Του Βλάση Αγτζίδη, Ιστορικού
Το κείμενο βασίζεται στην ομιλία του κ. Βλάση Αγτζίδη στο Συνέδριο με θέμα: Η Μάχη του Κιλκίς, στις 19 Ιουνίου 2026 στην πόλη του Κιλκίς
Η δεύτερη φάση της πολεμικής σύγκρουσης στα ευρωπαϊκά ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα αρχίσει στις 16 Ιουνίου 1913 και θα περατωθεί στις 18 Ιουλίου. Το μέτωπο των βαλκανικών χριστιανικών κρατών, που είχε κατανικήσει τα νεοτουρκικά στρατεύματα είχε διαρραγεί και οι παλιοί σύμμαχοι συγκρούστηκαν μεταξύ τους για την τελική μορφή που θα είχε η εδαφική επικράτεια που θα κατοχύρωναν υπέρ τους. Η Βουλγαρία θα επιχειρήσει να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της επιτιθέμενη κατά των Ελλήνων και των Σέρβων για να δεχτεί τελικά την επίθεση και της Ρουμανίας αλλά και της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να χάσει το σύνολο σχεδόν των κερδών του Α’ Βαλκανικού Πολέμου.
Η μάχη του Κιλκίς-Λαχανά υπήρξε το κομβικό σημείο στην εξέλιξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Έθεσε εκτός μάχης το μεγαλύτερο Βαλκάνιο ανταγωνιστή και επιβεβαίωσε οριστικά την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας στην Ελλάδα.
Παράλληλα, η μάχη αυτή απέδειξε ότι η ενότητα και η προσήλωση σ’ ένα κοινό στόχο μπορεί να επιφέρει αποτελέσματα που φαίνονταν έως εκείνη τη στιγμή απραγματοποίητα. Αυτό το πνεύμα όμως, που οδήγησε στο θρίαμβο της μάχης του Κιλκίς, σύντομα θα παραχωρήσει τη θέση του στη διαίρεση και τον ανταγωνισμό. Ο Εθνικός Διχασμός, που θα είναι η επόμενη φάση εκείνης της μεγαλειώδους πορείας των βαλκανικών πολέμων, θα οδηγήσει στην τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής, στην οριστική απώλεια αρχαίων κοιτίδων όπως η Ιωνία, ο Πόντος και η Ανατολική Θράκη και θα δρομολογήσει τις ιστορικές εκείνες εξελίξεις που θα διαμορφώσουν τις σύγχρονες σχέσεις και εντάσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Το ιστορικό πλαίσιο
Ας δούμε όμως σε τι πλαίσιο διεθνών σχέσεων και παρεμβάσεων συνέβησαν τα γεγονότα αυτά.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα Βαλκάνια ήταν η «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης» γιατί αποτελούσαν ένα ασταθές γεωπολιτικό σημείο του πλανήτη. Τα Βαλκάνια αποτελούσαν τη γέφυρα που συνέδεε την Ευρώπη με την Ασία και την Εγγύς Ανατολή. Η γεωστρατηγική θέση της Χερσονήσου του Αίμου καθόριζε και τη σημασία που της έδιναν οι μεγάλες δυνάμεις εκείνης της εποχής. Όποιος ήλεγχε τα Βαλκάνια, ήλεγχε και τα Στενά των Δαρδανελίων. Δηλαδή είχε τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου. Η απόκτηση αυτού του ελέγχου ήταν ο μεγάλος στόχος της Ρωσίας, τόσο την τσαρική όσο και την σοβιετική περίοδο. Παράλληλα αυτός ήταν και ο φόβος της Μεγάλης Βρετανίας που καθόριζε την πολιτική της κάθε στιγμή.
Γι αυτό και για πολύ καιρό για την εξωτερική βρετανική πολιτική η διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας φαινόταν ότι ήταν ο μόνος εγγυητής της ρωσικής επέκτασης. Έως τη στιγμή της εξάρτησης των Νεότουρκων από την Γερμανία του Κάιζερ, δηλαδή από το νέο παγκόσμιο ανταγωνιστή των Βρετανών. Στο σημείο αυτό ακριβώς για πρώτη φορά οι Βρετανοί αποφασίζουν την οριστική διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το ρόλο που είχε έως τότε δόθηκε στην Ελλάδα, τον μεγάλο κερδισμένο των βαλκανικών πολέμων.
Είναι η μεγάλη ευκαιρία για τους Έλληνες να πετύχουν την Εθνική τους Ολοκλήρωση. Αλλά στο σημείο αυτό ενέσκηψε το 1915 ο Εθνικός Διχασμός με τις δύο αντιδιαμετρικές στρατηγικές (φιλοβρετανική VS φιλογερμανική), που οδήγησαν τελικά στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο και στην απόλυτη αποτυχία.

Η πολιτική της Ρωσίας στα Βαλκάνια
Μετά την ήττα της στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856) η Ρωσία υιοθέτησε μια νέα ιδεολογία ως μέσο αύξησης της επιρροής και την ισχύος: τον πανσλαβισμό. Η ιδέα της ανασύστασης του ρωσικού και σλαβικού μεγαλείου φάνηκε να προσφέρει μια διέξοδο σ’ αυτήν την περίοδο της εθνικής αδυναμίας. Και η ενσάρκωση εκείνης της πρώτης περιόδου του πανσλαβισμού φάνηκε να είναι το βουλγαρικό εθνικό κίνημα.
