Αρχική Blog Σελίδα 2621

«Από το {αδέλφια μας Σύριοι} το 67,7% των Τούρκων έφτασε στο {έξω οι Σύριοι}, λόγω πολιτικαντισμού αλλά και οικονομικής κρίσης»

1

Του Αλκη Καλλιαντζίδη, Οικονομολόγου [email protected]    www.kalkis.eu

Οι «δημοκρατίες» τύπου Ερντογάν φτιασιδώνονται με τη διενέργεια εκλογών σε τακτά χρονικά διαστήματα και συνακόλουθα με τις αντίστοιχες προεκλογικές καμπάνιες κατά τις οποίες όμως το παιχνίδι γίνεται με σημαδεμένη τράπουλα. Τα χρήματα και τα ΜΜΕ ελέγχονται σχεδόν πλήρως από το φαβορί. Τον Ερντογάν πασά. Ακόμα και με τους συστημικούς αντιπάλους του, όπως ο κεμαλιστής Εκρέμ Ιμάμογλου, είδαμε πρόσφατα ότι ζήτησε επαναληπτικές δημοτικές εκλογές που έχασε και τις δυο φορές. Οι αντι-συστημικοί αντίπαλοί του, π.χ. οι Τούρκοι κουρδικής καταγωγής αποκλείονται από τις εκλογές για πολλούς τυπικούς λόγους, χαρακτηριζόμενοι ως «τρομοκράτες», αν δεν φυλακίζονται. ‘Η κι όταν εκλέγονται στις κουρδικές περιοχές, όπως πρόσφατα εκλεγέντες δήμαρχοι, τους καθαιρεί ο Ερντογάν για δήθεν ενίσχυση της τρομοκρατίας και στη θέση τους τοποθετεί Επιτρόπους του καθεστώτος του. Παράδειγμα : ακόμη και ο πρώην πρωθυπουργός του, ο Αχμέτ Νταβούτογλου στηλίτευσε την καθαίρεση στις 19 Αυγούστου 2019 τριών δημάρχων πόλεων της ανατολικής Τουρκίας — Ντιγιάρμπακιρ, Μάρντιν, Βαν — που ανήκουν όλοι στο Κόμμα Δημοκρατίας του Λαού (HDP, που εκφράζει την κουρδική μειονότητα) και την άσκηση διώξεων σε βάρος τους για υποτιθέμενους δεσμούς με τους κούρδους αυτονομιστές αντάρτες.

Όμως το θέμα του άρθρου μου σήμερα είναι άλλο. Είναι η προσφυγική πολιτική του. Ένας δικτάτορας, όπως είναι ο νταής γείτονάς μας στη γενικότερη εσωτερική πολιτική και γεωπολιτική  του συμπεριφορά, δεν θα μπορούσε να είναι ένας καλοσυνάτος και ανθρωπιστής σε σχέση με τους 3,6 εκατ. Σύριους πρόσφυγες, που βρίσκονται στην Τουρκία και με μέγιστη πιθανότητα να αυξηθούν, ιδιαίτερα αν επαναρχίσουν οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί του Ασάντ στην περιοχή της περιοχής Ιντλίμπ.

Στην αρχή της συριακής κρίσης, και τις ασταμάτητες προσφυγικές ροές που δημιούργησε αυτή το 2015 προς την Ελλάδα της κ. Τασίας, ο Ερντογάν πέρασε , ως «καλός» ισλαμιστής, στο popolo της Τουρκίας το σλόγκαν «τα αδέλφια μας οι Σύριοι», αφού είναι κατατρεγμένοι μουσουλμάνοι και οι περισσότεροι από αυτούς πολιτικοί αντίπαλοι του Ασάντ τον οποίο δεν ήθελε και δεν θέλει στην συριακή εξουσία. Και αυτή είναι μια από τις μεγάλες διαφορές του με τον ορθόδοξο χριστιανό εταίρο του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Ας εξετάσουμε να δούμε ποια είναι τα πληθυσμιακά και οικονομικά δεδομένα των Σύριων προσφύγων στην Τουρκία και ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη όπου ο τουρκικός πολιτικαντισμός εκμεταλλεύθηκε και το προσφυγικό πρόβλημα για να κερδίσει 2 φορές τις δημοτικές εκλογές.

Η πόλη του Βοσπόρου φιλοξενεί το μεγαλύτερο μερίδιο των 3.6 εκατομμυρίων επιζώντων του εμφυλίου πολέμου της Συρίας που είναι εγκατεστημένοι στο τουρκικό έδαφος. Αλλά για την Άγκυρα, η πόλη έχει φτάσει στο μέγιστο όριο της δυναμικότητάς της. Αυτό ανέφεραν στις 1-8-2019 στον ηλεκτρονικό Le Monde οι δημοσιογράφοι του Marie Jégo και του Benjamin Barthe.

Το τελευταίο διάστημα, σύμφωνα με το ρεπορτάζ τους, η συνοικία Fatih της πόλης έχει αλλάξει πρόσωπο. Το ρεύμα Σύριων προσφύγων, συνηθισμένων να περιπλανώνται στους δρομάκους αυτής της συνοικίας της ευρωπαϊκής πλευράς της Κωνσταντινούπολης στην οποία έδιναν την εμφάνιση μιας «μικρής Δαμασκού», έχει συρρικνωθεί. «Πολλοί άνθρωποι κρύβονται στο σπίτι τους ή περιορίζουν τις μετακινήσεις τους στη διαδρομή από το σπίτι και  την εργασία τους», λέει χαμηλόφωνα ο Mahmoud, ένας νεαρός από το Χαλέπι, ο οποίος εργάζεται ως σερβιτόρος σε ένα συριακό εστιατόριο στην περιοχή. Η πίεση από τις τουρκικές αρχές είναι πολύ μεγάλη. Οι παράνομοι φοβούνται μήπως σταλούν πίσω στη Συρία». Αυτό το κλίμα φόβου είναι το αποτέλεσμα της εκστρατείας σύλληψης και απέλασης που η Νομαρχία της Κωνσταντινούπολης ξεκίνησε στα μέσα Ιουλίου κατά των δεκάδων χιλιάδων Συρίων που διαμένουν παράνομα στην πόλη του Βοσπόρου. Μια κατηγορία που καλύπτει τόσο εκείνους των οποίων η άδεια παραμονής αναφέρει μια άλλη πόλη κατοικίας, εκτός από την Κωνσταντινούπολη, και εκείνων που στερούνται όλων των απαραίτητων εγγράφων.

Αυτός ο πληθυσμός, ο οποίος εκτιμάται από το Διεθνές Γραφείο Μετανάστευσης (IOM) μεταξύ 100.000 και 300.000 ανθρώπων, προστίθεται στους 550.000 Σύριους που ζουν νόμιμα στη μεγαλούπολη των 16 εκατομμυρίων κατοίκων. Ο οικονομικός πνεύμονας της Τουρκίας, πλούσιος σε μικρο-δουλειές, η Κωνσταντινούπολη, είναι η πόλη που φιλοξενεί το μεγαλύτερο μέρος των 3.6 εκατομμυρίων Σύριων στο τουρκικό έδαφος. Το κυνήγι των παράνομων μεταναστών λαμβάνει τη μορφή αιφνιδιαστικών ελέγχων ταυτότητας σε σταθμούς μετρό και σιδηροδρομικούς σταθμούς και σε εμπορικές επιχειρήσεις που κατέχονται ή στις οποίες συχνάζουν  Σύριοι. Από τους 4.000 ανεπιθύμητους που συλλήφθηκαν τον τελευταίο καιρό, οι περισσότεροι έχουν επιστραφεί στην περιοχή καταγωγής τους. Ωστόσο, αρκετές εκατοντάδες απελάθηκαν επίσης στη βορειοδυτική Συρία, κατά παράβαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, η οποία συχνά βομβαρδίζεται από το συριακό στρατό και τον ρωσικό σύμμαχό του. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη (ΟΗΕ), τουλάχιστον 450 πολίτες έχουν σκοτωθεί από την αρχή της επίθεσης τον Απρίλιο, συμπεριλαμβανομένων 100 κατά τις τελευταίες 10 ημέρες στα τέλη Ιουλίου.

Αναγκαστική η υπογραφή μιας δήλωσης για εθελοντικό επαναπατρισμό

Οι τουρκικές αρχές ισχυρίζονται, ψευδώς, ότι αυτοί οι επαναπατρισμοί ήταν όλοι εθελοντικοί, αλλά πολλές περιπτώσεις επιβεβαιώνουν το αντίθετο. Κατά την παραπάνω ίδια πηγή, ο Amjad Tablieh π.χ., ένας 18χρονος Σύριος πρόσφυγας, συνελήφθη στις 20 Ιουλίου 2019, όχι μακριά από τη συνοικία Φατιχ, ενώ έκανε τα ψώνια του. Επειδή δεν ήταν σε θέση να δείξει την άδεια παραμονής του, που την είχε αφήσει στο σπίτι του, ο νεαρός άνδρας στάλθηκε πίσω στη Συρία, αφού εξαναγκάστηκε να υπογράψει ένα έγγραφο που βεβαίωνε τον «εθελοντικό» χαρακτήρα της απέλασής του. Πάει περίπατο δηλαδή το σλόγαν «αδέλφια μας Σύριοι».

Σε ένα βίντεο στο διαδίκτυο, ο 15χρονος Mohamed Mustawi ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο τρόπο, ενώ είχε κατοικία στη Sanliurfa, στη νοτιοανατολική Ανατολία. Ο Amr Dabboul, ένας πρόσφυγας 27 ετών, υποψήφιος για μετανάστευση στην Ευρώπη, με τον οποίο ο Le Monde μπόρεσε να έρθει σε επαφή, μέσω της εφαρμογής WhatsApp, βρέθηκε κι αυτός υποχρεωμένος να παραιτηθεί από την άδεια παραμονής του. «Ήμουν φυλακισμένος στα μέσα Ιουλίου 2019, αφού συνελήφθηκα από τους Τούρκους λιμενικούς, στα ανοιχτά της Σμύρνης, ενώ βρισκόμουν σε ένα πλοίο με κατεύθυνση την Ελλάδα», δήλωσε ο Σύριος. Μου εξήγησαν ότι θα μπω φυλακή, όσο θα αρνούμαι να υπογράψω τη διαταγή εθελοντικής απέλασης. Έτσι υπέκυψα  και με έστειλαν πίσω στη Συρία». Μου θυμίζουν οι εν λόγω μαρτυρίες το πώς έβαζαν οι τότε ελληνικές μετεμφυλιακές αρχές τους έλληνες κομμουνιστές ή και λοιπούς δημοκράτες, να υπογράφουν «εθελοντικά» ότι «αποκηρύσσουν πλέον τον κομμουνισμό». Διαφορετικά τους περίμεναν τα ξερονήσια και τα λοιπά διοικητικά εμπόδια (μη έκδοση διαβατηρίου, διπλώματος οδήγησης, μη διορισμός στο δημόσιο τομέα, κλπ).

