για τις Πληροφορίες (Senate Select Committee on Intelligence) διεξήγαγε μια διμερή έρευνα σχετικά με τις ρωσικές παρεμβολές. Διεξήγαγε ουσιαστικές ακροάσεις εξετάζοντας τις κυβερνο-απειλές στα εκλογικά συστήματα των ΗΠΑ και την ξένη χειραγώγηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ανέθεσε εκθέσεις ειδικών για τις ρωσικές δραστηριότητες που υπονομεύουν την δημοκρατία των ΗΠΑ, και κυκλοφόρησε ειδικές -αλλά, ως τώρα ανεφάρμοστες- συστάσεις για την διασφάλιση των εκλογών συστημάτων. Άλλα συναφή ζητήματα, όπως η ανάγκη ενίσχυσης της οικονομικής διαφάνειας, έχουν επίσης μείνει χωρίς ανταπόκριση. Όπως αναλύεται λεπτομερώς στην έκθεση του Mueller και στην υπόθεση της Butina, η αδιαφανής οικονομική δραστηριότητα είναι ένας βασικός τρόπος με τον οποίο η κακόβουλη ξένη επιρροή γίνεται αισθητή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι νομοθέτες πρέπει να κλείσουν τα κενά που επιτρέπουν την ανώνυμη πολιτική διαφήμιση στο διαδίκτυο, να απαιτούν από τις εταιρείες να αποκαλύπτουν τους ιδιοκτήτες τους, να παρακολουθούν καλύτερα τις αγορές ακινήτων σε εθνικό επίπεδο, και να επιβάλλουν αυστηρότερα την απαίτηση οι άνθρωποι που ενεργούν ως ξένοι πράκτορες να καταχωρίζονται δημοσίως.

Στο άλλο άκρο της Λεωφόρου Πενσυλβάνια, η διοίκηση Τραμπ έχει λάβει κάποια μέτρα για την αντιμετώπιση των εξωτερικών παρεμβολών. Το DHS μοιράζεται πλέον περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις απειλές με πολιτειακούς και τοπικούς εκλογικούς αξιωματούχους, και έχει δημιουργήσει ομάδες εργασίας για την ασφάλεια των εκλογών και την ξένη επιρροή (αν και έχει αναφερθεί ότι έχει υποβαθμίσει την δεύτερη). Το DHS και η επιβολή του νόμου μοιράζονται τώρα πληροφορίες περί απειλών με εταιρείες τεχνολογίας σε ad hoc βάση, βοηθώντας τις εταιρείες να αφαιρέσουν επιχειρήσεις [παρα]πληροφόρησης από τις πλατφόρμες τους. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης [19] έχει εκπονήσει μια προσέγγιση για την αντιμετώπιση των εξωτερικών παρεμβολών με το να διερευνά, να εκθέτει και να διώκει αντιπάλους που ασκούν τέτοια δραστηριότητα. Η αναφερθείσα κίνηση της Κυβερνο-Διοίκησης των ΗΠΑ (U.S. Cyber Command) [20] ότι διέκοψε την πρόσβαση της IRA στο διαδίκτυο την ημέρα των ενδιάμεσων εκλογών του 2018 ήταν ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση, ακόμη και αν ήταν πολύ λίγο, πολύ αργά.

Αυτό το συνονθύλευμα προσπαθειών απέχει πολύ από το να είναι επαρκές. Όπως και οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, οι επιχειρήσεις της Ρωσίας το 2016 αποκάλυψαν μεγάλες και μέχρι στιγμής αδιευκρίνιστες αδυναμίες στον συντονισμό των κυβερνητικών υπηρεσιών και των διαφόρων επιπέδων διακυβέρνησης. Ο εντοπισμός και η καταπολέμηση των επιχειρήσεων [παρα]πληροφόρησης εμπίπτει σε πολλές διαφορετικές υπηρεσίες οι οποίες δεν συντονίζονται καλά˙ οι κυβερνο-επιθέσεις και οι επιχειρήσεις [παρα]πληροφόρησης συνεχίζουν να τυγχάνουν χειρισμού σε ξεχωριστούς χώρους. Οι πολιτειακοί και ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι εξακολουθούν να έχουν κενά επικοινωνίας σχετικά με τις απειλές στα εκλογικά συστήματα. Πρόσφατα, οι εκπρόσωποι της Φλόριντα εξέφρασαν σοκ [21] στην αναφορά του Mueller ότι Ρώσοι χάκερ υπονόμευσαν ένα επαρχιακό δίκτυο της Φλόριντα πριν από τις εκλογές του 2016 και ανέφεραν μια δυσκολία [22] στο να αποκτήσουν πληροφορίες από το FBI σχετικά με τα ευρήματα του Mueller. Ο Trump υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα [23] τον Σεπτέμβριο του 2018, προειδοποιώντας για κυρώσεις για ξένη παρέμβαση, αλλά η αποτυχία της κυβέρνησης να επιβάλει τις απειλούμενες κυρώσεις στην Ρωσία για την συνεχιζόμενη παρέμβασή της ενέχει τον κίνδυνο να ενθαρρύνει την Ρωσία και άλλες χώρες να παρεμβαίνουν ομοίως, χωρίς φόβο για επιπτώσεις.

Όπως γράψαμε πέρυσι [24], οι εταιρείες τεχνολογίας πρέπει επίσης να διαδραματίσουν έναν ρόλο στην αντιμετώπιση της χειραγώγησης των πλατφορμών τους από ξένους. Αν και οι μεγάλες εταιρείες έχουν αναλάβει κάποια δράση, πολλές προσπάθειες έχουν επικεντρωθεί περισσότερο στην βελτίωση της δημόσιας εικόνας τους παρά στην αντιμετώπιση του υποκείμενου προβλήματος. Οι ρωσικές επιχειρήσεις [παρα]πληροφόρησης χρησιμοποιούν περιεχόμενο που συχνά δεν είναι αποδεδειγμένα αληθές ή ψευδές, οπότε η εστίαση στον έλεγχο των γεγονότων αντί για την τροποποίηση των εστιασμένων στην εμπλοκή αλγορίθμων (engagement-focused algorithms) που ενισχύουν το εξωφρενικό περιεχόμενο που οδηγεί αυτές τις επιχειρήσεις, έχει ως αποτέλεσμα μια διακοσμητική προσέγγιση που επιτυγχάνει ελάχιστα συγκεκριμένα αποτελέσματα. Εν τω μεταξύ, οι ακροάσεις του Κογκρέσου με στελέχη [του τομέα της] τεχνολογίας αποκάλυψαν λίγα περισσότερα πέρα από την φτωχή κατανόηση της τεχνολογίας από πολλά μέλη του. Και η κομματική προσοχή στην υποτιθέμενη προκατάληψη κατά της μιας πλευράς ή της άλλης διαδικτυακά, έχει παραγκωνίσει την συζήτηση για τις εθνικές απειλές ασφάλειας με τις οποίες παλεύει η Silicon Valley.

Ελλείψει αμερικανικής ηγεσίας, άλλες χώρες ορίζουν την ατζέντα για την ψηφιακή πολιτική. Η Αυστραλία, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλοι έχουν προτείνει ή ψήφισαν νομοθεσία για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και άλλων προβληματικών online δραστηριοτήτων, αλλά η εστίασή τους στην κατάργηση ασαφώς καθορισμένου προβληματικού περιεχομένου κινδυνεύει να έχει επιπτώσεις στον λόγο [στμ: στην ελευθερία του λόγου]. Αυτό το αποτέλεσμα πρέπει να ευχαριστεί το Πεκίνο και την Μόσχα, οι οποίοι έχουν από καιρό επιδιώξει να ελέγχουν τις πληροφορίες online. Εκτός και αν η Ουάσιγκτον παράσχει μια γνωστική και ενωμένη ηγεσία, οι τεχνολογικές εταιρείες των ΗΠΑ θα συνεχίσουν να υπολείπονται των πραγματικών λύσεων και άλλες κυβερνήσεις θα θέτουν πρότυπα και κανόνες σε αντίθεση με τα συμφέροντα και τις αξίες των ΗΠΑ.

