Αρχική Blog Σελίδα 2629

“Σταύρωσαν” ένα ποδοσφαιριστή στην Κύπρο επειδή πανηγύρισε με την ελληνική σημαία!

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

File Photo: Ο παίκτης του Ολυμπιακού Ideye Brown (Δ) και ο παίκτης του ΑΠΟΕΛ Γιώργος Μερκής (Α) διεκδικούν την μπάλα κατά την διάρκεια του αγώνα για το Europa League, μεταξύ των δύο ομάδων. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΟΣΧΑΝΔΡΕΟΥ

AUGUST 16, 2019

Ένας Ελληνοκύπριος ποδοσφαιριστής του ΑΠΟΕΛ, δέχθηκε τις τελευταίες ημέρες ένα απίστευτο «μπούλιγκ», επειδή είχε το θάρρος να πανηγυρίσει -φορώντας την ελληνική σημαία- την εκτός έδρας νίκη της ομάδας του στο Αζερμπαϊτζάν.

Έπεσαν να τον φάνε τον Γιώργο Μερκή οι «εθνομηδενιστές» της Κύπρου, που παθαίνουν κρίση με οτιδήποτε ελληνικό. Μην δουν ελληνική σημαία. Τους πιάνει αμόκ.

Πρόκειται σίγουρα για αρρωστημένη κατάσταση, διότι φτάνουν στο σημείο επειδή έχουν τρικυμία στα κεφάλια τους να τοποθετούν την Ελλάδα στην ίδια θέση με την κατοχική δύναμη Τουρκία.

Χωρίς αμφιβολία, οι δικτάτορες έδωσαν την ευκαιρία στην Άγκυρα -βάση σχεδίου- για να εισβάλει στην Κύπρο. Όμως, η συνεχιζόμενη κατοχή ακυρώνει τον βασικό και αναπόδεικτο ισχυρισμό ότι η Ελλάδα έχει ίσες ευθύνες με τους κατακτητές του Αττίλα. Άλλο χούντα, άλλο Ελλάδα. Ας το βάλουν καλά στο μυαλό τους.

Και επίσης, επειδή είναι όλοι φιλοαμερικανοί, έχει αποδειχθεί ότι για τη συνεχιζόμενη τραγωδία της Κύπρου ευθύνεται η Αμερική του Χένρι Κίσιγκερ. Ούτε οι ίδιοι οι Αμερικανοί το αμφισβητούν, μόνο κάτι ερμαφρόδιτα τσιράκια του, που επιχειρούν κατά καιρούς να αμφισβητήσουν πολυετείς έρευνες για να τους ρίξει η υπερδύναμη κανένα …κοκκαλάκι.

Το «μπούλιγκ», λοιπόν, εναντίον του νεαρού ποδοσφαιριστή, επέστρεψε σε αυτούς που το οργάνωσαν, διότι η συντριπτική πλειοψηφία στην Κύπρο, τον υποστήριξε και ένιωσε υπερηφάνεια για την πράξη του.

Γιατί φόρεσε την ελληνική σημαία ο Γιώργος Μερκής;

Ο Γιώργος Μερκής με την ελληνική σημαία. Φωτογραφία via Φιλελεύθερος

Ας διαβάσουμε τι είπε ο ίδιος στην κυπριακή καλωδιακή τηλεόραση Cablenet: «Θέλω να πω κάτι που μου έτυχε μέσα στο γήπεδο. Σε μια φάση, όταν ζήτησα φάουλ, γύρισε ο επιθετικός και μου λέει: “Μην κλαις σαν… γυναίκα”. Του είπα: “Δεν κλαίω, εγώ είμαι Έλληνας”. Μου απάντησε: “Θυμάσαι τι σας έκαναν οι Τούρκοι;”. Τότε του είπα: “Εγώ θυμούμαι, θα δεις τι θα πάθεις και εσύ σήμερα”. Και του δείξαμε. Γι’ αυτό και ο πανηγυρισμός με την ελληνική σημαία. Είμαστε πολύ χαρούμενοι και περήφανοι. Μέσα σε μια δύσκολη έδρα καταφέραμε να πάρουμε την πρόκριση. Δεν νομίζω να πίστευαν πολλοί ότι μπορούσαμε να περάσουμε. Εμείς το πιστεύαμε. Έδειξαν όλα τα παιδιά διάθεση και πάθος μέχρι το τελευταίο λεπτό», δήλωσε ο ποδοσφαιριστής του ΑΠΟΕΛ.

Όλοι αυτοί που τον κατηγόρησαν δεν έλαβαν καθόλου υπόψη, διότι δεν συμφέρει στην προπαγάνδα τους, ότι οι οπαδοί της ομάδας του Αζερμπαϊτζάν κρατούσαν σημαίες της κατοχικής δύναμης Τουρκίας και του παράνομου καθεστώτος των κατεχομένων. Και ο στόχος ήταν προφανής: Ασκούσαν ψυχολογικό πόλεμο εναντίον των παικτών της κυπριακής ομάδας.

Με αφορμή την επέτειο των άνανδρων δολοφονιών του Τάσου Ισαάκ και του Σολωμού Σολωμού, ο Μερκής έγραψε στη σελίδα του στο Facebook: «Τότε ήμουν 10 χρονών και παρακολουθούσα από την τηλεόραση την πορεία των μοτοσικλετιστών. Δύο λεβέντες: ο Ισαάκ ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου και ο Σολομού εκτελέστηκε εν ψυχρώ καθώς προσπαθούσε να κατεβάσει την σημαία του Αττίλα κι εμείς το βλέπαμε σε ανοιχτή σύνδεση στην τηλεόραση. Σήμερα είμαι 35 χρονών και το μόνο που έχω δει είναι να έχουμε συμφιλιωθεί με τους βάρβαρους και να ξεχνάμε όσα κακά μας έκαναν. Και κάτι τελευταίο. Όταν οδηγώ στους δρόμους της Λευκωσίας και βλέπω αυτοκίνητα με τουρκικούς αριθμούς εγγραφής αναρωτιέμαι εκείνη την ώρα αν ο οδηγός του αυτοκίνητου είναι ένας από τους δολοφόνους του ΙΣΑΑΚ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ. Κανείς δεν ξεχνάει οι εικόνες είναι χαραγμένες μέσα μας και όσοι ήταν αγέννητοι τότε οι εικόνες και τα βίντεο είναι στα ιντερνέτ. ΙΣΑΑΚ, ΣΟΛΩΜΕ και τόσοι άλλοι που θυσιαστήκατε για την πατρίδα μας ελπίζω μια μέρα να δικαιωθείτε γιατί προς το παρόν ο θάνατος σας για την πατρίδα για αρκετούς έχει περάσει απαρατήρητος. Δεν ξεχνώ».

Πως να μην χαιρόμαστε γι’ αυτά τα παιδιά, που συνεχίζουν να αρνούνται την παράδοση της Πατρίδας στους Τούρκους. Μέχρι αυτό το γεγονός, δεν γνώριζα την ύπαρξη καν του ποδοσφαιριστή. Έψαξα και έμαθα γι’ αυτόν. Και καλός ποδοσφαιριστής είναι, και καλός χαρακτήρας, μου λένε συνάδελφοι που τον γνωρίζουν. Ένας μάγκας, για να καταλαβαινόμαστε. Όσον αφορά όσους επιχείρησαν να τον εκφοβίσουν, τι να πει κανείς; Δεν είναι μόνο για λύπηση, αλλά αποδεικνύουν πόσο επικίνδυνοι είναι για την εθνική μας υπόθεση. Γι’ αυτό η πράξη του Γιώργου Μερκή έχει ιδιαίτερη σημασία, ειδικά τώρα, που επιχειρείται ο εκβιασμός για να τεθεί η Κύπρος υπό την επιρροή των ισλαμιστών της Άγκυρας.

Σε ένα πράγμα που ίσως έχει δίκιο ο πρόεδρος της Κύπρου είναι η διαπίστωσή του ότι μία κακή λύση θα μετατρέψει την Κύπρο σε …Λίβανο. Τι σημαίνει αυτό; Ο χριστιανικός πληθυσμός μέσα σε ένα διάστημα 30 ετών κατέστη η ισχνή μειοψηφία στο Λίβανο. Το είχε πει ο κ. Αναστασιάδης στον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Μάικ Πενς και αυτός είχε δώσει τότε μεγάλη σημασία.

Αυτό που δεν αντιλαμβάνονται οι εραστές της «όποιας λύσης» είναι ότι αυτό το «πράγμα» το οποίο καλούν τον Κύπριο πρόεδρο να υπογράψει, αποτελεί θανατική ποινή για τον Κυπριακό Ελληνισμό. Αυτοί μπορεί να μην έχουν πρόβλημα να μετατραπούν σε δούλους των Τούρκων. Η συντριπτική πλειοψηφία όχι μόνο έχει, αλλά παλεύει να το αποτρέψει. Το γεγονός ότι επιτέθηκαν στον Μερκή αυτές οι περίεργες και «ξενοδίαιτες» επαναπροσεγγιστικές οργανώσεις, δείχνει ότι καλώς έπραξε ο ποδοσφαιριστής. Τους «κτύπησε» εκεί που πονούν… Και το χαρήκαμε όλοι…

Τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν απαραίτητα τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της. Επίσης ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΔΙΑ ΝΟΜΟΥ η αναδημοσίευση των σχολίων χωρίς τη γραπτή έγκριση της ιστοσελίδας.

Πηγή: “Σταύρωσαν” ένα ποδοσφαιριστή στην Κύπρο επειδή πανηγύρισε με την ελληνική σημαία! https://hellasjournal.com/2019/08/quot-stayrosan-quot-ena-podosfairisti-stin-kypro-epeidi-panigyrise-me-tin-elliniki-simaia/

Ο αυθορμητισμός του Μερκή, ο εμφύλιος και το… δέντρο χαμένο στο δάσος

1
Γιώργος Χατζηπαναγή  15/08/2019 17:21
Σε μείζον ζήτημα έχει αναχθεί τα τελευταία δύο εικοσιτετράωρα η δήλωση του ποδοσφαιριστή του ΑΠΟΕΛ Γιώργου Μερκή, μετά τον αγώνα με την Καραμπάχ στο Αζερμπαϊτζάν, με την οποία έδωσε την αφορμή να αρχίσει διαδικτυακός κύκλος αντεγκλήσεων, ανάμεσα σε χρήστες του Facebook.
Ο Μερκής, μετά το τέλος του αγώνα της ομάδας του, ούτε λίγο ούτε πολύ, μετέφερε τη στιχομυθία που είχε με ποδοσφαιριστή των Αζέρων κατά τη διάρκεια του ματς.
«Θέλω να πω κάτι που έγινε μέσα στο γήπεδο. Ένας παίκτης της Καραμπάχ όταν έπεσα κάτω ήρθε και μου είπε μην κάνεις σαν γυναίκα.Του είπα δεν κλαίω είμαι Έλληνας. Μου απάντησε θυμάσαι τι σας έκαναν οι Τούρκοι; Του απάντησα θα θυμάσαι αυτό που θα πάθετε σήμερα»…
Ο Κύπριος αμυντικός όταν έκανε αυτές τις δηλώσεις ήταν τυλιγμένος με την Ελληνική σημαία, με την οποία λίγη ώρα προηγουμένως πανηγύριζε μαζί με τους συμπαίκτες του.
Αυτό το σκηνικό, έχει δημιουργήσει μια θύελλα αντιδράσεων, μεταξύ οπαδών, κάποιοι εκ των οποίων επικροτούν τον Γιώργο Μερκή και κάποιοι που κατακρίνουν την ενέργεια του…
Κάποιοι θα υποστηρίξουν ότι ο Μερκής πάνω στην ένταση του παιχνιδιού, έβγαλε προς τα έξω τα συναισθήματα του. Άλλοι θα απαντήσουν πως πουλά πατριωτισμό και οπαδιλίκκι, ωστόσο εδώ ταιριάζει γάντι το… «βλέπουμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος»…
Είναι επιεικώς γελοίο μετά από 45 χρόνια κατοχής, εισβολής, προδοτικού πραξικοπήματος και προσφυγιάς να ανταλλάζουμε βρισιές μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, για τον αν έπρεπε η όχι να σηκώσει ο Μερκής ελληνική σημαία, γιατί δεν σήκωσε κυπριακή, γιατί είπε ότι ήταν Έλληνας, γιατί δεν είπε ότι είναι Κύπριος και άλλα χίλια δυο γιατί, την ώρα που ξυπνάς κάθε πρωί και βλέπεις τη σημαία του κατακτητή πάνω στον Πενταδάκτυλο.
Και μην αρχίσετε τώρα τα εσείς τους φέρατε οι μεν και τα εσείς καρφώνατε το 55-59 οι δε.
Κάποιοι λοιπόν έχουν ηρωοποιήσει τον Μερκή λες και κατέκτησε την Κωνσταντινούπολη, ενώ κάποιοι άλλοι τον έστησαν στον τοίχο, λες
και έκανε το μεγαλύτερο έγκλημα στη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου…
Η ιδιοσυγκρασία του ποδοσφαιριστή του ΑΠΟΕΛ είναι γνωστή… Πολλές φορές στο παρελθόν έδειξε τον αυθορμητισμό του, ο οποίος είναι παρεξηγήσιμος και για τον ίδιο τον γράφοντα. Ωστόσο αυτός είναι, δεν θα αλλάξει.
Αντίθετα, αυτό που σίγουρα πρέπει να αλλάξει είναι η νοοτροπία μας ως λαός, ο οποίος αντί για παράδειγμα να ασχοληθεί με το γεγονός ότι οι Αζέροι σήκωσαν σημαίες ενός ψευδοκράτους και να προβληματιστούμε για το πώς θα πρέπει να αντιδράσουμε σε διεθνές επίπεδο, πέρα από την καταγγελία του ΑΠΟΕΛ, συζητάμε για τον Μερκή. Αλλά ξέχασα για τους Αζέρους έχουμε τη δικαιολογία… θα πείτε είναι τουρκόφιλοι. Με το ίδιο σκεπτικό και ο Μερκής είναι φιλέλληνας…
http://omada.reporter.com.cy/opinions/article/414963/o-afthormitismos-toy-merki-o-emfylios-kai-to-dentro-chameno-sto-dasos

Μάζης: Ελληνογαλλική Φιλία και Ελληνικοί Εξοπλισμοί

1

Στον κρίσιμο ρόλο των γαλλικών οπλικών συστημάτων στη διατήρηση του πλεονεκτήματος έναντι της Τουρκίας, καθώς και στις σημερινές στρατηγικές δυνατότητες στρατηγικής συνεργασίας της Ελλάδας με τη Γαλλία στον τομέα της άμυνας, εστιάζει ο καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών Ιώαννη Μάζης.

Ο κ. Μάζης σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «αποτελεί αναντίρρητο γεγονός ότι μεγάλο κομμάτι των ελληνικών αποτρεπτικών ικανοτήτων έναντι της Τουρκίας βασίστηκε σε γαλλικά οπλικά συστήματα και τις μοναδικές τους επιχειρησιακές δυνατότητες. Ήδη από το 1974 οι πυραυλάκατοι Combattante, εφοδιασμένοι με πυραύλους επιφανείας – επιφανείας Exocet καθιστούσαν τον τουρκικό στόλο έναν μεγάλο στόχο για το Πολεμικό Ναυτικό. Υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα υπήρξε ο πρώτος εξαγωγικός πελάτης των Exocet, ο οποίος κατέστη μετά διεθνές best seller. Επίσης, από το 1975 και για μία δεκαετία περίπου, τα μαχητικά αεροσκάφη Mirage F1 προσέφεραν αναντίρρητη αεροπορική κυριαρχία στην Ελληνική Αεροπορία πάνω από το Αιγαίο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η υπογραφή της συμφωνίας για την προμήθεια των Mirage F1 έγινε στις αρχές του Καλοκαιριού του 1974. Οι παραδόσεις για την Ελληνική Αεροπορία προβλεπόταν για το Καλοκαίρι του 1978. Όμως, χάρη σε προσωπική παρέμβαση του Γάλλου Προέδρου Ζισκάρ Ντε Εσταίν κατόπιν αιτήματος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, οι παραδόσεις στην Ελλάδα απέκτησαν προτεραιότητα και έτσι στα τέλη της Άνοιξης του 1975 η Ελληνική Αεροπορία ξεκίνησε να παραλαμβάνει μαχητικά τα οποία προορίζονταν για τη Γαλλική Αεροπορία. Έτσι, η Ελλάδα βρέθηκε εκείνη την εποχή με ένα από τα πιο προηγμένα μαχητικά αεροσκάφη παγκοσμίως με μοναδικές ικανότητες εναέριας μάχης».

Συμπληρώνει δε ότι «στη δεκαετία του 80, στο πλαίσιο της περιβόητης Αγοράς του Αιώνα, η ΠΑ απέκτησε 40 μαχητικά αεροσκάφη Mirage 2000EG. Εξαιτίας της ελληνικής εμμονής σε ένα ραντάρ «πολλαπλών ρόλων» για το αεροσκάφος, επιλέχθηκε το προβληματικό ραντάρ RDM – 3, αντί για το εξειδικευμένο σε ρόλους αέρος – αέρος RDI που είχε επιλέξει η Γαλλική Αεροπορία για τα δικά της Mirage 2000C. Το RDI ήταν ένα από τα αξιόλογα ραντάρ για εναέρια μάχη εκείνον τον καιρό, περίπου ισάξιο του αμερικανικού APG – 63 που χρησιμοποιούσαν τα μαχητικά F – 15A/B και C και ανώτερο από το APG – 68 των F – 16. Ακόμη όμως και με το RDM – 3 τα Mirage 2000 είχαν σαφές πλεονέκτημα στην εναέρια μάχη έναντι των τουρκικών F – 16, όντας καλύτερες πλατφόρμες για μεσαία και μεγάλα ύψη και με μικρότερο στιγμιαίο ρυθμό στροφής αλλά και οπλισμένα με τον πύραυλο αέρος – αέρος για κλειστές αερομαχίες (WVR) R550 Magic – 2, ο οποίος ήταν ανώτερος από τις εκδόσεις L και M των αμερικανικών AIM – 9 Sidewinder, έχοντας μεταξύ των άλλων και πολύ μεγαλύτερες ικανότητες εγκλωβισμού του στόχου εκτός του διαμήκους άξονα του αεροσκάφους (HOB). Επίσης, το σύστημα αυτοπροστασίας ICMS 2000 Mk1 ήταν κατά πολύ ανώτερο του ASPIS Ι που εξόπλισε στα F – 16».

Ακολούθως ο κ. Μάζης αναφέρεται στην αγορά των βελτιωμένων Mirage 2000 – 5 Mk 2 στα τέλη της δεκαετίας του 90 που «προσέφερε στην Ελλάδα ένα μοναδικό πακέτο προβολής ισχύος στον αέρα, τη στεριά και τη θάλασσα που δεν είχε υπάρξει ξανά». «Κατ’ αρχάς, η αντικατάσταση του προβληματικού RDM με το RDY – 2, που ήταν ένα από τα καλύτερα ραντάρ αεροσκαφών στην εποχή του, προσέφερε νέες δυνατότητες στο αεροσκάφος, ενώ το σύστημα αυτοπροστασίας ICMS2000 Mk 5 ήταν ότι πιο επιτυχημένο έχει τοποθετηθεί σε ελληνικό μαχητικό», τονίζει.