Η Τουρκία προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτή τη σκλήρυνση της στάσης της με το γεγονός ότι έχει φτάσει στο μέγιστο δυνατό σημείο της ικανότητάς της φιλοξενίας. Είναι η χώρα με τον μεγαλύτερο αριθμό Σύριων στον κόσμο, σχεδόν 4 φορές περισσότερους από όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) μαζί. Ξεχνάει βέβαια ότι χώνει τη μύτη της παντού.  Ότι συμμετέχει ενεργά στον εμφύλιο της Συρίας μαζί με τη Ρωσία, όπως κάνει τώρα και στη Λιβύη. Και ύστερα λέει έχω πολλούς πρόσφυγες ! Σύμφωνα με μια έρευνα που διεξήχθη στις αρχές Ιουλίου 2019 από το ιδιωτικό πανεπιστήμιο Kadir Has της Κωνσταντινούπολης, το ποσοστό των Τούρκων που αντιτίθενται στη παρουσία Σύριων αυξήθηκε από 54,5% που ήταν το 2018 στο 67,7% το 2019.

Για ποια φιλο-συριακή αδελφοσύνη λοιπόν μιλούσαν οι πολεμοχαρείς ;

Στόχοι ξενοφοβικών λόγων οι Σύριοι πρόσφυγες στην Τουρκία

Χτυπημένα από τον πληθωρισμό (ας είναι καλά η υποτιμημένη τουρκική λίρα) και τη μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, τα τουρκικά νοικοκυριά εγκρίνουν ολοένα και λιγότερο την πολιτική υποδοχής των Σύριων «αδελφών», που επιβλήθηκε από το 2012 από τον Ερντογάν. Στο ΑΚΡ, το Ισλαμικό-Συντηρητικό κυβερνών κόμμα του, επιβλήθηκε η άποψη  ότι η απώλεια του Δήμου  της Κωνσταντινούπολης στις δημοτικές εκλογές της 23ης Ιουνίου 2019 οφείλεται στην πολιτική αυτή. Ο  Ερντογάν, ο οποίος είχε εγκωμιάσει πριν από τρία χρόνια τον υποτιθέμενο ρόλο των Συρίων για την αποτροπή του πραξικοπήματος που τον στόχευσε, ευθυγραμμίζεται ολοένα και περισσότερο με τις θέσεις του κεμαλιστικού κόμματος CHP,  του οποίου ο ηγέτης, Kemal Kilicdaroglu, επανέλαβε την ανάγκη να «σταλούν όλοι οι Σύριοι σπίτι τους»! (αυτός είναι ο δημαγωγικός τουρκικός πολιτικαντισμός).

«Αυτού του είδους ο πολιτικός λόγος δεν ανταποκρίνεται αληθινά στην επιτόπια πραγματικότητα», δήλωσε στους παραπάνω δημοσιογράφους ο Sinan Hatahet, ένας Σύριος αναλυτής που διαμένει στην Κωνσταντινούπολη».«Είναι αλήθεια ότι η τουρκική εργατική τάξη υποφέρει από τον οικονομικό ανταγωνισμό των Σύριων. Αλλά η μεσαία τάξη έχει  επωφεληθεί πολύ από αυτόν τον πληθυσμό που έχει χρήματα και καταναλώνει». Με την ευκαιρία των πρόσφατων δημοτικών εκλογών, οι πρόσφυγες ήταν ωστόσο ο στόχος των ξενοφοβικών ομιλιών αλλά και παρενόχλησης στο Διαδίκτυο, με τη φράση «έξω οι Σύριοι». Δύο μέρες μετά τη νίκη του, ο Ekrem Imamoglu, μέλος του κεμαλιστικού κόμματος CHP, εξέφρασε τη λύπη του για τα  άφθονα συνθήματα,  γραμμένα στα αραβικά,  σε ορισμένες γειτονιές. «Δεν είναι δυνατό να αλλάξουμε το πρόσωπο της Κωνσταντινούπολης», αναφώνησε ο νέος αιρετός.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 29 Ιουνίου, ένα πλήθος θυμωμένων Τούρκων επιτέθηκε με πέτρες τις συριακές εμπορικές επιχειρήσεις στην περιοχή Küçükçekmece στην Κωνσταντινούπολη. Μια φήμη, αβάσιμη, σύμφωνα με την οποία ένας νέος Σύριος της συνοικίας είχε επιτεθεί σεξουαλικά σε ένα κοριτσάκι, ήταν αρκετή για να πάρουν φωτιά τα «τόπια».

Καμία δίοδος διαφυγής για τους Σύριους

Αναφορικά με τη μάζα των Σύριων προσφύγων, τα περιστατικά αυτά παραμένουν περιορισμένα. Όμως, για τους παρατηρητές, η αύξηση του αισθήματος κατά της Συρίας και η χειραγώγηση του λαού από την τουρκική πολιτική τάξη προμηνύει μάλλον ένα δύσκολο μέλλον. «Η Τουρκία εθεωρείτο ότι είναι  η ασφαλής χώρα για τους Σύριους και αυτός ο χώρος φαίνεται να κλείνει», παρατηρεί ο Nadim Houry, διευθυντής του κύκλου προβληματισμού της  Πρωτοβουλίας της Αραβικής Μεταρρύθμισης (Arab Reform Initiative). «Δυστυχώς αυτή η μισαλλοδοξία προχωρά πολύ πιο γρήγορα από τις διαπραγματεύσεις που υποτίθεται ότι θα θέσουν τέλος στη συριακή σύγκρουση. Η πίεση αυξάνεται στους ώμους των Συρίων, ενώ δεν έχουν ακόμα δίοδο διαφυγής».

Τον γράφοντα δεν τον σκιάζει η καθημερινή μαύρη ανθελληνική τουρκική προπαγάνδα της οπλικής υπεροχής, σε σχέση με τη δική μας αντίστοιχη ισχύ.  Και τούτο διότι ο Ερντογάν προσπαθεί έτσι να κρύψει την οικονομική καταιγίδα που βρίσκεται καθοδόν προς την Τουρκία. Κι αν αυτή πράγματι συμβεί, τότε μπορεί να μιλάμε για τουρκικά παλιοσίδερα.

Το ισχυρότερο τουρκικό όπλο εναντίον μας είναι η εκμετάλλευση του προσφυγικού-μεταναστευτικού και πολύ λιγότερο οι ρωσικοί πύραυλοι S 400 και τα ενδεχόμενα ρωσικά μαχητικά SU 57.

Εμείς, ως έχουμε το δικαίωμα,  πρέπει να δώσουμε τη μάχη αποκάλυψης για τον πακτωλό κοινοτικών πόρων που εισέπραξε (2,22 δις από τα 6 δις που εγκρίθηκαν συνολικά) και θα συνεχίσει να εισπράττει η Τουρκία, παρόλο ότι παραβιάζει τους κανόνες της συμφωνίας του 2016 για τους πρόσφυγες και απειλώντας ιταμά την Ευρώπη και την Ελλάδα ιδιαίτερα.

Τα στοιχεία αυτά παρασχέθηκαν στις 13-8-2019 από την Marie Jégo στον ηλεκτρονικό Le Monde με τίτλο «Στην Τουρκία, μια τραπεζική κάρτα που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση βελτιώνει το επίπεδο της καθημερινότητας των Σύριων προσφύγων» (En Turquie, une carte bancaire financée par l’UE améliore l’ordinaire des réfugiés syriens). Την κάρτα αυτή την διανέμουν η Τουρκική Ερυθρά Ημισέληνος και το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Τροφίμων σε 1,7 εκατ. Σύριους πρόσφυγες, από τα 3,6 εκατ. που βρίσκονται στην Τουρκία, κι όχι ο τουρκικός προϋπολογισμός.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πόσα κέντρα φιλοξενίας υπάρχουν στην Πελοπόννησο;

3

Η κυβέρνηση μετέφερε 1500 μετανάστες απο τη Λέσβο σε ένα χωριό του Κιλκίς, 10 χιλιόμετρα απο τα σύνορα με τα Σκόπια.

Το χωριό, έχει 70 κατοίκους και φιλοξενεί, ήδη, 400 μετανάστες.

Επειδή πάγιο αίτημα της χώρας προς την Ευρώπη είναι  ότι το μεταναστευτικό βάρος πρέπει να κατανεμηθεί σε όλες τις χώρες της Ένωσης, θα θέλαμε να ρωτήσουμε: εφαρμόζει την αρχή αυτή η κυβέρνηση στο εσωτερικό της χώρας; Πόσα κέντρα φιλοξενίας προσφύγων υπάρχουν π.χ. στην Πελοπόννησο;

Αν η κυβέρνηση δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικής κατανομής στο εσωτερικό της χώρας πώς μπορεί να απαιτεί η αρχή να εφαρμοσθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

 

Η τουρκική «γαλάζια πατρίδα»

0
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΥΡΙΓΟΣ*

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 

Την περίοδο 2010-12 το τουρκικό ΓΕΕΘΑ κατέστρωσε ένα σχέδιο με ακραίες τουρκικές διεκδικήσεις εις βάρος των ελληνικών θαλασσίων ζωνών. Οι διεκδικήσεις αποτυπώνονταν σε μια σειρά από χάρτες που καθιστούσαν σαφέστερες τις τουρκικές προθέσεις. Βασικός εμπνευστής των περισσοτέρων ήταν ο νυν υποναύαρχος του γενικού επιτελείου ναυτικού, Τσιχάτ Γιαϊτσί, που δημοσίευσε και σχετική μελέτη.

Είχε προηγηθεί η υπογραφή συμφωνιών θαλασσίων οριοθετήσεων μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας με Αίγυπτο (2003), Λίβανο (2007) και Ισραήλ (2010). Η Τουρκία θεώρησε ότι έπρεπε να αντιδράσει με το προαναφερόμενο σχέδιο, που βασιζόταν στα εξής σημεία:

(α) Ολες οι θαλάσσιες περιοχές δυτικά της Κύπρου (32ος μεσημβρινός) μέχρι και την Κρήτη (28ος μεσημβρινός) αποτελούσαν τμήμα της τουρκικής υφαλοκρηπίδας. Το ίδιο ίσχυε και για το Αιγαίο. (β) Η Κύπρος ως κράτος αλλά και τα ελληνικά νησιά Ρόδος, Κρήτη, Κάρπαθος, Κάσος και Καστελλόριζο δεν διέθεταν υφαλοκρηπίδα παρά μόνον χωρικά ύδατα. (γ) Η Τουρκία εμφανιζόταν ως το «σωστό» κράτος με το οποίο πρέπει να γίνουν όλες οι οριοθετήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.  (δ) Εάν οι παράκτιες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου αγνοούσαν τις συμφωνίες με την Κύπρο και υπέγραφαν νέες συμφωνίες θαλασσίων οριοθετήσεων με την Τουρκία, θα «κέρδιζαν» σημαντικές θαλάσσιες εκτάσεις εν συγκρίσει με τις οριοθετήσεις με Ελλάδα και Κύπρο.

