Αρχική Blog Σελίδα 180

“Παγίδα του ΝΑΤΟ” στην Τουρκία με την Κύπρο, τουρκικό δημοσίευμα

0

Στήνεται μια παγίδα του ΝΑΤΟ σχετικά με το καθεστώς εγγυητή της Κύπρου. Σύμφωνα με το σχέδιο του ΟΗΕ, τα Βαρώσια, η Μόρφου και η Μεσαορία (Μεσαριά) στο νησί θα δοθούν στους Ελληνοκύπριους. Σε αντάλλαγμα, θα προσφερθεί στην τουρκοκυπριακή πλευρά το δικαίωμα αναγνώρισης. Το ΝΑΤΟ θα είναι ο εγγυητής, γράφει η τουρκική εφημερίδα Sözcü.

 Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το σχέδιο του ΟΗΕ για την Κύπρο, το οποίο αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά στο κοινό, προέβλεπε την παράδοση των Βαρωσίων και της Μόρφου στην ελληνοκυπριακή πλευρά.

Αλλάζει το σύστημα εγγυήσεων

Σύμφωνα με λεπτομέρειες που αναφέρθηκαν στον ελληνοκυπριακό τύπο, το σχέδιο περιλαμβάνει μια φόρμουλα του ΝΑΤΟ για την αντικατάσταση του Συστήματος Εγγυήσεων του 1960, την ανάπτυξη ξένων στρατευμάτων στο νησί και ένα χρονοδιάγραμμα μετάβασης 2-3 ετών.

Ανταλλαγές εδαφών

Λεπτομέρειες του σχεδίου, που αποδίδονται στην Ειδική Αντιπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για την Κύπρο, Μαρία Άντζελα Χόλγκιν, διέρρευσαν στον ελληνοκυπριακό Τύπο.

Σύμφωνα με το σχέδιο, τμήματα των Βαρωσίων, της Μόρφου και της Μεσαριάς θα αφεθούν στην ελληνοκυπριακή πλευρά.

Σε αντάλλαγμα, στην τουρκοκυπριακή πλευρά θα υποσχεθούν «αναγνώριση», πολιτική ισότητα, άμεσο εμπόριο, απευθείας πτήσεις και άμεση επαφή.

Το πιο κρίσιμο σημείο του σχεδίου ήταν η ασφάλεια.

Σύμφωνα με το σχέδιο, το Σύστημα Εγγυήσεων του 1960 θα αντικατασταθεί από τον «τύπο του ΝΑΤΟ».

Οι επιλογές περιελάμβαναν την ένταξη του νησιού στο ΝΑΤΟ, την εγκατάσταση δυνάμεων ή βάσεων του ΝΑΤΟ και την παρουσία Τούρκων, Ελλήνων, Βρετανών, Γάλλων και Αμερικανών στρατιωτών στο νησί.

Έτσι, τα εγγυητικά δικαιώματα της Τουρκίας θα αντικατασταθούν ουσιαστικά από την ομπρέλα του ΝΑΤΟ.

Μοντέλο χαλαρής κατάστασης

Σύμφωνα με το σχέδιο, στο νησί θα εγκαθιδρυθούν δύο συνιστώσες πολιτείες, δύο κοινοβούλια και μια κεντρική κυβέρνηση με περιορισμένες εξουσίες.

Η κεντρική κυβέρνηση θα έχει 5-6 υπουργεία, ένα εκ περιτροπής προεδρικό συμβούλιο και η τουρκοκυπριακή πλευρά θα έχει ουσιαστικά δικαιώματα ψήφου στο Υπουργικό Συμβούλιο.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά θα μπορούσε να ονομάσει αυτό το μοντέλο «ομοσπονδία», ενώ η τουρκοκυπριακή πλευρά θα μπορούσε να το ονομάσει «συνομοσπονδία».

Αυτή η μέθοδος παρουσιάζεται ως «δημιουργική ασάφεια».

 Το τουρκικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας δήλωσε ότι η πολιτική της Τουρκίας στην Κύπρο παραμένει αμετάβλητη, σε απάντηση σε ισχυρισμούς στον ελληνοκυπριακό τύπο σχετικά με σχεδιαζόμενη επιχείρηση.

Τουρκικό Υπουργείο Άμυνας: Η Κόκκινη Γραμμή μας

Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας τόνισε ότι μια διαρκής λύση είναι δυνατή μόνο με ένα μοντέλο δύο κρατών που επιβεβαιώνει την κυρίαρχη ισότητα και το ισότιμο διεθνές καθεστώς του τουρκοκυπριακού λαού.

Η δήλωση ανέφερε: «Η ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων είναι ασφάλεια της Τουρκίας».

Σημείωσε επίσης ότι το κυπριακό ζήτημα θα αντιμετωπιστεί σε συνδυασμό με τις σχέσεις Τουρκίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα ελληνοκυπριακά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι αναμένεται να πραγματοποιηθεί συνάντηση 5+1 στη Νέα Υόρκη αυτό το καλοκαίρι και ότι το πλαίσιο έχει σχεδιαστεί ως ένα ευέλικτο μοντέλο αποδεκτό και από τις δύο πλευρές.

Έτσι, τα ζητήματα του εδάφους, της αναγνώρισης, των απευθείας πτήσεων και του άμεσου εμπορίου έγιναν μέρος των διαπραγματεύσεων μεταξύ Άγκυρας και Βρυξελλών.

Η Ειδική Αντιπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για την Κύπρο Μαρία Άντζελα Χόλγκιν (Αριστερά)

Αυτά τα σημεία περιλαμβάνονται στο νέο Σχέδιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κύπρο.

Τι προβλέπει το σχέδιο του ΟΗΕ

– Δύο συνιστώσες πολιτείες με πολιτική ισότητα·

 οι Έλληνες μπορούν να την ονομάσουν «ομοσπονδία».

– Οι Τούρκοι θα την ονομάσουν «συνομοσπονδία».

– Θα συμπεριληφθεί η φράση «δημιουργική ασάφεια».

– Μια πιο χαλαρή λύση της ΕΕ. Διαχείριση

 – Δύο κράτη, δύο κοινοβούλια

– Κεντρική κυβέρνηση με περιορισμένες εξουσίες

– 5-6 υπουργεία στην κυβέρνηση

– Εκ περιτροπής Προεδρικό Συμβούλιο

– Η τουρκική πλευρά έχει ουσιαστικά δικαιώματα ψήφου στο υπουργικό συμβούλιο. Ασφάλεια

 – Το Σύστημα Εγγυητών καταργείται το 1960.

 – Η φόρμουλα του ΝΑΤΟ ως ενδιάμεση λύση.

– Η ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ

– Δυνάμεις του ΝΑΤΟ ή βάσεις του ΝΑΤΟ.

– Η παρουσία Τούρκων, Ελλήνων, Βρετανών, Γάλλων και Αμερικανών στρατιωτών στο νησί.

– Γη σε αντάλλαγμα για αναγνώριση

– Οι περιοχές Βαρώσια, Μόρφου και Μεσαριά θα δοθούν στην ελληνοκυπριακή πλευρά.

– Σε αντάλλαγμα, οι Τούρκοι θα αναγνωριστούν και θα τους παραχωρηθεί πολιτική ισότητα. – Η μεταβατική περίοδος είναι 2-3 χρόνια.

 – Οι επιστροφές γης θα πραγματοποιηθούν σταδιακά.

– Το πρώτο βήμα θα ξεκινήσει με τα Βαρώσια.

– Θα εφαρμοστεί τρισδιάστατο περιβάλλον: Άμεσο εμπόριο, απευθείας πτήσεις, άμεση επαφή.

 – Θα καθιερωθεί συνεργασία όσον αφορά το φυσικό αέριο και θα αρθούν οι περιορισμοί.

Επιπλέον άρθρα

– Εφόσον το πρόβλημα έχει επιλυθεί, οι σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης θα βελτιωθούν επίσης.

Τουρκική κουλτούρα

Sözcü Gazetesi

—

Echedoros.blog

Η απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τους Σταυροφόρους

0

Από το 1097 έως το 1100 οι σταυροφόροι κατόρθωσαν, έπειτα από σφοδρές συγκρούσεις, να νικήσουν τους μουσουλμάνους σε αποφασιστικές μάχες

Μέχρι το 1110 πόλεις όπως η Έδεσσα, η Αντιόχεια, η Ιερουσαλήμ, η Τορτόσα, η Βηρυτός, η Λαοδικεία, η Τρίπολη, η Τύρος και η Άκρα βρίσκονταν οριστικά υπό λατινική κατοχή. 

Ωστόσο παρά τις πρώτες επιτυχίες, η υπεράσπιση των κατακτημένων εδαφών ήταν προβληματική λόγω λειψανδρίας, αφού οι περισσότεροι μαχητές – προσκυνητές αναχωρούσαν για την Ευρώπη μερικές εβδομάδες μετά την εκπλήρωση του τάματός τους.

Κατά το διάστημα 1100-1120 οι κυριότερες συγκρούσεις πραγματοποιήθηκαν στα βόρεια μεταξύ των ιπποτών της Έδεσσας και της Αντιόχειας (από τη μια πλευρά) και των Σελτζούκων του Χαλεπιού και των Δαμασκηνών και στα νότια μεταξύ των ιπποτών της Ιερουσαλήμ και των Φατιμίδων της Αιγύπτου.

Μετά την κατάληψη της Αντιόχειας (1098) και της Ιερουσαλήμ (1099) οι Φράγκοι εγκατέστησαν στη Συρία και στην Παλαιστίνη το αποκαλούμενο Σταυροφορικό Βασίλειο (γαλλ. Outre-mer = υπερπόντιες κτήσεις), που αποτελείτο συνολικά από τέσσερα μικρότερα φεουδαρχικά κρατίδια.

Τα κρατίδια αυτά ήταν η Κομητεία της Έδεσσας, το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας, η Κομητείας της Τρίπολης και το πιο σημαντικό όλων το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ.

Το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας δημιουργήθηκε στα εδάφη της σημερινής νοτιοανατολικής Τουρκίας, με φυσικό σύνορο στα ανατολικά τον ποταμό Ορόντη, που κυλούσε ανάμεσα στα όρη Ταύρος και Τζεμπέλ Αλ Ανσαρίγια.

Νότια της Αντιόχειας, στα εδάφη του σημερινού Λιβάνου, εκτεινόταν από τη Σαφίτα μέχρι τη Βηρυτό η πλούσια Κομητεία της Τρίπολης.

Ακόμα πιο νότια, στα εδάφη του σημερινού Ισραήλ και της Παλαιστίνης, στη δυτική όχθη του ποταμού Ιορδάνη, σχηματίστηκε το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, που συνόρευε με την Αίγυπτο της δυναστείας των Φατιμίδων στην αμφισβητούμενη περιοχή της Γάζας και της Ασκαλώνας.

Το πιο ευπαθές και απομονωμένο φραγκικό κρατίδιο ήταν η Κομητεία της Έδεσσας, η οποία είχε δημιουργηθεί εκατέρωθεν του Ευφράτη.

Οι πρώτοι σταυροφόροι (Νορμανδοί, Γάλλοι, Γερμανοί, Ιταλοί και Φλαμανδοί) εκμεταλλεύθηκαν την πολιτική και στρατιωτική διάσπαση των μουσουλμάνων σαρώνοντας σε αλλεπάλληλες μάχες κάθε τουρκική ή αραβική αντίσταση και εγκαθιδρύοντας στην ευρύτερη Συρία και στην Παλαιστίνη μικρούς χριστιανικούς οικισμούς, κυρίως στις οχυρωμένες πόλεις της παράλιας ζώνης.

Παρά τις αρχικές όμως επιτυχίες, οι Φράγκοι αντιμετώπιζαν σημαντικά προβλήματα που προέρχονταν από την αντιπάθεια και την καχυποψία του τοπικού πληθυσμού, κυρίως όμως οφείλονταν στην έλλειψη μάχιμων ανδρών.

Οι περισσότεροι από τους πολεμιστές οι οποίοι συμμετείχαν στην κατάληψη της Αντιόχειας και της Ιερουσαλήμ, έσπευσαν να επιστρέψουν στην Ευρώπη μετά την ολοκλήρωση του προσκυνήματός τους στους Αγίους Τόπους.

Επιπλέον, οι βασικοί πρωταγωνιστές της Α΄ Σταυροφορίας άρχισαν να συγκρούονται μεταξύ τους για τη διανομή των νέων κτήσεων και την πρωτοκαθεδρία στη φεουδαρχική ιεραρχία.

Η οικογένεια του κόμη Ρεϋμόνδου Σαιν Ζιλ (1041-1105) από την Τουλούζη της νότιας Γαλλίας, διατηρούσε την επικυριαρχία στην Τρίπολη, οι Ιταλο-Νορμανδοί πρίγκιπες Βοημούνδος Α΄ (1050-1111) και Τανκρέδος (1076-1112) διοικούσαν διαδοχικά την Αντιόχεια, ενώ ιππότες γαλλο-βελγικής καταγωγής όπως ο Βαλδουίνος Α΄ (1062-1118) και ο Γοδεφρείδος της Βουλώνης (1061-1100) ανέλαβαν αντίστοιχα τα ηνία της διοίκησης στην Έδεσσα και στην Ιερουσαλήμ.

Η Έδεσσα για την οποία γίνεται αναφορά εδώ είναι η ελληνική πόλη της Μεσοποταμίας «Αντιόχεια η επί Καλλιρρόης» (σημ. στη Συρία), την οποία ίδρυσε ο Σέλευκος Α΄ ο Νικάτωρ τον 3ο αιώνα π.Χ. κοντά στην πόλη που είχε χτίσει ο Μέγας Αλέξανδρος.

Μετά την καταστροφή της όμως από πλημμύρες ο Σέλευκος την συνοίκισε για δεύτερη φορά και την ονόμασε Έδεσσα.

Στο μεταξύ στο κατακερματισμένο μουσουλμανικό στρατόπεδο οι ηγεμόνες των ανεξάρτητων εμιράτων, με αφορμή τον θάνατο του Σελτζούκου σουλτάνου Μαλίκ Σαχ το 1092, ήταν αναμεμιγμένοι σε έναν μακροχρόνιο εμφύλιο πόλεμο διαδοχής, αφήνοντας τους Φράγκους να επεκτείνονται στα παράλια.

Οι ατίθασοι Σελτζούκοι του Ρουμ, του Χαλεπιού και της Ανατολίας, οι πλούσιοι Άραβες χαλίφηδες της Δαμασκού και της Βαγδάτης και οι Φατιμίδες χαλίφηδες της Αιγύπτου αποτελούσαν τις διαφορετικές έδρες του ίδιου κύβου, χωρίς όμως την απαραίτητη διάθεση να διευθετήσουν ειρηνικά τις μεταξύ τους δυναστικές διαφορές.

Θεωρητικά όλοι οι σουνίτες μουσουλμάνοι αναγνώριζαν ως επικυρίαρχό τους τον Σελτζούκο σουλτάνο Μαλίκ Σαχ και τους απογόνους του, καθώς και τον χαλίφη της Βαγδάτης, όμως οι ηγεμόνες περιφερειακών πόλεων όπως το Χαλέπι, η Μοσούλη και η Δαμασκός ακολουθούσαν ανεξάρτητη πολιτική.

Αντίθετα οι σιΐτες Φατιμίδες αναγνώριζαν ως πνευματικό και στρατιωτικό ηγέτη τους τον χαλίφη του Καΐρου.

Η μετανάστευση των Δυτικών στην Ανατολή

Ύστερα από την επιτυχημένη εισβολή, τα πρώτα κύματα χριστιανών εποίκων άρχισαν να φθάνουν στην Παλαιστίνη μετά το 1100, ακολουθώντας είτε τον θαλάσσιο δρόμο μέσω των πολυσύχναστων λιμανιών της Ιταλίας, είτε τον πιο επικίνδυνο χερσαίο δρόμο μέσω Βαλκανίων, Κωνσταντινούπολης και Μικράς Ασίας.

Η κυριότερη απόπειρα να ενισχυθούν τα νεοσύστατα φέουδα με καινούργιους κατοίκους πραγματοποιήθηκε το 1101, όταν ομάδες Λομβαρδών.

Γερμανών και Γάλλων εποίκων (συνολικά περίπου 200.000 άνθρωποι) χωρίς κεντρική διοίκηση ακολούθησαν ασυντόνιστα και κατά ξεχωριστά κύματα τον χερσαίο δρόμο μέσω Νίκαιας- Δορυλαίου-Ικονίου με προορισμό την Αντιόχεια.

Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των φιλόδοξων μεταναστών σφαγιάσθηκε αλύπητα από τους Τουρκομάνους ιππείς κατά τη διάρκεια της βασανιστικής πορείας από τη Νίκαια μέχρι το Ικόνιο, με αποτέλεσμα οι ολιγάριθμες φραγκικές αποικίες να μην ενισχυθούν με το απαραίτητο έμψυχο υλικό και οι μουσουλμάνοι να αναθαρρήσουν.

Παράλληλα με τις στρατιωτικές ατυχίες, στα σταυροφορικά φέουδα εξελίσσονταν διαρκώς σημαντικές και συνεχείς πολιτικές ανακατατάξεις.

Κατά την περίοδο 1100-1103 την Αντιόχεια διοικούσε ο κατακτητής της Γαλιλαίας Τανκρέδος, επειδή ο θείος του, Βοημούνδος Α΄, είχε συλληφθεί στη Μελιτινή από τους Τούρκους.

Τον Ιούνιο του 1100 ο Βοημούνδος Α΄ είχε κατατροπώσει τις ορδές του πρίγκιπα Ριντβάν του Χαλεπιού στα σύνορα της Αντιόχειας, αλλά στη συνέχεια αιχμαλωτίστηκε και κρατήθηκε φυλακισμένος επί τρία χρόνια.

Τον ίδιο χρόνο απεβίωσε σε νεαρή ηλικία ο Γοδεφρείδος, πιθανώς πέφτοντας θύμα δηλητηρίασης, οπότε μέσα σε κλίμα αμφισβήτησης βασιλιάς της Ιερουσαλήμ στέφθηκε ο μικρότερος αδελφός του, ο Βαλδουίνος Α΄.

Αν και ο Βοημούνδος Α΄ ήταν ο αναμφισβήτητος  άρχοντας της Αντιόχειας, μετά τον θάνατο του Γοδεφρείδου της Βουλώνης διεκδίκησε και το στέμμα της Ιερουσαλήμ, όμως τον πρόλαβε ο Βαλδουίνος Α΄.

Αντίστοιχες βλέψεις εκδήλωσε και ο επίσκοπος Δαϊμβέρτος, που είχε γίνει πατριάρχης της Ιερουσαλήμ, που επιθυμούσε να μετατρέψει το νεοσύστατο βασίλειο σε μοναστικό κράτος με τη σιωπηρή συναίνεση του Βατικανού.

Από τις ηγετικές προσωπικότητες του πρώτου κύματος, ο κόμης Ρεϋμόνδος Σαιν Ζιλ ήταν ο μόνος Φράγκος που διατηρούσε ακόμα φιλικές σχέσεις με τη βυζαντινή Αυλή.

Δυσαρεστημένος επειδή δεν καρπώθηκε το στέμμα της Ιερουσαλήμ, συμμετείχε αργότερα ως στρατιωτικός σύμβουλος στις αποτυχημένες σταυροφορίες προς ενίσχυση της Ανατολίας.

Το 1102 κατέλαβε την Τορτόσα και στη συνέχεια έθεσε υπό πολιορκία το Εμιράτο της Τρίπολης, που ανήκε στην αραβική οικογένεια Μπενού Αμάρ.

Την πολύπλοκη εικόνα των φραγκικών κρατιδίων συμπλήρωνε ο άρχοντας της απομακρυσμένης Έδεσσας, ο Βαλδουίνος ντε Μπουργκ.

Ήταν εξάδελφος του Βαλδουίνου Α΄ της Ιερουσαλήμ και διατηρούσε τον έλεγχο της πόλης στηριζόμενος κυρίως στο πολυπληθές αρμενικό στοιχείο της.

Συγκρούσεις στο Πριγκιπάτο της Αντιόχειας (1100-1120)

Στο διάστημα της σύντομης ηγεμονίας του στην Αντιόχεια ο Τανκρέδος συγκρούστηκε στα ανατολικά σύνορά του, προς την ασιατική ενδοχώρα, με τους Τούρκους του Χαλεπιού.

Παράλληλα αναμίχθηκε σε τοπικές συρράξεις με τους Βυζαντινούς, κυρίως στα παράλια της βόρειας Συρίας.

Το 1102 κατέλαβε τη Λαοδίκεια, απωθώντας τη βυζαντινή φρουρά που υπεράσπιζε αυτό το σημαντικό μεσογειακό λιμάνι.

Παρά την έντονη διαμάχη με τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης για το δυναστικό ζήτημα του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας, μεγαλύτερος εχθρός των Νορμανδών σταυροφόρων ήταν ο Σελτζούκος ηγεμόνας του Χαλεπιού, ο πρίγκιπας Ριντβάν, ανιψιός του Μαλίκ Σαχ.

Το 1104 ο Βοημούνδος Α΄ αφέθηκε ελεύθερος από τους δεσμώτες του. Είχε συλληφθεί το 1100) από τον Μαλίκ Γαζί Ντανισμέντ και έμεινε τρία χρόνια φυλακισμένος.

Με τη συνδρομή του κόμη Βαλδουίνου της Έδεσσας συγκρούστηκε με τους Τούρκους στην πόλη Χαράν, που ήταν κτισμένη στις όχθες του Μπαλίχ, ενός παραπόταμου του Ευφράτη, νοτίως της Έδεσσας.

Η κατοχή της πόλης θα του έδινε τη δυνατότητα να ελέγχει αποτελεσματικά τις μουσουλμανικές κινήσεις στον στρατηγικό άξονα Χαλεπιού-Μοσούλης-Βαγδάτης, ανακουφίζοντας παράλληλα την Έδεσσα από τη μόνιμη πίεση των επώδυνων τουρκικών επιδρομών.

Οι χριστιανοί που συγκεντρώθηκαν για να πολιορκήσουν τη Χαράν ήταν περίπου 3.000 ιππείς και 7.000 έως 9.000 πεζοί, κυρίως αρμενικής καταγωγής.

