Αρχική Blog Σελίδα 2637

Τα δυνατά χαρτιά του Κύπριου Δαυίδ έναντι του Τούρκου Γολιάθ

0

Τα δυνατά χαρτιά του Κύπριου
Γράφει ο Παναγιώτης Τήλλυρος* –  slpress.gr

«Πρέπει να ξέρετε ότι με την ελευθερία, αν την υπερασπιστούμε και την διαφυλάξουμε, εύκολα θ᾽ αποκτήστε πάλι και σπίτια και χωράφια, ενώ αν υποκύψετε σε ξένους, τότε θα χάσετε κι αυτά που έχετε». Θουκιδίδου Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου, [2.62.3]**.

Με αφορμή την 45η επέτειο της εισβολής της Κύπρου από την Τουρκία το 1974 και την τρέχουσα δεύτερη εισβολή στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το διεθνές δίκαιο δεν αποτελεί εγγύηση προστασίας για τους αδύναμους. Ούτε η ελπίδα ή η εξάρτηση από “σύμμαχους” αποτελεί στρατηγική, με βάση τα διδάγματα που αντλήθηκαν από τον αρχαίο Έλληνα ιστορικό Θουκυδίδη.

Ο ρεαλισμός δείχνει πάντοτε την πορεία της αρετής και της σοφίας. Υπό το φως της συνεχιζόμενης τουρκικής επιθετικότητας εναντίον του Ελληνισμού, οι ακόλουθες προτάσεις περιλαμβάνουν σημαντικές πολιτικές επιλογές και δράσεις που μπορούν να προσφέρουν αποτελεσματικούς τρόπους αντιμετώπισης της τουρκικής απειλής.

Η Ελλάδα πρέπει να κάνει ό,τι είναι δυνατό για να εξέλθει από τη Θουκυδίδεια παγίδα της ανερχόμενης Τουρκίας. Πρώτον, πρέπει να αποκαταστήσει την ισορροπία δυνάμεων το ταχύτερο δυνατόν. Δεύτερο, θα πρέπει να χαράξει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική βασισμένη σε αξιόπιστη αποτροπή και στο αυτονόητο Ρωμαϊκό δόγμα «Αν θέλετε ειρήνη προετοιμαστείτε για πόλεμο/Si vis pacem, para bellum». Η αναβίωση του «Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος» έχει την αξία της, αλλά θα στερείται αξιοπιστίας εκτός εάν υποστηρίζεται από συγκεκριμένα στρατιωτικά μέτρα και την επίδειξη αποδεδειγμένης βούλησης από την Ελλάδα να υποστηρίξει το δόγμα.

Η Κύπρος θα πρέπει να πείσει την Ελλάδα να συνάψει, χωρίς καθυστέρηση, συμφωνία οριοθέτησης των αντίστοιχων ΑΟΖ τους, προκειμένου να προκαταλάβει τις κινήσεις της Τουρκίας για την επίτευξη μιας τέτοιας συμφωνίας με ένα από τα επίμαχα καθεστώτα στη Λιβύη, διεκδικώντας έτσι και την ΑΟΖ της Κρήτης, όπως και άλλων νησιών του Αιγαίου. Η Ελλάδα πρέπει επίσης να προβεί άμεσα σε συμφωνία οριοθέτησης της ΑΟΖ της με την Αίγυπτο και να επιλέξει το σωστό άλογο στη Λιβύη με τον ίδιο στόχο, δηλαδή την οριοθέτηση ΑΟΖ με βάση το διεθνές δίκαιο της θαλάσσης.

Τόσο η Κύπρος όσο και η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσουν τα δεδομένα συμφέροντα χωρών όπως οι ΗΠΑ, η Γαλλία και το Ισραήλ στην περιοχή, προκειμένου να αντισταθμίσουν την τουρκική δύναμη. Εξυπακούεται ότι θα πρέπει να εξασφαλίζονται συγκεκριμένα ανταλλάγματα για τις προσφερόμενες διευκολύνσεις.

Μόνο μέσω συμμαχιών

Μια μικρή χώρα όπως η Κύπρος μπορεί να μοχλεύσει την επιρροή της εξωτερικής πολιτικής πέραν των υλικών δυνατοτήτων της μόνο μέσω συμμαχιών όπου είναι δυνατόν και σίγουρα ευθυγραμμίσεις σε διάφορους τομείς κοινών συμφερόντων με γειτονικές χώρες. Η προώθηση υφιστάμενων τριμερών/τετραμερών εταιρικών σχέσεων και η περαιτέρω ενίσχυση της περιφερειακής συνεργασίας με τις γειτονικές χώρες με βάση ένα κοινό όραμα και λύσεις συνολικά κερδοφόρες σε θέματα μαλακής ισχύος θα μεγιστοποιήσει τα οφέλη για όλους και θα διαφυλάξει την περιφερειακή σταθερότητα.

Εννοείται πως δεν αποκλείεται η Τουρκία από τη συμμετοχή σε δράσεις περιφερειακής συνεργασίας υπό την προϋπόθεση ότι σέβεται το διεθνές δίκαιο, διακόπτει τις παράνομες γεωτρήσεις στην Κύπρο και συνεργάζεται για μια δίκαιη λύση του κυπριακού προβλήματος, η οποία περιλαμβάνει την απόσυρση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής και μια νέα συμφωνία διεθνών εγγυήσεων.

Δεδομένης της απειλητικής επιθετικότητας της Τουρκίας, οποιαδήποτε λύση του κυπριακού προβλήματος χωρίς την προηγούμενη οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τουρκίας στην ενδιάμεση γραμμή θαλάσσιων υδάτων όπως ορίζει η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), θα ήταν απαράδεκτη, πολιτικά μυωπική και επικίνδυνη.

Ο υφιστάμενος νόμος για το Εθνικό Ταμείο Επενδύσεων, που είναι ευρύτερα γνωστό ως Ταμείο Υδρογονανθράκων διασφαλίζει πλήρως τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων, και μάλιστα του συνόλου του πληθυσμού. Το μερίδιο των τουρκοκυπριακών εσόδων μετά την αφαίρεση όλων των κεφαλαιακών και των λειτουργικών δαπανών δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την αναλογία τους στον πληθυσμό πριν από την τουρκική εισβολή, δηλαδή 18%.

Οποιαδήποτε συζήτηση για τη δημιουργία ανοιχτού καταπιστευτικού λογαριασμού (Escrow Account) στο όνομα των Τουρκοκυπρίων ή οποιαδήποτε εποπτεία του Ταμείου από οποιονδήποτε οργανισμό αμφισβητεί την αξιοπιστία της Κυπριακής Δημοκρατίας και υποσκάπτει την κυριαρχία της.

Είναι γνωστό τι θέλει η Τουρκία

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που θέλει πραγματικά η Τουρκία είναι καλά γνωστό. Η Τουρκία δεν εισέβαλε στην Κύπρο ούτε παρέμεινε στο νησί ως κατοχική δύναμη για να προστατεύσει τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων αλλά για να εξυπηρετήσει τα δικά της μακροπρόθεσμα σχέδια. Θα ήταν έγκλημα ο πλούτος του κυπριακού λαού να μεταβιβαστεί στα χέρια των εποίκων, εξυπηρετώντας την πολιτική εθνοκάθαρσης της Τουρκίας.

Ο ενεργειακός πλούτος είναι πρακτικά το μόνο όπλο που έχει στη διάθεσή της η Κυπριακή Δημοκρατία που μπορεί να τη βοηθήσει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ΕΕ, όσον αφορά την ενεργειακή ασφάλεια της δεύτερης και να συνεισφέρει στην εξεύρεση μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης στο κυπριακό πρόβλημα. Ως εκ τούτου, η Κύπρος θα πρέπει να παραμείνει απόλυτα προσηλωμένη στη συνέχιση της εξερεύνησης υδρογονανθράκων και να προβεί στην εκμετάλλευση τους και τη δημιουργία εσόδων όσο το δυνατόν ταχύτερα.

Οικονομικοί, πολιτικοί και γεωπολιτικοί παράγοντες καθιστούν το Εργοστάσιο Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (ΥΦΑ/LNG) τριών συστοιχιών μια αναγκαιότητα εξαιρετικής εθνικής σημασίας. Η διασφάλιση του πέμπτου ενεργειακού διαδρόμου για ανεξάρτητη και ξεχωριστή προμήθεια της Ευρώπης από την Ανατολική Μεσόγειο, ενώ αρνείται στην Τουρκία τον πλήρη έλεγχο των ενεργειακών ροών από την περιοχή, ταυτόχρονα αποτελεί ζήτημα κυριολεκτικά εθνικής επιβίωσης.

Κατά συνέπεια, η κυπριακή κυβέρνηση, θα πρέπει να δρομολογήσει άμεσα τις προετοιμασίες για την κατασκευή του Σταθμού ΥΦΑ και των αναγκαίων υποδομών, ενώ ταυτόχρονα να επιταχύνει το πρόγραμμα νέων και επιβεβαιωτικών γεωτρήσεων. Μαζί με τις υφιστάμενες ανακαλύψεις της Καλυψούς (Θαλασσοτεμάχιο 6) και του Γλαύκου (Θαλασσοτεμάχιο 10), ακόμη και αν προωθηθεί η διοχέτευση του φυσικού αερίου της Αφροδίτης (Θαλασσοτεμάχιο 12) για υγροποίηση στην Αίγυπτο, τα συνολικά αποθέματα φυσικού αερίου θα είναι περισσότερο από επαρκή για τροφοδότηση του Τερματικού ΥΦΑ.

Στη συνέχεια, ο στόχος θα πρέπει να είναι η ταχεία ανάπτυξη και η εκμετάλλευση του συνόλου των αποθεμάτων όπως συνέβη και με το Θαλασσοτεμάχιο «Zohr» της Αιγύπτου. Αυτό δεν είναι ούτε ένα στοίχημα ούτε ένα άλμα πίστης ή ελπίδας. Πρόκειται για μια στρατηγική πρόληψης και παρεμπόδισης των σχεδίων της Άγκυρας για την απευθείας διοχέτευση του αερίου της Ανατολικής Μεσογείου μέσω αγωγών προς την Τουρκία.

Τεράστια οφέλη για Ελλάδα

Η ταχύτερη δυνατή κατασκευή του Σταθμού ΥΦΑ θα δημιουργήσει ένα τετελεσμένο και μια ευνοϊκή δυναμική, προσελκύοντας τα αποθέματα του Ισραήλ και τις αναμενόμενες ανακαλύψεις αερίου στον Λίβανο και στη Συρία προτού τις υφαρπάξει η Τουρκία. Κοινό έδαφος μπορεί να βρεθεί ακόμη και με τα ανταγωνιστικά συμφέροντα του φυσικού αερίου της Ρωσίας. Τα πλεονεκτήματα από ένα Τερματικό ΥΦΑ είναι πολύ μεγαλύτερα από τα υποτιθέμενα του αγωγού φυσικού αερίου East Med, ο οποίος, εκτός από τις τεχνικές του προκλήσεις, αποτελεί και κόκκινο πανί για τον Τουρκικό ταύρο.

Η Μονάδα υγροποίησης φυσικού αερίου θα αποφέρει μέγιστα οφέλη στην οικονομία και θα ενισχύσει τις προοπτικές της Κύπρου να καταστεί ένας διαμετακομιστικός κόμβος εμπορίας ενεργειακών προϊόντων και ένα κέντρο εξυπηρέτησης και προσφοράς συναφών υπηρεσιών. Το ΥΦΑ από την Κύπρο μπορεί να εξαχθεί στην Ασία και στην Ευρώπη μέσω του Τερματικού εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου στην Αλεξανδρούπολη.

Η Ελλάδα θα αποκομίσει τεράστια οφέλη από τον περαιτέρω εφοδιασμό με φυσικό αέριο των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης μέσω του αγωγού διασύνδεσης Ελλάδας και Βουλγαρίας (IGB / Interconnector Greece Bulgaria), ελαφρύνοντας και ανακουφίζοντας έτσι τη ρωσική εξάρτηση, σύμφωνα με την ενεργειακή πολιτική της ΕΕ. Τέλος, το Εργοστάσιο ΥΦΑ θα επιτρέψει την περιφερειακή συνεργασία δημιουργώντας κοινά οικονομικά, εμπορικά και στρατηγικά συμφέροντα.

**Το πρωτότυπο: «Kαὶ γνῶναι ἐλευθερίαν μέν, ἢν ἀντιλαμβανόμενοι αὐτῆς διασώσωμεν, ῥᾳδίως ταῦτα ἀναληψομένην, ἄλλων δὲ ὑπακούσασι καὶ τὰ προκεκτημένα φιλεῖν ἐλασσοῦσθαι».


*Ο Παναγιώτης Τήλλυρος είναι Οικονομολόγος, Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων / Εμειρογνώμων σε Οικονομικά, Χρηματοοικονομικά και Ενεργειακά Θέματα.

Διαβάστε το κείμενο εδώ: slpress.gr

US looks to Greece for more military rotations in Mediterranean

0

Spc. Matthew Williams, a cavalry scout assigned to 2nd Cavalry Regiment fires a Stinger missile using Man-Portable Air Defense Systems during Artemis Strike, a live fire exercise off the coast of Crete, Greece, in 2017.

JASON EPPERSON/U.S. ARMY

By JOHN VANDIVER | STARS AND STRIPES Published: July 25, 2019

STUTTGART, Germany — The United States wants to increase troop rotations into Greece and gain more access to bases that can facilitate missions stretching from the eastern Mediterranean into the Black Sea and Balkans, America’s top diplomat in Athens said.

U.S. Ambassador Geoffrey Pyatt said Washington and Athens are working on updating a longstanding defense cooperation agreement in order to enable a wider range of military missions. Currently, the U.S. military agreement with Greece is centered around operations at the U.S. Navy’s base at Souda Bay. However, there is little room for growth at that longstanding military hub, Pyatt said.

“Souda Bay is pretty much full,” Pyatt told Greece’s Kathimerini newspaper in an interview published Monday.

Pyatt said Greece has many other military facilities that are “under-utilized” and could play a larger role. “And that’s one of the priorities as our experts work on the Defense Cooperation Agreement,” he told the paper.

Pyatt’s comments coincided with a visit to Greece on Tuesday by U.S. European Command’s Gen. Tod Wolters, who held talks with Chief of Defense Gen. Christos Christodoulou on military ties between the two countries.

Sailors assigned to the guided-missile destroyer USS Ross cast a line as the ship moors pierside at Souda Bay, Crete, April 12, 2019. The U.S. wants to increase troop rotations into Greece.
KELLY M. AGEE/U.S. NAVY

“With Greece being such a valuable NATO ally in the Mediterranean and Black Sea regions, we do have a commitment at the highest level to seek opportunities to continue developing our defense relationship and security cooperation,” said Lt. Cmdr. Joe Hontz, a EUCOM spokesman.

The push for a new defense cooperation arrangement with Greece comes as Athens seeks closer military ties with the U.S. Last year, Greece’s defense minister invited the U.S. military to set up new bases in the country, citing locations in Larissa, Volos and Alexandroupoli.

The Pentagon has not indicated an interest in new bases or in establishing a large permanent force in Greece. Instead, the emphasis has been on rotations.

Already, the U.S. is operating at sites beyond Souda Bay, including MQ-9 Reaper drones flying from Larissa. Rotational units, including Army combat aviation aircraft, have deployed to other parts of the country.

A new defense cooperation agreement could formalize those arrangements and pave the way for further rotational deployments.

“The tempo of our military engagement today is higher than it has been in decades (and) we have a commitment on the part of both of our governments to making that exercise series, that rotation series, even bigger and more substantial for the next season,” Pyatt said. “So we’re well-positioned there.”

The collaboration with Greece comes at a time of increased regional tensions, with Athens at odds with Turkey, and Russia boosting its military presence in the Mediterranean Sea.

U.S. military officials also have expressed concerns about China’s influence in the region.

In 2010, China began buying stakes in the Greek port of Piraeus, eying it as a strategic crossroads for the ambitious “Belt and Road” initiative. China now has full control of the Mediterranean port that is a gateway to southern and central Europe.

“If we want to pull a ship, a warship, into Piraeus, China can say no,” a EUCOM official told Stars and Stripes in May.

[email protected]
Twitter: @john_vandiver

Από έναν «πολιτισμό συνόρων» στα «σύνορα των πολιτισμών»

0
foreignaffairs.gr
Τα σύνορα της τουρκικής καρδιάς και το κατασκεύασμα της Βόρειας Μακεδονίας
Ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν χειρονομεί σε συγκέντρωση υποστηρικτών του κόμματός του ΑΚΡ και του κόμματος Εθνικιστικό Κίνημα (MHP) ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών, στην Κωνσταντινούπολη, στις 24 Μαρτίου 2019. REUTERS/Umit Bektas.
Περίληψη:

Η γενική πολιτισμική κατηγορία του «χαλιφάτου» είναι ακόμη «ζωντανή» ως ιδεατό σχέδιο στις καρδιές και τους εγκεφάλους πολλών Τούρκων πολιτών, αν και στην πράξη ζουν σε ένα κοσμικό κράτος, δεσμευμένο σε διεθνείς ιδεολογικούς περιορισμούς με σημείο αναφοράς το φορτίο νοημάτων, θεσμών και πρακτικών που εν συντομία αποκαλείται Δυτικός πολιτισμός.

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ Χ. ΜΠΑΛΤΟΣ είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Ναυτιλίας και Επιχειρηματικών Υπηρεσιών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Ο Dr. JOSEPH N. BAYEH είναι πρόεδρος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων στο Balamand University, Βηρυτός, Λίβανος.

Οι επίκαιρες συζητήσεις για την επεκτατικότητα της σύγχρονης Τουρκίας ή τον εθνικιστικό φανατισμό στην Βόρεια Μακεδονία αναδεικνύουν την ευρύτητα χρήσης και κατάχρησης της έννοιας των συνόρων. Τα τελευταία δύνανται να αποτελέσουν συγχρόνως όχι μόνο εγγυήσεις του διεθνούς δικαίου στο πλαίσιο της νομιμότητας και αλληλο-αναγνώρισης των εθνών-κρατών ή διαύλους εμπορίου και οικονομικής μεγέθυνσης υπό την οπτική των διεθνών επενδύσεων και της παγκόσμιας ανάπτυξης, αλλά και εργαλεία προπαγάνδας, διεκδίκησης και σύγκρουσης των λαών. Η διαχείρισή τους μπορεί ακόμη να λάβει γραφικές έως και χιουμοριστικές διαστάσεις. Υπάρχει για παράδειγμα μια χαρακτηριστική αλλά γενικότερα άγνωστη συνοριογραμμή μεταξύ της Ολλανδίας και της Γαλλίας στο νησί του Αγίου Μαρτίνου στην Καραϊβική. Κατά ειρωνικό τρόπο, η γραμμή αυτή χαράχθηκε το 1648, οπότε υπογράφηκε και η Συνθήκη της Βεστφαλίας, αποτέλεσμα της οποίας θεωρείται η καθιέρωση των εθνών-κρατών μαζί με επακόλουθα θεσμικά μέσα για την εδραίωση της παγκόσμια τάξης και ασφάλειας.

Η παράδοση, λοιπόν, περιγράφει ότι Γάλλοι και Ολλανδοί, αποφεύγοντας τις αψιμαχίες, διέταξαν έναν στρατιώτη από κάθε στρατόπεδο να τρέξει προς την ενδοχώρα, ο Γάλλος ξεκινώντας από βόρεια και ο Ολλανδός από νότια. Κάπου συναντήθηκαν κι εκεί συνέπηξαν τα σύνορά τους. Λέγεται, μάλιστα, ότι ο Ολλανδός αργοπόρησε, καθώς πραγματοποίησε μερικές στάσεις περισσότερες για να δοκιμάσει το ρούμι που οι ντόπιοι του προσέφεραν, κι ως εκ τούτου η Γαλλία κατέχει σήμερα περισσότερη έκταση από εκείνη της Ολλανδίας [1]. Στην αντίπερα όχθη αυτής της λογικής, αναδεικνύοντας το πολυδιάστατο των συνόρων και της αντίληψής τους, ο νομπελίστας Carlos Fuentes [2] απέδωσε στην αμερικανο-μεξικανική συνοριογραμμή μια από τις πιο συγκινητικές περιγραφές στο πλαίσιο της σχετικής φιλολογίας. Την αποκάλεσε «ουλή» στο πρόσωπο της Αμερικής, που πρέπει να πασχίζουμε να γιάνει και να μην ξανα-αιμορραγήσει …

ΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΩΝ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ

Το παρόν δοκίμιο διερευνά τις πρόσφατες εξελίξεις στις διεθνείς σχέσεις και την σημασία τους για την έννοια και τη χάραξη των συνόρων στον οικείο επιστημονικό χώρο. Από τη μια πλευρά, η περίφημη προσέγγιση περί «σύγκρουσης των πολιτισμών» προϋποθέτει «νοητές» γραμμές συνόρων που ενώνουν/χωρίζουν τους εκπορευόμενους κυρίως από διαφορετικούς λαούς και θρησκείες πολιτισμούς, συχνά αμφισβητώντας τα επίσημα επί χάρτου εδαφικά όρια. Από την άλλη, η αύξηση του εθνικισμού και, ενδεχομένως, η ολική επαναφορά ενός ιδιότυπου προστατευτικού συντηρητισμού στην ενδοχώρα της άλλοτε απεριόριστα φιλελεύθερης Δύσης, επιβεβαιώνουν την αδήριτη υπεροχή των εδαφικών συνόρων ως πρώτης ύλης για την κατανόηση των ιδεών που κινητοποιούν τόσο τους διεθνολόγους όσο και τους στρατηγούς ή τους διπλωμάτες.

Επιχειρώντας μια σχηματική απεικόνιση των εν λόγω εξελίξεων που διατρέχουν τις τελευταίες δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, θα μπορούσαμε συνοπτικά να διακρίνουμε έναν άξονα γεω-στρατηγικών αλλαγών ο οποίος περιστρέφεται γύρω από το σενάριο της παγκοσμιοποίησης και των «ανοικτών συνόρων», άλλον ένα άξονα που προτάσσει προστατευτικά τα δικαιώματα των εθνών-κρατών, «κλείνοντας» ποικιλότροπα τα σύνορα, συντηρώντας ιστορικά και νομικά κεκτημένα, καθώς κι έναν τρίτο που δυναμικά «ανοίγει» συνοριακά θέματα, μαζί και αντίστοιχους ασκούς του Αιόλου, συνήθως επιδιώκοντας, με βάση τις πολιτισμικές διαφορές των κρατών, τη χωρική επέκτασή τους. Στο πλαίσιο ανάλυσης του τελευταίου, αναζητούμε προεκτάσεις όχι μόνο σε παγκόσμιο, αλλά και σε περιφερειακό και σε διακρατικό επίπεδο, τις οποίες μάλιστα ανιχνεύουμε ως εφαρμοσμένες σε περιπτώσεις στενού ελληνικού ενδιαφέροντος, όπως είναι οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία και περί τη νεόκοπη ονομασία της Βόρειας Μακεδονίας. Οι τρεις ετούτοι άξονες αλληλεπιδρούν ή/και αντιδρούν ο ένας απέναντι στον άλλο, χωρίς, ωστόσο, να διακρίνεται προς το παρόν η έκβαση της πράγματι δυναμικής και διαλεκτικής αλληλοπεριχώρησής τους.

25072019-1.jpg

Σχήμα 1. Μεταψυχροπολεμικά, στην συζήτηση για την παγκόσμια πολιτική κυριαρχεί η διαλεκτική θεωρητικών υποδειγμάτων με άμεσο αντίκτυπο στην σημασία και την διαχείριση των διεθνών συνόρων.
——————————————————————————-

«ΑΝΟΙΞΤΕ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ»: Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΖΙΚΟΣ ΕΚΔΗΜΟΚΡΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το κύριο μέλημα των Δυτικών κυβερνήσεων αλλά και εν γένει των θεωρητικών στις Διεθνείς Σχέσεις ήταν να αποτρέψουν έναν πυρηνικό πόλεμο και οποιαδήποτε συμβατική σύγκρουση που θα μπορούσε να κλιμακωθεί σε πυρηνικό επίπεδο. Υπήρξαν πολλές διαφωνίες, αλλά προσαρμόσθηκαν στο ολοκληρωμένο πλαίσιο που βασίσθηκε κυρίως στο διεθνές σύστημα ενός διπολικού κόσμου. Σύμφωνα με τον S.M. Walt, ο ρεαλισμός και ο νεορεαλισμός κυριαρχούσαν στην θεωρία των Διεθνών Σχέσεων, καθόσον υφίστατο η ανάγκη να ερμηνευθούν τα χαρακτηριστικά της σύγκρουσης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων [3].

Στα χρόνια, ωστόσο, που ακολούθησαν τον ψυχρό πόλεμο, στην συζήτηση για την παγκόσμια πολιτική κυριάρχησε μια μεταβολή υποδειγμάτων. Τα υποδείγματα παρέχουν την απαραίτητη βάση για την θεωρία, ένα ολοκληρωμένο δηλαδή πλαίσιο για τον προσδιορισμό των μεταβλητών γύρω από τις οποίες θα αναπτυχθούν αναλύσεις και πολιτικές. Σε αυτήν την γραμμή θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να θεωρήσουμε ως μεταβολή του υποδείγματος τον μετασχηματισμό, όπως περιγράφει ο J. Mearsheimer, ενός πρώην διπολικού συστήματος, δύο υπερδυνάμεων μαζί με τους εκατέρωθεν συμμάχους και τους «ουδέτερους», σε έναν κόσμο μονοπολικό ή, κατά μια άλλη ερμηνεία, σε πολλαπλότητα ή πολύ-πολικότητα ισχυρών δυνάμεων και παραγόντων [4].