Το όλο σχέδιο συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου της θάλασσας. Η προσπάθεια ανατροπής των συμφωνιών της Κύπρου με τα γειτονικά της κράτη συνιστά τυχοδιωκτική επιλογή που δυναμιτίζει τη σταθερότητα όλης της Ανατολικής Μεσογείου. Η Τουρκία εμφανίζεται ως ο διεθνής ταραξίας. Επιπλέον, η Τουρκία δεν γειτνιάζει γεωγραφικά με το μεγαλύτερο τμήμα της διεκδικούμενης περιοχής και δεν έχει δικαιώματα. Σε κάποιες περιπτώσεις δεν έχει ούτε θαλάσσιο μέτωπο προς την περιοχή. Αντιστοίχως, τα ελληνικά νησιά στην περιοχή είναι πολλά και αξιόλογα. Κατ’ αναλογίαν, σύμφωνα με την τουρκική λογική, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία ως νησιά δεν έπρεπε να έχουν θαλάσσιες ζώνες στον Ατλαντικό Ωκεανό. Αντιστοίχως, είναι σαν να ζητεί η Γαλλία να υπογράψει συμφωνία οριοθετήσεως με τη Λιβύη αγνοώντας την Ιταλία, με το αιτιολογικό ότι η Σαρδηνία και η Σικελία που βρίσκονται ενδιαμέσως είναι νησιά και συνεπώς δεν έχουν υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ…

Τον Απρίλιο του 2012, λίγες ημέρες πριν από τις ελληνικές βουλευτικές εκλογές, δημοσιεύθηκαν στην τουρκική εφημερίδα της κυβερνήσεως εκχωρήσεις θαλασσίων περιοχών δυτικώς της Κύπρου και νοτίως της Ρόδου και του Καστελλόριζου στην κρατική τουρκική εταιρεία πετρελαίου ΤΡΑΟ. Το τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου ανάμεσα στην Κύπρο και στη Ρόδο κατέστη και επισήμως αντικείμενο διεκδικήσεως από την Τουρκία. Το 2018 ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Χουλουσί Ακάρ –που το 2011-12 ήταν υπαρχηγός στο ΓΕΕΘΑ– μας ανακοίνωσε και το όνομα του σχεδίου που η Τουρκία εφαρμόζει από το 2012. Ονομάζεται «μαβί βατάν» που σημαίνει «γαλάζια πατρίδα».

* Ο κ. Αγγελος Συρίγος είναι βουλευτής Ν.Δ. στην Α΄ Αθηνών, αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

https://www.kathimerini.gr/1040941/opinion/epikairothta/politikh/h-toyrkikh-galazia-patrida

Το ΠΑΣΟΚ δεν χαρίζεται, δεν κληρονομείται, δεν τεμαχίζεται σε τιμάρια…

3

Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΡΥΩΤΗ

Ο Ανδρέας Παπανδρέου. Φωτογραφία Dimis Argyropoulos In memoriam:

SEPTEMBER 3, 2019

Σαν σήμερα πριν 45 χρόνια, στις 3 Σεπτεμβρίου 1974, δημιουργήθηκε το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ) από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Είκοσι χρόνια αργότερα, το 1974, είπε την ιστορική φράση, που ακόμα και σήμερα ψιθυρίζεται στα υπόγεια της Χαριλάου Τρικούπη: «Το ΠΑΣΟΚ είναι Κίνημα εξουσίας. Το ΠΑΣΟΚ δεν χαρίζεται, δεν κληρονομείται, δεν τεμαχίζεται σε τιμάρια».

Ήταν ο μοναδικός πολιτικός από την εποχή του Περικλή τον οποίον οι Έλληνες πάντα αναφερόντουσαν μόνο με το μικρό του όνομα και αναμφίβολα θα τον θυμούνται για την εκπληκτική του ευφυΐα και τις τεράστιες ηγετικές πολιτικές του ικανότητες.

Πολλοί από μας όμως, θα τον θυμόμαστε και θα τον έχουμε πάντοτε στην καρδιά μας σαν ένα μεγάλο πανεπιστημιακό δάσκαλο και σαν τον μεγαλύτερο Έλληνα οικονομολόγο της Ελλάδας από την εποχή του Αριστοτέλη.

Κάποτε ο διάσημος καθηγητής του Παπανδρέου, ο Joseph Schumpeter, του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, όταν ήταν νέος στη Βιέννη είχε πει ότι ήθελε να γίνει «ο μεγαλύτερος εραστής της Βιέννης, ο μεγαλύτερος ιππέας της Αυστρίας και ο μεγαλύτερος οικονομολόγος του κόσμου.»

Σίγουρα, ο μαθητής του που είχε παρόμοιες φιλοδοξίες δεν έγινε ποτέ μεγάλος ιππέας . Κάποιοι προσπαθούν τώρα, 23 χρόνια μετά τον θάνατό του, να αμαυρώσουν τη μνήμη του, με ένα πολύ φτηνό και πρόστυχο τρόπο, αναμασώντας την τσίχλα ότι ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ είναι ο κύριος υπεύθυνος για την οικονομική κρίση της πατρίδας μας.

Αλλά το μεγαλείο του ανδρός διαφαίνεται ανεξίτηλα από το μεγάλο μίσος που τρέφει εναντίον του μια μερίδα του ελληνικού λαού που θυμίζει το μίσος που έτρεφε η ίδια μερίδα του λαού στον άλλον μεγάλο του 20ου αιώνα τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Όπως έγραψε ο Γιάννης Δατσέρης: «Σε κάθε τομέα της δημόσιας ζωής, σε κάθε κομμάτι της διοίκησης, για κάθε οργανωτικοπολιτικό θέμα ενός κόμματος, σε κάθε είδος κρίσης υπάρχει τουλάχιστον ένας «Πασόκος» που ξέρει πώς να βρει τα δεδομένα και να τρέξει το πρόγραμμα.»

Σχεδόν όλοι και ιδιαίτερα ο Κυριάκος και ο Αλέξης μας έχουν ξοφλημένους αλλά τα παιδιά του Ανδρέα (όχι τα βιολογικά του) προετοιμάζονται για την επάνοδο σε μια Ελλάδα που ο ίδιος έβαλε τα θεμέλια αλλά δεν πρόλαβε να δει την Ελλάδα να ανήκει στους Έλληνες. Σήμερα τιμώ την μνήμη του, αφιερώνοντάς του αυτό το τραγούδι:


Πηγή: In memoriam: Το ΠΑΣΟΚ δεν χαρίζεται, δεν κληρονομείται, δεν τεμαχίζεται σε τιμάρια… https://hellasjournal.com/2019/09/in-memoriam-to-pasok-den-charizetai-den-klironomeitai-den-temachizetai-se-timaria/

Hundreds of migrants moved from ‘hell’ of overcrowded Greek island

0

  • The island of Lesbos has been sheltering nearly 11,000 people – four times its capacity – with almost 100 more arriving every day from Turkey
Refugees and migrants wait to be transferred from overcrowded Lesbos to mainland Greece on Monday. Photo: EPA
Greek officials and

UN

workers began evacuating hundreds of migrants from the Greek island of Lesbos on Monday, where overcrowding and the crushing heat have made conditions unbearable.

The first group of 635 Afghans at the Moria camp were transferred early on Monday towards the north of Greece, scrambling into police buses under the supervision of UN refugee agency workers.

A migrant woman walks among tents at a makeshift camp for refugees and migrants next to the Moria camp on Lesbos. Photo: Reuters
A migrant woman walks among tents at a makeshift camp for refugees and migrants next to the Moria camp on Lesbos. Photo: Reuters

“I hope to get out of this hell quickly,” said 21-year-old Mohamed Akberi, who arrived at the camp five days earlier.

The migrants were taken onto a ship, the Caldera Vista, bound for the port of Thessaloniki on mainland Greece.

Another 700 migrants are expected to be transferred later on Monday, under a decision taken by the Greek government at an emergency meeting on Saturday.

Refugees and migrants wait to board a ship at the port of Mytilene on Lesbos. Photo: AFP
Refugees and migrants wait to board a ship at the port of Mytilene on Lesbos. Photo: AFP

The government agreed on the emergency transfer of the migrants, prioritising unaccompanied minors and other vulnerable people.

But they also agreed to do away with the appeal procedures for asylum seekers to facilitate their swift return to

Turkey

.

Greece will also step up border patrols with the help of the

EU

border control agency Frontex. Police boats could be seen patrolling regularly off the coast of the island.

There has been growing tension between the two countries over the steady flow of migrants arriving on the Greek islands in the Aegean, which lie just off the Turkish coast.

After the EU signed an agreement with Turkey in March 2016, tighter checks made access to the Greek islands from Turkey more difficult.

But in recent months, nearly 100 people on average have managed to make the crossing every day.

Children from Afghanistan wait to board a catamaran that will transfer them to the mainland from Lesbos. Photo: Reuters
Children from Afghanistan wait to board a catamaran that will transfer them to the mainland from Lesbos. Photo: Reuters

The UN High Commissioner for Refugees said that the island of Lesbos was sheltering nearly 11,000 people at the end of August – four times its capacity.

In August alone, more than 3,000 people had arrived there, said the agency.

And last Thursday, 13 boats carrying 540 people, 240 of them children, arrived at the island – an unprecedented surge in arrivals that has alarmed the relatively new conservative government.

Fahimeh Nourmohammadi said she, her husband and two sons had fled Iran to escape religious radicals there.

On Lesbos for the past three weeks, she did not feel safe, she said. “A few days ago a young adolescent was stabbed in the camp,” she said.

Italy orders migrant ship evacuated over ‘explosive’ conditions

She wants to get her children, 12 and 16, back in school, she added. “At Moria, my children don’t go to school, they are bored and at night they are scared.”

“We came all this way so they could have a future, so they could live in a democracy, and not for them to be in an unsanitary camp,” she added.

Migrants at the Moria camp have complained that the conditions are substandard and that there are no tents for new arrivals.

In Brussels, the EU’s migration commissioner Dimitris Avramopoulos said the commission was ready to help Greece in any way it could with the transfers. The EU remains committed to its 2016 agreement with Turkey and is ready to keep working with Ankara, he added.

https://www.scmp.com/news/world/europe/article/3025401/hundreds-migrants-moved-hell-overcrowded-greek-island

Σύννεφα στον «γάμο» Ρωσίας-Τουρκίας στη Συρία

0

Του Ανδρέα Ματζάκου*

Τρίτη 03 Σεπτεμβρίου 2019, 00:03

Στις 19 Αυγούστου, η αεροπορία της Συρίας προσέβαλε στρατιωτική τουρκική φάλαγγα στην ζώνη αποκλιμακώσεως της επαρχίας Ιντλίμπ, όπου η Τουρκία έχει αναπτύξει δώδεκα παρατηρητήρια κατόπιν κοινής συμφωνίας με Ρωσία και Ιράν. Η προσβολή είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθούν τρεις άνδρες εκ του προσωπικού που συμμετείχε στην φάλαγγα και να τραυματιστούν άλλοι δώδεκα. Η προσβολή δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την άδεια της Ρωσίας, η οποία έχει το έλεγχο του εναερίου χώρου της Συρίας, δυτικώς Ευφράτη ποταμού.