«Όσον αφορά τις ικανότητες εναέριας μάχης, οι πύραυλοι MICA προσέφεραν πολύ μεγάλες δυνατότητες τόσο σε κοντινές όσο και αποστάσεις πέραν του οπτικού ορίζοντος (BVR). Αξίζει να επισημανθεί ότι οι πύραυλοι MICA έχουν ένα χαρακτηριστικό που δεν υπάρχει σε κάποιο άλλο ελληνικό όπλο αέρος – αέρος. Συγκεκριμένα, διατίθενται σε έκδοση μεγάλου βεληνεκούς, που φθάνει τα 70 χλμ, χρησιμοποιώντας όμως κεφαλή θερμικής απεικόνισης για τον εγκλωβισμό του στόχου και όχι μέσω καθοδήγησης ραντάρ. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι η παθητική μέθοδος εντοπισμού δεν προσφέρει κανένα περιθώριο προειδοποίησης, σε αντίθεση με την καθοδήγηση με ραντάρ που θα ενεργοποιούσε το δέκτη προειδοποίησης εγκλωβισμού από ραντάρ (RWR) του συστήματος αυτοπροστασίας του αεροσκάφους – στόχου. Το δεύτερο είναι πως ένας παρόμοιος πύραυλος μπορεί να αντιμετωπίσει τα αεροσκάφη stealth, όπως είναι το F – 35 ή το ρωσικό Sukhoi Su – 57. Ειδικά το F – 35 παρουσιάζει πολύ μεγάλο θερμικό ίχνος, μεγαλύτερο από αυτό των «κανονικών» αεροσκαφών, εξαιτίας του πολύ ισχυρού κινητήρα του και πιθανώς και λόγω της αεροδυναμικής τριβής (aerodynamic heating). Έτσι, στοχοποιείται πιο εύκολα από παρόμοια όπλα σε σχέση με τα «κανονικά» αεροσκάφη. Παρόμοιοι πύραυλοι, σε συνδυασμό με συστήματα υπέρυθρης έρευνας και ιχνηλάτησης (IRST), που μπορούν να τοποθετούνται και σε ατρακτίδια (pods) και να μεταφέρονται ως εξωτερικό φορτίο για τα μαχητικά, αποτελούν μεγάλη απειλή για τα μαχητικά stealth», εξηγεί.

Όσον αφορά στην αγορά των νέων Mirage 2000 – 5 ο κ. Μάζης εκτιμά ότι «επέτρεψε σε κάποια από τα παλαιότερα Mirage 2000 EG να εφοδιαστούν με πυραύλους αέρος – επιφανείας Exocet, μετατρεπόμενα σε στρατηγική απειλή για τον τουρκικό στόλο επιφανείας».

«Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η αγορά των Mirage 2000 – 5 συνδυάστηκε με την απόκτηση περίπου εκατό αεροεκτοξευόμενων πυραύλων cruise Scalp EG. Το επίσημο βεληνεκές των πυραύλων αυτών είναι 250 χλμ. Στην πραγματικότητα, όμως, όπως αναφέρει ο έγκυρος οίκος αμυντικών αξιολογήσεων Jane’s αλλά και άλλες πηγές, φθάνει ή και ξεπερνά τα 500 χλμ. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να προσβάλουν σχεδόν οποιοδήποτε σημείο της τουρκικής επικράτειας με σημειακή ακρίβεια που φθάνει το ένα μέτρο, ενώ εφοδιασμένα με τη διατρητική κεφαλή BROACH μπορούν να καταστρέψουν στόχους υψηλής προστασίας. Ο συνδυασμός μεγάλου βεληνεκούς, υψηλής ακρίβειας και μεγάλης καταστρεπτικής ικανότητας, καθιστούν τους Scalp EG όπλα στρατηγικών εφαρμογών. Επισημαίνεται ότι μόνο η Γαλλία προσέφερε όπλα τέτοιων δυνατοτήτων στην Ελλάδα, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν αρνηθεί επανειλημμένως να το πράξουν», σημειώνει.

«Εν κατακλείδι λοιπόν, σε αντίθεση με τα αμερικανικά ή άλλα δυτικοευρωπαϊκά ή ρωσικά οπλικά συστήματα, τα γαλλικά όπλα δεν προσέφεραν στην Ελλάδα κάποια ισορροπία έναντι της Τουρκίας αλλά σαφή υπεροπλία», επεσήμανε.

Ο κ. Μάζης υπογραμμίζει ότι «σήμερα βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας φάσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις πιθανώς πιο επικίνδυνης σε σχέση με το παρελθόν και χρειαζόμαστε άμεσα και επιτακτικά ενίσχυση των ελληνικών αποτρεπτικών ικανοτήτων, με τρόπο ώστε να εξασφαλίσουμε πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας ώστε να αδρανοποιήσουμε τον τουρκικό επεκτατισμό. Και η Γαλλία προσφέρει ξανά λύσεις στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, γαλλικές φρεγάτες εφοδιασμένες με πυραύλους αεράμυνας Aster 30 και με πυραύλους cruise Scalp Naval με βεληνεκές μεγαλύτερο των 1000 χλμ θα προσφέρουν στο Πολεμικό Ναυτικό δυνατότητες στρατηγικής κρούσης εις βάθος. Επίσης, η Ελλάδα μπορεί να συμμετάσχει στην προσπάθεια για το ευρωπαϊκό μαχητικό αεροσκάφος του μέλλοντος, της οποίας ηγείται η Γαλλία.

Συγκεκριμένα, στις 17 Ιουνίου 2019 κατά τη διάρκεια της αεροδιαστημικής έκθεσης Paris Air Show 2019 η γαλλική εταιρεία Dassault παρουσίασε το μαχητικό αεροσκάφος νέας γενεάς (NGF), το οποίο αναπτύσσει σε συνεργασία με την Airbus ως μέρος του ευρύτερου προγράμματος για το «μελλοντικό αεροπορικό σύστημα μάχης» (Future Combat Air System  / FCAS). Το αεροσκάφος θα επιχειρεί από κοινού με ένα μη επανδρωμένο μαχητικό (UCAV)». Και καταλήγει:

«Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη με το ένα πόδι στο πολυπρόγραμμα αυτό ως συμπαραγωγός του μη επανδρωμένου μαχητικού (UCAV) Neuron, πάνω στο οποίο φαίνεται πως θα βασιστεί το ρομποτικό απάρτιο του νέου ευρωπαϊκού συστήματος εναέριας μάχης. Μένει λοιπόν να αποφασίσει αν θα ενταχθεί πλήρως, μετατρεπόμενη για πρώτη φορά στην ιστορία της από πελάτη σε παραγωγό και αποκτώντας πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες και ικανότητες οι οποίες θα προσφέρουν στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας στα χρόνια που έρχονται».

Μάζης: Ελληνογαλλική Φιλία και Ελληνικοί Εξοπλισμοί

Tραμπ και Τζόνσον γονατίζουν τη γερμανική οικονομία

1

του οικονομολόγου Nicolas Goetzmann

Η γερμανική βιομηχανία θεωρούνταν, μέχρι πρόσφατα, ως η αξεπέραστη κινητήρια δύναμη της ευρωπαϊκής οικονομίας. Αλλά τα πρώτα κύματα του εμπορικού πολέμου μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ επηρέασαν ήδη το Βερολίνο. Κατά τον Ιούνιο του 2019, η γερμανική βιομηχανική παραγωγή υποχώρησε κατά 5,2% σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα πέρυσι. Μόνο τον τελευταίο μήνα, η πτώση ήταν 1,5%. Οι εξαγωγές τον Ιούνιο του 2019 παρουσιάζουν μείωση 8% σε σύγκριση με τον Ιούνιο του 2018. Περιστάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τη Γερμανία σε ένα νέο τρίμηνο συρρίκνωσης του ΑΕΠ της, μετά το προσωρινό επεισόδιο του τέλους του 2018, οδηγώντας ολόκληρη την ευρωζώνη στο ολισθηρό έδαφος της στασιμότητας, για να μην αναφέρουμε ένα πιθανό σενάριο ύφεσης.

Παραδόξως, η κλιμάκωση μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου έχει βαρύτερες επιπτώσεις στη Γερμανία, λόγω της μεγάλης ευπάθειας στο παγκόσμιο εμπόριο του οικονομικού μοντέλου που ανέπτυξε το Βερολίνο τα τελευταία χρόνια. Επειδή η χώρα εξάγει το ισοδύναμο του 50% του ΑΕΠ της και με ένα  εμπορικό πλεόνασμα σχεδόν 230 δις ευρώ (2018) ή 7% του ΑΕΠ της, η Γερμανία έχει αναλάβει το ρόλο του καναρινιού στο ορυχείο του παγκόσμιου εμπορίου. Βασίζοντας την ανάπτυξή της στην προθυμία άλλων χωρών να αγοράσουν την παραγωγή της, το Βερολίνο έχει εξαρτηθεί από τους κύριους εμπορικούς εταίρους της, την Κίνα, τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, για να αναφέρουμε μόνο χώρες εκτός της ζώνης του ευρώ .

Αλλά αυτή η “στρατηγική” δεν περιορίζεται στη Γερμανία. Στο εξής – και δεδομένου ότι οι πολιτικές λιτότητας της δεκαετίας του 2010 αποσκοπούσαν επίσης στη συμπίεση της κατανάλωσης ορισμένων χωρών (Ισπανία, Ελλάδα, Ιταλία) – είναι το σύνολο της ζώνης του ευρώ (εκτός της Γαλλίας, είναι το αντίθετο παράδειγμα) που έχει τοποθετηθεί σε έναν τέτοιο «μερκαντιλιστικό» άξονα, του οποίου η αρχή είναι απλή. Περιορίζοντας την κατανάλωση και επιδιώκοντας να επωφεληθούν από τη σχετικά ισχυρότερη ανάπτυξη ξένων χωρών, οι ευρωπαϊκές χώρες δημιουργούν μια ανισορροπία μεταξύ της εγχώριας ζήτησης και της εξωτερικής ζήτησης. Μηχανικά, οι εισαγωγές αυξάνονται λιγότερο από τις εξαγωγές, οδηγώντας σε εμπορικό πλεόνασμα σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Συνολικά, οι 19 χώρες της ευρωζώνης έχουν ένα πλεόνασμα 200 δις ευρώ σε σχέση με τον πλανήτη εκτός της ζώνης του ευρώ. Μια ανισορροπία που είναι η πηγή του θυμού του Ντόναλντ Τραμπ προς την ήπειρο: “Η Ευρώπη μας μεταχειρίζεται χειρότερα από ό, τι η Κίνα”, είπε σε συνέντευξή του στο Fox News τον Ιούνιο του 2019. Αλλά αυτή η ανισορροπία αποτελεί πλέον την αιτία της νέας οικονομικής ευπάθειας της ηπείρου.

Ανεβάζοντας τον τόνο στον αγώνα ταχύτητας του εμπορικού πολέμου του με τον Ξι Ζιν Πινγκ, απειλώντας την Κίνα με τη θέσπιση νέων τελωνειακών δασμών  από την 1η Σεπτεμβρίου – ενώ η κινεζική κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να αφήσει το νόμισμά της να υποτιμηθεί τις επόμενες εβδομάδες – η ευρωζώνη, με τη ηγέτιδα Γερμανία, βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση. Και αυτό χωρίς να υπολογίζουμε τη σοβαρότερη απειλή για το Βερολίνο, δηλαδή τη δυνατότητα του Ντόναλντ Tραμπ να επιβάλει δασμούς 25% στις εισαγωγές αυτοκινήτων στις ΗΠΑ, κάτι που θα οδηγούσε σε επίσπευση της γερμανικής βιομηχανικής παρακμής.

Ανεργία: ΕΕ 7,5%, ΗΠΑ 3,7%!

Μια ανισορροπία που είναι η πηγή του θυμού του Ντόναλντ Tραμπ προς την ήπειρο “Η Ευρώπη μας μεταχειρίζεται χειρότερα από ό, τι η Κίνα”, ανακοίνωσε σε συνέντευξή της στην Fox News τον Ιούνιο του 2019. Αλλά αυτή η ανισορροπία αποτελεί πλέον την αιτία της νέας οικονομικής ευπάθειας της ηπείρου.

Πιο κοντά σε μας, και από τότε που πήρε το τιμόνι της χώρας, ο Μπόρις Τζόνσον συνεχίζει την πορεία του προς το Brexit χωρίς συμφωνία, δηλαδή προς μια ξαφνική ρήξη των ανταλλαγών μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της ευρωζώνης. Ωστόσο, το Ηνωμένο Βασίλειο είναι, μετά τις ΗΠΑ, η χώρα με το μεγαλύτερο διμερές εμπορικό έλλειμμα έναντι της Γερμανίας. Το γερμανικό εμπορικό πλεόνασμα μόνο από το Λονδίνο και την Ουάσιγκτον ανέρχεται σε 100 δισ. Ευρώ. Βλέπουμε μια μορφή εξέγερσης από τον αγγλοσαξονικό καταναλωτή εναντίον ενός πάρα πολύ άπληστου προμηθευτή.

Η απειλή που συνιστούν οι Ντόναλντ Tραμπ και Μπόρις Τζόνσoν για τη Γερμανία, για το 2019, εγγίζει το σημείο θραύσης του “γερμανικού μοντέλου”, γεγονός που θα έχει επιπτώσεις σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Μια αρκετά σοβαρή και αξιόπιστη απειλή για να κατανοήσουν οι Ευρωπαίοι την τρωτότητά τους και να μετατρέψουν σε βάθος μια οικονομική στρατηγική που είναι ξεπερασμένη και αναποτελεσματική. Ο τοίχος που ύψωσε το Βερολίνο για να εμποδίσει τις αλλαγές θρυμματίζεται γρήγορα. Η φανερή αδυναμία της Γερμανίας εμφανίζεται ως σήμα έναρξης διαπραγματεύσεων.

Για να αντισταθμιστεί η φθίνουσα εξωτερική ζήτηση, η ζώνη του ευρώ πρέπει, όπως και οι ΗΠΑ, να στηρίξει την εγχώρια ζήτησή της, ώστε να μπορέσει να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της. Από τεχνική άποψη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αντιγράψει την εντολή της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, δηλαδή να θέσει ένα μέγιστο στόχο απασχόλησης στην οικονομική στρατηγική της ζώνης του ευρώ. Αν και τα ενδιάμεσα βήματα θα μπορούσαν να είναι εξίσου αποτελεσματικά, με τη θέσπιση ενός τέτοιου στόχου η ευρωζώνη θα μπορούσε να γνωρίσει μια πραγματική αναγέννηση.

Ενίσχυση της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, μείωση της ανεργίας προς τα σημερινά δυτικά πρότυπα (ΗΠΑ: 3,7%, Ηνωμένο Βασίλειο: 3,8%, Ιαπωνία: 2,3% έναντι 7,5% στη ζώνη του ευρώ), αύξηση των επενδύσεων. Μια αναμόρφωση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος θα είχε και άλλες θετικές συνέπειες. Η αύξηση της ανάπτυξης θα εξισορροπήσει το εμπόριο με τους εταίρους μας και έτσι θα εκλείψει η ουσία της εύλογης οργής του Ντόναλντ Tραμπ (ο Μπαράκ Ομπάμα είχε ήδη θέσει αυτό το ζήτημα στις αρχές του 2010). Τέλος, με τη δημιουργία μιας ισχυρής εσωτερικής αγοράς η οποία θα ήταν τότε πολυπόθητη, η ευρωζώνη θα βρεθεί σε ισχυρή θέση στις διαπραγματεύσεις της.

Είτε στο επόμενο G7 στο Μπίαριτζ, τέλη Αυγούστου, τα επόμενα Ευρωπαϊκά Συμβούλια, είτε όταν η Κριστίν Λαγκάρντ αναλάβει επικεφαλής της ΕΚΤ τον Νοέμβριο, οι ηγέτες της ευρωζώνης, με Γαλλία και Γερμανία επικεφαλής, πρέπει να περάσουν σε ένα νέο στάδιο του ευρωπαϊκού σχεδίου: να το καταστήσουν βιώσιμο μακροπρόθεσμα, στηρίζοντάς το στις εσωτερικές του δυνάμεις, στον πληθυσμό του και στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου του. Την εποχή της ανταγωνιστικότητας πρέπει να τη διαδεχτεί η εποχή της ανάπτυξης, όπως φιλοδοξούμε ότι θα είναι και η αλλαγή του καθεστώτος της ΕΚΤ.

Μετάφραση- Επιμέλεια: Ε.Δ. Νιάνιος

http://www.lefigaro.fr/vox/monde/trump-et-johnson-fragilisent-le-modele-allemand-tant-mieux-pour-la-france-et-l-europe-20190812

Γιατί ο Μίκης Θεοδωράκης δέχθηκε να “αθωώσει” το καθεστώς του Ταγίπ Ερντογάν;

1

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος (Κ) και ο μουσικοσυνθέτης Μικης Θεοδωράκης (Δ), παρακολουθούν συναυλία-αφιέρωμα στο Καλλιμάρμαρο στάδιο, στην Αθήνα. ΑΠΕ ΜΠΕ, ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΩΝΗΣ Κρίμα…   AUGUST 14, 2019

Οι δηλώσεις του μεγάλου μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη δημιουργούν πάντα αντιδράσεις. Σε αντίθεση με το μουσικό έργο του, που αποδέχονται και τιμούν οι πάντες, οι θέσεις του για τα εθνικά θέματα και ειδικά για την επιθετικότητα της Τουρκίας, φέρνουν απέναντι τους πρώην και νυν υποστηρικτές του, με τους πρώην και νυν εχθρούς του. Είναι ένας μύλος…

Οι υποστηρικτές γίνονται εχθροί και οι εχθροί υποστηρικτές. Είναι και αυτό ένα από τα ελληνικά φαινόμενα, που χαρακτηρίζουν την πολιτική ζωή του τόπου.

Για το Σκοπιανό ο κ. Θεοδωράκης τάχθηκε ανεπιφύλακτα εναντίον της Συμφωνίας των Σκοπίων και ταυτίστηκε με το «κίνημα» που μερικοί ισχυρίστηκαν ότι άγγιξε τα όρια του εθνικισμού. Ήταν και αυτό ένα από τα λάθη του ΣΥΡΙΖΑ όταν χαρακτήρισε εθνικιστές τις χιλιάδες των πολιτών που κατέβηκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι «για το ξεπούλημα της Μακεδονίας». Δεν ήταν εθνικιστές στην συντριπτική τους πλειοψηφία, και αυτό αποδείχθηκε στην πορεία. Διότι αν οι διαμαρτυρόμενοι για τη Μακεδονία ήταν εθνικιστές, η ναζιστική Χρυσή Αυγή δεν θα καταποντιζόταν.

Ο Μίκης Θεοδωράκης ταυτίστηκε μαζί τους και με πάθος εξέφρασε την αντίθεσή του στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που πήρε τη λάθος απόφαση, διότι βασικά σκεφτόταν «εθνομηδενιστικά», να κλείσει άρον-άρον το Σκοπιανό χωρίς να διαβουλευθεί με την αντιπολίτευση, ως όφειλε.

