Μια νέα διαφήμιση της Lidl προκαλεί έντονες αντιδράσεις καθώς έχει χαρακτηριστικά ισλαμικής προπαγάνδας και προωθεί την προσαρμογή (υποταγή) της ελληνικής κοινωνίας σε ισλαμικά πρότυπα.
Το βίντεο, δείχνει μια νεαρή γυναίκα με μαύρη μαντίλα (hijab) σε αποθηκευτικό χώρο γεμάτο κουτιά και παλέτες, να αλληλεπιδρά με άλλες γυναίκες σε επαγγελματικό πλαίσιο, οι οποίες δυσκολεύονται να πουν το όνομά της (Βεσκαντούλ) και της ζητούν να την λένε χαϊδευτικά «Μπέκι».
Η γυναίκα το αποδέχεται αν και με ενόχληση-απογοήτευση και έτσι δημιουργεί ενοχικά σύνδρομα στις Ελληνίδες, οι ιοποίες στην συνέχεια το μετανιώνουν και της ζητούν να γράψει το όνομά της για να το μάθουν!.
Στο βίντεο, η γυναίκα με το μαντίλα εμφανίζεται ως κεντρική φιγούρα: μιλά, γράφει σε σημειωματάριο, χαμογελάει και συμμετέχει σε συζητήσεις, ενώ στο τέλος αποκαλύπτεται το λογότυπο της Lidl με το σύνθημα «Γιατί αξίζει».
Η διαφήμιση φαίνεται να προβάλλει την εταιρεία ως χώρο συμπερίληψης και ίσων ευκαιριών, με έμφαση στη διαφορετικότητα ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μία προσπάθεια επιβολής της «Soft jihad».
Η παρουσία του hijab σε επαγγελματικό περιβάλλον παρουσιάζεται ως «κανονικότητα», ενώ προωθεί έμμεσα την αποδοχή στοιχείων της Σαρία και της ισλαμικής κουλτούρας στην καθημερινή ζωή.
Τέτοιες καμπάνιες μεύπουλο τρόπο επιχειρούν την υποβάθμιση της ελληνικής φυλής και παράδοσης.
Αντί για την προώθηση της ελληνικής ταυτότητας, της Ορθοδοξίας και των εθνικών αξιών, προβάλλονται πρότυπα «προσαρμογής» σε μειονοτικές θρησκευτικές πρακτικές.
Η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζεται σαν φθηνό, μαζικό προϊόν που μπορεί να «αναδιαμορφωθεί» ανάλογα με τις ανάγκες της πολυπολιτισμικότητας και των πολυεθνικών εταιρειών.
Προσπάθησαν να μας πουλήσουν την ιδέα ότι η Γερμανία ήταν η ευρωπαϊκή ατμομηχανή επειδή είναι τόσο εργατικοί και παραγωγικοί.
Η πραγματικότητα ήταν ότι είχαν φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο να παράγουν και προχώρησαν έτσι στην προληπτική εξάλειψη των βιομηχανιών των χωρών που εντάσσονταν στην ΕΕ, ώστε αυτές να μην μπορούν να τους ανταγωνιστούν.
Ανάμεσα σε αυτές ήταν και η Ελλάδα.
Η Ελλάδα προς ένταξης στην ΕΟΚ-ΕΕ διέθετε μία ακμάζουσα βιομηχανία που είχε προοπτικές.
Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ (σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση) το 1981 θεωρείται από πολλούς καταλύτης για την αποβιομηχάνιση της χώρας.
Ο έντονος ευρωπαϊκός ανταγωνισμός βρήκε τις ελληνικές επιχειρήσεις ανοχύρωτες, καθώς προστατεύονταν με δασμούς για δεκαετίες.
Πολλοί βιομήχανοι έκλεισαν τα εργοστάσια και έγιναν απλοί εισαγωγείς προϊόντων.
Η μετάβαση σε ένα ανοιχτό εμπόριο είχε συγκεκριμένα αποτελέσματα για την ελληνική παραγωγή:
Άρση των δασμών: Τα ευρωπαϊκά προϊόντα πλημμύρισαν την ελληνική αγορά χωρίς φόρους. Ήταν φθηνότερα και ποιοτικότερα από τα αντίστοιχα εγχώρια.
Έλλειψη εκσυγχρονισμού: Η ελληνική βιομηχανία αποτελούνταν κυρίως από μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις. Δεν είχαν τις σύγχρονες μηχανές ή τα κεφάλαια των μεγάλων πολυεθνικών της κεντρικής Ευρώπης.
Αδυναμία εξαγωγών: Τα ελληνικά προϊόντα ήταν δύσκολο να πουληθούν στο εξωτερικό. Είχαν υψηλό κόστος παραγωγής και έλλειψη εξειδικευμένου μάρκετινγκ.
Το Κόστος στην Κοινωνία
Κλείσιμο εργοστασίων: Ιστορικοί κλάδοι, όπως η κλωστοϋφαντουργία και η μεταλλουργία, είδαν χιλιάδες θέσεις εργασίας να χάνονται μέσα σε λίγα χρόνια.
Αλλαγή παραγωγικού μοντέλου: Η χώρα στράφηκε στον τουρισμό, τις υπηρεσίες και το εμπόριο. Η βιομηχανία έχασε τη θέση της στην οικονομία.
Πληρώσαμε πολύ ακριβά στην Ελλάδα το λεγόμενο γερμανικό οικονομικό «θαύμα».
Στο «φως» η διαδικασία που ακολούθησαν τα αρμόδια εκτελεστικά όργανα της FIFA
Απίθανα πράγματα από την FIFA!
Είχε ακυρώσει την κόκκινη του Φ.Μπάλογκαν χωρίς να γίνει καν ψηφοφορία.
Ο διεθνής φορ είχε αποβληθεί στο παιχνίδι με τη Βοσνία, όμως η τιμωρία του ανατράπηκε πριν από την κρίσιμη αναμέτρηση.
Η εξέλιξη προκάλεσε αντιδράσεις, ιδιαίτερα μετά την αποκάλυψη ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επικοινωνήσει με τον πρόεδρο της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο, ζητώντας επανεξέταση της φάσης.
Η FIFA υποτήριξε ότι η απόφαση ελήφθη χωρίς πολιτική παρέμβαση και από ανεξάρτητη διαδικασία.
Ωστόσο, δημοσίευμα των Times ανέφερε ότι η πειθαρχική επιτροπή δεν προχώρησε καν σε ψηφοφορία και πως η τελική απόφαση πάρθηκε αποκλειστικά από τον επικεφαλής της, Μοχάμεντ Αλ Καμάλι.
Η αποκάλυψη αυτή ενίσχυσε τις αμφιβολίες για τον τρόπο λήψης της απόφασης, ενώ η FIFA είχε επικαλεστεί το Άρθρο 27 του Πειθαρχικού Κώδικα.
Παράλληλα, αίτημα της Γαλλικής Ομοσπονδίας για ανάλογη ακύρωση κάρτας παίκτη της απορρίφθηκε, προκαλώντας νέα συζήτηση για τη συνέπεια των πειθαρχικών αποφάσεων.
Τον Απρίλιο του 1933, το Aλβανικό Υπουργείο Παιδείας έλαβε την απόφαση να καταστήσει την δημοτική εκπαίδευση υποχρεωτική και δωρεάν για όλους τους πολίτες της αλλά και να κλείσουν όλα τα ιδιωτικά, κοινοτικά σχολεία (της ελληνορθόδοξης, καθολικής, σουνιτικής και μπεκτασικής κοινότητας, καθώς και αλβανικά ιδιωτικά, συνολικά 67 σχολεία, εκ των οποίων 10 τα ελληνικά) εφαρμόζοντας σχετικές διατάξεις του Συντάγματος του 1928.
Τα μέτρα αυτά προκάλεσαν την αντίδραση της ελληνικής μειονότητας το διάβημα της Ελλάδας στην ΚτΕ*.
Στην Φλώρινα, ο διαλυθείς κατά το έτος 1926 Βορειοηπειρωτικός Σύλλογος Φλωρίνης επανιδρύεται το 1934. Την Κυριακή στις 18 Νοεμβρίου 1934 διοργανώνεται πάνδημο συλλαλητήριο στην Φλώρινα για όσα συμβαίνουν σε βάρος των ομογενών της Βορείου Ηπείρου.