Το γεγονός αυτό, αλλά και όσα προηγήθηκαν όπως θα δούμε, δεν θα είχαν συμβεί, εάν η Ρωσία και Τουρκία μοιράζονταν το ίδιο όραμα για την επομένη ημέρα στην Συρία. Το άρθρο υποστηρίζει ότι τέτοια περιστατικά, αποδεικνύουν ότι εμφανίζονται σύννεφα στον γάμο συμφέροντος μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας στον πόλεμο της Συρίας. Για ποιο λόγο όμως τέτοια προβλήματα την συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Όλα πήγαιναν καλά μέχρι τώρα και ξαφνικά προέκυψαν διαφωνίες; Και τι μπορεί να σημαίνει η εμφάνιση τέτοιων προβλημάτων στην Συρία για το μέλλον των σχέσεων των δυο χωρών;

Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου θα δοθούν στοιχεία για τις Ζώνες Αποκλιμακώσεως (ΖΑ – De-escalation Zones), στη συνέχεια θα αναλυθεί η σχέση των τζιχαντιστών με την επαρχία Ιντλίμπ, ακολουθεί παράγραφος για την τουρκική παρουσία στην εν λόγω επαρχία, θα δούμε πως εμφανίστηκαν τα σύννεφα στις σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας και το άρθρο θα κλείσει με επίλογο.

Ζώνες αποκλιμακώσεως (ΖΑ)

Στα πλαίσια των συνομιλιών που διεξάγονταν καθ’ όλη την διάρκεια του 2017 στην Αστάνα του Καζακστάν με πρωτοβουλία της Ρωσίας, Τουρκία, Ρωσία και Ιράν που διατηρούν στρατιωτικές δυνάμεις στο έδαφος της Συρίας, συμφώνησαν στην δημιουργία τεσσάρων ΖΑ, όπως φαίνεται στον Χάρτη 1- Ζώνες Αποκλιμακώσεως.

w

Σκοπός των ΖΑ ήταν ο περιορισμός των εχθροπραξιών σε περιοχές που κατέχονταν κυρίως από αντάρτες, πολεμίους του Άσαντ. Η Τουρκία, μετά την ολοκλήρωση της επιχειρήσεως «Κλάδος Ελαίας» με την οποία κατέλαβε το κουρδικό καντόνι του Αφρίν (Βλέπε Χάρτη 1, το Βορειοδυτικότερο τμήμα της Συρίας), συμφώνησε στην διάρκεια της συναντήσεως Πούτιν-Ερντογκάν, τον Σεπτέμβριο του 2018 στο Sochi της Ρωσίας, να εκκαθαρίσει την επαρχία Ιντλίμπ από ακραίους τζιχαντιστές, από τους οποίους και θα έπρεπε να αφαιρέσει τον βαρύ οπλισμό. Σκοπός ήταν:

– Η δημιουργία μιας ζώνης ασφαλείας 15-20 Χλμ γύρω από την επαρχία, ώστε τα κυβερνητικά στρατεύματα του Άσαντ να μην έρχονται σε επαφή με τους τζιχαντιστές.

– Η ανεμπόδιστη πρόσβαση στους αυτοκινητοδρόμους Μ5 και Μ4, οι οποίοι συνδέουν την Δαμασκό με το Χαλέπι και το Χαλέπι με την Λατάκεια, αντίστοιχα. (Βλέπε Χάρτη 2- Γεωπολιτικός Χάρτης Συρίας, με κόκκινο χρώμα οι αυτοκινητόδρομοι)

w

Η προθεσμία υλοποιήσεως αυτής της αποστολής έληξε την 15 Οκτωβρίου 2018, χωρίς η Τουρκία να μπορέσει να την φέρει εις πέρας. Έναντι αυτής της υποχρεώσεως της Τουρκίας, η Ρωσία είχε δεσμευτεί να μην επιτρέψει στα κυβερνητικά στρατεύματα να επιτεθούν για κατάληψη της επαρχίας.

Όμως γιατί η Ρωσία ανησυχούσε για την ύπαρξη τζιχαντιστών στην συγκεκριμένη επαρχία; Γιατί ήθελε τον αφοπλισμό τους; Στα ερωτήματα αυτά απαντά η επομένη παράγραφος.

Τζιχαντιστές και Ιντλίμπ

Αμέσως μετά την κατάληψη της πρωτεύουσας του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ) Raqqa στην Συρία, αριθμός τρομοκρατών του ΙΚ κατέφυγαν στην Ιντλίμπ. Στην ίδια περιοχή κατέφυγαν και όσοι εκδιώχθηκαν από τις άλλες τρεις ΖΑ τις οποίες εκκαθάρισε ο στρατός του Άσαντ.

Τον Σεπτέμβριο του 2018, ο ΟΗΕ υπολόγισε ότι στην Ιντλίμπ, υπάρχουν τουλάχιστον 10.000 αντάρτες και τρομοκράτες που σχετίζονταν με την al-Qaeda. Όλοι αυτοί οι αντάρτες ελέγχονται κυρίως από την οργάνωση Hayat Tahrir al-Sham (HTS), η οποία προέρχεται από την al-Qaeda και έχει χαρακτηριστεί από ΗΠΑ και Ρωσία ως τρομοκρατική οργάνωση. Ως τέτοια, είχε εξαιρεθεί από την συμφωνία για τον περιορισμό των εχθροπραξιών στις ΖΑ και συνεπώς το προσωπικό και το υλικό της μπορούσαν να προσβληθούν. Στις τάξεις της HTS, υπάρχουν και πολλοί Ρώσοι Μουσουλμάνοι που προέρχονται από τις δημοκρατίες του Καυκάσου και οι οποίοι είχαν σπεύσει να καταταγούν στους αντάρτες του ΙΚ. Αυτοί, είναι και η μεγάλη ανησυχία της Ρωσίας.

Πλέον αυτού, από τον Αύγουστο του 2018, άρχισαν να εκδηλώνονται επιθέσεις με πυρά όλμων, πυροβόλων και με οπλισμένα drones κατά της ρωσικής αεροπορικής βάσεως στο Khmeimim, οι οποίες συνεχίζονται μέχρι και σήμερα. (Βλέπε Χάρτη 2) Μάλιστα σε κάποιες εξ αυτών, σημειώθηκαν σοβαρές ζημιές σε στρατιωτικά υλικά και απώλειες σε προσωπικό. Η Ρωσία πίεζε την Τουρκία να ελέγξει τους αντάρτες ώστε να σταματήσουν τέτοιες επιθέσεις. Θα μπορούσε όμως η Τουρκία να είχε προλάβει τέτοιες επιθέσεις; Εάν ναι, με ποιόν τρόπο;

Τουρκική παρουσία και στην Ιντλίμπ

Η Τουρκία ανέπτυξε 12 παρατηρητήρια περιμετρικά της επαρχίας, προκειμένου να επιτηρεί την κατάπαυση του πυρός μεταξύ αντιμαχομένων ομάδων, ενώ ταυτόχρονα θα απομάκρυνε ακραίους τζιχαντιστές 15-20 Χλμ πίσω από την γραμμή επαφής με τα κυβερνητικά στρατεύματα. (Βλέπε Χάρτη 3- Τουρκικά Παρατηρητήρια).

s

Η είσοδος τουρκικών στρατευμάτων εντός της επαρχίας δεν θα ήταν δυνατή χωρίς προηγούμενη έγκριση της HTS η οποία αν και δεν ελέγχει ολόκληρη την επαρχία, ελέγχει τις οδικές αρτηρίες από τις οποίες υποχρεωτικώς πρέπει να περάσουν στρατιωτικές φάλαγγες. Ο τουρκικός στρατός έχει επαφές όχι μόνο με την HTS, αλλά και με άλλες σουνιτικές ομάδες αντιφρονούντων οι οποίες δεν ελέγχονται από την HTS, αλλά δρουν στην επαρχία. Άλλωστε αν δεν υπήρχαν επαφές μεταξύ Τουρκίας και τζιχαντιστικών ομάδων, η Τουρκία δεν θα ανελάμβανε την αποστολή να δημιουργήσει ζώνη ασφαλείας και να αφοπλίσει την HTS.

Η αποστολή βεβαίως αυτήν δεν ήταν εύκολη εξ αρχής όμως, η Τουρκία είχε συμφέρον να την αναλάβει, καθόσον:
– Η επαρχία Ιντλίμπ συνορεύει με το κουρδικό καντόνι του Αφρίν. Ύπαρξη τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ιντλίμπ, προσδίδει βάθος στην άμυνα της Τουρκίας στο Αφρίν.

– Η Τουρκία είχε πάντοτε καλές σχέσεις με σουνιτικές ομάδες αντιφρονούντων. Μάλιστα με το ξέσπασμα της κρίσεως το 2011, φιλοξένησε στο έδαφος της αντιφρονούντες οι οποίοι τελικώς σχημάτισαν τον Free Syrian Army (FSA), που αποτελεί και το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον στρατό του Άσαντ. Ο FSA πολέμησε μαζί με τα τουρκικά στρατεύματα στις επιχειρήσεις Ασπίδα του Ευφράτη και Κλάδος Ελαίας, εντός συριακού εδάφους.

– Με τον έλεγχο τέτοιων σουντικών ομάδων η Τουρκία έχει την δυνατότητα όχι μόνο να δημιουργεί προβλήματα με την εκτέλεση δολιοφθορών σε διάφορες περιοχές της Συρίας προκειμένου να έχει λόγο σε κάθε συζήτηση για την επίλυση της κρίσεως, αλλά και να επηρεάζει μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος, σε περίπτωση επιλύσεως της κρίσεως και διεξαγωγής εκλογών.

– Εάν ο Άσαντ πολιορκήσει την επαρχία, οι τζιχαντιστές δεν έχουν άλλη διέξοδο εκτός από την διαφυγή τους σε τουρκικό έδαφος.

Όμως από πότε προέκυψαν σύννεφα στις σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας στην Συρία; Δεν υπάρχει συνεργασία μεταξύ των δυο χωρών, αφού και οι δυο μέσω των συνομιλιών στην Αστάνα προσπαθούν να δώσουν τέλος στον πόλεμο;

Σύννεφα στις σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας

Τα προβλήματα στις σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας για την Συρία, δεν ξεκίνησαν μετά τις επιθέσεις που δέχθηκε η ρωσική βάση στο Khmemim. Μετά την κατάληψη του Αφρίν από τουρκικές δυνάμεις, ο Ρώσος ΥΠΕΞ Λαβρόφ δήλωνε στην Μόσχα στις 9 Απριλίου 2018:

«Η Μόσχα πιστεύει ότι η Τουρκία πρέπει να επιστρέψει το Αφρίν πίσω στον έλεγχο της συριακής κυβερνήσεως. Ο Ερντογκάν δεν είπε ποτέ ότι η Τουρκία ήθελε να κατέχει το Αφρίν»

Η δήλωση αυτή είχε ενοχλήσει το Ερντογκάν ο οποίος είχε απαντήσει με σκληρή γλώσσα στον Ρώσο ΥΠΕΞ. Η Ρωσία, έχοντας ως πάτημα την αθέτηση της Συμφωνίας του Sochi από την Τουρκία, προφανώς και έδωσε το πράσινο φως στα στρατεύματα του Άσαντ να ξεκινήσουν επιθέσεις για την ανακατάληψη του εδάφους της επαρχίας Ιντλίμπ. Οι δε επιθέσεις ξεκίνησαν από τα νότια τμήματα της επαρχίας στις 29 Απριλίου τρέχοντος έτους, με στόχο τα παρατηρητήρια 7 και 10 αρχικά, δηλαδή από το τμήμα που συνορεύει με τις περιοχές που έχουν απελευθερώσει οι δυνάμεις του Άσαντ.