Ο θρίαμβος της λεγόμενης Δυτικού τύπου κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ενθάρρυνε μια φιλελεύθερη οικονομική τάξη υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (ΗΠΑ), η οποία χαρακτηρίζεται από την παγκοσμιοποίηση στην ροή των διεθνών κεφαλαίων. Στο επίκεντρο αυτής της τάξης βρέθηκε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), η Παγκόσμια Τράπεζα, καθώς και η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (GATT), η οποία το 1995 μετονομάσθηκε σε Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ). Το κίνητρο για την ίδρυση τέτοιων θεσμών ήταν η φιλοδοξία ότι οι «ανοικτές» αγορές θα οδηγούσαν σε «ανοικτές» κοινωνίες, ενώ η μείωση της κυβερνητικής παρέμβασης θα ενίσχυε την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη. Ιδιαίτερα κατά την δεκαετία του ΄90, έντονα κυριάρχησε η πεποίθηση ότι μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης ένας μαζικός εκδημοκρατισμός του κόσμου δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο παρά εύλογος και κατά κάποιον τρόπο αναπόφευκτος.

Αργότερα, οι φιλελεύθερες ιδέες αναπτύχθηκαν περαιτέρω, συμπεριλαμβανομένης της ιδέας ότι οι κυβερνήσεις που καταπιέζουν τους λαούς τους ή/και προκαλούν με επιθετικότητα τους γείτονές τους δεν πρέπει να απολαμβάνουν ανεξέλεγκτη κυριαρχία και κυβερνητική αυτοδιάθεση. Μια αντανάκλαση αυτής της νεογέννητης έννοιας, γνωστής διεθνώς ως «Washington Consensus», ήταν το ίδιο το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ, International Criminal Court – ICC), του οποίου ο ρόλος από το 1998 είναι να εκτιμήσει σε ποιο βαθμό επικρατούν οι λεγόμενες ανθρωπιστικές αρχές και αξίες, αλλά και να εξετάσει την ανάγκη για δικαιοσύνη σε βάρος μέρους της κρατικής αυτοδιάθεσης και κυριαρχίας. Είναι αξιοσημείωτο, εντούτοις, ότι δύο δεκαετίες αργότερα, η σημερινή κυβέρνηση των ΗΠΑ επικρίνει σοβαρά τον ρόλο του ΔΠΔ, ιδιαίτερα αφότου το τελευταίο εκκίνησε πρόσφατα έρευνες εναντίον Αμερικανών πολιτών.

Ιδιαίτερα κατά την πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας, το δόγμα του «φιλελεύθερου παρεμβατισμού» εδραιώθηκε ευρύτερα. Δεδομένου πια του «φαινομένου της πεταλούδας» κατά πλάτος ενός κόσμου κατακερματισμένου σε αλληλεξαρτώμενα κομμάτια, «όπου ένα φτάρνισμα στην Κίνα μπορεί να προκαλέσει σεισμό στη Νότια Αμερική…», η «αρχή της μη παρεμβατικότητας» περιορίστηκε, ενάντια στο πάλαι ποτέ Δόγμα Μονρόε, και δη στο όνομα του ανθρωπισμού. Το 2005, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών δήλωσε πως έχει «ευθύνη να προστατεύσει» την αντίληψη ότι, όταν συμβαίνουν φρικαλεότητες, δεν δύναται αυτές να αγνοηθούν από πολίτες, οργανώσεις ή κυβερνήσεις ανά τον κόσμο. Σε αντίθετη περίπτωση, όλοι οι αποστασιοποιημένοι και μη παρεμβαίνοντες διεθνείς παράγοντες και γείτονες μοιράζονται την ευθύνη για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και για τα θύματα που αντίστοιχα υποφέρουν.

Η φιλελεύθερη διεθνής τάξη περιορίζει τις ελευθερίες που απολαμβάνουν οι θεμελιώδεις αρχές της κυριαρχίας εθνών-κρατών, κατά την Συνθήκη της Βεστφαλίας, οι εθνικές υποθέσεις διέρχονται μια περίοδο εξωτερίκευσης και διεξοδικής εξέτασης, το διεθνές δίκαιο προηγείται του εθνικού, ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Δύση διαθέτει την «τεχνογνωσία» για την εφαρμογή των ανθρώπινων δικαιωμάτων και, ως εκ τούτου, πρέπει να εξαπλώσει με ιεραποστολικό τρόπο τον λόγο της ειρήνης και της σταθερότητας σε σχέση με τις οικουμενικές αξίες που τηρούν τα Δυτικά πρότυπα σκέψης και πράξης.

Οι μεταψυχροπολεμικές εξελίξεις στην θεώρηση των διεθνών σχέσεων εκφράστηκαν και περαιτέρω καλλιεργήθηκαν από την ευρεία αποδοχή που έλαβε η κονστρουκτιβιστική ανάλυση, προβάλλοντας μια εναλλακτική, κριτική όσο και ολιστική ανάγνωση των διεθνών δρώμενων, στον αντίποδα του ρεαλισμού και των εκδοχών του. Ο κονστρουκτιβισμός, για παράδειγμα, προσέφερε απαντήσεις, συμβάλλοντας σημαντικά στην ερμηνεία περί τις πολυεπίπεδες συνέπειες της διεθνούς τρομοκρατίας σε βάρος της Δύσης, καθώς σαρώνει βαθιά τις υποκείμενες ιδεολογίες, τις ταυτότητες, τα μέσα με τα οποία που οι άνθρωποι πείθονται και παρακινούνται να αναλάβουν δράση με τον τρόπο που υποκειμενικά θεωρούν νομιμοποιημένο.

Η δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ένα άλλο δημοφιλές θέμα στις μελέτες του κονστρουκτιβισμού, υποδεικνύοντας πώς οι πολιτισμικές κοινότητες διευκολύνουν την διέλευση των συνόρων, τις αμοιβαίες δεσμεύσεις και ανταλλαγές μεταξύ των κυρίαρχων κρατών, τα οποία είναι πρόθυμα να παραιτηθούν από ένα ποσοστό αυτονομίας, προκειμένου να ακολουθήσουν ένα πολιτικό όραμα βασισμένο στην πολλαπλασιαστική ισχύ μιας προοπτικής ενοποίησης. Με έναν τόνο δραματοποίησης, η κεντρική ιδέα είναι ότι ο πόλεμος ανάμεσα στην αρετή και τις δυνάμεις του κακού, μαζί με την αφοσίωση των σοφών λογίων αλλά και των δημιουργικών επιχειρηματιών, μπορεί να αλλάξει τον κόσμο προς μια κατεύθυνση ειρήνης, σταθερότητας και ευημερίας [5]. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο κονστρουκτιβισμός θεωρήθηκε ως «επικαιροποίηση» του ιδεαλισμού, όντας συμβατός με θεσμούς, ακτιβιστές και κοινωνικά κινήματα, όπως η Διεθνής Αμνηστία, το Human Rights Watch, η Διεθνής Εκστρατεία για την απαγόρευση των ναρκοπεδίων και πολλές άλλες συναφείς μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), μη εξαιρούμενης της συμβολής της ΕΕ σε συνεργασίες με τα Ηνωμένα Έθνη για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

«ΚΛΕΙΣΤΕ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ»: Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ, ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΕΡΒΟΛΕΣ ΤΗΣ

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, εντούτοις, πρόσφερε όχι μόνον πολλές προοπτικές αλλά και δοκιμασίες για το πολλά υποσχόμενο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Εκ του αποτελέσματος καταδείχθηκε ότι ο Francis Fukuyama «βιάστηκε» να διακηρύξει «το τέλος της ιστορίας» ως θρίαμβο του δημοκρατικού συστήματος και της ελεύθερης αγοράς. Κατά την διάρκεια του πολέμου του Περσικού Κόλπου 1990-1991, ο πρόεδρος Μπους αναφέρθηκε ρητά σε «μια νέα παγκόσμια τάξη» συνεργασίας μεταξύ των εθνών, η οποία θα οδηγούσε σε μια ειρηνική διευθέτηση πολλών διαφορών, παρόλο που επικρίθηκε, και πολύ περισσότερο αργότερα ο γιος του, ότι κρυφά ακολούθησε ισορροπίες ισχύος, ενώ δημοσίως χρησιμοποίησε την ρητορική για ενδυνάμωση της δημοκρατίας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου. Ο Z. Brzezinski [6] έγραψε τότε ότι «ο πόλεμος έχει εξελιχθεί σε μια πολυτέλεια την οποία μόνο τα φτωχά έθνη μπορούν να αντέξουν οικονομικά».

Άλλες προκλήσεις περί την «ιερότητα» των κρατικών συνόρων προήλθαν από την σύμπηξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως σημειώσαμε ακροθιγώς νωρίτερα, και την υπέρβαση της κυριαρχίας των κρατών μελών εκ μέρους των συλλογικών της θεσμών, με την συνεκτικότητα της Ένωσης να τίθεται συνεχώς υπό εξέταση για την αυθεντικότητά και την πληρότητά της. Επιπλέον, η τεχνολογική πρόοδος στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, του διαδικτύου και του κυβερνοχώρου θέτει ενός άλλου τύπου προκλήσεις απέναντι στις κρατικές κυριαρχίες και οδηγεί κατά κάποιο τρόπο σε κίνδυνο τα σύνορά τους. Σύμφωνα με τον A. Judge [7] είναι σαφές ότι «όσον αφορά στην ασφάλεια, η εποχή της Βεστφαλίας έρχεται στο τέλος της», ενώ ο J. Lapid [8] προσθέτει ότι «τα σύνορα μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού επανακαθορίζονται …». Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί αμφιβολίες στις θεωρίες που υιοθετούν τα εδαφικά κράτη ως κύριους παράγοντες της διεθνούς πολιτικής (βλέπε το Σχήμα 2, παρακάτω). Ο κονστρουκτιβισμός, άσχετα από την ακρίβεια των απαντήσεων που προσφέρει, υπογράμμισε με ευκρινή τρόπο την αλλαγή στην ισορροπία εδαφικών και μη εδαφικών προσδιορισμών που διαμορφώνουν τη σύγχρονη παγκόσμια πολιτική.

25072019-2.jpg

Σχήμα 2. Ο κονστρουκτιβισμός προστέθηκε ως νέος πυλώνας και έθεσε σημαντικές προκλήσεις στο οικοδόμημα των παραδοσιακών και ορθολογικών θεωριών των Διεθνών Σχέσεων που επικρατούσε ως το τέλος του ψυχρού πολέμου. Εντούτοις, κατά τον A. Wendt, η πρόκριση συστημικών ή κοινωνιολογικών ερμηνειών μετατοπίζει το θεωρητικό υπόδειγμα (απόδοση των συγγραφέων) [9].
——————————————————————————–

Η ΜΕΤΑΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ «ΘΕΡΜΗ» ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ

Η μεταψυχροπολεμική φιλελεύθερη τάξη, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό και δυναμισμό της, δείχνει να αντιμετωπίζει ερμηνευτικές δυσκολίες. Αποτελεί σημαντική απειλή για την υπόσταση κάθε θεωρίας η αδυναμία της να επαληθευτεί ως προς τις υποθέσεις της, να δικαιωθεί ως προς τις εξηγήσεις της ή να διαψευσθεί στις προβλέψεις της. Πιο πρακτικά κι επίκαιρα, τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα εν μέσω απανωτών οικονομικο-κοινωνικών κρίσεων ανά τον κόσμο, αλλά και η επέκταση του λαϊκισμού μαζί με την επικράτηση αυταρχικών καθεστώτων σε πολλές χώρες έχουν ανακόψει τον προαναφερθέντα «θρίαμβο της δημοκρατίας». Οι ηγεσίες των πολιτικών συστημάτων αντιμετωπίζουν πολυδιάστατες επικρίσεις σε ένα δυναμικά μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, χωρίς έλεγχο και βεβαιότητα λόγω των ιδιαιτεροτήτων της παγκοσμιοποίησης, αλλά και της μειωμένης αξιοπιστίας και ελκυστικότητας των πολιτικών.

Οι προαναφερθείσες οικονομικές κρίσεις έχουν καλλιεργήσει μια δυσπιστία εναντίον της κυριαρχούσας ελίτ, των διεθνών θεσμών και των κεφαλαιαγορών, οι οποίες ιδιαίτερα αμφισβητούνται για τα αποκλειστικά προνόμια που ευνοούν τον επιχειρηματικό κόσμο σε συνδυασμό με πολιτικές λιτότητας για τη μεσαία τάξη και τις μάζες. Οι πολίτες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να παρακολουθήσουν τις τάσεις της παγκοσμιοποίησης, και για αυτόν τον λόγο αναζητούν εναλλακτικές διεξόδους και αποφασίζουν να στραφούν προς υποστήριξη πολιτικών προσωπικοτήτων που στέκονται ριζοσπαστικά, όπως ο πρόεδρος Τραμπ, απέναντι στο παρελθόν κατεστημένο, να ψηφίσουν εναντίον των διεθνών συμβάσεων και συμμαχιών, όπως οι οπαδοί του Brexit, ή να νιώσουν άνετα μέσα σε αγανακτισμένα λαϊκίστικα ρεύματα, εκφραζόμενα τόσο από δεξιά όσο και από αριστερά κόμματα, όπως συνέβη στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Ελλάδα, κ.λπ.

Πολυπληθή πλέον τμήματα των Δυτικών κοινωνιών, όπως αυτές ορίζονται στο ευρω-ατλαντικό γεωπολιτικό πλαίσιο αναφοράς, αντιστέκονται σθεναρά στα πολιτικά σχέδια που οδηγούν σε πιο προηγμένες μορφές περιφερειακής ή/και παγκόσμιας «ολοκλήρωσης». Αν και οι λοιπές ευρωπαϊκές χώρες κατά το πιθανότερο δεν θα ακολουθήσουν την Βρετανία εκτός της ΕΕ, υπάρχει πληθώρα πολιτικών κομμάτων που διαμαρτύρονται για κάθε πρόοδο στην ομοσπονδοποίηση της ΕΕ ή για περαιτέρω σύγκλιση προς κοινά θεσμικά όργανα, τα οποία θα περιορίζουν την κυριαρχία των κρατών μελών. Σε παρόμοια γραμμή, η απαίτηση της ΕΕ να μοιραστεί, σύμφωνα με συγκεκριμένες ποσοστώσεις, η φιλοξενία μεταναστών, ακόμη και των Σύρων προσφύγων, ανάμεσα στα μέλη της ΕΕ, επίσης απορρίφθηκε από πολλές χώρες της. Οι διοικητικές διαδικασίες σε εθνικό επίπεδο όλο και συχνότερα καθυστερούν ή/και αμφισβητούν την εφαρμογή των κοινών πολιτικών, κανονισμών και οδηγιών, στην επικράτεια της ΕΕ.

Η Κίνα και η Ρωσία εν τω μεταξύ έχουν εκσυγχρονίσει και αναβαθμίσει τις ένοπλες δυνάμεις τους, ενισχύουν την στρατιωτική τους ικανότητα και επιβεβαιώνουν τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα και τις αντίστοιχες προσδοκίες. Ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν ζητεί επανεξέταση της «Ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων», υπογραμμίζοντας την ρητορική και την κινητοποίηση πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, συνήθως των εθνικιστικών κομμάτων από το Βρετανικό Κόμμα Ανεξαρτησίας έως το Εθνικό Μέτωπο της Γαλλίας και το Ουγγρικό Fidesz, των οποίων το κοινό έδαφος τονίζει ιδιαίτερα τις εθνικές και πολιτισμικές διαφορές και όχι, όπως χαρακτηριστικά δηλώνει ο S. Huntington [10], τις ομοιότητες μεταξύ των Ευρωπαίων. Τόσο η Κίνα όσο και η Ρωσία προσπαθούν συχνά και προοδευτικά να δημιουργήσουν μια νέα πολιτική τάξη ικανή να αμφισβητήσει τις εξέχουσες Δυτικές αξίες και τον αντίστοιχο τρόπο ζωής, αντιμαχόμενες με έμφαση το παραδοσιακό προνόμιο της Δύσης, το αποκαλούμενο «ηθικό πλεονέκτημά» της όσον αφορά στον εκδημοκρατισμό και την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Χωρίς κάποια δόση υπερβολής και λαμβανομένων υπόψη των πολυάριθμων υποθέσεων που διερευνώνται σχετικά με παρεμβάσεις της Ρωσίας στα εκλογικά των ΗΠΑ ή μυστικές παρακολουθήσεις ηγετών, κ.λπ., θα μπορούσε να ειπωθεί ότι οι πάλαι ποτέ κατάσκοποι επέστρεψαν, οι Υπηρεσίες πληροφοριών επίσης επανέρχονται στο προσκήνιο, αναζητώντας τεχνογνωσία και πληροφορίες που θα προσφέρουν κυρίως εθνικά οφέλη και πλεονεκτήματα.

Οι ΗΠΑ διανύουν μια περίοδο αναπροσδιορισμού των στρατηγικών προτεραιοτήτων τους ανά τον κόσμο, επιδεικνύουν χαρακτηριστικά εσωστρέφειας στις διεθνείς σχέσεις, σε μια διαδικασία που είχε ήδη εκκινήσει ο πρόεδρος Ομπάμα όταν ανακάλεσε ευάριθμα τμήματα από τα αμερικανικά στρατεύματα στη Μέση Ανατολή και ενθάρρυνε τους Ευρωπαίους και τους συμμάχους σε αυτή την ευαίσθητη γεωπολιτικά περιοχή να αναπτύξουν ανεξάρτητα πολιτικές που να ενισχύουν την ασφάλειά τους. Ο πρόεδρος Τραμπ στην συνέχεια τάχθηκε υπέρ της πολιτικής «πρώτα, αμέσως και άμεσα η Αμερική», επαναδιαπραγματεύεται τις εμπορικές συμφωνίες των ΗΠΑ, δηλώνει εκτίμηση για τον πρόεδρο Πούτιν και ασκεί περαιτέρω πίεση προς τους Ευρωπαίους συμμάχους του, αμφισβητώντας ή διαπραγματευόμενος πιο δυναμικά τις δεσμεύσεις και τις εγγυήσεις της χώρας του απέναντι στο ΝΑΤΟ.

Ατενίζοντας ένα μέλλον που φαίνεται μακρινό αλλά δεν είναι, εάν οι αμερικανικοί «πισσούχοι σχιστόλιθοι», τα λεγόμενα «oil shales» παράσχουν στην κορυφαία υπερδύναμη του πλανήτη τα υποσχόμενα σε ποσότητα και ποιότητα μεγέθη ενέργειας, με βάση την εκπληκτική επιστημονική εξέλιξη της υδραυλικής ρηγμάτωσης («fracking») και άλλων παρόμοιων τεχνικών [11], οι επόμενες γενιές θα είναι ιδιαίτερα «τυχερές ή άτυχες» ώστε να συνειδητοποιήσουν μια μελλοντική προοπτική χωρίς αμερικανικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή ή οπουδήποτε αλλού καταγράφονται ανταγωνισμοί για γεω-ενεργειακά συμφέροντα [12], αλλά και δίχως το αμερικανικό δίκτυο ενεργειακής ασφάλειας που επί δεκαετίες εγγυάται την βιωσιμότητα των συστημάτων διοίκησης, διαχείρισης και διακίνησης του ενεργειακού πλούτου σε όλες τις ηπείρους, τους ωκεανούς και τις θάλασσες.

25072019-3.jpg

Το πλοίο της αμερικανικής ακτοφυλακής Cutter Healy σπάει τον πάγο μπροστά από το ομόλογο καναδικό σκάφος Louis S. St-Laurent, στην διάρκεια μας αποστολής περιβαλλοντικής έρευνας στην Αρκτική, στις 24 Αυγούστου 2009. REUTERS/U.S. Coast Guard/Patrick Kelley
——————————————————————————-

Θα βιώσουν, εν ολίγοις, ανασχεδιασμένη εφοδιαστικά ενέργεια, «πολέμους για τα δρομολόγια των δεξαμενόπλοιων» και τους νέους «δρόμους του μεταξιού», περιφερειακούς ανταγωνιστές και χώρες επαναστάτες ή αμφισβητίες, ίσως όχι το «τέλος της ιστορίας», όπως αναμενόταν στην δεκαετία του ’90, αλλά το «τέλος της γεωπολιτικής, της γεω-οικονομίας και της γεω-ενέργειας» που γνωρίζουμε, καθώς θα καταρριφθούν οι άξονες της σύγχρονης διεθνούς πολιτικo-οικονομικής γραφειοκρατίας, όπως έχουν εδραιωθεί από την αρχιτεκτονική ασφάλειας του Μπρέτον Γουντς, της οποίας θεμέλιο είναι η αμερικανική εξωτερική πολιτική [13]. Δεν είναι ακόμη σαφές ποιο σενάριο θα μπορούσε να ακολουθήσει την πλήρη ενεργειακή ανεξαρτητοποίηση των ΗΠΑ και, κατά συνέπεια, την εκούσια, με όρους διεθνών σχέσεων, απομόνωσή τους από περιφερειακούς ανταγωνισμούς και επίδειξη ή άσκηση ισχύος.

Οι οιωνοί δεν είναι αισιόδοξοι, αφού ακόμη και «καλές ειδήσεις» τείνουν να εκτροχιάζονται σε δυσάρεστες εξελίξεις. Για παράδειγμα, ενάντια σε όλες τις προσδοκίες, οι υψηλές τεχνολογίες του διαδικτύου και των πολυμέσων, μολονότι υποτίθεται ότι είναι το όχημα ενός φιλελεύθερου κινήματος ικανού να ενδυναμώσει τους πολίτες ενάντια στα καταχρηστικά και αυταρχικά καθεστώτα, όπως απεικονίσθηκε χαρακτηριστικά στο περιθώριο της Αραβικής Άνοιξης, αναπτύσσονται συγχρόνως και ως εργαλεία ικανά να ενισχύσουν τρομοκρατικές δραστηριότητες, να διασπείρουν ευρέως ψεύδη και φαλκιδευμένες ειδήσεις τύπου «fake news» και σχετικές προπαγάνδες. Τα πολυμέσα και τα εργαλεία μιας «ανοιχτής γνώσης αλλά και κοινωνίας» υποκύπτουν σε εκμετάλλευση από πολιτικά καθεστώτα που εφαρμόζουν ένα νέο κύμα εξαιρετικά ακραίων και φανατικών σχεδίων, παραβιάζοντας πολυάριθμα ανθρώπινα δικαιώματα.

Με έναν άλλο παράδοξο τρόπο, οι παρερμηνείες γύρω από την έννοια της παγκοσμιοποίησης, η σύγχυση μεταξύ των πολλών ερμηνειών της, από τους παγκόσμιους ελέγχους του υποτιθέμενου «μεγάλου αδελφού» έως τα ανεξέλεγκτα οικονομικά μονοπώλια που εκμεταλλεύονται καταχρηστικά ανθρώπινους πόρους, καταπατώντας ανθρώπινα δικαιώματα, συνέβαλαν δραματικά σε μια «νέα κοινωνιολογική διαταραχή», όπου ο πατριωτισμός απειλείται από τον εθνικισμό και ο ιδεαλισμός της διεθνούς αλληλεγγύης αμφισβητείται έντονα από τα επιχειρήματα ενός, κατά τον J.J. Mearsheimer, επιθετικού ρεαλισμού για πολιτική επιβίωση [14]. Επομένως, οι πρόσφατες αλλαγές στην παγκόσμια πολιτική, είτε με την άνοδο ακραίων εθνικισμών και τη μειωμένη ελκυστικότητα των νεοφιλελεύθερων κυβερνητικών εκδοχών είτε με την αυξανόμενη πρόκληση από ισχυρές αλλά απολυταρχικές κυβερνήσεις, προωθούν την «συντηρητική» επιστροφή σε μια «σκληρή» μορφή κρατικής κυριαρχίας και ιερότητας των συνόρων της.

Μια σειρά από μελέτες περιπτώσεων μπορεί να θεωρηθεί υπό το συγκεκριμένο πρίσμα, παρά τις κατά περίσταση διαφορετικές αξιολογικές κατηγοριοποιήσεις και τις ειδοποιούς πολιτισμικές διαφορές. Για παράδειγμα, μια τέτοια τάση εκφράζουν και οι δύο πρόσφατες προσπάθειες απόσχισης στην Καταλονία της Ισπανίας και στο Ιρακινό Κουρδιστάν [15]. Η αποτυχία τους επιβεβαίωσε την εδαφική ακεραιότητα και την κυριαρχία της Ισπανίας και του Ιράκ αντίστοιχα, και ως εκ τούτου υποστηρίζει την τάση διατήρησης ενός status quo κατά τις επιταγές της Βεστφαλίας. Ένα άλλο παρόμοιο αποτέλεσμα προέρχεται από τον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, στον οποίο επικράτησε η διατήρηση του προπολεμικού Συριακού εδάφους εντός ενός κράτους, αποφεύγοντας τις αναθεωρητικές σκέψεις για διάσπαση ή διαμελισμό.

«ΑΛΛΑΞΤΕ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ»: Η ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΜΕ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥΣ

Ο S. Huntington [16] πρόσφερε το δικό του όραμα στη μελέτη περί σύγκρουσης των πολιτισμών: «… οι μεγάλες διαφορές μεταξύ της ανθρωπότητας και η κυρίαρχη πηγή των συγκρούσεων θα είναι πολιτισμικές. Τα έθνη-κράτη θα παραμείνουν οι ισχυρότεροι παράγοντες στις παγκόσμιες υποθέσεις, αλλά οι κύριες συγκρούσεις στην παγκόσμια πολιτική θα εξελιχθούν μεταξύ εθνοτήτων και ομάδων πολιτισμών», αναβιώνοντας μνήμες χαλιφάτων, σταυροφοριών και αποικιοκρατιών… Η περίφημη θέση περί σύγκρουσης των πολιτισμών υιοθετήθηκε ως ερμηνευτικό και στρατηγικό εργαλείο σε ποικίλες περιστάσεις, από τις πολιτισμικές, εθνοτικές, εθνικιστικές και θρησκευτικές συγκρούσεις κατά την περίοδο μετά τον ψυχρό πόλεμο έως τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και την πρόσφατη εμφάνιση του ISIS και της σχετικής παγκόσμιας τρομοκρατίας.