Αντί, όμως, της ολιγομελούς φρουράς βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις ενωμένες στρατιές του Σοκμάν Ιμπν Ορτόκ της Μαρδίν και του Ζεκερμίς, ηγεμόνα της Μοσούλης.

Οι δύο εμίρηδες έσπευσαν να ενισχύσουν την πολιορκούμενη πόλη, με αποτέλεσμα να διεξαχθεί μάχη εκ παρατάξεως αντί να ολοκληρωθεί η πολιορκία.

Η μάχη η οποία ακολούθησε διεξήχθη στις όχθες του ποταμού Μπαλίχ, περίπου στο ίδιο σημείο όπου αιώνες πριν οι Πάρθοι ιπποτοξότες είχαν αποδεκατίσει τις ρωμαϊκές λεγεώνες του Κράσσου, κατά τη μάχη των Καρρών.

Στο αριστερό πλευρό της χριστιανικής παράταξης τοποθετήθηκαν οι Αρμένιοι της Έδεσσας υπό τον άρχοντα Βαλδουίνο ντε Μπουργκ, απέναντι από τον Σοκμάν, ενώ στη δεξιά πτέρυγα παρατάχθηκαν οι κατάφρακτοι της Αντιόχειας.

Σύμφωνα με το σχέδιο του Βοημούνδου, οι άνδρες του θα παρέμεναν κρυμμένοι σε μικρή απόσταση πίσω από τους πρόποδες γειτονικού λόφου, ενώ οι Αρμένιοι θα ξεκινούσαν πρώτοι τη μάχη δεχόμενοι το σφυροκόπημα της τουρκικής εμπροσθοφυλακής, με ρητές διαταγές να προσποιηθούν υποχώρηση.

Αντικειμενικός σκοπός ήταν να παρασυρθούν οι Τούρκοι σε προώθηση ώστε να εκθέσουν το αριστερό πλευρό τους στο μέτωπο των ιπποτών της Αντιόχειας.

Ουσιαστικά ο δαιμόνιος Βοημούνδος είχε προσπαθήσει να πολεμήσει τους Τούρκους αντιγράφοντας τις τακτικές τους, όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως τα υπολόγιζε.

Όταν το εχθρικό ιππικό επιτέθηκε, οι Αρμένιοι όχι μόνο διατήρησαν το μέτωπό τους αλλά κατόρθωσαν να απωθήσουν τους αντιπάλους τους προς τις όχθες του Μπαλίχ.

Ενθουσιασμένοι άρχισαν να καταδιώκουν τους Τούρκους, διασχίζοντας βιαστικά και ασυντόνιστα τον παραπόταμο νομίζοντας πως είχαν επικρατήσει πλήρως.

Όταν αντιλήφθηκαν ότι είχαν πέσει οι ίδιοι θύματα μιας καλά σχεδιασμένης παγίδας, ήταν πολύ αργά.

Περίπου 10.000-15.000 ιππείς τους είχαν περικυκλώσει από τους γύρω λόφους και άρχισαν να εφορμούν εναντίον τους από κάθε σημείο του ορίζοντα.

Ο ενθουσιασμός για τη νίκη μετατράπηκε σε φόβο και πανικό, με αποτέλεσμα μέσα σε λίγη ώρα τα απομεινάρια των Αρμενίων να διασχίσουν πάλι τον παραπόταμο, σε κατάσταση πλήρους αταξίας, παρασύροντας στο διάβα τους και τους σαστισμένους ιππότες της Αντιόχειας.

Οι τελευταίοι, βλέποντας τους συμμάχους τους να προελαύνουν χωρίς να τους αναμένουν, είχαν σπεύσει να καλύψουν το διογκούμενο κενό στο δεξιό πλευρό της χριστιανικής παράταξης.

Εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και επιτέθηκαν με επιτυχία, εξουδετερώνοντας στο μέτωπό τους όσες τουρκικές ίλες προσπάθησαν να τους ανακόψουν, όταν ξαφνικά αντιλήφθηκαν τους πρώτους πανικόβλητους φυγάδες που απειλούσαν να τους παρασύρουν σαν παλιρροιακό κύμα.

Αντιλαμβανόμενος τη δυσμενή εξέλιξη της μάχης, ο Βοημούνδος προσπάθησε να απεμπλακεί ώστε να σώσει εγκαίρως τις δικές του άθικτες μονάδες.

Συνολικά όμως ο στρατός είχε υποστεί σημαντικές απώλειες.

Όσοι Αρμένιοι δεν εξουδετερώθηκαν από το τουρκικό βαρύ ιππικό, πνίγηκαν κατά τη διάρκεια της υποχώρησης στα νερά του ποταμού.

Οι Τουρκομάνοι και οι Γκουλάμοι (έφιππα επίλεκτα σώματα των μουσουλμανικών στρατών που ήταν βαριά εξοπλισμένα και πολεμούσαν με λόγχη, ξίφος ή τόξο) είχαν επιδοθεί σε τρομερή καταδίωξη των «χριστιανικών σκυλιών».

Καλπάζοντας επιδέξια απομόνωναν τους πανικόβλητους φυγάδες, «κομματιάζοντας» με ευκολία το χριστιανικό πεζικό.

Περίπου 8-10.000 Αρμένιοι και Φράγκοι άφησαν την τελευταία τους πνοή στο πεδίο της μάχης, ενώ αρκετοί ευγενείς αιχμαλωτίστηκαν, όπως ο κόμης ντε Μπουργκ, ο αυθέντης του Τουρμπεσέλ, λόρδος Ζοσλέν του Κουρτεναί, και ο αρχιεπίσκοπος Βενέδικτος.

Τα υπολείμματα του φραγκο-αρμενικού στρατού κατέφυγαν στην Έδεσσα, αφήνοντας τους Τούρκους ανενόχλητους να ισοπεδώσουν τους συνοριακούς οικισμούς.

Η βαριά ήττα εκτός από μεγάλες εκτάσεις ανατολικά του ποταμού Ορόντη που ανήκαν στο Πριγκιπάτο της Αντιόχειας, στέρησε οριστικά από τους Φράγκους τη δυνατότητα να μεθοδεύσουν τον αποκλεισμό του Χαλεπιού από τη Μοσούλη.

Μέχρι το 1291, οπότε οι Φράγκοι αποχώρησαν από τη Συρία, το Χαλέπι και η ευρύτερη περιοχή της Μεσοποταμίας παρέμειναν διαρκώς υπό μουσουλμανική κατοχή.

Μετά τη μάχη οι ασυγκράτητοι Σελτζούκοι του Ζεκερμίς πολιόρκησαν την Έδεσσα, την οποία είχε αναλάβει να υπερασπισθεί με λίγες αξιόμαχες μονάδες ο Τανκρέδος.

Ο Βοημούνδος Α΄ είχε αφήσει την άμυνα της πόλης στον ανιψιό του και ο ίδιος είχε επιστρέψει βιαστικά στην Αντιόχεια για να συγκεντρώσει ενισχύσεις.

Εκεί τον περίμεναν νέες δυσάρεστες ειδήσεις. Την καταστροφή στη Χαράν είχε έλθει να σφραγίσει η ξαφνική αντεπίθεση του βυζαντινού στόλου που διοικούσε ο ναύαρχος Καντακουζηνός.

Οι αποβατικές δυνάμεις των Βυζαντινών επιτέθηκαν στη Λαοδίκεια και την ανακατέλαβαν, εκτός από την ακρόπολη στην οποία οχυρώθηκαν οι εναπομείναντες Φράγκοι.

Επιπλέον οι αυτοκρατορικές δυνάμεις είχαν αποσπάσει την Ταρσό και τα Άδανα, ολοκληρώνοντας την αντεπίθεσή τους στην Κιλικία.

Η αντίδρασή τους ήταν αναμενόμενη, αφού ποτέ δεν είχαν αναγνωρίσει ως νόμιμη τη νορμανδική εγκατάσταση στην Αντιόχεια και στην ευρύτερη Κιλικία.

Αν και η θέση του Βοημούνδου Α΄ ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη, τελικά η κατάσταση αντιστράφηκε.

Στην Έδεσσα ο απελπισμένος Τανκρέδος, για να λύσει την πολιορκία της πόλης, επιχείρησε βραδινή έξοδο επικεφαλής λίγων ιπποτών, σεργέντων και Αρμενίων πολιτοφυλάκων.

Το τολμηρό εγχείρημα στέφθηκε από απρόσμενη επιτυχία, καθώς οι μεθυσμένοι Τούρκοι στάθηκαν ανίκανοι να προβάλουν ουσιαστική αντίσταση και ποδοπατήθηκαν ή σφαγιάσθηκαν αλύπητα μέσα στις σκηνές τους.

Την καταστροφή τους επιτάχυνε η φήμη ότι στα νώτα τους είχε εμφανιστεί ο Βοημούνδος Α΄ με τους υπόλοιπους ιππότες της Αντιόχειας.

Η σωτηρία της Έδεσσας ήταν παροδική και οφειλόταν κυρίως στον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους μουσουλμάνους εμίρηδες, γεγονός που ο Βοημούνδος Α΄ γνώριζε καλά.

Ο τελευταίος, επειδή δεν διέθετε αρκετούς Λατίνους υπηκόους, ήταν υποχρεωμένος να στηρίζεται σε μονοφυσίτες Αρμένιους και ορθόδοξους Έλληνες, οι οποίοι με την πρώτη ευκαιρία θα τον εγκατέλειπαν για να υποστηρίξουν πάλι τους Σελτζούκους ή τους Βυζαντινούς.

Λίγο μετά την ήττα αναχώρησε για την Ιταλία (Απουλία) σχεδιάζοντας να στρατολογήσει νέους Φράγκους και Νορμανδούς μαχητές για να ενισχύσει τη λατινική μειοψηφία της Αντιόχειας.

Αφού τακτοποίησε τις εκκρεμείς διοικητικές υποθέσεις του ιταλο-νορμανδικού βασιλείου του, ρύθμισε την αποστολή ναυτικής βοήθειας προς την Αντιόχεια και ύστερα μετέβη στο Βατικανό, όπου συνεργάστηκε με τον πάπα Πασχάλη Β΄ σχεδιάζοντας την εξουδετέρωση των Βυζαντινών.

Στη συνέχεια επισκέφθηκε τη Γαλλία αναζητώντας οικονομική και στρατιωτική αρωγή από τον βασιλιά Φίλιππο Α΄.

Κατά τη διάρκεια των διμερών συνομιλιών ο Βοημούνδος ενημέρωσε τον Γάλλο ηγεμόνα ότι σκόπευε να εκστρατεύσει εναντίον των Ελλήνων, εισβάλλοντας πρώτα στις βυζαντινές κτήσεις στα Βαλκάνια.

Η «ανίερη» συμφωνία που σηματοδοτούσε μια νέα τροπή για το κίνημα των Σταυροφοριών, σφραγίστηκε με δύο γάμους: ο ηλικιωμένος Βοημούνδος νυμφεύθηκε την πριγκίπισσα Κονστάνς και στον Τανκρέδο στάλθηκε η πριγκίπισσα Σεσίλ, κόρες και οι δύο του Φιλίππου Α΄.

Το 1108 ο γαλλο-νορμανδικός στρατός που πολιορκούσε το Δυρράχιο στην Αδριατική παραδόθηκε στον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό, καταπονημένος από την πείνα και τις μεταδοτικές ασθένειες.

Μεταξύ των δύο πλευρών υπογράφηκε η Συνθήκη του Δεβόλη, σύμφωνα με την οποία ο ταπεινωμένος Βοημούνδος Α΄ ορκίστηκε υποτέλεια στον Έλληνα αυτοκράτορα ως νόμιμος εκπρόσωπος του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας.

Για να μην επιβάλει τους δυσμενείς όρους της ήττας του στον Τανκρέδο, παρέμεινε στην Ιταλία, όπου και απέκτησε δύο γιους.

Ο πρώτος απεβίωσε σε νεανική ηλικία, ο δεύτερος όμως ονομάστηκε Βοημούνδος Β΄ και προοριζόταν για μελλοντικός ηγεμόνας της Αντιόχειας.

Τρία χρόνια αργότερα ο μεγαλύτερος πρωταγωνιστής της Α΄ Σταυροφορίας απεβίωσε χρεοκοπημένος και ξεχασμένος από τους συμπολεμιστές του, χωρίς να δει ποτέ πάλι τις συριακές ακτές, αφήνοντας την αντιβασιλεία της Αντιόχειας στον ανιψιό του.

Ο Τανκρέδος παρέμεινε στην ηγεσία της πόλης από το 1104 έως το 1112, κατορθώνοντας μόνος του να ανασυντάξει τις δυνάμεις του πριγκιπάτου.

Το καθοριστικό βήμα για τη σωτηρία της Αντιόχειας πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1105, όταν οι Νορμανδοί ιππότες αφάνισαν τις δυνάμεις του πρίγκιπα Ριντβάν κατά τη μάχη της οχυρωμένης πόλης Αρτάχ, βόρεια της Αντιόχειας.

Εκείνο τον χρόνο οι Αρμένιοι φρουροί παρέδωσαν το κάστρο στους Τούρκους, επικαλούμενοι την αντίθεσή τους στην ασφυκτική επικυριαρχία των Φράγκων.

Η πράξη προδοσίας ώθησε τον Τανκρέδο να βαδίσει κατά του οχυρού επικεφαλής ισχυρών δυνάμεων, για να αποκαταστήσει τη λατινική ηγεμονία στην περιοχή.

Ο Ριντβάν επιχείρησε να τον εμποδίσει πριν πολιορκήσει το οχυρό, με αποτέλεσμα οι δύο αντίπαλοι στρατοί να συναντηθούν μετωπικά σε μια βραχώδη πεδιάδα ανατολικά της Αρτάχ.

Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη για τους Φράγκους, διότι ο Ριντβάν είχε συγκεντρώσει φανατικά στρατεύματα από όλες τις τουρκικές επαρχίες της Μεσοποταμίας.

Όταν ο Τανκρέδος αντίκρισε τον πολυάριθμο αντίπαλο στρατό, αποφάσισε να παραμείνει στατικός έξω από το ανώμαλο έδαφος, ώστε να υποχρεωθούν οι Τούρκοι να το διασχίσουν πρώτοι.

Πραγματικά, βέβαιοι για τη νίκη τους οι ανυπόμονοι Τουρκομάνοι συνέχισαν να προελαύνουν, επιδιώκοντας να προλάβουν τους λιγότερους Νορμανδούς.

Εξερχόμενο από το βραχώδες πεδίο, το ελαφρύ μουσουλμανικό ιππικό επιτέθηκε με ορμή εναντίον της ακίνητης νορμανδικής παράταξης.

Αν και μικρότερο αριθμητικά, το βαρύ ιππικό της Αντιόχειας κατόρθωσε να διασπάσει τη συνοχή του αντιπάλου, οπότε οι ηττημένοι Τούρκοι ιππείς υποχώρησαν προς το κακοτράχαλο έδαφος για να ανασυνταχθούν, όμως δεν μπόρεσαν να ελιχθούν αποτελεσματικά ανάμεσα στα δύσβατα μονοπάτια.

Αρκετοί αναγκάστηκαν να κατέβουν από τα τραυματισμένα άλογά τους, με συνέπεια να αποτελέσουν εύκολο στόχο για τις λόγχες των Νορμανδών, που τους ακολουθούσαν και τους αποτελείωσαν με ιδιαίτερο μίσος.

Η νίκη αυτή επανέφερε την επικυριαρχία του Τανκρέδου επί του Ριντβάν, καθώς και τον έλεγχο στις εύφορες περιοχές ανατολικά του Ορόντη.

Χωρίς επαρκή στρατιωτική υποστήριξη, οι φρουρές των Σελτζούκων στις πόλεις Αρτάχ και Σερμίν υποτάχθηκαν σχεδόν αμέσως στους ιππότες του πριγκιπάτου.

Τον Σεπτέμβριο του 1106 ο Τανκρέδος σημείωσε νέα επιτυχία εναντίον του εμίρη της Απάμειας, νότια της Αντιόχειας, στη δυτική όχθη του Ορόντη.

Δύο χρόνια αργότερα, εκμεταλλευόμενος την απουσία του βυζαντινού στόλου (που βρισκόταν στην Αδριατική), ανέκτησε πάλι τον έλεγχο της Λαοδίκειας και τον επόμενο χρόνο κατέλαβε τη Ζάβαλα και το φρούριο του Μαργκάτ (Μαρκάμπ), επεκτείνοντας τα νότια σύνορά του προς τον Λίβανο και την Κομητεία της Τρίπολης.

Το 1110 έθεσε υπό την κατοχή του το μετέπειτα θρυλικό Κρακ των ιπποτών.

Το Κρακ των Ιπποτών (Krak des Chevaliers ή και Crac des Chevaliers), είναι φρούριο κτισμένο από σταυροφόρους, το οποίο βρίσκεται στη Συρία και ένα από τα σημαντικότερα μνημεία μεσαιωνικής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής στον κόσμο.

Στα Αραβικά το φρούριο καλείται Qal’at al-Ḥiṣn. Η λέξη «Κρακ» προέρχεται από το Συριακό karak, που σημαίνει «φρούριο». Βρίσκεται 65 χλμ. δυτικά της πόλης Χομς, κοντά στα σύνορα του Λιβάνου.

Το Κρακ ήταν η έδρα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών.

Επεκτάθηκε μεταξύ των ετών 1150 και 1250 και στέγαζε φρουρά 2.000 ανθρώπων.

Το φρούριο έχει εξωτερικά τείχη πάχους 30 μέτρων, με επτά πύργους διαμέτρου 10 μέτρων έκαστος.

Μέσα σε λίγα χρόνια ο Τανκρέδος είχε επιτύχει σε κάθε τομέα στον οποίο ο Βοημούνδος Α΄ είχε υποστεί ήττα, σταθεροποιώντας οριστικά τα σύνορα του πριγκιπάτου από την οροσειρά του Ταύρου στον βορρά μέχρι τον Λίβανο στον νότο και από τη Μεσόγειο μέχρι τη δεξιά όχθη του Ορόντη.

Όμως, καθώς ο άπληστος πρίγκιπας αύξανε τη δύναμή του με αλματώδεις ρυθμούς, είχε αρχίσει να δημιουργεί αντιπάθειες, κυρίως ανάμεσα στους δυσαρεστημένους συμμάχους του.

Κατά το χρονικό διάστημα που σημείωνε τις διαδοχικές επιτυχίες ως αντιβασιλιάς της Αντιόχειας, διοικούσε παράλληλα ως προστάτης-άρχοντας και την Κομητεία της Έδεσσας, αφού ο κόμης Λε Μπουργκ και ο Ζοσλέν του Κουρτεναί είχαν συλληφθεί από τους Τούρκους κατά τη μάχη του Χαράν.

Επωφελούμενος από την πλούσια συλλογή φόρων που του κατέβαλλαν οι Αρμένιοι, δεν επεδίωξε ποτέ να καταβάλει τα πολλά λύτρα για την απελευθέρωση του Λε Μπουργκ (60.000 δηνάρια), προκαλώντας τη φυσιολογική οργή του δεύτερου.

Την Έδεσσα διοικούσε στο όνομα του Τανκρέδου ο εξάδελφός του, Ρογήρος Φιτζρίτσαρντ, ο οποίος όμως δεν ήταν αγαπητός στους Αρμένιους λόγω της βίαιης συμπεριφοράς του.

Όταν ο Ζοσλέν απελευθερώθηκε, μεσολάβησε για να αποφυλακιστεί και ο Λε Μπουργκ αφού πρώτα αμφότεροι δεσμεύτηκαν να υποστηρίξουν τον Τούρκο δεσμώτη τους, εμίρη Τζαβαλί, στον πόλεμο που διεξήγε εναντίον του πρίγκιπα Ριντβάν του Χαλεπίου.

Επιστρέφοντας στην Έδεσσα ο Λε Μπουργκ απαίτησε αμέσως την ανάληψη της εξουσίας, φέρνοντας σε πλήρη αμηχανία τον Τανκρέδο, που δεν περίμενε την εμφάνισή του ούτε επιθυμούσε να δώσει πίσω την ηγεμονία της πόλης.

Τελικά το 1108, με την επίμονη μεσολάβηση των υπολοίπων ηγεμόνων της Αρμενίας και του πατριάρχη Βερνάρδου της Αντιόχειας, ο Τανκρέδος διέταξε απρόθυμα τον Ρογήρο να παραχωρήσει την Έδεσσα στον Λε Μπουργκ.

Παρά τη διευθέτηση, οι σχέσεις μεταξύ των δύο πρώην συμμάχων παρέμειναν «ψυχρές» και η προσωρινή ανακωχή μεταξύ τους φαινόταν ότι σύντομα θα τελείωνε.

Όντως, όταν ο πρίγκιπας Ριντβάν κήρυξε πόλεμο στον εμίρη Τζαβαλί για να αποκτήσει τον έλεγχο της Μοσούλης και της δυτικής όχθης του Ευφράτη, ο Τανκρέδος με 1.500 ιππότες τάχθηκε με το μέρος του υποτελούς του, ενώ οι ιππότες της Έδεσσας υπό τον Λε Μπουργκ συντάχθηκαν αμέσως με τους Βεδουίνους του Τζαβαλί!

Οι δύο αντίπαλοι φραγκο-τουρκικοί στρατοί συγκρούστηκαν με πρωτοφανή μανία στη Μενμπίζ. κοντά στο κάστρο του Τουρμπεσέλ, και η αμφίρροπη μάχη τελείωσε με οριακή επικράτηση της συμμαχίας του Τανκρέδου.

Στην προσπάθειά του να αποκτήσει περισσότερη ισχύ ο Τανκρέδος είχε συγκρουστεί με έναν σύμμαχο σταυροφόρο μόλις δέκα χρόνια μετά την κατάληψη της Αντιόχειας.

Αυτό το απαράδεκτο γεγονός προκάλεσε την αγανάκτηση των υπόλοιπων χριστιανών, που σκανδαλίστηκαν με την αλαζονική συμπεριφορά του.

Το 1110 η αχαλίνωτη επεκτατική πολιτική του συνεχίστηκε, αφού αναμίχθηκε στις στρατιωτικές συγκρούσεις που διαδραματίζονταν μεταξύ των διαδόχων της Κομητείας της Τρίπολης.

