Αρχική Blog Σελίδα 2620

Τι πραγματικά θέλουν οι Ευρωπαίοι για το Brexit

1

  • του Simon Kuper euro2day.gr/ Financial Times

Οι δηλώσεις και η πραγματικότητα για την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ. Πώς εξηγείται η ενιαία γραμμή και η απόλυτη στήριξη στην Ιρλανδία. Πού κάνουν λάθος οι δύο πλευρές και γιατί στις Βρυξέλλες θέλουν το Λονδίνο να… πληρώσει.

Πώς βλέπουν τώρα το Brexit οι Ευρωπαίοι που χαράσσουν πολιτική; Ρώτησα πολιτικούς, διπλωμάτες και επιχειρηματίες σε όλη την Ευρώπη και τους βρήκα αξιοσημείωτα ενωμένους γύρω από μια σκληρή στάση απέναντι στη Μεγάλη Βρετανία.

Δεν θα ενδώσουν στις απαιτήσεις του Μπόρις Τζόνσον για επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας, αλλά ούτε θέλουν οι βρετανικές δυνάμεις που είναι κατά της αποχώρησης χωρίς συμφωνία να καθυστερήσουν το Brexit.
Πολύ λίγοι Ευρωπαίοι είναι ακόμα ανοιχτοί στο να μείνει η Μεγάλη Βρετανία στην Ευρωπαϊκή Ενωση και τρέμουν κυρίως ένα δυνητικό δεύτερο δημοψήφισμα.

Αυτά είναι τα συμπεράσματά μου:

* Οι Ευρωπαίοι που είναι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής έχουν χάσει την υπομονή τους με τη Βρετανία και θέλουν να φύγει γρήγορα. Η Αν Μάλντερ, η Ολλανδέζα εισηγήτρια του κοινοβουλίου για το Brexit, αντιπροσωπεύει τη γνώμη πολλών: «Νομίζαμε ότι οι Βρετανοί είναι λογικοί πραγματιστές. Λοιπόν, δεν είναι».

Για χρόνια η Αγκελα Μέρκελ και πολλοί στις Βρυξέλλες ήλπιζαν ότι εντέλει δεν θα γίνει Brexit. Τον Μάρτιο, ο Ντόναλντ Τουσκ, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, υποστήριξε το αίτημα μακράς παράτασης λέγοντας ότι η Ευρώπη δεν θα έπρεπε να προδώσει «την αυξανόμενη πλειοψηφία του [βρετανικού] λαού, που θέλει να παραμείνει». Αυτή η άποψη έχασε την υποστήριξη στις Βρυξέλλες.

Οι Ευρωπαίοι είναι καχύποπτοι με τον Τζόνσον, αλλά είναι επίσης απελπισμένοι με τον ηγέτη των Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν, που έχει προτεραιότητα να γίνει ο επόμενος ένοικος της Ντάουνινγκ Στριτ παρά να διαμορφώσει μια λογική πολιτική για το Brexit και είναι κοντά στο να εγκαταλείψουν τους Βρετανούς «remainers». Ακόμα και αν το «remain» κέρδιζε ένα δεύτερο δημοψήφισμα, οι «brexiters» θα γίνονταν δούρειος ίππος εντός της ΕΕ.

Οι Ευρωπαίοι, όμως, θα συνεχίσουν να μιλούν φιλικά και να είναι ανοικτοί σε διαπραγματεύσεις. Δεν θέλουν να ταπεινώσουν την «περήφανη» Βρετανία, ούτε να κατηγορηθούν για τον πόνο που θα φέρει το Brexit. Ελπίζουν να διατηρήσουν στενούς δεσμούς στην ασφάλεια μετά το Brexit (αλλά ανησυχούν ότι μια πιο φτωχή Βρετανία με τη λίρα βυθισμένη θα μειώσει ακόμα περισσότερο τις στρατιωτικές δαπάνες).

Στην Ευρώπη, το Brexit ήδη συμβαίνει. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντικαθιστούν τη Βρετανία με νέους συμμάχους, κυρίως τη «Χανσεαντική Λίγκα» των βόρειων χωρών. Πολλές επιχειρήσεις λειτουργούν ανάλογα: η Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία, ένα γερμανικό κρατίδιο που έχει εντατικές εμπορικές σχέσεις με τη Βρετανία, ανακουφίστηκε διαπιστώνοντας ότι κάποιες ευρωπαϊκές εταιρείες αναμένοντας το Brexit μετατοπίστηκαν από Βρετανούς προμηθευτές σε Γερμανούς. Η Βρετανία γίνεται πρόβλημα του χθες.

Τι θα γίνει όμως αν ο Τζόνσον, το φαβορί για τις στοιχηματικές εταιρείες, κερδίσει τη μάχη στη Βρετανία; Οι Ευρωπαίοι προτιμούν να έχουν ένα Brexit χωρίς συμφωνία παρά να δεχτούν τις απαιτήσεις του και να εγκαταλείψουν το ιρλανδικό «backstop». Τόσο η ΕΕ όσο και η βρετανική κυβέρνηση συνεχίζουν να κάνουν το ίδιο λάθος, σημειώνει ο Ντ. Γουέμπερ, του Insead Business School και συγγραφέας του «European Disintegration?»: η κάθε πλευρά νομίζει ότι η άλλη θα κάνει πίσω για να αποφύγει την οικονομική ζημιά από ένα Brexit χωρίς συμφωνία.

Στην πραγματικότητα, λέει ο Γουέμπερ, αμφότεροι αντιμετωπίζουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά θέματα ως δευτερεύοντα. Η κυβέρνηση Τζόνσον δίνει προτεραιότητα στο να πετύχει το Brexit. Οι Ευρωπαίοι στη διατήρηση των κανόνων της ενιαίας αγοράς και στην υποστήριξη της Ιρλανδίας.

Η στήριξη της ΕΕ στην Ιρλανδία (η χώρα επέμεινε για το backstop γιατί φοβάται ότι θα επανεμφανιστούν οι συγκρούσεις στα σύνορά της) δεν μπαίνει σε διαπραγμάτευση λόγω της βασικής αποστολής της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η ΕΕ βλέπει τον εαυτό της ως ένα «σχέδιο ειρήνης» και ως μια ομάδα μικρών, κυρίως, κρατών που αναζητούν ισχύ στους αριθμούς, δύο στοιχεία που ακόμα και οι περισσότεροι Βρετανοί «remainers» δεν λαμβάνουν υπόψη.

Τα 2/3 της ΕΕ των 27 έχουν λιγότερους από δέκα εκατομμύρια κατοίκους. Μόνα αυτά τα κράτη μπορεί να δεχτούν μπούλινγκ: Η Δανία από τον Ντ. Τραμπ για τη Γροιλανδία, οι χώρες της Βαλτικής από τη Ρωσία, όλοι από την Κίνα. Η ΕΕ πρέπει τώρα να φανεί ότι προστατεύει την Ιρλανδία. «Με έναν τρόπο δεν είναι για την Ιρλανδία», δηλώνει ο Ν. Κόνελ, επικεφαλής του European Movement Ireland, ενός ανεξάρτητου μη κερδοσκοπικού οργανισμού.

Οι μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν κάνουν λόμπινγκ κατά ενός Brexit χωρίς συμφωνία. Οι εταιρείες της ΕΕ είχαν τρία χρόνια για να προετοιμαστούν. Και το τελευταίο που θέλουν είναι ο Μπ. Τζόνσον να μετατρέψει τη Βρετανία σε μια εμπορική ζώνη με επιχειρήσεις «χαμηλής ρύθμισης», που θα τις υπονομεύσει. Αν οι βρετανικές επιχειρήσεις δεν ακολουθούν τους ευρωπαϊκούς κανόνες, οι Ευρωπαίοι ανταγωνιστές τις θέλουν εκτός της ενιαίας αγοράς.

Οι Ευρωπαίοι προβλέπουν ήπια οικονομική ζημιά από ένα Brexit χωρίς συμφωνία. Θα κοστίσει στους πολίτες της ΕΕ των 27 40 δισ. ευρώ εισοδήματος τον χρόνο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ανεξάρτητου ιδρύματος «Bertelsmann Stiftung». Κατά μέσο όρο είναι ένα διαχειρίσιμο κόστος 90 ευρώ ανά άτομο. Μόνο η Ιρλανδία αναμένει βραχυπρόθεσμη πίεση και είναι ο πιο ένθερμος ενάντιος της επαναδιαπραγμάτευσης.
Πολλές νότιες και ανατολικές ευρωπαϊκές οικονομίες ελάχιστα θα αντιληφθούν τη «μη συμφωνία». Αυτές οι χώρες ασχολούνται λίγο περισσότερο με το Brexit, απ’ όσο οι Βρετανοί πολιτικοί με την πολιτική κρίση στην Ιταλία.

Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες (ειδικά ο Εμανουέλ Μακρόν) θέλουν η Βρετανία να υποφέρει από το Brexit, όχι γιατί είναι αντι-βρετανοί αλλά επειδή είναι υπέρ του εαυτού τους. Αν σε ένα χρόνο ο Τζόνσον μπορεί να πει «κάναμε επιτυχία το Brexit», θα ενθαρρύνει τους αποσχιστές σε όλη την Ευρώπη.
Καμιά ευρωπαϊκή χώρα, ούτε η Ουγγαρία, δεν το θέλει αυτό. Οποια και αν είναι η ρητορική τους, είναι όλες τώρα αντικειμενικά υπέρ της Ευρώπης.

Οι Βρυξέλλες εκτιμούν ότι η Βρετανία θα ανοίξει ξανά τις συζητήσεις μια εβδομάδα μετά από ένα Brexit χωρίς συμφωνία. Τις πρώτες ημέρες η ΕΕ θα επιτρέψει να μείνουν τα ιρλανδικά σύνορα «πορώδη», αλλά στα ευρωπαϊκά λιμάνια θα έχουν ήδη αρχίσει τους ελέγχους στα αγαθά, προκαλώντας καθυστερήσεις και ελλείψεις στη Βρετανία. Οι Βρυξέλλες δεν θα εγκρίνουν μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις, μέχρι να συμφωνήσει το Λονδίνο να σεβαστεί το backstop, να πληρώσει τα 39 δισ. στερλίνες και να εγγυηθεί τα δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών στη Βρετανία.

Ο κίνδυνος, όμως, είναι ότι έως τότε ο Τζόνσον θα έχει κερδίσει εκλογές με ένα κόμμα σκληρής γραμμής για το Brexit. Αν κατηγορήσει την Ευρώπη, αρνηθεί να πληρώσει και φαντασιωθεί να μεταφέρει τη Βρετανία στη ζώνη χαμηλής ρύθμισης των ΗΠΑ μέσω μιας εμπορικής συμφωνίας με τον Τραμπ, η «μη συμφωνία» μπορεί να κάνει μετάσταση.

© The Financial Times Limited 2019. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

Can America Still Protect Its Allies?

0

How to Make Deterrence Work

The deterrers: Polish forces at a NATO exercise in Poland, November 2018Craig Ruttle / Redux

Since the end of World War II, U.S. strategic thinking has been dominated by the doctrine of deterrence. At its most simple, deterrence refers to one state’s ability to use threats to convince another that the costs of some action—say, invading one of its neighbors—will outweigh the benefits. Such was the logic behind the Cold War concept of mutual assured destruction: if either the United States or the Soviet Union used nuclear weapons, the other would respond with nuclear strikes of its own, resulting in the total devastation of both. By making the costs of war intolerably high, both sides hoped to keep the peace.

Yet for Washington, deterrence was never merely about protecting the U.S. homeland. As it built the postwar system of alliances that today forms an essential part of the global order, the United States developed a strategy of “extended deterrence.” According to this strategy, the United States would use its military power, including its nuclear arsenal, to defend its treaty allies—among them Japan, South Korea, and the states of NATO. The point was not only to discourage Soviet adventurism in Asia and Europe but also to reassure U.S. allies. If Germany and Japan (to take just two examples) knew that Washington would guarantee their security, they would not need to take actions—such as building a nuclear bomb—that might destabilize the international system.

Today, the Soviet threat is gone, but the strategy of extended deterrence remains central to the United States’ global power. Washington is still, on paper at least, committed to using military (and, if necessary, even nuclear) force to protect its allies from aggression by rivals. The stationing of U.S. military forces abroad gives additional credence to this commitment, as any attack on a major ally would likely cause U.S. casualties, all but guaranteeing a U.S. military response. Today, Washington’s two principal geopolitical rivals are China and Russia. China is a rising power that is beginning to challenge the United States’ economic and technological supremacy, and Russia under President Vladimir Putin has grown more and more dedicated to undermining the U.S.-led order. Recognizing the threat posed by Beijing and Moscow, top defense officials in both the Obama and the Trump administrations have emphasized the need for Washington to maintain and even strengthen its traditional deterrence strategies.