Με την υποστήριξη της Ρωσίας δημιουργήθηκε το σύγχρονο βουλγαρικό κράτος ως ένας πιστός δορυφόρος στα Βαλκάνια που θα της εξασφάλιζε πρόσβαση στο Αιγαίο και στα Στενά των Δαρδανελίων.
Η πολιτική αυτή ξεκίνησε με την διάσπαση της ενότητας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Γι αυτό μεσολάβησε προς την οθωμανική εξουσία να αναγνωρίσει επισήμως την Βουλγαρική Εξαρχία, δηλαδή την αυτόνομη βουλγαρική εκκλησία. Εφεξής το θρησκευτικό στοιχείο θα είναι το κύριο μέσο του βουλγαρικού εθνικισμού για να επεκτείνει την επιρροή του εκβουλγαρίζοντας τους σλαβόφωνους πληθυσμούς στην οθωμανική Μακεδονία. Έτσι θα ξεκινήσει ο ανταγωνισμός Ελλήνων και Βουλγάρων, αυτό που γνωρίζουμε ως Μακεδονικό Αγώνα, ο οποίος ξεκίνησε ως αντίδραση στη βουλγαρική εξέγερση του Ίλιντεν το 1903.
Η ίδρυση του βουλγαρικού κράτους έγινε μετά τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1877-78 και με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (Μάρτιος 1878) οπότε η Ρωσία δημιουργεί τη Μεγάλη Βουλγαρία που περιλαμβάνει και όλη την Ανατολική και Κεντρική Μακεδονία πλην Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί την οργή των Μεγάλων Δυνάμεων που λίγους μήνες αργότερα ακυρώνουν τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου με τη Συνθήκη του Βερολίνου. Παρόλα αυτά θα δημιουργηθεί το Πριγκηπάτο της Βουλγαρίας ως ηγεμονία υποτελής στο σουλτάνο. Παράλληλα θα δοθεί αυτονομία, εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όμως, στην Ανατολική Ρωμυλία με πρωτεύουσα τη Φιλιππούπολη.
Όμως τον Σεπτέμβριο του 1885 το βουλγαρικό εθνικιστικό κίνημα με πραξικόπημα στην Φιλιππούπολη κήρυξε την ένωση με το Πριγκηπάτο της Βουλγαρίας και έτσι ενσωμάτωσε παρά τις διεθνείς αντιδράσεις την Ανατολική Ρωμυλία.
Η ήττα της ρωσικής διπλωματίας με το Συνέδριο του Βερολίνου απομάκρυνε τη Βουλγαρία από τον πανσλαβιστή σύμμαχό της και έτσι άρχισε η προσέγγιση προς τη νέα μεγάλη διεθνή δύναμη, τη Γερμανία. Μετά από την βουλγαρική παρασπονδία οι Ρώσοι θα αναζητήσουν έναν νέο σλάβο σύμμαχο στα Βαλκάνια και αυτόν θα τον βρουν στο πρόσωπο της Σερβίας.
Η πλήρης ανεξαρτησία της Βουλγαρίας όμως θα επιτευχθεί το 1908
Παρόλη τη στροφή της Βουλγαρίας προς τη Γερμανία, η Ρωσία θα επιμείνει και θα ωθήσει τη Βουλγαρία στη δημιουργία της Βαλκανικής Συμμαχίας το 1912.

Η αυστριακή πολιτική στα Βαλκάνια
Η Αυστρο-ουγγρική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε τα Βαλκάνια ως ένα ζωτικό χώρο στο Νότο που θα έπρεπε να βρίσκεται υπό τον έλεγχό της. Στόχος της υπήρξε ο έλεγχος της κοιλάδας του Αξιού και η κατάληψη της Οθωμανικής Θεσσαλονίκης. Στόχος της επίσης ήταν και η αναχαίτηση του πανσλαβισμού και της Σερβίας, εφόσον στα εδάφη της κατοικούσαν πολλοί σλαβικής προέλευσης πληθυσμοί και δεν θα ήθελε τον επηρεασμό της από τις γειτονικές σλαβικές χώρες. Παράλληλα, ήταν θανάσιμη αντίπαλος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Και ακριβώς αυτή η αντιπαλότητα μετέτρεψε τα Βαλκάνια σε «πυριτιδαποθήκη της Ευρωπης».
Η αντιπαράθεση της Αυστρίας με τη Σερβία, η οποία ήταν πλέον σύμμαχος της Ρωσίας, ειδικά μετά την ενίσχυσή της από τις βαλκανικές της νίκες, θα δημιουργήσει τη θρυαλλίδα που θα προκαλέσει λίγο αργότερα τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η Αυστροουγγαρία ανήκει στις χώρες που είχαν κέρδη από τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1878 εφόσον της δόθηκε η διοίκηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, η οποία εν τούτοις περιοχή παρέμενε υπό την τυπική κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Την Βοσνία-Ερζεγοβίνη θα προσαρτήσει πλήρως το 1908 εκμεταλλευόμενη την εσωτερική πολιτική κρίση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λόγω του κινήματος των Νεότουρκων. Η πράξη αυτή εξόργισε την Σερβία και την Ρωσία και δημιούργησε συνθήκες ένοπλης αντιπαράθεσης. Επίσης η Αυστρία υποστήριξε τη Βουλγαρία στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο εναντίον της Σερβίας και της Ελλάδας.