Η σοβαρότερη επίθεση όμως ήταν αυτή που σημειώθηκε κατά της τουρκικής φάλαγγας που ήταν καθ’ οδόν για την ενίσχυση της φρουράς του παρατηρητηρίου 9, στο Morek, με πυρομαχικά και προσωπικό ενός ενισχυμένου Λόχου Πεζικού (300 άνδρες), στις 19 Αυγούστου. Μάλιστα η ρωσική πλευρά είχε ενημερωθεί μέσω στρατιωτικών διαύλων από την αντίστοιχη τουρκική για την κίνηση της φάλαγγας. Η δυσφορία της Ρωσίας για τον τρόπο που η Τουρκία δεν εφήρμοσε τα συμφωνηθέντα στο Sochi, φάνηκαν και από τις δηλώσεις Πούτιν κατά την πρόσφατη συνάντηση του με το Γάλλο πρόεδρο Macron στην Ρωσία. Στην διάρκεια δηλώσεων είπε:

«Η Μόσχα υποστηρίζει τις στρατιωτικές ενέργειες της Δαμασκού στην επαρχία Ιντλίμπ. Θα ήθελα να σημειώσω ότι πριν την υπογραφή στο Sochi της Συμφωνίας για την ΖΑ στην Ιντλίμπ, οι τρομοκράτες ήλεγχαν το 50% της επαρχίας και τώρα αυτό το ποσοστό ανέβηκε στο 90%».

Επίλογος

Το ότι δημιουργήθηκε πρόβλημα στις σχέσεις των δυο χωρών μετά την τελευταία αυτή επίθεση κατά της τουρκικής φάλαγγας, αποδεικνύεται και από την εσπευσμένη αναχώρηση για την Μόσχα, την επομένη της επιθέσεως, 20 Αυγούστου, του επικεφαλής της Τουρκικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΜΙΤ) Hakan Fidan και του εκπροσώπου τύπου της προεδρίας Ibrahim Kalin, για συνομιλίες με τους ομολόγους τους.

Φαίνεται πως η αγορά των S-400, η οποία όπως έχει ξαναγραφεί σε άρθρο από τον ίδιο συντάκτη σ’ αυτό το ιστολόγιο, έγινε για πολιτικούς κυρίως λόγους και όχι για κάλυψη επιχειρησιακών αναγκών, μάλλον παγίδευσε την Τουρκία στην αγκαλιά της Ρωσίας, καθόσον:

– Ούτε η Ρωσία πιστεύει ότι θα αποσπάσει την Τουρκία από την δυτική συμμαχία, με κινήσεις όπως η αγορά ενός αντιαεροπορικού συστήματος, αφού καταλαβαίνει τους γενικότερους γεωπολιτικούς συσχετισμούς.

– Ούτε η Τουρκία πήρε σημαντικά και μόνιμα ανταλλάγματα στην Συρία. Ακόμη και η κατάληψη του Αφρίν, που και αυτή έγινε με την άδεια της Ρωσίας, δεν εξασφαλίζει την παραμονή της Τουρκίας στην Συρία μετά την λήξη των εχθροπραξιών.
– Ουδεμία ενέργεια μπορεί να αναλάβει η Τουρκία στην Συρία, χωρίς την έγκριση της Ρωσίας.

Η Ρωσία ενεργεί ως μεγάλη δύναμη. Αυτός ήταν και ο σκοπός της όταν ανέπτυξε δυνάμεις στην Συρία το φθινόπωρο του 2015: να την ξαναϋπολογίζει η Αμερική στους σχεδιασμούς της και να μην ενεργεί ερήμην της τουλάχιστον στην Μέση Ανατολή. Η Τουρκία δεν είναι η μεγάλη εικόνα για την Ρωσία. Για την Ρωσία, η κάλυψη του κενού που αφήνει η σταδιακή αποχώρηση των ΗΠΑ από την Μέση Ανατολή και η εδραίωση του Άσαντ στην Συρία, είναι στρατηγικοί στόχοι. Ανατροπή του Άσαντ και επικράτηση σουνιτικής κυβερνήσεως στην Συρία, αφού το 65% του πληθυσμού είναι Σουνίτες Άραβες, είναι ένα σενάριο που ο Πούτιν δεν θέλει να σκέπτεται. Και η Τουρκία με τις ενέργειες της, στην παρούσα φάση, αποτελεί εμπόδιο στην Ρωσία για την εκπλήρωση των στόχων της στη Συρία.

* Ο Ανδρέας Ματζάκος είναι Απόστρατος Αξ/κός του ΣΞ και κατέχει MSc στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές. Είναι δόκιμος ερευνητής στον Τομέα Αμυντικών Θεμάτων του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου και μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών.

https://www.liberal.gr/diplomacy/sunnefa-ston-gamo-rosias-tourkias-stin-suria/264928

How Life Became an Endless, Terrible Competition

0
EDMON DE HARO

In the summer of 1987, I graduated from a public high school in Austin, Texas, and headed northeast to attend Yale. I then spent nearly 15 years studying at various universities—the London School of Economics, the University of Oxford, Harvard, and finally Yale Law School—picking up a string of degrees along the way. Today, I teach at Yale Law, where my students unnervingly resemble my younger self: They are, overwhelmingly, products of professional parents and high-class universities. I pass on to them the advantages that my own teachers bestowed on me. They, and I, owe our prosperity and our caste to meritocracy.

Two decades ago, when I started writing about economic inequality, meritocracy seemed more likely a cure than a cause. Meritocracy’s early advocates championed social mobility. In the 1960s, for instance, Yale President Kingman Brewster brought meritocratic admissions to the universitywith the express aim of breaking a hereditary elite. Alumni had long believed that their sons had a birthright to follow them to Yale; now prospective students would gain admission based on achievement rather than breeding. Meritocracy—for a time—replaced complacent insiders with talented and hardworking outsiders.

PENGUIN PRESS

Today’s meritocrats still claim to get ahead through talent and effort, using means open to anyone. In practice, however, meritocracy now excludes everyone outside of a narrow elite. Harvard, Princeton, Stanford, and Yale collectively enroll more students from households in the top 1 percent of the income distribution than from households in the bottom 60 percent. Legacy preferences, nepotism, and outright fraud continue to give rich applicants corrupt advantages. But the dominant causes of this skew toward wealth can be traced to meritocracy. On average, children whose parents make more than $200,000 a year score about 250 points higher on the SAT than children whose parents make $40,000 to $60,000. Only about one in 200 children from the poorest third of households achieves SAT scores at Yale’s median. Meanwhile, the top banks and law firms, along with other high-paying employers, recruit almost exclusively from a few elite colleges.

Hardworking outsiders no longer enjoy genuine opportunity. According to one study, only one out of every 100 children born into the poorest fifth of households, and fewer than one out of every 50 children born into the middle fifth, will join the top 5 percent. Absolute economic mobility is also declining—the odds that a middle-class child will outearn his parents have fallen by more than half since mid-century—and the drop is greater among the middle class than among the poor. Meritocracy frames this exclusion as a failure to measure up, adding a moral insult to economic injury.

Public anger over economic inequality frequently targets meritocratic institutions. Nearly three-fifths of Republicans believe that colleges and universities are bad for America, according to the Pew Research Center. The intense and widespread fury generated by the college-admissions scandal early this year tapped into a deep and broad well of resentment. This anger is warranted but also distorting. Outrage at nepotism and other disgraceful forms of elite advantage-taking implicitly valorizes meritocratic ideals. Yet meritocracy itself is the bigger problem, and it is crippling the American dream. Meritocracy has created a competition that, even when everyone plays by the rules, only the rich can win.

But what, exactly, have the rich won? Even meritocracy’s beneficiaries now suffer on account of its demands. It ensnares the rich just as surely as it excludes the rest, as those who manage to claw their way to the top must work with crushing intensity, ruthlessly exploiting their expensive education in order to extract a return.

No one should weep for the wealthy. But the harms that meritocracy imposes on them are both real and important. Diagnosing how meritocracy hurts elites kindles hope for a cure. We are accustomed to thinking that reducing inequality requires burdening the rich. But because meritocratic inequality does not in fact serve anyone well, escaping meritocracy’s trap would benefit virtually everyone.

Elites first confront meritocratic pressures in early childhood. Parents—sometimes reluctantly, but feeling that they have no alternative—sign their children up for an education dominated not by experiments and play but by the accumulation of the training and skills, or human capital, needed to be admitted to an elite college and, eventually, to secure an elite job. Rich parents in cities like New York, Boston, and San Francisco now commonly apply to 10 kindergartens, running a gantlet of essays, appraisals, and interviews—all designed to evaluate 4-year-olds. Applying to elite middle and high schools repeats the ordeal. Where aristocratic children once reveled in their privilege, meritocratic children now calculate their future—they plan and they scheme, through rituals of stage-managed self-presentation, in familiar rhythms of ambition, hope, and worry.

Schools encourage children to operate in this way. At one elite northeastern elementary school, for example, a teacher posted a “problem of the day,” which students had to solve before going home, even though no time was set aside for working on it. The point of the exercise was to train fifth graders to snatch a few extra minutes of work time by multitasking or by sacrificing recess.

Such demands exact a toll. Elite middle and high schools now commonly require three to five hours of homework a night; epidemiologists at the Centers for Disease Control and Prevention have warned of schoolwork-induced sleep deprivation. Wealthy students show higher rates of drug and alcohol abuse than poor students do. They also suffer depression and anxiety at rates as much as triple those of their age peers throughout the country. A recent study of a Silicon Valley high school found that 54 percent of students displayed moderate to severe symptoms of depression and 80 percent displayed moderate to severe symptoms of anxiety.

These students nevertheless have good reason to push themselves as they do. Elite universities that just a few decades ago accepted 30 percent of their applicants now accept less than 10 percent. The shift at certain institutions has been even more dramatic: The University of Chicago admitted 71 percent of its applicants as recently as 1995. In 2019 it admitted less than 6 percent.

The contest intensifies when meritocrats enter the workplace, where elite opportunity is exceeded only by the competitive effort required to grasp it. A person whose wealth and status depend on her human capital simply cannot afford to consult her own interests or passions in choosing her job. Instead, she must approach work as an opportunity to extract value from her human capital, especially if she wants an income sufficient to buy her children the type of schooling that secured her own eliteness. She must devote herself to a narrowly restricted class of high-paying jobs, concentrated in finance, management, law, and medicine. Whereas aristocrats once considered themselves a leisure class, meritocrats work with unprecedented intensity.

EDMON DE HARO

In 1962, when many elite lawyers earned roughly a third of what they do today, the American Bar Association could confidently declare, “There are … approximately 1,300 fee-earning hours per year” available to the normal lawyer. In 2000, by contrast, a major law firm pronounced with equal confidence that a quota of 2,400 billable hours, “if properly managed,” was “not unreasonable,” which is a euphemism for “necessary for having a hope of making partner.” Because not all the hours a lawyer works are billable, billing 2,400 hours could easily require working from 8 a.m. until 8 p.m. six days a week, every week of the year, without vacation or sick days. In finance, “bankers’ hours”—originally named for the 10-to-3 business day fixed by banks from the 19th century through the mid-20th century and later used to refer more generally to any light work—have given way to the ironically named “banker 9-to-5,” which begins at 9 a.m. on one day and runs through 5 a.m. on the next. Elite managers were once “organization men,” cocooned by lifelong employment in a corporate hierarchy that rewarded seniority above performance. Today, the higher a person climbs on the org chart, the harder she is expected to work. Amazon’s “leadership principles” call for managers to have “relentlessly high standards” and to “deliver results.” The company tells managers that when they “hit the wall” at work, the only solution is to “climb the wall.”