Έχει παρατηρηθεί βέβαια ότι η «ανοιχτή κοινωνία» ορισμένες φορές παρέχει ευχέρεια δραστηριοποίησης σε πολυδιάστατα κινήματα, όπως ριζοσπαστικούς ισλαμικούς θεσμούς σε σύνθεση ή αντίθεση με διακρατικές δομές και δίκτυα, τα οποία συχνά προωθούν αμφιλεγόμενα προγράμματα ομάδων, οργανώσεων ή κρατών όπου λειτουργούν. Κατά αυτόν τον τρόπο, αρκετά από τα περίφημα think tanks, τις ομάδες ανάπτυξης στρατηγικών μελετών, για μεγάλο χρονικό διάστημα υποστήριζαν τις μετριοπαθείς εκδοχές του πολιτικού Ισλάμ, όπως τα τουρκικά ισλαμικά πολιτικά κόμματα τα οποία διαδέχθηκαν σταδιακά στην εξουσία τα προηγηθέντα κοσμικά-κεμαλικά, αναμένοντας να περιορισθεί ο φονταμενταλισμός της Μέσης Ανατολής από φιλικές προς τα Δυτικά πρότυπα ισλαμικές και συγχρόνως πιο διαλλακτικές πολιτικές δυνάμεις.

Από τη δική τους πλευρά, εντούτοις, πολλά από τα ευνοούμενα λόγω υποτιθέμενης μετριοπάθειας πολιτικο-θρησκευτικά κινήματα αναπτύχθηκαν ως καθεστώτα και προοδευτικά εκδήλωσαν εξτρεμιστικές και απολυταρχικές τάσεις. Ο κονστρουκτιβισμός συνδράμει στην ανάγνωση των πολιτικο-κοινωνιολογικών δράσεών τους, αλλά για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις είναι αξιοπρόσεκτη η εκδήλωση ενός επιθετικού και ανταγωνιστικού ρεαλισμού ως αγώνα επιβίωσης, ισχύος και επικράτησης έναντι όλων. Πρόκειται για μια ζωηρή επάνοδο του ρεαλισμού ως νεοκλασικού, όπου, εντούτοις και στο πλαίσιο μιας μεταμοντέρνας γεωπολιτικής, η πάλη υπεροχής δεν αφορά έθνη-κράτη, αλλά καθαυτούς τους πολιτισμούς και τη μισαλλοδοξία τους.

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ…

Στην ίδια λογική, απλά θα επικαλεστούμε δύο οικεία για τα ελληνικά ενδιαφέροντα παραδείγματα, ένα ενδεικτικό περιφερειακών και ένα άλλο διμερών γεωπολιτικών σχέσεων και ανακατατάξεως ισχύος στην περιοχή μας.

Το πρώτο επίκαιρο και χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της σύγχρονης Τουρκίας, όπου η διελκυστίνδα μεταξύ «κεμαλισμού» και «ερντογανισμού» είναι μια επαναστατική έκφραση της διαχρονικής ιδεολογικής σύγκρουσης μεταξύ γιγάντων της πολιτικής διανόησης και διαλεκτικής στη Μέση Ανατολή, του πολιτικού Ισλάμ και του σεκιουλαρισμού, της στρατογραφειοκρατίας και της λαϊκής πίστης, του πανισλαμισμού και του παντουρκισμού, του ιμπεριαλισμού και του κρατισμού, κ.ο.κ. [17]. Από τη λύση τέτοιων, ωστόσο, διλημμάτων ηγέτες και λαοί συντονίζονται, όπως σημειώθηκε προηγούμενα, για ειρήνη και για πόλεμο, οπότε το δίδαγμα είναι «προσοχή στις ιδέες», ιδιαίτερα σε εκείνες που έχουν αντίκτυπο στις διεθνείς σχέσεις, καθώς εν δυνάμει και οικουμενικά καθορίζουν τον ρου της ιστορίας και το μέλλον των λαών.

Ιδιαίτερα στις καυκάσιες παρυφές της Σοβιετικής Ένωσης, η μεταβαλλόμενη πολιτική σκηνή μετά τον ψυχρό πόλεμο έφερε μαζί της πολλαπλές προκλήσεις στην εδαφική κυριαρχία των κρατών της εν λόγω περιφέρειας, υπονομεύοντας τα παραδοσιακά πολιτικά σύνορα και τις ισορροπίες της παλαιότερης τάξης πραγμάτων. Μιας κι αναφερόμαστε στην Τουρκία ως μελέτη περίπτωσης, είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η εκδήλωση της σύγκρουσης μεταξύ κεμαλισμού και κρατούντος πλέον νέο-οθωμανισμού είναι συνάρτηση αν όχι προϊόν της λήξης του ψυχρού πολέμου [18]. Το κενό ισχύος που δημιούργησε η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης περί τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία αφύπνισε τις οθωμανικές μνήμες και βλέψεις των τουρκικών ηγεσιών για αποκατάσταση ενός οιονεί ιμπεριαλιστικού κατεστημένου που αναδράμει στο οθωμανικό παρελθόν. Όταν στην συνέχεια η Αραβική Άνοιξη αποκαθήλωσε τα τυραννικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής και νέες κοινωνικές, εν προκειμένω πολιτικά ισλαμικές, δυνάμεις εμφανίσθηκαν στο προσκήνιο, η Τουρκία, στηριζόμενη στην συγγένεια θρησκευτικής και ιστορικής κουλτούρας με τις εν λόγω δυνάμεις, επιχείρησε και πάλι να καλύψει το κενό πολιτικής ισχύος που δημιουργήθηκε στα νοτιοανατολικά της.

Για να κατανοήσουμε τις βαθιές αλλαγές που συμβαίνουν στην τουρκική εξωτερική πολιτική, ενδείκνυται η συνδρομή του κονστρουκτιβισμού, ο οποίος θεωρεί ότι οι διεθνείς σχέσεις είναι κοινωνικά κατασκευασμένες και επικεντρώνουν στην συνείδηση των πολιτών για την θέση τους στις διεθνείς σχέσεις. Ο κονστρουκτιβισμός ισχυρίζεται ότι η πολιτισμική και πολιτιστική ταυτότητα διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στον καθορισμό των κρατικών συμφερόντων. Υπογραμμίζει δε την σημασία και τον ρόλο των νομικών κανόνων, των υλικών δομών και της κουλτούρας στην διαμόρφωση των πολιτικών αποφάσεων [19]. Σε αυτή την λογική είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του νεο-οθωμανικού ρεβιζιονισμού της Τουρκίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ο οποίος αποδεικνύει την συντριπτική ώθηση μιας χαμένης πριν από έναν αιώνα οθωμανικής πολιτισμικής οντότητας να αναβιώσει και να επεκταθεί, συμπαρασύροντας σε αστάθεια λοιπές γεωπολιτισμικές σταθερές και γεωπολιτικά δεδομένα στην ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια.

Από μια τέτοια αφετηρία εκκινεί και το πιο πρόσφατο συμβολικό όσο και ρεαλιστικό αφήγημα για μια Τουρκική «γαλάζια πατρίδα», στο οποίο συμπυκνώνονται μηνύματα προς πολλαπλούς αποδέκτες, για την περιφερειακή ισχύ της χώρας, την κατανόηση και επένδυση στην θαλάσσια δύναμη, αλλά και την διεκδίκηση ενός ρόλου με τον οποίο οι γείτονες της Τουρκίας, οι Έλληνες, επί αιώνες γαλουχήθηκαν, φέροντας πραγματικά σημαία με γαλάζια χρώματα που καθρεφτίζουν μια από τις πιο πλατιές και βαθιές ναυτικές παραδόσεις στον κόσμο. Από την οπτική των κονστρουκτιβιστών, η γενική πολιτισμική κατηγορία του «χαλιφάτου» είναι ακόμη «ζωντανή» ως ιδεατό σχέδιο στις καρδιές και τους εγκεφάλους πολλών Τούρκων πολιτών, αν και στην πράξη ζουν σε ένα κοσμικό κράτος, δεσμευμένο σε διεθνείς ιδεολογικούς περιορισμούς με σημείο αναφοράς το φορτίο νοημάτων, θεσμών και πρακτικών που εν συντομία αποκαλείται Δυτικός πολιτισμός.

Θεωρείται κρίσιμο να αξιολογηθεί συνάμα και ο ρόλος των ηγετικών προσωπικοτήτων που αποτελούν τον κύριο πυρήνα των πολιτισμικών μεταβολών και κατά συνέπεια του αναπροσανατολισμού της ιστορίας μαζί με τις κοινωνίες που ανασχηματίζονται. Η αλλαγή για τους κονστρουκτιβιστές δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την «ιδιοσυγκρασία» των Ερντογάν, Οζάλ και Νταβούτογλου, που οδήγησαν τις επαναστατικές πολιτικές αλλαγές και έδωσαν τον ρυθμό για μια κατακλυσμική μεταρρύθμιση στη σύγχρονη Τουρκία.

25072019-4.jpg

Ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν χειρονομεί σε συγκέντρωση υποστηρικτών του κόμματός του ΑΚΡ και του κόμματος Εθνικιστικό Κίνημα (MHP) ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών, στην Κωνσταντινούπολη, στις 24 Μαρτίου 2019. REUTERS/Umit Bektas
———————————————————————–

Κατά μια άλλη, εντούτοις, προσέγγιση, τα εδαφικά σύνορα και η διαχρονική εξέλιξή τους προσφέρονται για συμβολισμούς και βαθύτερη, σχεδόν θεολογική, εμπέδωση της διαφορετικότητας στους πολιτισμούς και στις κουλτούρες. Στην Τουρκία για παράδειγμα, ο Ρ.Τ. Ερντογάν επικαλείται συχνά «τα τουρκικά σύνορα της καρδιάς του», που συμπτωματικά δεν συμπίπτουν με, αλλά υπολείπονται ως προς τα επίσημα καταχωρημένα στη διεθνή χαρτογραφία … [20]. Γι’ αυτό και η παρούσα ανάλυση επιχειρεί να φωτίσει την πολλαπλότητα στις ερμηνείες των συνόρων, καθώς και την ανάγκη για περαιτέρω ακαδημαϊκή αναψηλάφησή της, θεωρώντας τα τελευταία όχι μόνο ως πολιτικό φορέα μιας τάξης πραγμάτων, οπότε η συζήτηση αφορά μια θεσμική και τεχνοκρατική «κουλτούρα συνόρων», αλλά και ως απεικόνιση συνθέσεων και συγκρούσεων που οριοθετούν κι εκφράζουν τις κουλτούρες, τους αγώνες επιβίωσης ή και ανταγωνισμού τους. Το έθνος-κράτος, ως εν δυνάμει άλλος Ιανός, πρωταγωνιστεί σε έργα εθνισμού, εθνικισμού και σύγκρουσης πολιτισμών, εκεί όπου επιτρέπονται οι αξιολογικές κρίσεις «καλών και κακών, δίκαιων και αδίκων» λαών και κρατών, με βάση πρωτόλειους κανόνες της λεγόμενης πανανθρώπινης κοινωνικής ηθικής, δηλαδή… ποιος επιτέθηκε πρώτος σε ποιον, ποιος είναι ο θύτης και ποιος το θύμα, ποιος κατείχε πρώτος το έδαφος που οι επόμενοι καταπάτησαν ή ποιος παραβίασε το δίκαιο του πολέμου, βασανίζοντας αιχμαλώτους και σκοτώνοντας γυναικόπαιδα…

ΟΙ ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΜΟΙ, ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ

Σε επίπεδο διμερών διεθνών σχέσεων ανάλογα, είναι διαφωτιστικές οι εξελίξεις περί την πρόσφατη Συμφωνία των Πρεσπών. Δεν είναι της παρούσας ανάλυσης σκοπός να αξιολογήσει τα αποτελέσματά της, ωστόσο, αξίζει να προστεθούν κάποια ακόμη ερωτήματα στην λίστα αυτών που συζητιούνται ή πρόκειται να απασχολήσουν τους πολιτικούς και τους επιστήμονες του μέλλοντος.

Τέθηκε πρώτιστα θέμα αποκλειστικά γεωγραφικής διαπίστωσης και ταύτισης των συνόρων, ήτοι, η Μακεδονία ως τοπωνύμιο που μέσα στους αιώνες αναφέρεται σε συγκεκριμένη γεωγραφική έκταση. Η δυσκολία, εντούτοις, συνυφαίνεται με την αντίληψη, όπως σημειώνει ο Thomas Nail [21], ότι τα ονόματα/σύνορα δεν είναι μόνο γεωφυσικά, εμφορούνται νοημάτων, βιωμάτων και συμβόλων. Όταν λοιπόν σημαίνεται η λέξη «Μακεδονία», λογικά παραπέμπει σε ευρύτερο σημειολογικά και σημασιολογικά περιεχόμενο από της γεωγραφικής οριοθέτησης. Μια χιουμοριστική και ανέκδοτη παραβολή/μεταφορά του συγκεκριμένου προβληματισμού περιέγραψε σκωπτικά το περιστατικό όπου ένα σπίτι με τρία δωμάτια (βλέπε γεωγραφική Μακεδονία μοιρασμένη σε τρεις χώρες), ένα βόρειο, ένα νότιο κι ένα ανατολικό κατοικείται σήμερα από τρεις. Παλαιότερα κατοικούνταν, ωστόσο, ολόκληρο από ένα γιατρό (βλέπε αρχαίος Μακεδόνας ως μέτοχος τότε της ελληνιστικής κουλτούρας). Είναι άραγε λογικό ο κάτοικος του βορινού δωματίου, που δεν είναι γιατρός, να αυτοαποκαλείται κι εκείνος «γιατρός»;

Η Συμφωνία των Πρεσπών, κατά το μη χείρον βέλτιστον, περιλαμβάνει δικλείδες, άγνωστης ακόμη αποτελεσματικότητας, για μια διάκριση μεταξύ μακεδονικών νοτιοσλαβικής συνάφειας, από την πλευρά της Βόρειας Μακεδονίας, και ελληνικών-μακεδονικών, από την Ελλάδα, στοιχείων/αναφορών. Ο παρονομαστής, ωστόσο, αυτών των κατά σύμβαση διευθετήσεων είναι η εύρεση ισορροπιών ανάμεσα σε διεθνή και περιφερειακά συμφέροντα άσχετα από όποιο πρόταγμα επιστημονικής αλήθειας και ιστορικής ακρίβειας. Ο κίνδυνος που εδώ υπεισέρχεται είναι αυτός που υπονομεύει διαχρονικά τις περισσότερες από τις τεχνικές ή/και τεχνηέντως δοσμένες λύσεις στις διεθνείς σχέσεις. Με άλλα λόγια, οι συλλογικές μνήμες υφέρπουν των συμφωνιών και ενίοτε εγείρονται και εκδικούνται αλυτρωτικά τις τεχνικές και συμβιβαστικές διαιτησίες. Είναι χαρακτηριστικές οι κρίσεις που έπληξαν τις συμβατικές ισορροπίες σε βάρος της ηττημένης -μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο- Γερμανίας, και οδήγησαν στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρόμοια η διαρκής γεωπολιτική αναταραχή στη Μέση Ανατολή, αλλά και σε αντίστοιχες περιπτώσεις στην Αφρική, αποδίδεται στις επί χάρτου τεχνητές ευθείες που χάραξαν οι μεγάλες δυνάμεις πριν από έναν αιώνα, παραγνωρίζοντας και τέμνοντας κυριολεκτικά ενιαίους, γηγενείς πληθυσμούς και πολιτισμούς. Πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα και την συμπαγή σοβιετική κεντρική οργάνωση, ανάλογα υποθάλπονταν εθνικές και εθνικιστικές εστίες που βρήκαν τελικά το δρόμο της αποκατάστασής τους από τα Βαλκάνια ως τον Καύκασο και την Σιβηρία. Σύγχρονοι ερευνητές, όπως ο Collin Woodard [22], ανιχνεύουν ακόμη και στις ΗΠΑ αυθεντικές εθνικές παραδόσεις χωρίς κρατική κυριαρχική έκφραση, των οποίων οι γεωγραφικοί χώροι δεν συνάδουν με τις συνοριογραμμές των πολιτειών πάνω στον χάρτη.

Παρά την συνήθη αποτυχία των πολιτικο-κοινωνικών εργαστηρίων παραγωγής συνόρων και την συμπάθεια που προκαλούν οι αντιστασιακές συλλογικές συνειδήσεις κάτω από το επίχρισμα της επίκλησης αυτοδιάθεσης, δεν είναι λίγες οι φορές που οι βασανισμένοι λαοί πέφτουν θύματα, αλλά και θύτες, προαγωγοί προπαγάνδας και παραχάραξης της ιστορίας, όπως συνέβη με το μακεδονικό ζήτημα ως επεκτατικό μοχλό της Βουλγαρικής Εξαρχίας είτε σε επόμενη φάση ως έμπνευση και έργο του Γιόζιπ Μπροζ Τίτο στην Γιουγκοσλαβία [23]. Ο «μακεδονισμός» των πρώτων κυβερνήσεων της τότε πΓΔΜ, στον βαθμό που υπέκλεπτε πρόσωπα και πράγματα άλλων πολιτισμών, όπως τον ίδιο τον Μέγα Αλέξανδρο, είναι κορυφαίο παράδειγμα εκμετάλλευσης μιας συμπλεγματικής κατωτερότητας και υπαρξιακής ανάγκης για ίδρυση ταυτότητας εκ μέρους πλειοψηφιών στην κοινωνία της τότε πΓΔΜ. Ενδεικτικά, οι τραγελαφικές διαστάσεις της εθνικιστικής προπαγάνδας οδήγησαν προ ημερών τον πρόεδρο της Βόρειας Μακεδονίας, Ιβάνοφ, να ενημερώσει ως και τους Τούρκους, στην διάρκεια επίσημης επίσκεψης, ότι ο Κεμάλ Ατατούρκ, καθώς γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Θεσσαλονίκη, είναι κι αυτός «Μακεδόνας».

25072019-5.jpg

Τμήμα των συνόρων Ελλάδος-Τουρκίας κοντά στην Ορεστιάδα, στις 6 Φεβρουαρίου 2012. REUTERS/Vassilis Ververidis
————————————————————–

Αξιοσημείωτος για ακαδημαϊκή διερεύνηση είναι ο ρόλος των αναχρονισμών στην διεκπεραίωση ιστορικών σφαλμάτων και την αξιοποίησή τους για προπαγάνδα. Ένας μέσος πολίτης σε οποιαδήποτε χώρα ανά τον κόσμο δεν πρόκειται να βασανίσει τον νου του εξετάζοντας κριτικά την έννοια, την χρήση και την διεκδίκηση του όρου «Μακεδονία». Απλά και απλοϊκά έως και πρόσφατα θα αρκούνταν να διαβάσει στον χάρτη το όνομα ενός κράτους ως «Μακεδονία» και αυτόματα να συνδέσει με αυτό όλες τις ιστορικές συνώνυμες αναφορές χάρη στον διανοητικό αυτοματισμό ταύτισης εθνών, λαών και κρατών. Με μια πιο κριτική ματιά, ωστόσο, διαπιστώνεται ότι τα έθνη-κράτη είναι πολιτειακό προϊόν και εφαρμογή των διεθνών σχέσεων κατά τους τελευταίους τέσσερις αιώνες, οπότε ο αναχρονισμός έως και είκοσι πέντε αιώνες νωρίτερα είναι προφανώς παρελκυστικός. Τουλάχιστον, και για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, ο όρος Βόρεια Μακεδονία εξίσου αντανακλαστικά αντιδιαστέλλεται προς μια Νότια Μακεδονία και κατά τούτο «υποψιάζει» ότι το βόρειο έθνος-κράτος δεν είναι αποκλειστικός κληρονόμος και φορέας της ιστορικής παράδοσης στην περιοχή. Εναπόκειται, σε κάθε περίπτωση, και στον ελληνισμό να ενημερώσει ενδελεχώς, κι όχι δια της σχεδόν απόλυτης αδιαφορίας και αφασίας που επιδείχθηκε στο παρελθόν, την παγκόσμια κοινή γνώμη, ιδιαίτερα την πολιτική και ακαδημαϊκή κοινότητα για τις λεπτομέρειες της συμφωνίας που τονίζουν την ελληνικότητα της Μακεδονίας όσον αφορά τον αρχαίο ιστορικό και πολιτιστικό ορίζοντά της

ΑΠΟ ΤΟΝ «ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ» ΣΤΑ «ΣΥΝΟΡΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ»

Συνοψίζοντας, τα σύνορα προσφέρουν το, επί του παρόντος, ιδανικότερο περιβάλλον για ασφάλεια και κοινωνική βιωσιμότητα. Οι εθνικές κοινωνίες, μαζί με τις λαϊκές παραδόσεις και τους πολιτικούς μύθους τους, έχουν εξελιχθεί δικαιϊκά και διοικητικά σε τέτοιο βαθμό που το διεθνές σκηνικό σε σύγκριση μαζί τους δείχνει ανοργάνωτο κι άναρχο. Ταυτόχρονα, από μια άλλη οπτική, τα εδαφικά σύνορα δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα γεωπολιτισμικά, όπως συζητείται για παράδειγμα σε σχέση με τις συμφωνίες Sykes-Picot στη Μέση Ανατολή [26]. Αυτό δε είναι το σημείο όπου οι συλλογικές και εθνικές μνήμες έρχονται σε σύγκρουση με τις στρεβλώσεις των γεωγραφικών χαρτών, καθώς οι τελευταίες έχουν συνήθως επιβληθεί μέσα από πολλούς και καταστροφικούς πολέμους. Τα σύνορα δεν μπορούν πάντοτε κι εξ ορισμού να επιφέρουν τάξη. Είναι απλά το όργανο/εργαλείο, όπως ένα απλό μαχαίρι, η χρήση του οποίου καθορίζεται από τις πράξεις και τις προθέσεις του κατόχου του. Τα σύνορα μπορούν επίσης να προκαλέσουν αταξία εκεί όπου οι απόψεις των πολιτών και οι μνήμες των λαών έχουν βιώσει και βαθιά καταγράψει γεγονότα, όπως εγκλήματα κατά των πολιτισμών και της ανθρωπότητας, βία, βαρβαρότητα, εισβολές, καταπίεση, θηριωδίες και γενοκτονίες [27].

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ανάλυση των διεθνών σχέσεων οφείλει να διερμηνεύσει τα δρώμενα μέσα από μια διαδραστική και συνδυαστική προσέγγιση, που θα περιλαμβάνει αναγκαία την αξιοποίηση τόσο των ορθολογικών θεωριών με βάση την κρατική κυριαρχία όσο και των ερμηνευτικών σχημάτων του κονστρουκτιβισμού προς την κατεύθυνση μιας επαρκέστερης κατανόησης της διεθνούς συμπεριφοράς. Ο σύγχρονος κόσμος πράγματι, παραλλάσσοντας την χαρακτηριστική φράση του ο T. Friedman, τείνει να είναι «επίπεδος, χωρίς εμπόδια και βουνά», με την έννοια της ταχύτητας που οι νέες τεχνολογίες προσφέρουν στις επικοινωνίες, τις συναλλαγές και τις συγκοινωνίες, αλλά όπου δημιουργείται κενό εξουσίας, ελεύθερος χώρος για ισχύ, κέρδος και υπεροχή, αναπόφευκτα «νέα βουνά από επεκτατικές ευκαιρίες» ξανα-υψώνονται για να τον καλύψουν [28].

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
*Το δοκίμιο αυτό έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 57 (Απριλίου – Μαΐου 2019) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.
[1] Haller, D. (2000). Borders and Borderlands: An Anthropological Perspective: Museum Tusculanum Press.
[2] Fuentes, C. (1999). The Buried Mirror: Reflections on Spain and the New World: Houghton Mifflin.
[3] Walt, S. M. (1998). International relations: one world, many theories. Foreign Policy, 29-46.
[4] Mearsheimer, J. J. (2003). The Tragedy of Great Power Politics (Updated Edition): W. W. Norton.
[5] Galariotis, I. J. F. (2008). The Theoretical and Empirical Application of Social Constructivism in EU’s Foreign and Security Policy. Cyprus Center of European and International Affairs, Paper (2008-04).
[6] Brzezinski, Z. (1990). Selective global commitment. Foreign Aff., 70, 1.
[7] Judge, A. (2011). Strategic Complexity–Attracting Consensus.
[8] Lapid, Y. (2001). Rethinking the “International”: IBO Clues for Post-Westphalian Mazes. Identities, borders, orders, 23-28.
[9] Wendt, A., & Friedheim, D. (1996). Hierarchy under anarchy: informal empire and the East German state. CAMBRIDGE STUDIES IN INTERNATIONAL RELATIONS, 46(1), 240-277.
[10], [16] Huntington, S. P. (2007). The Clash of Civilizations and the Remaking of World Order: Simon & Schuster.
[11] Zeihan, P. (2016). The Absent Superpower: The Shale Revolution and a World Without America: Zeihan on Geopolitics.
[12] Vidakis, I., & Baltos, G. (2015). Security aspects of” Geoenergeia” and the significance of energy resources management in international politics. Geopolitics of energy, 37, 2-16.
[13] Vidakis, I. G. (2016). Energy network’s security in Eastern Mediterranean Sea. (Ph.D. Disseration), University of the Aegean, Chios, Greece.
[14] Mearsheimer, J. J. (2003). The Tragedy of Great Power Politics (Updated Edition): W. W. Norton.
[15] Skidmore, D. (2012). The Obama Presidency and US Foreign Policy: Where’s the Multilateralism? International Studies Perspectives, 13(1), 43-64.
[17] Baltos, G. C., Vidakis, I. G., & Balodis, J. (2017). Turkey’s Ambitions to Emerge as a Regional Power: Example or Counter-Example for Potential Aspiring Competitors. Academic journal of interdisciplinary studies, 6(3), 25-32.
[18] Ifantis, K., & Galariotis, I. (2014). The US and Turkey in search of regional strategy: Towards asymptotic trajectories. UNISCI Discussion Papers (36).
[19] Karkazis, J., Baltos, G. C., & Balodis, J. (2018). How some Seemingly Moderate Political Elections Results may Redirect a State’s Historical Course, from the Top Down to the Transformation of National Growth and Socio-Cultural Development Patterns: Turkey’s Political Reforms over the Last Decades as an Ideal Paradigm of Multi-Faceted National Re-Orientation. Academic journal of interdisciplinary studies, 7(1), 119-128.
[20] Karkazis, J., Baltos, G., & Vidakis, I. G. (2017). Η χάραξη της τουρκικής γεωπολιτικής ως προϊόν ηγετικής φιλοδοξίας και πρόκληση έναντι παραδοσιακών μεθόδων διαχείρισης κινδύνου και μέτρησης ισχύος. Foreign Affairs: the Hellenic edition, 94-115.
[21] Nail, T. (2016). Theory of the Border: Oxford University Press.
[22] Woodard, C. (2011). American Nations: A History of the Eleven Rival Regional Cultures of North America: Penguin Publishing Group.
[23] Σιούσιουρας, Π. Π. (2010). Το Μακεδονικό ζήτημα και η ελληνική εξωτερική πολιτική: γεωπολιτικές επιδιώξεις, διεθνές δίκαιο και το ζήτημα της εξόδου στη θάλασσα: Εκδόσεις Ποιότητα.
[24] Haller, D. (2000). Borders and Borderlands: An Anthropological Perspective: Museum Tusculanum Press.
[25] Fuentes, C. (1999). The Buried Mirror: Reflections on Spain and the New World: Houghton Mifflin.
[26] Alobeid, A., Vidakis, I., Baltos, G., & Balodis, J. (2018). The International Energy Strategies Ruling the Middle East for a Century Re-appear and Determine the Destiny of the Whole Eastern Mediterranean Region. Mediterranean Journal of Social Sciences, 9(4), 241-249.
[27] Bayeh, J. N., & Baltos, G. C. (2019). From a culture of borders to borders of cultures: nationalism and the “clash of civilizations” in international relations theory. Journal of educational and social research, 9, 9-20.
[28] Friedman, T. L. (2005). The world is flat: A brief history of the twenty-first century: Macmillan.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Στο τραπέζι σενάριο διάσπασης της Συνθήκης Σένγκεν

0

Δημοσιεύθηκε: 24 Ιουλίου 2019 – 10:43

Βρυξέλλες, ανταπόκριση

Ερχονται πιέσεις στην Αθήνα να δέχεται περισσότερους πρόσφυγες. Μπλοκ «πλούσιων» χωρών θέλουν μονιμοποίηση εσωτερικών ελέγχων και αλλαγή του τρόπου ανακατανομής. Το σχέδιο της νέας Κομισιόν και πού βρίσκεται η Ελλάδα.