Όλα αυτά τα στοιχεία θα αποτελέσουν τις αιτίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, η Αυστρο-ουγγαρία επιχείρησε σε συνεργασία με την Ιταλία, με τη δημιουργία του αλβανικού κράτους να εμποδίσει τη Σερβία να βρεί έξοδο στην Αδριατική και να εξαφανίσει τις βλέψεις της Ελλάδας για τη Βόρειο Ήπειρο.

Η γερμανική πολιτική στα Βαλκάνια
Η μεγάλη στρατηγική επιλογή της Γερμανίας από τα τέλη του 19ου αιώνα υπήρξε η συμμαχία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και μέσω αυτής η οικονομική και γεωστρατηγική επέκταση στην Ανατολή (Drang nach Osten). Γι αυτό θεμέλιος λίθος της γερμανικής πολιτικής ήταν η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η Γερμανία επένδυσε τεράστια κεφάλαια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Γερμανικοί όμιλοι (όπως η Deutsche Bank) χρηματοδότησαν τη δημιουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Βερολίνου-Βαγδάτης, η οποία περνούσε μέσα από τα Βαλκάνια.
Η πλέον χαρακτηριστική προσωπικότητα αυτής της στρατηγικής γερμανικής επιλογής ήταν η αποστολή του Πρώσου στρατάρχη Κόλμαρ φον ντερ Γκολτς (Colmar Freiherr von der Goltz, 1843–1916), που έμεινε στην ιστορία ως Γκολτς Πασάς (Goltz Pasha). Ο Γκολτς εστάλη στην Κωνσταντινούπολη το 1883 στο πλαίσιο της συνεργασίας της Γερμανίας με τον Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β’. Αναμόρφωσε τις στρατιωτικές σχολές και δημιούργησε μια ομάδα αξιωματικών που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στα επόμενα χρόνια. Η Γερμανία επένδυσε μεγάλα ποσά στην εκπαίδευση και στον εξοπλισμό του οθωμανικού στρατού.
Η νίκη των Οθωμανών κατά της Ελλάδας στον άτυχη πόλεμο του 1897 θεωρείται ότι οφείλεται στις μεταρρυθμίσεις, στους συμβούλους και στον εξοπλισμό που είχε εισαγάγει. Επίσης και τα γιγάντια αμυντικά έργα του Σαραντάπορου που οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι τα θεωρούσαν απόρθητα ήταν γερμανικής κατασκευής και διοίκησης.
Επίσης ο Γκολτς πασάς φέρει σημαντική ευθύνη για τις διώξεις και τις γενοκτονίες των χριστιανικών πληθυσμών (Αρμενίων, Ελλήνων, Ασσυρίων) στην ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Με το βιβλίο του «Ο λαός στα όπλα» (Das Volk im Waffen), εισήγαγε την έννοια του απόλυτου, ολοκληρωτικού πολέμου καλλιεργώντας την άποψη ότι ο στόχος μιας εκστρατείας δεν είναι απλώς η ήττα του αντίπαλου στρατού, αλλά ο ολοκληρωτικός αφανισμός του εχθρού.
Το βιβλίο αυτό έγινε το «ευαγγέλιο» των Νεότουρκων. Ο Ενβέρ Πασάς είχε τον Γκολτς ως δάσκαλο και πρότυπο. Οι Νεότουρκοι εφάρμοσαν αυτή τη θεωρία της «εσωτερικής εκκαθάρισης» απέναντι στους χριστιανούς, τους οποίους θεωρούσαν εσωτερικό εχθρό και εμπόδιο για την ομογενοποίηση του κράτους.
Μετά την ήττα των Νεότουρκων το 1912 η γερμανική βαλκανική πολιτική αναπροσαρμόστηκε και συμπεριέλαβε και άλλες βαλκανικές χώρες. Ο νέος σύμμαχος ήταν πλέον η Βουλγαρία και ένα από τα μεταπολεμικά φιλέτα που της υποσχέθηκαν ήταν η Ανατολική Μακεδονία.

Η ιταλική πολιτική στα Βαλκάνια
Στη πρώτη φάση η ιταλική πολιτική είχε ως κύριο στόχο την μετατροπή της Αδριατικής σε «ιταλική λίμνη». Θεωρούσε ως ανταγωνιστές την Αυστρία και τη Σερβία και γι αυτό επένδυε στη δημιουργία της ανεξάρτητης Αλβανίας. Ένα αλβανικό κράτος υπό την κηδεμονία της Ιταλίας θα ήλεγχε τα στενά του Οτράντο και θα ήταν φυσικός φραγμός τόσο της Σερβίας όσο και της Ελλάδας.
Στη Διάσκεψη του Λονδίνου στα τέλη του 1912, η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία πρωτοστάτησαν για τη δημιουργία του κράτους της Αλβανίας. Αυτό έγινε αποκλειστικά για να αποκλειστεί η Σερβία από τη θάλασσα και να περιοριστούν τα ελληνικά κέρδη στην Ήπειρο.
Παράλληλα η Ιταλία αποσκοπούσε στην εδραίωση της παρουσίας της και στην Μεσόγειο. Έτσι, με τον ιταλο-τουρκικό πόλεμο του 1911-12 κατάφερε να αποσπάσει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία τη Λιβύη και τα Δωδεκάνησα.