Η ανεξέλεγκτη δράση του περιορίστηκε τελικά ύστερα από την έγκαιρη επέμβαση του βασιλιά Βαλδουίνου Α΄ ο οποίος σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, δρώντας ως νόμιμος επικυρίαρχος όλων των χριστιανών ηγεμόνων, απαίτησε την απόλυτη ομοψυχία μεταξύ των Λατίνων για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η νέα θανάσιμη απειλή του εμίρη Μαουντούντ.

Ο Μαουντούντ μετέβη στη Συρία επικεφαλής μεγάλης δύναμης ως στρατιωτικός απεσταλμένος του χαλίφη της Βαγδάτης, αναλαμβάνοντας να προβεί σε εκκαθαρίσεις για να απαλλάξει τη χώρα από το χριστιανικό «μίασμα» αλλά και από τους ανεξάρτητους εμίρηδες που αγνοούσαν την επικυριαρχία της Βαγδάτης.

Η πρώτη του κίνηση ήταν να θέσει την Έδεσσα υπό πολιορκία.

Η καταλυτική μεσολάβηση του Βαλδουίνου και η υπόσχεση ότι θα τιμωρούσε όποιον Φράγκο αποστάτη θα συμμαχούσε στο μέλλον με τους μουσουλμάνους για προσωπικό του όφελος, ανάγκασαν τον Τανκρέδο να συμμορφωθεί και να βαδίσει με τους υπόλοιπους εναντίον των Τούρκων, παραμερίζοντας τις παλαιές διαφορές του με τον Λε Μπουργκ.

Ο ίδιος ο Βαλδουίνος Α΄ είχε μόλις τελειώσει την πολιορκία της Βηρυτού και επικεφαλής 15.000 ανδρών παρατάχθηκε στον κάμπο της Έδεσσας απειλώντας τα νώτα του Μαουντούντ.

Όταν οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν την έλευση του βασιλιά, προτίμησαν να αποσυρθούν στο Χαράν λύνοντας αμέσως την πολιορκία.

Οι σταυροφόροι είχαν κατορθώσει να ενωθούν λίγο πριν από την καταστροφή, αφομοιώνοντας πλήρως τα απειλητικά λόγια του βασιλιά προς τον Τανκρέδο: «…Όποιος προτιμά να μηχανορραφεί με τους Τούρκους δεν μπορεί να είναι δικός μας και θα παταχθεί αμείλικτα…».

Έναν χρόνο αργότερα, την άνοιξη του 1111, ο Μαουντούντ εισέβαλε πάλι στην κεντρική Συρία ενισχυμένος με τις δυνάμεις του εμίρη Τουχτεκίν της Δαμασκού.

Η πρώτη μάχη της Ράμλα

Ο πρίγκιπας Ριντβάν, παρά τις παροτρύνσεις των πολιτών του Χαλεπίου, αρνήθηκε να συνδράμει τον απεσταλμένο της Βαγδάτης επικαλούμενος ως πρόφαση τη συμμαχία του με το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας.

Στο πλευρό του Τανκρέδου έσπευσαν σχεδόν αμέσως ο Λε Μπουργκ, ο κόμης της Τρίπολης και φυσικά ο Βαλδουίνος Α΄, επικεφαλής περίπου 16.000 ανδρών.

Οι Φράγκοι στρατοπέδευσαν στην Απάμεια και οι Τούρκοι πιο νότια, στην περιοχή της Σετζέρ.

Οι αντίπαλοι ηγεμόνες δεν επεδίωξαν να εμπλακούν σε μάχη εκ παρατάξεως και, αντίθετα, περιορίστηκαν σε μικρής έκτασης αψιμαχίες, κυρίως μεταξύ τμημάτων των δύο εμπροσθοφυλακών

Χωρίς να επιτύχουν τη σημαντική νίκη που επεδίωκαν, οι Τούρκοι υποχώρησαν πέρα από τον Ευφράτη το φθινόπωρο του ίδιου έτους, αφήνοντας τους Φράγκους απόλυτους κυρίαρχους στα εδάφη της Συρίας.

Έναν χρόνο αργότερα ο Τανκρέδος απεβίωσε και την αντιβασιλεία στο πριγκιπάτο ανέλαβε ο Ρογήρος (1112-1119), διοικώντας μέχρι την ενηλικίωση του Βοημούνδου Β΄.

Καθώς στον βορρά οι συγκρούσεις των Νορμανδών της Αντιόχειας μαίνονταν με τους Τούρκους του Χαλεπίου αλλά και με τους Βυζαντινούς, στον νότιο τομέα ο βασιλιάς Βαλδουίνος Α΄ προσπαθούσε με δυσκολία να ανακόψει τις αλλεπάλληλες αιγυπτιακές επιθέσεις στην περιοχή της Ασκαλώνας.

Παράλληλα το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ δεχόταν ύπουλες επιδρομές από ένοπλα αποσπάσματα Δαμασκηνών που παραβίαζαν τα βορειοανατολικά σύνορα στη Γαλιλαία, κοντά στην περιοχή της λίμνης Τιβεριάδας.

Όταν ο Βαλδουίνος Α΄ ανέλαβε την εξουσία στην Ιερουσαλήμ, οι Άραβες είχαν ήδη τον απόλυτο έλεγχο της υπαίθρου και οι χριστιανοί ήταν περιορισμένοι πίσω από τα υψηλά τείχη της πόλης.

Για να διασπάσει τον ασφυκτικό αραβικό κλοιό γύρω από την Ιερουσαλήμ οργάνωσε εξόδους-αντεπιθέσεις εναντίον των μουσουλμανικών στρατοπέδων, κατορθώνοντας σύντομα να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της παλαιστινιακής ενδοχώρας.

Στη συνέχεια έστρεψε την προσοχή του δυτικά, προς τα μεσογειακά παράλια, επιδιώκοντας αφενός να διατηρήσει τη Χάιφα και τη Γιάφα ως βασικά λιμάνια για την πρωτεύουσά του και αφετέρου να αναζητήσει προς τον βορρά ένα λιμάνι (Άκρα) με βαθύτερα νερά και καλύτερη προστασία από τους θυελλώδεις ανέμους της περιοχής.

Όμως για να υλοποιήσει τα σχέδιά του, έπρεπε πρώτα να δημιουργήσει έναν ασφαλή διάδρομο από την Ιερουσαλήμ προς τη θάλασσα, διατηρώντας οπωσδήποτε την κατοχή των συνοριακών πόλεων Ράμλα και Λύδα.

Το 1101 οι φραγκικές δυνάμεις κατέλαβαν τις πόλεις-λιμάνια Αρσούφ και Καισάρεια, απομακρύνοντας τον αιγυπτιακό στόλο.

Ως τότε οι μουσουλμανικές γαλέρες αποτελούσαν μόνιμη απειλή για τα ιταλικά σκάφη της Πίζας, της Γένοβας και της Βενετίας που μετέφεραν διαρκώς νέους προσκυνητές στην Ιερουσαλήμ.

Η κατάληψη των δύο ναυτικών βάσεων στερούσε άμεσα από την Αίγυπτο τη θαλάσσια επικοινωνία με τα παλαιστινιακά παράλια, παρά το γεγονός πως διατηρούσε ακόμα την Ασκαλώνα.

Η προώθηση των χριστιανών στην ακτογραμμή φανέρωνε τη διάθεσή τους να απαλλαγούν από την αιγυπτιακή παρουσία και αυτό, μοιραία, προκάλεσε την αντίδραση του ηγεμόνα της Αιγύπτου, του βεζίρη Αλ Αφντάλ Σαχανσάχ, που διοικούσε τη χώρα στο όνομα του ανήλικου χαλίφη Αλ Αμίρ.

Αφού συγκέντρωσε περίπου 12.000 ιππείς και 20.000 πεζούς, ο Σαχανσάχ βάδισε κατά των χριστιανικών εδαφών μέσω της Ασκαλώνας, απειλώντας να κυριεύσει τη Ράμλα.

Ο κίνδυνος ήταν άμεσος, όμως ο Βαλδουίνος Α΄, παρά το γενικό πρόσταγμα υπό τα όπλα, διέθετε μόλις 260 έφιππους κατάφρακτους και 900 πεζούς, γεγονός που τον καταδίκαζε εκ προοιμίου σε αποτυχία, παρά την εμπειρία των ανδρών του.

Όλοι γνώριζαν πως η μάχη που θα ακολουθούσε θα έκρινε την επιβίωση του μικρού βασιλείου, αν και η αναμενόμενη σύγκρουση θύμιζε περισσότερο τη μονομαχία του γενναίου Δαβίδ με τον ανίκητο Γολιάθ.

Για να τονωθεί το ηθικό των χριστιανών, ο επίσκοπος Γεράρδος είχε διατάξει να συνοδεύει τους στρατιώτες ο Τίμιος Σταυρός.

Πριν από την έναρξη των συμπλοκών ο Βαλδουίνος Α΄ εκφώνησε έναν πύρινο λόγο που αποκαλύπτει πλήρως τη διάθεση και τα συναισθήματά του: «Άνδρες, ο Θεός είναι μαζί μας και με αυτόν στο πλευρό μας δεν φοβόμαστε, θα επιτεθούμε! Αν σκοτωθείτε, τότε οδύνη θα απλωθεί στο βασίλειό μας, αν όμως νικήσετε, τότε θα σας ανήκει αθάνατη δόξα… Όσο για υποχώρηση ούτε να το σκέπτεστε… η Γαλλία είναι πολύ μακριά».

Αφού προσευχήθηκε και μετέλαβε, χώρισε το στράτευμά του σε πέντε μικρότερα αποσπάσματα, αναλαμβάνοντας ο ίδιος τη διοίκηση του αγήματος της οπισθοφυλακής.

Η άνιση μάχη ξεκίνησε με έφοδο των δύο πρώτων τμημάτων εναντίον του αριστερού πλευρού της αιγυπτιακής λαοθάλασσας.

Μέσα σε λίγη ώρα οι Φράγκοι είχαν αφανιστεί, καθώς οι Αιγύπτιοι τους περικύκλωσαν και τους εξουδετέρωσαν με ευκολία.

Τα βέλη των Σουδανών τοξοτών έπεφταν παντού σαν βροχή, θερίζοντας τους υπόλοιπους Φράγκους που έβλεπαν τη μάχη να χάνεται, όμως ο βασιλιάς παρέμενε απτόητος.

Το τρίτο απόσπασμα των ιπποτών της Γαλιλαίας υπό τον άρχοντα της Τιβεριάδας Ούγο ντε Σαιντ Ομέρ, επιχείρησε να αποκαταστήσει το ρήγμα το οποίο προκάλεσε η προέλαση των Αιγυπτίων, όμως η απεγνωσμένη προσπάθεια απέτυχε παταγωδώς.

Οι Αιγύπτιοι σάρωσαν τους άνδρες του και ο ηττημένος Σαιντ Ομέρ αναγκάστηκε μαζί με τους επιζώντες να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης, αναζητώντας τη σωτηρία στα τείχη της γειτονικής Γιάφας ακολουθούμενος από το μουσουλμανικό ιππικό που τον κατεδίωξε μέχρι τις παρυφές της πόλης.

Η μάχη φαινόταν να έχει κριθεί, όταν ο ριψοκίνδυνος Βαλδουίνος Α΄, επικεφαλής των δύο τελευταίων αποσπασμάτων, εφόρμησε εναντίον του κέντρου της αιγυπτιακής παράταξης εκμεταλλευόμενος το πυκνό σύννεφο σκόνης που είχε δημιουργηθεί από τον καλπασμό των αλόγων.

Οι ανύποπτοι Αιγύπτιοι δεν περίμεναν αυτή την έφοδο και σάστισαν μπροστά στα ξίφη και στις γυμνές λόγχες των αποφασισμένων ιπποτών που εμφανίστηκαν ξαφνικά μπροστά τους.

Ακολούθησε σκληρή μάχη σώμα με σώμα, η οποία τερματίστηκε με την πλήρη επικράτηση των ιπποτών, ενώ ο Βαλδουίνος φέρεται ότι νίκησε τον ίδιο τον Σαχανσάχ σε προσωπική μονομαχία.

Υπό την αφόρητη πίεση του φραγκικού ιππικού το αιγυπτιακό κέντρο κατέρρευσε και όσοι μουσουλμάνοι στρατιώτες δεν θανατώνονταν επιτόπου, άρχισαν διστακτικά να οπισθοδρομούν και στη συνέχεια να τρέπονται σε φυγή.

Ο φόβος της ήττας μεταδόθηκε ακαριαία και στις μονάδες του δεξιού πλευρού, που άρχισαν να εγκαταλείπουν τους συντρόφους τους αναζητώντας καταφύγιο στην Ασκαλώνα.

Ο Βαλδουίνος Α΄, επάνω στο άλογό του που ονομαζόταν Γαζέλα, έδωσε διαταγή για άμεση καταδίωξη του εχθρού, με την απειλή της ποινής του θανάτου για όποιον επιχειρούσε να συλλέξει λάφυρα πριν από την πλήρη καταστροφή των Αιγυπτίων και την έλευση της νύκτας. Η νίκη ήταν ολοκληρωτική.

Την επόμενη ημέρα ο βασιλιάς επέστρεψε ως νικητής έξω από τα τείχη της Γιάφας, με τα λάβαρά του να κυματίζουν περήφανα σκορπίζοντας ελπίδα στους αναστατωμένους κατοίκους οι οποίοι νόμισαν, με βάση τις πένθιμες περιγραφές του Σαιντ Ομέρ, ότι ο μονάρχης τους κειτόταν νεκρός στο «σφαγείο» της Ράμλα.

Η ανέλπιστη επιστροφή του και η αναγγελία της νίκης του στάθηκαν αρκετές για να «πείσουν» τους 500 περίπου Αιγυπτίους ιππείς που είχαν καταδιώξει αλύπητα τον Σαιντ Ομέρ να αποχωρήσουν από τα χριστιανικά εδάφη πριν ολοκληρώσουν τη λεηλασία των γειτονικών οικισμών.

Συνολικά οι Αιγύπτιοι είχαν περίπου 5.000 νεκρούς, ενώ οι Φράγκοι 500-1.000 νεκρούς.

Ανάμεσα στα θύματα βρίσκονταν οι ιππότες των τριών πρώτων αποσπασμάτων και οι πεζοί της οπισθοφυλακής που είχαν παρασυρθεί από τους ιππείς οι οποίοι κατατρόπωσαν τον Σαιντ Ομέρ.

Με το γόητρο ανεβασμένο ο Βαλδουίνος Α΄ επιβεβαίωσε προσωρινά το ανίκητο του στρατού του.

Ο μόνος που φάνηκε να δυσαρεστείται ήταν ο Τανκρέδος, ο οποίος είχε πιστέψει ότι με τον θάνατο του βασιλιά θα άνοιγε επιτέλους η διαδικασία της διαδοχής για τον ίδιο, δεδομένου ότι διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον πατριάρχη Δαϊμβέρτο της Ιερουσαλήμ.

Καταστροφή και αναγέννηση

Έναν χρόνο αργότερα (1102), ο γιος του Σαχανσάχ, Σαράφ Αλ Μααλί, επανήλθε στην περιοχή της Ράμλα αποφασισμένος να εκδικηθεί τον μισητό Βαλδουίνο Α΄.

Με αφετηρία την Ασκαλώνα οι άνδρες του κατέλαβαν την πόλη Λύδα και παρέδωσαν τον καθεδρικό ναό της στις φλόγες.

Η είδηση της νέας μουσουλμανικής εισβολής μεταδόθηκε εγκαίρως στην Ιερουσαλήμ, όμως οι συγκεχυμένες πληροφορίες για το μέγεθος της αντίπαλης στρατιάς (ανεξακρίβωτες πληροφορίες μιλούσαν για μερικές χιλιάδες άνδρες), παρέσυραν τον βασιλιά σε μια απόφαση ενδεικτική της υπεροψίας με την οποία αντιμετώπιζε τους Φατιμίδες.

Στις 17 Μαΐου αναχώρησε από την Ιερουσαλήμ χωρίς να περιμένει τις ενισχύσεις των υπόλοιπων ιπποτών, των πεζών σεργέντων και των βαλλιστροφόρων που είχαν ήδη συγκεντρωθεί στη Γαλιλαία, στη Γιάφα και στη Χεβρώνα.

Τέθηκε επικεφαλής 500 κατάφρακτων, συνοδευόμενος από ορισμένους παλαιούς συντρόφους του που είχαν πρωταγωνιστήσει στην Α΄ Σταυροφορία.

Ανάμεσά τους βρίσκονταν ο Στέφανος του Μπλουά, ο Στέφανος της Βουργουνδίας, ο Κονράδος, ο κοντόσταβλος του Γερμανού αυτοκράτορα, και ο Ούγος Λουζινιάν.

Οι βετεράνοι πολεμιστές βάδισαν αμέριμνοι εναντίον των αντιπάλων τους, αισιοδοξώντας ότι θα απωθούσαν εύκολα τους Βεδουίνους «πλιατσικολόγους».

Όταν όμως ήλθαν σε οπτική επαφή με τις εχθρικές μονάδες και διαπίστωσαν το σφάλμα τους, ήταν πολύ αργά για να διαφύγουν.

Η ταχυκίνητη αιγυπτιακή εμπροσθοφυλακή είχε εξαλείψει κάθε ελπίδα διαφυγής για τη μικρή δύναμη.

Ο αστείρευτος εγωισμός του βασιλιά απέναντι στους παλαιούς του γνώριμους και η ανάμνηση της προηγούμενης νίκης, τον είχαν εμποδίσει να πράξει με σύνεση.

Έτσι η «συντροφιά» των παλαιών σταυροφόρων εφόρμησε απρόθυμα εναντίον των αλλοθρήσκων και παρά το γεγονός ότι πολέμησε με σθένος, εξοντώθηκε σχεδόν πλήρως.

Ο ίδιος ο Βαλδουίνος Α΄ σώθηκε χάρη στην αυταπάρνηση των ανδρών της προσωπικής του συνοδείας, που άνοιξαν δρόμο με τα ξίφη τους ανάμεσα στους μανιασμένους Αιγυπτίους και τελικά θυσιάστηκαν όλοι για να μπορέσει να διαφύγει προς τη Ράμλα, αποφεύγοντας την τελευταία στιγμή την αιχμαλωσία και τη διαπόμπευση στα σοκάκια του Καΐρου.

Στο πλευρό του Βαλδουίνου Α΄ στέκονταν ακόμη ελάχιστοι κατάκοποι μαχητές. Επειδή δεν υπήρχε άλλη δίοδος σωτηρίας, υποχώρησαν προς τη Ράμλα αναζητώντας καταφύγιο στον πύργο της πόλης.

Μόνο μια ολιγομελής ομάδα ιπποτών κατόρθωσε να σωθεί κατευθυνόμενη προς τη Γιάφα υπό τη διοίκηση του Ούγου Λε Μπουργκ, εξαδέλφου του βασιλιά.

Στο μεταξύ είχε σουρουπώσει και η ομάδα του Βαλδουίνου Α΄ μαζί με τους τραυματίες είχε στοιβαχτεί σε οικτρή κατάσταση μέσα στον μικρό πύργο.

Οι οχυρώσεις της πόλης δεν ήταν επαρκείς και όλοι γνώριζαν πως οι Αιγύπτιοι θα κατελάμβαναν με ευκολία το εξωτερικό τοίχος.

Ο βασιλιάς και πέντε πιστοί άνδρες του επιχείρησαν να δραπετεύσουν προστατευμένοι από το πυκνό σκοτάδι, με την προοπτική να επιστρέψουν στη Γιάφα για να συγκεντρώσουν ενισχύσεις.

Ο Βαλδουίνος Α΄ κατόρθωσε να διαφύγει προς την παράλια ζώνη, αναζητώντας θαλάσσιο μέσο για να μεταβεί στη Γιάφα, αφού όλα τα χερσαία μονοπάτια ήταν αποκλεισμένα.

Την επόμενη αυγή οι Αιγύπτιοι ξεκίνησαν την επίθεση. Ανέβηκαν ανενόχλητοι στα τείχη, πολιόρκησαν τον πύργο και επιχείρησαν να τον πυρπολήσουν ώστε να αναγκάσουν τους τελευταίους υπερασπιστές του οχυρού να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους.

Προτιμώντας να πεθάνουν πολεμώντας παρά να καούν ζωντανοί, οι σταυροφόροι υπό την ηγεσία του Κονράδου επιχείρησαν ηρωική έξοδο.

Η μάταιη απόπειρα κατέληξε σε τραγωδία, αφού οι περισσότεροι ευγενείς, όπως ο Ούγος Λουζινιάν, ο Στέφανος της Βουργουνδίας και ο Στέφανος του Μπλουά σκοτώθηκαν. Μόνο ο Κονράδος και μερικοί ακόμα αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν στα μπουντρούμια του Καΐρου.

Στο μεταξύ ο Βαλδουίνος Α΄, αφού περιπλανήθηκε επί δύο ημέρες στα βουνά γύρω από τη Ράμλα, κατόρθωσε να προσεγγίσει τη Γιάφα με τη βοήθεια του Γκοντέρικ, ενός Άγγλου καπετάνιου που δρούσε ως πειρατής στα παράλια της Παλαιστίνης.

Ενώ το τοπίο φαινόταν γκρίζο και η Ιερουσαλήμ ήταν πλέον εκτεθειμένη στις διαθέσεις του αιγυπτιακού στρατού, η μοίρα φάνηκε πάλι ευνοϊκή προς τον Βαλδουίνο Α΄.

Οι διχόνοιες και οι αντιζηλίες στην ηγεσία της μουσουλμανικής παράταξης δεν επέτρεψαν στον Σαράφ Αλ Μααλί να ασχοληθεί απερίσπαστος με την πολιορκία της Ιερουσαλήμ.

Επιπλέον η ενασχόλησή του με τον αποκλεισμό της Γιάφας, μετά την εύκολη νίκη στη Ράμλα, είχε καταπονήσει τους στρατιώτες του, που παρέμεναν επί εβδομάδες απλήρωτοι, περιπολώντας στην ύπαιθρο χωρίς να έχουν συλλέξει πλούσια λάφυρα.