The question, however, is whether these strategies can credibly deter the sorts of aggression that the United States is likely to face in the twenty-first century. China and Russia are not Soviet-style superpowers with dreams of world domination; they are revisionist powers that want to challenge and change aspects of the U.S.-led global order. There is little chance that China, for instance, would help North Korea try to invade and conquer South Korea, as it did in the Korean War. It is more likely to engage in smaller tests of U.S. resolve, such as seizing from Japan one of the disputed (and unoccupied) islands in the East China Sea that are known as the Diaoyu in China and the Senkaku in Japan. Although the United States has formally pledged to defend these islands, China might suspect that it is unwilling to risk a great-power war over what are effectively worthless rocks. Yet if Washington cannot credibly promise to retaliate, extended deterrence has already failed—and much greater consequences than the loss of one of the Diaoyu/Senkaku Islands could follow.

Doubts about U.S. credibility have been heightened since the election of President Donald Trump in 2016. Trump has openly questioned the value of U.S. alliances and disparaged key U.S. allies. At times, he has challenged the logic of extended deterrence directly: in July 2018, he expressed bewilderment that the United States’ obligation to defend Montenegro, a NATO member, could lead to World War III. In addition to emboldening U.S. adversaries, such rhetoric runs the risk of undermining Washington’s ability to reassure its allies. And the more that those allies come to doubt the United States’ willingness to protect them, the more pressured they will be to provide for their own security, potentially leading to nuclear proliferation and an increased risk of preemptive or preventive war, among other consequences.

Trump or no Trump, the United States’ contemporary security problems cannot be solved by traditional military deterrence alone. Washington must commit itself to reassuring its allies that it is both willing and able to fulfill its treaty obligations. But even more important, it must begin to broaden its approach to deterrence in light of the changing nature of the threat posed by rivals such as China and Russia. Above all, U.S. policymakers must develop strategies that combine military elements with economic sanctions and other forms of nonmilitary punishment. Such a strategy would reduce the risk of a disastrous war by convincing adversaries that the United States is willing to follow through on its threats, even in an era in which China and Russia are not only wielding more powerful weapons but also showing an increased willingness to use them.

Chinese and Japanese ships near the Diaoyu/Senkaku Islands, April 2013
Chinese and Japanese ships near the Diaoyu/Senkaku Islands, April 2013

Kyodo / Reuters

FRIENDS IN NEED

In some respects, the fact that the United States now faces problems reassuring its allies should come as no great surprise. Reassurance is hard to achieve. Indeed, in a world of Westphalian nation-states, it is downright unnatural. Persuading one country to depend on another for its security, and perhaps even its survival, runs counter to intuition, common sense, and most of human history. Although Trump’s rhetoric is often imprudent, it may simply make explicit what many already suspected about the United States’ dependability.

Reassurance is also difficult because promises to protect allies should not be unconditional. U.S. allies should not feel that they can be reckless, safe in the knowledge that Washington will bail them out if they get into trouble. In the 1960s, South Korea developed plans for so-called decapitation strikes to kill the North Korean leadership; the United States sought to ratchet down its ally’s offensive inclinations. And in 1965, Pakistan attacked India in the belief that it was protected by U.S. security guarantees. Some fear that Saudi Arabia could attempt something similar today with Iran. As Trump has pointed out in his criticisms of NATO members’ military spending, unconditional reassurance can encourage free-riding by allies, who may assume that the United States will always pick up the bill for collective defense.

Both deterrence and reassurance require clarity of messaging about when and how the United States will back up its allies. Given Trump’s inconsistency and penchant for rhetorical brinkmanship, some of the greatest sources of worry today come from Washington. Trump waited until June 2017—nearly sixth months into his presidency—to reaffirm the United States’ commitment to NATO’s mutual-defense pledge. He has questioned whether the United States would come to the aid of an ally that has failed to meet its pledge to spend at least two percent of GDP on defense. According to anonymous aides quoted in The New York Times, Trump has even said privately that he does not see the point of NATO and would like to withdraw from it. (In June, he also criticized the United States’ mutual security treaty with Japan as “unfair.”) Earlier, on the presidential campaign trail, he mused that perhaps Japan and South Korea should have their own nuclear weapons rather than depend on those of the United States.

There is a fine art to both deterrence and reassurance.

Somehow, to date, Trump’s words seem to have done little permanent damage. A 2018 Pew poll found growing doubts about U.S. reliability among U.S. allies (only ten percent of Germans and nine percent of French people asked expressed confidence that Trump would “do the right thing regarding world affairs.”) Yet the same poll showed that an overwhelming majority of those surveyed still preferred the United States to China as the world’s leading power. The U.S.-led world order does not appear to be crumbling. No ally has opted out of the Nuclear Nonproliferation Treaty or threatened to do so. Indeed, no ally has even embarked on a major military buildup. NATO has modestly improved its military burden sharing since 2014, but most of the United States’ security partners still spend a historically modest one to two percent of GDP on their militaries, much less than during the Cold War. Poland and the Baltic states have increased their defense spending to two percent of GDP, but they have not taken the steps, such as fortifying their borders, that one would expect if they truly feared a Russian invasion. U.S. allies may be nervous, but they do not appear to be panicking or radically changing their own national security strategies.

Despite his rhetoric, moreover, Trump has staffed his administration with figures who are committed to the United States’ presence abroad. Neither Secretary of State Mike Pompeo nor National Security Adviser John Bolton is known for his dovishness or isolationism. The U.S. defense budget has continued to grow during Trump’s tenure, and the president has requested additional money from Congress to develop advanced weapons. U.S. troop deployments have generally remained static, and in some places, such as on the eastern flank of NATO, they have actually increased. Trump has hosted high-level meetings with the leaders of most of the countries—Japan and South Korea, Poland and the Baltic states—on the frontlines of struggles with China and Russia, assuaging their fears of being abandoned in a crisis. In these respects, counterintuitively, the transition from George W. Bush to Barack Obama to Trump shows more continuity than change.

These have been good steps. But there is a fine art to both deterrence and reassurance: they require constant attention, as both are ultimately in the eye of the beholder. In addition to avoiding capricious threats to pull out of alliances, the United States should make its military commitments more credible in ways that do not require a major increase in combat forces stationed abroad. Washington, for example, could improve its capabilities in Poland by strengthening its logistical and headquarters assets there (as the Atlantic Council has recently recommended) and agreeing to deploy U.S. troops on a permanent, rather than rotational, basis. The most overdue policy changes, however, lie not in the realm of Department of Defense force planning but in that of statecraft—in integrating economic and military tools to develop a new and more realistic concept of deterrence.

A NEW FORM OF DETERRENCE

The Trump administration’s two principal strategic documents, the 2017 National Security Strategy and the 2018 National Defense Strategy, both stress the United States’ blossoming rivalry with its great-power competitors, China and Russia. The NDS identifies both as “revisionist powers” that “want to shape a world consistent with their authoritarian model.” Most notably, Trump has increased the annual U.S. defense budget by around $100 billion since taking office, including in it generous funding for high-tech weapons modernization, among other priorities.

But in the effort to strengthen deterrence, it is important to ask how a U.S. war with China or Russia would likely start. Put differently, where and how might deterrence, and specifically extended deterrence, actually fail?

China and Russia know they are weaker than the United States according to raw military metrics. Both are thus highly unlikely to launch the kind of all-out surprise attack against a U.S. treaty ally that would require American retaliation. It is hard to imagine, for instance, that China would invade the main islands of Japan, where some 50,000 U.S. troops are currently stationed, or that Russia would attempt to annex an entire NATO country, even a small Baltic state. Both Beijing and Moscow know that such open aggression would be met with overwhelming U.S. force.

Yet it is much easier to imagine Beijing or Moscow carrying out smaller tests of U.S. resolve. Perhaps Russia would, as it did in Ukraine, send so-called little green men—soldiers in green army uniforms without insignia—into a small town in eastern Estonia under the pretext of protecting ethnic Russians there. Putin has declared a right to protect Russian speakers anywhere they live, especially on former Soviet territory, providing him with a tailor-made pretext for such aggression. But what he might truly relish is the chance to nibble at a piece of NATO territory and put the alliance on the horns of a major dilemma. Would Article 5 of the North Atlantic Treaty, which guarantees that alliance members will defend one another in the event of an attack, require a military counterattack from NATO in such a situation? Putin might hope that NATO’s 29 members would tie themselves in knots over how to respond. In the event that NATO members, hoping to avoid a great-power war over a relatively minor incursion, failed to honor their Article 5 promises, it could lead to existential doubts about the core purpose of the alliance.

Should Washington risk a great-power—and potentially nuclear—conflict in order to preserve its credibility?

Or, as suggested above, China might occupy one or more of the Diaoyu/Senkaku Islands. These worthless islets are claimed by both China and Japan. The United States takes no official position on who should control the islands but acknowledges that Japan now administers them and that its security treaty with Japan should therefore apply to their defense. Such a complex, muddled situation is ripe for deterrence failure. Beijing might try to seize one of the islands in order to signal, without crossing the threshold of serious aggression, to Japan and the United States that it is unhappy with some aspect of the postwar order in the Pacific. Beijing might hope that it could force Japan into negotiations and some type of humiliating compromise or drive a wedge between Tokyo and Washington that would make Japan feel more exposed, and less self-confident, on other issues in the years to come, thereby opening up East Asia and the western Pacific to Chinese domination.

This type of limited enemy assault would raise difficult questions for U.S. policymakers—what I call “the Senkaku paradox.” Should Washington risk a great-power—and potentially nuclear—conflict in order to preserve its credibility, even over something relatively unimportant? Or should it conclude that the stakes are too small to justify such a risk? In the event of limited enemy aggression against an inherently worthless target, a large-scale U.S. response—as the traditional approach to extended deterrence would dictate—would seem massively disproportionate. On the other hand, a nonresponse would be unacceptable, and inconsistent with American treaty obligations, too.

The way out of this paradox is through a strategy of asymmetric defense. The United States should not formally renounce the possibility of a full military response to very limited (and quite possibly nonlethal) aggression against its allies. Indeed, Lieutenant General John Wissler, then commander of the U.S. III Marine Expeditionary Force in Japan, was right to insist in 2014 that the United States and Japan could expel the Chinese from the Diaoyu/Senkaku Islands if required. As a practical matter, however, the United States needs other options—for both before and after a crisis begins.

Most of all, Washington’s deterrence strategy should seek to avoid drawing first blood against another great power if at all possible. The United States should prepare responses to small-scale aggression that emphasize economic warfare, and sanctions in particular. At first, the main role of U.S. military force should be to create a defensive perimeter so that China’s or Russia’s appetite for expansion is not further whetted. In the event that a crisis worsens, Washington and its allies could attempt indirect military measures—for instance, targeting ships in the Persian Gulf carrying oil to China. This sort of response would, at least initially, keep the conflict far from the shores of any great power, providing more time for the belligerents to avoid further escalation. But economic warfare should be the core of the strategy, with military force in support.

Such an approach would help convince a would-be adversary that it would have more to lose than to gain from the use of force—especially if the United States and its allies had taken proper preparatory measures to ensure that they could tolerate any reprisals. The trick would be to make sure the punishments for noncompliance were commensurate with the initial aggression, while maintaining the potential to escalate if necessary.

U.S. and Japanese ships during a joint naval exercise south of Japan, November 2014
U.S. and Japanese ships during a joint naval exercise south of Japan, November 2014

Reuters

For sanctions to be economically sustainable, the United States and its allies need to understand vulnerabilities in their supply chains, financial dealings, and other economic relationships. They should develop strategies to mitigate these vulnerabilities—for example, by bolstering their national defense stockpiles of key minerals and metals, many of which today come primarily from China. They should take steps to avoid becoming overly dependent on China for key manufactured components and goods—Washington could prevent Chinese imports from exceeding a specified percentage of certain critical sectors. European states should also continue improving the infrastructure needed to import liquefied natural gas from the United States and other countries as a backup in case energy imports from Russia are interrupted in a future crisis.

A sanctions-based strategy would be judicious and proportionate, but it would not be weak. Indeed, if Beijing or Moscow refused to either back down or otherwise resolve the dispute once the United States and its allies had deployed sanctions, Washington could raise the stakes. Recognizing that the aggressor state’s strategic aims had become fundamentally untrustworthy or hostile, Washington could seek to not only punish the perpetrator for its specific action but also limit its future economic growth. Over time, export controls and permanent sanctions could replace temporary punitive measures. This strategy would require support from key U.S. allies to be effective—one more reason why Washington needs to respond to these kinds of crises in a way that seems judicious, patient, and nonescalatory, so as to strengthen its coalition and not scare away key partners.

KEEPING THE PEACE

In his 2017 book, All Measures Short of War, the political scientist Thomas Wright persuasively argues that global orders do not break down all at once. They are challenged, weakened, and eroded in key regions where the interests of rival powers come into direct competition. The western Pacific and eastern European are precisely the regions where such developments are most likely today.