The capacity to bear these hours gracefully, or at least grimly, has become a criterion for meritocratic success. A top executive at a major firm, interviewed by the sociologist Arlie Russell Hochschild for her book The Time Bind, observed that aspiring managers who have demonstrated their skills and dedication face a “final elimination”: “Some people flame out, get weird because they work all the time … The people at the top are very smart, work like crazy, and don’t flame out. They’re still able to maintain a good mental set, and keep their family life together. They win the race.”

A person who extracts income and status from his own human capital places himself, quite literally, at the disposal of others—he uses himself up. Elite students desperately fear failure and crave the conventional markers of success, even as they see through and publicly deride mere “gold stars” and “shiny things.” Elite workers, for their part, find it harder and harder to pursue genuine passions or gain meaning through their work. Meritocracy traps entire generations inside demeaning fears and inauthentic ambitions: always hungry but never finding, or even knowing, the right food.

The elite should not—they have no right to—expect sympathy from those who remain excluded from the privileges and benefits of high caste. But ignoring how oppressive meritocracy is for the rich is a mistake. The rich now dominate society not idly but effortfully. The familiar arguments that once defeated aristocratic inequality do not apply to an economic system based on rewarding effort and skill. The relentless work of the hundred-hour-a-week banker inoculates her against charges of unearned advantage. Better, then, to convince the rich that all their work isn’t actually paying off.

They may need less convincing than you might think. As the meritocracy trap closes in around elites, the rich themselves are turning against the prevailing system. Plaintive calls for work/life balance ring ever louder. Roughly two-thirds of elite workers say that they would decline a promotion if the new job demanded yet more of their energy. When he was the dean of Stanford Law School, Larry Kramer warned graduates that lawyers at top firms are caught in a seemingly endless cycle: Higher salaries require more billable hours to support them, and longer hours require yet higher salaries to justify them. Whose interests, he lamented, does this system serve? Does anyone really want it?

Escaping the meritocracy trap will not be easy. Elites naturally resist policies that threaten to undermine their advantages. But it is simply not possible to get rich off your own human capital without exploiting yourself and impoverishing your inner life, and meritocrats who hope to have their cake and eat it too deceive themselves. Building a society in which a good education and good jobs are available to a broader swath of people—so that reaching the very highest rungs of the ladder is simply less important—is the only way to ease the strains that now drive the elite to cling to their status.

How can that be done? For one thing, education—whose benefits are concentrated in the extravagantly trained children of rich parents—must become open and inclusive. Private schools and universities should lose their tax-exempt status unless at least half of their students come from families in the bottom two-thirds of the income distribution. And public subsidies should encourage schools to meet this requirement by expanding enrollment.

A parallel policy agenda must reform work, by favoring goods and services produced by workers who do not have elaborate training or fancy degrees. For example, the health-care system should emphasize public health, preventive care, and other measures that can be overseen primarily by nurse practitioners, rather than high-tech treatments that require specialist doctors. The legal system should deploy “legal technicians”—not all of whom would need to have a J.D.—to manage routine matters, such as real-estate transactions, simple wills, and even uncontested divorces. In finance, regulations that limit exotic financial engineering and favor small local and regional banks can shift jobs to mid-skilled workers. And management should embrace practices that distribute control beyond the C-suite, to empower everyone else in the firm.

The main obstacle to overcoming meritocratic inequality is not technical but political. Today’s conditions induce discontent and widespread pessimism, verging on despair. In his book Oligarchy, the political scientist Jeffrey A. Winters surveys eras in human history from the classical period to the 20th century, and documents what becomes of societies that concentrate income and wealth in a narrow elite. In almost every instance, the dismantling of such inequality has been accompanied by societal collapse, such as military defeat (as in the Roman empire) or revolution (as in France and Russia).

Nevertheless, there are grounds for hope. History does present one clear-cut case of an orderly recovery from concentrated inequality: In the 1920s and ’30s, the U.S. answered the Great Depression by adopting the New Deal framework that would eventually build the mid-century middle class. Crucially, government redistribution was not the primary engine of this process. The broadly shared prosperity that this regime established came, mostly, from an economy and a labor market that promoted economic equality over hierarchy—by dramatically expanding access to education, as under the GI Bill, and then placing mid-skilled, middle-class workers at the center of production.

An updated version of these arrangements remains available today; a renewed expansion of education and a renewed emphasis on middle-class jobs can reinforce each other. The elite can reclaim its leisure in exchange for a reduction of income and status that it can easily afford. At the same time, the middle class can regain its income and status and reclaim the center of American life.

Rebuilding a democratic economic order will be difficult. But the benefits that economic democracy brings—to everyone—justify the effort. And the violent collapse that will likely follow from doing nothing leaves us with no good alternative but to try.


This article is adapted from Daniel Markovits’s forthcoming book The Meritocracy Trap. It appears in the September 2019 print edition with the headline “Meritocracy’s Miserable Winners.”

We want to hear what you think about this article. Submit a letter to the editor or write to [email protected].

Τουρκία: «Θάνατος στους Εβραίους» σε θερινή κατασκήνωση

0

Allemagne : la radicalisation de l’Est

0

 Six ans après sa création, l’AfD confirme sa percée à l’est, avec de très bons scores aux élections régionales en Saxe et dans le Brandebourg.

Η επίσκεψη του Ερντογάν στη Μόσχα προκάλεσε ταραχή στην Ουάσιγκτον: Τα επόμενα βήματα…

0

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και η Πρώτη Κυρία Μελάνια κατεβαίνουν τις σκάλες του Air Force One. Official White House Photo by Shealah Craighead

SEPTEMBER 2, 2019

Η επίσκεψη του προέδρου της Τουρκίας στη Ρωσία και η εντυπωσιακή υποδοχή που του επιφύλαξε ο Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος έκανε και το αδιανόητο να πάει στο χώρο του αεροδρομίου, όπου βρισκόταν το τουρκικό προεδρικό αεροπλάνο, για να αποχαιρετήσει τον Ταγίπ Ερντογάν, εκλαμβάνεται στην αμερικανική πρωτεύουσα, ως η τελευταία πράξη του δράματος των τουρκοαμερικανικών σχέσεων.

Την ευθύνη φέρει αποκλειστικά ο πρόεδρος της Τουρκίας, ο οποίος δείχνει με όλους τους τρόπους ότι έχει λάβει τις αποφάσεις του. Εικάζεται ότι έχει ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες για την αγορά και άλλων οπλικών συστημάτων από τη Ρωσία.

Ο ισλαμιστής ηγέτης ήταν προκλητικότατος έναντι της Αμερικής και οι αρμόδιοι διπλωμάτες που παρακολούθησαν την επίσκεψη στην στρατιωτική έκθεση και ανέλυσαν ακόμα και τις αντιδράσεις των δύο ηγετών, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η σχέση του Ερντογάν και του Πούτιν είναι ισχυρότατη και ούτε η επίθεση της ρωσικής αεροπορίας στα αυτοκίνητα της τουρκικής αποστολής στη Συρία, την διατάραξε. Αντίθετα άφησαν αμέσως πίσω τους το δυσάρεστο γεγονός, διότι προέχει η προστασία της «μεγάλης εικόνας»:

Ως γνωστό, τον πρώτο ρόλο έχει πια η στρατηγική και στρατιωτική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών, σε σημείο που τέθηκε ένα σοβαρό ζήτημα ενώπιον των διπλωματών, που εκπονούν την πολιτική απέναντι στην Τουρκία: Έφτασε η ώρα για να παγώσει, σε πρώτη φάση, η σχέση της κατοχικής δύναμης με το ΝΑΤΟ και σε δεύτερη να αποκοπούν οι δεσμοί;

Πρόκειται για μία συζήτηση, κατά την οποία οι υπέρ και οι κατά θα κονταροχτυπηθούν στον υπερθετικό βαθμό. Μόνο που οι υποστηρικτές της Τουρκίας όλο και περισσότερο μειώνονται, και στην Ουάσιγκτον και στις Βρυξέλλες. Η ίδια η Τουρκία θεωρεί και το υπογραμμίζει ότι η στρατηγική της σχέση με τη Ρωσία την καθιστά πιο σημαντική για τη Δυτική Συμμαχία. Όμως, όντως έτσι έχουν τα πράγματα; Διότι η τουρκική αυτή θέση βρίσκεται απέναντι στην καρδιά της πολιτικής του ΝΑΤΟ: ότι η Ρωσία είναι ο μεγάλος εχθρός και η Συμμαχία υπάρχει για να την αντιμετωπίσει. Άρα, η Τουρκία είναι ένα μέλος του ΝΑΤΟ που έχει συμμαχική σχέση με τον βασικό εχθρό του.

Αυτά συμβαίνουν μόνο στη λεγόμενη «εποχή Τραμπ», ενός επιχειρηματία-πολιτικού που μέρα με τη μέρα καθίσταται επικίνδυνος για την Πατρίδα του. Εάν οι Δυτικοί δεν τηρήσουν τους κανόνες του ΝΑΤΟ, για όλα τα μέλη, και στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδικά για την ανυπάκουη Τουρκία, τότε οι Αμερικανοί, που ηγούνται της δυτικής συμμαχίας, θα βρεθούν στη δυσάρεστη θέση να αντιμετωπίσουν ένα «ηφαίστειο»: να μιμηθούν την Τουρκία και άλλοι σύμμαχοί τους.

Να μην ξεχνάμε ότι η Ρωσία έχει μερικά καλά οπλικά συστήματα, που είναι και πιο φθηνά από τα αμερικανικά. Με τον τρόπο που τίθεται πια το θέμα, και ως απάντηση στο βασικό ερώτημα αν η Τουρκία δικαιούται να κρατά και τα δύο σχοινιά, της Ρωσίας και της Δύσης, οι επιλογές είναι σχεδόν μηδενικές. Εκτός εάν το μήνυμα του Εμανουέλ Μακρόν για τη Ρωσία, και την ανάγκη να έρθει πιο κοντά στην Ευρώπη, σημαίνει και ισοπέδωση των συμμαχιών. Ο ίδιος, πάντως, είπε στον πρωθυπουργό της Ελλάδας και στον Πρόεδρο της Κύπρου, ότι δεν φοβάται την ταραξία Τουρκία και όταν η TOTAL «κατέβει» ξανά στην Κύπρο θα συνοδεύεται από πολεμικά πλοία…

Λίγο πολύ τα υπονόησε όλα αυτά και δημόσια. Με την επάνοδο των μελών του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον, την πρώτη εβδομάδα Σεπτεμβρίου, αναμένουμε ότι το θέμα των κυρώσεων εναντίον της Τουρκίας θα επανέλθει δυναμικά στα πρώτα θέματα της επικαιρότητας. Ήδη, η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της αμερικανικής Βουλής απάντησε σε δημοσίευμα της εφημερίδας Χουριέτ και με μήνυμα στο Twitter κάλεσε τον πρόεδρο Τραμπ να επιβάλει τις κυρώσεις.