Η ανικανότητα του Μααλί να αναλάβει επιθετική πρωτοβουλία, έδωσε τον απαραίτητο χρόνο στους Φράγκους για να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους.

Αρχικά η φρουρά της Γιάφας ενισχύθηκε από ένα ισχυρό απόσπασμα ιπποτών και σεργέντων από τη Γαλιλαία, το οποίο βρισκόταν υπό τις διαταγές του Σαιντ Ομέρ.

Οι έμπειροι πολεμιστές απέφυγαν τις αιγυπτιακές περιπόλους και εισήλθαν στην παραθαλάσσια πόλη, συντελώντας στην αναπτέρωση του ηθικού των κατοίκων της.

Ωστόσο το σημαντικότερο γεγονός που έγειρε οριστικά την πλάστιγγα υπέρ της χριστιανικής παράταξης, ήταν η απρόσμενη άφιξη, στα παράλια της πόλης, ενός μεγάλου στόλου από δεκάδες πλοία που μετέφεραν στην Παλαιστίνη στρατιώτες και προσκυνητές από την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία.

Αφού κατόρθωσαν να διαφύγουν από τις αιγυπτιακές μοίρες με τη βοήθεια των ούριων ανέμων, προσέγγισαν το λιμάνι της Γιάφας και εκφόρτωσαν σημαντικές ποσότητες εφοδίων, ενώ παράλληλα τροφοδότησαν τον βασιλιά με νέους αφοσιωμένους μαχητές που «διψούσαν να πολεμήσουν αμέσως τους απίστους».

Στα τέλη Μαΐου ο Βαλδουίνος Α΄, επικεφαλής ενός ετοιμοπόλεμου στρατού, βγήκε από την πύλη της Γιάφας, έχοντας επιπλέον στη διάθεσή του και 90 ιππότες από την Ιερουσαλήμ που είχαν σπεύσει να τεθούν υπό τις διαταγές του πριν από τη μεγάλη σύγκρουση.

Η μάχη η οποία ακολούθησε, ήταν μια άτυπη συνέχεια της δεύτερης μάχης της Ράμλα.

Αυτή τη φορά οι Φράγκοι ήταν πλήρως προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσουν τους υπεράριθμους Φατιμίδες.

Οι Αιγύπτιοι κατά την προσφιλή τους τακτική, επιχείρησαν αρχικά να υπερκεράσουν το μέτωπο των σταυροφόρων, όμως το λατινικό πεζικό παρέμεινε σταθερό γύρω από τους ιερείς και τους διοικητές του και τελικά με συνεχείς βολές αποδεκάτισε το ελαφρύ ιππικό του Μααλί.

Έχοντας σταθεροποιημένα τα πλευρά τους, οι σιδηρόφρακτοι ιππότες εξαπέλυσαν με σφοδρότητα αλλεπάλληλες επιθέσεις κατά του αιγυπτιακού κέντρου, προκαλώντας σε κάθε νέα έφοδο μεγάλες απώλειες στις αντίπαλες μονάδες.

Η συνδυασμένη δράση των έφιππων ιπποτών, των σεργέντων, των λογχοφόρων και των βαλλιστροφόρων σύντομα απέφερε καρπούς και τα ρήγματα στον κορμό της μουσουλμανικής παράταξης διαρκώς διογκώνονταν.

Τελικά, υπό το αδυσώπητο σφυροκόπημα οι Αιγύπτιοι ιππείς εγκατέλειψαν κάθε προσπάθεια να συνεχίσουν τη μάχη και άρχισαν να αποχωρούν σταδιακά, εγκαταλείποντας πίσω τους 3.000 νεκρούς και βαριά τραυματίες.

Το βασίλειο είχε σωθεί, παρά τις απαισιόδοξες προβλέψεις, Απαλλαγμένος προσωρινά από την πίεση του βεζίρη Μααλί, ο Βαλδουίνος Α΄ συνέχισε την πολιτική επέκτασης στην παράλια ζώνη.

Το 1104, με τη βοήθεια 70 γενοβέζικων πλοίων και των πληρωμάτων τους, κατόρθωσε τελικά να καταλάβει την Άκρα, εξασφαλίζοντας για το βασίλειό του ένα μεγάλο λιμάνι.

Η πτώση της Άκρας προκάλεσε σημαντικά οικονομικά προβλήματα στους εμπόρους του Καΐρου, καθώς οι αρχηγοί των καραβανιών, για να αποφύγουν τους φραγκικούς θύλακες και τις ληστρικές επιδρομές των σταυροφόρων, ήταν υποχρεωμένοι να διασχίσουν την έρημο νοτίως της Νεκράς Θάλασσας για να φθάσουν με ασφάλεια στη Δαμασκό.

Το εμπόριο από τη Δαμασκό προς τη Δύση, αντίθετα, συνεχίστηκε κανονικά με τη συνδρομή των μουσουλμάνων εμπόρων της Άκρας.

Ανίκανος να αντιμετωπίσει μόνος του τους Φράγκους, ο βεζίρης συνειδητοποίησε ότι, για να τους εξουδετερώσει, έπρεπε να συμμαχήσει με τους σουνίτες της Δαμασκού, ξεπερνώντας πρώτα τις θρησκευτικές διαφορές που τους χώριζαν.

Το 1105 ο ανανεωμένος στρατός του (υπολογίζεται ότι είχε 5.000-15.000 άνδρες), αποτελούμενος από Άραβες ιππείς και Αφρικανούς τοξότες, υπό την ηγεσία του γιου του, Σενά Αλ Χουσεΐν, συγκεντρώθηκε στην Ασκαλώνα και από εκεί εισέβαλε πάλι στα χριστιανικά εδάφη, στρατοπεδεύοντας 6 χιλιόμετρα μακριά από τα επιδιορθωμένα τείχη της Ράμλα.

Αυτή τη φορά οι Αιγύπτιοι είχαν στο πλευρό τους 1.300 έφιππους Τουρκομάνους από τη Δαμασκό, τους οποίους είχε στείλει ως βοήθεια ο στρατιωτικός ηγέτης της πόλης, ο σφετεριστής Τογτεκίν.

Ο νόμιμος ηγεμόνας της Δαμασκού, ο 12χρονος πρίγκιπας Ιρτάς, ήταν πολιτικός εξόριστος και είχε ζητήσει καταφύγιο και άσυλο στην Αυλή του Βαλδουίνου Α΄, γεγονός που επιτάχυνε τη συμμαχία μεταξύ των Φατιμίδων και του Τογτεκίν, αφού ο τελευταίος επεδίωκε να απαλλαγεί ταυτόχρονα από τους Φράγκους αλλά και από τον ενοχλητικό νεαρό διεκδικητή.

Απέναντι στη νέα διπλή απειλή ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ είχε να αντιτάξει μόνον 500 ιππότες, περίπου 1.000 έφιππους σεργέντους και 2.000 πεζούς, ενώ στη Χάιφα απέμεινε φρουρά 300 ανδρών για να φυλάσσει το κάστρο.

Την Κυριακή 27 Αυγούστου, ο πατριάρχης Εβρεμάρ ευλόγησε τους Φράγκους πολεμιστές και η μάχη ξεκίνησε αμέσως μετά.

Το βαρύ χριστιανικό ιππικό επιτέθηκε ορμητικά εναντίον των Αφρικανών τοξοτών που βρίσκονταν στο κέντρο της αντίπαλης παράταξης υπό τις ιαχές «Ο Χριστός νικάει, ο Χριστός βασιλεύει, ο Χριστός προστάζει!», επιδιώκοντας να τους συντρίψει πριν το αντίπαλο ιππικό προλάβει να τους περικυκλώσει.

Το μέτωπο των σταυροφόρων κινείτο σαν ένας τεράστιος «ζωντανός τοίχος», όταν οι Δαμασκηνοί ιππείς που είχαν τοποθετηθεί στο δεξιό πλευρό της μουσουλμανικής παράταξης κάλπασαν εναντίον τους, εξαπολύοντας εκατοντάδες βέλη για να τους ακινητοποιήσουν πριν προλάβουν να έλθουν σε επαφή με το αιγυπτιακό πεζικό.

Πράγματι, οι πρώτες ίλες των Φράγκων υπέστησαν δεκάδες απώλειες, με αποτέλεσμα η ορμή των σταυροφόρων να κοπάσει.

Ολοκληρώνοντας έναν δρεπανοειδή ελιγμό οι ευέλικτοι Τουρκομάνοι απέφυγαν τους έκπληκτους Φράγκους που βρίσκονταν σε κατάσταση αταξίας και κινήθηκαν γοργά προς το εκτεθειμένο αριστερό πλευρό τους, ενώ το αφρικανικό πεζικό συνέχισε να πλήττει με βολές τους χριστιανούς για να μη δώσουν ευκαιρία στους έφιππους σεργέντους να προστατεύσουν το ευάλωτο πλευρό των ιπποτών.

Αντιλαμβανόμενος την κρισιμότητα της κατάστασης, ο Βαλδουίνος Α΄ άρπαξε το λευκό λάβαρο της Ιερουσαλήμ με τον κεντημένο κίτρινο σταυρό και υψώνοντάς το ψηλά, για να φαίνεται ότι οδηγούσε προσωπικά τις εφεδρείες, κάλπασε εναντίον των Τουρκομάνων.

Οι δυνάμεις της οπισθοφυλακής αιφνιδίασαν τους Δαμασκηνούς ιπποτοξότες και τους εξολόθρευσαν πριν οι τελευταίοι προλάβουν να πλήξουν τους ιππότες.

Η επέμβαση του βασιλιά ήταν καταλυτική.

Το βαρύ ιππικό μπόρεσε να ανασυνταχθεί και, απαλλαγμένο από τη δράση των Τουρκομάνων, επιτέθηκε συντονισμένα εναντίον των Αφρικανών.

Με τις λόγχες προτεταμένες οι πρώτες φραγκικές ίλες «τρύπησαν» τη γραμμή των απροστάτευτων τοξοτών και ξεχύθηκαν ορμητικά ανάμεσα από τα κενά της αντίπαλης παράταξης, φθάνοντας μέχρι τις σκηνές των Αιγυπτίων.

Το αιγυπτιακό πεζικό βρέθηκε περικυκλωμένο χωρίς ελπίδα διαφυγής, καθώς οι Φράγκοι ιππείς βρίσκονταν παντού, κομματιάζοντας με ξίφη και τσεκούρια όσους φυγάδες εγκατέλειπαν τις θέσεις τους.

Γνωρίζοντας ότι ήταν μια μάχη χωρίς ελπίδα παράδοσης, οι Σουδανέζοι πολεμούσαν επίσης παθιασμένα, αντιλαμβανόμενοι ότι οι Φράγκοι δεν θα τους έδειχναν έλεος.

Την ολοκληρωτική κατάρρευση του στρατού των Φατιμίδων διευκόλυνε το ότι την ώρα της χριστιανικής επίθεσης, μονάδες ιππικού από το αριστερό πλευρό των Αιγυπτίων είχαν εγκαταλείψει κρυφά τις θέσεις τους με σκοπό να πολιορκήσουν τη Χάιφα και στη συνέχεια να βρεθούν αιφνιδιαστικά στα νώτα των χριστιανών.

Το σχέδιο απέτυχε και κατά την εξέλιξη της μάχης ο αιγυπτιακός στρατός εγκατέλειψε τη Ράμλα, ηττημένος για τρίτη φορά, αφήνοντας πίσω του περίπου 4.000 νεκρούς.

Οι χριστιανικές απώλειες ήταν περίπου 1.000 νεκροί.

Επίλογος

Μέχρι το 1120 οι επιδρομές των Αιγυπτίων εναντίον της Ράμλα παρουσίασαν σχετική ύφεση.

Οι Φράγκοι, υπό την ηγεσία του Βαλδουίνου Α΄, συνέχισαν τις κατακτήσεις στα παράλια, αποσπώντας από τους Άραβες τη Σιδώνα και τη Βηρυτό το 1110.

Ο βασιλιάς απεβίωσε το 1118 και τον διαδέχθηκε ο Βαλδουίνος Λε Μπουργκ ως Βαλδουίνος Β΄. Πέντε χρόνια αργότερα καταλήφθηκε και η Τύρος. Ανατολικά το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ επεκτάθηκε στην περιοχή της Υπεριορδανίας, πέρα από την ανατολική όχθη του Ιορδάνη, φθάνοντας την περίοδο της ακμής του μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα, στον κόλπο της Άκαμπα.

Στον βορρά οι Φράγκοι της Αντιόχειας διατήρησαν το τακτικό πλεονέκτημα απέναντι στους εμίρηδες, που εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ τους αλλά και με την κεντρική ηγεσία στη Βαγδάτη.

Η οριακή ισορροπία δυνάμεων διατηρήθηκε στη Συρία μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκε στο προσκήνιο ο πολέμαρχος Ζενγκί, ο οποίος ένωσε υπό το σκήπτρο του τη Μοσούλη, τη Δαμασκό και το Χαλέπι, δρομολογώντας τα δραματικά γεγονότα που οδήγησαν τα Χριστούγεννα του 1144 στην κατάληψη της Έδεσσας και στη διοργάνωση της Β΄ Σταυροφορίας.

Πιο συγκεκριμένα, ο Σελτζούκος αταμπέγκ (κυβερνήτης) της Μοσούλης, Ιμάντ αντ-Ντιν Ζενγκί, που είχε καταφέρει να κυριεύσει και το Χαλέπι, κατέλαβε το 1144 την Έδεσσα, καταλύοντας το σταυροφορικό κράτος του οποίου ήταν έδρα.

Στη συνέχεια ασχολήθηκε με προβλήματα στο εσωτερικό της επικράτειάς του και δύο χρόνια αργότερα δολοφονήθηκε από έναν αξιωματικό του.

Ο γιος του και σουλτάνος του Χαλεπιού, Νουρεντίν, αντιμετώπισε με επιτυχία την εξέγερση των Αρμενίων της Έδεσσας που υποστηρίχθηκε και από τον παλιό κόμη της, Ζοσελέν Β΄, άρχισε να πιέζει επικίνδυνα την Αντιόχεια και αναδείχθηκε στο σημαντικότερο αντίπαλο των ηγετών της Β΄ Σταυροφορίας για τα επόμενα 30 χρόνια…

Ουάσιγκτον: Τι προβλέπει η τριμερής συμφωνία ΗΠΑ, Ισραήλ και Λιβάνου Ερώτημα τι θα πράξει η Χεζμπολάχ

0

Σε μια εξέλιξη με ιδιαίτερο βάρος για τη Μέση Ανατολή, Ισραήλ, Λίβανος και Ηνωμένες Πολιτείες υπέγραψαν το βράδυ της Παρασκευής στην Ουάσινγκτον τριμερή συμφωνία-πλαίσιο, η οποία ανοίγει τον δρόμο για σταδιακή αποκλιμάκωση στον νότιο Λίβανο.

Η συμφωνία προβλέπει, σε πρώτη φάση, περιορισμένη αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων από συγκεκριμένες περιοχές και ανάπτυξη του λιβανικού στρατού στις ζώνες αυτές, με αμερικανική υποστήριξη και επιτήρηση.

Πρόκειται για το αποτέλεσμα εντατικών διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν στην αμερικανική πρωτεύουσα, με τη συμμετοχή των αντιπροσωπειών του Ισραήλ και του Λιβάνου και με ενεργό ρόλο του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.

Η συμφωνία δεν συνιστά τελική ειρήνη. Αποτελεί όμως το πρώτο θεσμικό βήμα για τη διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου ασφαλείας στα σύνορα Ισραήλ – Λιβάνου, σε μια περίοδο κατά την οποία η παρουσία της Χεζμπολάχ και η ιρανική επιρροή παραμένουν το κεντρικό αγκάθι.

Τι προβλέπει η συμφωνία

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές, το πλαίσιο προβλέπει την εφαρμογή δύο πιλοτικών σχεδίων αποκλιμάκωσης.

Στο πλαίσιο αυτό, οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις θα αποχωρήσουν από μικρές ζώνες που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους στον νότιο Λίβανο.

Τον έλεγχο των περιοχών αυτών θα αναλάβει ο στρατός του Λιβάνου, ενώ Αμερικανοί στρατιωτικοί αξιωματικοί θα συνεργαστούν με τις λιβανικές δυνάμεις για την εφαρμογή των σχεδίων και για την επιβεβαίωση ότι δεν υπάρχει παρουσία της Χεζμπολάχ στις συγκεκριμένες ζώνες.

Κατά ισραηλινές αναφορές, η μία πιλοτική περιοχή βρίσκεται νότια του ποταμού Λιτάνι, ενώ η δεύτερη βόρεια του ποταμού, σε σημείο που συνδέεται με τη διευρυμένη ζώνη ασφαλείας την οποία δημιούργησε το Ισραήλ κατά τις τελευταίες επιχειρήσεις του.

Η κίνηση είναι περιορισμένη, αλλά πολιτικά σημαντική. Είναι η πρώτη φορά μετά την επέκταση της ισραηλινής στρατιωτικής παρουσίας στον νότιο Λίβανο που τίθεται σε εφαρμογή μηχανισμός μερικής αποχώρησης και αντικατάστασης από τον λιβανικό στρατό.

Η συμφωνία υπεγράφη στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, παρουσία του Μάρκο Ρούμπιο.

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, τις υπογραφές έβαλαν οι πρέσβεις του Ισραήλ και του Λιβάνου στην Ουάσινγκτον, καθώς και ο σύμβουλος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Νταν Χόλερ εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Ρούμπιο χαρακτήρισε την εξέλιξη «καλή ημέρα», αλλά έσπευσε να χαμηλώσει τις προσδοκίες, τονίζοντας ότι «μένει πολλή δουλειά να γίνει».

Η διατύπωση αυτή έχει σημασία. Η Ουάσινγκτον δεν παρουσιάζει τη συμφωνία ως λύση του προβλήματος, αλλά ως πλαίσιο μέσα στο οποίο θα συνεχιστούν οι δύσκολες διαπραγματεύσεις για την ασφάλεια, την κυριαρχία του Λιβάνου και τον ρόλο της Χεζμπολάχ.

Η συμφωνία περιλαμβάνει υποχωρήσεις και από τις δύο πλευρές.

Το Ισραήλ αποδέχεται, έστω και πιλοτικά, να παραδώσει έλεγχο περιοχών στον λιβανικό στρατό, αντί να διατηρήσει πλήρη στρατιωτική παρουσία σε όλα τα σημεία που κατέλαβε ή έλεγξε κατά τις πρόσφατες επιχειρήσεις.

Ο Λίβανος, από την πλευρά του, αποδέχεται ένα πλαίσιο στο οποίο ο στρατός του θα αναλάβει ενεργότερο ρόλο στον νότο, με αμερικανική εμπλοκή και με κεντρικό ζητούμενο την απουσία της Χεζμπολάχ από τις περιοχές εφαρμογής.

Για το Ισραήλ, η συμφωνία αποτελεί τρόπο να μετατραπεί η στρατιωτική πίεση σε πολιτικό μηχανισμό ασφαλείας.

Για τον Λίβανο, αποτελεί ευκαιρία να διεκδικήσει σταδιακή αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων από το έδαφός του, χωρίς όμως να διαθέτει ακόμη πλήρη απάντηση στο βασικό ερώτημα: αν μπορεί πραγματικά να επιβάλει κρατική κυριαρχία σε περιοχές όπου η Χεζμπολάχ έχει ιστορικά ισχυρή παρουσία.

Νετανιάχου: «Πλήγμα για το Ιράν»

Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου παρουσίασε τη συμφωνία ως στρατηγική επιτυχία και ως πλήγμα για το Ιράν.

Σε τηλεοπτικό διάγγελμά του, υποστήριξε ότι το Ισραήλ, ο Λίβανος και οι Ηνωμένες Πολιτείες στέλνουν μήνυμα στην Τεχεράνη ότι δεν έχει ρόλο στον Λίβανο.

Ο Νετανιάχου ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι ο ισραηλινός στρατός θα παραμείνει στη ζώνη ασφαλείας στον νότιο Λίβανο έως ότου αφοπλιστεί η Χεζμπολάχ και πάψει να υπάρχει απειλή για το Ισραήλ.

Το Ισραήλ αποδέχεται πιλοτικές αποχωρήσεις, αλλά δεν δέχεται γενική αποχώρηση χωρίς προηγούμενη αλλαγή του συσχετισμού ασφαλείας στο έδαφος. Με άλλα λόγια, η συμφωνία ανοίγει παράθυρο αποκλιμάκωσης, όχι όμως πλήρη αποδέσμευση του Ισραήλ από τον νότιο Λίβανο.

Η «Κίτρινη Γραμμή» και η ζώνη ασφαλείας

Ισραηλινά μέσα μεταδίδουν ότι, σύμφωνα με αξιωματούχους, οι IDF θα παραμείνουν στην αποκαλούμενη Κίτρινη Γραμμή, δηλαδή στη γραμμή που ορίζει τη ζώνη των εδαφών που ελέγχουν οι ισραηλινές δυνάμεις εντός του Λιβάνου.

Η παραμονή αυτή συνδέεται ευθέως με τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ.

Το Ισραήλ θεωρεί ότι δεν μπορεί να επιτρέψει την επιστροφή ένοπλων μονάδων της οργάνωσης σε περιοχές από τις οποίες μπορούν να απειληθούν οι ισραηλινές κοινότητες του βορρά.

Παράλληλα, κατά την ισραηλινή πλευρά, η παρουσία του λιβανικού στρατού στις πιλοτικές ζώνες θα αποτελέσει δοκιμή: αν ο στρατός του Λιβάνου μπορεί να αναλάβει ουσιαστικό έλεγχο και να αποτρέψει την επιστροφή της Χεζμπολάχ, τότε θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για επόμενα στάδια.

Αν αποτύχει, η διαδικασία μπορεί να παγώσει ή να καταρρεύσει.

Το μεγάλο αγκάθι: Η Χεζμπολάχ

Παρότι η συμφωνία αφορά το Ισραήλ, τον Λίβανο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο παράγοντας που θα κρίνει την εφαρμογή της είναι η Χεζμπολάχ.

Η φιλοϊρανική οργάνωση δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις και έχει ήδη ασκήσει κριτική στην κυβέρνηση του Λιβάνου για υποχωρητικότητα απέναντι στο Ισραήλ.