Στο επίπεδο των διεθνών συμμαχιών η Ιταλία κινήθηκε με βάση τα γεωπολιτικά της συμφεροντα. Ενώ ανήκε στη Τριπλή Συμμαχία μαζί με την Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, δεν δίστασε να υπονομεύσει την Αυστρία στα Βαλκάνια. Επίσης, όταν έκρινε ότι άλλαζαν οι Συνθήκες άλλαζε και μέτωπο.
Έτσι, όταν η Ελλάδα με τον Εθνικό Διχασμό θα βρεθεί στο φιλογερμανικό στρατόπεδο (1915-1917) εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ιταλία θα εγκαταλείψει την Τριπλή Συμμαχία. Θα προσχωρήσει στην Αντάντ ευελπιστώντας στα μεταπολεμικά κέρδη, τα οποία ήταν αυτά που έχανε η Ελλάδα με την φιλογερμανική της πολιτική. Δηλαδή την Δυτική Μικρά Ασία με τη Σμύρνη προσδοκώντας στη δημιουργία ενός ιταλικού κράτους μαζί με τα Δωδεκάνησα, μέσω του οποίου θα ήλεγχε την Ανατολική Μεσόγειο.

Η πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας στα Βαλκάνια
Ιστορικά, το Λονδίνο υποστήριζε την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για να εμποδίσει τη ρωσική κάθοδο στη Μεσόγειο. Γι αυτό και η πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας στα Βαλκάνια το 1912 χαρακτηριζόταν από ουδετερότητα, επιδίωξη διατήρησης των ισορροπιών και αποτροπή ενός γενικευμένου ευρωπαϊκού πολέμου.
Όταν έγινε σαφές ότι η Βαλκανική Συμμαχία (Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία, Μαυροβούνιο) επικρατούσε ολοκληρωτικά στα πεδία των μαχών, η Βρετανία εγκατέλειψε το δόγμα της οθωμανικής ακεραιότητας.
Η Βρετανία έβλεπε θετικά την εδαφική επέκταση της Ελλάδας στα νησιά του Αιγαίου και τη Μακεδονία, καθώς θεωρούσε τη χώρα μια ναυτική δύναμη που θα μπορούσε μελλοντικά να λειτουργήσει ως ανάχωμα σε άλλες επιρροές στη Μεσόγειο.
Σε μεγάλο βαθμό η μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία συνέπιπταν στις εκτιμήσεις και στα συμφέροντα για τα της βαλκανικής. Παρότι και οι δύο χώρες ήταν σύμμαχες με τη Ρωσική Αυτοκρατορία δεν επιθυμούσαν εκείνη τη στιγμή τον έλεγχο των Στενών από αυτήν μέσω της Βουλγαρίας. Παράλληλα και οι δύο χώρες προσπαθούσαν να μην επιτρέψουν τα πράγματα να εξελιχθούν προς ένα γενικευμένο πόλεμο στην Ευρώπη.
Η πολιτική της Γαλλίας στα Βαλκάνια το 1912 χαρακτηριζόταν από την αγωνιώδη προσπάθεια αποτροπής ενός ευρωπαϊκού πολέμου, τη διατήρηση των οικονομικών της επενδύσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την ενίσχυση της συμμαχίας της με τη Ρωσία.
Όταν η Βρετανία ανέλαβε πρωτοβουλία και συγκάλεσε τη Συνδιάσκεψη των Πρεσβευτών στο Λονδίνο τον Δεκέμβριο του 1912 για την ειρηνική διευθέτηση των συνόρων μετά το τέλος του βαλκανικού πολέμου, η Γαλλία την υποστήριξε με όλες της τις δυνάμεις προσδοκώντας στον περιορισμό της κρίσης στο διπλωματικό πεδίο. Φυσικά όπως γνωρίζουμε, ο στόχος αυτός δεν επιτεύχθηκε λόγω των βουλγαρικών προσδοκιών για πλήρη επικράτηση στη Μακεδονία.

Οι εξελίξεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά το κίνημα των Νεότουρκων(1908)
Το 1908 είναι το σημείο κατά το οποίο το πνεύμα του ακραίου φυλετισμού, που κόμιζε η τριανδρία της Θεσσαλονίκης των Τζεμάλ, Εμβέρ και Ταλαάτ πασά, υπερίσχυσε του ευρύτατου μεταρρυθμιστικού κινήματος που είχε αναφανεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τα τέλη του 19ου αιώνα (το 1891 είχε δημιουργηθεί το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος») και προσδοκούσε στη μετεξέλιξη της Αυτοκρατορίας σε κράτος δικαίου.
Ο νέες εθνικιστικές απόψεις που εμφανίζονται καθορίζουν ως εθνικό χώρο των Τούρκων μια εκτεταμένη περιοχή από το Αιγαίο έως τη θάλασσα της Κίνας. Το παντουρκιστικό κίνημα στοχεύει ακριβώς στη δημιουργία αυτής της νέας τουρκικής αυτοκρατορίας, όπου δεν θα υπάρχει θέση για κανένα άλλο έθνος εκτός απ’ αυτό των Τούρκων.
Κύριοι υποστηρικτές των τάσεων αυτών ήταν οι Γερμανοί, οι οποίοι, με μια προνομιακή συμμαχία με το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, επιδίωξαν αφενός το ξαναμοίρασμα του παλιού κόσμου των αγορών και των αποικιών και αφετέρου την οικονομική τους κυριαρχία στην Εγγύς Ανατολή με την εξαφάνιση των μόνων ανταγωνιστών τους, των Ελλήνων και των Αρμενίων.