Σενάριο να «σπάσει» η συνθήκη Σένγκεν στα δύο και με αυτό τον τρόπο να ελέγχεται η ροή των προσφύγων/λαθρομεταναστών και μεταναστών από τον Νότο στον Βορρά, μελετά ο σκληρός πυρήνας της ΕΕ.

Αποκλειστικές πληροφορίες του Euro2day.gr, που συνομίλησε με αρκετούς αξιωματούχους, αναφέρουν ότι με τη νέα προεδρία της Κομισιόν, αναθερμαίνεταιτο σχέδιο που συζητήθηκε πίσω από τις κλειστές πόρτες τον Οκτώβριο του 2017 για την «αλλαγή» συνόρων εντός Ευρώπης.

Ο λόγος; Η έξαρση της λαθρομετανάστευσης και του προσφυγικού, που θεωρείται πλέον «μη αναστρέψιμη» λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων, όπως μας ανέφερε χαρακτηριστικά ανώτατος αξιωματούχος της ΕΕ, με λεπτομερή γνώση των συνομιλιών.

Η κατάχρηση των εξαιρέσεων της συνθήκης Σένγκεν, που από τον Νοέμβριο του 2015 ανανεώνονται ανά 6 μήνες ή 2 χρόνια με συνοπτικές διαδικασίες από την Κομισιόν για χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία, δεν μπορεί να συνεχίσει, καθώς η επικινδυνότητα λόγω τρομοκρατικών επιθέσεων έχει μειωθεί. Οι εξαιρέσεις αυτές επιτρέπουν τους εσωτερικούς ελέγχους στα σύνορα των κρατών-μελών.

Ο ρόλος της Ελλάδας

Το σενάριο θέλει να δημιουργηθεί ένας μικρός πυρήνας χωρών που θα εφαρμόσει μια μικρότερη Σένγκεν -τη ζώνη 1- και μια δεύτερη ζώνη που θα έχει αναγκαστικά σκληρότερους κανόνες και ελέγχους κυρίως στην υποτιθέμενη ελεύθερη διακίνηση των πολιτών. Η Ελλάδα όπως και η Ιταλία βρίσκονται, όπως αναφέρουν συγκλίνουσες πληροφορίες, στις χώρες υψηλού κινδύνου της ζώνης 2 (high risk zone).

Ηδη αρκετοί Ελληνες έχουν αρχίσει να βιώνουν σε αρκετές πτήσεις από Αθήνα προς Γερμανία, Γαλλία και Βρυξέλλες τον «άτυπο» έλεγχο διαβατηρίων αμέσως μετά την προσγείωση. Αυτό τυπικά απαγορεύεται λόγω της Σένγκεν και αρχικά οι αξιωματικοί που βρίσκονταν στις πύλες εισόδου έλεγχαν μερικά διαβατήρια. Τον τελευταίο καιρό όμως ο έλεγχος είναι καθολικός.

Το Euro2day.gr συνομίλησε με έναν εκ των αξιωματικών που περίμενε πτήση Αθήνα-Βρυξέλλες, ο οποίος μας μετέφερε ότι οι έλεγχοι πρέπει να πραγματοποιούνται καθώς, κατά τις βελγικές αρχές, υπάρχουν πολλοί λαθρομετανάστες που μπαίνουν στην Ελλάδα «αρκετά εύκολα, παραμένουν μια νύχτα, “αγοράζουν χαρτιά” και μετά μπαίνουν σε πτήσεις εντός Σένγκεν για να προσγειωθούν στη χώρα που πραγματικά επιθυμούν ως τελευταίο σταθμό, κυρίως σε Γερμανία, Βέλγιο και Γαλλία».

Γι’ αυτό τον λόγο, τοποθετήθηκαν στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος ηλεκτρονικά booth, για να ελέγχονται και να καταγράφονται τα στοιχεία εισόδου από χώρες εκτός Σένγκεν όλων των επιβατών, με τα δεδομένα να πηγαίνουν αυτόματα στις ευρωπαϊκές αρχές.

Αυτό όμως πλέον θεωρείται σταγόνα στον ωκεανό, με τον Γάλλο πρόεδρο E. Macron και τη Γερμανίδα καγκελάριο A. Merkel να θεωρούν ότι έχουν χάσει δημοτικότητα, λόγω της αναποφασιστικότητάς τους να επιβάλουν πιο σκληρή γραμμή στο προσφυγικό.

Πιέσεις για υποδοχή περισσότερων μεταναστών

Την ώρα που ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης υποσχόταν «αποσυμφόρηση» των νησιών, χωρίς όμως να διευκρινίζει το πώς, ο σκληρός πυρήνας της ΕΕ, μαζί με τη νέα πρόεδρο της Κομισιόν Ursula von der Leyen, ετοιμάζεται να πιέσει την Ελλάδα να δεχθεί περισσότερους πρόσφυγες.

Με την απόφαση M. Salvini να κλείσει το μεγαλύτερο κέντρο ασύλου στην Ιταλίακαι τις απειλές της Τουρκίας ότι αναστέλλει τη συμφωνία επανυποδοχής μεταναστών με την ΕΕ, οι πιέσεις αναμένεται να είναι πιο ισχυρές.

Ηδη ο απερχόμενος επίτροπος μετανάστευσης Δημήτρης Αβραμόπουλος φέρεται να ενημέρωσε τον Ελληνα πρωθυπουργό για τις προκλήσεις που έρχονται. Ο κ. Αβραμόπουλος δήλωσε μετά τη συνάντηση των δύο στους δημοσιογράφους ότι «η Ελλάδα είναι σημαντικός παράγοντας σταθερότητας, πρέπει να είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι για το μέλλον, γιατί δεν ξέρουμε τι θα φέρει το μέλλον».

Λίγοι πρόσεξαν ότι αμέσως μετά την εκλογή της από το Ευρωκοινοβούλιο, η κ. Von der Leyen είπε χαρακτηριστικά ότι θα παλέψει για μια ισορροπημένη και «πλούσια» Ευρώπη, ενώ στην πρώτη της ομιλία, το προσφυγικό και η αναδιάταξη της Συνθήκης του Δουβλίνου ήταν πολύ ψηλά. Εκανε λόγο για πιο δίκαιη κατανομή βαρών, όμως, η είδηση βρίσκεται στα ψιλά γράμματα: Είπε επί της ουσίας ότι θα δοθούν περισσότερα κονδύλια και ανθρώπινο δυναμικό σε χώρες που δέχονται πολλούς πρόσφυγες. Για αυτού του είδους την αλληλεγγύη μιλά η ΕΕ.

Πρώτη στη λίστα είναι η Ελλάδα, γιατί η Ιταλία δήλωσε ότι δεν συνεργάζεται.

Για τα προσχήματα, αυτή τη στιγμή γίνονται, με πρωτοβουλία του κ. Macron, συζητήσεις για συμμαχία προθύμων που θα αναλάβουν να δέχονται περισσότερους πρόσφυγες. Τη Δευτέρα το βράδυ, ο κ. Μacron είχε συνάντηση με υπουργούς Εσωτερικών της ΕΕ επί τούτου.

Μια μέρα μετά, η Κομισιόν ανακοίνωσε ότι οι διεργασίες θα συνεχιστούν όλο το καλοκαίρι και θα υπάρξει Σύνοδος των υπουργών Εσωτερικών την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου στη Μάλτα. Εκεί η Ελλάδα και ο κ. Κουμουτσάκος αναμένεται να πάρουν μια πρώτη γεύση από τις πιέσεις αλλά και από τα «δωράκια», δηλαδή τη στήριξη μέσω κονδυλίων και την ενίσχυση της Frontex.

Το θέμα είναι πώς θα αντιδράσει ο Ελληνας πρωθυπουργός σε πιθανή νέα πρόσκληση να «ανοίξει» τις πύλες για περισσότερους πρόσφυγες και λαθρομετανάστες. Πιθανότατα το πρέσινγκ να συνδεθεί και με οικονομικά οφέλη όπως έγινε και με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η Κομισιόν μπορεί να κάνει τα στραβά μάτια σε μέτρα που βάζουν σε κίνδυνο τους δημοσιονομικούς στόχους, εάν πάρει αυτό που θέλει στο προσφυγικό, που «καίει» τις σκληροπυρηνικές χώρες. Αυτό έγινε άλλωστε και τα προηγούμενα χρόνια, παρότι διέψευδε η προηγούμενη κυβέρνηση τη σύνδεση του ενός θέματος με το άλλο.

Σε κάθε περίπτωση, το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι «μαγειρεύεται» ως δεύτερο βήμα, μετά την αναδιάταξη της συνθήκης του Δουβλίνου από τη νέα Κομισιόν, η διάσπαση της Σένγκεν, με ό,τι και αν αυτό συνεπάγεται για τη χώρα μας.

Η ιδέα για διάσπαση της Σένγκεν ξεκίνησε από πρωτοβουλία της Γερμανίας, της Ολλανδίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας, της Δανίας και της Σουηδίας, στις 12 Οκτωβρίου του 2017. Και σιγά σιγά βρήκε υποστήριξη από το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο, τη Φινλανδία.

Παράλληλα, όλοι γνωρίζουμε ότι ένα άλλο μπλοκ, με οδηγό την Ουγγαρία, μπλοκάρει τις ποσοστώσεις (relocation quotas). Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η συμμαχία προθύμων είχε ξαναπαρουσιαστεί πανηγυρικά πριν από μερικά χρόνια από την κ. Merkel και παρέμεινε βεβαίως στα χαρτιά.

Αγγελική Παπαμιλτιάδου[email protected]

https://www.euro2day.gr/news/politics/article/1691495/sto-trapezi-senario-diaspashs-ths-synthhkhs-sengke.html

Ο εμφύλιος πόλεμος στη Λιβύη και η Ελλάδα

0

Του Τζώρτζη Κουρουτζή* liberal.gr

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2019, 00:03

Τα τελευταία χρόνια, η Λιβύη βρίσκεται για ακόμη μία φορά (μετά τον πρώτο εμφύλιο που ξέσπασε με τον θάνατο του Καντάφι) σε περίοδο εμφυλίου πολέμου. Από την μία πλευρά, έχουμε την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (ΚΕΣ) αναγνωρισμένη από την διεθνή κοινότητα (ΟΗΕ, Βρυξέλλες, ΗΠΑ) με ηγέτη τον Φαγέζ Αλ Σαρράζ, με έδρα την πρωτεύουσα της χώρας Τρίπολη, καθώς και τις προσκείμενες στην κυβέρνηση αυτή διάφορες παραστρατιωτικές ομάδες από τις γύρω περιοχές. Από την άλλη πλευρά, βρίσκονται οι δυνάμεις του Λιβυκού Εθνικού Στρατού (ΛΕΣ) με ηγέτη τον Στρατηγό Χαλίφα Χαφτάρ, που εδρεύουν στην πόλη Τομπρούκ με την Βουλή των Αντιπροσώπων.

Η χώρα για ακόμη μία φορά είναι διχοτομημένη και έτσι κλιμακώνεται ο κίνδυνος τόσο στο εσωτερικό της χώρας με αρκετές απώλειες όσο και στον εξωτερικό περίγυρο της με την διεθνή κοινότητα να βρίσκεται σε μία συνεκτική απόσταση και να προσπαθεί να πιέσει τις δύο πλευρές για την ειρηνική επίλυση της διαμάχης μέσα από διαπραγματεύσεις.

Τι πέτυχε ο στρατηγός Χαλίφα Χαφτάρ;

Τώρα, όπως φαίνεται ανάμεσα στις δύο “πρωταγωνιστικές” οντότητες του εμφυλίου πολέμου στην Λιβύη, ισχυρό προβάδισμα έχει ο στρατηγός Χαλίφα Χαφτάρ με τις δυνάμεις του Λιβυκού Εθνικού Στρατού. Ο Χαφτάρ (με τις δυνάμεις του, ΛΕΣ) έχει καταλάβει την ανατολική Λιβύη και το μεγαλύτερο μέρος της, καθώς και τα σημαντικότερα πετρελαιοπαραγωγικά εδάφη. Επίσης, φαίνεται πως τον Χαλίφα Χαφτάρ υποστηρίζουν, είτε έμμεσα είτε άμεσα, εξωτερικές δυνάμεις, οι οποίες, παρότι έχουν συμφωνήσει στην αναγνώριση της επίσημης κυβέρνησης, όπως όλη η Διεθνής Κοινότητα, δείχνουν να υποστηρίζουν μία επικράτηση του στρατηγού Χαφτάρ κυρίως για δικούς τους λόγους και συμφέροντα (οικονομικά- ενεργειακά, ιδεολογικά και πολιτικά). Οι υποστηρικτές, όπως θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε, είναι η Ρωσία, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Επιπρόσθετα ο στρατηγός Χαφτάρ έχει καταφέρει να συνάψει δεσμούς με μία τάση των Salafistών Μουσουλμάνων, τους Madkhalιστές, χρησιμοποιώντας τόσο τους μαχητές τους όσο και το δόγμα τους σε πολλές ελεγχόμενες περιοχές (από τον ΛΕΣ) στην ανατολική Λιβύη.

Τον περασμένο Απρίλη, ο Λιβυκός Εθνικός Στρατός του Χαλίφα Χαφτάρ εξαπέλυσε επίθεση στην πρωτεύουσα της χώρας, στην Τρίπολη, (μία βιαστική κίνηση ίσως να έλεγε κάποιος από τον Χαλίφα Χαφτάρ, έχοντας υπόψη του τις προηγούμενες σταθερές και υπομονετικές κινήσεις του), με σκοπό την απελευθέρωσή της από την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφιλίωσης (ΚΕΣ). Βέβαια, συνάντησε σφοδρή αντίσταση από τις παραστρατιωτικές δυνάμεις των γύρω πόλεων, που υπόκεινται στην κυβέρνηση της Τρίπολης, μην έχοντας καταφέρει ο ΛΕΣ να διασπάσει τις γραμμές και να εισχωρήσει στα νότια προάστια της πόλης. Η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο ένοπλες δυνάμεις οδήγησε σε αρκετές απώλειες.

Πού απέτυχε ο στρατάρχης Χαφτάρ;

Παρ’ όλες τις επιτυχίες του ΛΕΣ στα εδάφη της Λιβύης και την ισχυροποίηση της θέσης του Χαφτάρ, το τελευταίο διάστημα (πιο συγκεκριμένα στις αρχές του Ιούλη) οι δυνάμεις του στρατάρχη Χαφτάρ υπέστησαν μία σημαντική στρατηγική ήττα στον αγώνα για την κατάληψη της Τρίπολης. Ειδικότερα, χάθηκε η πόλη Γκαρίν (νότια της πρωτεύουσας), η οποία πόλη αποτελούσε και την κύρια βάση ανεφοδιασμού του ΛΕΣ. Με την ανακατάληψη της πόλης Γκαρίν από την νόμιμη κυβέρνηση της Εθνικής Συμφιλίωσης, ο στρατάρχης Χαφτάρ έχει στην πλέον διάθεση του την βάση στη πόλη Ταρχούνα, (επίσης νότια της Τρίπολης) η οποία δεν είναι το ίδιο αποτελεσματική με την βάση που έχασε. Η πόλη της Ταρχούνας είναι πια στο στόχαστρο των δυνάμεων της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφιλίωσης και οδεύει προς περικύκλωση της. Αν ο Χαφτάρ χάσει και την βάση της Ταρχούνας, τότε καταρρίπτεται και το σχέδιο του για την κατάληψη της Τρίπολης, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του ρόλου του στα πολιτικά δρώμενα της επικράτειας της Λιβύης.

Και οι δύο πλευρές, στις ένοπλες αυτές συρράξεις που διαδραματίστηκαν μεταξύ τους, είχαν σημαντική εξωτερική βοήθεια. Η νόμιμη Κυβέρνηση Εθνικής Συμφιλίωσης ενισχύθηκε από τουρκική στρατιωτική συνδρομή, καθώς παραχωρήθηκαν μη- επανδρωμένα αεροσκάφη, ενώ τις δυνάμεις του στρατάρχη Χαφτάρ ενδυνάμωσαν τόσο η Ρωσία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με εξοπλισμό και μισθοφόρους όσο και η Γαλλία με εξοπλισμό (όπως αποκαλύφτηκε από τα ευρήματα γαλλικών πυραύλων), με την ανακατάληψη της βάσης Γκαρίν από την νόμιμη κυβέρνηση της Τρίπολης. Η πρόσφατη αυτή εύρεση των πυραύλων προερχομένων από την Γαλλία (ενός μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ) έθεσε μία αμφισβήτηση στην στάση του ΟΗΕ και χαρακτηρίστηκε ως συνεκτική απέναντι στις εξελίξεις του εμφυλίου πολέμου και ιδίως στις δυνάμεις του Χαφτάρ. Επομένως, για την ώρα δεν μπορούμε να μιλάμε για μία ειρηνική επίλυση της διαμάχης, μέσω διαπραγματεύσεων, καθώς φαντάζει απίθανο σενάριο. Με όλα αυτά τα γεγονότα τόσο από τις εσωτερικές μαχόμενες πλευρές όσο και από την συνεισφορά ξένων δυνάμεων, γίνεται αντιληπτή η απειλή για την κλιμάκωση του κινδύνου στα εδάφη της Λιβύης αλλά και στην εξωτερική ΄΄αυλή΄΄ της. Γίνεται πλέον κατανοητό πως η τύχη της Λιβύης δεν βρίσκεται μόνο στα χέρια του λαού της αλλά υπάρχει μεγάλη επιρροή και από εξωτερικούς παράγοντες.

Ποια η θέση της Ελλάδας στις εξελίξεις της Λιβύης;

Τώρα πώς θα χαρακτηρίζαμε την θέση της Ελλάδας απέναντι στην Λιβύη και στον εμφύλιο πόλεμο που έχει ξεσπάσει; Αρχικά, πρέπει να τονιστεί πως η χώρα μας ως μέλος της διεθνούς κοινότητας έχει αναγνωρίσει την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφιλίωσης ως την νόμιμη κυβέρνηση της Λιβύης, υποστηρίζοντας την ειρηνική επίλυση της διαμάχης και την ομαλή διαδικασία των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές. Όμως, πέρα από αυτήν την στάση που υιοθετεί σύμφωνα με την Διεθνή Κοινότητα, η Ελλάδα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ένας απλός θεατής που κοιτάει από απόσταση τις εξελίξεις στην χώρα της Λιβύης. Η στάση αυτή του θεατή είναι ιδιαίτερα λανθασμένη από πλευράς της Ελλάδας, διότι πέρα από την ιδιότητα της ως μέλος της διεθνούς κοινότητας πρόκειται για μία χώρα η οποία συνορεύει με την Λιβύη. Η Ελλάδα όφειλε να αποκτήσει πιο ενεργό και σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την κατάπαυση του εμφυλίου πολέμου, καθώς η κρίση αυτή συμβάλλει στην κλιμάκωση του κινδύνου στην ανατολική πλευρά της Μεσογειακής Λεκάνης, στην οποία ανήκει και η ίδια η Ελλάδα. Πρόκειται για κινδύνους, οι οποίοι έχουν να κάνουν με την αύξηση της παράνομης ροής μεταναστών, του λαθρεμπορίου, της τρομοκρατικής απειλής, με θέματα ενέργειας αλλά και γενικά σχετίζονται με την σταθεροποίηση και ασφάλεια της περιοχής της ανατολικής μεσογειακής λεκάνης. Βέβαια, η Ελλάδα έχει κατηγορηθεί από την Τουρκία (μέσα από διάφορες δημοσιεύσεις) ότι «οι Έλληνες κλέβουν την ΑΟΖ της Λιβύης» εκμεταλλευόμενοι την αστάθεια και την κρίση που επικράτησε μετά τον θάνατο του Καντάφι∙ συγχρόνως, έχει διατυπωθεί η μομφή πως η Ελλάδα στο πρόσωπο του Χαλίφα Χαφτάρ έχει βρει την υποστήριξη για να πετύχει αυτό το εγχείρημα της.

Τι θα κέρδιζε η Ελλάδα σε μια επικείμενη επικράτηση του Χαφτάρ;

Αρχικά, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω ότι η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει και σέβεται την νόμιμη κυβέρνηση της Λιβύης (Κυβέρνηση Εθνικής Συμφιλίωσης) και υποστηρίζει τις διαπραγματεύσεις για την ειρηνική επίλυση του εμφυλίου. Όμως, όπως φαίνεται από την ισχυρή δράση και θέση του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, υπάρχει η πεποίθηση για μια πιο πιθανή επικράτησή του στην Λιβύη. Μία τέτοια κυριαρχία του Λιβυκού Εθνικού Στρατού, πως θα ωφελούσε την Ελλάδα;

Η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες που υποστηρίζει τον διάλογο και την ειρηνική επίλυση του εμφυλίου, όμως σίγουρα «κοιτάει και την επόμενη μέρα» την δική της συμμαχία και τα δικά της συμφέροντα. Με την επικράτηση του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, και με το γεγονός ότι στο πρόσωπο του η Ελλάδα έχει βρει έναν δυνατό σύμμαχο, καθώς ο Χαφτάρ έχει δείξει εμφανώς την δυσαρέσκεια του και την εναντίωση του προς την Τουρκία (και τον Πρόεδρο της Ταγίπ Ερντογάν), η Τουρκία θα αποδυναμωθεί στην περιοχή της Λιβύης και συγχρόνως τα σχέδια τους για την από κοινού δημιουργία της ΑΟΖ (σχέδιο Γαλάζια Πατρίδα). Με τον τρόπο αυτό εξαλείφεται η όποια παρουσία έχει η Ελλάδα και η Κύπρος στην περιοχή. Επίσης, η Ελλάδα σίγουρα θα αναβαθμίσει την θέση και τον ρόλο της στην ανατολική μεσογειακή λεκάνη τόσο σε θέματα ενέργειας όσο και σε θέματα ασφαλείας.

Τι θα σήμαινε για την Ελλάδα μία ήττα του Χαφτάρ στη Λιβύη;

Μία ήττα του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ και, επομένως, μία επικράτηση της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφιλίωσης του Φαγέζ Αλ Σαρράζ, θα σήμαινε μία κυβέρνηση της «Μουσουλμανικής Αδελφότητας» και μια ισχυρή παρουσία της Τουρκίας τόσο στα εσωτερικά θέματα της Λιβύης όσο και στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η Τουρκία φυσικά θα προσπαθούσε να καθοδηγήσει την κυβέρνηση «Μουσουλμανικής Αδελφότητας» στην αποδυνάμωση της σχέσης της με την Ελλάδα αλλά και να προωθήσει τα σχέδια της για την λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα». Αυτό θα το πετύχαινε με την οριοθέτηση της ΑΟΖ από κοινού με την Λιβύη αλλά και με την αποδυνάμωση της παρουσίας ελληνικής και κυπριακής ΑΟΖ.

Γενική αποτίμηση

Σ΄ ένα περιβάλλον τόσο ασταθές όσο αυτό του εμφυλίου πολέμου, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τελικό αποτέλεσμα. Ποιος θα επικρατήσει, ποιες θα είναι οι πιθανότερες συμμαχίες της «επόμενης μέρας» και ποιος θα επωφεληθεί περισσότερο και ποιος λιγότερο. Πρόκειται για ερωτήματα στα οποία οι απαντήσεις είναι όλες πιθανές. Επομένως, η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι απλώς παρατηρητής και να επαναπαυτεί με την όποια πιθανή έκβαση του εμφυλίου πολέμου. Το σίγουρο όμως είναι ότι, ανεξάρτητα από την υποχρέωση της ως μέλους της διεθνούς κοινότητας να αναγνωρίζει την νόμιμη κυβέρνηση, πρέπει να κατανοήσει ότι αν θέλει να επωφεληθεί και να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις όποιες εξελίξεις σε σημαντικά θέματα στην ανατολική μεσογειακή λεκάνη, (εμφύλιος πόλεμος στην Λιβύη) είναι επιτακτική ανάγκη να αποκτήσει έναν πιο ενεργό ρόλο από αυτόν του «θεατή» επιβάλλεται να πιέσει περισσότερο για τις διαπραγματεύσεις επίλυσης του εμφυλίου καθώς και να αποκτήσει μια πιο ισχυρή φωνή σε θέματα (ασφαλείας, ενέργειας κ.α) που αφορούν την εξωτερική «αυλή» της (Λεκάνη της Μεσογείου).