Η Χεζμπολάχ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό οπλισμό, πολιτική επιρροή και κοινωνική βάση στον Λίβανο. Αυτό σημαίνει ότι καμία συμφωνία ασφαλείας δεν μπορεί να εφαρμοστεί πλήρως αν δεν υπάρξει, έστω έμμεση, αποδοχή ή ανοχή από την ίδια.

Για την Ουάσινγκτον και το Ισραήλ, ο στρατηγικός στόχος είναι σαφής: η αποδυνάμωση της ιρανικής επιρροής στον Λίβανο και η ενίσχυση του λιβανικού κράτους ως μοναδικού νόμιμου φορέα ασφάλειας.

Για τη Χεζμπολάχ, όμως, μια τέτοια εξέλιξη θα ισοδυναμούσε με περιορισμό του ρόλου της και, μακροπρόθεσμα, με πίεση για αφοπλισμό.

Εκεί βρίσκεται το πιο δύσκολο σημείο της συμφωνίας.

Η αμερικανική διπλωματία επιδιώκει να μετατρέψει την εκεχειρία σε διαδικασία.

Μέχρι σήμερα, πολλές συμφωνίες ή παύσεις πυρός στην περιοχή κατέρρεαν επειδή δεν υπήρχε αξιόπιστος μηχανισμός εφαρμογής, επιτήρησης και σταδιακής οικοδόμησης εμπιστοσύνης.

Με τη νέα συμφωνία-πλαίσιο, οι ΗΠΑ επιχειρούν να δημιουργήσουν ένα νομικό και πολιτικό πλαίσιο για επόμενα βήματα.

Η παρουσία Αμερικανών αξιωματούχων και στρατιωτικών στελεχών στην εφαρμογή των πιλοτικών σχεδίων δείχνει ότι η Ουάσινγκτον δεν θέλει να περιοριστεί σε ρόλο παρατηρητή.

Θέλει να εγγυηθεί ότι η διαδικασία δεν θα μείνει στα χαρτιά.

Το παρασκήνιο των τελευταίων ωρών

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Μάρκο Ρούμπιο είχε την Πέμπτη τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον πρόεδρο του Λιβάνου Ζοζέφ Αούν, προκειμένου να ξεπεραστούν οι τελευταίες διαφωνίες.

Το πρωί της Παρασκευής συμμετείχε προσωπικά στις συνομιλίες των αντιπροσωπειών στην Ουάσινγκτον, συμβάλλοντας στην τελική διαμόρφωση της συμφωνίας.

Η εμπλοκή του σε αυτό το επίπεδο δείχνει ότι οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τη συμφωνία όχι ως περιφερειακή τεχνική ρύθμιση, αλλά ως κρίσιμο κομμάτι του ευρύτερου παζλ στη Μέση Ανατολή.

Η αποκλιμάκωση στον Λίβανο συνδέεται με το Ιράν, τη Χεζμπολάχ, την ασφάλεια του Ισραήλ, τη σταθερότητα της Συρίας και τη συνολική αμερικανική προσπάθεια να αποτραπεί νέα γενικευμένη ανάφλεξη.

Γιατί η συμφωνία είναι σημαντική

Η συμφωνία έχει σημασία για τέσσερις λόγους.

Επειδή φέρνει το Ισραήλ και τον Λίβανο σε ένα κοινό πλαίσιο, έστω περιορισμένο και υπό αμερικανική αιγίδα. Οι δύο χώρες παραμένουν τεχνικά σε κατάσταση εχθρότητας εδώ και δεκαετίες, άρα κάθε θεσμική επαφή έχει ιδιαίτερο βάρος.
Επειδή επιχειρεί να ενισχύσει τον λιβανικό στρατό ως κρατικό αντίβαρο στη Χεζμπολάχ. Αυτό είναι πάγιος στόχος της Ουάσινγκτον και βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε μακροπρόθεσμη λύση.

Επειδή εισάγει πιλοτικό μηχανισμό αποχώρησης και αντικατάστασης δυνάμεων, χωρίς να απαιτεί από την πρώτη ημέρα συνολική συμφωνία για όλα τα ανοιχτά ζητήματα.

Επειδή στέλνει μήνυμα στο Ιράν ότι ο Λίβανος δεν θα αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πεδίο δράσης της Χεζμπολάχ.
Αυτός είναι και ο λόγος που ο Νετανιάχου έσπευσε να παρουσιάσει τη συμφωνία ως πλήγμα για την Τεχεράνη.

Παρά τη σημασία της, η συμφωνία παραμένει εύθραυστη. Η Χεζμπολάχ δεν έχει αφοπλιστεί. Το Ισραήλ δεν αποχωρεί πλήρως. Ο λιβανικός στρατός καλείται να αναλάβει αποστολή υψηλού κινδύνου σε περιοχές με περίπλοκες τοπικές ισορροπίες. Οι ΗΠΑ θα πρέπει να εγγυηθούν εφαρμογή χωρίς να εμφανιστούν ως δύναμη κατοχής ή ως μονομερής προστάτης του Ισραήλ.

Επιπλέον, κάθε επεισόδιο στο πεδίο μπορεί να ανατρέψει την πρόοδο. Ένα πλήγμα της Χεζμπολάχ, μια ισραηλινή επίθεση, μια παγίδα σε περιοχή μεταβίβασης ελέγχου ή μια εσωτερική πολιτική κρίση στον Λίβανο θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο ολόκληρη τη διαδικασία. Η συμφωνία, επομένως, δεν κλείνει την κρίση. Δημιουργεί έναν δρόμο για να μη χαθεί ο έλεγχος.

Πρώτο βήμα, όχι τελική ειρήνη
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η συμφωνία της Ουάσινγκτον αποτελεί πρώτο βήμα.

Δεν επιλύει το ζήτημα της Χεζμπολάχ. Δεν οδηγεί αυτομάτως σε πλήρη ισραηλινή αποχώρηση. Δεν εγκαθιδρύει ειρήνη ανάμεσα στο Ισραήλ και τον Λίβανο.

Δημιουργεί όμως ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο οι δύο χώρες, με αμερικανική εγγύηση, μπορούν να δοκιμάσουν στην πράξη αν υπάρχει δυνατότητα σταδιακής αποκλιμάκωσης.

Αν οι πιλοτικές ζώνες λειτουργήσουν, αν ο λιβανικός στρατός καταφέρει να εδραιωθεί και αν η Χεζμπολάχ δεν υπονομεύσει τη διαδικασία, τότε η συμφωνία μπορεί να εξελιχθεί σε πιο φιλόδοξο σχήμα ασφαλείας.

Αν όχι, θα μείνει ως ακόμη μία προσπάθεια που κατέρρευσε πάνω στο ίδιο παλιό πρόβλημα: το γεγονός ότι στον Λίβανο η κρατική κυριαρχία συνυπάρχει με έναν ισχυρό ένοπλο μη κρατικό παράγοντα.

Η Ουάσινγκτον πέτυχε να φέρει Ισραήλ και Λίβανο σε κοινή γραμμή εκκίνησης.

Το αν αυτό θα γίνει πραγματική διαδρομή προς την ειρήνη θα κριθεί στον νότιο Λίβανο, στις περιοχές όπου οι χάρτες της συμφωνίας θα συναντήσουν την πραγματικότητα της Χεζμπολάχ, του Ιράν και της ισραηλινής ασφάλειας.

https://www.pronews.gr/amyna-asfaleia/diethnis-asfaleia/ouasigkton-ti-provlepei-i-trimeris-symfonia-ipa-israil-kai-livanou/

Το Ιράν χτύπησε αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο μετά τα πλήγματα των ΗΠΑ

0

Τζέι Ντι Βανς: «Η βία θα αντιμετωπίζεται με βία»

Το Ιράν χτύπησε αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο μετά τα βραδινά αμερικανικά πλήγματα.

 

Η ένταση ξέσπασε μετά από επίθεση με drones σε εμπορικό πλοίο στα Στενά του Ορμούζ, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν αμερικανικά πλήγματα σε ιρανικούς στόχους και στην συνέχεια ακολούθησαν ιρανικές απαντήσεις.

Οι Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν ανακοίνωσαν μέσω της κρατικής τηλεόρασης ότι εξαπέλυσαν επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών θέσεων στον Κόλπο, χαρακτηρίζοντας την αντίδρασή τους «άμεση και αποφασιστική».

Παράλληλα, υποστήριξαν ότι απέκρουσαν αμερικανική επίθεση στην περιοχή Σιρίκ, απέναντι από τα Στενά του Ορμούζ.

Αναφορές για τουλάχιστον τρεις εκρήξεις στην πόλη Σιρίκ αποδίδονται σε αμερικανικά αεροπορικά πλήγματα.

Το U.S. Central Command (CENTCOM) επιβεβαίωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν αποθήκες πυραύλων και drones, καθώς και παράκτια ραντάρ στο Ιράν, ως απάντηση στην ιρανική επίθεση κατά εμπορικού πλοίου.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι το Ιράν εκτόξευσε τουλάχιστον τέσσερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, εκ των οποίων ένα χτύπησε πλοίο προκαλώντας ζημιές, ενώ τα υπόλοιπα καταρρίφθηκαν.

Ο Τραμπ χαρακτήρισε το περιστατικό «σοβαρή παραβίαση» της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός

Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς ήταν σαφής: «Η βία θα αντιμετωπίζεται με βία».

Σε ανάρτησή του στο X τόνισε ότι οι ΗΠΑ τήρησαν τη συμφωνία εκεχειρίας και ότι τυχόν διαφωνίες πρέπει να λύνονται διπλωματικά, αλλά δεν θα ανεχθούν επιθέσεις.

Οι δύο πλευρές ανταλλάσσουν κατηγορίες για παραβίαση της συμφωνίας εκκεχειρίας.

Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι τα πλήγματα είναι περιορισμένα και δεν σηματοδοτούν ευρύτερο πόλεμο, ενώ το Ιράν τα χαρακτηρίζει ως ανοιχτή παραβίαση.

 

Ο Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω αντίδρασης, απαντώντας «θα το μάθετε» σε σχετική ερώτηση.

86χρονη έχασε 180.000 ευρώ σε τηλεφωνική απάτη, της είπαν ότι πρόκειται να αλλάξει νόμισμα η χώρα

2

Οι δράστες την κράτησαν στο τηλέφωνο για αρκετή ώρα, πείθοντάς την ότι επρόκειτο για απολύτως νόμιμη και επείγουσα διαδικασία

Θύμα τηλεφωνικής απάτης έπεσε μια 86χρονη γυναίκα στο Καστρί Θεσπρωτίας, η οποία εξαπατήθηκε από επιτήδειους και παρέδωσε σε άγνωστα άτομα περισσότερα από 180.000 ευρώ, σύμφωνα με ρεπορτάζ της ΕΡΤ.

Όπως κατήγγειλε η ηλικιωμένη, δέχθηκε τηλεφώνημα από άγνωστο άνδρα που της συστήθηκε ως λογιστής, ο οποίος την έπεισε ότι επίκειται άμεση αλλαγή νομίσματος, αντίστοιχη με τη μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ, και ότι θα έπρεπε να αντικαταστήσει τα χαρτονομίσματα που είχε στην κατοχή της.

Οι δράστες φέρονται να την κράτησαν στο τηλέφωνο για αρκετή ώρα, δίνοντάς της συνεχώς οδηγίες και πείθοντάς την ότι επρόκειτο για απολύτως νόμιμη και επείγουσα διαδικασία.

Στη συνέχεια, της ζήτησαν να συγκεντρώσει όλα τα χρήματα που είχε στο σπίτι, να τα τοποθετήσει σε σακούλα, να κλείσει τα παράθυρα και να την αφήσει στην αυλή της οικίας της, όπου – όπως της ανέφεραν – θα περνούσε «αρμόδιο πρόσωπο» για την παραλαβή τους. Η 86χρονη ακολούθησε τις οδηγίες, με αποτέλεσμα συνεργός των δραστών να παραλάβει τα χρήματα και να εξαφανιστεί.

Η υπόθεση έχει καταγγελθεί στις αστυνομικές αρχές, οι οποίες διεξάγουν έρευνα για τον εντοπισμό και την ταυτοποίηση των εμπλεκομένων.

https://www.protothema.gr/greece/article/1841972/86hroni-ehase-180000-euro-se-tilefoniki-apati-tis-eipe-oti-i-hora-tha-allaze-nomisma/

Θρίλερ στο σκοπευτήριο Μαλεβιζίου: Γυναίκα φέρεται να έστρεψε το όπλο πάνω της και να αυτοπυροβολήθηκε

0

Ενώ οι πρώτες πληροφορίες έκαναν λόγο για ατύχημα από εκπυρσοκρότηση, τα νεότερα στοιχεία δείχνουν ότι μπορεί να πρόκειται για αυτοπυροβολισμό – Μου είπε να κάνω πίσω επειδή την άγχωνα, λέει ο εκπαιδευτής που ήταν παρών στο περιστατικό

Takeawaysby Protothema AI
  • Μια 40χρονη γυναίκα από τη Θεσσαλονίκη έχασε τη ζωή της το πρωί του Σαββάτου 27 Ιουνίου 2026 στο σκοπευτήριο του Δήμου Μαλεβιζίου στο Ηράκλειο Κρήτης.
  • Η γυναίκα αυτοπυροβολήθηκε στον λαιμό αφού ζήτησε από τον εκπαιδευτή της να απομακρυνθεί, επικαλούμενη αίσθημα άγχους κατά τη διάρκεια της προπόνησης.
  • Παρά την άμεση διακομιδή της στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο με σοβαρά τραύματα, η 40χρονη κατέληξε λίγο αργότερα λόγω της κρισιμότητας της κατάστασής της.
  • Ο πρόεδρος του Σκοπευτικού Συλλόγου Μαλεβιζίου δήλωσε ότι η γυναίκα συμμετείχε νόμιμα στη διαδικασία ως επισκέπτρια και δεν έδειξε ανησυχητικά σημάδια πριν από το συμβάν.
  • Η Αστυνομία διεξάγει έρευνα για τις συνθήκες του περιστατικού, εξετάζοντας το νομικό πλαίσιο υπό το οποίο παραχωρήθηκε ο οπλισμός στην άτυχη γυναίκα.

Σοκ έχει προκαλέσει στο Ηράκλειο Κρήτης ένα αιματηρό περιστατικό που έλαβε χώρα το πρωί του Σαββάτου, 27 Ιουνίου 2026, στο σκοπευτήριο Μαλεβιζίου. Ενώ οι πρώτες πληροφορίες έκαναν λόγο για ατύχημα από εκπυρσοκρότηση, τα νεότερα στοιχεία αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική διάσταση.

Όπως μεταδίδει το neakriti.gr, επικαλούμενο διασώστες του ΕΚΑΒ, η 40χρονη γυναίκα, η οποία έχει καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη, έλαβε το όπλο για να πραγματοποιήσει βολή. Λίγες στιγμές όμως πριν από το συμβάν, φέρεται να είπε στον υπεύθυνο της πίστας: «Πήγαινε πιο πίσω, με αγχώνεις». Αμέσως μετά, έστρεψε το όπλο προς το μέρος της και αυτοπυροβολήθηκε.

Η κοπέλα φέρει σοβαρό τραύμα στον λαιμό και παρουσίασε ακατάσχετη αιμορραγία. Κατά την παραλαβή της από το ασθενοφόρο είχε επαφή με το περιβάλλον, ωστόσο η κατάστασή της κρίθηκε εξαιρετικά κρίσιμη. Διακομίστηκε εσπευσμένα στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο, όπου διασωληνώθηκε, ενώ σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες η κατάστασή της είναι πολύ κρίσιμη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα τοπικά ΜΜΕ είχαν μεταδώσει αρχικά ότι η 40χρονη γυναίκα υπέκυψε στα τραύματά της λίγη ώρα  μετά το περιστατικό, πληροφορία που τελικά δεν ισχύει.

Πώς συνέβη η τραγωδία

Σε μια συγκλονιστική μαρτυρία στο τοπικό site, ο πρόεδρος του Σκοπευτικού Συλλόγου Μαλεβιζίου, ο οποίος εκτελούσε και χρέη εκπαιδευτή της άτυχης γυναίκας, περιγράφει λεπτό προς λεπτό τι συνέβη. Διαψεύδοντας κατηγορηματικά τα σενάρια περί ατυχήματος, ξεκαθαρίζει ότι η περίπου 40 ετών επισκέπτρια από τη Θεσσαλονίκη έδρασε εσκεμμένα.

Ο πρόεδρος εξήγησε ότι η παρουσία της γυναίκας στο σκοπευτήριο ήταν απολύτως νόμιμη: «Μετά τη διεξαγωγή του πρώτου κύκλου των αγωνισμάτων, η κοπέλα ήρθε ως επισκέπτρια. Η νέα νομοθεσία μάς επιτρέπει ακόμη και οι επισκέπτες να συμμετέχουν στις προπονήσεις μας. Κάναμε τη διαδικασία που έπρεπε να κάνουμε». Στη συνέχεια, ανέβηκε μαζί της στην πίστα για να της μάθει τα βασικά: «Η κοπέλα ανέβηκε μαζί μου. Εγώ είμαι εκπαιδευτής σκοποβολής. Της έδειξα όλο τον απαραίτητο και σωστό τρόπο χρήσης των όπλων», είπε.

Όπως περιγράφει, η γυναίκα φαινόταν απολύτως φυσιολογική και δεν έδωσε κανένα ανησυχητικό σημάδι: «Επειδή ήμουν από πάνω της, δεν μπορούσα να διακρίνω ότι η κοπέλα είχε κάποιο πρόβλημα. Κάναμε μια μικρή συζήτηση και η κοπέλα φαινόταν απολύτως φυσιολογική».

Ωστόσο, η 40χρονη χρησιμοποίησε το πρόσχημα του άγχους για να τον αναγκάσει να οπισθοχωρήσει: «Μου ζήτησε να κάνω δύο βήματα πίσω γιατί την… αγχώνω. Ξαναπήγα μπροστά της. Συνέχεια τη βοηθούσα, την παρακολουθούσα. “Φύγε λίγο πίσω… Με αγχώνεις… φύγε λίγο πίσω…”, μου είπε».

Η απόσταση αυτή στάθηκε μοιραία για να ολοκληρώσει το σχέδιό της, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο: «Με το που έκανα πίσω έβαλε το όπλο κάτω από το λαιμό της» και πυροβόλησε, λέει.

Ο ίδιος, εμφανώς συγκλονισμένος, κατέληξε επισημαίνοντας το σοκ των παρευρισκόμενων: «Ο σύλλογός μας έχει πολυετή παρουσία. Έχει 2.000 μέλη. Δεν έχει συμβεί ποτέ κάτι παρόμοιο. Δεν έχω δει ποτέ κάποιο αντίστοιχο περιστατικό. Σε ένα τέτοιο περιστατικό δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη σοκαριστεί και να μη φοβηθεί».

Η Αστυνομία έχει αναλάβει την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και εστιάζει τις έρευνές της στο αν ήταν επίσημη αθλήτρια της σκοποβολής και είχε νόμιμο δικαίωμα να πραγματοποιεί βολές ή εάν επρόκειτο για απλή πολίτη-επισκέπτρια, στην οποία δεν επιτρεπόταν να παραχωρηθεί οπλισμός.

Με πληροφορίες από neakriti.gr

https://www.protothema.gr/greece/article/1841959/tragodia-sto-irakleio-nekri-kopela-pou-traumatistike-apo-oplo-sto-skopeutirio-tou-maleviziou/

Το δώρο Τραμπ σε Ερντογάν – Παράθυρο για επιστροφή της Τουρκίας στα F-35

1
President Donald Trump greets Turkey's President Recep Tayyip Erdogan during a summit to support ending the more than two-year Israel-Hamas war in Gaza after a breakthrough ceasefire deal, Monday, Oct. 13, 2025, in Sharm El Sheikh, Egypt. (AP Photo/Evan Vucci, Pool)
Τη νομική φόρμουλα επεξεργάζονται ο αντιπρόεδρος Βανς και ο υπουργός Πολέμου Χέγκσεθ μετα απο προσωπική εντολή του αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Ένα μεγάλο «ανατολίτικο» εξοπλιστικό παζάρι βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη στο παρασκήνιο, με τον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να ανάβει το «πράσινο φως» για την επαναπροσέγγιση της Άγκυρας. Λίγες μόλις ημέρες πριν από την κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην τουρκική πρωτεύουσα, η Ουάσιγκτον φαίνεται διατεθειμένη να σπάσει τον πάγο, εξετάζοντας σοβαρά είτε την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35, είτε την πώληση πανίσχυρων αμερικανικών κινητήρων για το τουρκικό μαχητικό KAAN.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εκμεταλλευόμενος τον ανοιχτό προσωπικό δίαυλο επικοινωνίας που διατηρεί με τον Τραμπ, πιέζει συστηματικά προς αυτή την κατεύθυνση. Στο πλευρό του φαίνεται να λειτουργεί διευκολυντικά και ο αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, με στόχο να βρεθεί μια φόρμουλα συνεργασίας προτού οι δύο ηγέτες καθίσουν στο ίδιο τραπέζι στην Άγκυρα.

Το νομικό «αγκάθι» των S-400 και η εντολή Τραμπ

Παρά το θετικό κλίμα, η επιστροφή της Άγκυρας στα F-35 δεν είναι μια απλή υπόθεση. Το μεγάλο εμπόδιο παραμένει η παρουσία των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 στο τουρκικό οπλοστάσιο, γεγονός που ενεργοποιεί τις αυστηρές κυρώσεις του αμερικανικού νόμου CAATSA. Για να ξεκλειδώσουν τα stealth μαχητικά, η Τουρκία θα πρέπει είτε να επιστρέψει τους πυραύλους στη Ρωσία είτε να τους παραχωρήσει σε τρίτη χώρα.

Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει αποφασισμένος να ξεπεράσει τα γραφειοκρατικά εμπόδια. Σε πρόσφατες δηλώσεις του, εξήρε τη στρατιωτική ισχύ και την ισχυρή αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας, επιβεβαιώνοντας τις προθέσεις του.