But China and Russia will not be so mindless as to attack the heartland of a major U.S. ally; American deterrence has not deteriorated that much, even in the age of Trump. The tough scenarios will be in the so-called gray zones of conflict, where classic war-fighting concepts do only so much good. U.S. war plans, as best as can be deduced from the outside, are still too focused on those classic concepts, and probably too escalatory for a world in which large-scale war between nuclear-armed powers must be an extreme last resort. Only a deterrence strategy that recognizes as much—and develops plans involving all the tools of statecraft instead of just military force—can respond to the modern challenges of great-power competition and keep the U.S.-led system of alliances resolute and reassured.

https://www.foreignaffairs.com/articles/world/2019-08-12/can-america-still-protect-its-allies

The Untold Story of Christian Zionism’s Rise to Power in the United States

1

mintpressnews.com

Well before Theodore Herzl founded political Zionism and published The Jewish State, Christian Zionists in the United States and England were already seeking to direct and influence the foreign policy of both nations in service to a religious obsession end times prophecy

AL QAEDA ATTEMPTS TO UNIFY FORCES IN SYRIA

0

Sep 5, 2019 – Press ISW  By Jennifer Cafarella and Emily Estelle

Al Qaeda’s senior leadership reinvigorated its effort to unite anti-Assad groups into a single military force in northwest Syria after Russia enabled the regime of Syrian President Bashar al Assad to break a months-long stalemate in northwest Syria in August 2019. Greater cooperation between two separate al Qaeda–linked operations rooms in Idlib may indicate these forces will attempt to implement this directive despite a long history of failed attempts to unify.

Russian special forces and pro-Assad militias seized Khan Sheikhoun, an urban center on the M5 highway connecting Damascus to Aleppo, on August 22. The advance is a major win for Assad, Russia, and Iran after a months-long, grueling stalemate had imposed heavy casualties on the pro-Assad forces. Further regime gains threaten to constrict al Qaeda’s governing project in Idlib to a smaller corner of northwest Syria, west of the M5 highway. It is thus a major threat to al Qaeda’s project, but it is also an opportunity for al Qaeda to reinvigorate and possibly unify the Salafi-jihadi movement in Syria. The renewed military pressure has stimulated al Qaeda’s global recruitment and fundraising for operations in Syria. It has also enabled senior al Qaeda leaders to try unifying anti-Assad forces again after years of infighting.

Al Qaeda’s General Command issued a call for mobilization in Syria on August 15 to halt the regime’s advance into Idlib province. It directed fighters to return to the model of Jaysh al Fatah, the joint operations room that seized Idlib city in March 2015 and threatened the regime’s control in Hama province, farther south, and in the Syrian coast in Latakia province. Russia’s intervention in Syria in September 2015 sought to halt and reverse this serious threat to Assad’s survival. Senior al Qaeda commanders in Syria led Jaysh al Fatah, which included participation from U.S.-backed groups and was the high-water mark to date for unified military effort in northwest Syria. By referencing Jaysh al Fatah, al Qaeda’s General Command is harkening back to that period of victory in Syria to stimulate a new period of cooperation.

Al Qaeda has always supported multiple Salafi-jihadi groups in Syria to generate a diverse Salafi-jihadi movement that it can lead and that it calculates can replace the pro-democracy rebellion over time. Intense infighting and disagreements have emerged in Syria between these groups, occasionally disrupting their cooperation. Much of this infighting relates to the question of what concessions are permissible to grant to Syrian opposition groups and external actors, such as Turkey, to leverage their help. The statement from al Qaeda’s General Command is an instruction to the Salafi-jihadi forces in Syria that it supports setting aside these arguments in favor of marshaling a more coherent military response to the pro-Assad advance. It also gives permission and enticement to al Qaeda leaders in Syria, such as Abu Mohammed al Joulani, who have sought to mask the extent of their role in al Qaeda to openly collaborate with more overtly globalist Salafi-jihadis.

A new Jaysh al Fatah would require greater cooperation between groups currently spread across two separate operations rooms: Incite the Believers, which includes the al Qaeda–linked Hurras al Din, and Fatah al Mubin, which includes the al Qaeda–linked Hay’at Tahrir al Sham (HTS) and Turkish-backed opposition forces. Hurras al Din’s leaders include senior al Qaeda figures who have resisted cooperation with Fatah al Mubin due to disputes over leadership and Turkish support. These two operations rooms (Incite the Believers and Fatah al Mubin) both announced the start of a counterattack against pro-Assad forces on August 27, their first publicized coordination in northwest Syria since each was formed. It may indicate expanded coordination will follow. However, Russia announced a cease-fire in Idlib on August 30. It does not apply to al Qaeda–linked groups but indicates Russia will now attempt to renegotiate with Turkey and possibly Europe for a new deal in Idlib before resuming military operations.

Veteran al Qaeda figures both inside and outside of Syria continue to invest in shaping the actions of al Qaeda–linked groups in Idlib. Al Qaeda General Command eulogized Sari Shihab (aka Abu Khaled al Muhandis), a Jordanian Hurras al Din leader and senior al Qaeda militant who was assassinated in Idlib city on August 22. Shihab was an associate of al Qaeda in Iraq founder Abu Musab al Zarqawi and was related by marriage to senior al Qaeda official Saif al Adel. Shihab and Adel were two of five senior al Qaeda members released from Iran in 2015 after al Qaeda in the Arabian Peninsula kidnapped an Iranian diplomat in Yemen to facilitate the hostage exchange. A statement attributed to Adel on August 14 warned that Turkey seeks to compromise al Qaeda’s effort in Syria. The statement is an example of the ongoing argument at senior leadership levels over how to proceed in Idlib.

American strikes on al Qaeda operatives planning external attacks from Idlib may disrupt greater cooperation between groups in northwest Syria. Concern over drawing U.S. strikes has encouraged Syrian opposition groups to resist greater unification with al Qaeda–linked groups in the past. U.S. Central Command (CENTCOM) conducted a strike targeting al Qaeda leadership planning an attack “threatening U.S. citizens and partners” north of Idlib on August 31. The strike targeted members of the al Qaeda–linked Ansar al Tawhid and possibly Hurras al Din. CENTCOM previously struck an al Qaeda cell planning an external attack at a facility near Aleppo in northwestern Syria on June 30.

Η Τουρκία επιδιώκει θερμό επεισόδιο και στο Αιγαίο και στην Κύπρο: Το ερώτημα είναι αν μπορεί…

1

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Καστελόριζο: 72 Ναυτικά μίλια από την Ρόδο, το Ελληνικό διαμάντι που βρίσκεται μονίμως στο μάτι της Τουρκίας. Στο μικρό λιμάνι του νησιού σχεδόν κάθε μέρα δένει πυραυλάκατος ή κανονιοφόρος του Πολεμικού Ναυτικού. Οι ακρίτες είναι στενά συνδεδεμένοι με τα πληρώματα του ΠΝ και γνωρίζουν τον καθημερινό άγνωστο στο ευρύ κοινό αγώνα που δίνουν τα στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού για την προάσπιση των Κυριαρχικών Δικαιωμάτων της χώρας μας. Πηγή: Hellas Journal

Η κατάσταση με την Τουρκία, μέρα με τη μέρα, εξελίσσεται εξαιρετικά επικίνδυνα. Πολλά συμβαίνουν, λίγα γνωρίζουμε, και πολύ περισσότερα θα συμβούν, εάν οι πληροφορίες που διοχετεύει η τουρκική προπαγάνδα έχουν δόση αλήθειας.

Η συνεχής στόχευση του Καστελόριζου από την Τουρκία είναι λόγος μεγάλης ανησυχίας. Τα μέτωπα που μας ενδιαφέρουν είναι δύο: Στην μικρή και αδύνατη Κύπρο η Τουρκία χρησιμοποιεί την ισχύ της και το μέγεθος της χώρας και του πληθυσμού για να φοβίσει τους Έλληνες Κύπριους, οι οποίοι ζουν σε ένα καθεστώς μόνιμης αβεβαιότητας.

Στο Αιγαίο, προς το παρόν προκαλεί στον αέρα, στην προσπάθειά της να δημιουργήσει και εκεί αβεβαιότητα στους κατοίκους των ελληνικών νησιών. Οι πληροφορίες για ελληνοτουρκική «ναυμαχία» ήταν ψεύτικες, αλλά με τον προβληματικό Ταγίπ Ερντογάν που γνωρίζουμε, όλα είναι πιθανά.

Απαιτείται περισσή προσοχή, διότι πάντα στοχεύει το Καστελόριζο. Η ηγεσία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, και τα αρμόδια υπουργεία Άμυνας και Εξωτερικών έχουν συνεχείς επαφές με τις Βρυξέλλες και την Ουάσιγκτον. Η Τουρκία έχει και πολλά προβλήματα με τη Συρία και το προσφυγικό γίνεται μέγγενη που θα μπορούσε και να την «πνίξει»…

Οι τουρκικές αντιδράσεις είναι σπασμωδικές άρα πρέπει να μας υποψιάζουν. Οι μεταναστευτικές ροές προς τα νησιά του Αιγαίου αυξάνονται. Η Αθήνα οσμίζεται οργανωμένες καταστάσεις από την τουρκική κυβέρνηση. Στο θέμα αυτό η Ευρώπη της “αλληλεγγύης” έχει τεράστιες ευθύνες, τις οποίες φόρτωσε στην Ελλάδα. Ούτε στη μία (με την Κυπρο), ούτε στην άλλη περίπτωση (με το Αιγαίο) η Τουρκία πετυχαίνει τους σκοπούς της, καθώς οι ενέργειες της είναι όλες παράνομες και ενοχλούν πλέον και τους μεγάλους παίκτες: την Αμερική και τη Γαλλία, δύο χώρες που πρέπει να κάνουν περισσότερα, εάν πραγματικά επιθυμούν εμβάθυνση των σχέσεων με τις χώρες της ανατολικής Μεσογείου.

Μπορούν, -άρα και πρέπει- να σταματήσουν την τουρκική επιθετικότητα. Ιδιαίτερα η Ουάσιγκτον έδειξε πέρυσι το καλοκαίρι την ισχύ (leverage) που έχει απέναντι στην κατοχική δύναμη. Γι’ αυτό και στην αμερικανική κυβέρνηση, και στο Κογκρέσο, αλλά και σε διεθνές επίπεδο πολιτικοί και διπλωμάτες δεν μπορούν να αντιληφθούν τους λόγους της άρνησης του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ -προς το παρόν τουλάχιστον- να επιβάλει τις κυρώσεις. Μπορεί ένα καινούργιο νομοσχέδιο να τον αναγκάσει…

Στις 20 Αυγούστου, με γραπτή επίσημη δήλωση στην ιστοσελίδα μας και στο ΚΥΠΕ, η Αμερική τοποθετήθηκε ισχυρά για τις παράνομες δραστηριότητες του Γιαβούζ στα κυπριακά χωρικά ύδατα και η Γαλλία προτίθεται -άρα θα το πράξει διότι οι Γάλλοι δεν κοροϊδεύουν όπως ο Ντόναλντ Τραμπ- να συνοδεύει τα ερευνητικά της με πολεμικά πλοία. Αυτό τουλάχιστον φέρεται να είπε ο πρόεδρος Μακρόν σε συνομιλητές του στην Ελλάδα και στην Κύπρο.

Αν και ο Ερντογάν δεν χαμπαριάζει από ανακοινώσεις, η Ελλάδα πρέπει να φροντίσει να εξασφαλίσει παρόμοια δήλωση -όπως αυτή για το Γιαβούζ στην Καρπασία- και για το Καστελόριζο. Θα είναι μία πολύ καλή στιγμή της ελληνικής διπλωματίας. Το λέμε και το ξαναλέμε: Πάντα, ο άγνωστος Χ είναι το Ισραήλ, το οποίο αυτό το διάστημα αντιδρά παθητικά. Αυτό δεν σημαίνει ούτε καν πρόθεση να «παίξει» με την Τουρκία, καθώς τα προβλήματα μεταξύ των δύο χωρών είναι πολλά και οι διαφορές αξεπέραστες.

Βέβαια, στην πολιτική και τη διπλωματία όλα επιτρέπονται. Αλλά υποθέτουμε πως με τα σημερινά δεδομένα, η σχέση του Ισραήλ με την Τουρκία θα παραμείνει στο ψυγείο για μερικά χρόνια, όχι επειδή δεν το θέλει το Εβραϊκό Κράτος, αλλά επειδή αυτό είναι απόφαση της Άγκυρας.

Όπως και με την Αμερική, είναι ο Ταγίπ Ερντογάν που έλαβε την απόφαση της απομάκρυνσης από τη Δύση. Δεν ήταν η Δύση αυτή που τον παράτησε. Αν ήταν στο χέρι της δεν θα έχανε ποτέ την Τουρκία και ως γνωστό είναι διατεθειμένη να της δώσει και ανταλλάγματα. Αλλά προφανώς, ο πρόεδρος της Τουρκίας βρήκε αυτό που αναζητούσε χρόνια και δεν του πρόσφερε η Αμερική: Τον σεβασμό.

Ο πρόεδρος της Ρωσίας, Πούτιν παίζει το βιολί και ο Ερντογάν χορεύει, όπως έγραψε το αμερικανικό περιοδικό Foreign Policy, αλλά την ίδια στιγμή του συμπεριφέρεται ως ίσος προς ίσο. Κάτι που δεν κάνουν ποτέ οι Αμερικανοί ηγέτες με τους ομολόγους τους.