Την εποχή του φιλοτουρκικού σχεδίου Ανάν, ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης αμφιταλαντεύθηκε στην αρχή, αλλά στη συνέχεια βγήκε δυναμικά μπροστά και βοήθησε τις δυνάμεις του «ΟΧΙ». Καλώς έπραξε διότι εκείνο το σχέδιο ήταν ακραία ρατσιστικό και παρέδιδε την Κύπρο στην σφαίρα επιρροής της Τουρκίας.

Κατά καιρούς, υποστήριξε θέσεις που απογοήτευσαν όλους μας. Όπως στην αρχή της εβδομάδας όταν η εφημερίδα «Τα ΝΕΑ» δημοσίευσε ένα κείμενο του, με αφορμή τη συνέντευξη του κατοχικού ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί, ο οποίος -ως συνήθως- είπε ένα σωρό ψέματα απευθυνόμενος σε ελληνικό ακροατήριο επιχειρώντας στην ουσία να επιρρίψει τις ευθύνες της κατοχικής δύναμης στην Κύπρο και την Ελλάδα.

Ο κ. Θεοδωράκης πίστεψε ένα γνωστό ψεύτη, που προσφέρθηκε όλα αυτά τα χρόνια να γίνει ο διακινητής των θέσεων της ισλαμικής Τουρκίας παριστάνοντας τον οπαδό της …ειρήνης, ενώ είναι και αυτός ένας κρυφός θιασώτης της κατοχής. Δεν έπρεπε ο μεγάλος μας μουσικοσυνθέτης να γνωρίζει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει φροντίσει για τους Τουρκοκύπριους όταν και όποτε το φυσικό αέριο του νησιού φέρει κέρδη; Και τι ζητά για να καταλάβουμε και εμείς; Να δώσει η Κύπρος στους Τουρκοκύπριους, και μέσω αυτών στην κατοχική δύναμη, το 50% των κερδών; Αυτό ζητά ο κ. Θεοδωράκης; Να το πει στα ίσια και να μην παίζει με τις λέξεις.

Άλλωστε και άλλοι από την μεριά της Αθήνας εισηγούνται το ίδιο. Είναι μία κακή, άθλια και φιλοτουρκική πρόταση και καλά κάνουν να την αποσύρουν. Ο διάσημος μουσικοσυνθέτης μηδένισε όλα όσα έλεγε προηγουμένως για την ΑΟΖ, όταν είχε παρασυρθεί από τον ενθουσιασμό όλων στην Ελλάδα. Βέβαια, αν άκουγαν τον καθηγητή Θεόδωρο Καρυώτη, τον οποίο αναφέρει ο κ. Θεοδωράκης, η θέση της Ελλάδας θα ήταν διαφορετική. Πολλοί το πιστεύουμε, αλλά οι αρμόδιες ελληνικές κυβερνήσεις έδειξαν δειλία.

Ευτυχώς, ο μακαρίτης Τάσσος Παπαδόπουλος, χωρίς ναυτικό και αεροπορία, έδειξε γενναιότητα. Ακολούθησαν τα βήματα του και οι Πρόεδροι που τον διαδέχθηκαν: ο μακαρίτης Δημήτρης Χριστόφιας και ο Νίκος Αναστασιάδης. Τους αξίζουν συγχαρητήρια.

Με όλο το σεβασμό και την τιμή προς το μουσικό έργο του, οφείλουμε να τονίσουμε χωρίς φόβο και πάθος, ότι ο μεγάλος Μίκης Θεοδωράκης άφησε κάποιους «άγνωστους» να εκμεταλλευθούν την αγάπη του για την ειρήνη και να τον παρασύρουν στην υποστήριξη θέσεων, που ανήκουν στον πιο φανατικό ισλαμο-εθνικιστή, τον Ταγίπ Ερντογάν, ένα αυταρχικό ηγέτη που οδήγησε την Τουρκία σε μία δικτατορία με «δημοκρατικό μανδύα».

Χιλιάδες Τούρκοι πολίτες βρίσκονται στις φυλακές, ανάμεσά τους και συνάδελφοί του καλλιτέχνες. Δεν έπρεπε ο κ. Θεοδωράκης να πει έστω και μία λέξη υποστήριξης για τους φυλακισμένους; Η μόνη έγνοια του είναι μόνο πως να μοιράσουμε το φυσικό αέριο με τους Τούρκους; Και το Διεθνές Δίκαιο; Γιατι το ξέχασε;

Δυστυχώς για τον κ. Θεοδωράκη, η πλειοψηφία των πολιτών στην Ελλάδα, την Κύπρο και τον Απόδημο Ελληνισμό δεν συμφωνούν μαζί του. Και διάβασαν με απογοήτευση το κείμενο του. Η Αθήνα και η Λευκωσία δεν πρέπει να δεχθούν ποτέ να εισέλθουν σε συνομιλίες με την Τουρκία υπό τον εκβιασμό των κανονιοφόρων της. Και πρέπει να απορρίψουν περίεργες «εισηγήσεις» κάποιων τύπων με ελληνικά ονόματα, με τις οποίες δεν συμφωνούν ούτε οι φυσικοί σύμμαχοι της Ελλάδας και της Κύπρου στην περιοχή. Οι εισηγήσεις αυτές είναι με ακρίβεια η τουρκική προπαγάνδα. Ο στόχος είναι ο εκφοβισμός των πολιτών και των κυβερνήσεων για να αποδεχθούν να παραδώσουν αμαχητί τις δύο χώρες στον ισλαμο-εθνικιστή Ταγίπ Ερντογάν. Τα πράγματα είναι τόσο απλά…

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Μετά την άνανδρη τουρκική εισβολή, όταν όλες οι ελπίδες μας είχαν χαθεί, τόλμησε και ήρθε στην Κύπρο ο Μίκης Θεοδωράκης με τους τραγουδιστές και την ορχήστρα του και μας έδωσε δύναμη και κουράγιο. Θυμάμαι, παιδί 16 ετών, όταν φύγαμε από το ΓΣΖ της Λάρνακας με αναπτερωμένες ελπίδες ότι η μικρή μας Πατρίδα θα αντέξει και δεν θα παραδοθεί ποτέ την Τουρκία. Και αυτή η αλλαγή της ψυχολογίας μας οφειλόταν αποκλειστικά στον Έλληνα μουσικοσυνθέτη, στους τραγουδιστές του και τους λοιπούς συνεργάτες του. Τα ευχαριστώ μας ήταν μέσα από την καρδιά μας…

ΠΙΣΤΟΙ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΥΜΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΟΛΗ ΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ Αν και λόγω της ηλικίας μου έχω απομακρυνθεί από τα κοινά, η προχθεσινή συνέντευξη του Τουρκοκύπριου Προέδρου κου Ακιντζί στα «ΝΕΑ», με αναγκάζει να «στρατευτώ» και να μιλήσω ξανά. Στα 1986 πήρα την πρωτοβουλία μαζί με άλλους φίλους στην Ελλάδα και στην Τουρκία και δημιουργήσαμε στην Κωνσταντινούπολη την πρώτη Επιτροπή Ελληνοτουρκικής Φιλίας που αμέσως βρήκε μεγάλη απήχηση στους λαούς των δύο χωρών. Οταν γύρισα στην Αθήνα, μετά την ίδρυση της Επιτροπής, το ΠΑΣΟΚ με υποδέχθηκε ως προδότη, μετά από λίγο όμως ο Ανδρέας Παπανδρέου με κάλεσε στο Καστρί για να μου πει «Εχεις δίκιο, εσύ είδες, εγώ δεν είδα, γι’ αυτό έχω καλέσει τους δημοσιογράφους που μας περιμένουν, γιατί θέλω να γίνει γνωστή η παραδοχή μου αυτή».

Αμέσως μετά τη συνάντηση με τους δημοσιογράφους, κάλεσε στο Καστρί ολόκληρη την Ελληνική Επιτροπή για να μας παρακαλέσει να μεταφέρουμε στην Τουρκία ένα δικό του μήνυμα φιλίας. Πήγαμε λοιπόν στην Κωνσταντινούπολη για να μεταφέρουμε το μήνυμα του Α. Παπανδρέου. Ολη την ώρα που διάβαζα το μήνυμα αυτό μπροστά στην κάμερα του μοναδικού τότε κρατικού τηλεοπτικού σταθμού της Τουρκίας, ο σταθμός έδειχνε για πρώτη φορά τη φωτογραφία του Ελληνα Πρωθυπουργού. Την επομένη στην Αγκυρα είχαμε συναντήσεις με όλους τους αρχηγούς των κομμάτων και φυσικά με τον τότε Πρωθυπουργό Οζάλ. Σε όλους μεταφέραμε τις απόψεις του Α. Παπανδρέου για την έναρξη μιας νέας εποχής στις σχέσεις των δύο χωρών και όλοι τις δέχθηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό.

Μαζί με την Τουρκική Επιτροπή Ελληνοτουρκικής Φιλίας, που είχε επί κεφαλής τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου της Αγκυρας Εκρέμ Ακουργκάλ, περιοδεύσαμε σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Τουρκίας και παντού μας υποδέχθηκαν με τον ίδιο ενθουσιασμό. Στην Ελλάδα είχαμε την ίδια απήχηση, κυρίως στην ελληνική επαρχία, όπου είχαν ξεκινήσει να γίνονται τοπικές επιτροπές αρχίζοντας από την Πρέβεζα και τα Γιάννενα. Αμέσως μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου, έγινε πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, που μου ανέθεσε κι αυτός να μεταφέρω το δικό του μήνυμα φιλίας και συνεργασίας στον Οζάλ που στο μεταξύ είχε γίνει Πρόεδρος της Τουρκίας. Μεταφέρω εδώ τα όσα μου είπαν οι δύο πολιτικοί ηγέτες: – Μητσοτάκης: «Ας κάνουμε μια καινούρια αρχή, όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κεμάλ Ατατούρκ». – Οζάλ: «Είμαι πρόθυμος και ευχαριστώ τον Ελληνα Πρωθυπουργό. Οσα λέγονται περί επεκτατικής μας πολιτικής είναι μύθοι. Σήμερα η αξία των λαών δεν μετριέται με την εδαφική έκταση της χώρας τους, αλλά με την κοινωνική τους ανάπτυξη. Αυτό κάνω εγώ αυτή τη στιγμή. Μείωση των στρατιωτικών μας δαπανών κατά 2%.

Με τα κεφάλαια που θα εξοικονομηθούν, θα φτιάξουμε δεύτερη γέφυρα στην Ιστανμπούλ, αυτοκινητοδρόμους και στην Ανατολική Τουρκία ένα μεγάλο φράγμα, το φράγμα Ατατούρκ, που θα ανεβάσει κάθετα την εθνική μας οικονομία. Τέλος κάναμε κι αυτό:» Και μου δείχνει το κινητό του τηλέφωνο, που τότε ήταν άγνωστο σε μας. Ακολούθως με ρώτησε ποιος είναι ο αριθμός τηλεφώνου του σπιτιού μου και ποια ξένη γλώσσα μιλάει η γυναίκα μου. Του είπα «γαλλικά». Και τότε εκείνος πήρε τον αριθμό από το κινητό του, είπε γαλλιστί στη γυναίκα μου που απάντησε «Είμαι ο Πρόεδρος Οζάλ, χαίρομαι πολύ που σας μιλώ, σας δίνω τον σύζυγό σας» και μου έδωσε το τηλέφωνο. Παραθέτω όλες αυτές τις λεπτομέρειες, για να καταλήξω και πάλι ύστερα από πολλές δεκαετίες που μεσολάβησαν, στις σκέψεις και πρωτοβουλίες σχετικά με την Τουρκία. Θα μου πείτε ότι σήμερα είναι ο Ερντογάν κ.λπ. κ.λπ. Βεβαίως η Τουρκία έχει αλλάξει.

Ομως εκείνο που δεν πρόκειται να αλλάξει στους αιώνες των αιώνων είναι ότι η Τουρκία θα είναι στη θέση της, δηλαδή θα είναι το γειτονικό μας κράτος και θα αποτελεί πάντα στοιχειώδη ανάγκη και για τους δυο μας να συζήσουμε όσο γίνεται πιο ειρηνικά και – γιατί όχι; – φιλικά. Εξάλλου οι λαοί μας δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν. Φτάνει οι ηγέτες να φέρονται με υπευθυνότητα και ρεαλισμό. Και τώρα έρχομαι στους υδρογονάνθρακες. Από το 2012 μαζί με τους συνεργάτες μου στη ΣΠΙΘΑ προβάλαμε πρώτοι εμείς τις μελέτες των Αντώνη Φώσκολου, Θεόδωρου Καρυώτη, Ηλία Κονοφάγου, Νίκου Λυγερού και άλλων για την ύπαρξη μεγάλου υποθαλάσσιου πλούτου που κρύβεται στην Ανατολική Μεσόγειο και καλέσαμε την Κυβέρνηση να κηρύξει την ελληνική Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), ώστε να διαφυλαχθούν τα κοιτάσματα που ανήκουν στην Ελλάδα και που η αξία τους υπολογίζεται σε πολλά τρισεκατομμύρια ευρώ.

Και ερωτώ: Γιατί καμιά ελληνική κυβέρνηση δεν τολμά να ανακηρύξει την ελληνική ΑΟΖ; Εγώ πιστεύω ότι δεν μας το επιτρέπουν οι ΗΠΑ και η Ευρώπη. Οπως έχει αναπτύξει επανειλημμένα ο καθηγητής κ. Γεώργιος Κασιμάτης, το πρώτο βήμα θα έπρεπε να είναι η κατάργηση των σχετικών παραγράφων των Μνημονίων, με βάση τις οποίες όποιο εισόδημα αποκτά η Ελλάδα πηγαίνει κατευθείαν στους δανειστές. Συμφωνώ όμως, ότι υπάρχει και η τουρκική απειλή ως εμπόδιο. Εμπόδιο που θα μπορούσε ίσως να αρθεί αν πριν κάνουμε αυτό το βήμα προσπαθούσαμε να συνεννοηθούμε με την Τουρκία. Γιατί δυστυχώς αυτή είναι η αλήθεια: Οτι η ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ και η εκμετάλλευση των υποθαλάσσιων κοιτασμάτων είναι πολύπλοκη υπόθεση. Η δική μου άποψη είναι ότι η Τουρκία περιβάλλεται από τη θάλασσα και αισθάνεται ασφυξία όταν για τον άλφα ή βήτα λόγο υπάρχουν ουσιαστικά εμπόδια όπως είναι τα νησιά μας, που ακυρώνουν τη συμμετοχή της στην εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου πλούτου, πράγμα που θα επιθυμούσε ως χώρα περιβαλλόμενη από θάλασσα. Θυμάμαι ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που ήταν υπέρμαχος της ελληνοτουρκικής φιλίας, μου έλεγε ότι οι Τούρκοι αισθάνονται όπως θα αισθανόμασταν κι εμείς εάν η Σαλαμίνα και η Αίγινα ήταν τουρκικά νησιά.

Θεωρώ λοιπόν, ότι θα πρέπει να κατανοήσουμε αυτή την ασφυξία της Τουρκίας και συζητώντας μαζί της να καταλήξουμε σε μια ρεαλιστική λύση, σε μια συμφωνία των δύο πλευρών που να ξεπερνά τους τύπους και να λαμβάνει υπ’ όψιν το γεγονός ότι η Τουρκία ασφυκτιά και απειλεί, με αποτέλεσμα να μένει ανεκμετάλλευτος ο υποθαλάσσιος πλούτος. Αλλωστε ο πλούτος αυτός είναι τόσο μεγάλος, ώστε αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε να μεταβάλουμε την Τουρκία από ανταγωνιστή σε συνεταίρο. Οσο για τα ποσοστά του ενός και του άλλου, αυτά θα είναι το αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων που θα γίνουν με γνώμονα το διεθνές δίκαιο αλλά και την κοινή λογική που θα εμπνέεται τόσο από το αίσθημα δικαιοσύνης όσο και από τον ωμό ρεαλισμό. Αυτό το θεωρώ πολύ προτιμότερο για τα ελληνικά συμφέροντα από τη δημιουργία μετώπου εναντίον της Τουρκίας με κίνδυνο μια πολεμική σύρραξη που θα την πληρώσουν οι λαοί και από τις δυο όχθες του Αιγαίου. Οσον αφορά τον Πρόεδρο κ. Αναστασιάδη, απορώ γιατί όταν ξεκίνησε την οριοθέτηση των ζωνών της Κυπριακής ΑΟΖ, πράγμα απολύτως σωστό, δεν θεώρησε ως πολύ θετικό στοιχείο τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων, που θα ήταν ένα μεγάλο βήμα προς την ουσιαστική ειρήνευση της Μεγαλονήσου.

Στο κάτω-κάτω είναι κι αυτοί κάτοικοι της ίδιας χώρας και το γεγονός ότι είναι μειοψηφία κάνει ακόμα μεγαλύτερη κατά τη γνώμη μου την ευθύνη της πλειοψηφίας, όταν μάλιστα πρόκειται για την αναγκαία γαλήνη που χρειάζονται όλοι οι λαοί για να πάνε μπροστά. Η παρουσία των τουρκικών «ειδικών» πλοίων (που δείχνει τον βαθμό σύγχυσης της τουρκικής πλευράς) δεν αντιμετωπίζεται με την παρουσία των ξένων εταιρειών και του στόλου των ΗΠΑ.

Ολα αυτά είναι εφήμερα, ενώ η γειτονία με την Τουρκία είναι γεγονός που δεν αλλάζει. Οι ιαχές για τη δήθεν πλεονεκτική θέση της χώρας μας στη συγκεκριμένη συγκυρία λόγω των μετώπων κατά της Τουρκίας και της υποστήριξης της Ελλάδας από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη είναι επικίνδυνοι ακροβατισμοί. Σκεφτείτε μόνο τι θα γίνει αν ο Ερντογάν ή κάποιος μεταγενέστερος Πρόεδρος της Τουρκίας συμφωνήσει να ξαναγίνει η Τουρκία βάση των Αμερικανών.

Τότε, εν ριπή οφθαλμού, όλα θα έχουν αναστραφεί αφήνοντας τον λαό και τη χώρα μας στο έλεος της μοίρας του. Υπολογίζω ότι αυτή η ώρα είναι η τελευταία μας ευκαιρία εάν θέλουμε να επωφεληθούμε από τον δικό μας πλούτο που θα αναδείξει τον ταλαίπωρο λαό μας και τη χώρα μας σ’ αυτό που της αξίζει, δηλαδή σε μια χώρα αυτάρκη και ανεξάρτητη, με οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη.

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΔΙΟΤΙ ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ F-35, ΠΟΥ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΝ ΟΙ “ΨΕΚΑΣΜΕΝΕΣ” ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ, ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΙΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ ΟΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΝΤΑΓΩΝΟΥ

Τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν απαραίτητα τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της. Επίσης ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΔΙΑ ΝΟΜΟΥ η αναδημοσίευση των σχολίων χωρίς τη γραπτή έγκριση της ιστοσελίδας.