ΩΡΑ ΓΙΑ ΗΓΕΣΙΑ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να περιμένουν πια. Ο Chris Krebs, διευθυντής της Υπηρεσίας Κυβερνο-ασφάλειας και Ασφάλειας Υποδομών (Cybersecurity and Infrastructure Security Agency), το έθεσε με ωμούς όρους [25] όταν είπε στο Κογκρέσο τον Μάρτιο: «Ξέρω τι έκανε η [ρωσική κυβέρνηση] το ’16. Ξέρω τι προσπάθησαν να κάνουν το ’18. Τι θα κάνουν το 2020; Αυτό είναι που με κρατά ξύπνιο τις νύχτες».

Τώρα που ξέρουμε περισσότερο από ποτέ για τις ενέργειες της Ρωσίας το 2016, η έκθεση του Mueller πρέπει να φέρει κοντά τους ηγέτες των δύο κομμάτων για να υπερασπιστούν την δημοκρατία των ΗΠΑ. Το Κογκρέσο πρέπει να υιοθετήσει μέτρα για την εξασφάλιση των εκλογικών συστημάτων, να επιβάλει τα ίδια πρότυπα για την πολιτική διαφήμιση μέσω διαδικτύου, να θέσει συνέπειες για κάθε ξένη ομάδα ή χώρα που θα παρέμβει στην δημοκρατία των ΗΠΑ, και να ενισχύσει τα μέτρα κατά της διαφθοράς. Θα πρέπει επίσης να συνεργαστεί με τον εκτελεστικό κλάδο για την δημιουργία ενός κέντρου υβριδικών απειλών που θα συντονίζει την ανάλυση τέτοιων απειλών σε ολόκληρη την κοινότητα πληροφοριών, και να απαιτήσει από τον Λευκό Οίκο να ορίσει έναν συντονιστή πολιτικής για το θέμα αυτό στο προσωπικό του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας.

Ο Πρόεδρος και οι ανώτεροι αξιωματούχοι θα πρέπει να στέλνουν αποτρεπτικές προειδοποιήσεις στους αντιπάλους των ΗΠΑ και να επιβάλλουν συνέπειες για επιχειρήσεις παρεμβολών. Οι εκλεγμένοι ηγέτες όλων των πολιτικών πεποιθήσεων και σε όλα τα επίπεδα -από τον Πρόεδρο και το γραφείο του μέχρι τα μέλη του Κογκρέσου και τους τοπικούς αξιωματούχους- πρέπει να στείλουν ένα σαφές και συνεκτικό μήνυμα στον αμερικανικό λαό σχετικά με την φύση της απειλής. Η διοίκηση θα πρέπει επίσης να συντονιστεί με συμμάχους των ΗΠΑ που αντιμετωπίζουν παρόμοιες απειλές. Και τα πολιτικά κόμματα και οι υποψήφιοι που κατεβαίνουν [σε εκλογές] για αξίωμα θα πρέπει να δεσμεύονται δημοσίως να μην χρησιμοποιούν οπλοποιημένες πληροφορίες που συλλέγονται μέσω χάκινγκ ή άλλων παράνομων μέσων.

Όσον αφορά την Silicon Valley, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να εξετάσουν τα υποκείμενα ζητήματα που εκμεταλλεύονται οι πράκτορες, μεταξύ άλλων με την δημιουργία νομοθετικών πλαισίων για την προστασία των δεδομένων και την διαδικτυακή διαφάνεια που προστατεύει επίσης τον λόγο. Θα πρέπει επίσης να δημιουργήσουν επίσημους μηχανισμούς για την επιβολή του νόμου και τις εταιρείες τεχνολογίας, για να μοιραστούν πληροφορίες και να απομακρύνουν τους κακόβουλους χρήστες. Οι πρωτόλειες προσπάθειες των γερουσιαστών Mark Warner και Marco Rubio να συνεργαστούν με την κοινότητα πληροφοριών και στελέχη [του τομέα] τεχνολογίας για να μοιραστούν αποχαρακτηρισμένες πληροφορίες σχετικά με την απειλή που θέτουν οι ενέργειες της Κίνας, αποτελούν ένα πρότυπο διακομματικής εμπλοκής [26] μεταξύ της κυβέρνησης και των τεχνολογικών εταιρειών.

Τα γεγονότα σχετικά με την παρέμβαση της Ρωσίας στις εκλογές στις ΗΠΑ είναι τώρα καλύτερα γνωστά, εν μέρει χάρη στην έρευνα του Mueller. Τώρα, οι πολιτικοί ηγέτες πρέπει να βάλουν στην άκρη τον κομματισμό ώστε να προστατέψουν την δημοκρατία των ΗΠΑ.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/2019-04-22/mueller-report-shows-…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.justice.gov/storage/report.pdf
[2] https://www.justice.gov/file/1080281/download
[3] https://www.justice.gov/file/1035477/download
[4] https://www.nbcnews.com/tech/tech-news/sean-hannity-black-lives-matter-a…
[5] https://www.justice.gov/opa/pr/russian-national-charged-conspiracy-act-a…
[6] https://www.justice.gov/opa/pr/russian-national-charged-interfering-us-p…
[7] https://www.nbcnews.com/politics/elections/russians-penetrated-u-s-voter…
[8] https://www.justice.gov/opa/press-release/file/1102316/download
[9] https://russiatweets.com/tweet-search?terms=mueller&language=&region=&st…
[10] https://www.ipsos.com/sites/default/files/ct/news/documents/2018-07/ipso…
[11] https://www.npr.org/2019/01/29/689760890/top-intelligence-officials-give…
[12] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2018-03-09/how-china-inter…
[13] https://www.wilsoncenter.org/sites/default/files/magic_weapons.pdf
[14] https://securingdemocracy.gmfus.org/irans-newest-info-op-shows-an-evolut…
[15] https://www.nytimes.com/2018/09/20/world/middleeast/broidy-trump-hackers…
[16] https://www.bbc.com/news/world-us-canada-47763179
[17] https://www.washingtonpost.com/world/national-security/uae-hacked-qatari…
[18] https://www.bbc.com/news/world-us-canada-43281519
[19] https://www.justice.gov/opa/speech/deputy-attorney-general-rod-j-rosenst…
[20] https://www.washingtonpost.com/world/national-security/us-cyber-command-…
[21] https://www.cnn.com/2019/04/18/politics/russian-hacking-mueller-report/i…
[22] https://www.nytimes.com/2019/04/18/us/florida-russia-2016-election-hacki…
[23] https://www.whitehouse.gov/presidential-actions/executive-order-imposing…
[24] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2018-02-22/how-sil…
[25] https://www.cnn.com/2019/03/13/politics/russia-election-systems/index.html
[26] https://www.warner.senate.gov/public/index.cfm/2019/1/warner-rubio-annou…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Gotta Serve Somebody? Not Necessarily: Europe in the US-China Crossfire

0

By Plamen Tonchev April 23, 2019

The EU can carve out its own position vis-a-vis the United States and China.

It is true that the EU has a number of disadvantages vis-à-vis the United States and China. For instance, the EU doesn’t have its own army and depends to a large extent on the NATO security umbrella. It is also true that the very architecture of the EU renders decision-making a notoriously cumbersome process. The EU is neither a unitary state, as China is, nor a federation like the United States.

Instead, it’s an international organization of sovereign and fiercely proud nation states. Slow and unwieldy? Check — it takes months on end to push a new act through the institutional maze of the EU. Hard to understand? Check again — very few people outside Europe distinguish between the European Commission, the European Parliament, the EU, and its member states. The never-ending Brexit saga doesn’t make things any better.

Enjoying this article? Click here to subscribe for full access. Just $5 a month.Because of its baffling complexity, European governments have taken a nuanced view – a euphemism for internal divisions – on the China challenge. The EU is split not on whether it should draw red lines, but where exactly these lines should run with a view to Chinese investment and national security. Europeans fear that they are relinquishing control of state-of-the-art technologies and strategic infrastructure, illustrated inter alia by the acquisition of the German robotics producer Kuka or the takeover of the Greek port of Piraeus by Chinese companies.

To make matters worse, there are complaints that France and Germany, as well as the outgoing UK, prioritize bilateral deals with China at the expense of other EU member states, particularly those in Eastern Europe. The 17+1 format is a major irritant for policymakers in Brussels, Paris and Berlin, who feel that Beijing is driving a wedge into EU unity, though this regional platform may be more of a reaction of east Europeans than a sign of genuine affinity for China.