Η Τουρκία αναμένεται να συνεχίσει την επιθετικότητά της για όσο καιρό δεν απαιτεί η Αμερική τον τερματισμό της. Η επιθετικότητα αυτή, αν στραφεί προς την Ελλάδα, αναμένεται να προκληθεί -ίσως και από λάθος- ένα θερμό επεισόδιο. Αν το επεισόδιο γίνει στην Κύπρο φοβάμαι πως το νησί θα μείνει αβοήθητο παρά το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός της Ελλάδας φέρεται να είπε στον πρόεδρο της Κύπρου, ότι η «Μητέρα Πατρίδα» θα σπεύσει να βοηθήσει.

Αν το επεισόδιο γίνει στην Ελλάδα, τότε όλα αλλάζουν. Άλλωστε και οι δύο χώρες είναι κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, και η Ατλαντική Συμμαχία θα παρέμβει, αν και κατά την κρίση στα Ίμια ήταν απούσα, όπως και οι Ευρωπαίοι, που ξύπνησαν μετά από δώδεκα ώρες.

Το βασικό ερώτημα που τίθεται στα διπλωματικά και στρατιωτικά γραφεία είναι αυτό: Γιατί η Αμερική και γενικά η Δύση δεν αλλάζουν τη στρατηγική τους αφού η Τουρκία συμμαχεί όλο και περισσότερο με τον Πούτιν και τα στρατηγικά δυτικά συμφέροντα τίθενται σε κίνδυνο λόγω ακριβώς αυτής της «προδοσίας» του Ερντογάν; Διίστανται οι απόψεις αλλά εσχάτως εμφανίζονται διπλωμάτες και αναλυτές που προετοιμάζουν για τη μεγάλη αλλαγή; Θα το πιστέψουμε όταν το δούμε…

Πηγή: Η Τουρκία επιδιώκει θερμό επεισόδιο και στο Αιγαίο και στην Κύπρο: Το ερώτημα είναι αν μπορεί… https://hellasjournal.com/2019/09/i-toyrkia-epidiokei-thermo-epeisodio-kai-sto-aigaio-kai-stin-kypro-to-erotima-einai-an-mporei/

Η αγία διπλωματία του πάπα Φραγκίσκου στην Ουκρανία

0
Γιατί η Ουάσιγκτον και το Βατικανό δεν τα βρίσκουν πια
Ο πάπας Φραγκίσκος χαιρετά μέλη του ουκρανικού στρατού στο Βατικανό, τον Μάιο του 2019. Remo Casilli / Reuters
Περίληψη:

Η Αγία Έδρα ανησυχεί ότι οι ΗΠΑ σταμάτησαν να ασκούν την σημαντική ηθική επιρροή τους ως χώρα που προσπαθεί να ηρεμήσει τις εντάσεις, να ενθαρρύνει την φιλελεύθερη τάξη, και να διευκολύνει την ειρήνη, επιλέγοντας αντ’ αυτού την αντιπαραγωγική πολεμική. Ωστόσο, αυτή η επιθετικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών άνοιξε χώρο για το Βατικανό.

Ο VICTOR GAETAN είναι ανώτερος διεθνής ανταποκριτής του The National Catholic Register.

Η Αγία Έδρα και οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν μια στενή συνεργασία. Υπό τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρέιγκαν, η CIA παρείχε τακτικές ενημερώσεις [1] στον πάπα Ιωάννη Παύλο Β’, καθώς το Βατικανό συντονιζόταν με την Ουάσινγκτον για την στήριξη της δημοκρατικής αλλαγής στην Πολωνία. Αυτές οι μέρες έχουν πλέον τελειώσει.

Τίποτα δεν αποτελεί καλύτερο παράδειγμα για την παρακμή αυτής της ιδιαίτερης σχέσης από την διπλωματία του πάπα Φραγκίσκου στην Ουκρανία. Πέρσι, οι αμερικανο-ρωσικές αντιπαλότητες κορυφώθηκαν σε αυτή την χώρα μέσω του διαχωρισμού μεταξύ παρατάξεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τον περασμένο χρόνο, η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία διαχωρίστηκε αποφασιστικά από το Πατριαρχείο της Μόσχας, με την ρητή έγκριση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Φραγκίσκος δεν ακολούθησε την αμερικανική ηγεσία και αντί γι’ αυτό προειδοποίησε τους Καθολικούς της Ουκρανίας να μην μπλεχτούν στον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων των Ορθοδόξων. Ο πάπας χρησιμοποίησε τις σχέσεις του με σημαντικούς παίκτες σε όλες τις πλευρές της διαμάχης -συμπεριλαμβανομένης της Μόσχας- για να ηρεμήσει τα πνεύματα. Έχει πετύχει μέχρι τώρα, καθώς έχει ωθήσει τους ανταγωνιστές να βλέπουν ο ένας την ανθρωπιά του άλλου, κάτι που με την σειρά του μειώνει την εχθρότητα.

06092019-1.jpg

Ο πάπας Φραγκίσκος χαιρετά μέλη του ουκρανικού στρατού στο Βατικανό, τον Μάιο του 2019. Remo Casilli / Reuters
———————————————————————

Η διακριτική, παρασκηνιακή διαμεσολάβηση του Φραγκίσκου είναι παρόμοια με την προσέγγιση της διπλωματίας που περιέγραψε στο Evangelii Gaudium, την πρώτη του παπική προτροπή, το 2013. Σε αυτή την προτροπή, ο Φραγκίσκος έδωσε έμφαση σε τέσσερις αρχές: Ότι το σύνολο είναι σπουδαιότερο από τα τμήματα, ότι η ενότητα επικρατεί έναντι των συγκρούσεων, ότι οι πραγματικότητες είναι πιο σημαντικές από τις ιδέες, και ότι ο χρόνος είναι σπουδαιότερος από τον χώρο. Αν και αφηρημένοι με μια πρώτη ματιά, οι κανόνες πραγματικά συνοψίζουν την στρατηγική του και αντανακλούν την επιθυμία του να παραμείνει ουδέτερος μεταξύ των ανταγωνιστικών γεωπολιτικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτή η ουδετερότητα, με την σειρά της, συμβάλλει στην αποκατάσταση του κύρους της Αγίας Έδρας ως σημαντικού διπλωματικού παίκτη.

ΟΛΟΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ

Η πρώτη κατευθυντήρια αρχή του Φραγκίσκου -ότι το σύνολο είναι σπουδαιότερο από τα μέρη- μπορεί να ιδωθεί στην απροθυμία του να πάρει το μέρος κάποιας πλευράς στην θρησκευτική σύγκρουση της Ουκρανίας. Οι Καθολικοί δεν αποτελούν περισσότερο από το 10% του πληθυσμού της Ουκρανίας [2], αλλά διαδραμάτισαν για πολύ καιρό ένα υπερμεγέθη ρόλο στην διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας. Η μεγαλύτερη Καθολική κοινότητα είναι η Ουκρανική Καθολική Εκκλησία της Ουκρανίας (UGCC), που δημιουργήθηκε το 1596 όταν μια ομάδα Ορθοδόξων επισκόπων συμφώνησε να αναγνωρίσει την Ρώμη διατηρώντας όμως την βυζαντινή ιεροτελεστία. (Η Ουκρανία έχει επίσης πολύ μικρότερες Λατινικές και Ρουθηνικές Καθολικές κοινότητες -μια κληρονομιά της ιστορίας της δυτικής Ουκρανίας ως πολωνική και αυστρο-ουγγρική επικράτεια).

Η UGCC έχει προσκολληθεί σταθερά στην φιλο-Δυτική πλευρά της εσωτερικής σύγκρουσης της Ουκρανίας. Κάποιος μπορεί να περίμενε ότι και ο Φραγκίσκος θα έκανε το ίδιο. Στο Μπουένος Άιρες, ήταν φιλικός με έναν αρχιεπίσκοπο της UGCC, έναν πρώην Σοβιετικό στρατιώτη ονόματι Sviatoslav Shevchuk, ο οποίος την εποχή εκείνη υπηρετούσε μια αρκετά μεγάλη αργεντινή διασπορά. Ο Σεβτσούκ ηγείται τώρα της UGCC και ήταν εξέχων υποστηρικτής [3] των διαδηλώσεων της Μαϊντάν το 2014 που πυροδότησαν την τρέχουσα σύγκρουση. Ο Σεβτσούκ ενθάρρυνε [4] τους Χριστιανούς να αντιμετωπίσουν την «τρομοκρατική βία και την εμφανή στρατιωτική επίθεση από το εξωτερικό», μια σαφή αναφορά στην στρατιωτική παρέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Ο πάπας απέρριψε [5] την συγκρουσιακή προσέγγιση του Shevchuk. Όταν ο αρχιεπίσκοπος χαρακτήρισε την σύγκρουση ως ρωσική «εισβολή», ο Φραγκίσκος απάντησε καταδικάζοντάς την ως «αδελφοκτόνο πόλεμο». Τον Φεβρουάριο του 2015, ο πάπας είπε ευγενικά στους Ουκρανούς επισκόπους του να μείνουν εκτός πολιτικής [6], εξηγώντας ότι «η έννοια της δικαιοσύνης και της αλήθειας, πριν να είναι πολιτική, είναι ηθική».

Για τον Φραγκίσκο, όλες οι συγκρούσεις μπορούν να εντοπιστούν στα συμφέροντα, είτε αυτά είναι στρατιωτικά, είτε οικονομικά, είτε σχετίζονται με την εθνική υπερηφάνεια. Αλλά δεν υποπτεύεται περισσότερο τον ρωσικό ιμπεριαλισμό από όσο εκείνο που θεωρεί ως αμερικανικό ιμπεριαλισμό -τόσο η Μόσχα όσο και η Ουάσιγκτον, κατά την άποψή του, είναι εξίσου ιδιοτελείς και καταστροφικοί. Συνεπώς, αρνείται να δώσει προτεραιότητα σε μια ομάδα Χριστιανών έναντι μιας άλλης. Ολόκληρος ο Χριστιανισμός είναι ιερός, οπότε η ειρήνη πρέπει να βρεθεί ανάμεσα στα εμπόλεμα μέρη του.

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Η δεύτερη αρχή του Φραγκίσκου δίνει έμφαση στην ενότητα έναντι των συγκρούσεων. Η ενότητα που θέλει να διατηρήσει δεν είναι μόνο ανάμεσα στους συντρόφους του Καθολικούς, αλλά και ανάμεσα στους Καθολικούς και τους Ορθόδοξους αδελφούς τους.

Η Ανατολική Ορθοδοξία είναι μια οικογένεια 14 αυτόνομων τοπικών εκκλησιών. Η μεγαλύτερη από αυτές είναι η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, με περισσότερα από 100 εκατομμύρια πιστούς [7]. Στην δεκαετία του 1960, η Ρώμη προσπάθησε να θεραπεύσει το σχίσμα με την Ανατολική Ορθοδοξία, αλλά η ρωσική εκκλησία ήταν κλειδωμένη πίσω από το σιδερένιο παραπέτασμα. Ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ έκανε ειρήνη [8] με τον Αθηναγόρα, τον πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης και «πρώτον μεταξύ ίσων» στο πλαίσιο της διεθνούς Ορθοδοξίας. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση, η οποία δεν εμπιστευόταν τους κομμουνιστές ηγέτες της ρωσικής εκκλησίας, προήγαγε τον Αθηναγόρα, έναν Αμερικανό πολίτη, ως τον κύριο άνθρωπο της παγκόσμιας Ορθοδοξίας. Όταν ο Αθηναγόρας επελέγη ως πατριάρχης το 1949, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη [9] με το προεδρικό αεροπλάνο του προέδρου Harry Truman.

Ο πάπας Φραγκίσκος έχει έρθει ιδιαίτερα κοντά στον σημερινό πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, Βαρθολομαίο. Ταξίδεψαν μαζί στους Άγιους Τόπους και σε ελληνικά νησιά και επισκέφθηκαν ο ένας τον άλλον στην έδρα του και αυτόν τον Ιούνιο ο Φραγκίσκος έδωσε ένα λείψανο του Αγίου Πέτρου στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, ο Φραγκίσκος και οι διπλωμάτες του είναι επίσης κοντά στον Πατριάρχη Κύριλλο και την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’ αυτό, βασίζεται στο έργο των δύο προκατόχων του: Το 1989, ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ συμφώνησε να αποκαταστήσει κάποιους διπλωματικούς δεσμούς [11] με την Σοβιετική Ένωση και, το 2010, ο Βενέδικτος XVI -ο οποίος έβλεπε μια βαθιά χριστιανική Ρωσία ως σύμμαχο εναντίον του κοσμικού σχετικισμού της Δυτικής Ευρώπης- ομαλοποίησε πλήρως τις σχέσεις [12] μεταξύ της Μόσχας και της Αγίας Έδρας.