Πηγή: Κρίμα… Γιατί ο Μίκης Θεοδωράκης δέχθηκε να “αθωώσει” το καθεστώς του Ταγίπ Ερντογάν; https://hellasjournal.com/2019/08/krima-giati-o-mikis-theodorakis-dechthike-na-quot-athoosei-quot-to-kathestos-toy-tagip-erntogan/

Η Ευρώπη έχει μέλλον μόνο αν «τα βρει» με τη Ρωσία…

1

της Caroline Galactéros*

Τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές, από το νότο μιας Ευρώπης  ζαλισμένης από την καλοκαιρινή χαύνωση, όπως και το ξέγνοιαστο τζιτζίκι του μύθου, μια παράξενη ηρεμία φαίνεται να βασιλεύει στις μεγάλες υποθέσεις του κόσμου. Μια ανησυχητική ωστόσο σιωπή, όπως αυτή που προηγείται της καταιγίδας στα βουνά ή του τσουνάμι στη θάλασσα. Σε θέματα πόλεμου, όπως και ειρήνης, η σιωπή είναι πάντα απατηλή. Στην πραγματικότητα υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα “χαμηλού θορύβου” που θα πρέπει να κινητοποιήσουν τις δυτικές κυβερνήσεις στην επεξεργασία νέων πολιτικών…

Για τις ελίτ και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς  η Ρωσία ταυτίζεται με τη Σοβιετική Ενωση και, επομένως, το μόνο που της πρέπει είναι η ταπείνωση…

Η εμβάθυνση της ηθικής και πολιτικής δυσπιστίας των Ηνωμένων Πολιτειών, ειδικά μετά την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ, προέδρου σε μεγάλο βαθμό υποτιμημένου αλλά θεωρούμενου απρόβλεπτου που συχνά αλλάζει θέση, ωθεί τους παίκτες δεύτερης κατηγορίας, για να επιβιώσουν κάτω από το καινούριο επικεφαλής Κινεζο-αμερικανό ντουέτο, να μην βάλουν όλα τα αυγά τους στο ίδιο καλάθι, ενώ η Ουάσινγκτον καταστρέφει μεθοδικά όλους τους μηχανισμούς και τα πολυμερή μέσα διαλόγου.

Ανακατατάξεις

Η κρίση του Στενό του Ορμούζ εμβαθύνει τις αναμενόμενες ρήξεις, όπως αυτή που αντιπαραθέτει τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία με το Ιράν, υποστηριζόμενο από τη Μόσχα και την Άγκυρα κάτω από το άπληστο βλέμμα του Πεκίνου. Αναδεικνύει επίσης την εμβάθυνση των πιο ασυνήθιστων προσεγγίσεων, όπως αυτή της Μόσχας και του Ριάντ, καθημερινά πιο ορατές στη Συρία προς μεγάλη δυσαρέσκεια της Ουάσιγκτον. Προς επιβεβαίωση, πέρα από την προσέγγιση τους για τη διατήρηση των ροών πετρελαίου, την έναρξη της στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών με αγορές S400 από το Ριάντ (όπως επίσης και από την Άγκυρα, της οποίας ο οπορτουνισμός δεν γνωρίζει όρια). Το Ριάντ θα αγοράσει επίσης από την Κίνα τεχνολογίες πυραύλων και ντρον.

Όσο για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ανακοίνωσαν στην έκθεση IDEX 2019 την απόκτηση διάφορων όπλων, και κυρίως αντιαεροπορικών συστημάτων Pantsir-ME, από τη Ρωσία αξίας 5,4 δις δολαρίων. Οι εξαγορές αυξάνονται. Ένα άλλο σημάδι αυτής της “επανεξισορρόπησης” είναι το πρόσφατο διακύβευμα της πρωτοκαθεδρίας στις υπηρεσίες ασφαλείας της Συρίας, υπό την πίεση της Μόσχας, υπέρ σουνιτικών προσωπικοτήτων που εγκρίνονται από το Ριάντ, ενάντια στην κυριαρχούσα μέχρι σήμερα ιρανική επιρροή. Ακόμα και η Χεζμπολάχ θα παίρνει κάποιες εντολές από τη Μόσχα στο εξής. Αυτά οδηγούν στη σκέψη ότι η Ρωσία θα σέρνει για μεγάλο χρονικό διάστημα το χορό στη Συρία, επιθυμεί όμως να ευνοήσει μια πολιτική διευθέτηση που θα έχει τη διακριτική έγκριση της Ουάσινγκτον, του Ριάντ και του Τελ Αβίβ –  και επομένως δυσμενής για τη φατρία Aσαντ (το δεξί χέρι του αδελφού του Μπασάρ αλ-Aσαντ, Mαχέρ, φερόμενος ως αντικαταστάτης, μόλις συνελήφθη) και τον Ιρανό κηδεμόνα του. Γι’αυτή τη διευθέτηση δεν μένει παρά ένα βήμα …

Οι επικίνδυνοι παιδισμοί της Δύσης

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Μόσχα αφήνει να πέσει την Τεχεράνη. Την χρησιμοποιεί για να βελτιστοποιήσει τη θέση της μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου. Η Ρωσία μόλις ανακοίνωσε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις προσεχώς. Το Ιράν, πνιγμένο από κυρώσεις, δεν μπορεί φυσικά να ανεχθεί την αποτροπή του να παραδώσει ακόμη και πολύ μικρές ποσότητες πετρελαίου που να διασφαλίζουν την πολιτική επιβίωση του καθεστώτος και την κοινωνική ειρήνη. Η Ισλαμική Δημοκρατία ανταπάντησε, λοιπόν, στον βρετανικό ναυτιλιακό έλεγχο – κατόπιν αιτήματος της Ουάσιγκτον – του Grace One κοντά στο Γιβραλτάρ στις 4 Ιουλίου (πετρελαιοφόρο που μεταφέρει ελαφρύ αργό πετρέλαιο): κατάσχεση στις 13 Ιουλίου, του πετρελαιοφόρου MT-RIAH, στη συνέχεια, στις 19 Ιουλίου, του βρετανικού Stena Impero …. και τελικά στις 4 Αυγούστου, ενός τρίτου. Η Τεχεράνη απειλεί τώρα να κλείσει το Στενό του Ορμούζ (απ’ όπου διακινείται το ένα τρίτο των υδρογονανθράκων παγκοσμίως) του οποίου την κυριότητα μοιράζεται με το Ομάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (το πέρασμα είναι πολύ μικρό εύρος για να αποτελεί διεθνή ύδατα) και ανέχεται τη διεθνή χρήση υπό ορισμένους όρους μόνο από τους υπογράψαντες τη Διεθνή Ναυτιλιακή Σύμβαση του 1982. Είναι αλήθεια ότι η Ουάσιγκτον ρίχνει συνέχεια λάδι στη φωτιά και μόλις έθεσε παράνομα νέες κυρώσεις κατά του Ιρανού Υπουργού Εξωτερικών Zαρίφ- ίσως ο έσχατος και ο πλέον ικανός διαπραγματευτής για να σταματήσει η κλιμάκωση – ειδικά για να εμποδίσει τις κινήσεις του. Ποιος θέλει ειρήνη; Ποιος θέλει τον πόλεμο; Από τις προκλήσεις στους παιδισμούς, ορισμένοι ηγέτες φαίνεται να έχουν χάσει κάθε αίσθημα ευθύνης για την παγκόσμια ειρήνη. Επειδή εάν απαγορευτεί όντως από την Τεχεράνη η διέλευση δεξαμενόπλοιων από το Στενό του Ορμούζ, η έκρηξη της τιμής αργού που θα ακολουθήσει θα είναι σύντομα αφόρητη για την παγκόσμια οικονομία και θα σημειωθεί τεράστια ύφεση. Παρά τα φαινόμενα, το Ιράν είναι που έχει στο χέρι του τη μοίρα των ΗΠΑ και της δυτικής οικονομίας.

Από τα Στενά του Ορμούζ διακινείται το ένα τρίτο του πετρελαίου και, αν το Ιράν τα κλείσει, εξαιτίας των προκλήσεων και του παιδισμού της Δύσης, τότε η παγκόσμια οικονομία θα το πληρώσει ακριβά.

Η “μέγιστη πίεση” που επιδεικνύει θαρραλέα ως τρόπαιο ο  Πρόεδρος Τραμπ κατά της Τεχεράνης είναι επομένως αμφίδρομη. Αυτή η τρελή πολιτική της Ουάσινγκτον που επιμένει να αναγκάσει την εξουσία να διευρύνει το φάσμα της πυρηνικής συμφωνίας του 2015 (μια απόλυτα ουτοπική ή παραπλανητική προοπτική για να προκαλέσει σύγκρουση) είναι μια σαφής αποτυχία. Βέβαια, το Λονδίνο, με τη φωνή του νέου πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον, του οποίου το προσωπικό γενεαλογικό δένδρο τονίζει μια πιθανή και εξαιρετικά διπλή ελαφρότητα, επέλεξε, ως συνήθως, την “Ανοιχτή Θάλασσα” όπως πιστοποίησε ο ναυτιλιακός έλεγχος του Grace One. Η Γερμανία είναι προσεκτική, επιδιώκοντας να απαλλαγεί από την κατσίκα και το λάχανο και να επωφεληθεί από την έλλειψη διορατικότητας της Γαλλίας.

Το Παρίσι αντιτάσσεται (για πόσο καιρό) σε έναν συνασπισμό για να εξασφαλίσει την κυκλοφορία στα στενά του Oρμούζ που προφανώς ζητάει η Ουάσινγκτον και προσπαθεί να παραμείνει στην ετοιμοθάνατη συμφωνία … αφού έκανε το λάθος βήμα να ζητήσει την επέκτασή της σε βαλλιστικά θέματα για να ευχαριστήσει την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ. Παίξαμε λοιπόν, για άλλη μια φορά,  ασυνείδητα ελπίζουμε, ένα αμερικανικό παιχνίδι που αντιβαίνει σε όλα τα συμφέροντά μας και επισπεύδει τον πόλεμο.

Αυτή η εστίαση στη διεθνή επικαιρότητα της στιγμής δεν δείχνει παρά την έκταση των προκλήσεων της Γιάλτα 2.0 που έρχεται. Αλλά το “Σιδηρούν παραπέτασμα” αυτού του νέου διαχωρισμού έχει μετακινηθεί στα Ουράλια, στην άπω Ανατολή της Ευρώπης, και αυτή η μετακίνηση σαφώς θέτει τη Ρωσία στο στρατόπεδο της Ευρώπης. Πράγματι, εάν τα Ουράλια γεωγραφικά χωρίζουν την Ευρώπη από την Ασία, είναι ακριβώς οι πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν τμήμα της ζώνης ασφαλείας της Ρωσίας και τώρα εποφθαλμιούνται από την Κίνα. Ωστόσο, αν η Ευρασία εξακολουθεί να βρίσκεται στην καρδιά της απληστίας των μεγάλων παικτών (συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ), υπάρχει μια άλλη αντίθεση που δεν βλέπουμε ενώ θα έπρεπε να εστιάσουμε σ’ αυτήν την ικανότητά μας στρατηγικής ανάλυσης και διπλωματικής δράσης : είναι η αυξανόμενη αντιπαλότητα μεταξύ Κίνας και Ρωσίας για την οικονομική και πολιτική κυριαρχία της Κεντρικής Ασίας και ακόμη και του Καυκάσου.

Οι βόρειες διαδρομές (Κίνα-Καζακστάν-Νότια Ρωσία-Βόρειος Καύκασος μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα στη ρωσική επικράτεια) και το κέντρο (Ουζμπεκιστάν-Τουρκμενιστάν-Ιράν-Τουρκία) των Νέων Οδών Μεταξιού στοχεύουν στην προοδευτική οικονομική εξάρτηση των “-στάν” και, ως εκ τούτου, με το πρόσχημα της καταπολέμησης των Μουσουλμάνων Ουιγούρων, να επιτρέψει στο Πεκίνο να αποκτήσει βαθμιαία μοχλό σημαντικής οικονομικής και αμυντικής αποσταθεροποίησης, επί της Μόσχας. Η επιρροή είναι επίσης (και συχνά κυρίως) ικανότητα ενόχλησης.

Ως εκ τούτου, η “Ευρώπη από τον Ατλαντικό στην Ουράλια” – με το ευρωπαϊκό τμήμα της Ρωσίας – δεν ήταν ποτέ τόσο απαραίτητη και επείγουσα για τη διαφύλαξη της ΕΕ, αν ελπίζει να μετράει μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και να αποφύγει το διαμελισμό και την καταβρόχθιση. Αλλά η προσέγγιση της ΕΕ με τη Ρωσία παραμένει ατιμωτική, αδιανόητη, ανεπίδεκτη υπεράσπισης για τους ηγέτες μας, παγιδευμένους σε μια ιδεολογική και διαστρεβλωμένη άποψη των συμφερόντων τους ως νέες σχέσεις εξουσίας στον κόσμο. Αυτό είναι το μη προβλεπόμενο, το αδιανόητο, το τυφλό σημείο της στρατηγικής προβολής της Ευρώπης. Για τις ελίτ και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, η Ρωσία – που ταυτίζουμε πάντα με την ΕΣΣΔ – πρέπει για λόγους αρχής να υποστεί δημόσια ατίμωση, η Αμερική είναι εξιδανικευμένη, η κινεζική απειλή ελαχιστοποιημένη, η Ινδία αγνοημένη, η Μέση Ανατολή παραμορφωμένη και η Αφρική υποτιμημένη. Οι καταστροφές της “μαγικής σκέψης” δυστυχώς επηρεάζουν επίσης την εξωτερική πολιτική.

Για να παρεμποδίσουμε μια συλλογική εκτροπή προς ένα νέο νόμο της διεθνούς ζούγκλας που δεν θα ενοχλήσει ακόμη περισσότερο τους τρελούς ατελείς νομικούς μηχανισμούς, είναι επείγον να βρούμε τις βάσεις μιας βέλτιστης συνύπαρξης μεταξύ των μεγάλων παικτών και των περιφερειακών συνόλων. Προπαντός είναι επείγον να σταματήσουμε να πιστεύουμε στη χίμαιρα μιας δυτικής ή απλώς ευρωπαϊκής αυθεντίας η οποία θρυμματίστηκε. Σε ένα εντυπωσιακό παράδοξο, ο ηθικοπλαστικός δογματισμός δεν περνά πλέον στο κοινό και χρειάζεται μια πραγματιστική και ηθική επανάσταση της δυτικής στρατηγικής σκέψης. Η Γαλλία μπορεί ακόμα να κάνει το πρώτο βήμα και να βρει τον εαυτό της για να προστατεύσει, να μετρήσει και να πείσει.

*Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών, με σπουδές στο Ινστιτούτο Ανώτερων Σπουδών Εθνικής Αμυνας, δίδαξε στρατηγική και ηθική στην Σχολή Πολέμου της Γαλλίας. Είναι απόστρατος συνταγματάρχης, ιδρυτής της «δεξαμενής σκέψης» GEOPRAGMA για θέματα γεωπολιτικής και  στρατηγικής νοημοσύνης.

http://geopragma.fr/index.php/2019/08/

Confessions of an Islamic State fighter

0

Fitim Lladrovci travelled to Syria to fight a holy war. Now back in Kosovo, he continues to call for jihad. Alexander Clapp is granted a rare interview

ALEXANDER CLAPP | AUGUST/SEPTEMBER 2019

The journey that led Fitim Lladrovci to become one of the most notorious men in the Balkans began in October 2013, when he was 23 years old. He pocketed his life savings of $350, said goodbye to his wife and left Obilic, a grimy town in central Kosovo. In Pristina, the capital, he boarded a plane to Istanbul and then took a second flight to Hatay, a province in south-east Turkey. He was met at the airport by a large Arab man in a black tracksuit and sunglasses who drove him to a single-storey house stacked with bunk-beds, where Lladrovci was surprised to find six other ethnic Albanians. Two were men; two were women whose husbands had crossed into Syria months earlier; two were children, a boy of two and a girl of six months who cried continually.

The next day the Albanians were driven to the border and told to proceed on foot for several miles until they reached a line of buses. They boarded a white minibus, and were joined by a band of men from the Caucasus whose wild red beards made them appear, said Lladrovci, “like lions”. They bounced across a sandy, lunar landscape, driving deep into Syria. “The countryside seemed beautiful to me,” said Lladrovci. “But I was shaking the entire time. What stressed me most was the idea of falling into the hands of Assad.”

Lladrovci travelled hundreds of miles to fight Bashar al-Assad, the Syrian president who, in the early days of the Arab spring in 2011, had suppressed street protests. Later Assad began to kill his opponents. Lladrovci had never completed school or managed to hold down a job. His sense of justice had been forged at a young age when, in the 1990s, ethnic Albanians had risen up against the Serbs and, with help from America, fought for an independent state. Kosovo, the country they built, was overwhelmingly Muslim. Lladrovci believed that his role in Syria was akin to that of the Americans in Kosovo: saving an oppressed people. He spits out Assad’s name, dismissing him as “a man who doesn’t know a thing about Islam”.

The new recruit spent his first three nights in Syria in a factory on the outskirts of Aleppo, a city that was then divided between government and rebel forces. After days of travelling Lladrovci was relieved to find the floors carpeted with sponge mattresses. He lay down in a corner near the only people whose language he could understand. In Europe, Albanians are scattered across Kosovo, Montenegro, North Macedonia, Greece and Albania itself. In a war-ravaged city in Syria, they found themselves wedged head to toe. “The Arabs arranged us like sardines,” he said.

Lladrovci planned to join the al-Nusra Front, an affiliate of al-Qaeda established in 2012, which operated in a loose alliance with a number of other militias, both Islamist and non-Islamist. Like all recruits, he handed over his life savings. In return, he was promised a salary of $115 a month, a respectable wage in Kosovo.

The men were given a choice of spending three months training to become a sniper or member of the tank division, or doing a three-week course then joining a strike team of foot-soldiers who would cross Syria to occupy territory. Lladrovci chose the latter option. He wanted to see action as quickly as possible. He spent his mornings at the shooting range, rattling off live bullets from his Kalashnikov, sprinting and shooting again. The rest of the day was taken up with prayers and lectures on religion.

Barren livesThe picturesque town of Obilic

Lladrovci says he went to Syria to save innocent civilians from slaughter. But he soon found himself caught up in a larger struggle about the future of Islam. Theological questions were contested on the battlefield. Was it acceptable to kill fellow believers in the name of Allah? Can one build a state from the blueprint of the Koran? Lladrovci grew convinced that only one organisation had the right answers: along with most of the Albanian recruits, he denounced al-Nusra and swore allegiance to Islamic State (IS) instead.

Lladrovci couldn’t understand Arabic and had only a frail grasp of the theological niceties that divided Sunni from Shia. But he found the ambition and fervour of IS simple and attractive: if you were not with IS, there was a target on your back. The group had perfected a made-for-screen ruthlessness – prisoners in cages, captives set on fire, death to anyone who stood in its way. Initially Lladrovci blenched at it. But, in the turmoil of uncertain alliances and in-fighting, he found IS’s clarity appealing. Civilians who were slaughtered by IS “got what was coming to them”.

Lladrovci spent a year on the battlefield in Syria before returning to Kosovo. He was imprisoned for three years – technically for hate speech, not for his activities with IS – then went back to Obilic. His only regret, he says, is having left Syria in the first place. “I would return tomorrow if I could,” he says. A higher share of Kosovo’s population has travelled to Syria to join IS than that of any other country. Between 2014 and 2016, more than 300 made the journey to Syria from one of Europe’s poorest states, according to the New York Times.

Today, IS does not exist as a geographical entity. But in Kosovo, the country that Lladrovci openly derides, he still proclaims his fidelity to the caliphate. He is just one among tens of thousands of people who left their homes to join Islamic State. These individuals represent a particularly intractable and rapidly growing problem for governments across the world. What should be done with the fighters who return?