As a response to the Belt and Road Initiative (BRI), Chinese President Xi Jinping’s pride and joy, the EU has launched its own connectivity strategy. While there have been attempts at some sort of streamlining, the two do not necessarily mix, as the EU’s concept is more about rules, while China’s stresses results and the expansion of its own economy overseas.

Despite their frequent spats over, say, NATO expenditure or German car sales in the United States, Americans and Europeans share many common concerns about China. They are largely in agreement on some foreign policy issues, as well, such as the dispute over free navigation in the South China Sea. Even more significantly, they are fairly close on priorities with a view to WTO reform. They both fume at Beijing’s use of a “special and differential treatment” clause for developing nations to justify trade-distorting subsidies provided to Chinese companies. In addition, this clause enables China to set higher barriers to market entry than more developed economies.

Furthermore, the EU and the United States are on the same page with regard to reciprocity in terms of market access and the abolition of technology transfers forced on foreign investors in China. Notably, the recent EU-China Strategic Outlook is marked by an unusually straightforward wording, with China labelled an “economic competitor” and “systemic rival,” terms redolent of Donald Trump’s language.

Yet, clouds have been gathering over the Atlantic since 2017. It’s not just the threat of U.S. sanctions on European goods or the fact that in July 2018 President Trump called the EU a foe, thus further alienating Europeans. The U.S. government has put a lot of pressure on its western allies to avoid cooperation with China’s Huawei, the world’s biggest telecom gear maker, due to fears that its equipment could be used by Beijing for espionage. Despite the arrest of a Huawei executive in Poland or a fall-out between the Chinese giant and the Czech government, so far European response has largely defied the tenant of the White House.

In fact, notwithstanding their fundamental differences, the EU and China have a lot of common ground to step on. Both remain committed to the Joint Comprehensive Plan of Action (JCPOA) deal with Iran and the Paris Accord on combating climate change, despite the U.S. pull-out from both agreements. Contrary to Trump’s isolationist instincts, both support globalization, even though Beijing’s interpretation of that process differs quite a bit from European norms and standards. In any case, it is ironic, to say the least, that Europeans are standing up for multilateralism and long-held Western values that are essentially disputed by the current U.S. administration.

So, where does this leave the EU? Will it have to choose sides? Not necessarily. Rather than merely echoing American concerns about a rising China or bandwagoning with Beijing’s globalization with “Chinese characteristics,” the EU has shown that it can have its own stance, albeit a confusing one at times. In fact, the EU must have its own stance. Both the United States and China want the Europeans in their camp. And this is where the EU should cash in.

The European single market remains very attractive to Chinese companies, as the EU represents a secure home for their investments. Combined trade between the EU and China is worth more than 1 billion euro ($1.1 billion) a day. China needs allies among western powers committed to free trade and globalisation, to which it owes its remarkable economic success. Not least of all, Beijing is eager to have its global ambitions endorsed by the EU, as recently demonstrated in Italy, which ignored Western pressure and signed up to the Belt and Road Initiative.

Across the pond, Trump needs to tap into Washington’s traditional alliances if he is to corner China and tease out concessions from a country he considers to be the biggest threat to the United States. Just as importantly, the White House doesn’t have the luxury of seeing its clout being peeled off and Western countries, including EU member states, jumping on to Beijing’s boat.

Back in 1979, Bob Dylan growled “You might own guns and you might even own tanks, you might be somebody’s landlord, you might even own banks.” In a way, he was right. The balance of power in the 21st century will be a complex set of parameters that do not include military power or economic and technological prowess in a mutually exclusive way. Most probably, power will depend on a long list of “assets” and the EU will have some of them.

Europe will definitely have a different weight, and possibly a different mission, down the road into the 21st century. But writing off the EU will be a big mistake. The EU is a powerhouse – if anything, in economic terms – and Europe’s soft power, as Joseph Nye defined it some 30 years ago, cannot be overstated either. The U.S.-China-EU triangle will never become a ménage à trois – far from it. It is based on inherently competitive relations and even rivalry, but it is still a global arrangement, whereby each side needs allies, depending on the issue at stake.

Plamen Tonchev is Head of Asia Unit at the Athens-based Institute of International Economic Relations (IIER).

https://thediplomat.com/2019/04/gotta-serve-somebody-not-necessarily-europe-in-the-us-china-crossfire/

Μαθήματα γεωστρατηγικής από τη Συρία

0

Του Νίκου Ιγγλέση
https://greekattack.wordpress.com

Πολιτικοί κάθε προέλευσης, γεωπολιτικοί αναλυτές και δημοσιογράφοι επιχειρούν, το τελευταίο διάστημα, να ερμηνεύσουν την πορεία προσέγγισης της Τουρκίας με τη Ρωσία και να προβλέψουν την αντίδραση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ ευρύτερα.

Πολύ φαιά ουσία έχει καταναλωθεί και πολλά έχουν γραφτεί για το που το πάει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τι επιδιώκει ο Βλαντίμιρ Πούτιν και πως θα απαντήσει ο Ντόναλντ Τραμπ. Όλοι σχεδόν οι επαΐοντες προσπαθούν να αναλύσουν το ρευστό γεωπολιτικό πεδίο που βρίσκεται υπό διαμόρφωση στην ευρύτερη περιοχή μας. Λίγοι όμως αντιλαμβάνονται τι πραγματικά συμβαίνει και γιατί συμβαίνει.

Αναλύσεις και εκτιμήσεις που εδράζονται στο ισλαμο-φασιστικό καθεστώς Ερντογάν, στον αυταρχικό Πούτιν, στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, στο σιωνιστικό Ισραήλ ή στους μουλάδες του Ιράν είναι έωλες και αφελείς, γιατί δεν αντιλαμβάνονται ότι όλες οι δράσεις αποσκοπούν αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των ζωτικών κρατικών συμφερόντων, και μόνο αυτών, της κάθε πλευράς.

Η Τουρκία

Η βασική απειλή για τη σημερινή Τουρκία δεν είναι ούτε η φοβική και κατευναστική Ελλάδα ούτε βεβαίως η μικρή και αδύναμη Κύπρος, αλλά ο κίνδυνος ακρωτηριασμού της με τη δημιουργία ενός κουρδικού κράτους. Αυτό βεβαίως δε σημαίνει ότι ο Ελληνισμός μπορεί να εφησυχάζει γιατί αποτελεί το δυτικό και το νότιο εμπόδιο στην επιδίωξη της Τουρκίας να καταστεί περιφερειακή ηγεμονική δύναμη. Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει η ίδια να ενισχυθεί γεωπολιτικά και όχι να διαμελισθεί.

Το κουρδικό έθνος είναι διασπασμένο σε Τουρκία, Ιράκ, Συρία και Ιράν. Τα τέσσερα αυτά κράτη έχουν ζωτικό συμφέρον να αποτρέψουν πάση θυσία τη δημιουργία ανεξάρτητης κουρδικής οντότητας, γιατί αυτό θα σήμαινε τη δική τους συρρίκνωση (απώλεια εδαφών).

Το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) στηρίχθηκε και ενισχύθηκε οικονομικά και στρατιωτικά από την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα του Περσικού Κόλπου προκειμένου να ανατραπεί η συριακή κυβέρνηση του Μπασάρ ελ Άσαντ. Επρόκειτο, σε πρώτο επίπεδο, για μια αντιπαράθεση μεταξύ της σουνιτικής πλειοψηφίας και της μειοψηφίας των Αλαουιτών  από τους οποίους προέρχεται ο Άσαντ. Το διακύβευμα ήταν όχι μόνο γεωστρατηγικό αλλά και οικονομικό προκειμένου να κατασκευαστεί ένας αγωγός που θα μετέφερε φυσικό αέριο από τον Κόλπο στις ακτές της Μεσογείου.

Το Ισλαμικό Κράτος πολέμησε με σφοδρότητα όχι μόνο το στρατό της Δαμασκού αλλά και τους Κούρδους σε Συρία και Ιράκ, παρ’ όλο που οι τελευταίοι είναι επίσης σουνίτες. Το ISIS ουσιαστικά έδρασε εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της Τουρκίας και των άλλων σουνιτικών κρατών ενάντια στην κυβέρνηση Άσαντ, στους σιίτες του Ιράν και της Βαγδάτης καθώς και στους Κούρδους. Για την Άγκυρα το Ισλαμικό κράτος θα μπορούσε να την απαλλάξει από την κουρδική απειλή στα νότια σύνορά της. Στη αρχική φάση οι ΗΠΑ και οι μεγάλες χώρες της Ευρώπης (Γαλλία, Βρετανία κλπ) είδαν θετικά το ISIS να πολεμάει τους εχθρούς τους, όταν όμως το τελευταίο ξέφυγε από τον έλεγχό τους – έφτασε στα πρόθυρα της Βαγδάτης – αναγκαστικά στράφηκαν εναντίον του.