Μετά από την αρχική ευφορία των χριστιανικών κοινοτήτων που πείστηκαν από το φιλελεύθερο προσωπείο των Νεότουρκων, ήρθε η διάψευση των προσδοκιών. Η ελληνική εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» της οθωμανικής Θεσσαλονίκης στις 10 Ιουλίου 1910: «Μας αφανίζετε. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουμε τη δυστυχία που μας βρήκε τα δύο τελευταία χρόνια …για πιο λόγο υφιστάμεθα όλους αυτούς τους διωγμούς; …Μας παίρνετε όσα μας ανήκουν και τα δίνετε σε άλλους. Φυλακίζετε τους ιερείς και τους δασκάλους μας. Ξυλοκοπείτε τους πολίτες και από παντού ακούγονται θρήνοι και οδυρμοί.»
Τον Οκτώβριο του 1911 αποφασίστηκε και επισήμως, σε συνέδριο των Νεότουρκων που έγινε στην οθωμανική Θεσσαλονίκη, η εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων.
Επίσης φαίνεται ότι οι Νεότουρκοι είχαν εκπονήσει ένα σχέδιο μετατροπής της περιοχής μεταξύ Θεσσαλονίκης και Κωσταντινούπολης σε τουρκικό εθνικό κράτος με τη μεταφορά χιλιάδων μουσουλμάνων κατοίκων και προσφύγων από την υπόλοιπη Βαλκανική.
Η αντιμειονοτική πολιτική της τάσης αυτής των Νεότουρκων, θα προκαλέσει μεγάλη κοινωνική όξυνση. Οι Μικρασιάτες σοσιαλιστές, όπως ο Δ. Γληνός και ο Γ. Σκληρός, θα αναλύσουν από το 1909 με εντυπωσιακή διεισδυτικότητα τις νέες συνθήκες. Χαρακτηριστική είναι η προσέγγιση του Δημήτρη Γληνού: «Διωκόμεθα, απειλούμεθα, καταπιεζόμεθα, εκβιαζόμεθα, σφαζόμεθα, ηκούσθη από τους τόπους των χθεσινών συναδελφώσεων. Εις τα παράλια, καθώς και εις τα βάθη της Μικράς Ασίας, εις την Μακεδονία, εις την Θράκην, εις την Ήπειρον, εις τας νήσους του Αρχιπελάγους άρχεται ο διωγμός…. η μόνη ultima ratio, η μόνη πειθώ, η μόνη ακαταμάχητος λογική, η λογική των όπλων. Η Ελλάς, η Βουλγαρία, η Σερβία και το Μαυροβούνιον έχουσιν εντός του τουρκικού κράτους εκτεθειμένους εις τας καταπιέσεις, εις τους διωγμούς, εις την μάχαιραν των Τούρκων εκατομμύρια αδελφών.»
Ακριβώς αυτή η κατάσταση υποχρέωσε τα σκληρά ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους χριστιανική κράτη των Βαλκανίων να παρακάμψουν τους ανταγωνισμούς τους. Η ακραία εθνικιστική πολιτική των Νεότουρκων συνέβαλε στη σύμπηξη του μετώπου των χριστιανικών βαλκανικών χωρών και των βαλκανικών πολέμων που ακολούθησαν.

Οι Έλληνες την εποχή των Βαλκανικών πολέμων
Οι Έλληνες διακρίνονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:
-τους Έλληνες της ελεύθερης Ελλάδας οι οποίοι με τα επίσημα στοιχεία των απογραφών ανέρχονταν σε 2,5 με 2,6 εκατομμύρια στις αρχές του 20ού αιώνα και
-τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι οποίοι με βάση την πατριαρχική απογραφή προ του 1912 ανέρχονται σε 2,3 εκατομμύρια άτομα και με βάση την οθωμανική απογραφή 1,8 εκατομ.
-τους Έλληνες στην Αυτόνομη Κρήτη (1898–1913) η οποία δεν ανήκε ακόμα στο ελληνικό κράτος αλλά αποτελούσε την αυτόνομη Κρητική Πολιτεία. Σύμφωνα με την πρώτη επίσημη απογραφή που διενήργησε η αυτόνομη κυβέρνηση τον Ιούνιο του 1900, οι χριστιανοί Έλληνες του νησιού ανέρχονταν σε 269.319 κατοίκους, αποτελώντας τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού.
Ένα σημαντικό τμήμα (260.000 άτομα) του ένδημου ελληνισμού κατοικούσε εκείνη την εποχή στην Κύπρο, η οποίο -παρότι παρέμενε οθωμανικό έδαφος- είχε αποδοθεί για διαχείριση στην Μεγάλη Βρετανία ως «δώρο» για την ανατροπή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Αυτή ακριβώς η συγκυριακή διαχειριστική σχέση της Μεγάλης Βρετανίας με την Κύπρο επέτρεπε να προταθεί για ένωση με την Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1915, εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έναντι της εξόδου της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όμως η φιλογερμανική στάση της τότε ελληνικής βασιλικής κυβερνήσεως απέρριψε τη μοναδική αυτή πρόταση και ευκαιρία.