In October 2018, a few months after Lladrovci was released from prison, I went to Obilic, a smoggy town of 6,000 people downwind of a hulking coal plant. When I asked my taxi driver about locals who left to wage jihad, he cursed Lladrovci as a “diseased dog”. “I lost half my family in the war against the Serbs,” he said. “You can’t find anyone in this country who didn’t lose someone. But you didn’t see us going to Syria to cut off heads.”

Lladrovci lives at the end of a muddy lane a few hundred yards from the power plant, in a cobbled-together structure of bricks and tarpaulin. A brood of chickens stalks the weed-strewn plot outside. I found Lladrovci bent over a wheelbarrow. When he learned why I was there, he told me never to visit him there again. He didn’t want to attract the attention of his neighbours.

Lladrovci is tall and sinewy. His skin has a grey tint. His long nose droops towards a thin goatee on his chin. He was unremittingly monosyllabic. Only his eyes showed any emotion, two dark orbs that flitted testily about their sockets and rarely met my own.

He was neither intimidating nor imposing. Rather, he seemed haunted by his experiences. Over the course of half a year, I met Lladrovci four times and talked to him for nearly ten hours. Sometimes his anger came on in sudden fits: “I feel a need to knife you,” he once said. At other times, his rage dispersed. He showed interest in my fixer’s sick mother, asking each time we met how she was feeling. But he remained mistrustful and evasive. When I asked to meet his wife, he curtly refused. Whenever our conversation strayed onto potentially shocking topics, he would pause and let off a sickly chuckle. “How many people did you kill?” Chuckle. “Do you currently possess a weapon?” Chuckle.

He spends most of the day at home and works at night as a security guard in the emergency ward of a hospital in Pristina, 10km to the south. The government has banned Lladrovci from attending the local mosque. On my first visit, other residents of Obilic, caught between contempt and fear, did their best to uphold the fiction that Lladrovci never came back (the taxi driver was an exception).

Lladrovci saw himself as an outcast long before he left for Syria. In 1998, at the beginning of the Kosovo war, his hometown of Drenica, in the centre of the country, was a hotbed of Albanian separatism. One of his earliest memories is of the bark of Serb paramilitaries who invaded the town, rounded up the adult men and shot dozens of them outside his elementary school. His elder brother Mentor tried to hide. But when the Serbs searched their home, they seized Mentor and bayoneted him in the head. They hung his unconscious body from the front door and pummelled it with rifle butts as Lladrovci watched. Mentor has never walked since. In an exodus of hundreds of people, the family fled south. They travelled by night through forests and crossed a river so cold, says Lladrovci, that “I have never stopped feeling it in my bones.” In Obilic, the family stopped running and started a new life.

Growing up, Lladrovci’s sense of himself as an internal refugee hardened into a permanent feeling of estrangement. To the diplomats and NGO workers who flooded into Pristina after the war, Europe’s youngest country appeared to be a land of opportunity. The capital was decked out in new ministries, shopping malls and an 11ft bronze statue of Bill Clinton, saviour of the Kosovars. But in Obilic, nothing changed. People eked out a living. The houses stayed shabby. The town and its environs have the worst rates of cancer in Kosovo, possibly because of factory fumes. Lladrovci says his mother was often sick; his brother couldn’t work. At the age of 12, Lladrovci became the family’s main provider. He did odd construction jobs and his friends say he sometimes shoplifted food. “Obilic was supposed to save us,” he says. “But it was instead hell.”

In the early 2000s, Wahhabism, a puritanical strain of Islam promoted by Saudi Arabia, seized hold of Kosovo. Money from the Gulf flooded in, funding gleaming new mosques with copper roofs and chrome fittings that bristled incongruously against squalid mountain villages. Imams were sent from the Middle East to supervise the new places of worship.

In the town of Skenderaj, near Obilic, a charity that provided aid for war orphans installed a conservative preacher. The municipality soon became a breeding ground for radical ideas. Skenderaj was one of the first Kosovar towns where girls en masse started wearing the headscarf. Among these was a 17-year-old called Mihane Baleci. In 2010 her cousin met Lladrovci and introduced the pair. Within three months, Baleci and Lladrovci were married.

At the time Lladrovci knew almost nothing about Islam. His new wife introduced him to radical clerics on YouTube. In the messy aftermath of the war in Iraq, many such preachers constructed a revisionist interpretation of America’s role in Kosovo’s wars, arguing that the Americans had turned the country into its vassal, rather than saved it. They claimed that sharia law would resolve Kosovo’s lawlessness and bureaucratic dysfunction. Far from being independent, they said, Kosovar Muslims had been sapped of their historical destiny.

By 2012, Lladrovci had begun to discuss these ideas in online chat-rooms with names such as al-Sharia and al-Jihad. The forums seemed to offer an escape from everyday life and a sense of direction. The brothers, as Lladrovci called the people who lurked on these message boards, had little in common beyond their age (most were in their early 20s). Many were poor; a few were comfortably off. Some had already been to Syria; others couldn’t find the country on a map. They seemed to comprehend Lladrovci’s anguish and purposelessness. And they offered a solution to his plight: the Koran.

The brothers also met in person – outdoors in a leafy corner of a park in Pristina. It was at one of these meetings that Lladrovci’s new life began. He had taken the bus from Obilic, having told only his wife where he was going. The brothers arranged themselves unobtrusively in a circle. In the course of at least a dozen sessions, the group debated topics of religious significance drawing on half-remembered teachings snatched from online sermons. But it was Syria that consumed most of their discussion. The conflict sparked profound questions. What would a state in the image of Allah look like? Why had the West come to Kosovo and Iraq but not to Syria?

For months, Lladrovci lived a second life. By the summer of 2013, five of the group had left in search of answers. The videos they sent from Syria showed them grabbing the world by the throat. They carried machine- guns and ordered around compliant people in a distant land. In October 2013, Lladrovci told his wife that he was heading to Syria to build a better life for them both.

Lladrovci is cryptic about who organised his journey to the Middle East: he talks about an Albanian man with a son called Mohammed who lives in Switzerland. The head of Kosovo’s counter-terrorist services, Fatos Makolli, has spent six years reconstructing the networks that funnelled Kosovars to Syria and Iraq. According to him, firebrand imams stoked fervour for jihad. A series of cells with links to al-Qaeda operated in parallel to them. These often received funding from Saudi Arabia. Recruiters within these cells picked off the angriest men, whom they thought would obey orders. “It was clear they were interested not in devout Muslims, but impressionable ones,” Makolli told me. Many of these men said to their parents that they were going to Germany to look for work. Instead, they bought plane tickets for Turkey.

At the Syrian end, the Kosovars found themselves under the command of Lavdrim Muhaxheri, known as the Emir of the Albanians. A former contractor with the American forces in Afghanistan, Muhaxheri was a bulky man who exuded authority. Lladrovci described him as a “man who knew how to command other men”. He organised his troops like a mafia but did little fighting himself, spending much of his time running a protection racket near Aleppo and locking up anyone who questioned him.

Muhaxheri’s own contradictory biography – an instrument of American power turned jihadist – embodied the twisted identity politics of the nascent Islamic State. Muhaxheri unified Albanian speakers from across the Balkans under his command. Week after week, they ate, slept, fought and prayed together. But Lladrovci despised their shared ethnicity. “For our entire lives we were made to take pride in this thing,” he said of his Albanian identity. He talked scornfully of Kosovo as a “land of misbelievers”.

There is a propaganda video called “The Clanging of Swords” that shows a group of Balkan fighters outside Aleppo. They brandish swords and black flags. The camera cuts to a pile of passports, which are set alight. “These passports are your tyrants,” intones Muhaxheri into the microphone, as their national identities – Albanian, Macedonian, Kosovar, Montenegran, Bosnian – go up in flames. “We are Muslims! The caliphate is your state now!”

Like many European fighters, Lladrovci was granted leave from Syria for one reason only: to fetch his wife. Baleci had always wanted to join Lladrovci. In January 2014 Lladrovci made his way back to Obilic, where he remained for several weeks. Makolli, hearing of Lladrovci’s return, dispatched agents to interrogate him. “We know you’ve been in Syria,” one said to him. A grenade launcher was discovered in his house. “It was an old Yugoslav weapon I got even before Syria,” Lladrovci protests. He was briefly detained and released on bail, but he didn’t show up for his court hearing two days later. By then he was back in Syria with his wife. “Fitim Ladrovci should never have been released,” says Makolli, who blames Kosovo’s dysfunctional bureaucracy for hindering his counter-terrorism efforts.

Baleci stayed in Manbij, a city in northern Syria that served as a dormitory town for Albanian women whose husbands were fighting at the front. In late May 2014, Lladrovci’s unit was ordered to help take Deir ez-Zor, an oil-rich province on the border between Syria and Iraq. Its capture would unify IS-held territory in the two countries.

On a napkin, Lladrovci sketched out for me the plan of attack on Abu Hamam, a dusty concrete town on the east bank of the Euphrates. The town’s inhabitants, tribesmen called the al-Shaitat, had been reinforced by Iranian paramilitaries. Lladrovci’s company was part of a three-pronged attack.

Lladrovci headed towards the border in a fleet of jeeps and pick-ups. Ragged groups of displaced people stood in awe as the convoy passed. Abu Hamam was eerily quiet when the Albanians arrived, apart from a few stray dogs, which they soon shot. The town had changed hands multiple times during the war and burned-out cars lined the pavements. But as the Albanians advanced, they were met with a hail of sniper bullets. They spread out in small squadrons, moving house to house to flush out the defenders. As Lladrovci’s team was entering one of these houses, two men on motorcycles opened fire on them with machine-guns. The Albanians rushed inside and took refuge in a brick oven on the second floor. Their radio had run out of battery so they couldn’t call for help. For hours, they lay pinned to the floor, shouting for their comrades to no avail. “It was the only time in the war when I felt that I was finished,” Lladrovci says. Only later did he learn that the other squadrons had been killed or routed.

Frozen in a crouch inside the house, not daring to move, Lladrovci could see a flock of sheep shuffling through no-man’s-land. For a moment he imagined he was back in Obilic, a town filled with pottering sheep. The crack of a sniper’s bullet woke him from his reverie. The shot narrowly missed him but kicked up a fragment of brick that gashed his right hand. Lladrovci was bleeding so badly that he thought he might die. He volunteered to run back to the commanders on the outskirts of the town and plead with them to send a tank to draw the enemy’s fire. His friends tossed pillows onto the ground to cushion his landing. Lladrovci leapt out of a window and sprinted away, chased by rifle fire that whistled about him from all sides. He managed to convince his commanders to dispatch a tank and his fellow soldiers were rescued.

Abu Hamam was taken the next day and the remaining townspeople rounded up. Muhaxheri found a tribesman who, under coercion, admitted to killing two Albanians with a grenade launcher. He roped the captive to a telegraph pole and addressed a cameraman in pidgin Arabic: “This man killed two soldiers of the Islamic State with a rocket. Glory to Allah!” Then he retreated 50 yards, lowered a mortar and obliterated the captive. About a month later, Abu Bakr al-Baghdadi, the leader of IS, declared the creation of a caliphate.

When I asked Lladrovci what it felt like to banish people he could not understand from lands he knew little about, he corrected me. He was not banishing these people, he said. He was “liberating” them.

In August 2014 Kosoov TV aired an interview with a woman named Pranvera Zena, who said that her husband and eight-year-old son Erion had gone on a weekend trip and never returned. Subsequently, Zena received a text from her husband saying that he had joined IS and Erion was in Syria. Sobbing, Zena showed photos of Erion kneeling before IS’s black banner. Kosovo’s government, she said, had failed to help her. She pleaded for other Kosovars in IS to bring Erion home.

Around the same time Lladrovci had noticed a young Albanian boy living in a military camp near Raqqa, the capital of the caliphate. He’d learned that his father was fighting on the front-line in Iraq near Mosul. Lladrovci was concerned about him – he too had lost his home as a young child. A relationship formed between the hardened fighter and Erion, a “quiet and frightened” boy. In the early autumn, Lladrovci started taking Erion to internet cafés on his motorbike once a week so that the boy could talk to his mother over Skype. Soon, Lladrovci approached Erion’s uncle with a demand: in exchange for $11,000 and immunity from prosecution, he would repatriate Erion.

It’s possible that Lladrovci had simply grown weary of war. But there may have been a more acute reason for wanting to leave. Muhaxheri had grown increasingly maniacal, videoing himself executing soldiers accused of spying. Lladrovci may have even begun to compete with him for the loyalty of the Albanian recruits and been tortured for challenging his authority. When I ask Lladrovci about his relationship with Muhaxheri, he just cackles.

Erion offered Lladrovci a way out. The boy’s fate had become a cause célèbre in Kosovo and the government was under pressure to rescue him. The prime minister authorised a plan that would give Lladrovci immunity in exchange for the “humanitarian act” of bringing Erion back. The operation was dangerous: the authorities needed to co-ordinate with the Turkish government to extract Lladrovci, his wife and the boy from hostile territory. Lladrovci smuggled the three of them out of Syria, along roads choked with refugees, the “most miserable-looking people” that Lladrovci had ever seen. The trio headed to Gaziantep, a city in Turkey, where they waited “paranoid of everyone”. After five days, Kosovo’s security services lifted them from their hotel and put them on a commercial flight home. Two undercover air marshals sat beside them during the flight.

The terminal in Pristina was a scrum of police and reporters. As Erion emerged from the plane, his mother rushed towards him to hug him. While the flashing cameras concentrated on the happy reunion, the security services quietly spirited Lladrovci and his wife away.

Erion’s family say they don’t resent Lladrovci for blackmailing them. “We begged as many Albanians in Syria as we could to bring Erion back,” Suad Sadullahi, Erion’s cousin, told me. “We even asked Lavdrim Muhaxheri. Fitim [Lladrovci] was the only one who agreed.” Two weeks after Erion had been returned, Sadullahi travelled to Obilic to give Lladrovci the promised money. When they met, Sadullahi began to appreciate why Lladrovci had turned to jihad. “I walked into that house, took one look at that family – the unbelievable poverty of that family – and I remember thinking to myself: Fitim’s reasons for joining the Islamic State had nothing to do with Islam.”

Within days of Lladrovci’s defection, IS issued a call for his head. A group of IS sympathisers cornered him in the street and he had to brandish a pistol to disperse them. Six weeks after his return, he was woken up by his mother from an afternoon doze. Forty police officers had surrounded the house. They had come to take him to prison.

In the name of GodWorshippers at a mosque in Kosovo

Lladrovci believes that Kosovo’s authorities reneged on the deal not to prosecute him. The security services tell a different story. No sooner had Lladrovci returned, says Makolli, than he began to flood Facebook with reminiscences of his time in IS, including videos of decapitations and panegyrics to the caliph. Lladrovci doesn’t deny this, but says that life back in Obilic was miserable. He missed the excitement and solidarity of Islamic State. Most of his friends had secured EU visas and left town in search of a better life. Those who remained feared him. IS wanted him dead. Lladrovci would never admit this, but it is possible that he deliberately engineered his own arrest. Prison was the safest place for him.

During his three years in jail, Lladrovci was approached by radicalised inmates who wished to serve the caliphate in Europe. He met conspirators involved in ultimately fruitless plots to poison Pristina’s water supply and ambush a visiting Israeli football team. He kept up with news from Syria and mourned as, one by one, every Albanian he knew was killed in air strikes. He also found out that his wife had given birth to their son.

He had a different sort of visitor, too. Individuals from foreign embassies questioned him about terrorist networks across Europe. Why were rifles from the Balkans used in the Bataclan massacre in Paris in November 2015? Why were Albanian jihadists crossing the Adriatic to meet with Italian mobsters? Manacled to a table and dressed in orange prison scrubs, Lladrovci responded outrageously. “My son will become an excellent suicide-bomber,” he told one diplomat. Yet, though he disputes it, Lladrovci is widely believed to be an informant for Kosovo’s security services. “How else was he let out after only three years?” one Kosovar official said.

Governments across the world face the problem of how best to deal with returning jihadists such as Lladrovci. Administrations in the Middle East do not have the resources to tend to them. Their home countries have taken different approaches. Albania has imprisoned only the recruiters. Sweden has prosecuted almost no one. America appears to repatriate ISfighters when there is sufficent evidence to indict them on arrival.

The fight against al-Qaeda is a natural point of comparison. Al-Qaeda members were generally young, edu­cated men of Arab origin in their 20s. France, Germany and Spain crafted legal mechanisms that allowed anyone involved in planning an attack to be imprisoned. Legislation passed after 9/11 enabled plotters to be locked up for 15 years or more – long enough, so the thinking went, for them to return to society mellowed by middle age.

But IS is not al-Qaeda. At its height, IS had 40,000 fighters from 80 different countries. Unlike al-Qaeda operatives, they don’t conform to a type. Usually, there is no evidence to link them to specific plots against their home states. The sole ground on which most can be prosecuted is membership of a terrorist group. Yet this is hard to prove. “Unless you have these people committing atrocities on video, it becomes their word versus someone else’s,” says Peter Neumann, professor of security studies at King’s College London. In most European countries, this crime does not carry a lengthy sentence. Already more IS members have been let out of prison than al-Qaeda members – many are still young and angrier than when they went in. More than 400 people currently classified as “radical” by the French prison system will be released before the end of this year. “IS pulled all these people into the jihadist orbit,” says Neumann. “It has brutalised them, interconnected them, given them certain skills. In ten years, over the next generation even, this huge pool of people can be re-activated, whether by IS or some new jihadist international.”

There are broadly two theories for how to deal with jihadists who return. The first – de-radicalisation – focuses on challenging their worldview. Repentent radicals visit prisoners to convince them to renounce their beliefs. Once released, ex-convicts are given jobs to reintegrate them into society. The other strategy – disengagement – is premised on the assumption that belief systems may never change. Instead, it focuses on convincing men such as Lladrovci that their tactics are simply futile. Former IS members may be allowed to espouse extreme views. But by placing them under constant surveillance and clipping their ties to other extremists, disengagement schemes try to deny them the capacity to realise their intentions.

Flying the flagFitim Lladrovci on the battlefield in Syria

When I first met Lladrovci, he was a few weeks into the disengagement process. Undercover officers observed him round the clock and he had been prevented from speaking to his old contacts. Yet he gloated to me about being able to obtain weaponry and said he had ventured back into the chat-rooms where he had first encountered the brothers. And his wife had not been jailed, even after she confessed to writing to the leader of IS offering to act as a suicide-bomber in Kosovo.

Six months later, when I returned to Obilic, Lladrovci was very different. Strutting up to me he declared, “I’m not armed! Don’t worry!” He no longer had qualms about shaking my hand and didn’t object to cigarettes or background music. Even his eyes had lost most of their paranoia.

He still acted a little strangely. He had picked up the habit of trying to kill stray dogs with rocks. When he played football, he would sometimes encourage teammates to pass to him by whipping a handgun out from his waistband (his friends insist this was only a joke).

Some of the town’s other residents seemed to have warmed to him. Most people I spoke to wanted to leave Obilic. Lladrovci had gone to Syria to make something of himself, said one. He was seen as forgivably aspirational, much like those who had gone to western Europe in search of work, and admired for bringing Erion home. The community has rallied around him, watching out for government licence plates or unfamiliar men with beards. As we were walking down the main street, a car honked at Lladrovci. He pointed his index finger to the sky in a salute to IS. The driver reciprocated. Disengagement has turned him into a kind of celebrity and Lladrovci has warmed to the role. When I asked him again whether he had any regrets, he snarled, “The caliphate is not finished yet!”