Η αντίδραση σχολιάστηκε ευρύτατα, καθώς δείχνει και την προετοιμασία για την τελική αναμέτρηση του Κογκρέσου με τον κ. Τραμπ για τις κυρώσεις. Ειπώθηκε ότι είναι ένα ζήτημα τιμής για την πλειοψηφία των βουλευτών και των γερουσιαστών, οι οποίοι ασχολήθηκαν με το θέμα της Τουρκίας επειδή το επιθυμούσε και το ζητούσε η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ.

Η υπόθεση του Πάστορα Μπράνσον, την οποία εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο ο πρόεδρος των ΗΠΑ στις περυσινές εκλογές για να εξασφαλίσει τους χριστιανικούς ψήφους, απαιτούσε ακόμα και κυρώσεις. Το Κογκρέσο συνεργάστηκε με το Λευκό Οίκο και η Τουρκία με γονατισμένη την οικονομία, απελευθέρωσε τον Αμερικανό Πάστορα. Στο Κογκρέσο, και όχι μόνο, όπου η απέχθεια προς τη Μόσχα βρίσκεται στο ζενίθ, έρπει αυτή η ανεπιβεβαίωτη υποψία ότι η άρνηση του κ. Τραμπ να τιμωρήσει την Τουρκία για την αγορά των ρωσικών S-400, έχει σχέση με επιχειρηματικά συμφέροντα, αλλά και με ένα μόνιμο εκβιασμό της Ρωσίας προς την οικογένεια του Αμερικανού προέδρου λόγω επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της στη Μόσχα.

Δεν μπορούν να δικαιολογήσουν με κάποιον άλλο τρόπο την στάση του Ντόναλντ Τραμπ έναντι της Τουρκίας, η οποία ήδη δημιούργησε προβλήματα στη συνοχή του ΝΑΤΟ και πλέον αποτελεί τον αδύναμο κρίκο της Δύσης. Τον Οκτώβριο αναμένεται στην Αθήνα ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάικ Πομπέο, ο οποίος είναι προετοιμασμένος να συζητήσει θέματα στρατηγικής με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας. Το σκηνικό έχει στηθεί για να φτάσει η σχέση σε υψηλά επίπεδα συνεργασίας. Μέχρι τώρα, η σχέση εξυπηρετούσε πάντα τα αμερικανικά συμφέροντα. Έφτασε η ώρα να εξυπηρετηθούν πλήρως και τα ελληνικά…

Πηγή: Η επίσκεψη του Ερντογάν στη Μόσχα προκάλεσε ταραχή στην Ουάσιγκτον: Τα επόμενα βήματα… https://hellasjournal.com/2019/09/i-episkepsi-toy-erntogan-sti-moscha-prokalese-tarachi-stin-oyasigkton-ta-epomena-vimata/

Natural Gas in the Eastern Mediterranean: Will Economic Wisdom Prevail?

0
www.inss.org.il
Oded Eran

INSS Insight No. 1206, August 26, 2019

Among the countries of the Eastern Mediterranean – a region with a long history of rivalries and disputes – there is a growing understanding that the window of opportunity to use natural gas to improve their economic situation significantly may close due to strong competition from other regions that are more stable politically and have larger quantities of natural gas. The growing economic wisdom in the eastern Mediterranean basin will not solve the various disputes between the countries of the region, but it may reduce the chances of those conflicts erupting.

A number of seemingly unconnected developments over the past year have created the possibility of a new dynamic concerning the economic potential in natural gas resources in the Eastern Mediterranean basin. Accelerated activity in the matter may also contribute to a positive change in the geopolitical situation in the region.

The first such development concerns regional economic cooperation, which is also important politically. In January 2019, the energy ministers of Egypt, Greece, Cyprus, Italy, Israel, Jordan, and the Palestinian Authority met in Cairo and established the Eastern Mediterranean Natural Gas Forum. The Forum is intended to help its members benefit from their natural resources and infrastructure. Emphasized among the declared aims was the inherent benefit to members from the use of existing infrastructure to transport natural gas, and from the development of alternative infrastructures in response to future discoveries of natural gas.

The Forum has great political and economic importance. The international community’s attempts to establish a framework for Mediterranean economic cooperation, such as the economic working group established at the Madrid Conference in late 1991, or the Barcelona process that began in 1995 with the aim of creating a political-economic framework for the European Union and Mediterranean countries, ended in failure. This failure was partly due to conditioning regional cooperation on progress in the political process between Israel and the Palestinians and the negative ramifications of the Arab Spring on the ability to embark on regional cooperation. Natural gas discoveries in the Eastern Mediterranean clearly emphasized the economic damage from the lack of a framework for coordinating positions vis-à-vis consumers from outside the region, and the inability to exploit joint transportation infrastructure efficiently.

The participation of three European Union members in the regional gas forum is essentially a continuation of the dialogue that Israel began with Greece and Cyprus. This dialogue rests on two components. The first is the idea of a pipeline to transport the gas from the Eastern Mediterranean to Europe. The second is the creation of a framework for communication and coordination vis-à-vis the aggressive regional policy of Turkey. For more than a decade since the natural gas reserves were discovered, the European Union has avoided direct involvement – political or financial – in the issue of regional energy cooperation. However, under pressure from Greece, Cyprus, and Italy, the EU agreed to participate in financing a feasibility study for a maritime gas pipeline. The pipeline, which in the first stage will be able to transport 10 billion cubic meters per year, and with a construction cost estimated at $6 billion, was defined as a “joint interest project” by the EU.

Just recently, the US began exhibiting overt interest in the development of natural gas resources and related activity in the Eastern Mediterranean, attested to by visits to the region by US Secretary of Energy Rick Perry and Assistant Secretary of State for Energy Resources Francis Fannon. Both were present at the second meeting of the Natural Gas Forum on July 24, 2019 in Cairo. The American interest in the region is not due to economic reasons. Contrary to large European companies such as Total of France or Italy’s ENI, which are active in Egypt and Lebanon, the large American energy companies are thus far not involved in the Eastern Mediterranean. Noble Energy, which is active in Israel and Cyprus, is not considered an energy giant. The US maintains its presence in the Mediterranean mainly for global considerations of blocking Russian penetration into the region.

European and American involvement in regional natural gas activity is considered economically and politically important, since it provides international sponsorship and makes it easier for the region’s governments striving for regional cooperation to advance the development of resources. However, it also makes it more difficult to withstand domestic political actors that are opposed to cooperation with Israel or with the US and Europe.

The second development concerns efforts to solve the dispute between Lebanon and Israel regarding borders, particularly the maritime boundary. Struggles between opposing forces, guided by ethnic and religious interests, are delaying Lebanese development of the natural gas in its maritime Exclusive Economic Zone (EEZ). Beyond their effect on the general functioning of the Lebanese government, the divisiveness has led to delays of several years in the advancement of legislative and regulatory measures regarding natural gas – tenders and taxation – that are required in order to begin exploration. Moreover, in 2010 a maritime border dispute broke out between Israel and Lebanon regarding an area of 850 sq km. Israel agreed in 2012 to a compromise proposed by American mediator Fred Hoff, while the Lebanese government has still not responded to the proposal. Israel, which was already in the midst of natural gas production from maritime fields far from the area under dispute, has not suffered any damage as a result, while the dispute only increased the wariness of foreign companies regarding activity in Lebanon. Even though companies such as Total competed and won concessions from the Lebanese government for explorations in Block 9, which includes part of the area under dispute, the company announced that it would not operate there. Moreover, if a compromise acceptable to both the Lebanese and Israeli governments is reached, and gas is found in the zone close to the area under dispute, the production of that gas could encounter difficulties if there is no binding agreement on sharing the gas that straddles the agreed dividing line.

The Lebanese foot-dragging, regarding the exploitation of natural gas, is a luxury that is increasingly difficult for Lebanon to afford. An International Monetary Fund report from early July 2019 indicates serious economic problems, chiefly a national debt that is 150 percent of GDP, likely to increase to 180 percent by 2023. Various ratings companies, which have already lowered Lebanon’s rating to the low rating of B-, may lower it to CCC. Two mentioned Lebanon on August 23, 2019: Standard and Poor’s left the Lebanese rating at B-, while Fitch lowered their rating to CCC. These steps spell difficulty in selling government bonds and raising funds abroad.

These figures require the Lebanese government to take immediate fiscal and monetary steps, and consider ways to spur economic growth, which in the past five years, has averaged just 1 percent. The acceleration of activity regarding natural gas could be a main tool for changing the economic situation. Perhaps it is in this context that contacts between the US and Lebanon have resumed regarding the delineation of the maritime border, and the issue was raised in discussions between Lebanese Prime Minister Sa’ad Hariri and US Secretary of State Mike Pompeo on August 15 in Washington. In his remarks on the maritime border, Hariri said that serious discussions on the matter are underway, and that it is important to enter negotiations to reach a solution, since the issue is essential for Lebanon. (Hariri mentioned the UN, which will provide the auspices for the negotiations with Israel. This is also a source of contention between Israel and Lebanon, although it can be easily bridged.)

The third development has to do with the issue of transporting the gas to the European market. When Lebanon reaches the commercial production stage, the question of transportation of quantities of natural gas produced in the Eastern Mediterranean to the most significant nearby customer – Europe – will come into sharper focus. The alternative of laying a pipeline toward Cyprus and from there to Greece may prove to be difficult to implement for political reasons (Turkish opposition), technical reasons (difficulties in laying the pipeline on a problematic seabed), and thus also for financial reasons (costs higher than the current estimate of $6 billion). The less expensive alternative of laying a pipeline to Turkey and connecting it to the existing transportation systems to Europe is more problematic politically, not only from Israel’s standpoint. It requires passage through Lebanese and Syrian EEZs, and reliance on the current regime in Turkey that in recent years has been wont to make strategic reversals and certainly does not encourage long term investment that requires trust between potential investors.

Against this background, other alternatives emerge. One is transporting the gas from the Israeli fields to facilities on the northern Egyptian coast. These facilities liquefy the gas and load it into tankers, carrying the gas to ports where the reverse process is performed — offloading, gasifying, and pumping the gas into a pipeline. The companies that operate the Leviathan field are supposed to begin transporting gas to Egypt toward late 2019, while Egypt may be both a consumer of Israeli gas and a transit point for liquefied natural gas. This alternative is very important, both because it is the only one that provides an immediate gas export response that ensures the ability of producing companies to continue developing the other fields where they have concessions, and because it enables the state to increase its tax and royalty revenue from the sale of the gas. Beyond the economic aspect, cooperation between Israel and Egypt is a strategic asset for both countries. Despite the advantages, however, this alternative is not without technical and political problems. The technical problem is the limited capacity of both the pipeline to Egypt and the Egyptian liquefaction facilities. The Israeli-American consortium will have to compete with the natural gas produced in Egypt, some of which is intended for export. From a political standpoint as well, economic dependence on a single transport mechanism may under various circumstances prove to be problematic.