Στην εποχή του Τανζιμάτ
Οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ ευνόησαν τη ραγδαία οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη των Ελλήνων. Η οικονομική τους ισχύς ήταν μεγαλύτερη της πληθυσμιακής τους αναλογίας. Υπολογίζεται ότι το 50% του επενδεδυμένου κεφαλαίου στη βιομηχανία, καθώς και το 60% σε κλάδους μεταποίησης ανήκαν σε πολίτες που προέρχονταν από τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες. Το 1912, από τις 18.063 εμπορικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε Έλληνες ανήκε το 46%, το 23% σε Αρμένιους, το 15% σε μουσουλμάνους. Υπολογίζεται ότι το 1914 από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες, το 49% ανήκε σε Οθωμανούς Έλληνες, ενώ Έλληνες ήταν και το 46% των τραπεζιτών. Την ίδια χρονιά, υπολογίζεται ότι Έλληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Αυτή ακριβώς η κατάσταση οδήγησε τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να επενδύσουν πολιτικά στο δημοκρατικό μετασχηματισμό του κράτους και στην πλήρη κατάργηση των διαχωρισμών στη βάση της θρησκευτικής ή εθνικής ιδιαιτερότητας. Το όραμα του ελληνο-οθωμανισμού για ένα εκδημοκρατισμένο, πολυπολιτισμικό κράτος κατέρρευσε γρήγορα (μεταξύ 1910–1912) γιατί η κυβέρνηση των Νεότουρκων στράφηκε γρήγορα σε έναν σκληρό, σοβινιστικό τουρκικό εθνικισμό, επιδιώκοντας την αφομοίωση ή την εξόντωση των μειονοτήτων, αντί για την ισοπολιτεία. Μετά το 1908 το όραμα της ειρηνικής συμβίωσης μέσα στην αυτοκρατορία κατέστη ανέφικτο.

Η πολιτική της Ελλάδας
Η εμφάνιση των βαλκανικών εθνικισμών και κυρίως του βουλγαρικού κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μετέβαλε σε σημαντικό βαθμό το πεδίο συγκρότηση των αντιπαλοτήτων. Βαθμιαία οι Σλάβοι γίνονται οι κύριοι εχθροί. Η οικουμενική ορθοδοξία που εξέφραζε το Οικουμενικό Πατριαρχείο άρχισε να διαιρείται σε ξεχωριστά εθνικά σύνολα.
Τα κινήματα ανεξαρτησίας των άλλων βαλκανικών λαών αντιμετωπίζουν τους Έλληνες σαν αντιπάλους μαζί με τους Τούρκους επιθυμώντας να απαλλαγούν από την πολιτιστική ελληνική κυριαρχία.
Η Ελλάδα υιοθέτησε κατά περιόδους σαφή φιλοοθωμανική πολιτική (ή πολιτική προσωρινής συνεννόησης με την Πύλη) κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, χρησιμοποιώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ανάχωμα απέναντι στον σλαβικό κίνδυνο. Ο Χαρίλαος Τρικούπης ήταν ο κύριος εκφραστής αυτής της προσέγγισης. Θεωρούσε ότι ο εκβουλγαρισμός της Μακεδονίας αποτελούσε πολύ μεγαλύτερη και πιο άμεση απειλή για τα ελληνικά συμφέροντα από την παραμονή των εδαφών αυτών υπό οθωμανικό έλεγχο. Η θέση του Τρικούπη ήταν ότι η Ελλάδα προτιμούσε να συνορεύει στα βόρεια με μια εξασθενημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία αργά ή γρήγορα θα κατέρρεε, παρά με μια ισχυρή και επιθετική Σλαβική Ομοσπονδία ή μια Μεγάλη Βουλγαρία που θα είχε την πλήρη στήριξη της Ρωσίας. Κατά τη δεκαετία του 1880, ο Τρικούπης επιδίωξε μυστικές επαφές με την Κωνσταντινούπολη, προτείνοντας μια άτυπη ελληνοτουρκική συνεννόηση για τον κοινό περιορισμό της βουλγαρικής διείσδυσης στη Μακεδονία.
Σε αυτή τη βάση εμφανίστηκε η άποψη των Δραγούμη-Σουλιώτη για την ελληνοτουρκική συνομοσπονδία. Απλώς ο Ίων Δραγούμης δεν αντιλήφθηκε την απόλυτη ρήξη στις έως τότε συνθήκες που επέφερε το νεοτουρκικό κίνημα το 1908 και η άνοδος των εθνικιστών στην εξουσία.
Εάν εξαιρεθεί ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, που προκλήθηκε από εσωτερική πολιτική πίεση και την κρητική επανάσταση, η Ελλάδα ακολούθησε με συνέπεια αυτή την αντισλαβική πολιτική συνεννόησης με την Υψηλή Πύλη.
Το κίνημα των Νεότουρκων του 1908 καθώς και η παρακμή του ελληνικού πολιτικού συστήματος προκάλεσαν το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί (Αύγουστος 1909) που είχε επικεφαλής τον συνταγματάρχη πυροβολικού Νικόλαο Ζορμπά. Η μεγάλη λαϊκή υποστήριξη του κινήματος του επέτρεψε να παρέμβει στη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού σκηνικού.
Οι στρατιωτικοί με το Κίνημα στο Γουδί, δεν επιθυμούσαν να εγκαθιδρύσουν δικτατορία, ούτε είχαν την εμπειρία να κυβερνήσουν οι ίδιοι. Αναζητούσαν έναν ικανό, έντιμο και άφθαρτο πολιτικό για να εφαρμόσει το μεταρρυθμιστικό τους πρόγραμμα.