Σύμφωνα με τον Αμερικανό αντιπρόεδρο, Τζέι Ντι Βανς, ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ και το επιτελείο του έχουν λάβει ρητή εντολή από τον πρόεδρο να βρουν τη νομική φόρμουλα που θα επιτρέψει την αποδέσμευση των συστημάτων, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις της αμερικανικής νομοθεσίας. Ο χρόνος, πάντως, πιέζει τον Τραμπ, καθώς γνωρίζει ότι οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου ενδέχεται να αλλάξουν τις ισορροπίες στο Κογκρέσο, καθιστώντας τις εγκρίσεις πολύ πιο δύσκολες.

Πώς επηρεάζεται το ισοζύγιο δυνάμεων στο Αιγαίο

Η Αθήνα παρακολουθεί με έκδηλο προβληματισμό και ψυχραιμία τις αμερικανικές παλινδρομήσεις. Εάν το σχέδιο του Λευκού Οίκου ευοδωθεί, η Άγκυρα θα αποκτήσει τελικά αεροσκάφος πέμπτης γενιάς, κλείνοντας την ψαλίδα της αεροπορικής υπεροχής που χτίζει η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία.

Ωστόσο, ακόμα και στο χειρότερο σενάριο, η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία διατηρεί δύο σημαντικά πλεονεκτήματα ασφαλείας:

  • Χρονικό προβάδισμα: Ακόμη κι αν η Τουρκία επανέλθει αύριο στο πρόγραμμα, τα πρώτα τουρκικά F-35 θα προσγειωθούν στην Άγκυρα τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά την άφιξη των αντίστοιχων ελληνικών μαχητικών.
  • Δυνατότητες KAAN: Το εγχώριο τουρκικό μαχητικό KAAN, αν και αποτελεί σαφή αναβάθμιση για την τουρκική βιομηχανία, βρίσκεται ακόμη σε στάδιο όπου οι επιχειρησιακές του δυνατότητες παραμένουν θεωρητικές.

Το plan B της Άγκυρας και η βιομηχανική αντεπίθεση

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τουρκία δεν στηρίζεται μόνο σε ένα χαρτί.

Ήδη από την εποχή της διακυβέρνησης Μπάιντεν, έχει τροχοδρομηθεί ένα γιγαντιαίο εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους έως 23 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο αφορά την αγορά 40 νέων F-16 Block 70 και τον εκσυγχρονισμό ακόμη 79 παλαιότερων αεροσκαφών της. Παρόλο που εκτιμάται ότι η Άγκυρα τελικά δεν θα εξαντλήσει το ανώτατο οικονομικό όριο αυτού του πακέτου, το πρόγραμμα προχωρά κανονικά.

Την ίδια στιγμή, η γειτονική χώρα επενδύει μαζικά στην αυτόνομη αμυντική της παραγωγή. Εκτός από το project του KAAN (για το οποίο αναζητούνται οι κινητήρες της General Electric), η Άγκυρα αναπτύσσει προηγμένα drones, όπως το μη επανδρωμένο αεροσκάφος-παραστάτη Kizilelma. Το συγκεκριμένο UAV μάλιστα δοκιμάστηκε πρόσφατα στην περιοχή της Θράκης σε κοινή άσκηση με ιταλικά εκπαιδευτικά αεροσκάφη M-346, αποδεικνύοντας ότι η Τουρκία επιχειρεί να αποσπάσει τα μέγιστα δυνατά γεωπολιτικά και βιομηχανικά οφέλη σε κάθε επίπεδο.

https://www.ieidiseis.gr/kosmos/806220/to-doro-tramp-se-erntogan-parathyro-gia-epistrofi-tis-toyrkias-sta-f-35/

Πώς θα πληρώνουμε τα δημοτικά τέλη από το 2028 – Ετήσιος λογαριασμός, 12 δόσεις και έκπτωση

0
̥ � 믣ᱩᳬイ �ąǠ衠꡴᢫稥ߠ �餩꼠�򠡪魞�(ŔJ),᭴ߨ崡 �ᰯ󽭤峧 ᰼ �믣ᱩᳬ�ąǠ�ħ쯴骾�嫾�᩠�婳�򠣩ᠴ筠őԠ󷥤霦婠砪��笐ݬ𴧠19 鯵럯�12 (EUROKINISSI/ԁԉM`̐ϋQǩ
Οι δήμοι θα εκδίδουν κάθε Ιανουάριο έναν ετήσιο λογαριασμό, με δυνατότητα εξόφλησης σε 12 μηνιαίες δόσεις ή εφάπαξ με έκπτωση.

Σημαντικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες θα πληρώνουν τα δημοτικά τέλη φέρνει ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς από την 1η Ιανουαρίου 2028 η είσπραξή τους θα αποσυνδεθεί πλήρως από τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.

Την αλλαγή προανήγγειλε στη Βουλή ο υπουργός Εσωτερικών, Θόδωρος Λιβάνιος, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου, το οποίο υπερψηφίστηκε από τη Νέα Δημοκρατία και καταψηφίστηκε από τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Kάθε Ιανουάριο ο λογαριασμός

Σύμφωνα με τον υπουργό, από το 2028 οι δήμοι θα αποστέλλουν κάθε Ιανουάριο έναν ενιαίο ετήσιο λογαριασμό στους δημότες, στον οποίο θα αναγράφεται το συνολικό ποσό των δημοτικών τελών που αντιστοιχεί σε κάθε ακίνητο.

Οι πολίτες θα έχουν τη δυνατότητα είτε να εξοφλούν το ποσό σε 12 μηνιαίες δόσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους είτε να το καταβάλλουν εφάπαξ, λαμβάνοντας σχετική έκπτωση.

Όπως διευκρίνισε ο κ. Λιβάνιος, για την εφαρμογή του νέου τρόπου είσπραξης απαιτείται η έκδοση Προεδρικού Διατάγματος, το οποίο αναμένεται να εκδοθεί το προσεχές διάστημα, ώστε να καθοριστούν όλες οι τεχνικές λεπτομέρειες του νέου συστήματος.

https://www.ieidiseis.gr/oikonomia/806345/pos-tha-plironoyme-ta-dimotika-teli-apo-to-2028-etisios-logariasmos-12-doseis-kai-ekptosi/

Καζάνι που βράζει ο Λίβανος μετά τη συμφωνία με το Ισραήλ – Για κίνδυνο εμφυλίου προειδοποιεί η Χεζμπολάχ

0
Βουλευτής της Χεζμπολάχ προειδοποιεί τον Νετανιάχου: Μη βιαστείς να μεταφέρεις καλά νέα στον λαό σου».Σε ευθεία απειλή προς την κυβέρνηση του Λιβάνου προχώρησε απόψε η Χεζμπολάχ, με τον βουλευτή της, Χασάν Φαντλάλα, να δηλώνει ότι η εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου που υπογράφηκε με το Ισραήλ στην Ουάσινγκτον είναι αδύνατη, εκτός αν οι αρχές —με τη στήριξη των ΗΠΑ— «οδηγηθούν σε εμφύλιο πόλεμο».

«Η σημερινή λιβανική κυβέρνηση στερείται τόσο συνταγματικής όσο και συναινετικής νομιμοποίησης και δεν βρίσκεται σε θέση να επιβάλει τη βούλησή της στη χώρα», δήλωσε κορυφαίος βουλευτής της Χεζμπολάχ.

Σε τηλεφωνική συνέντευξή του στο Al Mayadeen, μετά την υπογραφή της συμφωνίας-πλαισίου μεταξύ των λιβανικών αρχών και του Ισραήλ, ο Φαντλαλάχ κάλεσε τις λιβανικές αρχές να «αποχωρήσουν από την πορεία των άμεσων διαπραγματεύσεων» και να ανακαλέσουν «όλες τις αποφάσεις που ελήφθησαν εις βάρος του λιβανικού λαού» στο συγκεκριμένο πλαίσιο.

Ο Φαντλαλάχ απευθύνθηκε απευθείας στον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, λέγοντάς του: «Μη βιαστείς να μεταφέρεις καλά νέα στον λαό σου».

Υποστήριξε ότι ο Νετανιάχου στην ουσία «διαπραγματεύεται με τον εαυτό του», χαρακτηρίζοντας τη σημερινή λιβανική κυβέρνηση «στερούμενη συνταγματικής και συναινετικής νομιμοποίησης» και «ανίκανη να επιβάλει τετελεσμένα».

«Αυτή η κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να εφαρμόσει τη συμφωνία που υπογράφηκε στην Ουάσιγκτον, εκτός αν καταφύγει, με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, σε έναν εμφύλιο πόλεμο», δήλωσε ο Φαντλαλάχ.

Τι προβλέπει η συμφωνία που υπέγραψαν Ισραήλ και Λίβανος

Οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και ο Λίβανος υπέγραψαν σήμερα στην Ουάσινγκτον μια τριμερή συμφωνία-πλαίσιο στην οποία κατέληξαν έπειτα από εντατικές συνομιλίες στην αμερικανική πρωτεύουσα.

Η συμφωνία προβλέπει ότι ο ισραηλινός στρατός θα αποχωρήσει από δύο περιοχές που βρίσκονται εντός της ζώνης ασφαλείας που έχει δημιουργήσει στο νότιο τμήμα του Λιβάνου, μήκους περίπου 10 χιλιομέτρων. Μετά την αποχώρηση, τις θέσεις των ισραηλινών στρατιωτών θα αναλάβουν μονάδες των λιβανικών ενόπλων δυνάμεων.

Το  ακριβές περιεχόμενο της συμφωνίας δεν αποκαλύφθηκε, όμως ο δεδηλωμένος στόχος είναι να ανοίξει ο δρόμος για «μια βιώσιμη ειρήνη και ασφάλεια», όπως είπε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο.

«Είμαστε στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσουμε μια συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ της κυρίαρχης κυβέρνησης του Λιβάνου και της κυβέρνησης του Ισραήλ, με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ» είπε ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας πριν από τις υπογραφές, προσθέτοντας ότι το κείμενο θέτει «ένα πλαίσιο για τη βιώσιμη ειρήνη και ασφάλεια».

«Σήμερα κάναμε το πρώτο βήμα σε αυτό που θα είναι αναμφίβολα μια δύσκολη διαδρομή, αλλά σημαντική, ουσιαστική και αναγκαία», πρόσθεσε.

Υπό την αιγίδα των ΗΠΑ, ο Λίβανος και το Ισραήλ ξεκίνησαν στα μέσα Απριλίου απευθείας συνομιλίες στην Ουάσινγκτον, τις πρώτες έπειτα από πολλές δεκαετίες μεταξύ των δύο χωρών.

Τη συμφωνία υπέγραψαν οι πρέσβεις του Ισραήλ και του Λιβάνου, Γεχιέλ Λέιτερ και Νάντα Μοαουάντ. Η τελευταία είπε ότι η τριμερής συμφωνία-πλαίσιο είναι «ένα πρώτο βήμα στον δρόμο για την αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας του λιβάνου, που διασφαλίζει τη μόνιμη και οριστική παύση των εχθροπραξιών, επιτρέπει στους ανθρώπους μας να επιστρέψουν στη γη τους και σε όλους τους Λιβανέζους να ζήσουν με ειρήνη, ασφάλεια και ευημερία.

Ο Λέιτερ επαίνεσε τη Μοαουάντ που διαπραγματεύτηκε «σαν λέαινα», όπως είπε. Τόνισε ότι «σε αυτήν την τριμερή συμφωνία-πλαίσιο, που βασίζεται στην εκπλήρωση στόχων, το Ιράν είναι εκτός, η Χεζμπολάχ είναι εκτός και ο δρόμος προς την ειρήνη μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου είναι εντός», είπε.

Οι δύο πρέσβεις δεν δέχτηκαν ερωτήσεις από τους δημοσιογράφους.

Στις συνομιλίες στην Ουάσινγκτον συζητήθηκε μεταξύ άλλων και μια πρόταση να παραδώσουν οι ισραηλινές δυνάμεις στον στρατό του Λιβάνου ορισμένα από τα εδάφη που έχουν καταλάβει στον νότιο Λίβανο. Ένας αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είπε την Πέμπτη στο πρακτορείο Reuters ότι το Ισραήλ συμφώνησε να αποχωρήσει από κάποια εδάφη, κάτι που διέψευσαν Ισραηλινοί και Λιβανέζοι αξιωματούχοι.

Μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου επανέλαβε ότι ο στρατός θα παραμείνει στον νότιο Λίβανο μέχρι να καταθέσει η Χεζμπολάχ τα όπλα.

«Το σημαντικότερο, πάνω απ’ όλα, είναι ότι το Ισραήλ παραμένει στη ζώνη ασφαλείας του νοτίου Λιβάνου. Είναι σπουδαίο επίτευγμα και θα το διατηρήσουμε όσο δεν αφοπλίζεται η Χεζμπολάχ», είπε ο Νετανιάχου σε μαγνητοσκοπημένο μήνυμα που στάλθηκε σε ισραηλινά μέσα ενημέρωσης.

Διευκρίνισε ωστόσο ότι ο ισραηλινός στρατός θα επιτρέψει στις ένοπλες δυνάμεις του Λιβάνου να θέσουν υπό τον έλεγχό τους «δύο πιλοτικές ζώνες», μία στα νότια του ποταμού Λιτάνι και μία στα βόρεια. Ο ποταμός αυτός απέχει 30 χιλιόμετρα από τα σύνορα με το Ισραήλ.

Ο Νετανιάχου είπε επίσης ότι οι εκτοπισμένοι κάτοικοι της κατεχόμενης ζώνης δεν θα μπορούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Η Χεζμπολάχ αντιτίθεται από την αρχή στις διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ. Ο ηγέτης της οργάνωσης Ναΐμ Κάσεμ ζήτησε σήμερα την «άνευ όρων» απόσυρση των ισραηλινών δυνάμεων από τον νότιο Λίβανο.

https://www.ieidiseis.gr/kosmos/806659/kazani-poy-vrazei-o-livanos-meta-ti-symfonia-me-to-israil-gia-kindyno-emfylioy-proeidopoiei-i-chezmpolach/

Ισραήλ και Λίβανος υπέγραψαν συμφωνία για κατάπαυση του πυρός – Τι προβλέπει

0
United States Ambassador to Israel Mike Huckabee, second from left, is joined by third from left: State Department Chief of Staff Dan Holler, Sr., State Department Counselor and Director, Office of Policy Planning Michael A. Needham and United States Ambassador to Lebanon Michel Issa, as they meet with Israeli Ambassador to the United States Yechiel Leiter and Lebanese Ambassador to the United States Nada Hamadeh, at the State Department, Tuesday, June 2, 2026, in Washington. (AP Photo/Rod Lamkey, Jr.)
Η συμφωνία επετεύχθη ύστερα από πολυήμερες διαπραγματεύσεις στην Ουάσινγκτον με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ

Το Ισραήλ και ο Λίβανος κατέληξαν σε συμφωνία-πλαίσιο που ανοίγει τον δρόμο για την έναρξη περιορισμένης αποχώρησης των ισραηλινών δυνάμεων από τον νότιο Λίβανο, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλούνται οι Times of Israel.

Η συμφωνία προβλέπει ότι ο ισραηλινός στρατός θα αποχωρήσει από δύο περιοχές που βρίσκονται εντός της ζώνης ασφαλείας που έχει δημιουργήσει στο νότιο τμήμα του Λιβάνου, μήκους περίπου 10 χιλιομέτρων. Μετά την αποχώρηση, τις θέσεις των ισραηλινών στρατιωτών θα αναλάβουν μονάδες των λιβανικών ενόπλων δυνάμεων.

Οι συνομιλίες στην Ουάσινγκτον

Η συμφωνία επιτεύχθηκε κατά την τέταρτη ημέρα του πέμπτου γύρου διαπραγματεύσεων μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στην Ουάσινγκτον με τη διαμεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ επρόκειτο να ακολουθήσει τελετή υπογραφής του πλαισίου συμφωνίας.

Οι ΗΠΑ πίεζαν τις δύο πλευρές να ολοκληρώσουν τις συνομιλίες έως την Πέμπτη, όμως χρειάστηκε επιπλέον χρόνος ώστε να γεφυρωθούν οι τελευταίες διαφωνίες.

Προηγήθηκε εκκαθάριση θέσεων της Χεζμπολάχ

Οι περιοχές από τις οποίες θα αποχωρήσει ο IDF είχαν προηγουμένως εκκαθαριστεί από εγκαταστάσεις και υποδομές της Χεζμπολάχ, σύμφωνα με ισραηλινές πηγές. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι επιχειρήσεις περιλάμβαναν ακόμη και την ολοκληρωτική καταστροφή συνοριακών χωριών, καθώς το Ισραήλ υποστηρίζει ότι χρησιμοποιούνταν από τη Χεζμπολάχ για τον σχεδιασμό και την εκτέλεση επιθέσεων εναντίον του.

Η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν δυσκόλεψε τις διαπραγματεύσεις

Οι συνομιλίες διεξήχθησαν σε ιδιαίτερα βαρύ κλίμα, καθώς τόσο η ισραηλινή όσο και η λιβανική πλευρά εμφανίστηκαν δυσαρεστημένες από τη συμφωνία που υπέγραψαν την προηγούμενη εβδομάδα οι Ηνωμένες Πολιτείες με το Ιράν και η οποία περιλαμβάνει κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, Ιερουσαλήμ και Βηρυτός θεωρούν ότι το συγκεκριμένο μνημόνιο υπονομεύει τις απευθείας συνομιλίες που είχαν ξεκινήσει με αμερικανική πρωτοβουλία, με στόχο να περιοριστεί η επιρροή της Τεχεράνης στις εξελίξεις του Λιβάνου.

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε αρχικά το Ισραήλ να υιοθετήσει πιο σκληρή στάση, περιορίζοντας σημαντικά τις περιοχές από τις οποίες ήταν διατεθειμένο να αποχωρήσει. Την ίδια στιγμή, ο Λίβανος εμφανίστηκε επίσης πιο απαιτητικός, επιδιώκοντας να αποδείξει ότι οι αποφάσεις για τη χώρα λαμβάνονται από τη Βηρυτό και όχι από την Τεχεράνη.

Στο πλαίσιο αυτό, οι Λιβανέζοι διαπραγματευτές παρουσίασαν χάρτες που προέβλεπαν πολύ ευρύτερη αποχώρηση του ισραηλινού στρατού από εκείνη που ήταν διατεθειμένο να αποδεχθεί το Ισραήλ, το οποίο επικαλέστηκε και τις έντονες πολιτικές πιέσεις που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Η αποχώρηση θα αφορά μόνο δύο περιοχές

Ισραηλινός αξιωματούχος διευκρίνισε ότι η σημερινή συμφωνία προβλέπει αποχώρηση μόνο από δύο περιοχές που βρίσκονται πέρα από τα αρχικά όρια της ζώνης ασφαλείας, όπως αυτή είχε καθοριστεί τον Απρίλιο.

Στους δύο μήνες που ακολούθησαν, ο IDF προώθησε τις θέσεις του βορειότερα, επεκτείνοντας τη ζώνη ασφαλείας. Η αποχώρηση αφορά αποκλειστικά δύο από αυτές τις νέες περιοχές και δεν περιλαμβάνει το ιστορικό κάστρο Μποφόρ, το οποίο οι ισραηλινές δυνάμεις ανακατέλαβαν τον Μάιο.

Το κάστρο Μποφόρ θεωρείται σημείο με έντονο συμβολισμό για το Ισραήλ, καθώς συνδέεται με τη στρατιωτική παρουσία του στον νότιο Λίβανο επί 18 χρόνια, μέχρι την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων το 2000.

Η ισραηλινή πλευρά επέμεινε ότι τα αρχικά όρια της ζώνης ασφαλείας πρέπει να διατηρηθούν, υποστηρίζοντας πως αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση ώστε οι κοινότητες του βόρειου Ισραήλ να παραμένουν εκτός εμβέλειας των πυραυλικών επιθέσεων της Χεζμπολάχ.

Παραμένουν οι αμφιβολίες για τη συνέχεια

Παρά τη συμφωνία, θεωρείται αμφίβολο αν η περιορισμένη αυτή αποχώρηση θα ικανοποιήσει το Ιράν και τη Χεζμπολάχ, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το Ισραήλ παραβιάζει το μνημόνιο κατανόησης της περασμένης εβδομάδας, το οποίο προβλέπει οριστικό τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων στον Λίβανο.

Το Ισραήλ επιμένει ότι δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της συγκεκριμένης συμφωνίας και δεν προτίθεται να καταργήσει τη ζώνη ασφαλείας που έχει δημιουργήσει στον νότιο Λίβανο.

Την ίδια ώρα, σύμφωνα με το δημοσίευμα, το Ιράν δεν φαίνεται να έχει περιορίσει τη δράση της Χεζμπολάχ, η οποία συνεχίζει να πραγματοποιεί επιθέσεις κατά ισραηλινών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή. Η κατάσταση αυτή διατηρεί εύθραυστη την εκεχειρία και δημιουργεί ανησυχίες ότι θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο ακόμη και η συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, την οποία η Ουάσινγκτον επιδιώκει να διατηρήσει σε ισχύ.

https://www.ieidiseis.gr/kosmos/806540/israil-kai-livanos-ypegrapsan-symfonia-gia-katapaysi-toy-pyros-ti-provlepei/

“Πυρά” Πολάκη κατά Αβραμόπουλου: “Στην Ευρώπη δεν πιάνει το επιχείρημα της πεθεράς με τα 500ευρα”

0

Η ανάρτηση του Παύλου Πολάκη

Σφοδρή επίθεση του Παύλου Πολάκη στον Δημήτρη Αβραμόπουλο με φόντο το σκάνδαλο Qatargate, αφήνοντας αιχμές για την αρχειοθέτηση της υπόθεσης στην Ελλάδα

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ο Παύλος Πολάκης με αφορμή την είδηση για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σε βάρος του πρώην Ευρωπαίου Επιτρόπου και νυν βουλευτή Ηλείας, Δημήτρη Αβραμόπουλου, σχετικά με τη δράση του στη ΜΚΟ του Αντόνιο Παντσέρι για το σκάνδαλο Qatargate.