The security services have struggled to understand the paradoxes of a man who finally seems at home even as he hankers to return to Syria. “Do I think his nostalgia for the Islamic State is genuine? No,” says Makolli. “But do I think Fitim [Lladrovci] is dangerous? Yes.” (Since our final meeting, Lladrovci has been placed under house arrest.)

On my last visit to Obilic, I call Lladrovci. Instead, it is his wife who picks up the phone. “I know who you are,” she says to me. “I know about your meetings with Fitim. And I swear that if you contact him one more time, by Allah you will never walk again.”•

The Dark Side of Turkey’s Intelligence Community

0

Turkey and its National Intelligence Organization appear to abuse the intelligence and diplomatic process by seeking to insert flawed and false intelligence in order to constrain and subvert U.S. diplomatic options.

by Michael Rubin
Last week the U.S. Embassy in Turkey released a statement that said Washington had reached an agreement to implement “initial measures to address Turkey’s security concerns” and to establish a “peace corridor” inside Kurdish-controlled portions of Syria. The agreement aims to diffuse a crisis which saw the Turkish military mobilize along the Syrian border and threaten to occupy northern Syria, ostensibly to fight terrorism. The details of the agreement have not been made public.

Turkish officials have long complained that the U.S. partnership with Syrian Kurds is a betrayal of decades of U.S.-Turkey partnership. The People’s Protection Units (YPG) and associated militias, Turkish diplomats argue, are affiliated with the Kurdistan Worker’s Party (PKK), a U.S.-designated terror group. Turkish authorities have repeatedly told their American counterparts that “you can’t fight one terrorist group with another.”

It is true that there are links between the PKK and YPG, though the two are not interchangeable. It is also true that the PKK is a U.S.-designated terrorist group, but Turkish authorities are dead wrong to suggest equivalency between the YPG in Syria and the Islamic State. Indeed, the Turkish insistence is ironic given that the United States only began partnering with the YPG when evidence became overwhelming that Turkey’s political leadership—including President Recep Tayyip Erdoğan’s own family—and intelligence services actively supported and profited from the Islamic State and other Al Qaeda-affiliated groups in Syria.

The problems with Turkish arguments are multifold. First, there is no evidence that the YPG or PKK plot or direct terror operations from Syria. This accusation was the stated reason behind Turkey’s launch in January 2018 of Operation Olive Branch but, twenty months later, it is clear the operation was more about ethnically cleansing the region’s Kurdish population than eradicating terrorism. Underlying both Turkish bad faith has been Turkey’s willingness to welcome several dozen Islamic State fighters into Turkey’s own militias now operating in Afrin. Most American officials—as well as a growing array of European and Arab diplomats—understand that Turkey misuses the terrorism label as a political weapon against opponents.

Spurious Turkish accusations against the YPG are only the tip of the iceberg. Erdoğan has accused rival politicians both from the predominantly Kurdish People’s Democratic Party (HDP) and the center-left Republican People’s Party (CHP) of supporting terrorism, imprisoning many. He has also accused the followers of his one-time ally, Pennsylvania-based cleric Fethullah Gülen, of being terrorists, imprisoning tens of thousands while somehow ignoring his own role in Gülen’s empowerment. Yet, the thousands of documents he turned over to U.S. authorities to win their support for Gülen’s extradition provided no proof; the U.S. Justice Department concluded documents Turkey provided were often deeply flawed if not fraudulent. Alas, such poor intelligence has become the rule rather than the exception under the Erdoğan regime. In the years leading up to the abortive July 2016 coup, Erdoğan presided over multiple purges of political opponents based upon evidence which even Turkish courts later deemed fraudulent. After I first criticized corruption and financial opacity in Turkey fifteen years ago and then, drawing upon a wide range of sources and contacts, successfully predicted a coup, Erdoğan deemed that I, too, was a terrorist and a business ally issued a bounty for my capture.

That Turkish intelligence is based more on political expediency and wishful thinking than professional tradecraft is clear. The question for U.S. policymakers, then, becomes how long has Turkish intelligence been so corrupt? Long before today’s diplomatic crises, the Central Intelligence Agency and the State Department have relied upon and integrated Turkish intelligence.

Consider the PKK: The U.S. State Department designated the group in 1997, against the backdrop of Clinton administration efforts to finalize a large arms sale to Turkey. As Aliza Marcus shows in her seminal history of the PKK, Blood and Belief, while the PKK engaged in violence and perhaps terrorism in the early years of its campaign, its insurgency had matured by the late 1990s. Turkish president Turgut Özal was even planning serious negotiations with the group prior to his fatal 1993 heart attack. Twenty years on, it is not clear whether such terror designation fits the PKK. Indeed, earlier this year, a Belgian court ruled that the PKK and its civil society affiliates are not a terrorist organization. That ruling marks the latest in a string of Turkish losses when European courts examine the evidence behind the PKK’s terrorist label. This is not to say there has not been Kurdish terrorism perpetrated against Turkey—the Kurdistan Freedom Falcons (TAK) has launched attacks inside Turkey, but there is no evidence these were organized in either Syria or the PKK stronghold on Qandil mountain in Iraq, or that the PKK and TAK are interchangeable, any more than other terrorist spoilers seeking to undercut reconciliation over the years.

Within the U.S. context, the question is not only whether there is any evidence independent of Turkish government sources to back claims that the PKK is a terrorist organization, but also whether leading Kurdish officials are criminals. Consider, for example, the case of Adem Uzun, an executive council member of the Kurdistan National Congress (KCK) and a leading Kurdish intellectual and political activist, whose 2012 arrest in Paris sparked the Belgian lawsuit, which ultimately overturned the PKK terror designation. In 2011, at a time when President Barack Obama still considered Erdoğan to be one of his “most trusted” foreign friends, the U.S. Treasury Department named Uzun and several colleagues as “Specially Designated Narcotics Trafficking Kingpins.” The Erdoğan government celebrated. But, while such designation paralyzes any ability for U.S. officials to discuss, debate, or interact with leading Kurdish activists, there is no indication that the information supporting the designation provided to the United States by Turkey is based on reality.

Simply put, Turkey and its National Intelligence Organization (MIT) appear to abuse the intelligence and diplomatic process by seeking to insert flawed and false intelligence in order to constrain and subvert U.S. diplomatic options. Rather than blindly accept Turkey’s accusations against the YPG, PKK, and top Kurdish intellectuals and activists, it is time the United States intelligence community audit every piece of intelligence that Turkey has provided over the past several decades to ensure that U.S. intelligence remains apolitical and uncorrupt and that Turkey does not abuse intelligence cooperation to interfere in U.S. diplomacy and policy formations. Perhaps such an audit will find that the conclusions now embraced by the Central Intelligence Agency and State Department are warranted. More likely, however, given the exposure of recent Turkish dossiers as fraudulent, it will become clear that a major reassessment is warranted in Washington. Either way, as the Trump administration and its Special Envoy on Syria James Jeffrey make life-and-death decisions that could impact the region for decades, no official should put the diplomatic nicety of taking Turkey at its word above a fundamental quest for truth.

Michael Rubin is a resident scholar at the American Enterprise Institute.

Image: Reuters

https://nationalinterest.org/blog/middle-east-watch/dark-side-turkeys-intelligence-community-73041

Ο Αρκάς και η δημοκρατία του αλγόριθμου

0

Κώστας Γιαννακίδης 12 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2019, 19:05 protagon.gr

Η λογοκρισία δεν επιβάλλεται πλέον από ένα σκοτεινό σύστημα, αλλά από τους ίδιους τους χρήστες που υποβάλλουν τις αναφορές τους σε έναν αλγόριθμο, ο οποίος παίρνει την πρώτη απόφαση, παρεμβαίνοντας στον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, δηλαδή στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών.

Η σελίδα του Αρκά οδηγήθηκε για μία εβδομάδα στη «φυλακή» του Facebook. Η λειτουργία της ανεστάλη έπειτα από τις αναφορές χρηστών για κακόβουλο περιεχόμενο. Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι οι περισσότεροι εξ αυτών των χρηστών είναι φίλα προσκείμενοι προς τον ΣΥΡΙΖΑ καθώς η κριτική του σκιτσογράφου τούς είχε εξοργίσει.

Από αυτήν την υπόθεση μπορούμε να βγάλουμε μερικά πολύ ενδιαφέροντα και χρήσιμα συμπεράσματα.   Η πρώτη απόφαση για το μπλοκάρισμα μίας σελίδας ή ενός λογαριασμού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βγαίνει πάντα από τον αλγόριθμο. Ο αλγόριθμος μπλοκάρει και στη συνέχεια επιλαμβάνονται οι διαχειριστές της πλατφόρμας. Αν, λοιπόν, το Facebook είναι σήμερα το μεγαλύτερο βήμα του δημοσίου λόγου, ο αλγόριθμος παρεμβαίνει ενεργά στο καθεστώς διακίνησης των ιδεών.

Ο αλγόριθμος, ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που μαθαίνει να εκπαιδεύει τον εαυτό του, έχει αποκτήσει ρόλο ρυθμιστή σε μία λειτουργία που αποτελεί τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος. Δεν είναι σημάδι των καιρών. Είναι οι καιροί μας. Η λειτουργία του δημοσίου βήματος, που προσφέρουν οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, ανήκει σε όλους τους χρήστες. Ετσι, η έννοια της λογοκρισίας έχει κατά κάποιον τρόπο «εκδημοκρατιστεί».

Οι ίδιοι οι άνθρωποι και όχι κάποιο σκοτεινό σύστημα γραφειοκρατών κρατούν πλέον το μαχαίρι της λογοκρισίας, αποφασίζοντας, ουσιαστικά δια βοής, για αυτά που πρέπει και για εκείνα που δεν πρέπει να ακούγονται. Υπάρχουν δε περιπτώσεις που η λογοκρισία επιβάλλεται από έναν άλλον αλγόριθμο που θα κατασκευάσει λογαριασμούς οι οποίοι με τη σειρά τους θα επιτεθούν δια «αναφορών» προς την πλατφόρμα σε «ακατάλληλο» περιεχόμενο.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προάγουν την ελευθερία του λόγου. Ομως ταυτόχρονα επιβεβαιώνουν και τη δυσανεξία των χρηστών στη διαφορετική άποψη. Η πολυμορφία των απόψεων ενοχλεί. Όχι κάποιο αόρατο πολύπλοκο σύστημα, αλλά τους ίδιους τους ανθρώπους.

Για παράδειγμα, η επίθεση εναντίον του Αρκά δείχνει την άρνηση αποδοχής μίας αντίθετης άποψης. Οι άνθρωποι που έκαναν αναφορές κατά του Αρκά, προτιμούν τη σιωπή από μία διαφορετική άποψη που ενδεχομένως να τους ενοχλεί. Θα ήθελαν είτε ο Αρκάς να έχει άλλη άποψη, είτε να μην την εκφράζει. Ακόμα χειρότερα: θα προτιμούσαν ο Αρκάς να «νερώνει» την άποψή του. Κατά τα λοιπά, δηλώνουν αριστεροί, με δημοκρατικές ευαισθησίες κ.λ.π.

Πηγή: Protagon.gr

Την τύχη του Ασάντζε θα έχουν οι τολμηροί δημοσιογράφοι…

0

του Robert Fisk*

Τα έχω αρκετά με τον αμερικανικό νόμο περί κατασκοπείας. Εκτός αυτού, από καιρό τα έχω και με το έπος Τζούλιαν Ασάντζε και Τσέλσι Μάνινγκ. Κανείς δεν θέλει να μιλήσει γι ‘αυτούς γιατί κανείς δεν φαίνεται να τους πολυσυμπαθεί – ακόμα και αυτοί που έχουν επωφεληθεί από τις αποκαλύψεις τους στο δημοσιογραφικό έργο τους.

Από την αρχή, ανησυχώ για το φαινόμενο Wikileaks, όχι για τις βάρβαρες δυτικές κυβερνήσεις των οποίων οι δραστηριότητες αποκαλύφθηκαν με συγκλονιστικές λεπτομέρειες (ειδικά στη Μέση Ανατολή) αλλά με την πρακτική της δημοσιογραφίας. Όταν εμείς οι άλλοι, οι γραφείς, αξιοποιήσαμε αυτή τη σούπα Wikileaks, η ψυχή μας χάρηκε και μουτζουρώσαμε τους τοίχους του ρεπορτάζ με τις κραυγές φρίκης μας. Και ξεχάσαμε ότι πραγματική ερευνητική δημοσιογραφία είναι η αδιάλειπτη αναζήτηση της αλήθειας με τη διασταύρωση των πηγών μας, και όχι να ανακατεύω ένα μπωλ μυστικών μπροστά στους αναγνώστες, μυστικών που ο Aσάντζε και Σία, μάλλον παρά εμείς, επέλεξαν να δημοσιοποιήσουν.

Θυμάμαι ότι αναρωτιόμουν πριν από περίπου 10 χρόνια: πώς είναι δυνατόν να διαβάζουμε τόσες αδιακρισίες για Άραβες ή Αμερικανούς, αλλά τόσο λίγες για Ισραηλινούς; Ποιος ετοιμάζει αυτή τη σούπα που πρέπει να φάμε; Ποιο συστατικό έχει ξεχαστεί στη συνταγή;

Αλλά οι τελευταίες μέρες με έχουν πείσει ότι υπάρχει κάτι πολύ πιο προφανές σχετικά με τη φυλάκιση του Aσάντζε και την επαναφυλάκιση της Mάνινγκ. Και αυτό δεν έχει καμία σχέση με την προδοσία, τη δολιότητα ή την υποτιθέμενη καταστροφική ζημιά της ασφάλειάς μας.

Στην Washington Post αυτής της εβδομάδας, ο Mαρκ Tάισεν, πρώην συντάκτης ομιλιών του Λευκού Οίκου, παρουσίασε τα βασανιστήρια της CIA ως “νομικά και ηθικά σωστά” και μας είπε ότι ο Aσάντζε “δεν είναι δημοσιογράφος. Είναι  κατάσκοπος. […] Εκανε  κατασκοπεία κατά των ΗΠΑ. Και δεν έχει καμία τύψη για τη ζημιά που προκάλεσε.’’ Ξεχάστε λοιπόν την τρέλα του Tραμπ που έχει ήδη μετατρέψει τα βασανιστήρια και τις μυστικές σχέσεις με τους εχθρούς της Αμερικής σε χόμπι.

Όχι, δεν νομίζω ότι αυτό έχει να κάνει με τη χρήση του νόμου περί κατασκοπείας, όσο σοβαρό και αν είναι για τους συμβατικούς δημοσιογράφους ή “αναγνωρισμένους οργανισμούς τύπου“, όπως μας καλεί ο Tάισεν ατυχώς. Αυτό δεν έχει επίσης καμία σχέση με τους κινδύνους που δημιουργούν αυτές οι αποκαλύψεις στους τοπικά στρατολογημένους πράκτορες στη Μέση Ανατολή. Θυμάμαι πολύ καλά πόσο συχνά οι Ιρακινοί διερμηνείς των αμερικανικών δυνάμεων μας έλεγαν πώς είχαν παρακαλέσει για βίζα για τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους όταν απειλήθηκαν στο Ιράκ και πως οι περισσότεροι από αυτούς στάλθηκαν στον αγύριστο. Και μείς οι Βρετανοί αντιμετωπίσαμε τους Ιρακινούς μεταφραστές μας με την ίδια αδιαφορία.

Ας ξεχάσουμε για μια στιγμή τη σφαγή των αμάχων, τη θανατηφόρα σκληρότητα των Αμερικανών μισθοφόρων (μερικοί από αυτούς εμπλέκονται στην εμπορία παιδιών), τη δολοφονία του προσωπικού του Reuters από τις δυνάμεις των ΗΠΑ στη Βαγδάτη, το στρατό των αθώων κρατούμενων στο Γκουαντάναμο, τα βασανιστήρια, τα επίσημα ψεύδη, τα ψεύτικα θύματα, τα ψεύδη της πρεσβείας, την εκπαίδευση Αιγυπτίων βασανιστών από τους Αμερικανούς και όλα τα άλλα εγκλήματα που αποκαλύφθηκαν από την έρευνα του Aσάντζε και της Mάνινγκ.

Ας υποθέσουμε ότι αυτό που αποκάλυψαν ήταν μάλλον καλό παρά κακό, ότι τα διπλωματικά και στρατιωτικά έγγραφα έδωσαν το λαμπερό παράδειγμα μιας μεγάλης χώρας με ηθικές ενέργειες και απέδειξαν τα πολύ ευγενή και πολύ φωτεινά ιδανικά με τα οποία η γη των ελεύθερων ανδρών συνδέεται πάντα. Ας φανταστούμε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις στο Ιράκ πρόσφεραν μόνιμα τη ζωή τους για να προστατεύσουν τους πολίτες, να καταδικάσουν τα βασανιστήρια των συμμάχων τους και να μεταχειριστούν τους κρατούμενους του Αμπού Γκράιμπ (πολλοί από αυτούς εντελώς αθώοι). χωρίς σεξουαλική σκληρότητα αλλά με σεβασμό και καλοσύνη· ότι συνέτριψαν τη δύναμη των μισθοφόρων και τους έστειλαν αλυσοδεμένους στις αμερικανικές φυλακές· ότι αναγνώρισαν, ζητώντας μάλιστα συγνώμη, τα νεκροταφεία ανδρών, γυναικών και παιδιών που είχαν στείλει στον τάφο πρόωρα.