Στα τέλη του 1909 ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος πρότεινε στον εκ Πατρών Δημήτριο Γούναρη να αναλάβει την πρωθυπουργία. Ο Γούναρης απέρριψε την πρόταση του αρχηγού του Συνδέσμου Νικολάου Ζορμπά. Μετά την άρνηση του Γούναρη, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος στράφηκε στην Κρήτη και κάλεσε στην Αθήνα τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο Βενιζέλος αρνήθηκε επίσης αρχικά την πρωθυπουργία, αλλά ανέλαβε ρόλο πολιτικού συμβούλου του Συνδέσμου, οδηγώντας τελικά τη χώρα σε εκλογές, στην αναθεώρηση του Συντάγματος και στην ανάληψη της εξουσίας από τον ίδιο το 1910.
Ο Βενιζέλος είχε μια άλλη γεωπολιτική αντίληψη από αυτήν που επικρατούσε στους κύκλους των Αθηνών. Το κύριο ζήτημα για τον Βενιζέλο ήταν η συμμετοχή στις διαδικασίες αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την μεγέθυνση των ελληνικών κερδών.
Παράλληλα, λόγω του Κρητικού Ζητήματος, ήταν πολύ καλός γνώστης των σχέσεων και των δυνατοτήτων των Μεγάλων Δυνάμεων. Καταλαβαίνοντας ότι η εποχή εκείνη ήταν κρίσιμη που κυοφορούσε εξελίξεις, επιχείρησε να ειρηνεύσει το εσωτερικό μέτωπο. Έτσι, αγνοώντας τις θέσεις του Στρατιωτικού Συνδέσμου που αντιδρούσε στον κύριο ρόλο που είχαν έως τότε οι βασιλικοί πρίγκιπες στη διοίκηση του στρατεύματος, τοποθέτησε τον διάδοχο Κωνσταντίνο σαν Γενικό Επιθεωρητή του Στρατού και προσέλαβε ως υπασπιστή του τον Ιωάννη Μεταξά. Παράλληλα επέλεξε τη γαλλική αποστολή για την εκπαίδευση του ελληνικού στρατού ως αντίπαλο δέος στους Γερμανούς που εκπαίδευαν και εξόπλιζαν τους Τούρκους.

Την ίδια εποχή στα Βαλκάνια, ως αποτέλεσμα της ρωσικής πίεσης δημιουργήθηκε στις αρχές του 1912 μια αντιτουρκική συμμαχία της Βουλγαρίας με τη Σερβία. Στη συμμαχία αυτή προσχώρησε στη συνέχεια το Μαυροβούνιο. Έως εκείνη τη στιγμή η Ελλάδα ήταν απούσα από τις εξελίξεις. Πρώτα γιατί κανείς δεν την υπολόγιζε ως σημαντική στρατιωτική δύναμη και έπειτα γιατί ήταν ανταγωνιστής των βουλγαρικών βλέψεων για την οθωμανική Μακεδονία.
Στην ίδια την Ελλάδα υπήρχαν δύο αντίθετες απόψεις. Η μια ήταν η ακραία αντισλαβική που εξέφρασε ο Ίων Δραγούμης. Για τις δύο αυτές γραμμές ο Δραγούμης έγραψε: «Η μία (του Βενιζέλου) επίστευε και φώναζε να μεγαλώσει όπως όπως η Ελλάδα. Η άλλη έλεγε να ζήσει και να προκόψει το ελληνικό έθνος και να συγκυριαρχήσει με τον Τούρκο στην Ανατολή….».
Η άλλη άποψη που εξέφρασε ο Ελευθέριος Βενιζέλος για την παρούσα στιγμή ήταν: «Ή θα νικήσουν τα σλαβικά κράτη και η Ελλάς μένει εσαεί εις την Μελούναν. Ή νικά η Τουρκία και χάνεται δια παντός ο ελληνισμός».
Τελικά η πίεση του Βενιζέλου για συμμετοχή της Ελλάδας στη Βαλκανική Συμμαχία έγινε αποδεκτή από τους Βούλγαρους και η συνθήκη μεταξύ τους υπογραφτηκε στις 16 Μαϊου του 1912. Ο μόνος λόγος που η Βουλγαρία συναίνεσε στην συμμετοχή της Ελλάδα στον κοινό συνασπισμό ήταν η ύπαρξη του ελληνικού στόλου στο Αιγαίο, ο οποίος θα μπορούσε να εμποδίσει τη μεταφορά στρατευμάτων είτε από τη Μικρά Ασία είτε μέσω των Δαρδανελίων στα μέτωπα του πολέμου.
Έτσι διαμορφώθηκε το συμμαχικό μέτωπο που αποτελούνταν αποκλειστικά από τέσσερα κράτη: την Ελλάδα, τη Σερβία, τη Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο.
Στις 4 Οκτωβρίου ξεκίνησε και επισήμως ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος.

Συνοψίζοντας
Οι επιτυχίες των συμμάχων κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο υπερέβησαν κάθε αισιόδοξη πρόβλεψη. Οι Τούρκοι ηττήθηκαν σε όλα τα μέτωπα και σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά η δράση του ελληνικού στόλου που εμπόδισε τη μεταφορά στρατευμάτων στα βαλκανικά μέτωπα του πολέμου. Πολύ ευνοημένη από τις εξελίξεις ήταν η Ελλάδα, η οποία καταφέρνοντας να υπερνικήσει τα οθωμανικά στρατεύματα στο Σαραντάπορο κατέλαβε μεγάλα τμήματα της Μακεδονίας, την Ήπειρο και τη Θεσσαλονίκη την οποία εποφθαλμιούσαν οι Βούλγαροι. Οι Έλληνες είχαν να αντιμετωπίσουν ένα μόνο σώμα στρατού γιατί τον κύριο όγκο των στρατευμάτων (τρία σώματα στρατού) οι Νεότουρκοι τα είχαν παρατάξει στην Ανατολική Θράκη για την προστασία της Κωνσταντινούπολης.