* Ο Τζώρτζης Κουρουτζής είναι πτυχιούχος του τμήματος Μεσογειακών Σπουδών με κατεύθυνση Διεθνείς Σχέσεις και Οργανισμοί, του Πανεπιστημίου Αιγαίου, καθώς και κάτοχος μεταπτυχιακού στη Διακυβέρνηση, Ασφάλεια και Ανάπτυξη στη Μεσόγειο του τμήματος Μεσογειακών Σπουδών, του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Φωτογραφία: AP

https://www.liberal.gr/diplomacy/o-emfulios-polemos-sti-libui-kai-i-ellada/260877#.XTkqgapf_L0.facebook

Λάθος τακτικής.

2
Η κυβέρνηση έχει κάνει ένα λάθος τακτικής στην επιθυμία της να καταργήσει το πανεπιστημιακό άσυλο. Το ίδιο λάθος έχει κάνει και στην προσπάθειά της να περιορίσει φαινόμενα βίας και ανομίας με την ιδεολογική επίκληση του αναρχισμού.
Και τα δύο δεν εξαγγέλλονται. Καταργούνται ή περιορίζονται στην πράξη και χωρίς πολλά λόγια.
Υπάρχουν μικρές εστίες που θα αντιδράσουν. Και μπορεί οι αντιδρώντες να είναι ολιγάριθμοι, η φασαρία που κάνουν και τα προβλήματα που θα δημιουργήσουν θα είναι αναντίστοιχα του αριθμού τους.
Υπάρχει μια βασική αρχή: όσο πιο σκληρή είναι η καταστολή, τόσο περισσότερο θυμό και δυσαρέσκεια παράγει.
Ο καλύτερος ηγέτης είναι αυτός που κερδίζει μια μάχη χωρίς να τη δώσει.

Άρθρο Τούρκου αρθρογράφου: Η μοναξιά της Τουρκίας στην Αν. Μεσόγειο

0

Ένα άρθρο του Μουσταφά Μπαλμπάυ, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Τζουμχουριέτ και αξίζει να διαβαστεί με προσοχή από Έλληνες της Κύπρου και της Ελλάδας, κυρίως από τους διπλωμάτες και τους πολιτικούς.
Τίτλος: Akdeniz’deki yalnızlığımız!
Μετάφραση: Σάββας Καλεντερίδης

Τα θέματα εξωτερικής πολιτικής όσο περνάει ο καιρός επηρεάζουν όλο και περισσότερο την οικονομία, την εσωτερική ειρήνει και την εθνική ασφάλεια της Τουρκίας.

Ας δούμε σήμερα τι γίνεται στην Αν. Μεσόγειο…
Μετά το Fatih, το Yavuz και το Barbaros Hayrettin, πλέεει προς την περιοχή αυτή και το τέταρτο ερευνητικό πλοίο μας.
Όταν πρόκειται για τα εθνικά συμφέροντα της Τουρκίας, ασφαλώς όλοι μας πρέπει να στηρίζουμε τα βήματα που γίνονται με ψυχραιμία και λογική.
Για παράδειγμα, τα τέσσερα κόμματα του τουρκικού κοινοβουλίου, εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση για το θέμα, υπογραμμίζοντας ότι πρέπει να προστατευθούν τα δικαιώματά μας στην Αν. Μεσόγειο.

***
Όμως το νόμισμα έχει και την άλλη πλευρά του.
Το πρόβλημα της χρήσης της Αν. Μεσογείου ξεκίνησε το 2003. Τη χρονιά εκείνη η Κύπρος υπέγραψε συμφωνία με την Αίγυπτο για την οριοθέτηση της ΑΟΖ. Τότε θα έπρεπε να κάνουμε κάτι, είτε για να παρεμποδίσουμε την υπογραφή της συμφωνίας, είτε να κάνουμε κι εμείς ένα ισοδύναμο, για την ισορροπία του πράγματος.
Τις ημέρες εκείνες το ΑΚΡ ήταν που είχε αρχίσει να κοροϊδεύει τους διπλωμάτες, αποκαλώντας τους  “monşer”.
Η Κύπρος συνέχισε να υπογράφει συμφωνίες αριοθέτησης της ΑΟΖ με το Λίβανο, το 2007 και το Ισραήλ το 2010.
Τις ημέρες εκελινες το ΑΚΡ έψαχνε ποια ομάδα θα υποστηρίξει στο Λίβανο, ενώ με το Ισραήλ περνούσαμε την περίοδο του “One minute” που είπε ο Ερντογάν στον Σιμόν Πέρες, ενώ στο παρασκήνιο εφάρμοζε πολιτική “More money” με το Ισραήλ.
Ενώ γίνονταν όλα αυτά, ανακοινώθηκε το 2009 και το 2010 ότι στην Αν. Μεσόγειο βρέθηκαν κοιτάσματα φυσικού αερίου 900 μ3.
Μόλις έγινε αυτό, χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Αγγλία και η Ρωσία, που δεν έχουν ακτές στη Μεσόγειο, καθώς και η Ιταλία και η Γαλλία, βρέθηκαν να διεκδικούν δικαιώματα στην περιοχή, μέσω των ενεργειακών εταιρειών που υπέγραψαν συμβόλαια με τις χώρες που είχαν τα κοιτάσματα.
Μέχρι το 2010 η Κύπρος, που είχε την υποστήριξη της Ελλάδας, του Λιβάνου και του Ισραήλ, προχώρησε στην χάραξη 13 θαλασσοτεμαχίων (οικοπέδων).
Την ίδια περίοδο το ΑΚΡ ήταν απασχολημένο με την οικοπεδοποίηση των μεγάλων πόλεων και τον προσπορισμό κερδών από τη διαδικασία αυτή.
***
Και έτσι ήλθαμε στις μέρες που διανύουμε τώρα…
Αφού το πλοίο έκανε γεώτρηση και έφθασε στο βυθό της Μεσογείου, αρχίσαμε να στέλνουμε στην περιοχή το ένα πλοίο μετά το άλλο!
Μπορεί κάποιος να μας πει:
Αδελφέ, μπορεί να αργήσαμε, όμως τώρ ακάνουμε αυτό που πρέπει, τι άλλο θέλεις;
Όχι… Όπως δεν κάνατε αυτό που πρέπει στην ώρα του, και τώρα δεν κάνετε αυτό που πρέπει. Γι’ αυτό είμαστε εντελώς μόνοι στην υπόθεση αυτή.
Εάν η Τουρκία ακολουθούσε την παρακαταθήκη του Μ. Κεμάλ “Ειρήνη στην πατρίδα, ειρήνη στον κόσμο”…
…και όταν έγινε το πραξικόπημα στην Αίγυπτο εάν λέγαμε στην κυβέρνηση Σίσι “Κι εμείς ζήσαμε τις περιόδους του πραξικοπήματος. Δεν κάνει καλό στη χώρα. Η εμπειρία μας στο θέμα αυτό, μπορεί να είναι χρήσιμη σ’ εσάς”, δεν θα διακόπταμε τις σχέσεις μας με τη χώρα αυτή…
… όταν ξεκίνησε ο εμφύλιος στη Συρία εάν λέγαμε “Κρατήστε μια ισορροπημένη πολιτική ανάμεσα στο θέμα της εθνικής ασφάλειας και των ατομικών ελευθεριών. Εμείς θέλουμε μια Συρία με εσωτερική ειρήνη, με εξασφαλισμένη την εδαφική της ακεραιότητα και με συνθήκες ανάπτυξης της δημοκρατίας”, σήμερα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Όταν τον Απρίλιο του 2011 ήλθε στην Αντιόχεια η πρώτη ομάδα των 300 προσφύγων, εάν συνεννοούμασταν με τη Δαμασκό και τη Διεθνή κοινότητα, το θέμα θα σταματούσε εκεί.
Παραδοσιακά είμαστε η χώρα που πάντα, ακόμα και στις πιο σοβαρές κρίσεις, μεσολαβούσε μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης για να βρεθούν λύσεις. Το ΑΚΡ, όχι μόνο έγινε μέρος του προβλήματος, αλλά ταυτίστηκε ακόμα και με εσωτερικές ομάδες της Παλαιστίνης (Χαμάς, σ.τ.μ.).
Σήμερα σ’ αυτές τις τρεις χώρες δεν έχουμε πρέσβη.
Στην ένταση που έχουμε με την Κύπρο, κανένα κράτος του κόσμου δεν είναι με το μέρος μας.
Ακόμα και μια πολύ μεγάλη δύναμη, όταν απομονώνεται, αποδυναμώνεται.
Αυτό βιώνουμε τώρα στην Αν. Μεσόγειο

Η νέα αραβική τάξη

0
Εξουσία και βία στην σημερινή Μέση Ανατολή
Τα λάφυρα του πολέμου: Περπατώντας δίπλα σε χτυπημένα κτίρια στην Δαμασκό, στην Συρία, τον Μάιο του 2018. OMAR SANADIKI / REUTERS
Περίληψη:

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν πλέον την ισχύ ή την θέση να επιβάλλουν μια περιφερειακή τάξη με τους δικούς τους όρους. Κατά πάσα πιθανότητα, η ηγεμονία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή δεν πρόκειται ποτέ να αποκατασταθεί, επειδή η περιοχή έχει αλλάξει θεμελιωδώς.

Ο MARC LYNCH είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο George Washington, ανώτερος συνεργάτης του Carnegie Endowment for International Peace και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The New Arab Wars: Uprisings and Anarchy in the Middle East.

Το 2011, εκατομμύρια πολίτες σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο κατέβηκαν στους δρόμους [1]. Οι λαϊκές εξεγέρσεις από την Τύνιδα ως το Κάιρο [2] υποσχέθηκαν να ανατρέψουν τις απολυταρχίες και να προωθήσουν δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Για μια στιγμή, φαινόταν σαν να τερματιζόταν η παλιά τάξη της Μέσης Ανατολής και να παίρνει την θέση της μια νέα και καλύτερη. Αλλά τα πράγματα διαλύθηκαν γρήγορα. Κάποια κράτη κατέρρευσαν υπό την πίεση και κατήλθαν σε εμφύλιο πόλεμο˙ άλλα βρήκαν τρόπους να προχωρήσουν παραπατώντας και να αποκτήσουν τον έλεγχο των κοινωνιών τους. Επτά χρόνια αργότερα, εκείνες οι πρώιμες ελπίδες για μια θεμελιώδη, θετική μετατόπιση της πολιτικής της Μέσης Ανατολής φαίνεται να ήταν βαθιά λανθασμένες.

24072019-1.jpg

Τα λάφυρα του πολέμου: Περπατώντας δίπλα σε χτυπημένα κτίρια στην Δαμασκό, στην Συρία, τον Μάιο του 2018. OMAR SANADIKI / REUTERS
————————————————————–

Αλλά η αναταραχή δημιούργησε στην πραγματικότητα μια νέα αραβική τάξη -απλώς όχι εκείνη που περίμεναν οι περισσότεροι. Αν και οι αραβικές εξεγέρσεις δεν είχαν ως αποτέλεσμα επιτυχημένες νέες δημοκρατίες, αναμόρφωσαν όντως τις περιφερειακές σχέσεις. Οι παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις -η Αίγυπτος, το Ιράκ και η Συρία- μόλις που είναι τώρα λειτουργικά κράτη. Οι πλούσιες και καταπιεστικές χώρες του Κόλπου -το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα- ευημερούν. Ο πολλαπλασιασμός των αποτυχημένων και αδύναμων κρατών δημιούργησε νέες ευκαιρίες ανταγωνισμού και παρέμβασης, ευνοώντας νέους δρώντες και νέες δυνατότητες. Οι περιφερειακές δυναμικές δεν καθορίζονται πλέον από τις επίσημες συμμαχίες και τις συμβατικές συγκρούσεις μεταξύ μεγάλων κρατών. Αντ’ αυτού, η ισχύς επιχειρεί μέσω του πουλήματος επιρροής και του πολέμου δι’ αντιπροσώπων (proxy warfare).

Σε σχεδόν κάθε αραβικό κράτος σήμερα, η εξωτερική πολιτική καθοδηγείται από ένα ισχυρό μίγμα αντιληπτών απειλών και ευκαιριών. Οι φόβοι της αναζωπύρωσης των εγχώριων εξεγέρσεων, της ιρανικής ισχύος και της εγκατάλειψης από τις ΗΠΑ υπάρχουν παράλληλα με τις φιλοδοξίες εκμετάλλευσης των αποδυναμωμένων κρατών και της διεθνούς αταξίας -μια δυναμική που τραβά τις περιφερειακές δυνάμεις σε καταστροφικές συγκρούσεις δι’ αντιπροσώπων, οι οποίες σπέρνουν το χάος σε ολόκληρη την περιοχή. Οποιοδήποτε όραμα της περιοχής βρίσκει μια λειτουργική ισορροπία ισχύος είναι μια χίμαιρα: Η νέα τάξη είναι θεμελιωδώς μια [τάξη] της αταξίας.

Ο κατάλογος της απελπισίας στη Μέση Ανατολή σήμερα είναι δύσκολο να κατανοηθεί. Ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας [3] έχει γίνει μια από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες καταστροφές στην ιστορία [4], σκοτώνοντας τουλάχιστον μισό εκατομμύριο πολίτες και εκτοπίζοντας περισσότερα από δέκα εκατομμύρια. Το Ιράκ έχει σημειώσει αξιοσημείωτη πρόοδο στην κατανίκηση του Ισλαμικού Κράτους [5] ή ISIS, αλλά αυτή η επιτυχία έχει έρθει με μεγάλο κόστος για όσους ζουν στις απελευθερωμένες περιοχές [6]. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Υεμένη [7] είχε ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο ξέσπασμα χολέρας στην ανθρώπινη ιστορία και άφησε 8,4 εκατομμύρια ανθρώπους στο χείλος του λιμού [8]. Η Λιβύη [9] παραμένει ένα καταστροφικά αποτυχημένο κράτος.

Ακόμα και κράτη που απέφυγαν την κατάρρευση, αγωνίζονται. Η Αίγυπτος εξακολουθεί να υποφέρει από τις συνέπειες του στρατιωτικού πραξικοπήματός της το 2013 [10], καθώς η πνιγηρή καταπίεση εμποδίζει την πολιτική πρόοδο, καταστέλλει τον τουρισμό, αναζωογονεί την εξέγερση και προκαλεί την λαϊκή δυσαρέσκεια. Το Μπαχρέιν συνεχίζει να σιγοβράζει μετά από την αιματηρή σεχταριστική καταστολή του 2011, χωρίς να προσφέρονται λύσεις πέρα από την καταπίεση της πολιτικής αντιπολίτευσης. Τα σχετικά επιτυχημένα κράτη, όπως η Ιορδανία, το Μαρόκο και η Τυνησία [11], αντιμετωπίζουν τεράστια οικονομικά προβλήματα, δυσαρεστημένη νεολαία, και ασταθείς γείτονες. Σε σχεδόν όλες τις χώρες, τα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα που οδήγησαν την περιοχή σε λαϊκή εξέγερση το 2011 είναι πιο έντονα από ό, τι ήταν πριν από επτά χρόνια.

Εν τω μεταξύ, δεν υπάρχει έλλειψη σημείων ανάφλεξης στην περιοχή. Η απόσυρση των ΗΠΑ από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν [12] άνοιξε εκ νέου την προοπτική ενός αμερικανικού ή ισραηλινού στρατιωτικού χτυπήματος που να οδηγεί σε πόλεμο. Το μποϊκοτάζ του Κατάρ [13], υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, δίχασε το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (Gulf Cooperation Council, GCC), τον πιο επιτυχημένο αραβικό διεθνή οργανισμό. Στην Συρία, οι ολοένα συχνότερες αεροπορικές επιθέσεις του Ισραήλ, οι διασυνοριακές επιχειρήσεις της Τουρκίας και η εδραιωμένη παρουσία του Ιράν ωθούν τον εμφύλιο πόλεμο σε νέες κατευθύνσεις, ακόμη και όταν η ένοπλη αντιπολίτευση του καθεστώτος Assad εξασθενεί. Ο αδιέξοδος πόλεμος στην Υεμένη αψηφά την ανάσχεση, με πυραύλους που εκτοξεύθηκαν από τους επαναστάτες Houthi να στοχεύουν στην Σαουδική Αραβία, αεροπορικές επιδρομές από την Σαουδική Αραβία να προκαλούν εκτεταμένους θανάτους πολιτών, και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να δημιουργούν ναυτικές βάσεις στο Κέρας της Αφρικής για να ενισχύσουν τον υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας αποκλεισμό και για να προστατεύσουν τη νέα παρουσία τους στον νότο της χώρας. Εν τω μεταξύ, η επαναλαμβανόμενη βία στην Γάζα [14] και η «σπείρα του θανάτου» της λύσης των δύο κρατών απειλούν να ξαναφέρουν τα παλαιστινιακά εδάφη στο κέντρο της διεθνούς προσοχής.

Εν μέσω όλων αυτών, οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ευθυγραμμίστηκαν με ενθουσιασμό με έναν άξονα ομοϊδεατών κρατών: Την Αίγυπτο, το Ισραήλ [15], την Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αλλά αυτή η προσπάθεια να αποκατασταθεί κάτι που μοιάζει με την προ του 2011 τάξη είναι μακράν πιο επισφαλής από ό, τι φαίνεται. Στη Μέση Ανατολή σήμερα, ο πολλαπλασιασμός των αποτυχημένων κρατών, οι ανεπίλυτες κρίσεις διακυβέρνησης, και οι διασταυρούμενες γραμμές ανταγωνισμού υπονομεύουν κάθε άσκηση εξουσίας. Όταν τα κράτη επιχειρούν να ασκήσουν έλεγχο εγχωρίως ή να επηρεάσουν το εξωτερικό, μόνο επιδεινώνουν την δική τους ανασφάλεια. Η απόφαση της διοίκησης του Trump να εντείνει την υποστήριξη προς αυταρχικά καθεστώτα αγνοώντας τις βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές που εμποδίζουν την αποκατάσταση της παλαιάς τάξης δεν θα παράξει σταθερότητα ούτε θα προαγάγει τα συμφέροντα των ΗΠΑ.

Η ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ

Δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο στην διασυνοριακή πολιτική στη Μέση Ανατολή, αλλά η δομή και η δυναμική της περιοχής σήμερα είναι αρκετά διαφορετικές από ό, τι σε προηγούμενες περιόδους. Η δεκαετία του ’50 και η δεκαετία του ’60 ορίστηκαν από αυτό που ο ακαδημαϊκός Malcolm Kerr αποκάλεσε περίφημα ως «Αραβικός Ψυχρός Πόλεμος». Υπό τον πρόεδρο Gamal Abdel Nasser, η Αίγυπτος ανταγωνίστηκε με τα υποστηριζόμενα από την Δύση καθεστώτα και τις συντηρητικές δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας σε συγκρούσεις που κυμαίνονταν από την άμεση στρατιωτική παρέμβαση στην Υεμένη μέχρι αγώνες δι’ αντιπροσώπων επί της εσωτερικής πολιτικής στην Ιορδανία, τον Λίβανο και την Συρία. Εν τω μεταξύ, ο παν-αραβισμός -η πίστη σε ένα κοινό αραβικό έθνος- επέβαλλε τους όρους τόσο για την συνεργασία όσο και για τον ανταγωνισμό μεταξύ των ηγετών της περιοχής σε μια πλατφόρμα αντι-αποικιοκρατίας, αραβικής ενότητας, και εχθρότητας έναντι του Ισραήλ.

Οι συμβατικοί απολογισμοί της ιστορίας της Μέσης Ανατολής θεωρούν την δεκαετία του 1970 ως το τέλος αυτών των διασυνοριακών ιδεολογικών πολέμων. Με τον θάνατο του Nasser και την ξαφνική έλευση του μαζικού πετρελαϊκού πλούτου, τα κράτη άρχισαν να ενδιαφέρονται περισσότερο για την επιβίωση του καθεστώτος από όσο για τις μεγάλες ιδεολογικές αιτίες. Κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου, οι χώρες ανέπτυξαν ισχυρότερους μηχανισμούς εθνικής ασφάλειας, οι οποίοι εμπόδισαν τις εγχώριες εξεγέρσεις. Και καθώς τα κράτη έγιναν εσωτερικά πιο ασφαλή, υπήρχαν λιγότερες ευκαιρίες για παρεμβάσεις από αντιπροσώπους. (Ο Λίβανος, με την αιώνια ατυχία του, ήταν η εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα και ο εμφύλιος πόλεμος που διήρκεσε από το 1975 έως το 1990, έγινε η πρωταρχική αρένα για συγκρούσεις δι’ αντιπροσώπων). Ακόμα και η ιρανική επανάσταση του 1979, η οποία εισήγαγε μια νέα μορφή διασυνοριακής λαϊκής κινητοποίησης μεταξύ των Ισλαμιστών οι οποίοι εμπνεύστηκαν από την επιτυχή ανατροπή ενός υποστηριζόμενου από τις ΗΠΑ τυράννου, απέτυχε να αναγεννήσει τις ίδιες δυναμικές εχθροπραξιών δι’ αντιπροσώπων. Αντ’ αυτού, τα αραβικά καθεστώτα ενώθηκαν ενάντια σε έναν κοινό εχθρό και ενέτειναν την καταστολή των ισλαμιστών αμφισβητιών εγχωρίως.

Αντίθετα με την τυπική ιστορία, ωστόσο, εκείνη η εποχή των σκληρών κρατών είχε εξασθενίσει για κάποιο χρονικό διάστημα πριν από την έκρηξη του 2011. Στην δεκαετία του 1990, η παγκοσμιοποίηση άρχισε να εισάγει θεμελιώδεις προκλήσεις στην παραδοσιακή τάξη της Μέσης Ανατολής. Νέες διεθνείς οικονομικές ορθοδοξίες ώθησαν τα κράτη να μειώσουν τις δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας και την απασχόληση στο δημόσιο. Τα μεγάλα αραβικά κράτη είδαν την φτώχεια να αναπτύσσεται και τις υποδομές τους να παρακμάζουν. Ακόμη και τα πλούσια πετρελαϊκά κράτη βρέθηκαν στο έλεος των παγκόσμιων οικονομικών δυνάμεων, όπως η οικονομική κρίση του 2008 και οι διακυμάνσεις των τιμών του πετρελαίου. Ταυτόχρονα, η δορυφορική τηλεόραση, τα smartphones, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και άλλες νέες τεχνολογίες υπονόμευσαν καθεστώτα που είχαν γίνει εξαρτημένα από τον έλεγχο της ροής πληροφοριών και της έκφρασης γνώμης. Και μετά το 2001, ο παγκόσμιος πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, οι δαίμονες που εξαπέλυσε η κατοχή του Ιράκ από τις ΗΠΑ και η κατάρρευση της ισραηλινο-παλαιστινιακής ειρηνευτικής διαδικασίας υπονόμευσαν τα θεμέλια της περιφερειακής συνεργασίας. Μέχρι το 2010, παρέμεινε ελάχιστη νομιμοποίηση για την αραβική τάξη πέρα από το να περιορίζει το Ιράν και να καταπνίγει την δημοκρατική αλλαγή.

Οι αραβικές εξεγέρσεις του 2011 δεν βγήκαν από το πουθενά˙ ήταν το αποκορύφωμα των διαρθρωτικών αλλαγών που αναπτύσσονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η λαϊκή απογοήτευση από τις στάσιμες οικονομίες των χωρών και την έλλειψη πολιτικών ελευθεριών αυξανόταν για τουλάχιστον μια δεκαετία. Ο πολιτικός χώρος της περιοχής έχει ενοποιηθεί μέσω της δορυφορικής τηλεόρασης, του Διαδικτύου και άλλων διακρατικών δικτύων, τα οποία επέτρεψαν στις διαδηλώσεις να διαδοθούν από την Τυνησία στην Αίγυπτο και στην συνέχεια σε ολόκληρη την περιοχή. Αυτές οι ταυτόχρονες εξεγέρσεις αποκάλυψαν πολλά για την εσωτερική δύναμη των αραβικών κρατών: Μερικά προσαρμόστηκαν εύκολα, άλλα μόλις που κατάφεραν να τις ξεπεράσουν, και τα υπόλοιπα κατέρρευσαν.