06092019-2.jpg

Ο Φραγκίσκος συναντάται με τον Βαρθολομαίο στο Βατικανό, τον Μάιο του 2018. Reuters
———————————————————————

Υπό τον Φραγκίσκο, η σχέση του Βατικανού με την ρωσική εκκλησία -τώρα υποστηριζόμενη από το ρωσικό κράτος [13]- έχει ανθίσει. Εν μέρει ως αποτέλεσμα της ποιμαντικής σύνεσης του πάπα όσον αφορά την Ουκρανία, το 2016, ο Πούτιν έδωσε το πράσινο φως για την πρώτη προσωπική συνάντηση μεταξύ του Φραγκίσκου και του Κύριλλου. Στο διεθνές αεροδρόμιο της Αβάνας, οι δύο ηγέτες υπέγραψαν κοινή δήλωση [14] που εξέφραζε κοινές θρησκευτικές, κοινωνικές και πολιτικές απόψεις. Τρία από τα 30 σημεία της δήλωσης αφορούσαν την ουκρανική σύγκρουση και οι ηγέτες υποσχέθηκαν να κρατήσουν την θέση τους έναντι του «να πάρουν κάποια πλευρά στην αντιπαράθεση» της εκκλησίας. Η ηγεσία της UGCC θύμωσε [15], αλλά κατά την άποψη του πάπα, το να επιδιωχθεί η χριστιανική ενότητα -η τελευταία επιθυμία του Χριστού- απαιτεί από την Ρώμη να λειτουργεί με ισορροπημένο, στοργικό τρόπο. Αν ο Φραγκίσκος είχε κλίνει ανοιχτά προς την [πόλη της δυτικής Ουκρανίας] Lvov, θα είχε εξαπολύσει τις φλόγες του θρησκευτικού πολέμου. Αντίθετα, έχει κηρύξει την αυτοσυγκράτηση σε εκείνους επί των οποίων έχει την μεγαλύτερη επιρροή, τους ηγέτες της UGCC, ελπίζοντας να δημιουργήσει ένα πρότυπο συμπεριφοράς για την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία στις σχέσεις της με τους πιστούς στην Ουκρανία.

Η Μόσχα και η Κωνσταντινούπολη παλεύουν τώρα για το καθεστώς μιας νέας Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, την οποία ο Βαρθολομαίος κήρυξε αυτοκέφαλη (ή αλλιώς ανεξάρτητη από την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία) το 2018. Η Ρωσική εκκλησία ισχυρίζεται [16] ότι ο Βαρθολομαίος εξαναγκάστηκε να προβεί στην δήλωση από τον πρώην πρόεδρο της Ουκρανίας, Πέτρο Ποροσένκο και την κυβέρνηση των ΗΠΑ [17]. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάικ Πομπέο, έχει δηλώσει [18] την υποστήριξη της Ουάσιγκτον στην αυτοκεφαλία της Ουκρανίας. Και πάλι ο Φραγκίσκος διέταξε τους Ουκρανούς Καθολικούς να μην εμπλακούν.

ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ

Η τρίτη από τις αρχές του Φραγκίσκου είναι ότι η πραγματικότητα είναι πιο σημαντική από τις ιδέες. Ζώντας μέσα από τον «βρώμικο πόλεμο» της Αργεντινής, ο Φραγκίσκος (τότε γνωστός ως Jorge Bergoglio) άρχισε να περιφρονεί την ιδεολογία.

Μετέφερε αυτή την στάση στην Ουκρανία, όπου προτιμά να αντιμετωπίζει τις πραγματικότητες της φτώχειας και της θλίψης του πολέμου παρά να κρίνει ανταγωνιστικούς ισχυρισμούς. Μεταξύ 2016 και 2018, μάζεψε 18 εκατομμύρια δολάρια για περίπου 900.000 Ουκρανούς, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Ορθόδοξοι, οι οποίοι είτε κατοικούσαν στην ζώνη των συγκρούσεων είτε είχαν εκτοπιστεί από τα σπίτια τους. Τρόφιμα, φάρμακα, κοινωνικές υπηρεσίες για την θεραπεία του PTSD [Σύνδρομο Μετατραυματικού Στρες], ανακαινίσεις για την προετοιμασία των σπιτιών για τον χειμώνα και εγκατάσταση λεβήτων ήταν οι κύριες δαπάνες [19]. Η βοήθεια παραδόθηκε απευθείας στους απελπισμένους ανθρώπους και εποπτεύτηκε από τον παπικό νούτσιο, ο οποίος δήλωσε ότι ο πάπας τού είπε [20] ότι ο ρόλος του είναι περισσότερο φιλανθρωπικός παρά πολιτικός.

Όσον αφορά την εκκλησιαστική σύγκρουση [21] σχετικά με την αυτοκεφαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, οι διπλωμάτες του Βατικανού δεν πιστεύουν ότι οι πιστοί μπορούν να χειραγωγηθούν εύκολα. Η πλειοψηφία των Ουκρανών ανήκει στην Ορθόδοξη εκκλησία που συνδέεται με το Πατριαρχείο της Μόσχας και δεν θα εγκαταλείψουν αψήφιστα τους επισκόπους και τους τοπικούς ιερείς τους. Και πολλοί Ορθόδοξοι πιστοί [22] δεν αισθάνονται υποχρεωμένοι να αυτοπροσδιορίζονται ως μέλη της μιας ή της άλλης «φίρμας». Πράγματι, μετά την ήττα του Ποροσένκο στις προεδρικές εκλογές του Απριλίου, η ουκρανική κυβέρνηση εγκατέλειψε τις προσπάθειές της να εξαναγκάσει τις συνδεδεμένες με τη Μόσχα ενορίες να ενταχθούν στην αυτοκέφαλη ουκρανική εκκλησία. Τον Ιούλιο, ο νέος πρόεδρος της Ουκρανίας, Volodymyr Zelensky, έγραψε στο Twitter, «Προτρέπω τους ηγέτες των εκκλησιών να προχωρήσουν σε διάλογο, προκειμένου να ενώσουν την πίστη και να μην διχάσουν τους Ουκρανούς. Στην ενότητα είναι η δύναμή μας και το μέλλον μας». Ήταν μια δήλωση μέσα από την καρδιά του Φραγκίσκου.

ΣΠΕΥΔΕ ΒΡΑΔΕΩΣ

Ο Φραγκίσκος πιστεύει ότι το χέρι του Θεού εμφανίζεται στην ιστορία, και ότι η δουλειά του είναι να ενθαρρύνει την συμφιλίωση χωρίς να προσπαθεί να ελέγξει το αποτέλεσμα. Με υπομονή και επιμονή, τα καλά πράγματα εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου. Αυτή η πεποίθηση -ότι ο χρόνος είναι σημαντικότερος από τον χώρο- είναι η τέταρτη αρχή που διαμορφώνει την διπλωματία της Αγίας Έδρας. Σύμφωνα με την άποψη του πάπα, η πολιτική απασχολείται με την λήψη θέσεων, την απόκτηση πλεονεκτημάτων, και την κατοχή χώρου με έναν τρόπο που μιμείται την στρατιωτική δράση. Προτιμά να προχωρά αργά, μέσα από προσωπικές συναντήσεις που βαθμιαία χτίζουν αγάπη και αμοιβαίο σεβασμό.

Τα πρόσφατα δεδομένα δημοσκοπήσεων επιβεβαιώνουν την διαίσθηση του Φραγκίσκου. Καθώς ο χρόνος περνά, οι απλοί Ουκρανοί γίνονται λιγότερο πολωμένοι και πιο πρόθυμοι να «συμβιβάσουν την διαφορετικότητα», για να χρησιμοποιήσω την φράση του Φραγκίσκου από το Evangelii Gaudium. Νωρίτερα φέτος, μια δημοσκόπηση της κοινής γνώμης στο Κίεβο [23] διαπίστωσε ότι μεταξύ των Ουκρανών τα ευνοϊκά αισθήματα προς την Ρωσία είχαν αυξηθεί από 30% το 2015 σε 57% σήμερα.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ

Η ουδέτερη γραμμή του πάπα στην Ουκρανία είναι το τελευταίο παράδειγμα του πώς το Καθολικό δόγμα και η διπλωματία του Βατικανού απέκλιναν από τις προτιμήσεις της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β’, για παράδειγμα, έστειλε κορυφαίους διπλωμάτες για να αποτρέψει προσωπικά τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους [τον νεότερο] από το να εισβάλλει στο Ιράκ, προειδοποιώντας προφητικά τον Μπους ότι ο πόλεμος θα οδηγήσει σε αμέτρητες απώλειες και σε μακροχρόνιες περιφερειακές αναταραχές, συμπεριλαμβανομένης της μετατροπής των χριστιανικών κοινοτήτων σε αποδιοπομπαίους τράγους και στην καταπίεσή τους.

Κατά την άποψη του Βατικανού, η εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον Ψυχρό Πόλεμο ήταν υπερβολικά μιλιταριστική και απορριπτική όσον αφορά στα οφέλη της ειρηνικής διπλωματίας. Έχουν υπάρξει αξιοσημείωτες εξαιρέσεις -η Ρώμη υποστήριξε σθεναρά την πυρηνική συμφωνία της διοίκησης Obama με το Ιράν και την προσέγγισή της με την Κούβα. Γενικά όμως η Αγία Έδρα ανησυχεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σταμάτησαν να ασκούν την σημαντική ηθική επιρροή τους ως χώρα που προσπαθεί να ηρεμήσει τις εντάσεις, να ενθαρρύνει την φιλελεύθερη τάξη, και να διευκολύνει την ειρήνη, επιλέγοντας αντ’ αυτού την αντιπαραγωγική πολεμική.

Ωστόσο, η επιθετικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών άνοιξε χώρο για το Βατικανό. Μεταξύ της απώλειας του κύρους της Αμερικής και του πολλαπλασιασμού των συγκρούσεων σε όλο τον κόσμο, υπάρχουν λιγότεροι ανιδιοτελείς φορείς που αποσκοπούν στην εξουδετέρωση των συγκρούσεων και στην δημιουργία περιθωρίου για εναλλακτικές λύσεις. Αυτή την εβδομάδα, ο πάπας ξεκινά μια περιοδεία σε τρεις χώρες στη νότια Αφρική, όπου θα αναπτύξει διάλογο –βασισμένο στις τέσσερις αρχές που σκιαγραφούνται παραπάνω- ως την κύρια μέθοδο της διπλωματίας του. Το δρομολόγιο του Φραγκίσκου, το οποίο περιλαμβάνει μια επίσκεψη στη Μοζαμβίκη για να ενθαρρύνει μια νέα ειρηνευτική συμφωνία και ένα ταξίδι στη Μαδαγασκάρη για να ενισχύσει την εύθραυστη μετάβαση της χώρας στην συνταγματική διακυβέρνηση, υποδηλώνει ότι δεν υπάρχει έλλειψη τόπων ανυπόμονων για τις ενέργειες του Αγίου Πατέρα.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/ukraine/2019-09-05/pope-francis-…

Σύνδεσμοι:
[1] http://content.time.com/time/magazine/article/0,9171,159069,00.html
[2] https://www.pewresearch.org/fact-tank/2018/12/19/5-facts-about-catholics…
[3] http://www.ncregister.com/daily-news/ukraines-revolution-of-dignity-and-…
[4] https://www.royaldoors.net/2014/06/ukraine-is-on-pilgrimage-thank-you-fo…
[5] https://catholicherald.co.uk/commentandblogs/2018/06/19/why-is-rome-side…
[6] https://www.ncronline.org/blogs/francis-chronicles/pope-francis-tells-uk…
[7] https://www.pewforum.org/2017/11/08/orthodox-christianity-in-the-21st-ce…
[8] https://www.apostolicpilgrimage.org/historicmeeting
[9] https://blogs.goarch.org/blog/-/blogs/truman-athenagoras-and-world-ortho…
[10] https://www.ecupatria.org/2019/07/01/pope-francis-of-rome-gave-relics-of…
[11] https://www.washingtonpost.com/archive/politics/1989/12/02/gorbachev-pop…
[12] https://www.catholicnewsagency.com/news/russia-and-holy-see-establish-fu…
[13] https://www.carnegiecouncil.org/publications/articles_papers_reports/727
[14] http://w2.vatican.va/content/francesco/en/speeches/2016/february/documen…
[15] https://www.romereports.com/en/2016/03/07/pope-listens-to-complaints-fro…
[16] https://mospat.ru/en/2018/10/28/news165801/
[17] http://www.hurriyetdailynews.com/us-in-support-of-bartholomews-stance-on…
[18] https://www.state.gov/move-towards-ukrainian-autocephaly/
[19] http://www.humandevelopment.va/en/progetti/il-papa-per-l-ucraina.html
[20] https://insidethevatican.com/news/newsflash/letter-18-2019-vatican-nunci…
[21] https://international.la-croix.com/news/ukraines-two-orthodox-churches-c…
[22] https://www.foreignaffairs.com/articles/ukraine/2019-03-18/risk-ethnic-c…
[23] https://www.kiis.com.ua/?lang=rus&cat=reports&id=795&page=1

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Ο κ. Μουσταφά και η λύση του Κυπριακού

0

https://greekattack.wordpress.com

Το να έχει η Τουρκία στρατηγικό σχέδιο για το Κυπριακό είναι απόλυτα λογικό για ένα σοβαρό κράτος που ξέρει να υπερασπίζεται τα συμφέροντά του. Το να εξυπηρετεί την υλοποίηση αυτού του σχεδίου η ελληνική πλευρά ξεπερνάει τα όρια της ηλιθιότητας και αγγίζει αυτά της προδοσίας.