Τον Μάϊο του 1913 ο βουλγαρικός στρατός θα κατανικήσει τα οθωμανικά στρατεύματα και θα φτάσει έξω από την Κωνσταντινούπολη. Τότε οι Μεγάλες Δυνάμεις (Μεγ. Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Ρωσία και Ιταλία) παρενέβησαν και επέβαλαν στους εμπόλεμους ανακωχή. Στις 17 Μαΐου 1913 (με το παλιό ημερολόγιο) υπεγράφη μεταξύ των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων και της οθωμανικής εξουσίας η Συνθήκη του Λονδίνου, με την οποία έμπαινε τέλος στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Οι όροι της συνθήκης έγιναν αποδεκτοί από τους εκπροσώπους των νικητών με επιφύλαξη. Η Τουρκία έχανε όλες τις ευρωπαϊκές της κτήσεις, δημιουργείτο ανεξάρτητο κράτος της Αλβανίας, η Κρήτη παραχωρούνταν στους 4 συμμάχους, οι 3 εκ των οποίων παραιτήθηκαν κάθε αξίωσης υπέρ της Ελλάδας. Η τελική χάραξη των συνόρων καθώς και η μοίρα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου θα καθορίζονταν σε νέα συνδιάσκεψη. Η Συνθήκη αυτή αποδείχθηκε εξαιρετικά βραχύβια. Ένα μήνα μετά την υπογραφή της Συνθήκης, ο βουλγαρικός στρατός επιτέθηκε αιφνιδιαστικά κατά της Ελλάδας και της Σερβίας.
Έτσι άρχισε ο Β΄Βαλκανικός πόλεμος, ο οποίος θα τελείωνε οριστικά με ήττα της Βουλγαρίας. Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου 1913 με το παλαιό ημερολόγιο) στην Ελλάδα επιδικάζονταν οριστικά η Κρήτη, η Ήπειρος, η Μακεδονία έως τον Νέστο ποταμό. Χανόταν η Βόρειος Ήπειρος, που απεδίδετο στην Αλβανία για να έχει βιώσιμα σύνορα και η νήσος Σάσσων, μικρό νησάκι στην είσοδο του λιμανιού του Αυλώνα, που αποτελούσε προσάρτημα των Επτανήσων όταν αυτά παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα το 1864. Η Σερβία κέρδιζε την Βόρειο Μακεδονία και το Νόβι-Παζάρ και η Βουλγαρία τη Δυτική Θράκη, για να έχει μια διέξοδο στο Αιγαίο και τμήμα της Μακεδονίας, που ονομάζει ως σήμερα Μακεδονία του Πιρίν. Η Βουλγαρία έχασε το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης από ισχυρή αντεπίθεση του τουρκικού στρατού και μέρος της Δοβρουτσάς από επέλαση των Ρουμάνων, οι οποίοι δρώντας καιροσκοπικά και ύπουλα τους επιτέθηκαν στα νώτα όταν όλα είχαν κριθή.
ΠΗΓΕΣ
-Βλάσης Αγτζίδης, Μεταξύ Σεβρών και Λωζάννης. Πλευρές της μικρασιατικής τραγωδίας, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2022
-Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, (τομ. 1-2, β’ έκδ.), εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1970
-R. Clogg, Σύντομη ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1993
-Σόλων Γρηγοριάδης, Οι βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, εκδ. Δ.Ο.Λαμπράκη, Αθήνα, 1979
-Ελένη Κ. Δημητρίου, Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2022
-Η Ελλάδα των βαλκανικών πολέμων (1912-13), επιμ. Κ. Τρίχα-Ε. Γαρδίκα Κατσιαδάκη, εκδ. ΕΛΙΑ, Αθήνα, 1993
-Γεώργιος Κ. Ευστρατιάδης, Οι επεκτατικές προσπάθειες των Βουλγάρων και ο 2ος βαλκανικός πόλεμος -1913, εκδ. Χριστοδουλίδη, Θεσσαλονίκη, 1993
-Χρήστος Π. Ίντος, Βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913). Από το Κιλκίς στη Δοϊράνη και τη Στρώμνιτσα, εκδ. Ελληνικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2013
-Γιώργος Λεονταρίτης, «Η διεθνής θέση της Ελλάδας στις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου», Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΕ, εκδ. Eκδοτική Αθηνών, σελ. 15-98
-Γεώργιος Λογοθέτης, Η βαλκανική κρίση του 1875 και η άνοδος των εθνικισμών στα Βαλκάνια: Εθνικές, πολιτικές και οικονομικές όψεις, https://pandemos.panteion.gr/files/168d48bb-6fca-4a40-b36b-9e338f94f6c9
-Κώστας Λούλος, Η γερμανική πολιτική στην Ελλάδα 1896-1914, εκδ. Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ, Αθήνα, 1991
-Δημήτρης Ε. Φιλιππής, Προφασισμός, Εκφασισμός, ψευδοφασισμός. Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία στον Μεσοπόλεμο, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2010
–