Η Ρωσία        

 Η Μόσχα είδε με έντονη ανησυχία να καταρρέει η κυβέρνηση του Άσαντ και να απειλούνται οι μοναδικές στρατιωτικές βάσεις που διαθέτει στη Μεσόγειο. Παράλληλα η Ρωσία δεν είχε κανένα συμφέρον από τη δημιουργία ενός αγωγού που θα έφερνε φυσικό αέριο στις ακτές της Μεσογείου και από εκεί στην Ευρώπη, μειώνοντας έτσι τη δική της δεσπόζουσα θέση στην ενεργειακή τροφοδοσία της τελευταίας. Το ίδιο ισχύει και για τα κοιτάσματα της Ανατολικής  Μεσογείου.

Το Σεπτέμβριο του 2015, ύστερα από πρόσκληση της Δαμασκού, οι ρωσικές δυνάμεις άρχισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των τζιχαντιστών της Συρίας. Ο συσχετισμός επί του πεδίου μεταβλήθηκε άρδην. Η Άγκυρα είδε τους σχεδιασμούς της να ανατρέπονται. Ένα μήνα μετά, το Νοέμβριο του ’15, η Τουρκία προέβη σε μια μεγάλη προβοκάτσια καταρρίπτοντας ένα ρωσικό βομβαρδιστικό στα τουρκοσυριακά σύνορα. Ο στόχος ήταν να προκαλέσει ρωσικά στρατιωτικά αντίποινα, ώστε να μπορέσει να επικαλεστεί τη συνδρομή του ΝΑΤΟ (άρθρο 15) και να περιορίσει την εμπλοκή των Ρώσων ή και να τους εξαναγκάσει σε αποχώρηση  από τη Συρία. Η Μόσχα που αντιλήφθηκε την προβοκάτσια, δεν προέβη σε στρατιωτικά αλλά μόνο σε οικονομικά αντίποινα.

Η κατάσταση επέβαλε αλλαγή στρατηγικής. Το Ισλαμικό Κράτος δεν μπορούσε πια να παίξει το ρόλο τον οποίον του είχαν αναθέσει οι δυνάμεις που το είχαν στηρίξει.  Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας. Το κοινό συμφέρον και των δύο είναι η κατανομή της επιρροής τους στη Συρία. Η Μόσχα επέτρεψε στην Άγκυρα να καταλάβει την κουρδική περιοχή του Εφρίν και απαγόρευσε στα συριακά στρατεύματα να ανακαταλάβουν την επαρχία της Ιντλίμπ, όπου έχουν συγκεντρωθεί ασφαλείς, υπό την προστασία των Τούρκων, οι ισλαμιστές αντάρτες. Οι τελευταίοι, όταν αλλάξουν οι συσχετισμοί, θα χρησιμοποιηθούν ως εμπροσθοφυλακή της τουρκικής ισχύος (πόλεμος δι’ αντιπροσώπων). Παράλληλα η Άγκυρα ελέγχει και μια περιοχή δυτικά του Ευφράτη (Ασπίδα του Ευφράτη).

Από την πλευρά της η Ρωσία εξασφαλίζει την επιβίωση της φιλικής κυβέρνησης Άσαντ, την παραμονή των βάσεών της (η ναυτική βάση της Ταρτούς παραχωρείται στους Ρώσους για 49 χρόνια) και ταυτόχρονα διεμβολίζει το ΝΑΤΟ, προκαλώντας μεγάλη αποσταθεροποίηση  στη Βορειοατλαντική Συμμαχία. Στην εξίσωση συμμετέχει και το Ιράν που στηρίζει στρατιωτικά την κυβέρνηση Άσαντ και επιχειρεί να δημιουργήσει έναν σιιτικό άξονα που θα ξεκινάει από την Τεχεράνη και μέσω Βαγδάτης και Δαμασκού θα φτάνει μέχρι το Λίβανο (Χεσμπολάχ) και τα σύνορα του Ισραήλ. Η Συρία μπορεί να σώθηκε από τους τζιχαντιστές, χωρίστηκε όμως σε  «ζώνες κατοχής». Ρωσία, Τουρκία και Ιράν έχουν δημιουργήσει μια γεωστρατηγική συμμαχία  για να διαμοιράσουν τα «ιμάτια» της πολύπαθης Συρίας. Η μοίρα των αδύναμων – αναλώσιμων κρατών.

Οι άλλοι παίκτες

Οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Βρετανία και άλλες δυτικές χώρες που ενίσχυσαν τους Κούρδους (YPG/SDF) για να νικήσουν, επί του εδάφους, το Ισλαμικό Κράτος είναι υποχρεωμένοι να προστατεύσουν τους συμμάχους τους – κατέχουν μεγάλο τμήμα της βορειοανατολικής Συρίας – όχι για ηθικούς λόγους, αλλά γιατί διαφορετικά θα χάσουν οποιαδήποτε επιρροή στην ευρύτερη περιοχή, ενώ οι αντίπαλοί τους θα ισχυροποιηθούν. Το Ισραήλ βλέπει με τρόμο ιρανικές παραστρατιωτικές δυνάμεις να εγκαθίστανται σε απόσταση βολής από τα βορειοανατολικά σύνορά του. Γι’ αυτό συχνά βομβαρδίζει βάσεις και αποθήκες των Ιρανών επί συριακού εδάφους, προσέχοντας όμως, κατά το δυνατόν, να μην κτυπήσει τους Ρώσους.

Οι Ισραηλινοί βλέπουν τη δημιουργία ενός κουρδικού κράτους ως ανάχωμα της ιρανικής και τουρκικής επέκτασης. Η δημιουργία όμως ενός τέτοιου κράτους σημαίνει αλλαγή συνόρων τεσσάρων κρατών και είναι κάτι που δεν μπορεί να κάνει μόνο του το Ισραήλ, χρειάζεται την ολόθερμη υποστήριξη τουλάχιστον των Αμερικανών. Οι τελευταίοι όμως γνωρίζουν ότι αν στηρίξουν τη δημιουργία ενός κουρδικού κράτους θα χάσουν οριστικά την Τουρκία προς όφελος της Ρωσίας και του Ιράν, ενώ είναι αμφίβολο αν μπορούν να το επιβάλλουν και να το προστατεύσουν στρατιωτικά. Οι S-400 και τα F-35 είναι απλώς τα μέσα εκβιασμού της κάθε πλευράς στη διελκυστίνδα που έχει δημιουργηθεί.

Ο Ελληνισμός

Μπροστά σ’ αυτό το πολύπλοκο και ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον οι δύο κρατικές οντότητες του ελληνικού έθνους, η Ελλάδα και η Κύπρος, πρέπει επιτέλους να ενεργήσουν ως αυτόνομοι εθνικοκεντρικοί παίκτες και όχι ως κράτη πελάτες μεγάλων δυνάμεων. Η κύρια, αν όχι η μοναδική, απειλή για τον Ελληνισμό είναι η νεοοθωμανική και αναθεωρητική Τουρκία. Οι φιλίες και οι συμμαχίες κτίζονται μόνο πάνω σε κοινά συμφέροντα. Οι ιδεολογικές ή πολιτικές συμπάθειες δεν πρέπει να καθορίζουν την εξωτερική πολιτική μιας χώρας, αν αυτή θέλει να επιβιώσει.

Τα μαθήματα από τη Συρία δείχνουν ότι ένα κράτος που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του και αναθέτει τη σωτηρία του στους συμμάχους του, στη συνέχεια μετατρέπεται σε προτεκτοράτο αυτών που το έσωσαν.

Ο Ελληνισμός θα πρέπει να ενισχύσει πάση θυσία τους συντελεστές ισχύος του και πάνω σ’ αυτούς να κτίσει τις συμμαχίες του. Συντελεστές ισχύος για ένα κράτος είναι: η πολιτική κυριαρχία, η νομισματική και οικονομική ανεξαρτησία, η δημογραφική ομοιογένεια, η κοινωνική συναίνεση, η ισχύς των ενόπλων δυνάμεων και η ικανότητα της πολιτικής, διπλωματικής και στρατιωτικής ηγεσίας του. Όλοι αυτοί οι συντελεστές ισχύος του Ελληνισμού, τα τελευταία εννέα χρόνια των Μνημονίων και της ολοκληρωτικής υποδούλωσης στους ευρω-δανειστές, καταρρέουν με γεωμετρική πρόοδο.