Επί πέντε μέρες η απεσταλμένη του ΟΗΕ Τζέϊν Χολ Λουτ συνομιλεί με τον πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη και τον «ηγέτη» των Τουρκοκυπρίων Μουσταφά Ακιντζί για την επανέναρξη των διακοινοτικών συνομιλιών με βάση τη συνομολόγηση των «όρων αναφοράς». Σχεδιάζεται, προσεχώς, τριμερής συνάντηση με το Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ και στη συνέχεια νέα πενταμερής διάσκεψη στα πρότυπα του Κραν-Μοντάνα του 2017.

Αλήθεια τι αντιπροσωπεύει ο κ. Μουσταφά με τον οποίο συνομιλεί ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενός κράτους διεθνώς αναγνωρισμένου, μέλους του ΟΗΕ, της ΕΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης, άλλων Διεθνών Οργανισμών και με οριοθετημένη την ΑΟΖ της; Γιατί ο κ. Αναστασιάδης υποβαθμίζει το αξίωμά του, από πρόεδρος της Δημοκρατίας, σε εκπρόσωπο της ελληνοκυπριακής κοινότητας για να είναι πολιτικά ισοϋψής με τον εκπρόσωπο των Τούρκων (Τουρκοκύπριοι και έποικοι) της Κύπρου; Τον κ. Μουσταφά Ακιντζί αναγνωρίζει ως «πρόεδρο» μόνο η Τουρκία. Δεν αντιλαμβάνονται στη Λευκωσία αλλά και στην Αθήνα ότι με τον τρόπο αυτό υποβαθμίζεται η Κυπριακή Δημοκρατία και αναβαθμίζεται η ζώνη κατοχής που αυτοαποκαλείται «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου – ΤΔΒΚ»;

Οι κάθε είδους ενδοτικοί – φοβικοί θα ρωτήσουν: «Καλά, αν δε γίνουν συνομιλίες και διαπραγματεύσεις πώς θα λυθεί το Κυπριακό; Πώς θα φύγουν τα τουρκικά στρατεύματα; Πώς θα ενώσουμε ξανά την πατρίδα μας και θα πάρουμε πίσω τα σπίτια και τις περιουσίες μας;» Δυστυχώς τίποτα απ’ όλα αυτά δεν πρόκειται να συμβεί γιατί οι συνομιλίες και οι διαπραγματεύσεις γίνονται με κάποιον που δεν μπορεί να συμφωνήσει για τίποτα. Ο κ. Μουσταφά δεν μπορεί να αποφασίσει:

  1. Αν θα αποχωρήσουν και πότε τα στρατεύματα κατοχής.
  2. Αν θα αρθούν τα επεμβατικά δικαιώματα των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου.
  3. Αν θα φύγουν οι έποικοι που, σήμερα, είναι περισσότεροι από τους Τουρκοκύπριους.
  4. Αν θα υφίσταται κυπριακή ΑΟΖ και ποια θα είναι η έκτασή της.
  5. Αν και ποιο θα είναι το μερίδιο των Τουρκοκυπρίων από τους υδρογονάνθρακες.
  6. Αν η περίκλειστη Αμμόχωστος αποδοθεί στους κατοίκους της και αν αυτοί θα υπάγονται στην τουρκική διοίκηση.
  7. Αν θα υπάρχει veto των Τουρκοκυπρίων που θα μπορεί να παραλύει τη λειτουργία της επιδιωκόμενης Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας.
  8. Αν θα υπάρχουν κυπριακές ένοπλες δυνάμεις για την ασφάλεια της ενιαίας Κύπρου.

Για όλα αυτά και πολλά άλλα, αυτή που θα αποφασίσει είναι η Άγκυρα και όχι κάποια μαριονέττα της. Επί 45 χρόνια διεξάγονται διακοινοτικές συνομιλίες και το μόνο που έχουν επιτύχει είναι η εδραίωση και αναβάθμιση της τουρκικής κατοχής. Κάποτε πρέπει να μπει ένα τέλος σ’ αυτό «το θέατρο σκιών», πριν είναι πολύ αργά. Συνομιλίες για τη λύση του Κυπριακού μπορούν να γίνονται μόνο μεταξύ κυρίαρχων κρατών, δηλαδή, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ελλάδας, της Τουρκίας και πιθανόν της Μ. Βρετανίας. Για την «ΤΔΒΚ» υπάρχουν ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών που ζητούν τη μη αναγνώριση, απ’ όλα τα κράτη, της αποσχιστικής και παράνομης αυτής οντότητας.

Η Τουρκία βέβαια δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, τη θεωρεί «εκλιπούσα» και την αποκαλεί «Ελληνική Διοίκηση της Νότιας Κύπρου» αρνούμενη να συνομιλήσει μαζί της. Η ελληνική πλευρά γιατί συνομιλεί με τον εκπρόσωπο – «πρόεδρο» της παράνομης «ΤΔΒΚ»; Την αναγνωρίζει και ως τι; Ως κοινότητα ή ως συνιδιοκτήτη της Κύπρου, όπως λέει η Τουρκία; Οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου (1959) που εγκαθίδρυσαν την Κυπριακή Δημοκρατία δεν προέβλεπαν κανένα ανεξάρτητο κράτος σε κάποιο τμήμα του νησιού. Πού εδράζονται λοιπόν τα επιχειρήματα για τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων στο έδαφος ή στη θάλασσα της Κύπρου; Μόνο στην τουρκική στρατιωτική ισχύ.

Το στρατηγικό σχέδιο της Άγκυρας δεν είναι κάποια λύση του Κυπριακού αλλά ο γεωπολιτικός έλεγχος όλης της Μεγαλονήσου με εργαλείο την τουρκοκυπριακή στρατηγική μειονότητα. Αυτό επιτάσσει η φιλοδοξία της να καταστεί ηγεμονική περιφερειακή δύναμη.

Με τον εποικισμό, η Τουρκία, αλλάζει τη δημογραφική σύνθεση του πληθυσμού. Τα γεωτρύπανα και τα ερευνητικά σκάφη της, με την προστασία πολεμικών πλοίων, έχουν εγκατασταθεί στα χωρικά ύδατα και την ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία, σύμφωνα με την «αλλα- τούρκα» ερμηνεία του Δικαίου της Θάλασσας, ως νησί, δε δικαιούται ΑΟΖ. Έτσι επισήμως η Τουρκία παρουσιάζει χάρτες που εμφανίζουν την υφαλοκρηπίδα της να συνορεύει με αυτήν της Λιβύης και της Αιγύπτου, ενώ φτάνει και μέχρι τη μέση του Αιγαίου (25ος Μεσημβρινός), αφού θεωρεί ότι και όλα τα ελληνικά νησιά «κάθονται» πάνω στην υφαλοκρηπίδα της Ανατολίας και δικαιούνται μόνο χωρικά ύδατα 6 ναυτικών μιλίων.

Το Κυπριακό δεν είναι διακοινοτικό θέμα, αλλά πρόβλημα παράνομης εισβολής, κατοχής και εποικισμού – εθνοκάθαρσης (Συνθήκη της Γενεύης του 1949) από την πλευρά της Τουρκίας. Γι’ αυτό οι όποιες συνομιλίες, με τον κάθε κύριο Μουσταφά, πρέπει να σταματήσουν άμεσα. Αρκετή ζημιά έχουν ήδη προκαλέσει. Οι επικλήσεις προς την Τουρκία να δείξει καλή θέληση αποτελεί γεωπολιτική αφέλεια και μάλιστα ιδιαίτερα επικίνδυνη. Τα σοβαρά κράτη δεν έχουν καλή ή κακή θέληση αλλά μόνο στρατηγικά συμφέροντα.

Η αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής απαιτεί ενίσχυση όλων των συντελεστών ισχύος του Ελληνισμού. Τα τουρκικά πολεμικά που σουλατσάρουν τώρα ανενόχλητα στα χωρικά ύδατα και την ΑΟΖ της Κύπρου πρέπει να δουν απέναντί τους τα αντίστοιχα ελληνικά. Μόνο αν υπάρξει μια αξιόπιστη και ικανή αποτρεπτική στρατηγική θα σταματήσουν οι πειρατικές ενέργειες της Άγκυρας, που υλοποιούνται με βάση το δίκαιο του ισχυρότερου. Οι όποιες διακοινοτικές συνομιλίες απλώς νομιμοποιούν τις ενέργειές της και ο κ. Μουσταφά είναι απλώς ο «λαγός». Καταλαβαίνει κανείς;

Η Ελλάδα, που διαθέτει πολεμικό ναυτικό και αεροπορία, οφείλει να προστατεύσει την Κυπριακή Δημοκρατία, όπως ακριβώς ισχυρίζεται ότι κάνει η Άγκυρα για τα δικά της συμφέροντα και αυτά των Τουρκοκυπρίων. Το εθνικό κέντρο, η Αθήνα, οφείλει να υπερασπιστεί όχι μόνο τις 800.000 των Ελληνοκυπρίων από την τουρκική επιβουλή, αλλά και τα γεωστρατηγικά συμφέροντά του στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Κύπρος δεν «κείται μακράν». Ακούει κανείς;

Η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται όμως πως έχει άλλες προτεραιότητες: Πώς θα απαξιώσει τη ΔΕΗ για να την πουλήσει στη συνέχεια σε ξένα συμφέροντα, μάλλον γερμανικά. Πώς θα τσιμεντοποιήσει το Ελληνικό με 6 ουρανοξύστες ύψους 200 μέτρων και άλλα κτίρια καθώς και με την ίδρυση καζίνου. Η ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων μάλλον μπορεί να περιμένει. Μόνο που δεν περιμένει η Τουρκία. Έχει ένα μεγάλο «παράθυρο ευκαιρίας» με την ελληνική αδυναμία, λόγω των Μνημονίων και της οικονομικής αφαίμαξης από τους δανειστές και το εκμεταλλεύεται. Καταλαβαίνει κανείς;

Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι η δεύτερη κρατική οντότητα και το προκεχωρημένο φυλάκιο του ελληνικού έθνους. Αν αυτό πέσει ο εχθρός θα είναι εντός των τειχών και η Ανατολική Μεσόγειος μαζί με το Αιγαίο θα γίνουν τουρκική λίμνη. Η Ελλάδα θα καταστεί γεωπολιτικός δορυφόρος της νεο-οθωμανικής Τουρκίας. Ακούει κανείς;

Ο Νίκος Ιγγλέσης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Το τελευταίο βιβλίο του «Στρατηγικές Επιλογές Επιβίωσης του Ελληνισμού»
κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στοχαστής».

Κρίση μεγαλείου από τον Ερντογάν – Θέλει και πυρηνικά όπλα

1

Του Νίκου Μελέτη liberal.gr

Πέμπτη 05 Σεπτεμβρίου 2019, 00:02

Σε επικίνδυνα σκοτεινά μονοπάτια απειλεί να οδηγήσει ολόκληρη την περιοχή ο Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος χθες για πρώτη φορά ευθέως έθεσε θέμα απόκτησης και πυρηνικών όπλων από την Τουρκία, θέτοντας πλέον προ των ευθυνών της την διεθνή κοινότητα αλλά και όλους τους διεθνείς παράγοντες οι οποίοι μέχρι τώρα δείχνουν… κατανόηση στις «παραξενιές» του τούρκου ηγέτη.

Η δήλωση του Τ.Ερντογάν ότι και η Τουρκία δικαιούται όπως οι άλλες μεγάλες χώρες να έχουν πυρηνικά όπλα ,αποτελεί το τελευταίο κρίκο μιας αλυσίδας δηλώσεων και κινήσεων του Τούρκου ηγέτη που τον απομακρύνουν σταδιακά από την Δύση και ξεσκεπάζουν έναν αυταρχικό ηγέτη, επικίνδυνο, απρόβλεπτο και ανεξέλεγκτο παίκτη, που βιώνει το προσωπικό «μεγαλείο» του οραματιζόμενος την μετατροπή της Τουρκίας σε παγκόσμιο «παίκτη» βάζοντας την στο «κλαμπ» των πυρηνικών δυνάμεων.. Και συγχρόνως βρίσκει λόγο, την απουσία πυρηνικών όπλων από το οπλοστάσιο της Τουρκίας, για να δικαιολογήσει την αδυναμία της Τουρκίας να προωθήσει τους στόχους της στην Συρία, στην Μέση Ανατολή, στην Ανατολική Μεσόγειο…

Μιλώντας στην Σεβάστεια ο τούρκος πρόεδρος δήλωσε ότι «ορισμένοι έχουν πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές και δεν είναι ένας ή δύο, αλλά εγώ δεν πρέπει να έχω.. Αυτό είναι απαράδεκτο» είπε αναφερόμενος στις μεγάλες δυνάμεις που διαθέτουν πυρηνικό οπλοστάσιο. Αναφέρθηκε χωρίς να τον κατονομάσει σε ξένο ηγέτη πρόεδρο χώρας, που του είχε εκμυστηρευθεί ότι η «χώρα του έχει 7.500 πυρηνικές κεφαλές και συνεχίζει να αυξάνει το οπλοστάσιο της ενώ οι ΗΠΑ και η Ρωσία έχουν 12.000-15.000 πυραύλους» και έκανε ειδική αναφορά στο Ισραήλ που χρησιμοποιεί όπως είπε το πυρηνικό οπλοστάσιο του ως μέσο απειλών».