«Στην Ευρώπη μάλλον δεν πιάνει το επιχείρημα της «πεθεράς με τα 500ευρα» που εδώ έτσι αρχειοθετήθηκε!!!!!», ανέφερε σε ανάρτησή του ο Παύλος Πολάκης.Στη Βουλή το αίτημα για άρση ασυλίας του Δημήτρη Αβραμόπουλου


Στη Βουλή το αίτημα για άρση ασυλίας του Δημήτρη Αβραμόπουλου

Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης διαβιβάστηκε, μέσω του Αρείου Πάγου, αίτημα που αφορά την άρση της βουλευτικής ασυλίας του Δημήτρη Αβραμόπουλου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκτέλεση εντάλματος σύλληψης που φέρεται να έχει εκδοθεί σε βάρος του.

Η σχετική δικογραφία ακολούθησε τη θεσμοθετημένη διαδικασία, περνώντας από την Εισαγγελία Εφετών και την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, πριν διαβιβαστεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στη συνέχεια στη Βουλή.

Το Κοινοβούλιο καλείται να αποφασίσει εάν θα εγκρίνει την άρση της ασυλίας του βουλευτή Ηλείας.

Οι κατηγορίες που του αποδίδονται

Η εξέλιξη επαναφέρει στο προσκήνιο την υπόθεση της ΜΚΟ Fight Impunity, που είχε ιδρύσει ο Αντόνιο Παντσέρι και η οποία είχε βρεθεί στο επίκεντρο των ερευνών για το σκάνδαλο Qatargate.

Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος είχε συμμετάσχει στο διοικητικό συμβούλιο της οργάνωσης, ενώ στο παρελθόν είχε δηλώσει ότι έλαβε αμοιβές ύψους 60.000 ευρώ για τη συνεργασία του κατά την περίοδο από τον Φεβρουάριο του 2021 έως τον Φεβρουάριο του 2022, πριν αποχωρήσει από τη θέση του.

https://www.parapolitika.gr/politiki/article/1750482/pura-polaki-kata-avramopoulou-stin-europi-den-pianei-to-epiheirima-tis-petheras-me-ta-500eura/

ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ: Μια μάχη και δύο πόλεμοι: Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα σύγχρονα Βαλκάνια

0

Του Βλάση Αγτζίδη, Ιστορικού

Το κείμενο βασίζεται στην ομιλία του κ. Βλάση Αγτζίδη στο Συνέδριο με θέμα: Η Μάχη του Κιλκίς, στις 19 Ιουνίου 2026 στην πόλη του Κιλκίς

Η δεύτερη φάση της πολεμικής σύγκρουσης στα ευρωπαϊκά ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας  θα αρχίσει στις 16 Ιουνίου 1913 και θα περατωθεί στις 18 Ιουλίου. Το μέτωπο των βαλκανικών  χριστιανικών κρατών, που είχε κατανικήσει τα νεοτουρκικά στρατεύματα  είχε διαρραγεί και οι παλιοί σύμμαχοι συγκρούστηκαν μεταξύ τους για την τελική μορφή που θα είχε η εδαφική επικράτεια που θα κατοχύρωναν υπέρ τους. Η Βουλγαρία θα επιχειρήσει να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της επιτιθέμενη κατά των Ελλήνων και των Σέρβων για να δεχτεί τελικά την επίθεση και της Ρουμανίας αλλά και της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να χάσει το σύνολο σχεδόν των κερδών του Α’ Βαλκανικού Πολέμου.

Η μάχη του Κιλκίς-Λαχανά υπήρξε το κομβικό σημείο στην εξέλιξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Έθεσε εκτός μάχης το μεγαλύτερο Βαλκάνιο ανταγωνιστή και επιβεβαίωσε οριστικά την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας στην Ελλάδα.

Παράλληλα, η μάχη αυτή απέδειξε ότι η ενότητα και η προσήλωση σ’ ένα κοινό στόχο μπορεί να επιφέρει αποτελέσματα που φαίνονταν έως εκείνη τη στιγμή απραγματοποίητα. Αυτό το πνεύμα όμως, που οδήγησε στο θρίαμβο της μάχης του Κιλκίς, σύντομα θα παραχωρήσει τη θέση του στη διαίρεση και τον ανταγωνισμό. Ο Εθνικός Διχασμός, που θα είναι η επόμενη φάση εκείνης της μεγαλειώδους πορείας των βαλκανικών πολέμων, θα οδηγήσει στην τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής, στην οριστική απώλεια αρχαίων κοιτίδων όπως η Ιωνία, ο Πόντος και η Ανατολική Θράκη και θα δρομολογήσει τις ιστορικές εκείνες εξελίξεις που θα διαμορφώσουν τις σύγχρονες σχέσεις και εντάσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Το ιστορικό πλαίσιο 

Ας δούμε όμως σε τι πλαίσιο διεθνών σχέσεων και παρεμβάσεων συνέβησαν τα γεγονότα αυτά.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα Βαλκάνια ήταν η «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης» γιατί αποτελούσαν ένα ασταθές γεωπολιτικό σημείο του πλανήτη. Τα Βαλκάνια αποτελούσαν τη γέφυρα που συνέδεε την Ευρώπη με την Ασία και την Εγγύς Ανατολή. Η γεωστρατηγική θέση της Χερσονήσου του Αίμου καθόριζε και τη σημασία που της έδιναν οι μεγάλες δυνάμεις εκείνης της εποχής. Όποιος ήλεγχε τα Βαλκάνια, ήλεγχε και τα Στενά των Δαρδανελίων. Δηλαδή είχε τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου. Η απόκτηση αυτού του ελέγχου ήταν ο μεγάλος στόχος της Ρωσίας, τόσο την τσαρική όσο και την σοβιετική περίοδο. Παράλληλα αυτός ήταν και ο φόβος της Μεγάλης Βρετανίας που καθόριζε την πολιτική της κάθε στιγμή.

Γι αυτό και για πολύ καιρό για την εξωτερική βρετανική πολιτική η διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας φαινόταν ότι ήταν ο μόνος εγγυητής της ρωσικής επέκτασης. Έως τη στιγμή της εξάρτησης των Νεότουρκων από την Γερμανία του Κάιζερ, δηλαδή από το νέο παγκόσμιο ανταγωνιστή των Βρετανών. Στο σημείο αυτό ακριβώς για πρώτη φορά οι Βρετανοί αποφασίζουν την οριστική διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το ρόλο που είχε έως τότε  δόθηκε στην Ελλάδα, τον μεγάλο κερδισμένο των βαλκανικών πολέμων.

Είναι η μεγάλη ευκαιρία για τους Έλληνες να πετύχουν την Εθνική τους Ολοκλήρωση. Αλλά στο σημείο αυτό ενέσκηψε το 1915 ο Εθνικός Διχασμός με τις δύο αντιδιαμετρικές στρατηγικές (φιλοβρετανική VS φιλογερμανική), που οδήγησαν τελικά στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο και στην απόλυτη αποτυχία.

Η πολιτική της Ρωσίας στα Βαλκάνια

Μετά την ήττα της στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856) η Ρωσία υιοθέτησε μια νέα ιδεολογία ως μέσο αύξησης της επιρροής και την ισχύος: τον πανσλαβισμό. Η ιδέα της ανασύστασης του ρωσικού και σλαβικού μεγαλείου φάνηκε να προσφέρει μια διέξοδο σ’ αυτήν την περίοδο της εθνικής αδυναμίας. Και η ενσάρκωση εκείνης της πρώτης περιόδου του πανσλαβισμού φάνηκε να είναι το βουλγαρικό εθνικό κίνημα.

Με την υποστήριξη της Ρωσίας δημιουργήθηκε το σύγχρονο βουλγαρικό κράτος ως ένας πιστός δορυφόρος στα Βαλκάνια που θα της εξασφάλιζε πρόσβαση στο Αιγαίο και στα Στενά των Δαρδανελίων.

Η πολιτική αυτή ξεκίνησε με την διάσπαση της ενότητας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Γι αυτό μεσολάβησε προς την οθωμανική εξουσία να αναγνωρίσει επισήμως την  Βουλγαρική Εξαρχία, δηλαδή την αυτόνομη βουλγαρική εκκλησία. Εφεξής το θρησκευτικό στοιχείο θα είναι το κύριο μέσο του βουλγαρικού εθνικισμού για να επεκτείνει την επιρροή του εκβουλγαρίζοντας τους σλαβόφωνους πληθυσμούς στην οθωμανική Μακεδονία. Έτσι θα ξεκινήσει ο ανταγωνισμός Ελλήνων και Βουλγάρων, αυτό που γνωρίζουμε ως Μακεδονικό Αγώνα, ο οποίος ξεκίνησε ως αντίδραση στη βουλγαρική εξέγερση του Ίλιντεν το 1903.

Η ίδρυση του βουλγαρικού κράτους έγινε μετά τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1877-78 και με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (Μάρτιος 1878) οπότε η Ρωσία δημιουργεί τη Μεγάλη Βουλγαρία που περιλαμβάνει και όλη την Ανατολική και Κεντρική Μακεδονία πλην Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί την οργή των Μεγάλων Δυνάμεων που λίγους μήνες αργότερα ακυρώνουν τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου με τη Συνθήκη του Βερολίνου. Παρόλα αυτά θα δημιουργηθεί το Πριγκηπάτο της Βουλγαρίας ως ηγεμονία υποτελής στο σουλτάνο. Παράλληλα θα δοθεί αυτονομία, εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όμως, στην Ανατολική Ρωμυλία με πρωτεύουσα τη Φιλιππούπολη.

Όμως τον Σεπτέμβριο του 1885 το  βουλγαρικό εθνικιστικό κίνημα με πραξικόπημα στην Φιλιππούπολη  κήρυξε την ένωση με το Πριγκηπάτο της Βουλγαρίας και έτσι ενσωμάτωσε παρά τις διεθνείς αντιδράσεις την Ανατολική Ρωμυλία.

Η ήττα της ρωσικής διπλωματίας με το Συνέδριο του Βερολίνου απομάκρυνε τη Βουλγαρία από τον πανσλαβιστή σύμμαχό της και έτσι άρχισε η προσέγγιση προς τη νέα μεγάλη διεθνή δύναμη, τη Γερμανία. Μετά από την βουλγαρική παρασπονδία οι Ρώσοι θα αναζητήσουν έναν νέο σλάβο σύμμαχο στα Βαλκάνια και αυτόν θα τον βρουν στο πρόσωπο της Σερβίας.

Η πλήρης ανεξαρτησία της Βουλγαρίας όμως θα επιτευχθεί το 1908

Παρόλη τη στροφή της Βουλγαρίας προς τη Γερμανία, η Ρωσία θα επιμείνει και θα ωθήσει τη Βουλγαρία στη δημιουργία της Βαλκανικής Συμμαχίας το 1912.

Η αυστριακή πολιτική στα Βαλκάνια

Η Αυστρο-ουγγρική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε τα Βαλκάνια ως ένα ζωτικό χώρο στο Νότο που θα έπρεπε να βρίσκεται υπό τον έλεγχό της. Στόχος της υπήρξε ο έλεγχος της κοιλάδας του Αξιού και η κατάληψη της Οθωμανικής Θεσσαλονίκης. Στόχος της επίσης ήταν και η αναχαίτηση του πανσλαβισμού και της Σερβίας, εφόσον στα εδάφη της κατοικούσαν πολλοί σλαβικής προέλευσης πληθυσμοί και δεν θα ήθελε τον επηρεασμό της από τις γειτονικές σλαβικές χώρες. Παράλληλα, ήταν θανάσιμη αντίπαλος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Και ακριβώς αυτή η αντιπαλότητα μετέτρεψε τα Βαλκάνια σε «πυριτιδαποθήκη της Ευρωπης».

Η αντιπαράθεση της Αυστρίας με τη Σερβία, η οποία ήταν πλέον σύμμαχος της Ρωσίας, ειδικά μετά την ενίσχυσή της από τις βαλκανικές της νίκες, θα δημιουργήσει τη θρυαλλίδα που θα προκαλέσει λίγο αργότερα τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Αυστροουγγαρία ανήκει στις χώρες που είχαν κέρδη από τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1878 εφόσον της δόθηκε η διοίκηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, η οποία εν τούτοις περιοχή παρέμενε υπό την τυπική κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Την Βοσνία-Ερζεγοβίνη θα προσαρτήσει πλήρως το 1908 εκμεταλλευόμενη την εσωτερική πολιτική κρίση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λόγω του κινήματος των Νεότουρκων. Η πράξη αυτή εξόργισε την Σερβία και την Ρωσία και δημιούργησε συνθήκες ένοπλης αντιπαράθεσης. Επίσης η Αυστρία υποστήριξε τη Βουλγαρία στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο εναντίον της Σερβίας και της Ελλάδας.

Όλα αυτά τα στοιχεία θα αποτελέσουν τις αιτίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, η Αυστρο-ουγγαρία επιχείρησε σε συνεργασία με την Ιταλία, με τη δημιουργία του αλβανικού κράτους να εμποδίσει τη Σερβία να βρεί έξοδο στην Αδριατική και να εξαφανίσει τις βλέψεις της Ελλάδας για τη Βόρειο Ήπειρο.

Η γερμανική πολιτική στα Βαλκάνια

Η μεγάλη στρατηγική επιλογή της Γερμανίας από τα τέλη του 19ου αιώνα υπήρξε η συμμαχία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και μέσω αυτής η οικονομική και γεωστρατηγική επέκταση στην Ανατολή (Drang nach Osten). Γι αυτό θεμέλιος λίθος της  γερμανικής πολιτικής ήταν η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η Γερμανία επένδυσε τεράστια κεφάλαια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Γερμανικοί όμιλοι (όπως η Deutsche Bank) χρηματοδότησαν τη δημιουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Βερολίνου-Βαγδάτης, η οποία περνούσε μέσα από τα Βαλκάνια.

Η πλέον χαρακτηριστική προσωπικότητα αυτής της στρατηγικής γερμανικής επιλογής ήταν η αποστολή του Πρώσου στρατάρχη  Κόλμαρ φον ντερ Γκολτς (Colmar Freiherr von der Goltz, 1843–1916), που έμεινε στην ιστορία ως Γκολτς Πασάς (Goltz Pasha). Ο Γκολτς εστάλη στην Κωνσταντινούπολη το 1883 στο πλαίσιο της συνεργασίας της Γερμανίας με τον  Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β’. Αναμόρφωσε τις στρατιωτικές σχολές και δημιούργησε  μια ομάδα αξιωματικών που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στα επόμενα χρόνια. Η Γερμανία επένδυσε μεγάλα ποσά στην εκπαίδευση και στον εξοπλισμό του οθωμανικού στρατού.

Η νίκη των Οθωμανών κατά της Ελλάδας στον άτυχη πόλεμο του 1897  θεωρείται ότι οφείλεται στις μεταρρυθμίσεις, στους συμβούλους και στον εξοπλισμό που είχε εισαγάγει. Επίσης και τα γιγάντια αμυντικά έργα του Σαραντάπορου που οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι τα θεωρούσαν απόρθητα ήταν γερμανικής κατασκευής και διοίκησης.

Επίσης ο Γκολτς πασάς φέρει σημαντική ευθύνη για τις διώξεις και τις γενοκτονίες των χριστιανικών πληθυσμών (Αρμενίων, Ελλήνων, Ασσυρίων) στην ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Με το βιβλίο του  «Ο λαός στα όπλα» (Das Volk im Waffen), εισήγαγε την έννοια του απόλυτου, ολοκληρωτικού πολέμου καλλιεργώντας την άποψη ότι ο στόχος μιας εκστρατείας δεν είναι απλώς η ήττα του αντίπαλου στρατού, αλλά ο ολοκληρωτικός αφανισμός του εχθρού.

​ Το βιβλίο αυτό έγινε το «ευαγγέλιο» των Νεότουρκων. Ο Ενβέρ Πασάς είχε τον Γκολτς ως δάσκαλο και πρότυπο. Οι Νεότουρκοι εφάρμοσαν αυτή τη θεωρία της «εσωτερικής εκκαθάρισης» απέναντι στους χριστιανούς, τους οποίους θεωρούσαν εσωτερικό εχθρό και εμπόδιο για την ομογενοποίηση του κράτους.

Μετά την ήττα των Νεότουρκων το 1912 η γερμανική βαλκανική πολιτική αναπροσαρμόστηκε και συμπεριέλαβε και άλλες βαλκανικές χώρες. Ο νέος σύμμαχος ήταν πλέον η Βουλγαρία και ένα από τα μεταπολεμικά φιλέτα που της υποσχέθηκαν ήταν η Ανατολική Μακεδονία.

Η ιταλική πολιτική στα Βαλκάνια

Στη πρώτη φάση η ιταλική πολιτική είχε ως κύριο στόχο την μετατροπή της Αδριατικής σε «ιταλική λίμνη». Θεωρούσε ως ανταγωνιστές την Αυστρία και τη Σερβία και γι αυτό επένδυε στη δημιουργία της ανεξάρτητης Αλβανίας. Ένα αλβανικό κράτος υπό την κηδεμονία της Ιταλίας θα ήλεγχε τα στενά του Οτράντο και θα ήταν φυσικός φραγμός τόσο της Σερβίας όσο και της Ελλάδας.

Στη Διάσκεψη του Λονδίνου στα τέλη του 1912, η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία πρωτοστάτησαν για τη δημιουργία του κράτους της Αλβανίας. Αυτό έγινε αποκλειστικά για να αποκλειστεί η Σερβία από τη θάλασσα και να περιοριστούν τα ελληνικά κέρδη στην Ήπειρο.

Παράλληλα η Ιταλία αποσκοπούσε στην εδραίωση της παρουσίας της και στην Μεσόγειο. Έτσι, με τον ιταλο-τουρκικό πόλεμο του 1911-12 κατάφερε να αποσπάσει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία τη Λιβύη και τα Δωδεκάνησα.

Στο επίπεδο των διεθνών συμμαχιών η Ιταλία κινήθηκε με βάση τα γεωπολιτικά της συμφεροντα. Ενώ ανήκε στη Τριπλή Συμμαχία μαζί με την Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, δεν δίστασε να υπονομεύσει την Αυστρία στα Βαλκάνια. Επίσης, όταν έκρινε ότι άλλαζαν οι Συνθήκες άλλαζε και μέτωπο.

Έτσι, όταν η Ελλάδα με τον Εθνικό Διχασμό θα βρεθεί στο φιλογερμανικό στρατόπεδο (1915-1917) εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ιταλία θα εγκαταλείψει την Τριπλή Συμμαχία. Θα προσχωρήσει στην Αντάντ ευελπιστώντας στα μεταπολεμικά κέρδη, τα οποία ήταν αυτά που έχανε η Ελλάδα με την φιλογερμανική της πολιτική. Δηλαδή την Δυτική Μικρά Ασία με τη Σμύρνη προσδοκώντας στη δημιουργία ενός ιταλικού κράτους μαζί με τα Δωδεκάνησα, μέσω του οποίου θα ήλεγχε την Ανατολική Μεσόγειο.

Η πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας στα Βαλκάνια

Ιστορικά, το Λονδίνο υποστήριζε την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για να εμποδίσει τη ρωσική κάθοδο στη Μεσόγειο. Γι αυτό και η  πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας στα Βαλκάνια το 1912 χαρακτηριζόταν από ουδετερότητα, επιδίωξη διατήρησης των ισορροπιών και αποτροπή ενός γενικευμένου ευρωπαϊκού πολέμου.

Όταν έγινε σαφές ότι η Βαλκανική Συμμαχία (Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία, Μαυροβούνιο) επικρατούσε ολοκληρωτικά στα πεδία των μαχών, η Βρετανία εγκατέλειψε το δόγμα της οθωμανικής ακεραιότητας.

Η Βρετανία έβλεπε θετικά την εδαφική επέκταση της Ελλάδας στα νησιά του Αιγαίου και τη Μακεδονία, καθώς θεωρούσε τη χώρα μια ναυτική δύναμη που θα μπορούσε μελλοντικά να λειτουργήσει ως ανάχωμα σε άλλες επιρροές στη Μεσόγειο.

Σε μεγάλο βαθμό η μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία συνέπιπταν στις εκτιμήσεις και στα συμφέροντα για τα της βαλκανικής. Παρότι και οι δύο χώρες ήταν σύμμαχες με τη Ρωσική Αυτοκρατορία δεν επιθυμούσαν εκείνη τη στιγμή τον έλεγχο των Στενών από αυτήν μέσω της Βουλγαρίας. Παράλληλα και οι δύο χώρες προσπαθούσαν να μην επιτρέψουν τα πράγματα να εξελιχθούν προς ένα γενικευμένο πόλεμο στην Ευρώπη.

Η πολιτική της Γαλλίας στα Βαλκάνια το 1912 χαρακτηριζόταν από την αγωνιώδη προσπάθεια αποτροπής ενός ευρωπαϊκού πολέμου, τη διατήρηση των οικονομικών της επενδύσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την ενίσχυση της συμμαχίας της με τη Ρωσία.

Όταν η Βρετανία ανέλαβε πρωτοβουλία και συγκάλεσε τη Συνδιάσκεψη των Πρεσβευτών στο Λονδίνο τον Δεκέμβριο του 1912 για την ειρηνική διευθέτηση των συνόρων μετά το τέλος του βαλκανικού πολέμου, η Γαλλία την υποστήριξε με όλες της τις δυνάμεις προσδοκώντας στον περιορισμό της κρίσης στο διπλωματικό πεδίο. Φυσικά όπως γνωρίζουμε, ο στόχος αυτός δεν επιτεύχθηκε λόγω των βουλγαρικών προσδοκιών για πλήρη επικράτηση στη Μακεδονία.

Οι εξελίξεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά το κίνημα των Νεότουρκων(1908)

Το 1908 είναι το σημείο κατά το οποίο το πνεύμα του ακραίου φυλετισμού, που κόμιζε η τριανδρία της Θεσσαλονίκης των Τζεμάλ, Εμβέρ και Ταλαάτ πασά, υπερίσχυσε του ευρύτατου μεταρρυθμιστικού κινήματος που είχε αναφανεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τα τέλη του 19ου αιώνα (το 1891 είχε δημιουργηθεί το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος») και προσδοκούσε στη μετεξέλιξη της Αυτοκρατορίας σε κράτος δικαίου.