Το συλλαλητήριο πραγματοποιήθηκε, όπως μας πληροφορεί το «Έθνος», φύλλο 190 /24-11-1934 στην αυλή των 1ου και 2ου Δημοτικών Σχολείων όπου αναγνώσθηκαν ομιλίες και εγκρίθηκε σχετικό ψήφισμα το οποίο και επιδόθηκε στον Νομάρχη Φλώρινας ύστερα από την μετάβαση των συγκεντρωθέντων στην Νομαρχία.
Η φωτογραφία μας έχει ληφθεί από το μπαλκόνι της (παλιάς) Νομαρχίας Φλώρινας.
Από την εφημερίδα «Έθνος» Φλώρινας προέρχονται και τα δυο παρακάτω κείμενα σχετικά με την φωτογραφία.
ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
Επανιδρύθη εκ νέου ο κατά το 1926 επί δικτατορίας Παγκάλου, διαλυθείς δια λόγους πολιτικούς, Βορειοηπειρωτικός Σύλλογος Φλωρίνης ο οποίος προσέφερε ανεκτιμήτους υπηρεσίας κατά το παρελθόν τόσον εις την εθνικήν υπόθεσιν της Β. Ηπείρου όσον και εις τους καταφυγόντας εις την Ελλάδα Βορειοηπειρώτας.
Τον Σύλλογον αυτόν οφείλουν να ενισχύσουν όλοι οι Βορειοηπειρώται ηθικώς και υλικώς δια να συνεχίση την μεγάλην του αποστολήν. Το Διοικ. Συμβούλιον του Συλλόγου αποτελείται από τους κ.κ. Παντελή Αφεζόλη πρόεδρος, Ναούμ Δισνίτσας Αντιπρόεδρος, Σ.Μ. Κων/ίδης Γ. Γραμματεύς, Αλεξ. Κυριαζής Ταμίας, Ν. Παπαδόπουλος, Θ Χριστόπουλος, Π. Μανίκας και Ευάγ. Βουργαλέτσης σύμβουλοι.
Ο Βορειοηπειρωτικός Σύλλογος Φλωρίνης απέστειλε το κάτωθι τηλεγράφημα διαμαρτυρίας δια τας καταπιέσεις των ομογενών της Β. Ηπείρου υπό των Αλβανικών Αρχών.
Σύλλογος Βορειοηπειρωτών Φλωρίνης διαμαρτύρεται εντονώτατα δια πρωτοφανείς καταπιέσεις υποδούλων αδελφών Βορείου Ηπείρου και παρακαλεί όπως ληφθώσει άνευ αναβολής τα ενδεικνυόμενα μέτρα σωφρωνισμού των εκτροχιασθέντων δυναστών.
Πρόεδρος ΑΦΕΖΟΛΗΣ [Εφημερίδα «Έθνος», φύλλο 188/10-11-1934]
ΠΑΝΔΗΜΟΝ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟΝ ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΩΓΜΟΥΣ ΤΩΝ ΒΟΡΕΙΟΠΗΡΩΤΩΝ
Εις το προαύλιον των Α, Β, Δημοτικών Σχολείων συνεκροτήθη την παρελθούσαν Κυριακήν πάνδημον και επιβλητικόν συλλαλητήριον διαμαρτυρίας του λαού Φλωρίνης δια τα πιέσεις και τα αφάνταστα μαρτύρια των αδελφών μας Βορειοηπειρωτών υπό των Αλβανικών αρχών εις το οποίον έλαβον μέρος τα σωματεία μετά των λαβάρων των, οι Π. Πολεμισταί και άπειρον πλήθος.
Εις το συλλαλητήριον ωμίλησαν ο πολιτευτής και τέως Γεν. Διοικητής Ηπείρου κ. Γ. Μόδης ο ιατρός κ. Χ. Σιάκος και ο Δικηγόρος κ. Τ. Δαΐκος.
Οι ρήτορες εξιστόρησαν δια μακρών τας πιέσεις και τα διώξεις τας οποίας υφίστανται οι υπόδουλοι αδελφοί μας Βορειοηπειρώται, εκαυτηρίασαν την στάσιν την Αλβανικής Κυβερνήσεως δια τους συστηματικούς διωγμούς των ομοφύλων μας και ηξίωσαν την επέμβασιν της Ελληνικής Κυβερνήσεως δια την κατάπαυσιν των διωγμών.
Εν τέλει ανεγνώσθη το κάτωθι ψήφισμα το οποίον άπας ο λαός μετέβη εν σώματι εις την Νομαρχίαν και επέδωκεν αυτό εις τον κ. Νομάρχην.
ΤΟ ΨΗΦΙΣΜΑ
Ο Λαός Φλωρίνης συνελθών σήμερον την 18ην Νοεμβρίου και ώραν 11ην π.μ. εν τω περιβόλω των Α και Β Δημοτικών σχολείων Ψηφίζει
1) Εκφράζει όλην την στοργήν και αλληλεγγύην προς τους καταπιεζομένους υπό των Αλβανικών Αρχών εν Βορείω Ηπείρω αδελφούς Έλληνας και συμπονεί μετ αυτών δια τας μαρτυρικάς διώξεις ας υφίστανται. 2) Διαμαρτύρεται εντονώτατα δια τας απηνείς διώξεις των Αλβανικών Αρχών εναντίον των αδελφών μας Βορειοηπειρωτών. 3) Αξιοί παρά της Κυβερνήσεως όπως μετέλθει έντονα και αποτελεσματικά μέσα προς άμεσον κατάπαυσιν των διωγμών και αξιώση τελείαν εξασφάλισην ανεγνωρισμένων προνομίων αδελφών μας Βορειοηπειρωτών. 4) Εντέλλεται, όπως το παρόν ψήφισμα, επεδοθή δια του κ. Νομάρχου Φλωρίνης προς την Κυβέρνησιν, τα Νομοθετικά Σώματα, τας Πρεσβείας των ξένων Κρατών, αποσταλή προς την Κοινωνίαν των Εθνών και δημοσιευθή δια του Τύπου.
Οι μελετητές εστιάζουν όλο και περισσότερο την προσοχή τους στην κατάσχεση και την ανασκαφή αρχαιοτήτων από την Ελλάδα και άλλες χώρες από τις γερμανικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Όταν οι Ναζί εισέβαλαν στην Ελλάδα το 1941, ο Τζούλιους Ρίνγκελ, ταγματάρχης του γερμανικού στρατού, ανέλαβε ενεργό ρόλο στην έναρξη παράνομων ανασκαφών στο νησί της Κρήτης, όπου ο μινωικός πολιτισμός είχε ανθίσει περισσότερα από 3.000 χρόνια νωρίτερα.
Η γη ήταν πλούσια σε αντικείμενα από την πολιτιστική κληρονομιά του νησιού και ο Ρίνγκελ, συχνά με τη βοήθεια των στρατευμάτων του, απομάκρυνε κάθε είδους κεραμικά, αγγεία, τμήματα αγαλμάτων, άλλα για δικό του όφελος και άλλα για να τα στείλει πίσω στα γερμανικά μουσεία ως λάφυρα πολέμου.
Ο Ρίνγκελ, διοικητής της Πέμπτης Ορεινής Μεραρχίας, λεηλάτησε επίσης αρχαίους θησαυρούς που είχαν ήδη ανακαλυφθεί. Κατέσχεσε αρχαιότητες από τη Βίλα Αριάδνη, το πρώην σπίτι του Βρετανού αρχαιολόγου σερ Άρθουρ Έβανς, το οποίο μετέτρεψε σε αρχηγείο της μεραρχίας. Έκλεψε άλλα από ένα κλειδωμένο δωμάτιο στο αρχαίο παλάτι της Κνωσού, έναν αρχαιολογικό χώρο πέντε στρεμμάτων που ήταν το κέντρο του μινωικού πολιτισμού, σύμφωνα με τους ειδικούς.
«Αξιωματικοί του στρατού, όπως ο Ρίνγκελ, όχι μόνο έκαναν ανασκαφές και λεηλατούσαν αρχαιότητες για προσωπικό όφελος, αλλά ήταν επίσης υπεύθυνοι για την καταστροφή αρχαιοτήτων, στην Κρήτη, τη Μακεδονία, την Τίρυνθα, την Ασίνη και τη Σάμο», δήλωσε ο Βασίλειος Πετράκος, μελετητής που είναι έφορος αρχαιοτήτων και γενικός γραμματέας της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών.
Αν και τα κινηματογραφικά κατορθώματα του Ιντιάνα Τζόουνς στη δεκαετία του 1980 παρείχαν μια δημοφιλή, φανταστική εικόνα της λαγνείας των Ναζί για αρχαιότητες, ο κόσμος της τέχνης έχει, όπως είναι λογικό, επικεντρώσει πολύ περισσότερη προσοχή στην κατάσχεση έργων τέχνης από Εβραίους.