«Αυτοί που σκέφτονται να κινηθούν εναντίον της Τουρκίας θα πρέπει να το σκεφθούν όχι μια, ή δέκα φορές, αλλά εκατό φορές πριν κάνουν το πρώτο βήμα» είπε ο κ.Ερντογάν και πρόσθεσε ότι «θα σπάσουμε κάθε χέρι που απλώνετε στην πατρίδα μας, τη σημαία μας, την ανεξαρτησία μας και θα συνεχίσουμε να δίνουμε την απαραίτητη απάντηση σε εκείνους που προσπαθούν να διοργανώσουν επιχειρήσεις πάνω στην Τουρκία».

Αυτές οι κρίσεις «μεγαλείου» του Τ.Ερντογάν εκδηλώνονται την στιγμή που οι σχέσεις του με την Δύση και κυρίως τις ΗΠΑ είναι σε οριακό σημείο λόγω της πρόσδεσης του στο άρμα του Β. Πούτιν και ενώ η εγκατάσταση των S400 στο τουρκικό έδαφος ,και η απειλή του τούρκου ηγέτη ότι θα προσφύγει στην Ρωσία για αγορά μαχητικών 5ης Γενιάς, έχουν υποχρεώσει και τον «φίλο» του Ντ.Τραμπ να έχει αποστασιοποιηθεί, καθώς τόσο το Στειτ Ντιπάρτμεντ όσο και το Πεντάγωνο αλλά και τα δυο νομοθετικά Σώματα αμφισβητούν ευθέως την αξιοπιστία της Τουρκίας ως Συμμάχου χώρας.

Μετά τις δηλώσεις αυτές του τούρκου προέδρου πάντως θα πρέπει να εστιασθεί η προσοχή στις σχέσεις που έχει αναπτύξει, πολιτικές, διπλωματικές, οικονομικές και αμυντικές η Τουρκία με το Πακιστάν το οποίο διαθέτει πυρηνική τεχνολογία.

Σε κάθε περίπτωση πάντως οφείλει η διεθνής κοινότητα και τουλάχιστον θεσμοί όπως η Ε.Ε. να διαμηνύσουν όχι απλώς ως ευχή η παραίνεση,αλλά ως τελεσίγραφο, ότι δεν θα γίνει ανεκτή η απόκτηση πυρηνικών όπλων από μια χώρα που γειτνιάζει με την Ε.Ε..

Και αυτή η προειδοποίηση θα πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα μέτρα που απαιτούνται ώστε κάθε σκέψη του Ερντογάν για μετατροπή της Τουρκίας σε πυρηνική δύναμη, να εγκαταλειφθεί.

Putin Plays Erdogan Like a Fiddle

0

In the increasingly close relationship between the Russian and Turkish presidents, there’s one clear alpha.

Turkish President Recep Tayyip Erdogan shakes hands with Russian President Vladimir Putin during a joint news conference following their talks on the sidelines of the MAKS 2019 International Aviation and Space Salon in Zhukovsky, outside Moscow on Aug. 27. MAXIM SHIPENKOV/AFP/GETTY IMAGES

In a recent article in Foreign Policy, my colleague Steven A. Cook argued that Turkish President Recep Tayyip Erdogan was playing Washington like a fiddle. With a combination of bluffs, threats, and bluster, Erdogan managed to convince the United States to come up with an arrangement in northeastern Syria to prevent a Turkish invasion—an arrangement that comes at the expense of the Kurds, who have carried the brunt of the fighting against the Islamic State. Whatever one thinks of the Kurds, their determination and sacrifice should be treated as an international public good; they have stopped and destroyed one of the most dangerous and homicidal groups the modern world has known. The Turks by contrast have contributed nothing to this endeavor.

If Erdogan has succeeded in manipulating Washington, however, Russian President Vladimir Putin, in turn, has played him to the hilt. Erdogan has just completed a visit to Moscow, where a savvy Putin demonstrated to the much-impressed Turkish strongman the latest in Russian military hardware, including the SU-35 and the SU-57 air fighters, of which the latter is heralded as Russia’s answer to the next-generation U.S.-NATO F-35 aircraft.

Erdogan’s Moscow visit follows the delivery of Russian S-400 air defense batteries to Turkey. Ankara was repeatedly warned that these batteries would provide the Russians an opportunity to decipher the F-35’s stealth technology, thus jeopardizing the security of the whole F-35 fighter aircraft program. Paradoxically, Turkey was not just a future recipient of 100-plus F-35s, but also a co-producer of the aircraft. Washington, in what was an important gesture, had offered the Turks a role in the manufacturing of many of the F-35’s components, including parts of the fuselage. Ankara would have reaped billions of dollars in export sales and acquired valuable technological know-how in the armaments industry, a long-sought goal.

Not surprisingly, Turkey’s insistence on acquiring the S-400s triggered a crisis in U.S.-Turkish relations. The United States had few options but to expel Turkey from the F-35 program. The cost to Turkey has been enormous: It will not be able to modernize its aging fighter fleet, but perhaps more importantly, it lost out on technology transfer and the opportunity to earn billions of dollars in export opportunities. Instead it is Putin who is pocketing billions of dollars while successfully lobbing a hand grenade into the relationship between two critical and long-standing NATO allies.

Erdogan may have believed that U.S. President Donald Trump would ride to his rescue or that the Americans would not carry through with their threats. Still, this was an extraordinary decision, because in cozying up to Putin he wagered the future of his defense industries and Washington’s goodwill. He is now reduced to hinting, under Putin’s approving gaze, that Turkey would consider purchasing Russian fighters, thus further deepening the rift with the United States.

While Erdogan has shown his willingness to damage or jettison Turkey’s most important relationship for Putin, the fact remains that the two leaders are completely at odds over Syria. Russia, together with Iran, saved Syrian President Bashar al-Assad’s odious regime, whereas from the onset of the rebellion the Turks supported the opposition to Assad, including its determined jihadi components. The agreement Turkey negotiated with the Russians over the future of the last remaining opposition stronghold, in Idlib province, is coming apart as the Syrian regime begins a determined push to recuperate the area, exposing not just the civilian population to harm but also the numerous Turkish military observation posts established to monitor the area.

Ankara should not have been surprised that once the Assad regime consolidated its writ everywhere else, he would focus on Idlib. Only last month a Turkish military convoy in the area came under fire, most likely from Russian-made aircraft flown by the Syrian government with Putin’s blessing. An accompanying van lodged in between Turkish armored vehicles was hit, killing its occupants, halting the Turkish advance and isolating one of the Turkish observation posts. Yet, there was only mild criticism of Russian actions by the Turkish government.

This is not the first time the Erdogan and Putin crossed swords; in 2015, Turkey shot down a Russian fighter that had strayed into its territory. Neither Erdogan nor then Prime Minister Ahmet Davutoglu could stop gloating and competing to claim credit for the shootdown. They promised they would do it again. Putin’s reaction was stern: He banned the importation of fresh produce from Turkey, reduced the number of Russian tourists visiting Turkey and put restrictions on Turks traveling to Russia and doing business there. Within a few months Erdogan and company not only reversed course, but, incredibly, they blamed the shootdown on pilots whose allegiance was not to Turkey but to Erdogan’s nefarious enemy, the Gulen movement. Turkey was subsequently forced to apologize to Russia.

Turkey had hoped that Idlib province would remain a separate enclave buffering Turkey from another exodus of Syrian refugees until the Syrian conflict was resolved. All signs indicate that the Syrian military advance against Turkey’s allies and their jihadi collaborators will be picking up steam. Almost immediately after Erdogan landed back in Ankara, while being feted by his sycophantic press over his “great accomplishments” in Moscow, the Syrian bombing runs against Idlib resumed. Putin clearly knows how to play and manipulate the Turkish president; he gave him a red-carpet treatment and got Erdogan to admire his military hardware only to squeeze him again in Syria.

Putin has Erdogan exactly where he wants him. He knows that Erdogan will not dare to criticize him and, having alienated many in Washington, Erdogan’s options are limited. Instead, Erdogan and his minions in the government and his press will continue to denounce the United States as Turkey’s primary enemy. Erdogan may play Washington, but it is Putin who is laughing all the way to the bank.

Putin Plays Erdogan Like a Fiddle

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν παίζει βιολί και ο Ερντογάν …χορεύει: Ποιος ο ρόλος του Ντόναλντ Τραμπ;

0

 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απαντά σε ερωτήματα δημοσιογράφων στο Όβαλ Όφις του Λευκού Οίκου. ΗΠA. EPA, MICHAEL REYNOLDS

SEPTEMBER 5, 2019

Ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν παίζει τον Ταγίπ Ερντογάν σαν ένα βιολί, είναι ο τίτλος άρθρου του Henri Barkey, καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Lehigh στο έγκυρο περιοδικό Foreign Policy. Είναι ένας τίτλος που καταγράφει την αμείλικτη πραγματικότητα των τριγωνικών σχέσεων της Αμερικής με τη Ρωσία και την Τουρκία.

Το βασικό συμπέρασμα, κατά τη γνώμη μας, είναι ότι ο Πούτιν κάνει αθόρυβα τη δουλειά του και επικρατεί σιγά αλλά σταθερά, έχοντας απέναντι του δύο μπουνταλάδες ηγέτες, οι οποίοι -ηθελημένα ή άθελα- γίνονται τα πιόνια του στο παγκόσμιο γεωπολιτικό παιγνίδι.

Αλλάζοντας λίγο τον τίτλο του κειμένου θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι ο ηγέτης της Ρωσίας παίζει το ντέφι και ο Ερντογάν με τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, χορεύουν στους ρυθμούς του.

Η αλήθεια είναι ότι ενώ οι οδηγίες από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επικεντρώνονται στον πόλεμο εναντίον της ρωσικής διείσδυσης σε όλο τον κόσμο και ειδικά στην Ευρώπη, ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται πως έχει ανοίξει διαύλους με τη Μόσχα. Η πρόθεση του να καλέσει τον κ. Πούτιν στην επόμενη σύνοδο των G7, έχει υποψιάσει πολλούς παράγοντες στην Ουάσιγκτον, όπως και η άρνησή του να επιβάλει κυρώσεις στους Τούρκους.

Πολλοί αναρωτήθηκαν τι συμβαίνει, αλλά πλέον δεν χρειάζεται να ψάξουν και πολύ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ κάνει τη ζωή των Αμερικανών διπλωματών δύσκολη, οι οποίοι ενώ ακολουθούν μία άλφα πολιτική αναφορικά με τη Ρωσία, στο τέλος βρίσκονται εκτεθειμένοι.

Πεντάγωνο στην Τουρκία: Θέλετε τα F-35; Διώξτε τους ρωσικούς S-400 από το έδαφός σας…

Πάντως, είναι πεποίθησή μου πως ο κ. Τραμπ θα αναγκαστεί στο τέλος να τιμωρήσει την Τουρκία -αν και αυτό δεν διακρίνεται τώρα διά γυμνού οφθαλμού- διότι ο Ερντογάν τον μειώνει σε κάθε ευκαιρία, επιχειρεί να διασπάσει τη Δυτική Συμμαχία και προετοιμάζει την εισβολή στη Συρία με στόχο την εξολόθρευση των Κούρδων. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ρεζιλίκι για τον Αμερικανό πλανητάρχη από το να άγεται και να φέρεται  από τον συγκεκριμένο Ερντογάν. Πρόκειται, όπως έχουμε τονίσει πολλές φορές, και για ντροπή (disgrace) για το πολιτικό σύστημα της Αμερικής.

Οι νομοθέτες έχουν ήδη τοποθετηθεί και αναμένουμε την ερχόμενη εβδομάδα καλές εξελίξεις. Εκτός εάν το «βαθύ κράτος» του Λευκού Οίκου και του γαμπρού του κ. Τραμπ, κάνει πάλι το θαύμα του και διασώσει τον Ερντογάν.

Φαίνεται ότι η αμερικανική διπλωματία δίνει τη δική της μάχη και ακούμε συνετές φωνές που την ίδια στιγμή δείχνουν και τη μη προσαρμογή τους με το κράτος αδικίας που εγκατέστησε ο κ. Τραμπ. Διότι δεν γίνεται χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος να παραμένουν πιστές σύμμαχοι των ΗΠΑ και ο Αμερικανός πλανητάρχης να συμπεριφέρεται με τον γνωστό τρόπο: ότι δηλαδή οι Τούρκοι δεν θα τιμωρούνται για τις παράνομες πράξεις τους.

Ποιο είναι το μήνυμα του κ. Τραμπ στους λαούς της Κύπρου και της Ελλάδας; Ότι όλα, ακόμα και η συμμαχική αφοσίωση, είναι λόγια του αέρα. Απειλεί την Τουρκία και τι πράττει στο τέλος; Σιωπά και δικαιολογεί μία αντιαμερικανική πράξη του Τούρκου σουλτάνου.