24072019-2.jpg

Ένας μαχητής Houthi περιφρουρεί μια διαδήλωση που καταγγέλλει την επίθεση της υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας συμμαχίας κατά περιοχών της Ερυθράς Ακτής, στην Σαανά, στην Υεμένη, τον Ιούνιο του 2018. MOHAMED AL-SAYAGHI / REUTERS
———————————————————————-

Παρόλο που ο αντίκτυπος των εξεγέρσεων στην εγχώρια πολιτική ήταν προφανής, οι παρατηρητές έδωσαν λιγότερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο το φαινόμενο αυτό επηρέασε θεμελιωδώς την περιφερειακή ισορροπία ισχύος. Παραδοσιακές δυνάμεις όπως η Αίγυπτος και η Συρία καταναλώθηκαν από εγχώριες συγκρούσεις, γεγονός που τις άφησε ανίκανες να προβάλλουν ισχύ στο εξωτερικό. Οι πλούσιες χώρες του Κόλπου, από την άλλη πλευρά, ήταν σχεδόν ιδανικά προσαρμοσμένες στις νέες δομικές πραγματικότητες της περιοχής. Τα χρήματα, οι αυτοκρατορίες των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η κεντρική θέση σε ισχυρά διακρατικά δίκτυα όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα (Κατάρ) ή οι διεθνείς επιχειρήσεις (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα) τους επέτρεψαν να ασκούν ήπια ισχύ. Παρά το μικρό τους μέγεθος, αυτές οι χώρες διαθέτουν πολύ καλά εξοπλισμένους και άρτια εκπαιδευμένους στρατούς, συμπληρωμένους από καλά αποζημιωμένους μισθοφόρους. Αυτό τους επέτρεψε να προβάλλουν πολύ περισσότερη σκληρή ισχύ σε αρένες όπως η Λιβύη και η Υεμένη από όσο οι παραδοσιακές αραβικές δυνάμεις θα μπορούσαν ποτέ να έχουν κάνει. Το πιο σημαντικό είναι ότι αυτά τα καθεστώτα ασκούν σχεδόν πλήρη έλεγχο στους πληθυσμούς τους, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να απορρίψουν την εξωτερική ανάμειξη με τρόπους που μεγαλύτερα, λιγότερο πλούσια και λιγότερο κατασταλτικά κράτη δεν μπορούν. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν στρέφονται το ένα εναντίον του άλλου. Η μακρόχρονη προσπάθεια της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να αποσταθεροποιήσουν το Κατάρ, κόβοντας τις διπλωματικές σχέσεις, σπέρνοντας παραπληροφόρηση και καθιερώνοντας οικονομικό και εμπορικό εμπάργκο, απέτυχε κυρίως επειδή το Κατάρ έχει τους οικονομικούς πόρους και την καταπιεστική ικανότητα να εξουδετερώνει πιθανές εσωτερικές προκλήσεις.

ΔΥΝΑΜΗ ΣΤΟΥΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥΣ

Σε αυτή τη νέα περιφερειακή τάξη, η ίδια η ισχύς λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο. Οι εξεγέρσεις δημιούργησαν νέους φόβους για την επιβίωση των καθεστώτων, ακόμη και μεταξύ των πιο επιτυχημένων παικτών. Ταυτόχρονα, τα αποτυχημένα κράτη και οι εμφύλιοι πόλεμοι έχουν παρουσιάσει στις χώρες νέες ευκαιρίες για επέκταση της επιρροής τους. Η ενοποίηση του αραβικού πολιτικού χώρου μέσω της έντονης εμπειρίας των εξεγέρσεων έκανε τα κράτη να βλέπουν κάθε γεγονός στην περιοχή ταυτόχρονα ως δείκτη ισχύος και ως πιθανή απειλή: Κανένα κράτος δεν μπορούσε να αντέξει να εξαιρεθεί. Είτε από επιθυμία εξάπλωσης της εξουσίας τους είτε από αμυντικό ενδιαφέρον να αποτρέψουν αντιπάλους να κάνουν το ίδιο, σχεδόν κάθε καθεστώς έχει βρεθεί σε εμφύλιους πολέμους και άλλα παιχνίδια ισχύος.

Εάν η Τυνησία και η Αίγυπτος κατέδειξαν τους κινδύνους των λαϊκών εξεγέρσεων σε ηγέτες που είχαν αποκτήσει μεγάλη αυτοπεποίθηση για την ικανότητά τους να αποτρέψουν προκλήσεις στην κυριαρχία τους, η Λιβύη πρόσφερε το πρώτο πρότυπο εκμετάλλευσης αυτών των αναταραχών. Όταν οι αραβικές εξεγέρσεις έφτασαν στην Λιβύη, τρεις χώρες του Κόλπου -Κατάρ, Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα- μαζί με την Τουρκία, άρπαξαν την ευκαιρία να κινηθούν εναντίον του απεχθούς ηγέτη της Λιβύης, Μουαμάρ αλ-Καντάφι. Οι χώρες του Κόλπου χρησιμοποίησαν τις αυτοκρατορίες τους των μέσων ενημέρωσης για να προσελκύσουν την προσοχή στις αγριότητες της Λιβύης (αγνοώντας την ταυτόχρονη βία στο Μπαχρέιν). Και πέρασαν ένα ψήφισμα του Αραβικού Συνδέσμου για να βοηθήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα Ηνωμένα Έθνη να υποστηρίξουν μια ανθρωπιστική παρέμβαση. Επίσης, διοχέτευαν τεράστιες ποσότητες όπλων και χρημάτων στις προτιμώμενες από αυτές τοπικές πολιτοφυλακές που μάχονταν το καθεστώς.

Αυτές οι έμμεσες παρεμβάσεις είχαν μακροχρόνιες, αρνητικές επιπτώσεις. Το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αμφότερα υποστήριξαν την αντιπολίτευση στον Καντάφι, αλλά υποστήριξαν διαφορετικούς τοπικούς αντιπροσώπους. Αφότου έπεσε το καθεστώς, οι δυνάμεις αυτές διατήρησαν τόσο τα όπλα όσο και τους εξωτερικούς προστάτες τους, εμποδίζοντας έτσι την εδραίωση ενός λειτουργικού κράτους στην Λιβύη και επιτρέποντας την επακόλουθη κάθοδο της χώρας σε εμφύλιο πόλεμο. Ακόμα και σήμερα, η αιγυπτιακή και εμιρατινή στρατιωτική υποστήριξη στην Επιχείρηση Αξιοπρέπεια του διοικητή Χαλίφα Χαφτάρ, του οποίου οι δυνάμεις ελέγχουν μεγάλο μέρος της ανατολικής Λιβύης, επιταχύνει και εντείνει τις μάχες.

Αλλά η καταστροφική επίδραση της εξωτερικής εμπλοκής δεν ήταν άμεσα εμφανής. Στις δύσκολες μέρες του 2011, οι χώρες του Κόλπου και η Τουρκία (όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες) θεώρησαν την παρέμβασή τους στην Λιβύη ως μια ιστορία επιτυχίας: Συνειδητοποίησαν τα οφέλη της υποστήριξης τοπικών πληρεξουσίων [ή αλλιώς, αντιπροσώπων, proxy] και έμαθαν ότι θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν υποστήριξη από την Αμερική, την Ευρώπη και τον ΟΗΕ για παρεμβάσεις κατά των αντιπάλων τους. Με τα μάτια τους να ανοίγουν για νέες δυνατότητες, είδαν την λαϊκή εξέγερση εναντίον του προέδρου της Συρίας, Μπασάρ αλ-Άσαντ, ως ευκαιρία για να απομακρύνουν την Συρία από το Ιράν και να αναθεωρήσουν αποφασιστικά την περιφερειακή ισορροπία ισχύος υπέρ τους. Όταν έγινε αντιληπτό στις αρχές του 2012 ότι δεν θα μπορούσαν να επαναλάβουν την επιτυχία τους της Λιβύης με το να κερδίσουν την στήριξη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για μια παρέμβαση εναντίον του Assad, οι χώρες του Κόλπου και η Τουρκία κινήθηκαν αντ’ αυτού για να εξοπλίσουν την συριακή εξέγερση. Ακόμα κι αν αυτό απέτυχε να ανατρέψει τον Assad, είδαν την ευκαιρία να ματώσουν έναν σύμμαχο του Ιράν και να πάνε την μάχη στο έδαφος ενός βασικού αντιπάλου.

Αυτή η εξωτερική υποστήριξη προς τους Σύρους επαναστάτες προκάλεσε καταστροφικά αποτελέσματα, επιταχύνοντας την βία χωρίς να προσφέρει κανέναν εύλογο δρόμο για επίλυση. Αν και το καθεστώς Assad φέρει την μεγαλύτερη ευθύνη για τις συστηματικές θηριωδίες και βιαιότητες της σύγκρουσης, οι εξωτερικοί υποστηρικτές των εξεγέρσεων συνέβαλαν επίσης στην εντατικοποίηση του πολέμου παρά το προφανές κόστος. Η δομή των νέων πολιτικών της περιοχής υπαγόρευσε την αποτυχία. Κάθε φορά που οι αντάρτες έκαναν εισβολές, οι αντίπαλοι εξωτερικοί δρώντες -Ιράν, Χεζμπολάχ και Ρωσία- παρενέβαιναν στο πλευρό του Άσαντ. Κάθε πρόοδος δημιούργησε μια αναπόφευκτη αντιστάθμιση, κάτι που μόνο κλιμάκωσε το επίπεδο του ανθρώπινου πόνου. Σε ένα από τα πιο αποφασιστικά παραδείγματα αυτής της δυναμικής, το 2015, αφότου ριζοσπαστικές εξωτερικά υποστηριζόμενες ανταρτικές ομάδες κέρδισαν έδαφος στην βόρεια Συρία, η Ρωσία παρενέβη βίαια στο Χαλέπι.

Οι ανταγωνιστικές δυνάμεις στην Συρία δεν αποδείχθηκαν εξίσου επιδέξιες στον πόλεμο δια πληρεξουσίων. Οι δυνάμεις που υποστήριζαν τον Άσαντ εστίασαν σαν λέιζερ στην υποστήριξη του καθεστώτος. Οι Ιρανοί, ειδικότερα, κατέκτησαν την τέχνη της υποστήριξης τοπικών πολιτοφυλακών, συχνά με την άμεση καθοδήγηση και υποστήριξη του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης. Το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία, αντιθέτως, θεώρησαν η μια την άλλη ως αντιπάλους όσο και συμμάχους, και οι ανταγωνιστικές και ασυντόνιστες προσπάθειές τους συνέχιζαν να λειτουργούν σαν μπούμερανγκ. (Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έκαναν πίσω στην Συρία).

Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχείρησαν να επιβάλουν μια συνεργασία μεταξύ των φατριών που υποστηρίζονταν από το Κατάρ, την Σαουδική Αραβία και την Τουρκία, δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν την εσωτερική διαμάχη μεταξύ των υποστηρικτών τους ή να επιβάλουν μια συνεκτική στρατηγική. Αυτά τα προβλήματα μεγεθύνθηκαν από την ιδιωτικοποίηση της ροής όπλων και χρήματος σε ανταρτικές ομάδες στις καθοριστικές ημέρες του τέλους του 2012 και στις αρχές του 2013, καθώς τα σαλαφιτικά δίκτυα στον Κόλπο διοχέτευαν χρήματα στις εξεγέρσεις. Αυτό δημιούργησε ακόμα μεγαλύτερη ένταση και τράβηξε το κέντρο βάρους της εξεγέρσεως προς το τζιχαντιστικό μέρος του φάσματος. Καθώς ο πόλεμος παγιωνόταν, τα κράτη του Κόλπου και η Τουρκία μετατόπισαν την υποστήριξή τους σε όλο και πιο ριζοσπαστικές ισλαμιστικές συμμαχίες στην αναζήτησή τους για αποτελεσματικούς μαχητές. Το ISIS αναδύθηκε από αυτό το περιβάλλον, όχι ως πληρεξούσιο οποιουδήποτε κράτους, αλλά ως αντάρτικη δύναμη που ήταν καλά προσαρμοσμένη σε αυτό που είχε μετατραπεί η Συρία.

Μετά από χρόνια προσπαθειών ταυτόχρονα να οπλίσουν, να συγκρατήσουν και να διαμορφώσουν την αντιπολίτευση από απόσταση, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρενέβησαν τελικά στην Συρία για να πολεμήσουν όχι τον Assad, αλλά το ISIS. Αυτή η επέμβαση πέτυχε με τους δικούς της όρους, καταστρέφοντας το ISIS ως κρατική οντότητα τόσο στο Ιράκ όσο και στην Συρία. Ταυτόχρονα, η περιορισμένη εμβέλεια και εντολή της εκστρατείας εμπόδισε τις Ηνωμένες Πολιτείες να παγιδευτούν σε μια ευρύτερη σύγκρουση με τον Assad και την Ρωσία. Αλλά η πολυπλοκότητα της διαχείρισης ακόμη και αυτής της περιορισμένης επέμβασης κατά του ISIS αποδείχτηκε τρομακτική και δημιούργησε αθέλητες νέες δεσμεύσεις. Τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζονται από τις προσπάθειες των ΗΠΑ και της Ρωσίας να διαχειριστούν τον ανταγωνισμό τους στην Συρία. Εν τω μεταξύ, το καθεστώς που υποστηρίζεται από το Ιράν και την Ρωσία ανακαταλάμβανε αμείλικτα την επικράτειά του από την απότομα φθίνουσα, εξωτερικά υποστηριζόμενη εξέγερση.

Αλλά ακόμη και η κατάρρευση του ISIS και τα σημαντικά εδαφικά κέρδη του καθεστώτος Assad δεν έφεραν την σύγκρουση πιο κοντά σε μια κατάληξη. Το αποτυχημένο κράτος της Συρίας συνεχίζει να ασκεί μαγνητική έλξη σε άλλες χώρες της περιοχής. Η εκστρατεία κατά του ISIS, για παράδειγμα, οδήγησε τελικά σε μεγαλύτερη συμμετοχή της Τουρκίας. Το 2015, έχοντας απεγνωσμένη ανάγκη τοπικών πληρεξουσίων για την καταπολέμηση του ISIS, οι Ηνωμένες Πολιτείες τακτοποιήθηκαν με τις κυριαρχούμενες από Κούρδους Μονάδες Λαϊκής Προστασίας, ή το YPG, τις οποίες εξόπλισαν, μαζί με άλλες πολιτοφυλακές, που ήταν υπό την αιγίδα των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων ή SDF. Η επιτυχία αυτών των δυνάμεων προκάλεσε τουρκικούς φόβους για κουρδική αυτονόμηση, κάτι που το 2017 οδήγησε την Τουρκία να αναλάβει τις δικές της κλιμακούμενες στρατιωτικές παρεμβάσεις σε αρκετούς βασικούς τομείς της βόρειας Συρίας. Ταυτόχρονα, το Ισραήλ άρχισε να αυξάνει τις αεροπορικές επιθέσεις εναντίον των ιρανικών στόχων και στόχων κατά της Χεζμπολάχ σε όλη την Συρία. Τόσο η αντιπολίτευση προς το καθεστώς όσο και η εκστρατεία εναντίον του ISIS φαίνεται ότι τελικά φθίνουν, αλλά ο πόλεμος της Συρίας είναι πιο διεθνοποιημένος από ποτέ.

Παρόλο που η Συρία είναι η πιο κατακλυσμική περίπτωση, οι περιφερειακές δυνάμεις έχουν δημιουργήσει τεράστιες ανθρώπινες και πολιτικές βλάβες και αλλού, στην προσπάθειά τους για επιρροή και κύρος. Οι προσπάθειές τους έχουν αποσταθεροποιήσει ακόμη και χώρες που δεν εμπλέκονται σε εμφύλιο πόλεμο. Το χειρότερο παράδειγμα είναι η Αίγυπτος. Το 2013, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υποστήριξαν το στρατιωτικό πραξικόπημα του στρατηγού Abdel Fattah el-Sisi, το οποίο ανέτρεψε τον Mohamed Morsi, τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο που ήταν μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και υποστηριζόμενος από το Κατάρ. Ωστόσο, παρά τις δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε βοήθεια από τον Κόλπο, το βίαιο κατασταλτικό καθεστώς του Sisi δεν κατάφερε να αποκαταστήσει την κανονικότητα ή την σταθερότητα στην Αίγυπτο. Ακόμη και στην Τυνησία, η οποία υπήρξε σχετικά επιτυχημένη, ο ανταγωνισμός μεταξύ του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων κινητροδότησε την αστάθεια. Η μεγάλης κλίμακας εισροή ξένων μετρητών και η πολιτική στήριξη των τοπικών συμμάχων έχει μολύνει την δημοκρατική πολιτική της χώρας.

ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΑΝΤΟΥ

Αυτή η ταραγμένη περιφερειακή δυναμική είναι προϊόν των κλασικών «διλημμάτων ασφαλείας»: Όταν τα κράτη προσπαθούν να αυξήσουν την δική τους ασφάλεια, ενεργοποιούν αντίμετρα που τα αφήνουν ακόμα λιγότερο ασφαλή από όσο πριν. Κάθε αραβικό καθεστώς ζει σήμερα κάτω από μια κατάσταση βαθιάς αντιληπτής ανασφάλειας. Παρ’ όλες τις μεγαλαυχίες, τρομοκρατούνται από ένα άλλο ξέσπασμα λαϊκών διαμαρτυριών. Και η ταχεία διάδοση των διαμαρτυριών το 2011 έπεισε τα κράτη ότι μια εξέγερση οπουδήποτε στην περιοχή θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια άλλη εγχωρίως. Όταν οι οικονομικές διαμαρτυρίες έπληξαν την Ιορδανία τον περασμένο Μάιο, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανανέωσαν αμέσως την οικονομική βοήθεια προς το Αμμάν προκειμένου να ανακοπούν οι αναταραχές.

Αλλά όταν τα κράτη προσπαθούν να καταπιέσουν τους πιθανούς αμφισβητίες, ασκώντας μεγαλύτερο έλεγχο στις κοινωνίες τους, συνήθως χειροτερεύουν την κατάσταση. Όσο πιο σκληρά καταστέλλουν, τόσο περισσότερο θυμό και δυσαρέσκεια παράγουν και τόσο περισσότερες δυνατότητες για δημοκρατική συμμετοχικότητα αποκλείουν. Αυτή η δυναμική μπορεί να φανεί σαφέστερα στην Αίγυπτο, όπου ο Sisi έχει επεκτείνει την αντι-ισλαμική εκστρατεία του για να συμπεριλάβει κοσμικούς ακτιβιστές, δημοσιογράφους και ακαδημαϊκούς. Ως αποτέλεσμα, έχει αποξενώσει όλο και μεγαλύτερα τμήματα της συμμαχίας που στήριξε το πραξικόπημα.

Αυτά τα διλήμματα εσωτερικής ασφάλειας εξηγούν τις άλλως ανεξήγητες αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής. Δείτε τον νέο πρίγκιπα-διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας, Mohammed bin Salman. Μετά την ταχεία εδραίωση της εξουσίας του, ο πρίγκιπας-διάδοχος, επίσης γνωστός ως MBS, έκανε δραματικές αλλαγές στην εγχώρια πολιτική. Εισήγαγε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, όπως το να επιτρέπεται στις γυναίκες να οδηγούν, και το να δημιουργηθούν κινηματογραφικές αίθουσες. Παράλληλα, κατέστειλε τους ακτιβιστές των δικαιωμάτων των γυναικών, συνέλαβε και εκφόβισε ένα σημαντικό μέρος της ελίτ της χώρας και περιθωριοποίησε βασικά τμήματα του θρησκευτικού κατεστημένου. Όμως, η αξιοσημείωτα επιτυχημένη εδραίωση της εξουσίας του MBS εγχωρίως δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί μεμονωμένα από τις καταστροφικές και υπερ-επιθετικές παρεμβάσεις του στο εξωτερικό. Ακόμη και προτού γραπώσει την εγχώρια εξουσία, αποφάσισε να παρέμβει στον εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης, υποθέτοντας ότι μια γρήγορη νίκη θα κινητοποιούσε την υποστήριξη εγχωρίως. Αντ’ αυτού, οι δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας παγιδεύτηκαν σε έναν καταστροφικό βάλτο. Ομοίως, ο αποκλεισμός και το μποϊκοτάζ του Κατάρ το 2017 αναμενόταν τόσο να καθιερώσει την κυριαρχία της Σαουδικής Αραβίας στο Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου όσο και να υποσκάψει οποιαδήποτε εσωτερική πρόκληση από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Αντ’ αυτού, λειτούργησε σαν μπούμερανγκ: Το Κατάρ αποδείχθηκε πιο ανθεκτικό από όσο περίμεναν οι περισσότεροι. Ο αποκλεισμός υπονόμευσε επίσης τις σχέσεις με την Ουάσινγκτον, έβλαψε τις προσπάθειες ανάσχεσης του Ιράν και αποδυνάμωσε το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, ίσως και μοιραία. Τόσο στην Υεμένη όσο και στο Κατάρ, η Σαουδική Αραβία βρέθηκε παγιδευμένη, ανίκανη να κλιμακώσει αρκετά για να κερδίσει, αλλά και ανίκανη να υποχωρήσει υπό τον φόβο εγχώριων πολιτικών συνεπειών.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των αραβικών χωρών και του Ιράν αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα του διλήμματος ασφαλείας που λειτουργεί. Αν και οι αραβικοί φόβοι για τον Ιρανικό επεκτατισμό βασίζονται στην πραγματικότητα, αυτές οι ανησυχίες πάντοτε απέχουν πολύ από την πραγματική ιρανική ισχύ. Αντίθετα, όσα περισσότερα κάνουν τα αραβικά κράτη για να αντιμετωπίσουν το Ιράν, τόσο ισχυρότερο γίνεται. Στην Υεμένη, η εκστρατεία των Εμιράτων και της Σαουδικής Αραβίας έχει μετατρέψει το αρχικό ασήμαντο ιρανικό στήριγμα σε μια ισχυρότερη στρατηγική συμμαχία με τους αντάρτες Houthi [16] και οδήγησε σε μεγαλύτερη διείσδυση από υποστηριζόμενους από το Ιράν πληρεξούσιους. Στην Συρία, οι εξεγέρσεις που υποστηρίχθηκαν από τις χώρες του Κόλπου και την Τουρκία έδωσαν στο Ιράν έναν πολύ επιβλητικότερο ρόλο στην χώρα. Και στον Λίβανο, το περίεργο θέαμα της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας να κρατά τον πρωθυπουργό του Λιβάνου Σαάντ Χαρίρι όμηρο στο Ριάντ για αρκετές εβδομάδες, πυροδότησε μια εσωτερική πολιτική κρίση που τελικά αποδυνάμωσε την φιλο-σαουδική σουνιτική συμμαχία στο λιβανέζικο κοινοβούλιο.

24072019-3.jpg

Ένας άνθρωπος περπατά προς ένα σπίτι που υπέστη ζημιά κατά την διάρκεια αεροπορικής επίθεσης που πραγματοποίησε η υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας συμμαχία, στο χωριό Faj Attan, στην Sanaa, στην Υεμένη, τον Μάιο του 2015. MOHAMED AL-SAYAGHI / REUTERS
———————————————————————

Αλλά αυτή η νέα δυναμική δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα του διακρατικού ανταγωνισμού˙ είναι επίσης το προϊόν αδύναμων και εύθραυστων κρατών, τα οποία γεννούν τα δικά τους διλήμματα ασφαλείας με το να δημιουργούν κενά ισχύος. Ακόμα κι αν μια περιφερειακή δύναμη δεν βλέπει αμέσως ένα κενό ισχύος ως μια καλή ευκαιρία να επεκτείνει την δική της επιρροή, φοβάται ότι θα το κάνουν οι αντίπαλοί της. Και όταν ένα κράτος όντως εμπλακεί, πιστεύει ότι η μείωση της στήριξης για τους τοπικούς πληρεξούσιούς του μόνο θα ενισχύσει τους πληρεξούσιους των περιφερειακών αντιπάλων του. Αυτός ο φόβος δυσχεραίνει εξαιρετικά την αποκλιμάκωση στους εμφύλιους πολέμους στην Λιβύη, την Συρία και την Υεμένη. Ακόμα κι αν οι δρώντες αναγνωρίζουν ότι οι παρεμβάσεις τους απέτυχαν, παγιδεύονται από την ανταγωνιστική λογική του διλήμματος ασφαλείας -ανίκανοι να κερδίσουν, ωστόσο ανίκανοι και να φύγουν.

ΤΟ ΝΕΟ ΚΑΝΟΝΙΚΟ

Σε μια περιοχή τόσο κορεσμένη από διλήμματα ασφαλείας, καμία διαβεβαίωση από τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί να είναι αρκετή. Ο άνευ προηγουμένου όγκος των πωλήσεων όπλων των ΗΠΑ προς την Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα τα τελευταία πέντε χρόνια (που εγκρίθηκε από την διοίκηση του Ομπάμα ώστε να συγκεντρώσει υποστήριξη για την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν) δεν έχει καταστήσει καμία από αυτές τις χώρες ασφαλέστερη. Ακόμη και όταν η Ουάσινγκτον παραιτήθηκε από οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με τον εκδημοκρατισμό ή την τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι απολυταρχίες δεν το βρήκαν ευκολότερο να επιλύσουν τις εσωτερικές προκλήσεις τους. Η απόσυρση των ΗΠΑ από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν [17] μόνο έχει αυξήσει τους φόβους μεταξύ των κρατών του Αραβικού Κόλπου για ένα όλο και ισχυρότερο Ιράν. Η μονόπλευρη στήριξη του Ισραήλ από την Ουάσινγκτον [18] εν μέσω της βίας στην Γάζα [19] έχει εμβαθύνει την διεθνή απομόνωση της χώρας αυτής και έχει επιταχύνει την πιθανότητα μιας άλλης σύγκρουσης. Και παρόλο που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν φέρει τις σουνιτικές χώρες του Κόλπου σε όλο και πιο ανοιχτή ευθυγράμμιση με το Ισραήλ, αυτή η προσπάθεια έχει υπονομευθεί από την σύγκρουση των Εμιράτων και της Σαουδικής Αραβίας με το Κατάρ.

Ακόμη και με έναν Αμερικανό πρόεδρο που υιοθετεί σκληρή γραμμή στο Ιράν και φαίνεται ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα με την αυταρχική εξουσία [20], τα αραβικά καθεστώτα δεν βλέπουν πλέον τις Ηνωμένες Πολιτείες ως αξιόπιστο εγγυητή της επιβίωσης του καθεστώτος τους ή των συμφερόντων της εξωτερικής πολιτικής τους. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, έχει νόημα ακόμη και για στενούς συμμάχους των ΗΠΑ να οικοδομήσουν σχέσεις με την Κίνα [21], την Ρωσία και την ΕΕ -όπως κάνουν τώρα η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και ακόμη και η Ιορδανία. Αυτές οι προσπάθειες είναι ένα λογικό αντιστάθμισμα έναντι της απροβλεπτότητας των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά θα μπορούσαν εύκολα να κλιμακωθούν σε κάτι περισσότερο μέσω των ίδιων δυναμικών του διλήμματος ασφάλειας που έχουν αναστατώσει όλες τις άλλες διαστάσεις της περιφερειακής πολιτικής.