Αλλά το θέμα του ρόλου των Ναζί στη λεηλασία αρχαιοτήτων προσελκύει όλο και περισσότερο την προσοχή, εν μέρει μέσω του έργου των μελετητών που ξετυλίγουν τα μυστήρια για το τι συνέβη στα αντικείμενα που ανασκάφηκαν ή κατασχέθηκαν πριν από οκτώ δεκαετίες.
Το περασμένο φθινόπωρο, για παράδειγμα, εκδόθηκε το βιβλίο «Το παρελθόν σε δεσμά», μια πεντάτομη μελέτη για τη λεηλασία των αρχαιοτήτων στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, γραμμένη από τον Πετράκο.
«Η έρευνα έχει ενταθεί πολύ σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Πολωνίας και της Ελλάδας», δήλωσε η Αιριν Μπαλντ Ρομάνο, καθηγήτρια ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα και επιμελήτρια της Αρχαιολογίας της Μεσογείου του Κρατικού Μουσείου της Αριζόνα.
Συμπόσια και διαλέξεις σχετικά με τη λεηλασία αρχαιοτήτων από τους Ναζί έχουν πραγματοποιηθεί σε διάφορες πόλεις τα τελευταία χρόνια, μεταξύ των οποίων και ένα από το «College Art Association», το οποίο παρουσίασε ένα πάνελ σχετικά με το θέμα στο ετήσιο συνέδριό του τον περασμένο Φεβρουάριο.
«Οι μελέτες που έχουν γίνει μέχρι τώρα πραγματικά ξύνουν κατά κάποιο τρόπο την επιφάνεια του θέματος», δήλωσε η Ρομάνο σε τηλεφωνική συνέντευξη.
Η Ρομάνο είναι συν-επιμελήτρια του επικείμενου «Η μοίρα των αρχαιοτήτων στην εποχή των Ναζί» ενός ειδικού ηλεκτρονικού τεύχους του RIHA, του περιοδικού της Διεθνούς Ένωσης Ερευνητικών Ινστιτούτων για την Ιστορία της Τέχνης, το οποίο θα παραχθεί σε συνεργασία με το Ερευνητικό Ινστιτούτο Γκέτι και το Κεντρικό Ινστιτούτο Ιστορίας της Τέχνης στο Μόναχο. Το τεύχος αναμένεται να δημοσιευθεί αργότερα μέσα στο έτος.
«Οι αρχαιότητες δεν έχουν λάβει το είδος της σε βάθος έρευνας που τους αξίζει σχετικά με την τύχη των ελληνικών, ρωμαϊκών, βυζαντινών, ετρουσκικών, εγγύς ανατολικών και αιγυπτιακών αρχαιοτήτων που εκλάπησαν από τους Ναζί», δήλωσε η Κλερ Λιόνς, επιμελήτρια αρχαιοτήτων στο Μουσείο Γκέτι. «Πρέπει να επικεντρώσουμε περισσότερες προσπάθειες στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο».
Το πέρασμα του χρόνου έχει καταστήσει δύσκολο για τους μελετητές σήμερα να ποσοτικοποιήσουν το εύρος της λεηλασίας των αρχαιοτήτων που συνέβη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, είτε πρόκειται για την Ελλάδα, την Ιταλία ή τη Μέση Ανατολή, κυρίως την Αίγυπτο.
«Πλήρης απολογισμός των κλοπιμαίων δεν υπάρχει και δεν είναι πλέον εφικτός», δήλωσε ο Πετράκος, αναφερόμενος στην κατάσταση στην Ελλάδα. «Η λεηλασία έγινε από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς στρατιωτικούς που λήστεψαν μουσεία και ευρήματα από τις ανασκαφές. Δεν γνωρίζουμε καν την ποσότητα των αντικειμένων που βρέθηκαν σε αυτές τις ανασκαφές».
Ο εντοπισμός των αντικειμένων περιπλέκεται από το γεγονός ότι η λεηλασία έγινε σε μια εποχή που η αγορά αρχαιοτήτων ανθούσε, ιδίως στη Γερμανία, την Ελβετία και τη Γαλλία, ειδικά στο κατεχόμενο Παρίσι.
Στις μέρες μας, λένε οι ειδικοί, η Γερμανία έχει ανταποκριθεί αρκετά στα αιτήματα για επαναπατρισμό των λεηλατημένων αρχαιοτήτων, αν και δεν είναι σαφές αν κάποιες μπορεί να βρίσκονται ακόμη στα μουσεία της, επειδή ο προσδιορισμός της πλήρους ιστορίας των αρχαίων καλλιτεχνημάτων μπορεί να είναι τόσο δύσκολος.
«Οι Γερμανοί ήταν πολύ ανοιχτοί σχετικά με τις συλλογές τους, δημιούργησαν βάσεις δεδομένων για να καταστήσουν προσβάσιμες τις πληροφορίες και τα αρχεία των συλλογών τους, διεξήγαγαν έρευνα προέλευσης σε δημόσια μουσεία και επανέφεραν πολλά έργα τέχνης», δήλωσε η Ρομάνο. «Η κατάσταση δεν είναι τέλεια, αλλά η Γερμανία έχει υψηλά πρότυπα για τα μουσεία όσον αφορά τα ζητήματα προέλευσης, ιδίως κατά τη διάρκεια της Ναζιστικής περιόδου».
Ενώ μικρές ανασκαφές έγιναν υπό γερμανική επίβλεψη σε όλη την Ελλάδα, υπήρξαν μεγάλες ανασκαφές στην περιοχή της Θεσσαλίας στη βόρεια Ελλάδα, είπε ο Πετράκος. Οι ανασκαφές στη Θεσσαλία, είπε, οργανώθηκαν από τον Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, τον ναζιστή θεωρητικό, ο οποίος ήταν επικεφαλής της «Einsatzstab Reichsleiter Rosenberg», η οποία λεηλατούσε την τέχνη, τα αρχεία και τις βιβλιοθήκες σε όλη την Ευρώπη.
Ο Χάινριχ Χίμλερ, επικεφαλής της Γκεστάπο και των SS, ξεκίνησε επίσης ανασκαφές στην Ελλάδα υπό την αιγίδα της οργάνωσής του «Ahnenerbe» (Κληρονομιά των προγόνων), με σκοπό να αποδείξει ότι οι Γερμανοί ήταν μέρος μιας άριας φυλής και κληρονόμοι του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Στην Ιταλία, ορισμένες αρχαιότητες εξήχθησαν στη Γερμανία υπό την άμεση εποπτεία του Μουσολίνι. Στην Ελλάδα, εν αναμονή της ναζιστικής εισβολής τον Απρίλιο του 1941, τα μουσεία άρχισαν να κρύβουν αντικείμενα έξι μήνες πριν. Ορισμένα έργα τοποθετήθηκαν σε σπηλιές, κρύπτες ή θάφτηκαν σε κήπους, ώστε να προστατευθούν από τους βομβαρδισμούς αλλά και από τις λεηλασίες. Ορισμένα αγάλματα τοποθετήθηκαν οριζόντια σε λάκκους, οι οποίοι γέμισαν με άμμο και σφραγίστηκαν με τσιμέντο. Τα χρυσά κομμάτια και οι κατάλογοι των μουσείων, που θεωρούνταν πολύτιμοι για τα όσα είχαν τα ιδρύματα, στάλθηκαν στα θησαυροφυλάκια της Τράπεζας της Ελλάδος.
«Η απόκρυψη των αρχαιοτήτων ήταν επιτυχής μόνο για τα μεγάλα μουσεία, αυτά της Αθήνας, της Ολυμπίας, των Δελφών, της Θεσσαλονίκης και της Χαλκίδας», δήλωσε ο Πετράκος. «Τα μικρότερα μουσεία, εκτός από αυτό του Ναυπλίου, δεν προστατεύθηκαν σωστά και πολλές αρχαιότητες εκλάπησαν».
Η Ελένη Πιπέλια, αρχαιολόγος στο ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού, είπε ότι μια γνωστή της γλύπτρια της είπε ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε δημιουργήσει ψεύτικες αρχαιότητες και τις πούλησε στους Γερμανούς κατακτητές, σε μια προσπάθεια να ικανοποιήσει την ανάγκη τους να φέρουν αρχαιότητες στην πατρίδα και να συγκεντρώσει χρήματα για την αντίσταση.