Ο Νίκος Ιγγλέσης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου
«Στρατηγικές Επιλογές Επιβίωσης του Ελληνισμού»
που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στοχαστής».

Το αίνιγμα του εκδημοκρατισμού της Τουρκίας

0

Του Νίκου Κ. Μιχαηλίδη,  Λέκτορας στο πανεπιστήμιο Πρίνστον των ΗΠΑ   23/04/2019 07:00

Η συνεργασία του Ερντογάν με το παλιό κεμαλικό βαθύ κράτος ανέτρεψε τις ισορροπίες στο εσωτερικό του κράτους και άλλαξε και πάλι την ανθρωπογεωγραφία κρίσιμων τομέων του κρατικού μηχανισμού

 Οι εθνικιστικές οθωμανικές κυβερνήσεις των αρχών του 20ού αιώνα είχαν ως προτεραιότητα τη δημιουργία ενός ενωμένου, ομοιογενούς εθνικού τουρκικού κράτους στα εναπομείναντα εδάφη της Μικράς Ασίας.

Ο κληρονόμος και συνεχιστής των νεοτουρκικών μιλιταριστικών και γενοκτονικών πολιτικών Μουσταφά Κεμάλ δημιούργησε μία ιδεολογία, στην οποία δεν είχαν καμιά θέση οι μη τουρκικές εθνοτικές ομάδες και μειονότητες.

Έτσι έθεσε σε εφαρμογή μια πολιτική σκληρού εκτουρκισμού των πολλών διαφορετικών θρησκευτικών και εθνοτικών ομάδων. Αυτές οι πολιτικές συνεχίστηκαν ακόμα και μετά το θάνατό του, έχοντας ως θεματοφύλακα τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις. Η γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών (Αρμένιοι, Έλληνες και Ασσύριοι) της Μικράς Ασίας διευκόλυνε τις πολιτικές εκτουρκισμού των υπόλοιπων ομάδων.

Αυτή η ιδιότυπη κοινωνική μηχανική, που εφάρμοσε το τουρκικό κράτος για δεκαετίες, είχε στόχο να αφομοιώσει πλήρως και να εκτουρκίσει όλους τους πληθυσμούς που διαβιούσαν εντός των συνόρων του νεοϊδρυθέντος κράτους.

Το κεντρικό δόγμα ασφαλείας, που διαμορφώθηκε από τις ένοπλες δυνάμεις και τις υπηρεσίες πληροφοριών και συνεχίζει να εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα, αναπτύχθηκε γύρω από δύο κεντρικές πολιτικές επιδιώξεις: α) την αποτροπή απόκτησης πολιτικής δύναμης και επιρροής στις υποθέσεις του κράτους και της δημόσιας ζωής από οποιαδήποτε μη τουρκική εθνοτική ομάδα και β) τη διαρκή και πλήρη άρνηση της απόδοσης μειονοτικών δικαιωμάτων, πέραν αυτών που αναγνωρίζει η Συνθήκη της Λοζάνης, προς τους ελάχιστους εναπομείναντες χριστιανούς. Στη βάση αυτού του κεντρικού δόγματος ασφαλείας απαγορεύτηκε στους Κούρδους, Άραβες, Τσερκέζους και σε πολλές άλλες μη τουρκικές εθνοτικές ομάδες να μιλούν δημόσια τη γλώσσα τους και να αναπτύσσουν τον πολιτισμό τους (μουσική, λογοτεχνία, ιστορία, φολκλόρ κτλ). Ως σουνίτες μουσουλμάνοι, θεωρήθηκαν αυτόματα και Τούρκοι.

Η δημιουργία και άνοδος του κουρδικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος (ΡΚΚ) στις αρχές τις δεκαετίας του 1980 κατέστησε το κρατικό δόγμα ασφαλείας ακόμα πιο επιτακτικό. Στην πολυετή σύγκρουση μεταξύ Κούρδων του ΡΚΚ και του τουρκικού στρατού έχασαν τη ζωή τους δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι. Σε αυτό το κλίμα βίας, ο στρατός ενίσχυσε τη θέση του στους μηχανισμούς σχεδιασμού και λήψης κρατικών αποφάσεων, γεγονός που οδήγησε στην περαιτέρω στρατιωτικοποίηση της δημόσιας ζωής και της πολιτικής ατζέντας.

Το αποσχιστικό κουρδικό κίνημα θεωρήθηκε η μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια του κράτους και την ενότητα της χώρας και όλες οι πολιτικές του κράτους σχεδιάστηκαν με βάση αυτήν την αντίληψη απειλής.

Το λεγόμενο βαθύ κράτος, δηλαδή ένα δίκτυο αποτελούμενο από στελέχη των τουρκικών υπηρεσιών ασφαλείας και διαφόρων τμημάτων της κρατικής γραφειοκρατίας, με επικεφαλής το εθνικό συμβούλιο ασφαλείας, κατάφερε να ελέγξει και να κατευθύνει τους μηχανισμούς σχεδιασμού πολιτικής και λήψης αποφάσεων σε όλους τους κρίσιμους τομείς της δημόσιας πολιτικής, υποτάσσοντας ακόμα και τους μηχανισμούς των κομμάτων και πολλούς πολιτικούς, τους οποίους έλεγχε με διάφορες μεθοδεύσεις.

Η «παρακρατική» αυτή δομή κατάφερνε να νομιμοποιεί τις παρεμβάσεις και το ρόλο της λόγω της διαρκούς επίκλησης του κουρδικού αποσχιστικού κινδύνου. Επίσης κατάφερε μέχρι σήμερα να αποτρέψει οποιεσδήποτε προσπάθειες εκδημοκρατισμού της χώρας και επίλυσης του κουρδικού προβλήματος με ειρηνικά μέσα.

Το «βαθύ κράτος» στιγμάτισε και ποινικοποίησε ακόμα και τα ειρηνικά κουρδικά κινήματα, φυλακίζοντας τους ηγέτες τους και απονομιμοποιώντας τη δημόσια παρουσία και δράση τους. Ελέγχοντας σε μεγάλο βαθμό τους μηχανισμούς κρατικής προπαγάνδας, αυτό το δίκτυο κατάφερε να ελέγξει και να διαμορφώσει την τουρκική κοινή γνώμη με βάση τις δικές του ιδεολογικές προτιμήσεις και πολιτικές στοχεύσεις. Με λίγα λόγια, κατάφερε να νομιμοποιήσει την άσκηση ωμής βίας έναντι των Κούρδων αλλά και έναντι κάθε αντιπολιτευόμενης φωνής.

Ο Ταγίπ Ερντογάν, με την άνοδό του στην εξουσία, επιχείρησε να αποδυναμώσει το κουρδικό εθνικό κίνημα και να ενσωματώσει τους Κούρδους μέσω του σουνιτικού Ισλάμ, δίνοντας παράλληλα γενικές και θολές υποσχέσεις για εκδημοκρατισμό.

Για μερικά χρόνια αυτή η πολιτική έφερε αποτελέσματα, αλλά κατέρρευσε λόγω των εξελίξεων στη Συρία και της σύγκρουσης στο εσωτερικό του ισλαμικού κινήματος λόγω διαφθοράς, εσωτερικών ανταγωνισμών αλλά και διαφορετικών προσεγγίσεων σε καίρια ζητήματα. Έτσι αποδυναμώθηκε σταδιακά η πτέρυγα των ισλαμιστών, που ήταν υπέρ του πολιτικού διαλόγου για ειρηνική επίλυση του κουρδικού. Σημαντικό ρόλο σε αυτήν την αλλαγή πολιτικής έπαιξε και η πολιτική ενίσχυση του φιλοκουρδικού κόμματος HDP σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις.