Όλα αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα, για μία χώρα που κομπάζει πως είναι η μεγαλύτερη δημοκρατία. Η Πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Κύπρο, Τζούντιθ Γκάρμπερ, μίλησε χθες σε επιχειρηματικό δείπνο του Αμερικανικού Επιμελητηρίου Κύπρου, και τόνισε –σύμφωνα με το ΚΥΠΕ, που κατέγραψε το γεγονός- ότι «η αμερικανική εθνική ασφάλεια, η κυπριακή εθνική ασφάλεια και η ασφάλεια και η σταθερότητα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες». Τι σημαίνει αυτή η δήλωση; Ότι αν η Λευκωσία σταματούσε να κρατά δύο σχοινιά, το αμερικανικό και το ρωσικό, τα πράγματα για την Κύπρο θα ήταν σίγουρα διαφορετικά. Θα ήταν ακόμα καλύτερα. Πρόκειται για δήλωση με ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία.

Η κ. Γκάρμπερ είπε και κάτι άλλο. Ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «ανησυχούν για τις παράνομες δραστηριότητες του πλοίου-γεωτρύπανου Γιαβούζ εντός των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό το προκλητικό και παράνομο βήμα προκαλεί εντάσεις στην περιοχή», τόνισε η πρέσβειρα των ΗΠΑ.

Όσοι παρακολουθούν τούτη την ιστοσελίδα γνωρίζουν ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει τοποθετηθεί καθαρά για το θέμα του Γιαβούζ από τις 20 Αυγούστου. Όσοι ενδιαφέρθηκαν να πληροφορηθούν την απάντηση γνωρίζουν ότι δεν υπήρξε μέχρι τώρα τόσο ξεκάθαρη δήλωση. Βέβαια, οι «ψεκασμένοι» αμφισβήτησαν τη δήλωση, ενώ θα μπορούσαν να τηλεφωνήσουν στην αμερικανική πρεσβεία, η οποία με προθυμία θα τους …άδειαζε. Δεν το έπραξαν διότι ο σκοπός ήταν άλλος. Έπρεπε να απαξιώσουν όσους αμφισβητούν τη ρωσική διείσδυση στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Έπαιξαν και έχασαν, βέβαια, διότι όσοι δημοσιογράφοι εργάζονται και έχουν βάση την Ουάσιγκτον, γνωρίζουν πως το παραμικρό ψέμα τιμωρείται -και πολύ ορθά- και ο δημοσιογράφος ανακαλείται δημόσια στην τάξη. Πόσο μάλλον η παραποίηση μίας δήλωσης. Είναι λόγος για να ακυρωθεί η διαπίστευση και βεβαίως ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να σταθεί ούτε μέρα στην Ουάσιγκτον.

Η δήλωση της κ. Γκάρμπερ είναι σημαντική, αλλά απαιτούνται και πράξεις. Το έχουμε σημειώσει άπειρες φορές. Οι Αμερικανοί απέδειξαν πέρυσι και μάλιστα χωρίς τη δύναμη των όπλων, ότι έχουν στο τσεπάκι τους την ευημερία της Τουρκίας. Οι οικονομικές κυρώσεις είναι το παν. Δεν χρειάζεται να πέσει ούτε μία σφαίρα…

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να μεταβούν από τις δηλώσεις στις πράξεις, διότι έτσι θα αποκαταστήσουν και μία μεγάλη αδικία εναντίον της Κύπρου και της Ελλάδας. Οι διαπιστώσεις του αμερικανικού περιοδικού, ότι ο Πούτιν «γλεντά» τον Ερντογάν -αλλά και τον Τραμπ, προσθέτουμε εμείς- είναι ακραία ανησυχητικές, Διότι ο πρόεδρος της Ρωσίας ελέγχει το διεθνές διπλωματικό παιγνίδι και βεβαίως το μέλλον της Κύπρου. Όλο και περισσότερο αυξάνονται οι άνθρωποι που υποστηρίζουν ότι πίσω από την προκλητικότητα του Ερντογάν στην ανατολική Μεσόγειο, βρίσκονται οι Ρώσοι. Εάν ποτέ αποδειχθεί αυτό, θα πρόκειται για κτύπημα στο νησί, ίσο και με την τουρκική εισβολή. Ξεκάθαρες κουβέντες.

Πηγή: Ο Βλαντιμίρ Πούτιν παίζει βιολί και ο Ερντογάν …χορεύει: Ποιος ο ρόλος του Ντόναλντ Τραμπ; https://hellasjournal.com/2019/09/o-vlantimir-poytin-paizei-violi-kai-o-erntogan-choreyei-poios-o-rolos-toy-ntonalnt-tramp/

Θεσσαλονίκη και επενδύσεις.

8

Ό,τι απέμεινε, ως αστική τάξη στην Ελλάδα, είναι συγκεντρωμένο στην Αθήνα. Και αν κάνει κάποια επένδυση εκεί γύρω θα την κάνει. Διαπίστωση κάνω, δεν κακολογώ.
Ας γίνουν επενδύσεις και ας γίνουν στο λεκανοπέδιο. Στο κάτω κάτω, αν μείνουμε από δουλειά θα πάμε και εμείς εκεί. Κάτι είναι και αυτό.
Τι γίνεται με την υπόλοιπη χώρα;
Προσπαθώντας να διαβάσω τη δεύτερη πόλη της χώρας που λογικά, θα συγκεντρώνει κάτι απο αστική τάξη, δεν μπορώ να διακρίνω κάτι ενδιαφέρον. Αν γίνουν επενδύσεις θα έχουν μικρομεσαίο χαρακτήρα.
Για μεγάλες και σημαντικές επενδύσεις που έχει ανάγκη η χώρα πρέπει να ενδιαφερθούν ξένοι επενδυτές.
Η τελευταία μεγάλη επένδυση στη Θεσσαλονίκη πρέπει να ήταν αρχές του ’60 με την Esso Pappas , τότε, ΕΚΟ σήμερα. Και επενδυτικά και απο άποψη παραγωγής προϊόντων διευκόλυνε τα μέγιστα την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Πολεμήθηκε άγρια αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Ενδεχομένως να έπρεπε να λάβει μέτρα υγιεινής και οι αντιδράσεις να μετρίασαν τον κίνδυνο που προκαλούσε.
Ο μόνος που κινείται στη Θεσσαλονίκη επενδυτικά είναι ο Ιβάν. Με δικά του ή διαχειριζόμενος κεφάλαια Ρώσων ολιγαρχών, δεν έχει σημασία (το κεφάλαιο δεν έχει ιδεολογία και πατρίδα, όπως έλεγαν οι φίλοι μου οι κομμουνιστές), κάτι κίνησε στην περιοχή.
Απο μια άποψη αυτή η κίνηση ήταν ενδιαφέρουσα. Απο μια άλλη, απομάκρυνε τους αμερικανούς. Υπήρχε αμερικανικό ενδιαφέρον; Δεν ξέρω αλλά γνωρίζω τις δηλώσεις του αμερικανού πρέσβη Πάγιατ για τον έλεγχο του λιμανιού απο τον Ιβάν.
Είναι αυτός λόγος απομάκρυνσης των αμερικανών;
Περιμένω να ακούσω με ενδιαφέρον τις δηλώσεις Μητσοτάκη κατά την παραμονή του στη Θεσσαλονίκη, σχετικά με την επενδυτική πολιτική της κυβέρνησης.
Η Θεσσαλονίκη συνεχίζει να παρακμάζει με γοργούς ρυθμούς. Αυτό, μπορεί να μην ενδιαφέρει κανέναν άλλο στην Ελλάδα. Ενδιαφέρει, όμως, τους Θεσσαλονικείς.
Ίσως, ο νέος δήμαρχος, θα πρέπει να φτιάξει μια ισχυρή ομάδα που θα αναζητήσει διεθνείς επενδύσεις στην πόλη. Ίσως, μάλιστα, η ομάδα αυτή να είναι η dream team του δήμου.
Ας ακούσουμε, όμως, το Μητσοτάκη και επανερχόμαστε.

Ενα σκληρό Brexit είναι ό,τι χειρότερο για την Ευρώπη

0
ΡETER S. GOODMAN / THE NEW YORK TIMES

Για μια μεγάλη οικονομία, η καλύτερη εποχή να περιπέσει σε μια περίπλοκη αβεβαιότητα, σχετικά με τους νόμους που διέπουν το διεθνές εμπόριο, είναι ποτέ. Ενόσω η Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται αντιμέτωπη με την προοπτική τής μη συντεταγμένης εξόδου της Βρετανίας από τους κόλπους της, προκαλώντας πιθανότατα αναταραχή, αυτή η στιγμή είναι πολύ ατυχής. Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, η γερμανική, διολισθαίνει σε ύφεση, διότι ελαττώνονται οι βιομηχανικές παραγγελίες. Στην Ιταλία η οικονομία αποδυναμώνεται εξαιτίας της έντονης αστάθειας στην πολιτική σκηνή, η οποία αποτρέπει τους επενδυτές να διοχετεύσουν εκεί τα χρήματά τους. Η υπόλοιπη Ευρώπη εξακολουθεί να αναπτύσσεται με υγιή ρυθμό, αλλά η Γερμανία και η Ιταλία μαζί αντιστοιχούν στο 40% της ετήσιας οικονομικής παραγωγής της Ευρωζώνης.

Οι επιπτώσεις από την έξοδο της Βρετανίας χωρίς εμπεριστατωμένη συμφωνία γεννούν έντονη ανησυχία και στις δύο όχθες της Μάγχης. Γίνονται προβλέψεις για καταστροφική συμφόρηση στα λιμάνια, σύγχυση σχετικά με τις διαδικασίες στο τελωνείο και μια γενικευμένη χαοτική κατάσταση για το επιχειρείν, που θα εξαγριώσει τους ανθρώπους. Εάν δεν υπάρξει επείγουσα παρέμβαση στο βρετανικό Κοινοβούλιο αυτήν την εβδομάδα, τότε όλες οι προβλέψεις μάλλον θα επαληθευθούν. Μόλις προ διετίας η οικονομία της Ε.Ε. αναπτυσσόταν γρηγορότερα από ποτέ μέσα στην τελευταία δεκαετία και οι Ευρωπαίοι ηγέτες πίστευαν ότι θα μπορούν να διαπραγματευθούν σκληρά με το Λονδίνο τους όρους αποχώρησης. Ομως, όπως σημειώνει ο Ανχελ Ταλαβέρα, οικονομολόγος της εταιρείας ερευνών Oxford Economics, «σήμερα διατυπώνονται όλο και πιο έντονες ανησυχίες ότι η Ευρωζώνη όντως εξασθενεί σημαντικά και ότι μια μη οργανωμένη έξοδος της Βρετανίας πιθανώς να αποδειχθεί ο παράγων που θα την ωθήσει σε ύφεση». Οι Ευρωπαίοι δεν αλλάζουν τις θέσεις τους, αντιθέτως γίνονται πιο άκαμπτοι. «Εχουν λίγο σκληρύνει, ειδικά οι Γερμανοί τείνουν να υποστηρίζουν ότι “πρέπει τουλάχιστον να τελειώνουμε με την αβεβαιότητα αυτή και να αφήσουμε τους Βρετανούς να φύγουν”», παρατηρεί ο Κρίστιαν Οντενταλ, επικεφαλής οικονομολόγος του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μεταρρυθμίσεων.

Ο Μπόρις Τζόνσον ανέλαβε πρωθυπουργός της Βρετανίας υποσχόμενος πως θα αναγκάσει την Ε.Ε. να ανοίξει ξανά τον κύκλο συνομιλιών μαζί του, ειδικά για το πιο ακανθώδες θέμα. Αυτό αφορά το να μην οριστούν επισήμως σύνορα ανάμεσα στη Βόρεια Ιρλανδία και την Ιρλανδία και με τον τρόπο αυτό θα παρέμενε η Βρετανία εντός ενός πλαισίου τελωνειακής ένωσης με την Ε.Ε. Αλλά οι Ευρωπαίοι ηγέτες με επιμονή αρνήθηκαν νέες διαπραγματεύσεις, ισχυριζόμενοι ότι δεν μπορεί να διασπαστεί και πάλι η Ιρλανδία και να ανοίξει και πάλι ένα μέτωπο που έκλεισε μόλις προ 20ετίας. Ωστόσο, ο Μπόρις Τζόνσον διεμήνυσε ότι, εάν δεν επιφέρει κάποιες αλλαγές σε όσα έχουν συζητηθεί, θα αφήσει να παρέλθει η προθεσμία της 31ης Οκτωβρίου και η χώρα του θα αποχωρήσει από την Ε.Ε. Την προηγούμενη εβδομάδα αιφνιδιαστικά ο Βρετανός πρωθυπουργός ανέστειλε επί 5 εβδομάδες τη λειτουργία της Βουλής, περιορίζοντας τις δυνατότητες των αντιπάλων του με τη χρήση των νόμων να τον εμποδίσουν στα σχέδιά του.

“Καθημερινή”