Ο νέες εθνικιστικές απόψεις που εμφανίζονται καθορίζουν ως εθνικό χώρο των Τούρκων μια εκτεταμένη περιοχή από το Αιγαίο έως τη θάλασσα της Κίνας. Το παντουρκιστικό κίνημα στοχεύει ακριβώς στη δημιουργία αυτής της νέας τουρκικής αυτοκρατορίας, όπου δεν θα υπάρχει θέση για κανένα άλλο έθνος εκτός απ’ αυτό των Τούρκων.

Κύριοι υποστηρικτές των τάσεων αυτών ήταν οι Γερμανοί, οι οποίοι, με μια προνομιακή συμμαχία με το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, επιδίωξαν αφενός το ξαναμοίρασμα του παλιού κόσμου των αγορών και των αποικιών και αφετέρου την οικονομική τους κυριαρχία στην Εγγύς Ανατολή με την εξαφάνιση των μόνων ανταγωνιστών τους, των Ελλήνων και των Αρμενίων.

Μετά από την αρχική ευφορία των χριστιανικών κοινοτήτων που πείστηκαν από το φιλελεύθερο προσωπείο των Νεότουρκων, ήρθε η διάψευση των προσδοκιών. Η ελληνική εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» της οθωμανικής Θεσσαλονίκης  στις 10 Ιουλίου 1910: «Μας αφανίζετε. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουμε τη δυστυχία που μας βρήκε τα δύο τελευταία χρόνια …για πιο λόγο υφιστάμεθα όλους αυτούς τους διωγμούς; …Μας παίρνετε όσα μας ανήκουν και τα δίνετε σε άλλους. Φυλακίζετε τους ιερείς και τους δασκάλους μας. Ξυλοκοπείτε τους πολίτες και από παντού ακούγονται θρήνοι και οδυρμοί.»

Τον Οκτώβριο του 1911 αποφασίστηκε και επισήμως, σε συνέδριο των Νεότουρκων που έγινε στην οθωμανική Θεσσαλονίκη, η εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων.

Επίσης φαίνεται ότι οι Νεότουρκοι είχαν εκπονήσει ένα σχέδιο μετατροπής της περιοχής μεταξύ Θεσσαλονίκης και Κωσταντινούπολης σε τουρκικό εθνικό κράτος με τη μεταφορά  χιλιάδων μουσουλμάνων κατοίκων και προσφύγων από την υπόλοιπη Βαλκανική.

Η αντιμειονοτική πολιτική της τάσης αυτής των Νεότουρκων, θα προκαλέσει μεγάλη  κοινωνική όξυνση. Οι Μικρασιάτες σοσιαλιστές, όπως ο Δ. Γληνός και ο Γ. Σκληρός, θα αναλύσουν από το 1909 με εντυπωσιακή διεισδυτικότητα τις νέες συνθήκες. Χαρακτηριστική είναι η προσέγγιση του Δημήτρη Γληνού: «Διωκόμεθα, απειλούμεθα, καταπιεζόμεθα, εκβιαζόμεθα, σφαζόμεθα, ηκούσθη από τους τόπους των χθεσινών συναδελφώσεων. Εις τα παράλια, καθώς και εις τα βάθη της Μικράς Ασίας, εις την Μακεδονία, εις την Θράκην, εις την Ήπειρον, εις τας νήσους του Αρχιπελάγους άρχεται ο διωγμός….  η μόνη ultima ratio, η μόνη πειθώ, η μόνη ακαταμάχητος λογική, η λογική των όπλων. Η Ελλάς, η Βουλγαρία, η Σερβία και το Μαυροβούνιον έχουσιν εντός του τουρκικού κράτους εκτεθειμένους εις τας καταπιέσεις, εις τους διωγμούς, εις την μάχαιραν των Τούρκων εκατομμύρια αδελφών.»

Ακριβώς αυτή η κατάσταση υποχρέωσε τα σκληρά ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους χριστιανική κράτη των Βαλκανίων να παρακάμψουν τους ανταγωνισμούς τους. Η ακραία εθνικιστική πολιτική των Νεότουρκων συνέβαλε στη σύμπηξη του μετώπου των χριστιανικών βαλκανικών χωρών και των βαλκανικών πολέμων που ακολούθησαν.

Οι Έλληνες την εποχή των Βαλκανικών πολέμων

Οι Έλληνες διακρίνονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:

-τους Έλληνες της ελεύθερης Ελλάδας οι οποίοι με τα επίσημα στοιχεία των απογραφών ανέρχονταν σε 2,5 με 2,6 εκατομμύρια στις αρχές του 20ού αιώνα και

-τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι οποίοι με βάση την πατριαρχική απογραφή προ του 1912 ανέρχονται σε 2,3 εκατομμύρια άτομα και με βάση την οθωμανική απογραφή 1,8 εκατομ.

-τους Έλληνες στην Αυτόνομη Κρήτη (1898–1913) η οποία δεν ανήκε ακόμα στο ελληνικό κράτος αλλά αποτελούσε την αυτόνομη Κρητική Πολιτεία. Σύμφωνα με την πρώτη επίσημη απογραφή που διενήργησε η αυτόνομη κυβέρνηση τον Ιούνιο του 1900, οι χριστιανοί Έλληνες του νησιού ανέρχονταν σε 269.319 κατοίκους, αποτελώντας τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού.

Ένα σημαντικό τμήμα (260.000 άτομα) του ένδημου ελληνισμού κατοικούσε εκείνη την εποχή στην Κύπρο, η οποίο -παρότι παρέμενε οθωμανικό έδαφος-  είχε αποδοθεί για διαχείριση στην Μεγάλη Βρετανία ως «δώρο» για την ανατροπή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Αυτή ακριβώς η συγκυριακή διαχειριστική σχέση της Μεγάλης Βρετανίας με την Κύπρο επέτρεπε να προταθεί για ένωση με την Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1915, εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έναντι της εξόδου της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όμως η φιλογερμανική στάση της τότε ελληνικής βασιλικής κυβερνήσεως απέρριψε τη μοναδική αυτή πρόταση και ευκαιρία.

Στην εποχή του Τανζιμάτ

Οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ ευνόησαν τη ραγδαία οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη των Ελλήνων. Η οικονομική τους ισχύς ήταν μεγαλύτερη της πληθυσμιακής τους αναλογίας. Υπολογίζεται ότι το 50% του επενδεδυμένου κεφαλαίου στη βιομηχανία, καθώς και το 60% σε κλάδους μεταποίησης ανήκαν σε πολίτες που προέρχονταν από τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες. Το 1912, από τις 18.063 εμπορικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε Έλληνες ανήκε το 46%, το 23% σε Αρμένιους, το 15% σε μουσουλμάνους. Υπολογίζεται ότι το 1914 από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες, το 49%  ανήκε σε  Οθωμανούς Έλληνες, ενώ Έλληνες ήταν και το 46% των τραπεζιτών. Την ίδια χρονιά, υπολογίζεται ότι Έλληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αυτή ακριβώς η κατάσταση οδήγησε τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να επενδύσουν πολιτικά στο δημοκρατικό μετασχηματισμό του κράτους και στην πλήρη κατάργηση των διαχωρισμών στη βάση της θρησκευτικής ή εθνικής ιδιαιτερότητας.  Το όραμα του ελληνο-οθωμανισμού για ένα εκδημοκρατισμένο, πολυπολιτισμικό κράτος κατέρρευσε γρήγορα (μεταξύ 1910–1912) γιατί η κυβέρνηση των Νεότουρκων στράφηκε γρήγορα σε έναν σκληρό, σοβινιστικό τουρκικό εθνικισμό, επιδιώκοντας την αφομοίωση ή την εξόντωση των μειονοτήτων, αντί για την ισοπολιτεία. Μετά το 1908 το όραμα της ειρηνικής συμβίωσης μέσα στην αυτοκρατορία κατέστη ανέφικτο.

Η πολιτική της Ελλάδας

Η εμφάνιση των βαλκανικών εθνικισμών και κυρίως του βουλγαρικού κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μετέβαλε σε σημαντικό βαθμό το πεδίο συγκρότηση των αντιπαλοτήτων. Βαθμιαία οι Σλάβοι γίνονται οι κύριοι εχθροί. Η οικουμενική ορθοδοξία που εξέφραζε το Οικουμενικό Πατριαρχείο άρχισε να διαιρείται σε ξεχωριστά εθνικά σύνολα.

Τα κινήματα ανεξαρτησίας των άλλων βαλκανικών λαών αντιμετωπίζουν τους Έλληνες σαν αντιπάλους μαζί με τους Τούρκους επιθυμώντας να απαλλαγούν από την πολιτιστική ελληνική κυριαρχία.

Η Ελλάδα υιοθέτησε κατά περιόδους σαφή φιλοοθωμανική πολιτική (ή πολιτική προσωρινής συνεννόησης με την Πύλη) κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, χρησιμοποιώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ανάχωμα απέναντι στον σλαβικό κίνδυνο. Ο Χαρίλαος Τρικούπης ήταν ο κύριος εκφραστής αυτής της προσέγγισης. Θεωρούσε ότι ο εκβουλγαρισμός της Μακεδονίας αποτελούσε πολύ μεγαλύτερη και πιο άμεση απειλή για τα ελληνικά συμφέροντα από την παραμονή των εδαφών αυτών υπό οθωμανικό έλεγχο. Η θέση του Τρικούπη ήταν ότι η Ελλάδα προτιμούσε να συνορεύει στα βόρεια με μια εξασθενημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία αργά ή γρήγορα θα κατέρρεε, παρά με μια ισχυρή και επιθετική Σλαβική Ομοσπονδία ή μια Μεγάλη Βουλγαρία που θα είχε την πλήρη στήριξη της Ρωσίας. Κατά τη δεκαετία του 1880, ο Τρικούπης επιδίωξε μυστικές επαφές με την Κωνσταντινούπολη, προτείνοντας μια άτυπη ελληνοτουρκική συνεννόηση για τον κοινό περιορισμό της βουλγαρικής διείσδυσης στη Μακεδονία.

Σε αυτή τη βάση εμφανίστηκε η άποψη των Δραγούμη-Σουλιώτη για την ελληνοτουρκική συνομοσπονδία. Απλώς ο Ίων Δραγούμης δεν αντιλήφθηκε την απόλυτη ρήξη στις έως τότε συνθήκες που επέφερε το νεοτουρκικό κίνημα το 1908 και  η άνοδος των εθνικιστών στην εξουσία.

Εάν εξαιρεθεί ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, που προκλήθηκε από εσωτερική πολιτική πίεση και την κρητική επανάσταση, η Ελλάδα ακολούθησε με συνέπεια αυτή την αντισλαβική πολιτική συνεννόησης με την Υψηλή Πύλη.

Το κίνημα των Νεότουρκων του 1908 καθώς και η παρακμή του ελληνικού πολιτικού συστήματος προκάλεσαν το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί (Αύγουστος 1909) που είχε επικεφαλής τον συνταγματάρχη πυροβολικού Νικόλαο Ζορμπά. Η μεγάλη λαϊκή υποστήριξη του κινήματος του επέτρεψε να παρέμβει στη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού σκηνικού.

Οι στρατιωτικοί με το Κίνημα στο Γουδί, δεν επιθυμούσαν να εγκαθιδρύσουν δικτατορία, ούτε είχαν την εμπειρία να κυβερνήσουν οι ίδιοι. Αναζητούσαν έναν ικανό, έντιμο και άφθαρτο πολιτικό για να εφαρμόσει το μεταρρυθμιστικό τους πρόγραμμα.

Στα τέλη του 1909 ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος πρότεινε στον εκ Πατρών Δημήτριο Γούναρη να αναλάβει την πρωθυπουργία.  Ο Γούναρης απέρριψε την πρόταση του αρχηγού του Συνδέσμου Νικολάου Ζορμπά. Μετά την άρνηση του Γούναρη, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος στράφηκε στην Κρήτη και κάλεσε στην Αθήνα τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο Βενιζέλος αρνήθηκε επίσης αρχικά την πρωθυπουργία, αλλά ανέλαβε ρόλο πολιτικού συμβούλου του Συνδέσμου, οδηγώντας τελικά τη χώρα σε εκλογές, στην αναθεώρηση του Συντάγματος και στην ανάληψη της εξουσίας από τον ίδιο το 1910.

Ο Βενιζέλος είχε μια άλλη γεωπολιτική αντίληψη από αυτήν που επικρατούσε στους κύκλους των Αθηνών. Το κύριο ζήτημα για τον Βενιζέλο ήταν η συμμετοχή στις διαδικασίες αποσύνθεσης της Οθωμανικής  Αυτοκρατορίας και την μεγέθυνση των ελληνικών κερδών.

Παράλληλα, λόγω του Κρητικού Ζητήματος, ήταν πολύ καλός γνώστης των σχέσεων και των δυνατοτήτων των Μεγάλων Δυνάμεων. Καταλαβαίνοντας ότι η εποχή εκείνη ήταν κρίσιμη που κυοφορούσε εξελίξεις, επιχείρησε να ειρηνεύσει το εσωτερικό μέτωπο. Έτσι, αγνοώντας τις θέσεις του Στρατιωτικού Συνδέσμου που αντιδρούσε στον κύριο ρόλο που είχαν έως τότε οι βασιλικοί πρίγκιπες στη διοίκηση του στρατεύματος, τοποθέτησε τον διάδοχο Κωνσταντίνο σαν Γενικό Επιθεωρητή του Στρατού και προσέλαβε ως υπασπιστή του τον Ιωάννη Μεταξά. Παράλληλα επέλεξε τη γαλλική αποστολή για την εκπαίδευση του ελληνικού στρατού ως αντίπαλο δέος στους Γερμανούς που εκπαίδευαν και εξόπλιζαν τους Τούρκους.

Την ίδια εποχή στα Βαλκάνια, ως αποτέλεσμα της ρωσικής πίεσης δημιουργήθηκε στις αρχές του 1912 μια αντιτουρκική συμμαχία της Βουλγαρίας με τη Σερβία. Στη συμμαχία αυτή προσχώρησε στη συνέχεια το Μαυροβούνιο. Έως εκείνη τη στιγμή η Ελλάδα ήταν απούσα από τις εξελίξεις. Πρώτα γιατί κανείς δεν την υπολόγιζε ως σημαντική στρατιωτική δύναμη και έπειτα γιατί ήταν ανταγωνιστής των βουλγαρικών βλέψεων για την οθωμανική Μακεδονία.

Στην ίδια την Ελλάδα υπήρχαν δύο αντίθετες απόψεις. Η μια ήταν η ακραία αντισλαβική που εξέφρασε ο Ίων Δραγούμης. Για τις δύο αυτές γραμμές ο Δραγούμης έγραψε: «Η μία (του Βενιζέλου) επίστευε και φώναζε να μεγαλώσει όπως όπως η Ελλάδα. Η άλλη έλεγε να ζήσει και να προκόψει το ελληνικό έθνος και να συγκυριαρχήσει με τον Τούρκο στην Ανατολή….».

Η άλλη άποψη που εξέφρασε ο Ελευθέριος Βενιζέλος για την παρούσα στιγμή ήταν: «Ή θα νικήσουν τα σλαβικά κράτη και η Ελλάς μένει εσαεί εις την Μελούναν. Ή νικά η Τουρκία και χάνεται δια παντός ο ελληνισμός».

Τελικά η πίεση του Βενιζέλου για συμμετοχή της Ελλάδας στη Βαλκανική Συμμαχία  έγινε αποδεκτή από τους Βούλγαρους και η συνθήκη μεταξύ τους υπογραφτηκε στις 16 Μαϊου του 1912. Ο μόνος λόγος που η Βουλγαρία συναίνεσε στην συμμετοχή της Ελλάδα στον κοινό συνασπισμό ήταν  η ύπαρξη του ελληνικού στόλου στο Αιγαίο, ο οποίος θα μπορούσε να εμποδίσει τη μεταφορά στρατευμάτων είτε από τη Μικρά Ασία είτε μέσω των Δαρδανελίων στα μέτωπα του πολέμου.

Έτσι διαμορφώθηκε το συμμαχικό μέτωπο που αποτελούνταν αποκλειστικά από τέσσερα κράτη: την Ελλάδα, τη Σερβία, τη Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο.

Στις 4 Οκτωβρίου ξεκίνησε και επισήμως ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος.

Συνοψίζοντας

Οι επιτυχίες των συμμάχων κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο υπερέβησαν κάθε αισιόδοξη πρόβλεψη. Οι Τούρκοι ηττήθηκαν σε όλα τα μέτωπα και σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά η δράση του ελληνικού στόλου που εμπόδισε τη μεταφορά στρατευμάτων στα βαλκανικά μέτωπα του πολέμου. Πολύ ευνοημένη από τις εξελίξεις ήταν η Ελλάδα, η οποία καταφέρνοντας να υπερνικήσει τα οθωμανικά στρατεύματα στο Σαραντάπορο κατέλαβε μεγάλα τμήματα της Μακεδονίας, την Ήπειρο και τη Θεσσαλονίκη την οποία εποφθαλμιούσαν οι Βούλγαροι. Οι Έλληνες είχαν να αντιμετωπίσουν ένα μόνο σώμα στρατού γιατί τον κύριο όγκο των στρατευμάτων (τρία σώματα στρατού) οι Νεότουρκοι τα είχαν παρατάξει στην Ανατολική Θράκη για την προστασία της Κωνσταντινούπολης.

Τον Μάϊο του 1913 ο βουλγαρικός στρατός θα κατανικήσει τα οθωμανικά στρατεύματα και θα φτάσει έξω από την Κωνσταντινούπολη. Τότε οι Μεγάλες Δυνάμεις (Μεγ. Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Ρωσία και Ιταλία) παρενέβησαν και επέβαλαν στους εμπόλεμους ανακωχή. Στις 17  Μαΐου 1913 (με το παλιό ημερολόγιο) υπεγράφη μεταξύ των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων και της οθωμανικής εξουσίας η Συνθήκη του Λονδίνου, με την οποία έμπαινε τέλος στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Οι όροι της συνθήκης έγιναν αποδεκτοί από τους εκπροσώπους των νικητών με επιφύλαξη. Η Τουρκία έχανε όλες τις ευρωπαϊκές της κτήσεις, δημιουργείτο ανεξάρτητο κράτος της Αλβανίας, η Κρήτη παραχωρούνταν στους 4 συμμάχους, οι 3 εκ των οποίων παραιτήθηκαν κάθε αξίωσης υπέρ της Ελλάδας. Η τελική χάραξη των συνόρων καθώς και η μοίρα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου θα καθορίζονταν σε νέα συνδιάσκεψη. Η Συνθήκη αυτή αποδείχθηκε εξαιρετικά βραχύβια. Ένα μήνα μετά την υπογραφή της Συνθήκης, ο βουλγαρικός στρατός επιτέθηκε αιφνιδιαστικά κατά της Ελλάδας και της Σερβίας.

Έτσι άρχισε ο Β΄Βαλκανικός πόλεμος, ο οποίος θα τελείωνε οριστικά με ήττα της Βουλγαρίας. Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου 1913 με το παλαιό ημερολόγιο) στην Ελλάδα επιδικάζονταν οριστικά η Κρήτη, η Ήπειρος, η Μακεδονία έως τον Νέστο ποταμό. Χανόταν η Βόρειος Ήπειρος, που απεδίδετο στην Αλβανία για να έχει βιώσιμα σύνορα και η νήσος Σάσσων, μικρό νησάκι στην είσοδο του λιμανιού του Αυλώνα, που αποτελούσε προσάρτημα των Επτανήσων όταν αυτά παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα το 1864. Η Σερβία κέρδιζε την Βόρειο Μακεδονία και το Νόβι-Παζάρ και η Βουλγαρία τη Δυτική Θράκη, για να έχει μια διέξοδο στο Αιγαίο και τμήμα της Μακεδονίας, που ονομάζει ως σήμερα Μακεδονία του Πιρίν. Η Βουλγαρία έχασε το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης από ισχυρή αντεπίθεση του τουρκικού στρατού και μέρος της Δοβρουτσάς από επέλαση των Ρουμάνων, οι οποίοι δρώντας καιροσκοπικά και ύπουλα τους επιτέθηκαν στα νώτα όταν όλα είχαν κριθή.

ΠΗΓΕΣ

-Βλάσης Αγτζίδης, Μεταξύ Σεβρών και Λωζάννης. Πλευρές της μικρασιατικής τραγωδίας, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2022

-Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, (τομ. 1-2, β’ έκδ.), εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1970

-R. Clogg, Σύντομη ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1993

-Σόλων Γρηγοριάδης, Οι βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, εκδ. Δ.Ο.Λαμπράκη, Αθήνα, 1979

-Ελένη Κ. Δημητρίου, Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2022

-Η Ελλάδα των βαλκανικών πολέμων (1912-13), επιμ. Κ. Τρίχα-Ε. Γαρδίκα Κατσιαδάκη, εκδ. ΕΛΙΑ, Αθήνα, 1993

-Γεώργιος Κ. Ευστρατιάδης, Οι επεκτατικές προσπάθειες των Βουλγάρων και ο 2ος βαλκανικός πόλεμος -1913, εκδ. Χριστοδουλίδη, Θεσσαλονίκη, 1993

-Χρήστος Π. Ίντος, Βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913). Από το Κιλκίς στη Δοϊράνη και τη Στρώμνιτσα, εκδ. Ελληνικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2013

-Γιώργος Λεονταρίτης, «Η διεθνής θέση της Ελλάδας στις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου», Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΕ, εκδ. Eκδοτική Αθηνών, σελ. 15-98

-Γεώργιος Λογοθέτης, Η βαλκανική κρίση του 1875 και η άνοδος των εθνικισμών στα Βαλκάνια: Εθνικές, πολιτικές και οικονομικές όψεις, https://pandemos.panteion.gr/files/168d48bb-6fca-4a40-b36b-9e338f94f6c9

-Κώστας Λούλος, Η γερμανική πολιτική στην Ελλάδα 1896-1914, εκδ. Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ, Αθήνα, 1991

-Δημήτρης Ε. Φιλιππής, Προφασισμός, Εκφασισμός, ψευδοφασισμός. Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία στον Μεσοπόλεμο, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2010

–