Ένας άλλος ήρωας της διατήρησης των ελληνικών αρχαιοτήτων ήταν ο Νικόλαος Πλάτων, διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου στην Κρήτη, ο οποίος, με κάποιο προσωπικό κίνδυνο, ήταν γνωστό ότι διαπληκτιζόταν με τους Γερμανούς για να αποτρέψει τη λεηλασία τους.
Ο Πλάτων, ο οποίος πέθανε το 1992, έκανε απογραφή των αντικειμένων που είχε πάρει ο Ρίνγκελ από το Μουσείο Ηρακλείου. Πριν από τέσσερα χρόνια, βασισμένο εν μέρει στην έρευνα και τις αναφορές του Πλάτωνα, το Πανεπιστήμιο του Γκρατς στην Αυστρία επέστρεψε στο μουσείο 26 αρχαιότητες που είχε πάρει ο Ρίνγκελ, σύμφωνα με τη Γεωργία Φλούδα, επιμελήτρια Προϊστορικών και Μινωικών Αρχαιοτήτων του μουσείου.
Ένα ίδρυμα, το Μουσείο Πφαχλμπο στο Ουντερουχλίνγκεν επέστρεψε περισσότερα από 13.000 αντικείμενα που είχαν αφαιρεθεί από τη Θεσσαλία – θραύσματα κεραμικής, μικρές πήλινες φιγούρες, λίθινα εργαλεία, οστά ζώων, ανασκαφικά έγγραφα και φωτογραφίες, τα οποία βρίσκονται τώρα στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου στην Αθήνα, σύμφωνα με τον Κώστα Νικολέντζο, επικεφαλή του τμήματος Προϊστορικών Αιγυπτιακών, Κυπριακών και Εγγύς Ανατολής Αρχαιοτήτων του μουσείου.
«Η αποκατάσταση ξεκίνησε το 1951 και ολοκληρώθηκε το 2014», δήλωσε. Τα αντικείμενα δεν έχουν εκτεθεί δημοσίως, είπε, εν μέρει επειδή πολλά από αυτά ήταν σε κακή κατάσταση κατά τη στιγμή της ανασκαφής τους.
Η Δρ. Μαρία Λαγογιάννη-Γεωργακαράκου, επίτιμη διευθύντρια του μουσείου, δήλωσε ότι η διάρκεια της διαδικασίας επαναπατρισμού επηρεάστηκε από τη διάσπαση της Γερμανίας στο τέλος του πολέμου. «Τα έγγραφα και οι αρχαιότητες ήταν χωρισμένα σε διάφορα σημεία στην Ανατολική και τη Δυτική Γερμανία», είπε. «Ο διευθυντής του Μουσείου Πφαχλμπο εξήγησε ότι χρειάστηκαν δύο δεκαετίες για να ολοκληρωθεί η έρευνα σχετικά με την προέλευση των αρχαιοτήτων».
Η εστίαση στη ναζιστική λεηλασία αρχαιοτήτων έρχεται καθώς τα μουσεία σε όλο τον κόσμο αντιμετωπίζουν αυξημένη πίεση να επανεξετάσουν αντικείμενα που αποκτήθηκαν αρχικά από αποικιοκράτες και κατοχικές δυνάμεις σε εποχές που προηγήθηκαν κατά πολύ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
«Η Ελλάδα έχει ληστευτεί από τους Περσικούς Πολέμους», είπε ο Πετράκος.
Η Ελίζαμπεθ Μάρλοουι, αναπληρώτρια καθηγήτρια αρχαίας και μεσαιωνικής τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κολγκέιτ και ειδικός σε θέματα λεηλασίας αρχαιοτήτων και επαναπατρισμού, δήλωσε: «Το Βρετανικό Μουσείο, καθώς και πολλά εθνικά ευρωπαϊκά μουσεία, είναι γεμάτα από αντικείμενα που κατασχέθηκαν υπό διάφορες συνθήκες από αποικιακές περιοχές και άλλες ευρωπαϊκές σφαίρες επιρροής σε όλο τον κόσμο».
Καθώς οι αρχαιότητες που λεηλατήθηκαν από τους Ναζί έχουν επαναπατριστεί ή επιστραφεί στους αρχικούς τους ιδιοκτήτες, πολλές έχουν πωληθεί ή δωρηθεί σε μεγάλα μουσεία σε όλο τον κόσμο.
Το Γκέτι διαθέτει δύο αρχαιότητες – ένα χάλκινο αγαλματίδιο μιας γυναίκας και ένα πετράδι από καρνεόλη, τα οποία αποδόθηκαν αφού είχαν πωληθεί σε έναν έμπορο που απέκτησε έργα για τον Χίτλερ, σύμφωνα με την Λιόνς, έφορο αρχαιοτήτων του μουσείου. Τα έργα εκτίθενται τώρα στη βίλα Γκέτι.
Η Βικτόρια Ριντ, επιμελήτρια για την προέλευση στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης, δήλωσε ότι διαπίστωσε ότι το μουσείο διαθέτει τρία κλασικά γλυπτά που επιστράφηκαν σε έναν συλλέκτη αφού κατασχέθηκαν από τους Ναζί και στη συνέχεια αποκαταστάθηκαν – μια προτομή πορτρέτου ενός πολιτικού ή φιλοσόφου και έναν νεαρό σάτυρο, και τα δύο τώρα σε αποθήκη, καθώς και ένα ανάγλυφο γλυπτό, το οποίο εκτίθεται σε έκθεση.
«Σε αντίθεση με τους παλαιούς κλασικούς πίνακες, πολλές αρχαιότητες είναι εξαιρετικά δύσκολο να ερευνηθούν», είπε. «Δεν μπορούν να αποδοθούν σε συγκεκριμένο καλλιτέχνη και τα κριτήρια, συμπεριλαμβανομένου ενός περιγραφικού τίτλου, των διαστάσεων και των συνθηκών μπορούν να αλλάξουν δραματικά σε σύντομο χρονικό διάστημα, με απώλειες ή προσθήκες».
Αλλά η Ριντ είπε ότι η έρευνα γίνεται όλο και πιο εύκολη. «Πολλά βιβλία και κατάλογοι είναι όλο και περισσότερο προσβάσιμα μέσω διαδικτυακών υπηρεσιών ψηφιοποίησης. Το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, το Ερευνητικό Ινστιτούτο Γκέτι και τα Κρατικά Μουσεία του Βερολίνου συνεργάστηκαν για να καταστήσουν διαθέσιμο το περιεχόμενο χιλιάδων καταλόγων δημοπρασιών από τη Γερμανία, την Αυστρία και την Ελβετία. Φωτογραφικά αρχεία και ψηφιοποιημένα αρχεία των Ναζί και συμμαχικών οργανώσεων είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο».
Η Φλούντα, επιμελήτρια του Μουσείου Ηρακλείου που ερεύνησε τις γερμανικές ανασκαφές στην Κρήτη, δήλωσε ότι ανησυχεί που όσοι παρακολουθούν τι συνέβη με τις λεηλατημένες αρχαιότητες δεν έχουν ακόμη πλήρη πρόσβαση στην έρευνα που έχουν αναλάβει ορισμένοι Γερμανοί και Αυστριακοί μελετητές.
«Δεν έχουμε όλα τα στοιχεία και δεν είμαστε πάντα σε θέση να γνωρίζουμε ποια έγγραφα είναι κρυμμένα στη Γερμανία και την Αυστρία», είπε. «Αλλά αρκετά συχνά νέα έγγραφα έρχονται στο προσκήνιο και δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα να υπήρξαν κι άλλες ανασκαφές που δεν γνωρίζουμε».
Ankara is reportedly eyeing the transfer of the Russian-made SAM systems to a Gulf country in a bid to have Washington lift its F-35 embargo.
The Kremlin today confirmed it’s in contact with Turkey over the fate of Ankara’s Russian-made S-400 air defense systems. Reports have emerged that Turkey could soon transfer the controversial missiles to an unnamed Gulf state in a move aimed at convincing Washington to lift sanctions and clear the way for Ankara’s return to the F-35 program.
Asked Friday whether Turkey had sought Russia’s approval for the reported transfer, Kremlin spokesman Dmitry Peskov declined to comment on the substance of the report but confirmed Moscow is discussing the issue with Ankara.
“I can say one thing here: this is an extremely sensitive issue. However, we have been in contact with the Turkish side on this matter, and we will continue to maintain contact with them on this issue.”
Reports in the Turkish media say that Ankara is considering transferring its S-400 systems to an unspecified Gulf country, but the Turkish government has not confirmed that.