Ακόμη καλύτερα, ας φανταστούμε για μια στιγμή πώς θα αντιδρούσαμε στην αποκάλυψη ότι οι Αμερικανοί δεν είχαν σκοτώσει αυτές τις δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, δεν είχαν βασανίσει ποτέ κανέναν, ότι οι φυλακισμένοι στο Γκουαντάναμο, όλοι αυτοί, ήταν σαδιστές μαζικοί δολοφόνοι, άνανδροι, ξενοφοβικοί και ρατσιστές, ότι η απόδειξη των εγκλημάτων τους κατά της ανθρωπότητας έχει αποδειχθεί στα πιο σοβαρά δικαστήρια της χώρας. Ας φανταστούμε ακόμα για λίγο ότι το πλήρωμα των αμερικανικών ελικοπτέρων που πυροβόλησε 12 πολίτες σε έναν δρόμο στη Βαγδάτη δεν τους “έπιασε” να κατέχουν όπλα. Ας φανταστούμε ότι η φωνή στον πομπό του ελικοπτέρου φώναξε: “Περιμένετε, νομίζω ότι αυτοί οι τύποι εκεί είναι πολίτες – και αυτό το πιστόλι μπορεί να είναι απλώς μια κάμερα τηλεόρασης. Μην πυροβολείτε! ”

Όπως όλοι γνωρίζουμε, όλα αυτά είναι φαντασίες. Γιατί αυτό που παρουσιάζουν αυτά τα εκατοντάδες χιλιάδες έγγραφα είναι η ντροπή της Αμερικής, των πολιτικών της, των στρατιωτών της, των βασανιστών της, των διπλωματών της. Υπήρχε ακόμη και ένα στοιχείο φάρσας που, υποψιάζομαι, εξόργισε τους Tάισεν αυτού του κόσμου πολύ περισσότερο από τις πιο τρομερές αποκαλύψεις. Θα θυμάμαι πάντοτε την οργή που εξέφρασε η Χίλαρι Κλίντον όταν αποκαλύφθηκε ότι είχε στείλει τους λακέδες  της να κατασκοπεύσουν τα Ηνωμένα Έθνη· οι δούλοι της του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ήταν επιφορτισμένοι με τη μελέτη των λεπτομερειών κρυπτογράφησης των αντιπροσώπων, των συναλλαγών μέσω πιστωτικών καρτών και ακόμη και των καρτών πίστης. Αλλά ποιος στη γη θα ήθελε να χάσει χρόνο να μελετήσει τις ανοησίες του απελπιστικά ανίκανου προσωπικού του ΟΗΕ; Και, παρεμπιπτόντως, ποιος στη CIA έχασε το χρόνο του να ακούει τις ιδιωτικές τηλεφωνικές συνομιλίες της Aνγκελα Mέρκελ με τον Μπαν Κι Μουν;

Ένα από τα τηλεγραφήματα που αποκάλυψε ο Aσάντζε αφορά στην ιρανική επανάσταση του 1979 και παρουσιάζει μια εκτίμηση του Μπρους Λάνγκεν ότι «η περσική ψυχή έχει έναν πρωτόγνωρο εγωισμό». Ενδιαφέρον. Αλλά οι Ιρανοί σπουδαστές αποκατέστησαν προσεκτικά όλα τα σχισμένα έγγραφα της αμερικανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη μετά το 1979 και είχαν ήδη δημοσιεύσει το κείμενο του Λάνγκεν δεκαετίες πριν μας το δώσει το Wikileaks. Η Χίλαρι [Κλίντον] κατήγγειλε τα πρώτα 250.000 έγγραφα ως “επίθεση κατά της διεθνούς κοινότητας“, χαρακτηρίζοντας τις εφημερίδες που δημοσιεύουν τα “εικαζόμενα έγγραφα” φάρσα. Αυτός ο σωρός ήταν τόσο μεγάλος που λίγοι μπορούσαν να διακρίνουν τι ήταν καινούργιο και παλιό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι New York Times ανέφεραν τη ρήση του Λάνγκε ως μια εξαιρετική αποκλειστικότητα.

Κάποιο από το περιεχόμενο δεν ήταν τόσο προφανές πριν: η υποψία ότι η Συρία είχε επιτρέψει στους αντιαμερικανούς αντάρτες να διασχίσουν το έδαφός της από τον Λίβανο, παράδειγμα, είχε βάση. Αλλά η “απόδειξη” για την παραγωγή ιρανικών βομβών στο νότιο Ιράκ ήταν πολύ πιο αμφίβολη. Αυτό το αφήγημα επινοήθηκε  και πέρασε στους New York Times από τους αξιωματούχους του Πενταγώνου τον Φεβρουάριο του 2007 και στη συνέχεια επαναλήφθηκε τα τελευταία χρόνια, αλλά αποδείχθηκε σε μεγάλο βαθμό παράλογο: ο ιρανικός στρατιωτικός εξοπλισμός ήταν διαθέσιμος παντού στο Ιράκ από τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ από το 1980-1988 και οι περισσότεροι κατασκευαστές βομβών που τον χρησιμοποίησαν ήταν σουνίτες ιρακινοί μουσουλμάνοι.

Αλλά αυτές είναι ανοησίες σε χαρτί. Τέτοια ανοησία είναι ασήμαντη σε σύγκριση με τις τερατώδεις αποκαλύψεις για την αμερικανική ωμότητα: τη διήγηση, παράδειγμα, για το πώς τα αμερικανικά στρατεύματα σκότωσαν περίπου 700 πολίτες που πλησίασαν πολύ κοντά σε σημεία ελέγχου τους, ανάμεσά τους έγκυες γυναίκες και ψυχικά ασθενείς. Και η εντολή που δόθηκε στις δυνάμεις των ΗΠΑ (ξέρετε, ότι ένα μέρος της ιστορίας παραδόθηκε από την Τσέλσι Mάνινγκ) να μην ερευνήσουν όταν οι συμμαχικές ιρακινές δυνάμεις μαστίγωναν κρατουμένους με χοντρά καλώδια, τους κρεμούσαν από άγκιστρα στην οροφή, τους τρυπούσαν τις γάμπες με ηλεκτρικά τρυπάνια και τους απειλούσαν σεξουαλικά. Μια μυστική αμερικανική έρευνα (σημαντικά υποτιμημένη), αριθμεί 109.000 θανάτους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. 66.081 από αυτούς ταξινομήθηκαν επισήμως ως μη πολεμιστές. Αναρωτιέμαι ποια θα ήταν η αμερικανική αντίδραση στους θανάτους 66.000 Αμερικανών πολιτών, 20 φορές περισσότερους από τους θανάτους της 11ης Σεπτεμβρίου;

Τίποτα από αυτά, φυσικά, υποτίθεται ότι δεν ήταν δημόσια, και μαντεύετε γιατί. Τα χειρότερα από αυτά τα έγγραφα ήταν μυστικά, όχι επειδή μπήκαν τυχαία σε ένα αρχείο της στρατιωτικής διοίκησης με την ένδειξη «εμπιστευτικό» ή «μόνο για σας», αλλά επειδή αντιπροσώπευαν το συστηματικό καμουφλάζ κρατικών εγκλημάτων μεγάλης κλίμακας.

Οι υπεύθυνοι αυτών των θηριωδιών θα έπρεπε τώρα να δικάζονται, να έχουν διωχθεί από τις υπηρεσίες όπου κρύβονται και να έχουν φυλακιστεί για τα εγκλήματά τους κατά της ανθρωπότητας. Αλλά όχι, θα τιμωρήσουμε τους δημοσιογράφους, όσο και εμπαθή αν είναι τα κίνητρά τους.

Φυσικά, εμείς οι άλλοι δημοσιογράφοι, οι άνθρωποι των “αναγνωρισμένων οργανώσεων Τύπου”, μπορούμε να ανησυχούμε για τις συνέπειες όλων αυτών στο επάγγελμά μας. Αλλά είναι καλύτερα να αναζητούμε άλλες αλήθειες, εξίσου επικίνδυνες για τις αρχές. Γιατί να μην αποκαλύψουμε, παράδειγμα, αυτό που ο Mάικ Πομπέο είπε στον Moχάμεντ μπιν Σαλμάν ιδιωτικά; Ποιες τοξικές υποσχέσεις έδωσε ο Ντόναλντ Τραμπ στον Νετανιάχου; Ποιες σχέσεις εξακολουθούν να διατηρούν μυστικά οι Ηνωμένες Πολιτείες με το Ιράν, γιατί διατηρούν ακόμη και σημαντικές επαφές (άτυπα, σιωπηλά και μυστικά) με στοιχεία του συριακού καθεστώτος;

Γιατί να περιμένουμε δέκα χρόνια για να εμφανιστεί ο επόμενος Aσάντζε με ένα άλλο ημι-ρυμουλκούμενο κρατικών μυστικών;

Αλλά το συνηθισμένο κόκκινο φως, δηλαδή αυτό που βρίσκουμε μπροστά μας όταν ασκούμε την παλιά καλή ερευνητική δημοσιογραφία, της εκμυστήρευσης των «βαθιών Λαρυγγιών» ή των επαφών εμπιστοσύνης, θα αποκαλύψει (εάν κάνουμε την δουλειά μας) την άθλια εξαπάτηση των αφεντικών μας, αυτή που οδήγησε στην κραυγή μίσους εναντίον του Aσάντζε και της Mάνινγκ και επίσης εναντίον του Eντουαρντ Σνόουντεν: δεν θα κατηγορηθούμε γιατί η δίωξη αυτών των τριών θεμελίωσε ένα διακινδευόμενο νομικό προηγούμενο. Αλλά θα διωχθούμε για τους ίδιους λόγους: διότι αυτό που θα κοινολογήσουμε  αποδεικνύει χωρίς πιθανή αναίρεση ότι οι κυβερνήσεις μας και αυτές των συμμάχων μας διαπράττουν εγκλήματα πολέμου. Και οι δράστες αυτών των αδικιών θα προσπαθήσουν να μας κάνουν να πληρώσουμε για μια τέτοια αδιακρισία με μια ζωή πίσω από τα σίδερα.

Στην ουσία πρόκειται για τη ντροπή και το φόβο των αρχών όταν υποχρεούνται να δίνουν λογαριασμό για τα πεπραγμένα στον τομέα της «ασφάλειας» και όχι για την παραβίαση του νόμου από τους ανησυχούντες.

*Ο Ρόμπερτ Φισκ (γεν. 1946) είναι πολυβραβευμένος Βρετανός δημοσιογράφος της Independent. Πιστεύω του «η δημοσιογραφία πρέπει να αμφισβητεί την εξουσία, ειδικά όταν οι κυβερνήσεις και οι πολιτικοί επιλέγουν τον πόλεμο».

Robert Fisk − 31 Μαΐου 2019 − The Independant

Μετάφραση: Ευάγγελος Δ. Νιάνιος

 

Άβατο για την Αστυνομία, άσυλο για την “αστυνομία των Εξαρχείων”

0

Άγγελος Συρίγος

2063
Άβατο για την Αστυνομία, άσυλο για την

Όταν μιλάμε για το πανεπιστημιακό άσυλο κάνουμε κάποιες συνήθεις παρανοήσεις.

Παρανόηση πρώτη: Στα πανεπιστήμια υπάρχει “άσυλο ιδεών”.

Είναι εσφαλμένη η αντίληψη ότι στα πανεπιστήμια προστατεύεται γενικώς κάποιο αόριστο “άσυλο ιδεών”. Η ελευθερία της διάδοσης των ιδεών προστατεύεται πλήρως από το Σύνταγμα (άρθρα 14.1 και 25.2 του Συντάγματος) για όλους. Δεν υπάρχει ανάγκη ιδιαίτερης προστασίας εντός του Πανεπιστημίου. Στα πανεπιστήμια όμως προστατεύονται συγκεκριμένα δικαιώματα και συνδέονται άμεσα με τον ακαδημαϊκό χώρο στον οποίο ασκούνται. Τα δικαιώματα αφορούν στη διασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας που εξειδικεύονται σε: ελευθερία διδασκαλίας, ελευθερία έρευνας και ελευθερία επιστήμης. Επομένως, στα πανεπιστήμια, το άσυλο διασφαλίζει την ακαδημαϊκή ελευθερία.

Παρανόηση δεύτερη: Το άσυλο θα παραβιασθεί εάν εισέλθει σε αυτό αστυνομική δύναμη. 

Το άσυλο δεν παραβιάζεται όταν εισέλθουν σε πανεπιστημιακό χώρο αστυνομικοί να διερευνήσουν μία βίαιη επίθεση εις βάρος φοιτητών ή καθηγητών. Το άσυλο έχει ήδη παραβιασθεί με τη βίαιη επίθεση. Το άσυλο παραβιάζεται κάθε φορά που κάποιος παρεμποδίζει την ακαδημαϊκή ελευθερία, κάθε φορά που κάποιος εμποδίζει την ελευθερία της διδασκαλίας, που κλείνει εργαστήρια, που εμποδίζει την επιστήμη. Η είσοδος της αστυνομίας στην προκειμένη περίπτωση αποκαθιστά το άσυλο διότι διασφαλίζει την ακαδημαϊκή ελευθερία.

Παρανόηση τρίτη: οι έμποροι ναρκωτικών εκμεταλλεύονται το άσυλο που υπάρχει στα ΑΕΙ 

Το εμπόριο ναρκωτικών και γενικότερα η τέλεση αξιόποινων πράξεων στους χώρους των ΑΕΙ δεν σχετίζεται με το άσυλο, αλλά με το άβατο που υπάρχει στα ΑΕΙ ως προς την είσοδο της αστυνομίας σε αυτά. Γενικότερα, η τέλεση πράξεων του κοινού ποινικού δικαίου εντός των ΑΕΙ, όπως το εμπόριο ναρκωτικών και η αδυναμία προστασίας φοιτητών, καθηγητών και εργαζομένων στα ΑΕΙ, δεν παραβιάζει το άσυλο. Δεν είναι θέμα ακαδημαϊκής ελευθερίας η διακίνηση ναρκωτικών. Αντιθέτως, η τέλεση πράξεων του κοινού ποινικού δικαίου σε συνδυασμό με το άβατο της αστυνομίας θέτει σε κίνδυνο ζωές μέσα στο πανεπιστήμιο.

Με αυτόν τον τρόπο παραβιάζεται το άρθρο 5.2 του Συντάγματος που ορίζει ότι «όλοι όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής». Μέχρι και την κατάργηση του άβατου, η απόλυτη προστασία ίσχυε για όλους όσους βρίσκονταν στην ελληνική επικράτεια με την εξαίρεση όσων βρίσκονταν ειδικώς στην επικράτεια των ελληνικών πανεπιστημίων.

Παρανόηση τέταρτη: Με το νομοσχέδιο «καταργείται το Άσυλο»

Πρόκειται για μία λεκτική υπεραπλούστευση που υιοθέτησαν τα Μέσα Μαζικής Ενημερώσεως και δυστυχώς ακολούθησε προεκλογικά και η ΝΔ. Η δυνατότητα της αστυνομίας να ασκεί τις αρμοδιότητές της και εντός των πανεπιστημιακών χώρων δεν συνιστά «κατάργηση του ασύλου» αλλά κατάργηση του άβατου της αστυνομίας. Αυτό καταργείται. Αντιθέτως, η άσκηση των αστυνομικών αρμοδιοτήτων κι εντός των πανεπιστημίων σημαίνει δύο πράγματα:

  • προστασία για τους φοιτητές και τους καθηγητές από τα παραβατικά στοιχεία του κοινού ποινικού δικαίου.
  • διασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας από αυτούς που την παραβιάζουν.

Η αστυνομία λειτουργεί εντός του Συντάγματος και των νόμων. Θα κληθεί όταν υπάρχει παραβίαση των νόμων. Ύστερα από μισό αιώνα λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος από κυβερνήσεις που καλύπτουν όλο το πολιτικό φάσμα, είναι παραλογισμός να αντιμετωπίζεις την αστυνομία με όρους μετεμφυλιακούς. Εάν η αστυνομία παραβιάσει τα νομικά όρια των αρμοδιοτήτων της, ελέγχεται. Εκείνοι που δεν ελέγχονται είναι όσοι χρησιμοποιούν το άβατο παραβιάζοντας τους νόμους.

Οι πρυτάνεις των ΜΑΤ

Σχόλιο: οι πρυτάνεις ή δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους ή είναι πρυτάνεις των ΜΑΤ: Πέραν των τεσσάρων παρανοήσεων κυκλοφορεί από τους υπερασπιστές του άβατου η άποψη ότι το πρόβλημα οφείλεται στις πρυτανικές αρχές που δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Κατ’ επέκταση, τα προβλήματα μπορούν να αντιμετωπισθούν με το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο. Ισχύει κάτι τέτοιο;

Μία πρώτη απάντηση είναι ότι εάν τόσες δεκαετίες καμία πρυτανική αρχή δεν έχει κάνει σωστά τη δουλειά της, μήπως δεν φταίνε οι πρυτανικές αρχές, αλλά το υπάρχον πλαίσιο; Αντιθέτως, πρυτάνεις που έχουν καλέσει την αστυνομία, όταν παραβιάσθηκε η ακαδημαϊκή ελευθερία στα πανεπιστήμια τους, βαφτίζονται αμέσως “πρυτάνεις των ΜΑΤ” (συνήθως από τα ίδια άτομα που ισχυρίζονται ότι δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους).

Οι “πρυτάνεις των ΜΑΤ” ακολούθως αντιμετωπίζουν ομάδες άγνωστων που εισβάλουν στα γραφεία τους και τους απειλούν ή  τους χτίζουν, βλέπουν τα αυτοκίνητά τους να βανδαλίζονται και σε κάποιες περιπτώσεις λαμβάνουν ακόμη και δέματα με βόμβες. Σε έναν πόλεμο όπου το κράτος, η αστυνομία, απέχει, είναι εύλογο πολλοί από τους πρυτάνεις να σκέφτονται «πού να πάω μόνος μου να μπλέξω με τους αλήτες;». Μόνος μέχρι το τέλος. Είναι προφανές ότι το πρόβλημα δεν είναι οι πρυτανικές αρχές, αλλά το νομοθετικό πλαίσιο που τους εγκαταλείπει εσαεί υπόλογους στην “αστυνομία των Εξαρχείων”.

Πριν 45 χρόνια, επί δικτατορίας, λειτουργούσε το “Σπουδαστικό” της Ασφάλειας. Για τη συντριπτική πλειονότητα του ελληνικού λαού αυτό είναι προϊστορία. Το “Σπουδαστικό” έχει καταργηθεί από το 1974, τη χρονιά δηλαδή που γεννήθηκε ο κ. Τσίπρας. Το πρόβλημα δεν είναι δεξιό ή αριστερό. Στους πανεπιστημιακούς χώρους κινδυνεύουν εξ ίσου αριστεροί και δεξιοί.

Σε έξι αφίσες με φωτογραφίες “επικηρυγμένων” καθηγητών τα τελευταία χρόνια συνυπάρχουν δεξιοί, κεντρώοι και αριστεροί. Ασήμαντες μειονότητες που διέρχονται βίαια μέσα, θέλουν να καθορίζουν τις απόψεις, την έκφραση της γνώμης, τον τρόπο ζωής, την ίδια την ελευθερία μας. Η κατάργηση του άβατου είναι το πρώτο βήμα για να πούμε τα αυτονόητα:

  • Ο χουλιγκανισμός, οι βανδαλισμοί και η αλητεία δεν μπορούν να βαφτίζονται πολιτική δράση.
  • Δεν ζούμε στη χώρα που όλα επιτρέπονται.
  • Δεν δεχόμαστε την παρακμή ως κανονικότητα.

Η κατάργηση του άβατου είναι το πρώτο βήμα για τη διασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και ουσιαστικά για την αποκατάσταση του πανεπιστημιακού ασύλου.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.
  • εδώ slpress.gr

Ποιος απειλεί την Τουρκία;

0

Μετάφραση του άρθρου Who threatens Turkey? από τον αναγνώστη μας Wan Werf

Καθ. Μάριος Ευρυβιάδης

Μας μισούν όλοι;” Αυτό ήταν το ερώτημα που έθεσε στην τακτική στήλη του ο εκλιπών δημοσιογράφος Mehmet Ali Birand. Η στήλη του Μπιράντ στην εφημερίδα Hurriyet μεταφράζεται τακτικά στην Turkish Daily News (8 Φεβρουαρίου 2001):
Εάν κοιτάξουμε αυτο το σκηνικό, στη γειτονιά της Τουρκίας, ένα ερώτημα πάντοτε γεννιέται στο μυαλό ενός ατόμου: Οι χώρες μπορεί να έχουν προβλήματα με τους μακρινούς και στενούς γείτονές τους, ακόμη και με τους συμμάχους τους. Ωστόσο, κανείς δεν έχει τόσες διαφωνίες με τους συνεργάτες του όσες εμείς. Κάτι δεν πάει καλά. Είτε όλοι νιώθουν εχθρότητα προς εμάς (!) είτε κάνουμε κάτι λάθος. Τι λέτε, ποιο είναι το σωστό;”
Όταν το ζητάει η περίσταση ο Μπιράντ , ξαναθέτει την ίδια ερώτηση ή κάποια παραλλαγή της στα άρθρα του: Οι Τούρκοι έχουν πάντα δίκιο και είναι όλοι λάθος;

Ο Μπιράντ (1941-2013) ήταν ένας από τους πιο αξιόπιστους και ισχυρούς Τούρκους δημοσιογράφους, ο οποίος έγραψε εξαιρετικές και πρωτότυπες ιστορίες, συμπεριλαμβανομένων εξαιρετικών βιβλίων για το ρόλο του Τουρκικού Στρατού στην πολιτική και ασχολήθηκε με θέματα εξωτερικής πολιτικής, γενικά. Το 2006 αποκαλύφθηκε ότι το Τουρκικό Βαθύ Κράτος (Derin Devlet) διέταξε έναν από τους πιο διάσημους δολοφόνους του, ο οποίος είχε το ψευδώνυμο “Yesil” (Πράσινος) να τον στοχοποιησει για δολοφονία.