Στο πλαίσιο αυτών των αλλαγών, ο Ερντογάν ήρθε σε συνεννόηση με το παλιό βαθύ κράτος των κεμαλιστών, απελευθέρωσε όλους τους αξιωματικούς του στρατεύματος που φυλακίστηκαν με τις υποθέσεις «βαριοπούλα» και «εργκενεκόν», ενώ εγκατέστησε πολλούς από αυτούς σε θέσεις κλειδιά των ενόπλων δυνάμεων και των υπηρεσιών ασφαλείας.

Ο Ερντογάν, ως αποτέλεσμα της συμφωνίας του με τους παλαιοκεμαλιστές και τους υπερεθνικιστές του Μπαχτσελί, διέκοψε την πολιτική συνομιλιών με τους Κούρδους και επανέφερε τις παλιές πολιτικές ωμής καταστολής και βίας έναντι του κουρδικού κινήματος και όλων των συνιστωσών του, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Μετά την περίεργη απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016, η πολιτική βίαιης καταστολής και διώξεων ενισχύθηκε περαιτέρω. Έκτοτε τα γεγονότα είναι γνωστά. Μαζικές εκκαθαρίσεις γκιουλενιστών αλλά και όλων των φιλελεύθερων αντιπολιτευόμενων, καθώς και των Κούρδων του κόμματος HDP, ο ηγέτης του οποίου, Σελαχατίν Ντεμιρτάς, βρίσκεται ακόμα στη φυλακή.

Η συνεργασία Ερντογάν με το παλιό κεμαλικό βαθύ κράτος ανέτρεψε τις ισορροπίες στο εσωτερικό του κράτους και άλλαξε και πάλι την ανθρωπογεωγραφία κρίσιμων τομέων του κρατικού μηχανισμού, όπως δικαστήρια, αστυνομία, στρατός, πανεπιστήμια και εκπαίδευση γενικότερα, δημοσιογραφία και ΜΜΕ, ενώ ανατροπές έγιναν και στο εσωτερικό της κοινωνίας, αφού έκλεισαν πολλές κοινωνικές οργανώσεις και ΜΜΕ, ενώ κατασχέθηκαν περιουσίες και επιχειρήσεις στελεχών προσκείμενων στον Φ. Γκιουλέν.

Επιπλέον, ο Ερντογάν φυλάκισε σχεδόν τους μισούς στρατηγούς και ναυάρχους των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων καθώς και χιλιάδες αξιωματικούς διαφόρων βαθμίδων, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν φιλοδυτικοί και φιλονατοϊκοί αξιωματικοί, και επιθυμούσαν μια ειρηνική λύση στο κουρδικό μέσω διαλόγου (περίπου 40.000 φυλακισμένοι αξιωματικοί και 150 στρατηγοί και ναύαρχοι). Η πτέρυγα των αξιωματικών που φαίνεται πως κυριάρχησε στις ένοπλες δυνάμεις είναι αυτή των αντιδυτικών φιλορώσων και φιλοϊρανών, οι οποίοι επιθυμούν να περιορίσουν το ρόλο της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και να συνάψουν στρατηγική συνεργασία με τη Ρωσία και το Ιράν. Για αυτόν το λόγο είδαμε και σημαντικές αλλαγές στην τουρκική κρατική πολιτική έναντι των Κούρδων σε ολόκληρη την περιοχή και ιδιαίτερα στη Συρία.

Κρίνοντας από την αλλαγή στάσης του τουρκικού κράτους στο κουρδικό ζήτημα και από σειρά άλλων αλλαγών στο εσωτερικό της χώρας (π.χ. περαιτέρω συγκεντρωτισμός εξουσίας λόγω επιβολής του προεδρικού συστήματος) είναι βάσιμο να υποστηρίξουμε ότι το παλιό «βαθύ κράτος» έχει ανακτήσει την επιρροή και εξουσία του στους κρατικούς μηχανισμούς σχεδιασμού πολιτικής και στη λήψη των αποφάσεων.

Επανήλθαν οι πολιτικές ωμής βίας και καταστολής καθώς και η σοβινιστική ιδεολογία της τουρκοϊσλαμικής σύνθεσης. Ενώ η κοινωνία άλλαξε, στέλνοντας το φιλοκουρδικό κόμμα HDP στη Βουλή ως τρίτη κοινοβουλευτική δύναμη, οι παλιές δυνάμεις του βαθέος κράτους πάτησαν φρένο, ξηλώνοντας όλα τα δίκτυα που επιθυμούν πολιτική αλλαγή και ουσιαστικό εκδημοκρατισμό της χώρας. Αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί ομαλά, είναι εξαιρετικά πιθανόν πως το φιλοκουρδικό HDP (Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών) σύντομα θα γινόταν η δεύτερη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη, ηγέτης της αντιπολίτευσης και ρυθμιστής των πολιτικών πραγμάτων.

Θα πρέπει να τονιστεί, διότι είναι σημαντικό και διαφεύγει της προσοχής στην Ελλάδα, ότι η οριακή νίκη του Εκρέμ Ιμάμογλου στις πρόσφατες εκλογές για τη δημαρχία της Κωνσταντινούπολης οφείλεται κυρίως στη στήριξη που του παρείχε το φιλοκουρδικό κόμμα, το οποίο για το λόγο αυτό δεν κατέβασε υποψήφιο σε αυτήν την πόλη.

Όμως θα πρέπει να είμαστε εξαιρετικά επιφυλακτικοί για την προοπτική εκδημοκρατισμού αυτής της χώρας. Το μόνο που είναι αρκετά βέβαιο είναι πως το πολιτικό Ισλάμ τελειώνει και επανέρχονται στους μηχανισμούς εξουσίας οι κεμαλιστές. Θα γίνει αυτή η αλλαγή ομαλά και αναίμακτα; Μένει να το δούμε.

*Δημοσιεύθηκε στη “ΜτΚ” στις 21 Απριλίου 2019

Έτοιμη να εκραγεί ξανά η Λιβύη!

0

Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου*  Τρίτη 23 Απριλίου 2019, 00:02 – Τελευταία ενημέρωση: Δευτέρα 22/04/2019, 23:22 liberal.gr

Όσοι παρακολουθούν από κοντά και σε βάθος την κατάσταση στην Λιβύη δεν αιφνιδιάστηκαν από την πρόσφατη και πλέον σοβαρή κλιμάκωση του εμφυλίου πολέμου από το 2014. Μετά τις επιθετικές επιχειρήσεις του λεγόμενου Λιβυκού Εθνικού Στρατού – (Libyan National Army-LNA) του «Στρατηγού» Χαλίφα Χαφτάρ, τον Φεβρουάριο, νότια προς την περιοχή Φεζάν εκτιμάτο ότι σε κάποιον χρόνο αργότερα θα ενεργούσε επιθετικά και προς Δυσμάς. Από την 4 Απριλίου, ισχυρές δυνάμεις του LNA προέλασαν αρχικά χωρίς ουσιαστική αντίσταση μέσω του παραλιακού διαδρόμου από ανατολικά και στην συνέχεια εκτόξευσαν επίθεση για να καταληφθεί η πρωτεύουσα της χώρας Τρίπολη. Ο στην ουσία Πολέμαρχος «Στρατηγός» Χαφτάρ μιλησε για …«απελευθέρωση» της Τρίπολης!

Όμως η μεγάλη κινητοποίηση των διαφόρων παραστρατιωτικών ομάδων που πρόσκεινται στην Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (Government of National Accord – GNA) που εδρεύει στην Τρίπολη και ιδιαιτέρα αυτών από την ισχυρή Μισράτα που παρεμπιπτόντως εξελίσσεται σε «πόλη – κράτος», πέτυχε την πρόσκαιρη αναχαίτιση των δυνάμεων του Χαφτάρ. Οι εχθροπραξίες όμως, έστω και με μικρότερη ένταση συνεχίζονται μέχρι και σήμερα στην ευρύτερη περιοχή της Τρίπολης. Από την πλευρά τους κάποιες άλλες δυνάμεις της GNA επιτέθηκαν για αντιπερισπασμό στα νότια της Τριπόλεως και κατέλαβαν την πόλη Σεμπχά στην περιοχή Φεζάν που είχε στα χέρια του από τον Φεβρουάριο ο Χαλίφα. Και επειδή «ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται» υπάρχουν πληροφορίες ότι απομεινάρια του ISIS βρήκαν την ευκαιρία να επιτεθούν σε δύο χωριά στα κεντρικά της χώρας και να τα καταλάβουν.