“According to the information I’ve gathered, the S-400s have been sold to a third country,” journalist Abdulkadir Selvi wrote in the Turkish newspaper Hürriyet on Friday. “The sale will be announced today. The S-400s are going to a country in the Gulf.”
Both the United Arab Emirates and Qatar have been named as potential candidates to receive the systems.
There were indications at the NATO Summit in Ankara earlier this week that the United States was considering softening its stance on the issue of F-35s for Turkey.
“Why wouldn’t we do that?” U.S. President Trump said when asked if he would let Turkey back into the program. “Turkey, in many ways, has been much more loyal than other countries that we think would be loyal.”
Nevertheless, Turkey’s possession of the S-400 remains a sticking point.
Roll-out of the first F-35A for Turkey during a ceremony at the Lockheed Martin plant in Fort Worth, Texas, United States on June 21, 2018. Photo by Atilgan Ozdil/Anadolu Agency/Getty Images Anadolu
Washington took that decision after Turkey refused to abandon its purchase of S-400 systems, amid security concerns around the Russian-made system and the F-35. By that time, around 30 F-35As had been built for Turkey. Most of these were later transferred to the U.S. Air Force.
It now seems that Turkish President Recep Tayyip Erdogan is willing to give up the S-400s to regain access to the F-35 program.
Turkey bought the S-400 in 2017, but the systems have reportedly spent most of their service life in storage. Separate reports have also questioned the S-400’s combat performance in Indian service during last year’s India-Pakistan conflict.
A view of Murted Air Base, Turkey, as cargo aircraft carrying components of S-400 systems land on July 14, 2019. Photo by Gokhan Balci/Anadolu Agency/Getty Images Anadolu
From Turkey’s perspective, regaining access to the F-35 would deliver far greater long-term military and industrial benefits than retaining the S-400. Lockheed Martin anticipates that by the 2030s, more than 600 F-35s will be operated from more than 10 European countries, including two U.S. Air Force squadrons in the United Kingdom. Turkey would be able to benefit from a significant European operator footprint and, potentially, could reinstate lucrative local production for F-35 components.
In the past, Moscow has said that contractual obligations from the S-400 acquisition prevent it from being resold or transferred by Turkey without formal authorization. However, there is now also the possibility that Russia might want to take back the S-400s to bolster its own air defenses, which are increasingly strained by the ongoing war in Ukraine. As Kyiv piles on the pressure with long-range drone and cruise missile strikes against Russia, getting more S-400s for homeland defense would also be very welcome.
On the other hand, there will still be some resistance to Turkey’s readmission to the F-35 program. Any kind of major defense deal with Turkey involves some kind of pushback from U.S. lawmakers.
As well as the S-400 issue, U.S. lawmakers have historically been concerned about Turkey’s relations with Greece, its other connections with Russia and Azerbaijan (which included the deployment of F-16s to the latter country), its conduct in the Syrian civil war, and human rights abuses. Previously, Turkey’s opposition to Sweden joining NATO also proved to be a significant hurdle.
The process to get Turkey back into the F-35 program would involve a lifting of the sanctions placed on it under the Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act (CAATSA). To do this, Trump would need to formally notify Congress that the S-400s are no longer operational, that Turkey no longer possesses any of the systems, and that Ankara has pledged not to pursue similar defense ties with Russia in the future. Congress could still put the matter to a vote if lawmakers were still unconvinced that these conditions have been met.
An infographic outlining U.S. sanctions on Turkey over its S-400 purchase. Photo by Muhammed Ali Yigit, Sadik Kedir Abdu/Anadolu Agency via Getty Images Anadolu
There have been recent signs that, under Trump in particular, Turkey is getting more access to high-end defense equipment. This reflects broader improvements in Washington’s relationship with Ankara, with Erdogan frequently receiving praise from the U.S. leader.
Last month, reports emerged that the Trump administration planned to go ahead with the sale of dozens of F110 engines required to power Turkey’s homegrown TF Kaan combat jet, despite some resistance from Congress. You can read more about that here.
In early 2024, the U.S. State Department finally approved a possible Foreign Military Sale to Turkey of 40 new F-16C/D Block 70 fighters, which Ankara had long campaigned for, plus the upgrade of 79 existing aircraft to F-16V configuration.
A Turkish Air Force F-16C during air refueling operations in Exercise Ramstein Flag 25 over the North Sea, March 31, 2025. U.S. Air Force photo by Senior Airman Christopher Campbell Senior Airman Christopher Campbell
Ankara’s push to regain access to the F-35 has taken on added urgency as rival Greece moves ahead with its own approved purchase of the stealth jets. We explored how that rivalry is reshaping both countries’ air forces in this previous feature.
Moreover, Turkey is looking to modernize its fighter fleet and, denied the F-35 and with F-16 deals moving forward only slowly, it has been forced to look elsewhere to meet its short-term fighter needs. Most notably, it signed a deal for 20 Eurofighter Typhoon jets last year.
A Turkish return to the F-35 program would also have implications for the Kaan program. Renewed defense ties with Washington could ease access to critical technologies and support for the homegrown jet, while acquiring the F-35 would also reduce some of the urgency behind the Kaan, which was accelerated in part after expulsion from the Joint Strike Fighter program. Even so, Ankara has consistently presented the Kaan as a long-term strategic project intended to give it an independent fighter capability rather than simply replace the F-35. It also comes with the option for lucrative exports.
With the strongest signs yet that Ankara is ready to relinquish its S-400s, it would represent a remarkable reversal of one of the most consequential defense procurement decisions in Turkey’s recent history. Whether that proves sufficient to reopen the door to the F-35 program, however, will ultimately depend as much on Congress as on the White House.
Η επίσκεψη Τούρκων τουριστών είναι το ένα. Τίποτε το μεμπτό και κατακριτέο σε αυτό, εφόσον θέλουμε να πιστέψουμε στις αγνές προθέσεις τους. Ωστόσο, οι «περίεργες» δηλώσεις ιστορικών συμψηφισμών του Δημάρχου Σερβίων, που τη συνόδεψαν, είναι κάτι άλλο.
Η «πλούσια ιστορία» είναι, μεταξύ των άλλων, μια ιστορία αίματος, γενοκτονιών, βίαιων εξισλαμισμών, βιασμών, διωγμών, εκτοπίσεων και εγκλημάτων που άφησαν βαθύ αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη του Λαού μας. Η «ανάδειξη και διατήρηση της κοινής μνήμης» προϋποθέτει την αναγνώριση των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.
Χωρίς αυτή την προϋπόθεση, η «κατανόηση των λαών» κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια εξιδανικευμένη, παραπλανητική και αγαπουλίστικη αφήγηση, η οποία συνεπάγεται την παράκαμψη του σεβασμού στα θύματα και την αποσιώπηση της κτηνωδίας.
Όταν εορτάζουμε τις ημέρες μνήμης κλίνουμε το γόνυ και ενώπιον των Τούρκων σιωπούμε;
Γίνεται λόγος από τον Δήμαρχο για τη «διατήρηση της ιστορικής μνήμης», την οποία, απ’ ό,τι κατάλαβα, μοιραζόμαστε από κοινού. Προφανώς υπάρχει μια κοινή ιστορική μνήμη, εφόσον κάποια στιγμή συνυπήρξαμε. Ωστόσο, αυτό συνέβη στο πλαίσιο μιας ιστορικής σχέσης μεταξύ κατακτημένου και κατακτητή. Δεν έχουμε λοιπόν κοινή μνήμη και κοινή ιστορία με την έννοια του κοινού βιώματος και κοινού νοήματος αυτής της συνύπαρξης. Ήταν σχέση καταπίεσης και σκλαβιάς.
Συμψηφίζεται η δική μας ιστορική μνήμη με αυτή των Τούρκων!
Η πολιτιστική ανταλλαγή λοιπόν, μπορεί να αποτελέσει «γέφυρα επικοινωνίας», εφόσον δεν οικοδομείται πάνω στη λήθη και στην επιλεκτική ανάγνωση του παρελθόντος, αλλά μόνο στην ιστορική ειλικρίνεια, την ιστορική ευθύνη, την αναγνώριση και τη μεταμέλεια. Η «κατανόηση των λαών» δεν επιτρέπεται να εξισώνει θύμα και θύτη και να συμψηφίζει ιστορικά γεγονότα, αν θέλει να είναι πραγματική συμφιλίωση και όχι ανιστόρητος εμπαιγμός. Η αναφορά, συγκεκριμένα, σε μια «πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές» καθίσταται κυνική, όταν αποσπάται από το πραγματικό ιστορικό της πλαίσιο. Η συνύπαρξη αυτή δεν ήταν μία ειρηνική συμβίωση, αλλά μία τυραννία αιώνων. Συνεπώς ούτε πολύτιμη είναι ούτε μπορεί να απευθύνεται στις επόμενες γενιές.