Η διοίκηση Trump αγωνίστηκε να διαχειριστεί αυτές τις νέες πραγματικότητες. Οι ξαφνικές αλλαγές πολιτικής του Trump [22] και τα αγρίως ασυνάρτητα μηνύματα που προέρχονται από διαφορετικά μέρη της κυβέρνησης των ΗΠΑ προκαλούν σύγχυση μεταξύ των συμμάχων και των αντιπάλων. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ίσως να αρέσκονται στην πιο σκληρή γραμμή του Τραμπ για το Ιράν και στην υποστήριξή του στον πόλεμο στην Υεμένη, αλλά άλλες πολιτικές, όπως η πίεση της Ουάσινγκτον σε αυτούς για να τερματίσουν τον αποκλεισμό του Κατάρ, τα αιτήματά του για αύξηση της πετρελαϊκής παραγωγής και τα σημάδια της πρόθεσής του να αποσυρθεί από την Συρία [23], δημιούργησαν νέες απογοητεύσεις.

Ακόμα, η χαοτική διοίκηση του Trump [24] δεν πρέπει να αποσπά την προσοχή από τις βαθύτερες δομικές πραγματικότητες, οι οποίες θα παρουσίαζαν μια πρόκληση σε οποιονδήποτε πρόεδρο των ΗΠΑ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν πλέον την ισχύ ή την θέση να επιβάλλουν μια περιφερειακή τάξη με τους δικούς τους όρους. Κατά πάσα πιθανότητα, η ηγεμονία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή δεν πρόκειται ποτέ να αποκατασταθεί, επειδή η περιοχή έχει αλλάξει θεμελιωδώς. Η μετάβαση πέρα από τους πολέμους και τις πολιτικές αποτυχίες που ακολούθησαν τις αραβικές εξεγέρσεις δεν θα είναι εύκολη. Η ζημιά είναι πολύ βαθιά.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2018-08-13/new-arab-…

Σύνδεσμοι:

*Το δοκίμιο αυτό έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 57 (Απριλίου – Μαΐου 2019) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2011-04-14/understan…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/libya/2011-04-03/demystifying-ar…
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2018-07-23/fall-daraa
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2018-02-27/why-civil-wars-…
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2017-04-10/defeat-is…
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/iraq/2016-11-03/iraq-after-isis
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2018-06-27/new-front…
[8] https://www.newyorker.com/news/news-desk/is-yemen-intentional-starvation…
[9] http://www.foreignaffairs.com/articles/libya/2017-07-18/filling-vacuum-l…
[10] https://www.foreignaffairs.com/articles/egypt/2013-07-09/even-good-coups…
[11] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2018-08-07/quiet-thr…
[12] https://www.foreignaffairs.com/articles/iran/2018-03-13/how-save-iran-nu…
[13] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2017-07-12/how-saudi…
[14] https://www.foreignaffairs.com/articles/israel/2018-05-03/israels-costly…
[15] https://www.foreignaffairs.com/articles/israel/2017-12-06/how-trumps-jer…
[16] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2018-07-26/how-us-em…
[17] https://www.foreignaffairs.com/articles/iran/2018-05-10/strategic-disast…
[18] https://www.nytimes.com/2018/05/14/world/middleeast/gaza-protests-palest…
[19] https://www.newyorker.com/news/our-columnists/israel-kills-dozens-of-una…
[20] https://www.newyorker.com/news/news-desk/trump-embraces-the-sunni-autocrats
[21] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2018-07-20/will-china-unde…
[22] https://www.newyorker.com/news/news-desk/one-year-in-trumps-imploding-mi…
[23] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2018-07-11/dont-get-out-syria
[24] https://www.newyorker.com/magazine/2018/06/18/donald-trumps-new-world-order

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Καλώς ήλθες Μπόρις Τζόνσον!

1

του Δημήτρη Μακροδημόπουλου

Η ανάδειξη του Μπόρις Τζόνσον σε νέο ηγέτη του Συντηρητικού κόμματος και σε πρωθυπουργό της Βρετανίας δημιουργεί νέα δεδομένα όχι μόνον για τη Μεγάλη Βρετανία αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη.  Διότι θα αποδειχθεί κατ’ αρχήν ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ δεν είναι φυλακισμένα στην ΕΕ, δηλαδή στην μέγγενη της Γερμανικής Ευρώπης, κυρίως όμως διότι η αποχώρηση της Μ. Βρετανίας, όταν συντελεστεί,  ίσως σηματοδοτήσει νέες αποχωρήσεις ισχυρών κρατών, όπως π.χ. της Γαλλίας αλλά και ομαδοποιήσεις πέριξ της Γαλλίας, διότι το Παρίσι βλέπει καθημερινά να υποβαθμίζεται η θέση της χώρας και τα συμφέροντά της στα πλαίσια του γερμανογαλλικού άξονα μετά τη γερμανική επανένωση και τις στοχευμένες διευρύνσεις με τις χώρες της Βαλτικής και της Ανατολικής Ευρώπης. Σίγουρα όμως αντιδημοκρατικές πρακτικές όπως αυτή της εκλογής της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δύσκολα θα επαναληφθούν τόσο απροκάλυπτα. Το κυριότερο είναι ότι δημιουργείται ένας δεύτερος πόλος στα όρια της Ευρώπη στον οποίο ίσως αρχίσουν να προσβλέπουν τα  κράτη μέλη της ΕΕ αναγκάζοντας το Βερολίνο να αμβλύνει τις επιλογές του όσον αφορά την δημοσιονομική πολιτική των μελών της ΕΕ, όπως το Σύμφωνο Σταθερότητας αλλά και η ανάπτυξη των περιφερειακών κρατών μελών που συνεχώς τροχοπεδείται. Με άλλα λόγια η εκλογή του Μπόρις Τζόνσον και το Brexit θα σηματοδοτήσουν λογικά θετικές διεργασίες εντός της ΕΕ για τα κράτη μέλη.

Γιατί όμως ο Μπόρις Τζόνσον θεωρεί ότι το σκληρό Brexit αποτελεί τη βέλτιστη επιλογή για τη Βρετανία; Όταν η Βρετανία εντάχθηκε στις ευρωπαϊκές δομές το 1973, η ΕΟΚ αριθμούσε 9 μέλη, αριθμός που απέκλειε ομαδοποιήσεις, η Γερμανία ήταν διασπασμένη. και στον γαλλογερμανικό άξονα ηγείτο το Παρίσι. Κυρίως όμως όλα τα κράτη μέλη ήσαν τότε οικονομικά εύρωστα, γεγονός που απέτρεπε ακραίες εξαρτήσεις. Δεν υπήρχε κράτος μέλος με τέτοια ισχύ που να καθορίζει την πορεία της ΕΟΚ σύμφωνα με τα εθνικά του συμφέροντα, όπως συμβαίνει σήμερα στην ΕΕ. Σήμερα, η ΕΕ μετά την επανένωση της Γερμανίας, τις διαδοχικές διευρύνσεις και την ένταξη των κρατών της Βαλτικής και της Ανατολικής Ευρώπης, αριθμεί 28 μέλη που ανέτρεψαν τους συσχετισμούς εντός της ΕΕ και τις προοπτικές της. Με την ένταξη και των Δυτικών Βαλκανίων που θεωρούνται γερμανικό φέουδο, η Γερμανία θα ηγείται μιας “ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας”.

Και η Βρετανία, η χώρα που σύμφωνα με τον Ντιν Άτσεσον, ΥΠΕΞ των ΗΠΑ επί προεδρίας Τρούμαν, «έχασε μια αυτοκρατορία αλλά δεν έχει βρει ακόμη έναν ρόλο»; Δεν βρήκε το ρόλο της διότι αποσυνδέθηκε από το παρελθόν της, εγκλωβίστηκε ως θεατής στις εξελίξεις της ΕΕ και κυρίως διότι από ηγέτιδα χώρα του παγκόσμιου εμπορίου παγιδεύτηκε στην ευρωπαϊκή τελωνειακή ένωση. Διότι η Βρετανία έχει ιστορικές αναφορές και συγγένειες μοναδικές για κράτος – έθνος: Είναι ο πρόγονος της ονομαζόμενης “Αγγλόσφαιρας” (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία), ηγείται της Βρετανικής Κοινοπολιτείας των 52 κρατών με συνολικό πληθυσμό 1,9 δισεκατομμύρια κατοίκους, δηλαδή το 29% του παγκόσμιου πληθυσμού, η αγγλική γλώσσα έχει επικρατήσει παγκόσμια, ενώ ως γεννήτορας της Βιομηχανικής Επανάστασης έχει τη δυναμική και την τεχνογνωσία να ορθοποδήσει. Αν η Βρετανία παραμείνει στην τελωνειακή ένωση, τότε επειδή τα μέλη της τελωνειακής ένωσης δεν μπορούν να κλείσουν τις δικές τους εμπορικές συμφωνίες, το Λονδίνο δεν θα μπορεί να αξιοποιήσει όλες τις παραπάνω δυνατότητες που της κληροδότησε η Ιστορία, η ιστορία που η ίδια διαμόρφωσε. Ακόμη και η Τερέζα Μέι επέμεινε στην άποψη ότι η έξοδος από την ΕΕ με παραμονή στην τελωνειακή ένωση δεν είναι έξοδος, εφόσον η Βρετανία δεν θα μπορεί να συνάπτει τις δικές της εμπορικές συμφωνίες Όσο μάλιστα η επικυριαρχία της Γερμανίας ενδυναμώνεται και επιβάλλεται μέσα από τα μη αιρετά θεσμικά όργανα με την πλειοψηφία που της διασφαλίζουν οι  δορυφόροι της, τόσο θα περιθωριοποιείται η Βρετανία. Γιαυτό χρειάζεται ένα ισχυρό σοκ για να επανέλθει στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές προσκήνιο.

Όμως η διαδικασία για το Brexit ανέδειξε και το πολιτικό χάσμα ανάμεσα στη Μ. Βρετανία και την ηπειρωτική Ευρώπη: Όταν η Αγγλία  πρωτοπορούσε  πολιτικά στην Ευρώπη με τη Μάγκνα Χάρτα (1215 μ.Χ.) και την Ένδοξη Επανάσταση (1688 μ.Χ), άλλες περιοχές, όπως η Κεντρική και η Ανατολική Ευρώπη, ξαναβυθίζονταν μετά τον Μεσαίωνα σε ένα νέο Μεσαίωνα με τη Δεύτερη Δουλοπαροικία. Πώς αποτυπώνεται σήμερα αυτή η διαφορετική πορεία; Έχει αποδειχθεί επανειλημμένα ότι από τις Βρυξέλλες είναι αποδεκτά μόνον τα δημοψηφίσματα με την επιθυμητή ετυμηγορία του εκλογικού σώματος. Διαφορετικά επαναλαμβάνονται μέχρις ότου προκύψει η επιθυμητή ετυμηγορία με προσχηματικές βελτιώσεις ώστε να δικαιολογείται συνειδησιακά η διαφορετική ψήφος είτε παρακάμπτονταν μέσω του κοινοβουλίου. Χαρακτηριστική η περίπτωση της απόρριψης του Ευρωσυντάγματος από τους Γάλλους και τους Ολλανδούς με ηχηρά ποσοστά στα δημοψηφίσματα που διεξήχθησαν, τα οποία ούτε καν επανελήφθησαν αφού δεν ήταν ορατή η υπερψήφισή τους αλλά επικυρώθηκαν από τα κοινοβούλια των δύο χωρών, οι περιπτώσεις της Δανίας. της Ιρλανδίας κ.α.. Αυτή η παράδοση της Κ.Α. Ευρώπης έχει αφήσει το αποτύπωμά της και στον τρόπο λειτουργίας της ΕΕ και της Ευρωζώνης, με τη γραφειοκρατία δηλαδή των Βρυξελλών να υπαγορεύεται από μη αιρετά όργανα και αξιωματούχους. Η περίπτωση σεβασμού του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος για το Brexit παρά την οριακή ετυμηγορία αποτελεί μοναδική περίπτωση στην ΕΕ.

Όμως πάνω απ’ όλα η διαδικασία του Brexit θα ενισχύσει και θα ανυψώσει τα πατριωτικά αισθήματα των Βρετανών. Γιατί να ανέχεται ο βρετανικός λαός, η ηττημένη των δύο παγκοσμίων πολέμων Γερμανία να ηγεμονεύει της νικήτριας, της πατρίδας του;

 

 

Μακροδημόπουλος Δημήτρης

Αλεξ/πολη – κιν. 6947-771412

23-7-2019

 

 

 

Οριοθέτηση Τουρκίας – Λιβύης; Mία στρατηγική κίνηση

0
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ*

Ενα είναι το κύριο εμπόδιο που αντιμετωπίζει η Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο: η διεθνής νομιμότητα με την οποία έχει περιβάλει κάθε κίνησή της στο θέμα των υδρογονανθράκων η Κυπριακή Δημοκρατία. Το 2004 υπέγραψε με την Αίγυπτο συμφωνία οριοθετήσεως των μεταξύ τους ΑΟΖ. Συνέχισε με δύο συμφωνίες θαλασσίων οριοθετήσεων με Λίβανο (2007) και Ισραήλ (2010). Ακολούθως, με τρεις διεθνείς γύρους αδειοδοτήσεων κάλεσε διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες να αποκτήσουν δικαιώματα έρευνας και εκμεταλλεύσεως σε περιοχές διεθνώς οριοθετημένες.

Η Αγκυρα έτρεχε ασθμαίνοντας να ανατρέψει το πλαίσιο νομιμότητας που δημιουργούσε η Κύπρος. Αρχικώς, χαρακτήρισε τις οριοθετήσεις παράνομες και κατά συνέπεια άκυρες. Οι καταγγελίες της άφησαν αδιάφορες τις ξένες πετρελαϊκές εταιρείες που συμμετείχαν κανονικά στους διεθνείς διαγωνισμούς της Κύπρου. Ακολούθως, προσπάθησε να πείσει Αίγυπτο, Ισραήλ και Λίβανο να καταγγείλουν τις συμφωνίες με την Κύπρο και να υπογράψουν νέες συμφωνίες με την Αγκυρα. Ως δέλεαρ χρησιμοποίησε τις πολύ μεγαλύτερες θαλάσσιες εκτάσεις που θα κέρδιζαν οι συγκεκριμένες χώρες εάν αγνοούσαν τα κυπριακά δικαιώματα επί της ΑΟΖ (βλ. Συρίγος, «Τουρκικοί τυχοδιωκτισμοί επί χάρτου» «Καθημερινή», 18 Νοεμβρίου 2018). Ούτε η συγκεκριμένη προσπάθεια απέδωσε καρπούς. Χωρίς αποτέλεσμα απεδείχθησαν και οι διασυνδέσεις που διέθετε η Αγκυρα στο κίνημα των Αδελφών Μουσουλμάνων που το 2012-13 ήρθε στην εξουσία στην Αίγυπτο. Επί ματαίω ζήτησε ο Ερντογάν από τον πρώην πρόεδρο Μόρσι να καταγγείλει τη συμφωνία Αιγύπτου – Κύπρου.

Μπροστά στο τείχος νομιμότητας που ύψωνε η Κυπριακή Δημοκρατία, η Τουρκία αντέταξε μόνον μία «συμφωνία»θαλασσίας οριοθετήσεως. Τον Σεπτέμβριο του 2011 υπέγραψε με τον εαυτό της, δηλαδή με το ψευδοκράτος (δηλαδή τις κατεχόμενες από την ίδια περιοχές της Κύπρου) μία ανυπόστατη «συμφωνία» Το ψευδοκράτος δεν είναι υποκείμενο του διεθνούς δικαίου και δεν έχει διεθνή δικαιοπρακτική ικανότητα να συνάπτει διεθνείς συνθήκες. Επιπλέον, η «οριοθέτηση»δεν δημιουργούσε πρόβλημα στους κυπριακούς σχεδιασμούς. Αφορούσε τις θαλάσσιες περιοχές ανάμεσα στην Τουρκία και στις βόρειες ακτές του νησιού. Η Κύπρος, όμως, δεν περιέλαβε στα τεμάχια που προκήρυξε με διεθνείς διαγωνισμούς, θαλάσσιες περιοχές που γειτνιάζουν με τα Κατεχόμενα.

Η προσπάθεια ανατροπής των συμφωνιών της Κύπρου με τα γειτονικά της κράτη, συνιστά τυχοδιωκτική επιλογή, που δυναμιτίζει τη σταθερότητα όλης της Ανατολικής Μεσογείου. Η Τουρκία εμφανίζεται ως ο διεθνής ταραξίας. Αυτή την κατάσταση επιθυμεί να ανατρέψει με την υπογραφή συμφωνίας θαλάσσιας οριοθετήσεως με τη Λιβύη. Εάν τελικώς υπογραφεί, η συμφωνία θα λαμβάνει υπ’ όψιν της μόνον τις ηπειρωτικές ακτές Τουρκίας – Λιβύης. Τα διάσπαρτα στην περιοχή ελληνικά νησιά, περιλαμβανομένης και της Κρήτης, θα αγνοηθούν παντελώς. Θα αφεθεί σε αυτά μόνον αιγιαλίτιδα ζώνη εύρους 6 ν. μιλίων.

Πρόκειται για κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου της θάλασσας. Η Τουρκία δεν γειτνιάζει γεωγραφικά με την υπό οριοθέτηση περιοχή και δεν έχει δικαιώματα. Αντιστοίχως, τα ελληνικά νησιά στην περιοχή είναι πολλά και αξιόλογα. Είναι σαν να υπογράψει συμφωνία οριοθετήσεως η Γαλλία με τη Λιβύη αγνοώντας την Ιταλία με το αιτιολογικό ότι η Σαρδηνία και η Σικελία που βρίσκονται ενδιαμέσως είναι νησιά και συνεπώς δεν έχουν υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ…Το κακό είναι ότι, εάν και παράνομη, αφ’ ης στιγμής υπογραφεί, μία τέτοια συμφωνία μπορεί να ανατραπεί μόνον με υπαναχώρηση της Λιβύης ή με προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Η Τουρκία αποκλείεται να δεχθεί τη δεύτερη εκδοχή.

Γιατί όμως η Λιβύη να υπογράψει μία τέτοια συμφωνία με την Τουρκία; Η χώρα έχει δύο διαφορετικές κυβερνήσεις που βρίσκονται σε εμφύλιο. Η «κυβέρνηση εθνικής ενότητας»έχει έδρα της την Τρίπολη, και αναγνωρίζεται από τον ΟΗΕ. Ο επικεφαλής της Φαγιέζ Αλ-Σάρατζ δέχεται στρατιωτική και πολιτική βοήθεια από την Τουρκία στη διαμάχη του με τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ που ηγείται της άλλης κυβερνήσεως με έδρα την ανατολική Λιβύη. Την 6η Ιουλίου, παραμονή των ελληνικών εκλογών, ο Αλ-Σάρατζ επισκέφθηκε τον Ερντογάν στην Τουρκία. Εάν ο Αλ-Σάρατζ δεχθεί να υπογράψει τη συμφωνία με την Τουρκία, εκτός από την καθ’ όλα πρακτική τουρκική στήριξη στον εμφύλιο, θεωρητικώς θα αυξήσει την περιοχή δικαιοδοσίας της στην Ανατολική Μεσόγειο από 17.000 έως 36.000 τ. χλμ. Πρόκειται για θαλάσσιες περιοχές που βάσει της μέσης γραμμής ανήκουν στην Ελλάδα. Εάν αγνοηθεί η παρουσία της Κρήτης, θα αυξηθούν αντιστοίχως τα «κέρδη»της Λιβύης.

Για την Τουρκία η υπογραφή μιας τέτοιας συμφωνίας αποτελεί κίνηση στρατηγικής σημασίας. Της προσφέρει το δικαίωμα να ανατρέψει τους ελληνικούς σχεδιασμούς για υδρογονάνθρακες σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Εκτός από την Κρήτη, η Ρόδος, η Κάσος, η Κάρπαθος και το Καστελλόριζο θα εμφανίζονται χωρίς υφαλοκρηπίδα βάσει διεθνούς συμφωνίας. Ενα μεγάλο τμήμα των δύο τεμαχίων νοτιοδυτικά της Κρήτης, που παραμονές των εκλογών κατακυρώθηκαν στην κοινοπραξία των Ελληνικών Πετρελαίων με Total και ExxonMobil, θα διεκδικείται από τη Λιβύη. Το πιο σημαντικό είναι ότι η Τουρκία θα αποκτήσει επιφανειακή νομιμοποίηση να παρεμβαίνει στην περιοχή. Είναι αυτό που τόσο της έχει λείψει όλα αυτά τα χρόνια.

* Ο κ. Αγγελος Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής, βουλευτής της Ν.Δ. στην Α΄ Αθηνών.

“Καθημερινή”

Προειδοποίηση σοκ του πρώην υπαρχηγού ΓΕΕΘΑ Εργκίν Σαϋγκούν: Σειρά έχει η Τουρκία

0

Ακολουθεί ένα άρθρο που θα πρέπει να διαβαστεί με περίσκεψη από κάθε Έλληνα, ειδικά από τους αξιωματικούς, τους διπλωμάτες και τους πολιτικούς που αποφασίζουν για μας, χωρίς εμάς.

Να ληφθεί υπ’ όψιν ότι ο στρατηγός Σαϋγκούν δεν είναι μια απλή περίπτωση, αφού υπηρέτησε ως Β΄Αρχηγός ΓΕΕΘΑ της Τουρκίας, ο οποίος είναι πιο ισχυρός από τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ, αφού αυτός είναι που κρατάει τα σχέδια ενώ ελέγχει και τους μηχανισμούς του βαθέος κράτους. Δηλαδή, οι αναλύσεις και οι εκτιμήσεις του στηρίζονται σε στοιχεία και οφείλουμε να τις λαμβάνουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας.

Ακολουθεί το άρθρο που δημοσιεύθηκε στο Ιντερνετχαμπέρ

Μετάφραση: Σάββας Καλεντερίδης

Προειδοποίηση σοκ του πρώην υπαρχηγού ΓΕΕΘΑ Εργκίν Σαϋγκούν: Μετά την καταστροφή του Ιράκ και της Συρίας, σειρά έχει η Τουρκία

Ο απόστρατός αντιστράτηγος Εργκίν Σαϋγκούν, ο οποίος διετέλεσε Β΄ Αρχηγός ΓΕΕΘΑ και Διοικητής 1ης Στρατιάς, με αφορμή την κρίση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις είπε ότι οι S-400 είναι ένα μικρό πρόβλημα και ότι υπάρχουν άλλα θέματα που πρέπει να δοθεί προσοχή. Έφερε ως παράδειγμα το Ιράκ και τη Συρία και είπε ότι τα κράτη που είναι εχθρικά προς το Ισραήλ έχουν καταστραφεί και ότι «Στο τέλος αυτής της διαδρομής έρχεται η σειρά της Τουρκίας. Αυτό το λέω εκ βάθους καρδίας. Και είμαι πολύ λυπημένος γι’ αυτό».

Ο Σαϋγκούν μίλησε στο πάνελ που αφορούσε τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Turkish Heritage Organization, στην Ουάσιγκτον.

Αναφερόμενος στο θέμα των S-400, ο Σαϋγκούν είπε ότι «Φοβάμαι ότι τα προβλήματα μεταξύ Τουρκίας και ΗΠΑ είναι πολύ περισσότερα από τους S-400. Κατά την άποψή μου οι S-400 είναι ένα μικρό πρόβλημα».

Οι ΗΠΑ δεν θέλουν να δουν την Τουρκία να γίνεται περιφερειακή δύναμη

Ο απόστρατος αντιστράτηγος είπε ότι το πρόβλημα στις σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ δεν περιορίζεται στο αν η Τουρκία πάρει ή δεν πάρει τους S-400 ή τα F-35 και συνέχισε:

«Αν δεχτούμε να τελειώσουμε το πρόβλημα των S-400, τότε είμαι σίγουρος ότι θα μπουν στο τραπέζι άλλες απαιτήσεις. Θα μας πουν «Μην κάνεις συμφωνίες με το Ιράν», αν πούμε κι εδώ ναι, μετά θα μας πουν «εντάξει, τώρα δεχτείτε το κουρδικό κράτος που κάνουμε στη Β. Συρία». Αν πούμε όχι σ’ αυτό, τότε θα μας πούνε «δεν έχετε το δικαίωμα να κάνετε έρευνες στην Αν, Μεσόγειο». Γι’ αυτό λέω ότι για μένα το πρόβλημα δεν είναι οι S-400 και τα F-35. Οι ΗΠΑ δεν αποδέχονται την ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική της Τουρκίας και δεν θέλουν να γίνουμε περιφερειακή δύναμη».

Κατά τον Σαϋγκούν το πιο μεγάλο θέμα είναι η ασφάλεια του Ισραήλ

Ο απόστρατος αντιστράτηγος Σαϋγκούν είπε για τα F-35: «Η αποβολή της Τουρκίας από το πρόγραμμα παραγωγής των F-35συζητήθηκε δέκα χρόνια πριν στην Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας του Κογκρέσου. Κι αυτό γιατί αν η Τουρκία παραλάβει τα F-35, θα ανατραπούν οι ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Το Ισραήλ θα χάσει την αεροπορική υπεροχή που έχει τώρα. Για τις ΗΠΑ και τη Δύση στη Μέση Ανατολή υπάρχουν δύο σοβαρά ζητήματα. Το ένα είναι το Ισραήλ και το άλλο οι ενεργειακές πηγές. Στη Μέση Ανατολή δεν υπάρχει κράτος φιλικό προς το Ισραήλ. Μπορούν όμως να δημιουργήσουν ένα. Το ανεξάρτητο κουρδικό κράτος. Αυτό είναι αρκετό; Όχι, πρέπει να καταστρέψεις τους εχθρούς».

Ο Σαϋγκούν, αφού είπε ότι ήδη έχουν καταστραφεί το Ιράκ και η Συρία, υπογράμμισε ότι τώρα έρχεται η σειρά της Τουρκίας.