For that reason, the willingness of the consortium (and in effect that of the Israeli government as well) to examine the alternative of liquefying the natural gas and shipping it to Europe from floating installations – Floating LNG – that will be positioned in Israel’s EEZ is understandable. In July 2019, the Israeli-American consortium signed agreements with two companies that deal with the establishment of such floating installations. One is GOLAR, which is registered in the US, and the second is EXMAR of Belgium. The cost of an installation depends on its distance from the coast, the quantity to be liquefied, and the ability to store the liquefied gas until it is loaded onto tankers. In all cases, the cost of the floating LNG installation exceeds $1 billion. A combination of land-based installations in Egypt and a floating installation in Israel’s economic waters will provide flexibility in transport and early and more rapid exploitation of quantities of natural gas, which the companies are permitted to export according to the framework adopted by the Israeli government, and which may increase if new reserves are discovered.

Settling the issue of the land and maritime boundary between Israel and Lebanon and an agreement for the joint exploitation of cross-border gas fields may enable the future utilization of a floating LNG facility by producing companies in Lebanon and Cyprus, thereby saving them huge investments in separate infrastructure. This will also increase the interest of the involved countries in maintaining regional stability.

About the Author

Oded Eran

Oded Eran
Senior Research Fellow
https://www.inss.org.il/publication/natural-gas-in-the-eastern-mediterranean-will-economic-wisdom-prevail/

Κυοφορούνται πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία, εναντίον του Ερντογάν

0

Σάββας Καλεντερίδης

Οι πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία αφορούν την Ελλάδα – κυρίως αυτές που σχετίζονται με τον πρόεδρό της Ταγίπ Ερντογάν, δεδομένου ότι ο πληθωρικός χαρακτήρας αυτού του σημαντικού πολιτικού ηγέτη, σε συνδυασμό με την ισλαμο-νεοοθωμανική του ατζέντα εκφράζουν μια έντονα αναθεωρητική πολιτική απέναντι στην Κύπρο και την Ελλάδα.

Και το λέμε αυτό γιατί αν και έχουμε υποστηρίξει σε πολλά άρθρα μας στο παρελθόν ότι την εξωτερική πολιτική στην Τουρκία την χαράσσει το κράτος με τους αρμόδιους φορείς, υπουργεία Εξωτερικών και ένοπλες δυνάμεις, στην περίπτωση του Ερντογάν να πράγματα έχουν αλλάξει, αφού για πρώτη φορά στην ιστορία της νεότερης Τουρκίας, τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας τους ορίζει ο πρόεδρος Ερντογάν, με τους συμβούλους και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) ερήμην των προαναφερθέντων φορέων.

Έγινε μια απόπειρα ανατροπής του Ερντογάν από αξιωματικούς που σχετίζονται με τους κεμαλιστές και τους γκιουλενιστές στις 15 Ιουλίου 2016, η οποία απέτυχε. Μάλιστα, ένας από τους λόγους που ο Ερντογάν προσέγγισε τη Ρωσία, ήταν και το γεγονός ότι ο ίδιος θεώρησε και συνεχίζει να πιστεύει ότι πίσω από το πραξικόπημα ήταν οι ΗΠΑ, ενώ υπάρχουν και φήμες ότι η Ρωσία έδωσε κρίσιμες πληροφορίες στον Ερντογάν για να οδηγήσει τους πραξικοπηματίες στην αποτυχία.

Ο Ερντογάν μετά από όλα αυτά άρχισε να παίρνει σταδιακά όλες τις εξουσίες στα χέρια του, μέχρι που αυτό επικυρώθηκε και θεσμικά, με την μετεξέλιξη τους πολιτεύματος από προεδρευόμενη σε προεδρική δημοκρατία (Ιούνιος 2018).

Στη διαδικασία εκκαθάρισης του περιβάλλοντός του και συγκέντρωσης όλων των εξουσιών στα χέρια του, αποκαθήλωσε τον μέχρι τότε στενό του συνεργάτη και μέντορά του σε θέματα εθνικής στρατηγικής και εξωτερικής πολιτικής Αχμέτ Νταβούτογλου, ο οποίος χρημάτισε για χρόνια σύμβουλος, υπουργός Εξωτερικών και πρωθυπουργός της Τουρκίας.

Τον «καθάρισε» πολιτικά μετά τη δημοσίευση ενός κειμένου στο διαδίκτυο, στο ιστολόγιο pelikandosyasi, την Πρωτομαγιά του 2016, και ενώ ο Νταβούτογλου ήταν ακόμα πρωθυπουργός.

Στο κείμενο ήταν προφανές ότι ο Νταβούτογλου ήταν υπό συνεχή στενή παρακολούθηση στην Τουρκία αλλά και στα ταξίδια του στο εξωτερικό, και ούτε λίγο ούτε πολύ τον κατηγορούσαν ότι είχε ως στόχο την περιθωριοποίηση του Ερντογάν και την ανάληψη της εξουσίας, μετά από σχετικές συζητήσεις που είχε κάνει με τις ΗΠΑ, τον Γκιουλέν και την Αγγλία.

Μετά από αυτό, ο Νταβούτογλου αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 22 Μαΐου 2016.

Για διαφορετικούς λόγους και πάντα με στόχο τον απόλυτο έλεγχο της εξουσίας από τον ίδιο και την οικογένειά του, ο Ερντογάν απομάκρυνε από κοντά του επίσης τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας Αμπντουλάχ Γκιουλ, που ήταν στον στενό πυρήνα των ιδρυτών του ΑΚΡ, και τον Αλί Μπαμπατζάν, αρχιτέκτονα της οικονομικής πολιτικής των κυβερνήσεων του ΑΚΡ και του οικονομικού «θαύματος» της Τουρκίας.

Απομάκρυνε και άλλους, όμως μένουμε σ’ αυτούς τους τρεις γιατί αυτοί είναι που έχουν αναλάβει πρωτοβουλίες για την ίδρυση ενός νέου κόμματος, με στελέχη από το ΑΚΡ τα οποία είναι ενοχλημένα από την πολιτική που ασκεί ο Ερντογάν, αλλά και από την υπερσυγκέντρωση εξουσίας και χρήματος από αυτόν και την οικογένειά του.

Η ίδρυση του κόμματος αναμένεται τις επόμενες εβδομάδες ή μήνες, και δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το χρόνο γιατί ο Ερντογάν φέρεται να έχει πάρει στα χέρια του τους «φακέλους» των τριών ανταγωνιστών του για να αρχίσει ο πόλεμος λάσπης που κανείς δεν γνωρίζει πού θα καταλήξει.

Πάντως, μπορεί ο Ερντογάν να… διαρρέει ότι έχει αρκετά «ράμματα για τη γούνα των αποστατών», όμως αυτός που έριξε τη «βόμβα» ήταν ο Αχμέτ Νταβούτογλου, σε ομιλία που έκανε στην πόλη Σαγγάριος (Sakarya), το τέλος της προηγούμενης εβδομάδας, όπου μεταξύ άλλων είπε: «Δεν καταλαβαίνω από απειλές. Αν ανοίξουν τα τεφτέρια στον αγώνα που δώσαμε εναντίον της τρομοκρατίας, ορισμένοι δεν θα μπορούν να αντικρίσουν τους ανθρώπους κατά πρόσωπο. Αυτοί που μας κάνουν σήμερα κριτική, δεν θα μπορούν να κυκλοφορήσουν στο δρόμο. Γιατί; Σας καλώ να θυμηθείτε.

»Όταν στο μέλλον γραφτεί η ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας, η περίοδος 7 Ιουνίου – 1 Νοεμβρίου θα καταγραφεί σαν μια από τις πιο κρίσιμες».

Πριν εξηγήσουμε το πόσο σοβαρές είναι οι καταγγελίες Νταβούτογλου, να πούμε ότι στις 7 Ιουνίου 2015 είχαν γίνει οι εθνικές εκλογές στην Τουρκία, στις οποίες το Κόμμα της Δημοκρατίας των Λαών (HDP) είχε συγκεντρώσει το πρωτοφανές ποσοστό του 13,1%, εκλέγοντας 81 βουλευτές και αφαιρώντας την πλειοψηφία από το ΑΚΡ, το οποίο πλέον έπρεπε να συνεργαστεί με το κουρδικό HDP για να σχηματίσει κυβέρνηση.

Τότε ο Νταβούτογλου ήταν υπέρ του σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας, ενώ ο Ερντογάν έβαλε στο νου του το εξής στρατήγημα: Θα διέκοπτε τις συνομιλίες με τους Κούρδους για την πολιτική επίλυση του Κουρδικού, θα τους κήρυττε τον πόλεμο, θα τους καθιστούσε εξοβελιστέους, συσπειρώνοντας έτσι τα λαϊκά εθνικιστικά-ισλαμιστικά στρώματα και θα οδηγούσε τη χώρα σε έκτακτες εκλογές. Πράγματι αυτό έκανε, και από 40,87% που είχε λάβει και 258 βουλευτές που είχε εκλέξει στις εκλογές της 7 Ιουνίου, σ’ αυτές της 1ης Νοεμβρίου 2015 έλαβε ποσοστό 49,50% και εξέλεξε 317 βουλευτές, εξασφαλίζοντας και αυτοδυναμία.

Όμως ας δούμε τι έγινε αυτούς τους έξι μήνες και γιατί απειλεί με αποκαλύψεις ο Νταβούτογλου.

  • Δύο μέρες πριν από τις εκλογές της 7ης Ιουνίου, έγινε βομβιστική επίθεση σε προεκλογική συγκέντρωση του HDP στο Ντιγιάρμπακιρ, με πέντε νεκρούς.
  • Στις 20 Ιουλίου βομβιστής αυτοκτονίας του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ) σκότωσε 34 νέους στην κουρδική πόλη Σουρούτς.
  • Στις 22 Ιουλίου δύο αστυνομικοί βρέθηκαν νεκροί με μια σφαίρα στο κεφάλι στο σπίτι τους, στην κουρδική πόλη Τζεϊλάνπιναρ. Αυτή η ενέργεια σήμανε το τέλος της «περιόδου επίλυσης» του Κουρδικού και την απαρχή των ανοιχτών επιθέσεων του κράτους εναντίον των Κούρδων.
  • Στις 8 Σεπτεμβρίου έγιναν συγχρονισμένες επιθέσεις στα γραφεία του HDP σε όλη την Τουρκία, ενώ ο Νταβούτογλου δήλωνε ότι «οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ανεβαίνουμε».
  • Στις 10 Οκτωβρίου, σε διαδήλωση ειρήνης που διοργάνωσαν κουρδικές οργανώσεις, δύο βομβιστές αυτοκτονίας του ΙΚ προκάλεσαν το θάνατο 102 ατόμων.

Νά τι θέλει να πει λοιπόν ο Νταβούτογλου, όταν λέει ότι ο Ερντογάν «έπαιξε με την τρομοκρατία» και ότι με τους μηχανισμούς του χρησιμοποίησε τους τρομοκράτες του ΙΚ εναντίον των Κούρδων, καθιστώντας τον υπεύθυνο για δολοφονίες δεκάδων πολιτών.

Δεν μπορούμε να μαντέψουμε αν ο Νταβούτογλου τελικά θα προβεί σε αποκαλύψεις που θα οδηγήσουν πραγματικά σε ανατροπές, ή αν θα απειληθεί και θα μας πει «δεν ήθελα να πω αυτό ακριβώς».

Πάντως ένα είναι σίγουρο, ότι ο «πόλεμος» έχει αρχίσει και ότι θα δούμε πολλές μάχες το επόμενο διάστημα.

pontos-news.gr