Θεωρώ ότι οι Τούρκοι τουρίστες έχουν καλή θέληση και δεν είναι αρνητές της Γενοκτονίας. Αλλά, μας είναι αδιάφορο αυτό; Διότι, θα έπρεπε να δεχθούμε με την ίδια άνεση και Γερμανούς τουρίστες, αδιαφορώντας αν δήλωναν αρνητές της ναζιστικής θηριωδίας (ή του Ολοκαυτώματος των Σερβίων), επικαλούμενοι την «ανάδειξη της ιστορικής μνήμης και πολύτιμης παρακαταθήκης» που μας άφησε η γερμανική κατοχή!
Υποθέτω, ότι εκτός από το τούρκικο σχολειό, ο Δήμαρχος περπάτησε μαζί με τους τουρίστες και την «117 Εθνομαρτύρων», ώστε να αποκτήσουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της «πλούσιας ιστορίας» μας.
Πέρα όμως από τα παραπάνω, η επίσκεψη αυτή στο τούρκικο σχολειό ενέχει και μια άλλη, βαρύνουσα πολιτική διάσταση.
Είναι το ζονγκ πίσω από την κουρτίνα:
Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν αναφέρεται συχνά στην «πατρίδα της καρδιάς μας» ή στη «γεωγραφία της καρδιάς μας» ή στα «σύνορα της καρδιάς μας», επικαλούμενος την ύπαρξη μνημείων (όπως τεμένη, σχολεία κτλ.) εκτός της Τουρκίας, υποδηλώνοντας την αντίληψη μιας ιστορικής συνέχειας, προκειμένου να νομιμοποιήσει μία πολιτική «ήπιας διείσδυσης».
Η Τουρκία εργαλειοποιεί ιστορικά μνημεία και τα εντάσσει σε ένα ευρύτερο προπαγανδιστικό, εθνικιστικό και νεοοθωμανικό αφήγημα, στο πλαίσιο μίας παντουρκικής πολιτικής επιρροής.
Αυτή η στρατηγική είναι γνωστή ως Türk dünyası, δηλαδή ως «τουρκικός κόσμος» (ή «τουρκική οικουμένη»), απεικονίζει μια «ιστορική γεωγραφία» και βασίζεται σε συγκεκριμένους πυλώνες. Το υπόδειγμα αυτής της στρατηγικής επιβεβαιώνεται από πλείστα, συγκεκριμένα παραδείγματα (στον Καύκασο, στη Μέση Ανατολή, στα Βαλκάνια), στα οποία, εξαιτίας της οικονομίας χώρου, δε θα αναφερθώ για την ώρα.
– Ο πρώτος πυλώνας είναι το αφήγημα της δημιουργίας ενός «ιστορικού χώρου», ο οποίος θέλει να αναδείξει μια συμβολική γεωγραφία επιρροής, τονίζοντας τους ιστορικούς δεσμούς με τις περιοχές «στόχους».
– Ο δεύτερος είναι η σύνδεση του παρελθόντος με τη σύγχρονη εξωτερική πολιτική. Η ανάδειξη, η αποκατάσταση και η χρηματοδότηση ενός μνημείου μετατρέπονται σε πολιτικό γεγονός, το οποίο δικαιολογείται εξαιτίας των «κοινών ιστορικών δεσμών».
– Ο τρίτος πυλώνας είναι η προβολή της Τουρκίας σε ρόλο «ενδιαφερόμενου προστάτη» και «φυσικού κληρονόμου» αυτής της «πολιτιστικής κληρονομιάς», η οποία και αποτελεί μέρος της «κοινής οθωμανικής ιστορίας», πράγμα που προσδίδει στην Τουρκία την ιδιαίτερη ευθύνη και υποχρέωση δημόσιας παρέμβασης για τη διατήρησή της.
– Ο τέταρτος πυλώνας είναι η διαφορετική ανάγνωση του παρελθόντος και η επιλεκτική ανάδειξη της ιστορικής μνήμης. Τα οθωμανικά μνημεία παρουσιάζονται στην εσωτερική κατανάλωση ως στοιχεία κατάκτησης, ενώ άλλα, χριστιανικά ή εθνικά μνημεία, αποστερούνται ενδιαφέροντος.
– Ο τελευταίος όμως πυλώνας έχει ενδιαφέρον, καθώς εφαρμόζεται η επίκληση στο συναίσθημα (λ.χ. η «συγκίνηση») για τη δημιουργία θετικής προδιάθεσης και αποδοχής από την τοπική κοινωνία. Οι «κοινοί ιστορικοί δεσμοί» αποκτούν, ξαφνικά, ανθρώπινο πρόσωπο! Ο στόχος είναι η δημιουργία συναντίληψης μιας «ιστορικής κοινότητας» μεταξύ Τούρκων και της τοπικής κοινωνίας, συνεκτικό στοιχείο της οποίας είναι η «κοινή συμβολική κληρονομιά». Το μοτίβο εδώ είναι χαρακτηριστικό: βασίζεται σε αφηγήματα όπως «έχουμε κοινή ιστορία», «εδώ είναι οι ρίζες των προγόνων μας», «μας συνδέουν κοινοί ιστορικοί και πολιτισμικοί δεσμοί», «δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτε», «είμαστε αδέλφια», για να καταλήξουμε κάποια στιγμή στο «η Τουρκία μπορεί να βοηθήσει».
Εύχομαι, ειλικρινά, να αποδειχθώ κακός μάντης, παρά μάντης κακών ειδήσεων. Ωστόσο η πραγματικότητα είναι αμείλικτη και ξεπερνά αφελείς διατυπώσεις τοπικών αρχόντων.
Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι, αν Τούρκοι τουρίστες επισκέπτονται τον τόπο μας. Κι εμείς επιθυμούμε να κάνουμε το ίδιο στις δικές μας αλησμόνητες πατρίδες.
Όμως, το πρόβλημα δημιουργείται, όταν η προσωπική ή οικογενειακή ιστορία αρχίζει και αποκτά συλλογικό και πολιτικό νόημα και εντάσσεται σε ένα νεοοθωμανικό, προπαγανδιστικό αφήγημα, στο πλαίσιο κεντρικά σχεδιασμένης στρατηγικής ήπιας διείσδυσης. Συνεπώς, είναι άλλο πράγμα η πολιτιστική ανταλλαγή (η οποία και είναι καλοδεχούμενη) και άλλο πράγμα η προσχηματική πολιτιστική ανταλλαγή, πίσω από την οποία μπορεί να κρύβονται αλλότριες, μεγαλοοθωμανικές και φασιστικές ονειρώξεις.
Σε θέματα εθνικής ευαισθησίας, η άγνοια δεν απαλλάσσει από την ευθύνη κανέναν Δήμαρχο. Η ανεπαρκής γνώση τέτοιων ευαίσθητων ζητημάτων, η αδυναμία πολιτικής διαχείρησής τους και ο τρόπος προσέγγισης που αγνοεί τη βαρύτητα και σπουδαιότητά τους με επιζήμιες εντυπωσιοθηρικές διατυπώσεις, εκθέτει, όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και τον θεσμό που εκπροσωπεί.
Ανδρέας Τσιφτσιάν
Οικονομολόγος.
H δηλώσεις του Δημάρχου Σερβίων:
«Οι ρίζες δεν είναι σύνορα. Είναι γέφυρες. Και οι γέφυρες έχουν αξία όταν πάνω τους συναντιούνται άνθρωποι. H διατήρηση και η ανάδειξη της ιστορικής μνήμης αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Οι πολιτιστικές ανταλλαγές και οι επισκέψεις ανθρώπων που αναζητούν τις ρίζες τους, ενισχύουν την αμοιβαία κατανόηση και αναδεικνύουν τον Δήμο Σερβίων ως έναν τόπο με πλούσια ιστορία και ιδιαίτερη πολιτιστική ταυτότητα. H ιστορική μνήμη μπορεί να αποτελέσει γέφυρα φιλίας, αμοιβαίου σεβασμού και ειρηνικής συνύπαρξης των λαών». Εύχεται «να έρθει η ημέρα που και οι Έλληνες θα μπορούν να επισκέπτονται τις αλησμόνητες πατρίδες των προγόνων τους με τον ίδιο σεβασμό και την ίδια συγκίνηση».