Γενική Κατάσταση στην Χώρα – Διαίρεση- Εσωτερικοί Δρώντες

Η Λιβύη των πολλαπλών ιδιαιτεροτήτων, της απουσίας θεσμικών κρατικών λειτουργιών αλλά και φυλετικής δομής, είναι διαιρεμένη βασικά μεταξύ δύο «πολιτικών οντοτήτων» που προήλθαν μετά την Λιβυκή Πολιτική Συμφωνία του Δεκεμβρίου 2015 και συνεχίζει να μην έχει… Σύνταγμα!

Το Δυτικό τμήμα, με κέντρο την Τρίπολη που περιλαμβάνει και την κρίσιμη περιοχή της Σύρτης, ελέγχεται από την αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ «Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας» (GNA) με επικεφαλής τον Φαγέζ Αλ Σαρράζ που είναι ταυτόχρονα και Πρόεδρος (Προεδρικό Συμβούλιο). Φιγούρα που ξεχωρίζει είναι ο Αντιπρόεδρος Αχμέντ Μάιτικ, επιχειρηματίας από τη Μισράτα ενώ σημαντικό ρόλο παίζει και ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Συμβουλίου του Κράτους (Συμβουλευτικό Όργανο) Χαλίντ αλ Μίσρι, που φέρεται να συνδέεται με την Μουσουλμανική Αδελφότητα και για τον λόγο αυτό είναι «κόκκινο πανί» για την Αίγυπτο. Τονίζεται ιδιαίτερα ότι στην Τρίπολη βρίσκονται οι δύο σημαντικοί Οργανισμοί για την Οικονομία της Χώρας, η Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου (National Oil Corporation-NOL) και η Κεντρική Τράπεζα της Λιβύης.


Το μεγαλύτερο όμως τμήμα της χώρας στο κέντρο – ανατολικά, ελέγχεται από την λεγόμενη Βουλή των Αντιπροσώπων» με έδρα το Τομπρούκ και περιλαμβάνει και την Βεγγάζη με πολιτικό ηγέτη τον Ακίλα Σαλέχ Αίσα. Στην ουσία όμως κυριαρχεί ο «Στρατηγός» Χαλίφα Χαφτάρ. Στις νότιες περιοχές της χώρας που συνορεύουν με το Τσαντ και τον Νίγηρα δρουν ανεξέλεγκτα πολέμαρχοι από τις τοπικές φυλές Τούμπου και στα νοτιοδυτικά προς την Αλγερία ένοπλοι Τουαρέγκ.
Επισημαίνεται ότι στην Λιβύη η έννοια έθνους υπολείπεται αυτής της φυλής. Έχουμε πληθώρα φυλών (7 είναι οι κύριες και κάπου άλλες 40 οι μικρότερες) και φατριών και αναλόγως συμφερόντων συνάπτουν συμμαχίες, κάποιες πρόσκαιρες και καιροσκοπικές οι οποίες ευλόγως δεν είναι σταθερές. Δεν υπάρχουν ομογενοποιημένοι κανονικοί Στρατοί, αλλά παραστρατιωτικές ομάδες με φυλάρχους και μισθοφόρους ενώ τα υπολείμματα του Στρατού του Καντάφι έχουν διαμοιραστεί μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών.

Η ενεργειακή διάσταση

Και οι δύο προαναφερθείσες πολιτικές οντότητες ελέγχουν αριθμό πετρελαιοπηγών και τερματικών εξαγωγής με την πλειονότητα τους να είναι «στα χέρια» του Χαφτάρ και της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Στην Λιβύη υπάρχουν τεράστια αποθέματα πετρελαίου με κύριο χαρακτηριστικό την ευκολία άντλησης και την με μικρό κόστος μεταφορά του στην εγγύς Ευρώπη. Τον προηγούμενο μήνα η παραγωγή έφθασε σε όλη την χώρα στο 1,1 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα (bpd). Το παράδοξο είναι ότι τόσο στην Τριπολιτάνια που σε μεγάλο βαθμό ελεγχόταν μέχρι τώρα από την GNA όσο και στην Κυρηναϊκή που ελέγχεται από τον Χαφτάρ την διαχείριση πηγών, αγωγών και τερματικών την έχει η Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου (National Oil Corporation – NOC) ενώ οι πληρωμές γίνονται στην Κεντρική Τράπεζα με έδρα τους την Τρίπολη. Οι προσπάθειες του Χαφτάρ να δημιουργήσει στην Βεγγάζη μία επίσης Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου μετά από σημαντική πίεση των ΗΠΑ δεν ευοδώθηκαν.

σ

Ποιος όμως είναι ο σημερινός «πρωταγωνιστής» Λιβύης Χαλίφα Χαφτάρ

Ο 75χρονος Χαφτάρ ήταν μέλος της Ομάδας Αξιωματικών του Καντάφι που ανέτρεψε τον Βασιλιά Ιντρίς το 1969. Αργότερα το 1986 ο Καντάφι όταν τον έστειλε στον Νότο να πολεμήσει με το Τσαντ τον προήγαγε σε… «Αρχιστράτηγο» αλλά όταν το 1987 μαζί με 300 περίπου άνδρες του συνελήφθη από τις υποστηριζόμενες από την Γαλλία Δυνάμεις του Τσαντ τον… αποκήρυξε. Από εκεί κατέληξε στην Βιρτζίνια των ΗΠΑ, απέκτησε Αμερικανική υπηκοότητα και έγινε ο άνθρωπος της CIA για την Λιβύη.

Επέστρεψε στην Λιβύη με την εξέγερση εναντίον του καθεστώτος Καντάφι το 2011 και ανέλαβε την αρχηγία Ομάδος Ανταρτών. Μετά την πτώση του καθεστώτος παρέμεινε σε αφάνια και εμφανίστηκε ξανά τον Φεβρουάριο 2014 διακηρύσσοντας στην Βεγγάζη το σχέδιο του να «σώσει την χώρα», στρεφόμενος εναντίον του τότε εκλεγέντος Εθνικού Κογκρέσου που ομολογουμένως κυριαρχείτο από Ισλαμιστές. Αργότερα με την επιχείρηση «Αξιοπρέπεια» εξάλειψε τις ισλαμιστικές ένοπλες ομάδες στα ανατολικά και η Βουλή των Αντιπροσώπων τον διόρισε Διοικητή του LNA

Η υποκρισία της Διεθνούς Κοινότητας και ο ρόλος των εξωτερικών δρώντων στην Λιβύη

Μετά την Λιβυκή Πολιτική Συμφωνία του Δεκεμβρίου 2015 και το σχετικό Ψήφισμα 2259 του ΣΑ/ΟΗΕ, αναγνωρίστηκε από ΟΗΕ και ολόκληρη την Διεθνή Κοινότητα ως Κυβέρνηση της Χώρας, η λεγόμενη Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας με Πρόεδρο τον Φαγέζ Αλ Σαρράζ με «Νομοθετικό Σώμα» την Βουλή των Αντιπροσώπων στο Τομπρούκ η οποία όμως δεν έδωσε ποτέ… ψήφο εμπιστοσύνης. Για μία όμως ακόμα φορά οι βασικοί «παίκτες» δυστυχώς λόγω συμφερόντων αντιμετώπισαν καιροσκοπικά και με υποκρισία το όλο θέμα και λόγω αυτού πέρα από την εσωτερική πολύπλοκη κατάσταση συνεχίζεται η αιματηρή εσωτερική διαμάχη.

Τον Χαλίφα Χαφτάρ υποστηρίζουν με περισσότερο ή λιγότερο εμφανή τρόπο. Η Ρωσία που αναζητεί πρόσθετα ερείσματα στην Μεσόγειο μετά την Συρία αλλά καλοβλέπει και τους ενεργειακούς πόρους της χώρας. Η Αίγυπτος που επιδιώκει Ζώνη Ασφαλείας των δυτικών της συνόρων της και περιορισμό των Αδελφών Μουσουλμάνων που έχουν διεισδύσει στην Λιβύη. Για παρόμοιους λόγους η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα καθόσον επιδιώκουν τον περιορισμό των Αδελφών Μουσουλμάνων. Και τέλος η Γαλλία λόγω οικονομικών συμφερόντων με την TOTAL να αποκτάει σημαντικό μερίδιο στην εκμετάλλευση των πετρελαίου στη λεκάνη της Σύρτης. Την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (GNA) του Φαγέζ αλ Σαράζ στηρίζει διακριτικά θα μπορούσαμε να πούμε η Τουρκία που δεν θέλει μεν μεγαλύτερες περιπλοκές αλλά επιδιώκει αύξηση της επιρροής της. Μαζί με την Τουρκία και το Κατάρ με παροχή σημαντικής οικονομικής βοήθειας. Το Ηνωμένο Βασίλειο επίσης σε επίπεδο ΟΗΕ χωρίς όμως με μεγαλύτερη εμπλοκή και τέλος ενεργά η Ιταλία η οποία εκτός των παραδοσιακών γεωπολιτικών λόγων και της ασφαλείας των εγγύς ακτών της, επειδή η γνωστή Εταιρεία ΕΝΙ είναι κύριος εταίρος της Λιβυκής Εταιρείας Πετρελαίου (LOC).