Μπορούν να κλειδώσουν όλα τα όπλα που διαθέτουμε

Τέλος ο Σαϋγκούν είπε: «Στο τέλος θα έλθει η σειρά της Τουρκίας. Αυτό το λέω εκ βάθους καρδίας. Και λυπάμαι γι’ αυτό. Όμως αυτή είναι η αλήθεια. Αν οι ΗΠΑ μας βλέπει ως εχθρούς, εγώ ως στρατιωτικός, ως στρατός πρέπει να αμυνθώ. Όμως μην περιμένετε να αμυνθώ κατά των ΗΠΑ με αμερικανικά όπλα. Αν πάρετε ένα οπλικό σύστημα από τις ΗΠΑ, δεν σας δίνουν τους πηγαίους κωδικούς. Οι ΗΠΑ τους κρατάει κρυφούς. Αυτό σημαίνει ότι όποτε θέλει μπορεί να κλειδώσει αυτά τα όπλα.»

Ο Τούρκος στρατηγός ανέφερε ότι οι ΗΠΑ πρέπει να δείξουν κατανόηση στις νόμιμες ανάγκες άμυνας και ασφάλειας που έχει η Τουρκία και να πάψουν να την απειλούν όταν αποπειράται να βελτιώσει την άμυνά της.

Αναρτήθηκε από Σάββας Καλεντερίδης στις 11:30 π.μ.  infognomon.gr

What Really Happened in Iran

0

The CIA, the Ouster of Mosaddeq, and the Restoration of the Shah

Day in court: Mohammad Mosaddeq on trial, November 1953.Getty / Carl Mydans

Back in 2009, during his heavily promoted Cairo speech on American relations with the Muslim world, U.S. President Barack Obama noted, in passing, that “in the middle of the Cold War, the United States played a role in the overthrow of a democratically elected Iranian government.” Obama was referring to the 1953 coup that toppled Iranian Prime Minister Mohammad Mosaddeq and consolidated the rule of the shah, Mohammad Reza Pahlavi. Obama would go on to remind his audience that Iran had also committed its share of misdeeds against Americans. But he clearly intended his allusion to Washington’s role in the coup as a concession — a public acknowledgment that the United States shared some of the blame for its long-simmering conflict with the Islamic Republic.

Yet there was a supreme irony to Obama’s concession. The history of the U.S. role in Iran’s 1953 coup may be “well known,” as the president declared in his speech, but it is not well founded. On the contrary, it rests heavily on two related myths: that machinations by the CIA were the most important factor in Mosaddeq’s downfall and that Iran’s brief democratic interlude was spoiled primarily by American and British meddling. For decades, historians, journalists, and pundits have promoted these myths, injecting them not just into the political discourse but also into popular culture: most recently, Argo, a Hollywood thriller that won the 2013 Academy Award for Best Picture, suggested that Iran’s 1979 Islamic Revolution was a belated response to an injustice perpetrated by the United States a quarter century earlier. That version of events has also been promoted by Iran’s theocratic leaders, who have exploited it to stoke anti-Americanism and to obscure the fact that the clergy itself played a major role in toppling Mosaddeq.

In reality, the CIA’s impact on the events of 1953 was ultimately insignificant. Regardless of anything the United States did or did not do, Mosaddeq was bound to fall and the shah was bound to retain his throne and expand his power. Yet the narrative of American culpability has become so entrenched that it now shapes how many Americans understand the history of U.S.-Iranian relations and influences how American leaders think about Iran. In reaching out to the Islamic Republic, the United States has cast itself as a sinner expiating its previous transgressions. This has allowed the Iranian theocracy, which has abused history in a thousand ways, to claim the moral high ground, giving it an unearned advantage over Washington and the West, even in situations that have nothing to do with 1953 and in which Iran’s behavior is the sole cause of the conflict, such as the negotiations over the Iranian nuclear program.

All of this makes developing a better and more accurate understanding of the real U.S. role in Iran’s past critically important. It’s far more than a matter of correcting the history books. Getting things right would help the United States develop a less self-defeating approach to the Islamic Republic today and would encourage Iranians — especially the country’s clerical elite — to claim ownership of their past.

Day in court: Mohammad Mosaddeq on trial, November 1953.
Day in court: Mohammad Mosaddeq on trial, November 1953.

Getty / Carl Mydans

HONEST BROKERS

In the years following World War II, Iran was a devastated country, recovering from famine and poverty brought on by the war. It was also a wealthy country, whose ample oil reserves fueled the engines of the British Empire. But Iran’s government didn’t control that oil: the wheel was held by the Anglo-Iranian Oil Company, whose majority shareholder happened to be the British government. By the early 1950s, as assertive nationalism swept the developing world, many Iranians were beginning to see this colonial-era arrangement as an unjust, undignified anachronism.

So strong was the desire to take back control of Iran’s national resources that it united the country’s liberal reformers, its intelligentsia, elements of its clerical establishment, and its middle-class professionals into a coherent political movement. At the center of that movement stood Mosaddeq, an upper-class lawyer who had been involved in Iranian politics from a young age, serving in various ministries and as a member of parliament. Toward the end of World War II, Mosaddeq reemerged on the political scene as a champion of Iranian anticolonialism and nationalism and managed to draw together many disparate elements into his political party, the National Front. Mosaddeq was not a revolutionary; he was respectful of the traditions of his social class and supported the idea of constitutional monarchy. But he also sought a more modern and more democratic Iran, and in addition to the nationalization of Iran’s oil, his party’s agenda called for improved public education, freedom of the press, judicial reforms, and a more representative government.

In April 1951, the Iranian parliament voted to appoint Mosaddeq prime minister. In a clever move, Mosaddeq insisted that he would not assume the office unless the parliament also approved an act he had proposed that would nationalize the Iranian oil industry. Mosaddeq got his way in a unanimous vote, and the easily intimidated shah capitulated to the parliament’s demands. Iran now entered a new and more dangerous crisis.

The United Kingdom, a declining empire struggling to adjust to its diminished influence, saw the Anglo-Iranian Oil Company as a crucial source of energy and profit, as well as a symbol of what little imperial prestige the country had managed to cling to through the end of World War II. So London responded to the nationalization with fury. It warned European companies doing business in Iran to pull out or face retribution, and the still potent British navy began interdicting ships carrying Iranian oil on the grounds that they were transporting stolen cargo. These moves — coupled with the fact that the Western oil giants, which were siding with London, owned nearly all the tankers then in existence — managed to effectively blockade Iran’s petroleum exports. By 1952, Iran’s Abadan refinery, the largest in the world at the time, was grinding to a halt.

From the outset of the nationalization crisis, U.S. President Harry Truman had sought to settle the dispute. The close ties between the United States and the United Kingdom did not lead Washington to reflexively side with its ally. Truman had already demonstrated some regard for Iran’s autonomy and national interests. In 1946, Soviet Premier Joseph Stalin had sought to seize Iran’s northern provinces by refusing to withdraw Soviet forces that were deployed there during the war. Truman objected, insisting on maintaining Iran’s territorial integrity even if it meant rupturing the already frayed U.S. alliance with the Soviets; Stalin backed off. Similarly, when it came to the fight to control Iran’s oil, the Americans played the role of an honest broker. Truman dispatched a number of envoys to Tehran who urged the British to acknowledge the legitimacy of the parliament’s nationalization act while also pressing the Iranians to offer fair compensation for expropriated British assets.

In the meantime, Washington continued providing economic assistance to Iran, as it had ever since the war began — assistance that helped ease the pain of the British oil blockade. And the Americans dissuaded the British from using military force to compel Iran to relent, as well as rejecting British pleas for a joint covert operation to topple Mosaddeq.

But Truman’s mediation fell short, owing more to Mosaddeq’s intransigence than any American missteps. Mosaddeq, it seemed, considered no economic price too high to protect Iran’s autonomy and national pride. In due course, Mosaddeq and his allies rejected every U.S. proposal that preserved any degree of British participation in Iran’s oil sector. It turned out that defining Iran’s oil interests in existential terms had handcuffed the prime minister: any compromise was tantamount to forfeiting the country’s sovereignty.

Homecoming king: the shah returns to Iran, August 1953.
Homecoming king: the shah returns to Iran, August 1953.

Getty / Carl Mydans

TRUE COLORS

By 1952, the conflict had brought Iran’s economy to the verge of collapse. Tehran had failed to find ways to get its oil around the British embargo and, deprived of its key source of revenue, was facing mounting budget deficits and having difficulty meeting its payroll. Washington began to fear that through his standoff with the British, Mosaddeq had allowed the economy to deteriorate so badly that his continued rule would pave the way for Tudeh, Iran’s communist party, to challenge him and take power.

And indeed, as the dispute dragged on, Mosaddeq was faced with rising dissent at home. The cause of nationalization was still popular, but the public was growing weary of the prime minister’s intransigence and his refusal to accept various compromise arrangements. The prime minister dealt with the chorus of criticism by expanding his mandate through constitutionally dubious means, demanding special powers from the parliament and seeking to take charge of the armed forces and the Ministry of War, both of which had long been under the shah’s control.

Even before the Western intelligence services devised their plots, Mosaddeq’s conduct had already alienated his own coalition partners. The intelligentsia and Iran’s professional syndicates began chafing under the prime minister’s growing authoritarianism. Mosaddeq’s base of support within the middle classes, alarmed at the economy’s continued decline, began looking for an alternative and drifted toward the royalist opposition, as did the officer corps, which had suffered numerous purges.

Mosaddeq’s supporters among the clergy, who had endorsed the nationalization campaign and had even encouraged the shah to oppose the United Kingdom’s imperial designs, now began to reconsider. The clergy had never been completely comfortable with Mosaddeq’s penchant for modernization and had come to miss the deference they received from the conservative and insecure shah. Watching Iran’s economy collapse and fearing, like Washington, that the crisis could lead to a communist takeover, religious leaders such as Ayatollah Abul-Qasim Kashani began to subtly shift their allegiances. (Since the Islamic Revolution of 1979, Iran’s theocratic rulers have attempted to obscure the inconvenient fact that, at a critical juncture, the mullahs sided with the shah.)

The crisis finally came to a head in February 1953, when the royal court, fed up with Mosaddeq’s attempts to undermine the monarchy, suddenly announced that the shah intended to leave the country for unspecified medical reasons, knowing that the public would interpret the move as a signal of the shah’s displeasure with Mosaddeq. The gambit worked, and news of the monarch’s planned departure caused a serious confrontation between Mosaddeq and his growing list of detractors. Kashani joined with disgruntled military officers and purged politicians and publicly implored the shah to stay. Protests engulfed Tehran and many provincial cities, and crowds even attempted to ransack Mosaddeq’s residence. Sensing the public mood, the shah canceled his trip.

This episode is particularly important, because it demonstrated the depth of authentic Iranian opposition to Mosaddeq; there is no evidence that the protests were engineered by the CIA. The demonstrations also helped the anti-Mosaddeq coalition solidify. Indeed, it would be this same coalition, with greater support from the armed forces, that would spearhead Mosaddeq’s ouster six months later.

THE PLOT THICKENS

The events of February made an impression on a frustrated Washington establishment. The CIA reported to U.S. President Dwight Eisenhower, who had inherited the Iranian dilemma when he took office a month earlier, that “the institution of the Crown may have more popular backing than we expected.” Secretary of State John Foster Dulles cabled the U.S. embassy in Tehran that “there appears to be [a] substantial and relatively courageous opposition group both within and outside [the] Majlis [Iran’s parliament]. We gather Army Chiefs and many civilians [are] still loyal to the Shah and would act if he gave them positive leadership, or even if he merely acquiesced in [a] move to install [a] new government.”

 

After the protests, the Majlis became the main seat of anti-Mosaddeq agitation. Since Mosaddeq’s ascension to the premiership, his seemingly arbitrary decision-making, his inability to end the oil crisis, and the narrowing of his circle to a few trusted aides had gradually alienated many parliamentarians. In response, the prime minister decided to eliminate the threat by simply dissolving the Majlis. Doing so required executing a ploy of dubious legality, however: on July 14, all the National Front deputies loyal to Mosaddeq resigned their posts at once, depriving the chamber of the necessary quorum to function. Mosaddeq then called for a national referendum to decide the fate of the paralyzed legislature. But this was hardly a good-faith, democratic gesture; the plebiscite was marred by boycotts, voting irregularities, and mob violence, and the results surprised no one: Mosaddeq’s proposal to dissolve parliament was approved by 99 percent of the voters. Mosaddeq won his rigged election, but the move cost him what remained of his tattered legitimacy.

Meanwhile, Mosaddeq seemed determined to do everything he could to confirm Washington’s worst fears about him. The prime minister thought that he could use U.S. concerns about the potential for increased Soviet influence in Iran to secure greater assistance from Washington. During a meeting in January, Mosaddeq had warned Loy Henderson, the U.S. ambassador, that unless the United States provided him with sufficient financial aid, “there will be [a] revolution in Iran in 30 days.” Mosaddeq also threatened to sell oil to Eastern bloc countries and to reach out to Moscow for aid if Washington didn’t come through. These threats and entreaties reached a climax in June, when Mosaddeq wrote Eisenhower directly to plead for increased U.S. economic assistance, insisting that if it were not given right away, “any steps that might be taken tomorrow to compensate for the negligence of today might well be too late.” Eisenhower took nearly a month to respond and then firmly told Iran’s prime minister that the only path out of his predicament was to settle the oil dispute with the United Kingdom.

 

By that point, however, Washington was already actively considering a plan the British had developed to push Mosaddeq aside. The British intelligence agency, MI6, had identified and reached out to a network of anti-Mosaddeq figures who would be willing to take action against the prime minster with covert American and British support. Among them was General Fazlollah Zahedi, a well-connected officer who had previously served in Mosaddeq’s cabinet but had left after becoming disillusioned with the prime minister’s leadership and had immersed himself in opposition politics. Given its history of interference in Iran, the British government also boasted an array of intelligence sources, including members of parliament and journalists, whom it had subsidized and cultivated. London could also count on a number of influential bazaar merchants who, in turn, had at their disposal thugs willing to instigate violent street protests.

The CIA took a rather dim view of these British agents, believing that they were “far overstated and oversold.” Nevertheless, by May, the agency had embraced the basic outlines of a British plan to engineer the overthrow of Mosaddeq. The U.S. embassy in Tehran was also on board: in a cable to Washington, Henderson assured the Eisenhower administration that “most Iranian politicians friendly to the West would welcome secret American intervention which would assist them in attaining their individual or group political ambitions.”

The joint U.S.-British plot for covert action was code-named TPAJAX. Zahedi emerged as the linchpin of the plan, as the Americans and the British saw him as Mosaddeq’s most formidable rival. The plot called for the CIA and MI6 to launch a propaganda campaign aimed at raising doubts about Mosaddeq, paying journalists to write stories critical of the prime minister, charging that he was corrupt, power hungry, and even of Jewish descent — a crude attempt to exploit anti-Semitic prejudices, which the Western intelligence agencies wrongly believed were common in Iran at the time. Meanwhile, a network of Iranian operatives working for the Americans and the British would organize demonstrations and protests and encourage street gangs and tribal leaders to provoke their followers into committing acts of violence against state institutions. All this was supposed to further inflame the already unstable situation in the country and thus pave the way for the shah to dismiss Mosaddeq.

Indeed, the shah would be the plot’s central actor, since he retained the loyalty of the armed forces and only he had the authority to dismiss Mosaddeq. “If the Shah were to give the word, probably more than 99% of the officers would comply with his orders with a sense of relief and with the hope of attaining a state of stability,” a U.S. military attaché reported from Tehran in the spring of 1953.

IF AT FIRST YOU DON’T SUCCEED

On July 11, Eisenhower approved the plan, and the CIA and MI6 went to work. The Western intelligence agencies certainly found fertile ground for their machinations, as the turmoil sweeping Iran had already seriously compromised Mosaddeq’s standing. It appeared that all that was left to do was for the shah to officially dismiss the prime minister.

But enlisting the Iranian monarch proved more difficult than the Americans and the British had initially anticipated. On the surface, the shah seemed receptive to the plot, as he distrusted and even disdained his prime minister. But he was also clearly reluctant to do anything to further destabilize his country. The shah was a tentative man by nature and required much reassurance before embarking on a risky course. The CIA did manage to persuade his twin sister, Princess Ashraf, to press its case with her brother, however. Also urging the shah to act were General Norman Schwarzkopf, Sr., a U.S. military officer who had trained Iran’s police force and enjoyed a great deal of influence in the country, and Kermit Roosevelt, Jr., a CIA official who had helped devise the plot. Finally, on August 13, 1953, the shah signed a royal decree dismissing Mosaddeq and appointing Zahedi as the new prime minister.

Zahedi and his supporters wanted to make sure that Mosaddeq received the decree in person and thus waited for more than two days before sending the shah’s imperial guards to deliver the order to the prime minister’s residence at a time when Zahedi was certain Mosaddeq would be there. By that time, however, someone had tipped Mosaddeq off. He refused to accept the order and instead had his security detail arrest the men the shah had sent. Zahedi went into hiding, and the shah fled the country, going first to Iraq and then to Italy. The plot, it seemed, had failed. Mosaddeq took to the airwaves, claiming that he had disarmed a coup, while neglecting to mention that the shah had dismissed him from office. Indeed, it was Mosaddeq, not the shah or his foreign backers, who failed to abide by Iran’s constitution.

After the apparent failure of the coup, a mood of resignation descended on Washington and London. According to an internal review prepared by the CIA in 1954, after Mosaddeq’s refusal to follow the shah’s order, the U.S. Department of State determined that the operation had been “tried and failed,” and the official British position was equally glum: “We must regret that we cannot consider going on fighting.” General Walter Bedell Smith, Eisenhower’s confidant and wartime chief of staff, who was now serving as undersecretary of state, had the unenviable task of informing the president. In a note to Eisenhower, Smith wrote:

The move failed. . . . Actually, it was a counter-coup, as the Shah acted within his constitutional power in signing the [decree] replacing Mosaddeq. The old boy wouldn’t accept this and arrested the messenger and everybody else involved that he could get his hands on. We now have to take a whole new look at the Iranian situation and probably have to snuggle up to Mosaddeq if we’re going to save anything there.

The White House, the leadership of the CIA, and the U.S. embassy in Tehran all shared the view that the plot had failed and that it was time to move on. It seems that some operatives in the CIA station in Tehran thought there was still a chance that Zahedi could succeed, if he asserted himself. The station might even have maintained some contact with Zahedi; it’s not clear whether it did or not. What is clear is that by that point, the attempt to salvage the coup became very much an Iranian initiative.

A TRAGIC FIGURE

In the aftermath of the failed coup, chaos reigned in Tehran and political fortunes shifted quickly. The Tudeh Party felt that its time had finally come, and its members poured into the streets, waving red flags and destroying symbols of the monarchy. The more radical members of the National Front, such as Foreign Minister Hossein Fatemi, also joined the fray with their own denunciations of the shah. An editorial in Bakhtar-e Emruz, a newspaper Fatemi controlled, castigated the royal court as “a brothel, a filthy, corrupt place”; another editorial in the same newspaper warned the shah that the nation “is thirsty for revenge and wants to see you on the gallows.” Such talk alarmed military officers and clerics and also outraged many ordinary Iranians who still respected the monarchy. Mosaddeq himself did not call for disbanding the monarchy. Despite his attempts to expand his powers at the shah’s expense, Mosaddeq remained loyal to his vision of a constitutional monarchy.

The shah issued a statement from exile declaring that he had not abdicated the throne and stressing the unconstitutionality of Mosaddeq’s claim to power. Meanwhile, Zahedi and his coconspirators continued their resistance. Zahedi reached out to armed military units in the capital and in the provinces that remained loyal to the shah and told their commanders to prepare for mobilization. Zahedi also sought to widely broadcast the shah’s decree dismissing Mosaddeq and appointing Zahedi himself as prime minister, and the CIA station in Tehran appears to have helped distribute the message through both domestic and foreign media.

The efforts to publicize the shah’s decree and Mosaddeq’s studied silence are instructive. Many accounts of the coup, including Roosevelt’s, cast the shah as an unpopular and illegitimate ruler who maintained the throne only with the connivance of foreigners. But if that were the case, then Zahedi and his allies would not have worked so hard to try to publicize the shah’s preferences. The fact that they did suggests that the shah still enjoyed a great deal of public and institutional support, at least in the immediate aftermath of Mosaddeq’s countercoup; indeed, the news of the shah’s departure provoked uprisings throughout the country.

These demonstrations did not fundamentally alter the views of U.S. representatives in Iran. As Henderson later recalled, he initially did not take the turmoil very seriously and cabled the State Department that “it would probably have little significance.” Momentum soon built within Iran, however. The clergy stepped into the fray, with mullahs inveighing against Mosaddeq and the National Front. Kashani and other major religious figures urged their supporters to take to the streets. Unlike some of the demonstrations that had taken place earlier in the summer, these protests were not the work of the CIA’s and MI6’s clients. A surprised official at the U.S. embassy reported that the crowds “appeared to be led and directed by civilians rather than military. Participants not of hoodlum type, customarily predominant in recent demonstrations in Tehran. They seemed to come from all classes of people including workers, clerks, shopkeepers, students, et cetera.” A CIA assessment noted that “the flight of [the] Shah brought home to the populace in a dramatic way how far Mosaddeq had gone, and galvanized the people into an irate pro-Shah force.”

Mosaddeq was determined to halt the revolutionary surge and commanded the military to restore order. Instead, many soldiers joined in the demonstrations, as chants of “Long live the shah!” echoed in the capital. On August 19, the army chief of staff, General Taqi Riahi, who had stayed loyal to Mosaddeq until then, telephoned the prime minister to confess that he had lost control of many of his troops and of the capital city. Royalist military units took over Tehran’s main radio station and several important government ministries. Seeing his options narrowing, Mosaddeq went into hiding in a neighbor’s house. But the prime minister was too much of a creature of the establishment to remain on the run for long, and he soon turned himself in. A few months later, Mosaddeq was convicted of treason, for which the mandatory punishment was execution. However, given his age, his long-standing service to the country, and his role in nationalizing Iran’s oil industry, the sentence was commuted to three years in prison. In practice, he would go on to serve a life sentence, spending the remaining 14 years of his life confined to his native village.

Mosaddeq was a principled politician with deep reverence for Iran’s institutions and constitutional order. He had spent his entire public life defending the rule of law and the separation of powers. But the pressures of governing during a crisis accentuated troubling aspects of his character. His need for popular acclaim blinded him to compromises that could have resolved the oil conflict with the United Kingdom and thus protected Iran’s economy. Worse, by 1953, Mosaddeq — the constitutional parliamentarian and champion of democratic reform — had turned into a populist demagogue: rigging referendums, intimidating his rivals, disbanding parliament, and demanding special powers.

Popular lore gets two things right: Mosaddeq was indeed a tragic figure, and a victim. But his tragedy was that he couldn’t find a way out of a predicament that he himself was largely responsible for creating. And more than anyone else, he was a victim of himself.

THE MYTH OF U.S. FINGERPRINTS

Since 1953, and especially since the 1979 Islamic Revolution that toppled the shah, the truth about the coup has been obscured by self-serving narratives concocted by Americans and Iranians alike. The Islamic Republic has done much to propagate the notion that the coup and the conspiracy against Mosaddeq demonstrated an implacable American hostility to Iran. The theocratic revolutionaries have been assisted in this distortion by American accounts that grossly exaggerate the significance of the U.S. role in pushing Mosaddeq from power. Chief among these is the version that appears in Roosevelt’s self-aggrandizing 1979 book, Countercoup: The Struggle for the Control of Iran. In his Orientalist rendition, Roosevelt landed in Tehran with a few bags of cash and easily manipulated the benighted Iranians into carrying out Washington’s schemes.

Contrary to Roosevelt’s account, the documentary record reveals that the Eisenhower administration was hardly in control and was in fact surprised by the way events played out. On the eve of the shah’s triumph, Henderson reported in a cable to Washington that the real cause of the coup’s success was that “most armed forces and great numbers [of] Iranian civilians [are] inherently loyal to [the] Shah whom they have been taught to believe is [a] symbol of national unity as well as of [the] stability of the country.” As Iran underwent its titanic internal struggle, even the CIA seemed to be aware that its own machinations had proved relatively unimportant. On August 21, Charles Cabell, the agency’s acting director, reported to Eisenhower that “an unexpectedly strong upsurge of popular and military reaction to Prime Minister Mosaddeq’s Government has resulted, according to late dispatches from Tehran, in the virtual occupation of that city by forces proclaiming their loyalty to the Shah and his appointed Prime Minister Zahedi.”

In addition to overstating the American and British hand in orchestrating Mosaddeq’s downfall and the shah’s restoration, the conventional narrative of the coup neglects the fact that the shah was still popular in the early 1950s. He had not yet become the megalomaniac of the 1970s, but was still a young, hesitant monarch deferential to Iran’s elder statesmen and grand ayatollahs and respectful of the limits of his powers.

But the mythological version of the events of 1953 has persisted, partly because since the Islamic Revolution, making the United States out to be the villain has served the interests of Iran’s leaders. Another reason for the myth’s survival is that in the aftermath of the debacle in Vietnam and in the wake of congressional investigations during the mid-1970s that revealed the CIA’s involvement in covert attempts to foment coups overseas, many Americans began to question the integrity of their institutions and the motives of their government; it hardly seemed far-fetched to assume that the CIA had been the main force behind the coup in Iran.

Whatever the reason for the persistence of the mythology about 1953, it is long past time for the Americans and the Iranians to move beyond it. As Washington and Tehran struggle to end their protracted enmity, it would help greatly if the United States no longer felt the need to keep implicitly apologizing for its role in Mosaddeq’s ouster. As for the Islamic Republic, at a moment when it is dealing with internal divisions and uncertainties about its future, it would likewise help for it to abandon its outdated notions of victimhood and domination by foreigners and acknowledge that it was Iranians themselves who were the principal protagonists in one of the most important turning points in their country’s history.

https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2014-06-16/what-really-happened-iran?utm_medium=newsletters&utm_source=special_send&utm_campaign=summer_reads_2019_newsletters&utm_content=20190721&utm_term=newsletter-summer-popup-2019