Η Ελλάδα δεν δύναται να μιμηθεί την Τουρκία. Δύναται, όμως, να κατανοήσει τον μηχανισμό μέσω του οποίου η Τουρκία παράγει συμμαχική αξία. Η αξιοπιστία αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά δεν μετατρέπεται αναπόδραστα σε ισχύ.
Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα (7–8 Ιουλίου 2026) μπορεί να αναγνωσθεί ως ένα κρίσιμο επεισόδιο στη διαδικασία μετασχηματισμού του ΒορειοΑτλαντικού συμφώνου. Η σημασία της δεν εξαντλείται στις επιμέρους αποφάσεις, στις δηλώσεις των ηγετών ή στο ζήτημα της πιθανής επανόδου της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Αντιθέτως, η σύνοδος ανέδειξε μια βαθύτερη δομική μεταβολή⸱ τη μετάβαση του ΝΑΤΟ από μια συμμαχία που νομιμοποιούνταν πρωτίστως μέσω της επίκλησης κοινών αξιών, θεσμικής συνοχής και φιλελεύθερης ταυτότητας, σε μια συμμαχία που λειτουργεί ολοένα και περισσότερο με βάση τη στρατηγική χρησιμότητα, την επιχειρησιακή αναγκαιότητα και την ικανότητα των κρατών-μελών να παράγουν ασφάλεια σε πολλαπλά μέτωπα κρίσης.
Από θεωρητική άποψη, η εξέλιξη αυτή μπορεί να ερμηνευθεί μέσα από το πρίσμα του νεοκλασικού ρεαλισμού. Οι συμμαχίες δεν αποτελούν στατικές θεσμικές κοινότητες, αλλά μηχανισμούς προσαρμογής σε μεταβαλλόμενες κατανομές ισχύος, απειλών και στρατηγικών αναγκών. Η εσωτερική ιεράρχηση των συμμάχων δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τη θεσμική τους συνέπεια ή από τον βαθμό κανονιστικής τους σύγκλισης με τον ηγεμονικό πυρήνα της Συμμαχίας. Καθορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από τη σχετική τους αξία για τη διαχείριση κρίσεων, την πρόσβαση σε κρίσιμες γεωγραφικές ζώνες, την παροχή στρατιωτικών δυνατοτήτων και την αποτροπή ανταγωνιστικών δυνάμεων. Υπό αυτή την έννοια, η σύνοδος της Άγκυρας ανέδειξε τη μετάβαση από τη λογική της «συμμαχικής αξιοπιστίας» στη λογική της «στρατηγικής αναγκαιότητας».
Η Τουρκία υπήρξε ο κεντρικός ωφελημένος αυτής της μετατόπισης. Η δημόσια αναβάθμιση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από τον Ντόναλντ Τραμπ, η θετική αναφορά στην Τουρκία ως κρίσιμο σύμμαχο, καθώς και η προθυμία επανεξέτασης των κυρώσεων CAATSA και της πρόσβασης της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35, δεν πρέπει να ερμηνευθούν μόνο ως προϊόν προσωπικής χημείας μεταξύ των δύο ηγετών. Αποτελούν ένδειξη μιας ευρύτερης αμερικανικής αναπροσαρμογής απέναντι στην Τουρκία, παρά τις εκκρεμότητες που εξακολουθούν να υφίστανται λόγω των S-400 και των θεσμικών περιορισμών του Κογκρέσου. Η Τουρκία, ακόμη και όταν προκαλεί δυσφορία στο εσωτερικό της Συμμαχίας, παραμένει δύσκολα υποκαταστάσιμη.
Η έννοια που αποδίδει καλύτερα αυτή την πραγματικότητα είναι η «αξία συμμαχίας» ή ακριβέστερα, η στρατηγική αναντικαταστασιμότητα. Η Τουρκία δεν αντλεί τη διαπραγματευτική της ισχύ κυρίως από την οικονομική της υπεροχή ή από την ιδεολογική της εγγύτητα προς τη Δύση. Αντιθέτως, την αντλεί από τη γεωγραφική, στρατιωτική και επιχειρησιακή της θέση. Βρίσκεται στο σημείο διασταύρωσης της Μαύρης Θάλασσας, της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, του Καυκάσου και της ευρύτερης αντιπαράθεσης με τη Ρωσία και το Ιράν. Ελέγχει ή επηρεάζει κρίσιμες διόδους, συνορεύει με πολλαπλά θέατρα κρίσης και διαθέτει αυξανόμενη στρατιωτική αυτονομία. Σε ένα διεθνές περιβάλλον πολλαπλών και ταυτόχρονων κρίσεων, αυτή η γεωπολιτική πυκνότητα μεταφράζεται σε συμμαχική αξία.
Η σημασία της Τουρκίας ενισχύεται περαιτέρω από την αναζωπύρωση της αμερικανοϊρανικής αντιπαράθεσης. Η ανακοίνωση του Τραμπ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά ιρανικών στόχων επαναφέρει τη Μέση Ανατολή στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής. Σε αυτό το περιβάλλον, η ενεργειακή ασφάλεια, η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, τα Στενά του Ορμούζ, η σταθερότητα του Ιράκ και της Συρίας και η αποτροπή της ιρανικής επιρροής αποκτούν ανανεωμένη σημασία. Η Τουρκία, λόγω γεωγραφίας και στρατιωτικής δυνατότητας, καθίσταται ένας κόμβος που μπορεί να επηρεάσει ταυτόχρονα τη Μέση Ανατολή, τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον εμφανίζεται διατεθειμένη να διατηρήσει λειτουργική σχέση με την Άγκυρα, ακόμη και όταν αυτό δημιουργεί δυσκολίες για άλλους συμμάχους.
Η περίπτωση των F-35 είναι ενδεικτική αλλά όχι εξαντλητική. Η πιθανή επανεξέταση της τουρκικής πρόσβασης στο πρόγραμμα δεν αφορά μόνο ένα εξοπλιστικό ζήτημα. Συνδέεται με την ευρύτερη θέση της Τουρκίας στην αμερικανική και νατοϊκή στρατηγική. Η απομάκρυνση της Άγκυρας από το πρόγραμμα μετά την αγορά των S-400 υπήρξε θεσμικά και στρατηγικά σημαντική. Ωστόσο, η επαναφορά του ζητήματος στο τραπέζι δείχνει ότι η Ουάσιγκτον σταθμίζει εκ νέου το κόστος αποκλεισμού της Τουρκίας έναντι του κόστους επανένταξής της. Η Τουρκία δεν έχει ακόμη κερδίσει πλήρως αυτή τη μάχη, καθώς οι περιορισμοί CAATSA, οι αντιδράσεις του Κογκρέσου, οι ανησυχίες του Ισραήλ και το ζήτημα των S-400 παραμένουν ουσιαστικά εμπόδια. Ωστόσο, έχει ήδη επιτύχει κάτι κρίσιμο⸱ επανέφερε τη συζήτηση στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο.
Τουναντίον, η Ελλάδα εισέρχεται σε αυτή τη νέα φάση με διαφορετικό είδος συμμαχικής αξίας. Η Αθήνα διαθέτει υψηλή αξιοπιστία, φιλοδυτικό προσανατολισμό, σταθερή θεσμική συμπεριφορά, αυξημένες αμυντικές δαπάνες, συμμετοχή στο πρόγραμμα F-35 και σημαντικές υποδομές για την αμερικανική και νατοϊκή παρουσία. Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, η Λάρισα και άλλες εγκαταστάσεις έχουν αναβαθμίσει τη στρατηγική σημασία της Ελλάδας ως κόμβου πρόσβασης, υποστήριξης και προβολής ισχύος προς τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα, την Ανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Αλεξανδρούπολη, ιδίως μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, λειτουργεί ως εναλλακτικός διάδρομος μεταφοράς δυνάμεων και υλικού, μειώνοντας την αποκλειστική εξάρτηση της Δύσης από τα Τουρκικά Στενά.
Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται η κρίσιμη διάκριση μεταξύ «αξιοπιστίας» και «αναγκαιότητας». Η Ελλάδα είναι ένας αξιόπιστος σύμμαχος. Η Τουρκία, όμως, εμφανίζεται ως αναγκαίος σύμμαχος. Η πρώτη προσφέρει προβλεψιμότητα, θεσμική συνέπεια και ασφαλείς υποδομές. Η δεύτερη προσφέρει πρόσβαση σε πολλαπλά θέατρα κρίσης, στρατιωτικό βάθος, επιχειρησιακή αυτονομία και δυνατότητα επιρροής σε περιοχές όπου η Δύση δεν μπορεί εύκολα να δράσει χωρίς τη συμμετοχή ή έστω την ανοχή της Άγκυρας.Αυτή η διάκριση δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι ασήμαντη. Σημαίνει ότι η αξία της πρέπει να μετατραπεί από παθητική αξιοπιστία σε ενεργητική στρατηγική επιρροή.