H Κυβέρνηση Τραμπ, ακολουθώντας την πολιτική Ομπάμα μετά το 2014 στο θέμα της Λιβύης, έχει αναγνωρίζει την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (GNA) και έχει στηρίξει όλες τις πρωτοβουλίες του ΟΗΕ αντιμετωπίζοντας μέχρι σήμερα την Λιβυκή κρίση με νηφαλιότητα, διατηρώντας «ασφαλή απόσταση» και αποθαρρύνοντας οποιαδήποτε κλιμάκωση. Άλλωστε δεν διακυβεύονται σοβαρά αμερικανικά συμφέροντα. Με την έναρξη της επιθετικής επιχείρησης του Χαφτάρ, η Ουάσιγκτον απέσυρε όσους στρατιωτικούς είχε στη περιοχή. Και ενώ πριν από δέκα ημέρες ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Πομπέο είχε καλέσει τον Χαφτάρ να σταματήσει την προέλαση του και να επιστρέψει στην περιοχή του, σε μία αιφνιδιαστική αλλαγή πολιτικής μάθαμε ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος επικοινώνησε την 16 Απριλίου τηλεφωνικά με τον Χαφτάρ, την ημέρα που τον επισκεπτόταν ο Πρόεδρος της Αιγύπτου Σίσι, δημιουργώντας πλέον νέα δεδομένα. Στην ανακοίνωση αναφερόταν κοινή αντίληψη για τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Ίσως το τηλεφώνημα αυτό να έχει σχέση πρωτίστως με την απρόσκοπτη ροή πετρελαίου προς την Ευρώπη ενόψει της αυξήσεως της πιέσεως για το εμπάργκο στο Ιρανικό πετρέλαιο.

Η ήδη πλαδαρή και άνευρη ΕΕ παρακολουθεί αμήχανα την κρίση στην «αυλή» της διχασμένη λόγω της αντιπαλότητας Γαλλίας – Ιταλίας και ακόμα πιο αμήχανα η χώρα μας η οποία επικοινωνεί μεν με την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας χωρίς όμως ακόμα να λειτουργεί την Πρεσβεία μας στην Τρίπολη που την «έκλεισε» το 2014. Από πλευρά του το ΣΑ/ΟΗΕ δεν έχει κατορθώσει να εκδώσει κάποιο Ψήφισμα με το ΗΒ να είναι αυτό που το επιδιώκει.

Κίνδυνος γενικευμένου πολέμου με συνέπειες για όλη την περιοχή

Εκτιμάται ότι ο Χαφτάρ επιδιώκει να κυριαρχήσει σε ολόκληρη την Λιβύη. Με την ενθάρρυνση των «Συμμάχων» του προχώρησε σε μία μάλλον βιαστική και κακά προετοιμασμένη επιθετική ενέργεια από στρατιωτικής απόψεως. Με την εσπευσμένη αυτή επιθετική ενέργεια δεν ήθελε να εγκλωβιστεί στην Συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για την εθνική συμφιλίωση που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί 14-15 Απριλίου και αναβλήθηκε, στην Λιβυκή πόλη-όαση Γκανταμές (400 χιλ νοτιοδυτικά της Τριπόλεως) υπό την Προεδρία του ειδικού απεσταλμένου του ΓΓ/ΟΗΕ Λιβανέζου Γκασάμ Σαλαμέ. Το πρώτο βήμα για να ανατρέψει τον οδικό χάρτη που και ο ίδιος είχε συμφωνήσει. Τον ρόλο του σαν ανώτατο Στρατιωτικό Ηγέτη της Λιβύης αμφισβητούν όχι μόνο η GNA αλλά και άλλα ισχυρά κέντρα όπως η Μισράτα και η Ζιντάν. Πολλοί επίσης τον βλέπουν ως έναν εν δυνάμει …δικτάτορα.

Τελικά, όπως φαίνεται ο Λιβυκός Εθνικός Στρατός του Χαφτάρ δεν είναι και τόσο ισχυρός για να επικρατήσει σε όλη την Λιβύη και να δοθεί στρατιωτική «λύση» στον εμφύλιο πόλεμο με την καθολική νίκη του ισχυρού. Μάλλον οδεύουμε σε μεγαλύτερο αδιέξοδο. Ήδη μακριά από τις βάσεις τους χωρίς επαρκή Διοικητική Μέριμνα και με τα πλευρά του LNA είναι εκτιθεμένα σε μεγάλο μήκος και τρωτά σε αντεπιθέσεις που θα κάνουν την κατάσταση ακόμα πιο πολύπλοκη.

Στην Ελλάδα καλό είναι στις εκτιμήσεις μας να μην συμπαρασυρόμαστε από το γεγονός ότι ο Χαφτάρ θεωρεί τον Ερντογάν εχθρό του επειδή στηρίζει την Κυβέρνηση της Τρίπολης, ούτε από το γεγονός ότι έχει εκκαθαρίσει κατά διαστήματα ισλαμιστικούς θύλακες στην περιοχή. Υπάρχει καλώς ή κακώς μία Κυβέρνηση που είναι αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ. Η αντίληψη περί διεθνούς νομιμότητας δεν μπορεί να είναι αλά καρτ! Για αυτό χρειάζεται επαρκής και επιδέξια διπλωματία και ένας πιο ενεργός ρόλος από αυτόν του μακρινού παρατηρητή μιας και η Λιβύη είναι στην γειτονιά μας και έχουμε συνορεύουσες θαλάσσιες που κάποτε θα πρέπει να οριοθετηθούν.

Οι επιθετικές επιχειρήσεις του LNA εναντίον της GNA για κατάληψη της Τρίπολης , με τους περίπου 300 νεκρούς και τους 1100 τραυματίες έστω και αν δεν πέτυχαν τους σκοπούς που τέθηκαν, έχουν τορπιλίσει τις διαβουλεύσεις για να επιτευχθεί πολιτικός διακανονισμός που θα οδηγήσει στην ειρήνευση και σταθερότητα και συνεπώς αυξάνει την πιθανότητα ενός γενικευμένου πολέμου. Να επισημάνουμε ότι στην ευρύτερη περιοχή των επιχειρήσεων υπάρχουν 1,5 εκατομμύριο άμαχοι περίπου. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα υπάρξουν αναμφίβολα σοβαρές επιπτώσεις, πρωτίστως για την ίδια την χώρα και τους κατοίκους της, αλλά επίσης και για την ασφάλεια όλης της περιοχής και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που όπως προαναφέρθηκε στην «αυλή» της οποία βρίσκεται η Λιβύη

Αντί επιλόγου

Άραγε με πρώτους τους βασικούς εξωτερικούς δρώντες που από πλευράς τους αντί να πιέσουν τις αντιμαχόμενες πλευρές να καταλήξουν σε μία επιτέλους πολιτική διευθέτηση που θα οδηγήσει στην ειρήνη και στην σταθερότητα, έχει κατανοηθεί τι σημαίνει ένα νέο χάος στην Λιβύη; Στην Λιβύη των πλούσιων πετρελαϊκών κοιτασμάτων, των «εκκολαπτηρίων» των φονταμενταλιστών και του διαδρόμου ροής της παράνομης αφρικανικής μετανάστευσης προς την Ευρώπη;

*Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι επικεφαλής στο «Παρατηρητήριο Liberal»

Πηγές:

1.Libya conflict boils down to the man driving the war – Khalifa Haftar 

2. A quick guide to Libya’s main players

3. Presidential Council, High Council of State Heads say Haftar won’t be part of peace talks

4. Now controlling two-thirds of Libya can Haftar take Tripoli?

liberal.gr