Πριν από μισό αιώνα, στο Τελ Αβίβ στις 16 Αυγούστου 1953 ο ισραηλινός επιτετραμμένος στην Τουρκία Maurice Fisher έγραψε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα
“Οι σχέσεις μας με την Τουρκία είναι εξαιρετικά καλές τελευταία…[αλλά] αυτές οι καλές σχέσεις θα μπορούσαν να επιδεινωθούν εν μιά νυκτί, και θα πρέπει να διδαχθούμε από την πικρή εμπειρία των άλλων. Οι Τούρκοι δεν έχουν ακόμα επιτύχει ένα πρότυπο με το οποίο, σε περίπτωση διαφωνίας με άλλο κράτος, θα μπορούν να σταθμίσουν τις θέσεις αμφότερων των πλευρών. Γι’ αυτούς υπάρχει μια μοναδική αρχή: Σε οποιαδήποτε σύγκρουση με αλλοδαπό, είτε πρόκειται για ιδιώτη, είτε για επιχείρηση, είτε για κράτος, ο Τούρκος έχει πάντα δίκιο.».
[Πηγή: Amikam Nachmani , Ισραήλ, Τουρκία και Ελλάδα: Ανήσυχες Σχέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Λονδίνο: Frank Cass, 1987, σ. 43.]

Και σήμερα, λόγω της σοβούμενης κρίσης στις σχέσεις Τουρκίας-Αμερικής, να μια ακόμη άποψη που εξέφρασε ένας πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου, με εκτεταμένες υπηρεσίες στην Τουρκία. Ήταν ο Justin Galen (ψευδώνυμο) του οποίου το άρθρο, “Η Τουρκία ως αυτοτραυματισμένη πληγή: Οι Επιλογές Περιορισμού της Αμυντικής Πολιτικής των ΗΠΑ”, δημοσιεύθηκε στην “Εφημερίδα των Ενόπλων Δυνάμεων International” (Τόμος 117 αρ. 10, 1980). Είναι σημαντικό οτι , το άρθρο δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 1980, λίγους μήνες πριν το πραξικόπημα του Kenan Evren. Ο Μπιράντ παραθέτει αποσπάσματα από αυτό στο υπέροχο βιβλίο του, “Το Πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου”(1973).

Στην καλά τεκμηριωμένη ανάλυσή του, ο Γκάλεν διαφωνεί με τις φιλοδοξίες της Άγκυρας για άσκηση περιφερειακής και παγκόσμιας εμβέλειας εξουσία. Επιπλέον, εγείρει ερωτήματα σχετικά με το ρόλο και την αλαζονεία του Τουρκικού Στρατού, όπως αυτά καταδεικνύονται από τις μη ρεαλιστικές απαιτήσεις των στρατηγών του για προηγμένη μεταφορά αμερικανικού εξοπλισμού και τεχνολογίας, σε μια εποχή που η οικονομία της χώρας είχε ήδη καταρρεύσει (1979-80). Συνεπώς, ο Galen καταλήγει : “Δυστυχώς, εάν οι ΗΠΑ πρέπει ποτέ να θέσουν το ερώτημα ‘Ποιος έχασε την Τουρκία;’ Η απάντηση θα είναι η ίδια με αυτή του Ιράν: Θα είναι οι Τούρκοι που έχασαν την Τουρκία”.

Παρεμπιπτόντως, το παραμύθι “Ποιος έχασε την Τουρκία;” ήταν το αγαπημένο κλισέ των Τουρκοφίλων στην Ουάσινγκτον για δεκαετίες. Όποια και αν ήταν η κρίση μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας,απ τις πολλές στην περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η διαφορά στην Ουάσινγκτον ήταν πάντα μεταξύ εκείνων που υποστήριζαν ότι οι ΗΠΑ δεν κάνουν αρκετά για την Τουρκία και των υπολοίπων που υποστήριζαν ότι οι ΗΠΑ πρέπει να κάνουν περισσότερα. Ο κοινός παρονομαστής και για τις δύο σχολές ήταν ότι η Τουρκία ήταν, είναι και θα είναι πάντα, ένας “απαραίτητος σύμμαχος”, αλλά δυστυχώς παραμένει “παραμελημένη” και, ακόμα χειρότερα, υφίσταται “άδικη” μεταχείριση από τους δυτικούς συμμάχους της και τις ΗΠΑ ειδικότερα. Έτσι οι “Τούρκοι έχουν πάντα δίκιο” και, δικαιολογημένα έχουν τα ξεσπάσματα τους και δικαιολογημένα συμπεριφέρονται και ενεργούν όπως κάνουν, επειδή δεν λαμβάνουν τίποτε άλλο παρά αγνωμοσύνη από τους συμμάχους τους ,παρά τις θυσίες και τα έξοδα που υφίστανται για την ασφάλεια της Δύσης.

Αυτή ακριβώς είναι η θέση που υιοθέτησε ο Πρόεδρος Τραμπ στην πιο πρόσφατη ρήξη μεταξύ Ουάσινγκτον και Άγκυρας, η οποία επικεντρώνεται στο ρωσικό αντιπυραυλικό σύστημα S-400. Οι Τούρκοι δεν ευθύνονται για την αγορά του ρωσικού συστήματος, ισχυρίστηκε ο Τραμπ. Ήταν λάθος του Ομπάμα. Τους μεταχειρίστηκε “άδικα” αρνούμενος να τους πουλήσει το σύστημα Patriot και έτσι τους ανάγκασε να στραφούν στη Μόσχα. Ωστόσο, όλοι στην Ουάσινγκτον γνωρίζουν ότι ο λόγος που απέτυχε η συμφωνία για τους Patriot ήταν επειδή οι Τούρκοι απαίτησαν να αποκτησουν το σύστημα Patriots,με όλες τις δυνατότητες του ξεκλειδωμένες καθώς και την υψηλή τεχνολογίας του και το βασικό λογισμικό του. Γνωρίζουν επίσης ότι χρόνια πριν ,οι Τούρκοι προσπάθησαν και δεν κατάφεραν να εκβιάσουν τις ΗΠΑ με το να διαπραγματεύονται με τους Κινέζους για την αγορά αντιπυραυλικού συστήματος από το Πεκίνο.

Ωστόσο, στη θέση του υπέρ των Τούρκων, ο Τραμπ απλά μιμούνταν τον Ομπάμα. Όταν ανέλαβε την εξουσία το 2009 ο Ομπάμα ,επέλεξε την Τουρκία ως την πρώτη του ξένη επίσκεψη, επαινώντας την ηγεσία του Ερντογάν και την Τουρκία ,ως μοντέλο και μετριοπαθή ισλαμική δημοκρατία. Το έκανε για να επανορθώσει την “άδικη” μεταχείριση του προκατόχου του. Μέχρι τότε και από το 2003, η Κυβέρνηση Μπους είχε υποβαθμίσει ανεπίσημα τις σχέσεις με την Άγκυρα περιορίζοντας τις ανταλλαγές, τις επισκέψεις και τις επαφές ειδικά με Τούρκους αξιωματούχους στην Αμερικανική πρωτεύουσα, λόγω του πολέμου στο Ιράκ το 2003. Το 2003, οι Τούρκοι συμμετείχαν στο αγαπημένο τους ανατολίτικο παιχνίδι εκβιασμού, απαιτώντας έως 90 δισεκατομμύρια δολάρια (ο Πρωθυπουργός Γκιούλ σε επίσκεψη στον Κόλιν Πάουελ στην Ουάσιγκτον DC) και παραχωρήσεις εναντίον της Κύπρου και των Κούρδων, ώστε να επιτραπεί στις αμερικανικές δυνάμεις να ανοίξουν δεύτερο μέτωπο εναντίον του Χουσεΐν μέσω της Τουρκίας. Ο Μπους τους προσέφερε 30 δισ., παραχωρήσεις για την Κύπρο και τους Κούρδους, ωστόσο δεν εκπλήρωσε το αίτημά τους για έναρξη “παράλληλης επίθεσης ” και ανεξάρτητης από την Αμερικανική διοίκησης, εναντίον των Κούρδων του Ιράκ. Προσβεβλημένοι, οι Τούρκοι αρνήθηκαν την πρόσβαση, απόφαση η οποία κόστισε ζωές, δισεκατομμύρια δολάρια και τεράστια απογοήτευση στον Μπους και στους σχεδιαστές του Πενταγώνου.

Ατάραχη η επερχόμενη Κυβέρνηση Ομπάμα κατηγόρησε τον Μπους για την αποτυχία κατανόησης των αναγκών της Τουρκίας για “ασφάλεια” και για την “άδικη μεταχείριση” τους. Κατά ειρωνεία της τύχης, ο Ομπάμα κατάλαβε το βρώμικο παιχνίδι της Τουρκίας και του Ερντογάν- του κάποτε “καλύτερου φίλου” του- στη Μέση Ανατολή, μόνο προς το τέλος της θητείας του.

Αυτό που ακούμε επίμονα από τον Ερντογάν, τον τουρκικό στρατό, τους ισλαμιστές, τους κεμαλιστές, τους δημοσιογράφους κάθε είδους, και από τους υπόλοιπους, είναι ότι η Τουρκία -την οποία δεν αποτυγχάνουν ποτέ να υπενθυμίσουν ότι έχει το δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στην Ατλαντική Δύση- τελεί υπό καθημερινές απειλές από δυνάμεις που είτε θέλουν να την διαμελίσουν είτε να την εμποδίσουν να επιτύχει παλιές δόξες ως κληρονόμος της αυτοκρατορίας. Το μόνο που θέλει η Τουρκία, και το λεει παντου ξανά και ξανά, είναι αυτό που της ανήκει “δίκαια” και το οποίο της αφαιρέθηκε “άδικα”. Θέλει αυτό που της δίνει το δικαίωμα να έχει κατα το διεθνές δίκαιο και την δικαιοσύνη – θέλει τη “θέση της κάτω από τον ήλιο”, τίποτα περισσότερο. Ο Αχμέτ Νταβούτογλου, ο άλλοτε υπουργός Εξωτερικών και Πρωθυπουργός στην πραγματικότητα χρησιμοποίησε οπως η Γερμανια στον ΒΠΠ τη λέξη “lebensraum” ζωτικό χώρο, για να περιγράψει την τουρκική πολιτική. Η Τουρκία πρέπει, συνεπώς, να εξοπλιστεί μέχρι τα δόντια, να εδραιώσει την τουρκική ειρήνη στη γειτονιά της, και έτσι να αποκτήσει ειρηνικά αυτό που δικαιωματικά της ανήκει.

Αλλά ποιος απειλεί την Τουρκία, στ αλήθεια; Σίγουρα όχι οι Ρώσοι, οι μόνοι με πραγματικές δυνατότητες να το κάνουν. Αλλιώς γιατί να αγοράσεις τους S-400 και εν γνώσει σου να βάλεις ένα Δούρειο Ίππο εντός των τειχών σου; Θα μπορούσαν να είναι οι Ιρανοί; Δεν υπήρξε πόλεμος μεταξύ Τούρκων και Περσικών για σχεδόν τρεις αιώνες και τα σύνορά τους ήταν ιστορικά τα πιο σταθερά στην περιοχή. Μπορεί να είναι ανταγωνιστές, αλλά δεν είναι εχθροί. Στην πραγματικότητα, η Άγκυρα και η Τεχεράνη συνεργάζονται εντατικά, ειδικά εναντίον της Ουάσινγκτον. Ο πρόσφατα απελευθερωμένος από φυλακή των ΗΠΑ, Τούρκος τραπεζίτη Mehmet Hakan Atilla, έκανε φυλακή για μια αριστοτεχνικά στημένη επιχείρηση μαζι με Ιρανούς -κατόπιν εντολής των καθεστώτων τους- μια από τις μεγαλύτερες πρόσφατες επιχειρήσεις λαθρεμπορίου χρυσού με σκοπό την υπονόμευση των κυρώσεων κατά του Ιράν. Ο Ερντογάν με την βοήθεια του Ατίλα, ο οποίος διοικεί την Τουρκική κρατική τράπεζα Halkbank ,γνώριζε το σχέδιο για – πετρέλαιο έναντι χρυσού με σκοπό να παρακάμψει τις κυρώσεις των ΗΠΑ . Ο Ερντογαν τον καλωσόρισε ένθερμα πίσω στην Τουρκία και του προσέφερε νέα θέση εργασίας.

Θα μπορούσε η απειλή κατά της Τουρκίας να προέλθει από τους γείτονές της, το Ιράκ και τη Συρία; Και οι δύο χώρες έχουν εδώ και χρόνια πέσει στο καναβάτσο και αιμορραγούν . Δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους έναντι επαναλαμβανόμενων τουρκικών επιθέσεων. Τα εδάφη του Ιράκ και της Συρίας βρίσκονται υπό τουρκική κατοχή. Στην πραγματικότητα, το ιρακινό έδαφος δέχεται επίθεση από την Τουρκία από το 1978. Το Ιράκ και η Συρία απειλούν πραγματικά την Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ;

Μπορεί να είναι η Σαουδική Αραβία, τότε. Σοβαρά τώρα. Μιλάμε για μια χώρα που δεν μπορεί να χειριστεί την Υεμένη, τον φτωχό και ρημαγμένο από τον εμφύλιο πόλεμο γείτονά της.

Σίγουρα ο Λίβανος και η Ιορδανία δεν απειλούν την Τουρκία. Μπορεί να είναι το Ισραήλ και η Αίγυπτος, τότε. Ούτε που έχουν απειλήσει ποτέ την Τουρκία. Αλλά και οι δύο την αποτρέπουν από το να συμπεριφέρεται σαν νταής εναντίον τους. Και αυτό απογοητεύει την Άγκυρα. Έχει συνηθίσει να εκφοβίζει την Κύπρο και να αυταπατάται ότι μπορεί να τη γλιτώσει σε όλη τη Μεσόγειο. Το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα. Με το νατοϊκό στρατό της αποτρέπει επίσης την Τουρκία απ το κυρίαρχο φετίχ της για παιχνίδια κυριαρχίας . Υπάρχει διαφορά μεταξύ αποτροπής και απειλής που η πολεμοχαρής ελίτ της Τουρκίας δεν μπορεί να κατανοήσει.

Άφησα την Κύπρο τελευταία. Είναι η τρίτη χώρα στην περιοχή της οποίας τα εδάφη — σχεδόν το 40 τοις εκατό — τελούν υπό Τουρκική στρατιωτική επιχείρηση, στην περίπτωσή της από το 1974. Στην πραγματικότητα, το κατεχόμενο από την Τουρκία τμήμα της Κύπρου έχει μετατραπεί σε τουρκική αποικία με την εθνοκάθαρση να έχει πλέον ολοκληρωθεί και μέρη της κατεχόμενης από την Τουρκία Συρίας και Ιράκ να μοιάζουν πλέον με αυτά της Κύπρου.

Ο Ερντογάν έχει χαρακτηρίσει την Κύπρο — με πληθυσμό μικρότερο από ένα εκατομμύριο και καθόλου ναυτικό ή αεροπορία — ως “υπαρξιακή απειλή” για την Τουρκία! Και συνεχώς την εκφοβίζει και την απειλεί, αυτή τη στιγμή την περιτριγυρίζει με φρεγάτες και υποβρύχια και αυθαίρετες γεωτρήσεις στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της, ισχυριζόμενος ότι η Κύπρος, ένα νησί, δεν έχει ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ επειδή και οι δύο ανήκουν στην Τουρκία, μια πολύ, πολύ, μεγαλύτερη χώρα. Υπάρχοντας απλώς η Κυπριακή Δημοκρατία δημιουργεί “αδικία” εναντίον της Τουρκίας, η οποία πρέπει να αποκατασταθεί. Είναι σαν να είναι κανείς “αμαρτωλός” όταν δεν είναι “πιστός” και επομένως κάτι πρέπει να γίνει γι’ αυτό.

Δεν υπάρχει πραγματικά κανένα αντεπιχείρημα στην τουρκική λογική για την Κύπρο. Ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσει ο Ερντογάν και οι λεγεώνες του την απειλή από την Κύπρο και να γιορτάσουν τα εκατό χρόνια μιας Τουρκίας το 2023 με σιγουριά, είναι να καταβάλουν από τώρα την προκαταβολή για το ρωσικό S-700, το οποίο φημολογείται ότι βρίσκεται ήδη σε στάδιο σχεδιασμού.

Στην πραγματικότητα, η Τουρκία είτε κυβερνάται από τους ισλαμιστές είτε από τους κεμαλιστές, αποτελεί απειλή για τον εαυτό της. Αυτή είναι η πραγματικότητα στην Τουρκία σήμερα. Μετά τη συστηματική εξάλειψη των μη Μουσουλμανικών μειονοτήτων, οι Κεμαλιστές πίστευαν ότι θα μπορούσαν να χειριστούν τον μη Τουρκικό πληθυσμό, τους Κούρδους και τους Αλεβίτες , υποτάσσοντας τους στον τουρκισμό”, αλλά αφήνοντας τους στον μεσαίωνα . Οι Ισλαμιστες δοκίμασαν το ίδιο με τους Σουνιτες . Όταν ένα κράτος προσπαθεί, στην καλύτερη περίπτωση, να αγνοήσει το ήμισυ του πληθυσμού του -τους Κούρδους και τους Αλεβίτες- και, ακόμη χειρότερα, να τους επιτεθεί βίαια, αυτό το κράτος αποτελεί απειλή για τον εαυτό του. Κανένας ξένος δεν τοαπειλεί. Ο Birand ήξερε για τι πράγμα μιλούσε θέτοντας την ερώτηση όπως την έκανε.

Η κεμαλική Τουρκία απέτυχε επειδή στο όνομα του υποτιθέμενου κοσμικού κράτους, δημιούργησε ένα ρατσιστικό κράτος με κεμαλιστές στο τιμόνι. Οι ισλαμιστές προσπαθούν να κάνουν το ίδιο αντίστροφα. Και για τους δύο, τα εσωτερικά πραξικοπήματα – είτε στρατιωτικά είτε άλλα – λειτουργούν ως εσωτερική βαλβίδα ασφαλείας. Και η δήθεν “εχθρότητα” των γειτόνων τους, διασφαλίζει ότι το δαιμόνιο – derin devlet-το βαθύ κράτος, θα διαιωνίζεται και μαζί με αυτό ο τουρκικός ρατσισμός, ο σαλαφισμός και η διεφθαρμένη ελίτ διαμέσου της καθημερινής διακυβέρνησης.

http://infognomonpolitics.blogspot.com/2019/08/blog-post_653.html