Η ανάλυση των νατοϊκών δομών ενισχύει αυτό το συμπέρασμα. Η Ελλάδα διαθέτει το NATO Rapid Deployable Corps – Greece στη Θεσσαλονίκη, το οποίο αποτελεί σημαντικό στρατηγείο υψηλής ετοιμότητας. Η Τουρκία, όμως, φιλοξενεί το Allied Land Command στη Σμύρνη, δηλαδή το βασικό νατοϊκό στρατηγείο για τις χερσαίες δυνάμεις της Συμμαχίας, καθώς και το NATO Rapid Deployable Corps – Türkiye στην Κωνσταντινούπολη. Η ποιοτική διαφορά είναι σημαντική⸱ ενώ το ελληνικό NRDC-GR ενισχύει την εικόνα της Ελλάδας ως αξιόπιστου παρόχου συμμαχικών δυνατοτήτων, το LANDCOM ενσωματώνει την Τουρκία στον σκληρό πυρήνα της νατοϊκής διοικητικής αρχιτεκτονικής.
Η σύνοδος της Άγκυρας ανέδειξε επίσης ένα ζήτημα διπλωματικής κουλτούρας. Η Τουρκία αξιοποιεί συστηματικά τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ ως μέσο παραγωγής διαπραγματευτικής ισχύος. Προβάλλει απαιτήσεις, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, φιλοξενεί συνόδους, διεκδικεί θέσεις, αξιοποιεί τη στρατηγική επικοινωνία και επενδύει στη θεσμική της ορατότητα. Η Ελλάδα, αντίθετα, εμφανίζεται συχνά εγκλωβισμένη σε μια αμυντική και περιοριστική αντίληψη της συμμαχικής συμμετοχής. Η σχετική κριτική περί παθητικότητας της ελληνικής διπλωματίας αναδεικνύει ακριβώς αυτό το πρόβλημα η Ελλάδα διαθέτει αντικειμενικά πλεονεκτήματα, αλλά δεν τα μετατρέπει πάντοτε σε συστηματική επιρροή εντός των νατοϊκών και ευρωπαϊκών θεσμών.
Η επιλογή της Αθήνας να μη μετατρέψει τα ελληνοτουρκικά σε κεντρικό θέμα της συνόδου μπορεί να ερμηνευθεί ως ρεαλιστική προσαρμογή στο συμμαχικό περιβάλλον. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον προτεραιοποιεί την αντιπαράθεση με το Ιράν, τη διαχείριση της Ρωσίας, την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών και τη συνοχή του ΝΑΤΟ, οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν βρίσκονται στην κορυφή της αμερικανικής ατζέντας. Η ελληνική επίκληση του casus belli και των αρχών καλής γειτονίας παραμένει απολύτως θεμιτή και νομικοπολιτικά σημαντική. Ωστόσο, από μόνη της δεν επαρκεί για να ανατρέψει τη στρατηγική αξιολόγηση της Τουρκίας ως αναγκαίου εταίρου.
Η πρόκληση για την ελληνική στρατηγική είναι επομένως τριπλή.
Πρώτον, η Ελλάδα πρέπει να ενισχύσει την επιχειρησιακή της χρησιμότητα εντός του ΝΑΤΟ, όχι μόνο ως χώρα υποδοχής εγκαταστάσεων, αλλά ως παραγωγός ασφάλειας. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη συμμετοχή σε συμμαχικές αποστολές, εξειδικευμένες δυνατότητες σε τομείς όπως η ναυτική ασφάλεια, η αντιαεροπορική άμυνα, η κυβερνοάμυνα, οι υποδομές logistics και η επιτήρηση της Ανατολικής Μεσογείου.
Δεύτερον, πρέπει να επενδύσει περισσότερο στη θεσμική της παρουσία εντός της συμμαχικής διοίκησης, με συστηματική προώθηση Ελλήνων στελεχών σε θέσεις επιρροής.
Τρίτον, πρέπει να αναπτύξει πιο ενεργητική δημόσια και αμυντική διπλωματία, ώστε η εικόνα της χώρας να μην περιορίζεται στη σταθερότητα και την αξιοπιστία, αλλά να συνδέεται με συγκεκριμένη στρατηγική προστιθέμενη αξία.
Παρεπόμενα, η σύνοδος της Άγκυρας, δεν συνιστά απλώς επιτυχία της Τουρκίας ή πρόκληση για την Ελλάδα. Συνιστά ένδειξη μιας ευρύτερης μεταβολής στη λειτουργία του ΝΑΤΟ. Σε μια εποχή πολλαπλών κρίσεων, η Συμμαχία θα αποτιμά τα κράτη-μέλη λιγότερο με βάση τη ρητορική τους προσήλωση στις κοινές αξίες και περισσότερο με βάση τη συμβολή τους στη διαχείριση απειλών, στην παραγωγή στρατιωτικών δυνατοτήτων και στην κάλυψη κρίσιμων γεωπολιτικών κενών. Η Τουρκία, με όλες τις αντιφάσεις της, εμφανίζεται σήμερα ως ένας από τους σημαντικότερους στρατηγικούς κόμβους της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, καλείται να αναζητήσει νέους τρόπους μετατροπής της αξιοπιστίας της σε στρατηγική επιρροή.
Το τελικό συμπέρασμα είναι σαφές⸱ η Ελλάδα δεν δύναται να μιμηθεί την Τουρκία. Δύναται, όμως, να κατανοήσει τον μηχανισμό μέσω του οποίου η Τουρκία παράγει συμμαχική αξία. Η αξιοπιστία αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά δεν μετατρέπεται αναπόδραστα σε ισχύ. Μετατρέπεται σε ισχύ μόνο όταν συνδέεται με αναντικατάστατες λειτουργίες, θεσμική επιρροή, επιχειρησιακές δυνατότητες και διπλωματική πρωτοβουλία. Η πραγματική δοκιμασία για την Αθήνα δεν είναι αν θα παραμείνει ένας καλός και προβλέψιμος σύμμαχος. Είναι αν θα καταφέρει να καταστεί ένας σύμμαχος του οποίου η συμβολή θεωρείται αναγκαία για τη λειτουργία της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.
Η έννοια της ανθεκτικότητας, έτσι όπως υιοθετείται από παγκόσμια προγράμματα όπως οι 100 Ανθεκτικές Πόλεις του Ιδρύματος Ροκφέλερ, δεν αποτελεί πράξη φροντίδας, αλλά εργαλείο πειθάρχησης και κανονικοποίησης της δομικής βίας.
Το κείμενο αυτό στην αρχική του μορφή δημοσιεύτηκε το 2020, και πάλι στα Marginalia, στο πλαίσιο του αφιερώματος Ιδρύματα Πολιτισμού: Μια Εισαγωγή· ωστόσο, η θεματική του το καθιστά αναπόσπαστο μέρος ενός αφιερώματος για τη δημογραφία και την αποικιοκρατία (στη σημερινή, επικαιροποιημένη του μορφή έχει εμπλουτιστεί μάλιστα με νέες υποσημειώσεις και επιπλέον στοιχεία). Μέσα από τις περιπτώσεις της Νέας Ορλεάνης, της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Ραμάλα και του Τελ Αβίβ, αναδεικνύεται πώς η έννοια της ανθεκτικότητας, έτσι όπως υιοθετείται από παγκόσμια προγράμματα όπως οι 100 Ανθεκτικές Πόλεις του Ιδρύματος Ροκφέλερ, δεν αποτελεί πράξη φροντίδας, αλλά εργαλείο πειθάρχησης και κανονικοποίησης της δομικής βίας. Στο επίκεντρο αυτής της ανάλυσης βρίσκεται η ποσοτικοποίηση του κοινωνικού και του βιολογικού: πόλεις, σώματα και πληθυσμοί μαθαίνουν να επιβιώνουν –και να μην αμφισβητούν. Αυτό, άλλωστε, είναι και το ουσιαστικό περιεχόμενο της «ανθεκτικότητας».
Στο τέλος Ιουλίου του 2019 το Ίδρυμα Ροκφέλερ [ΣτΕ. εφεξής Ροκφέλερ] ανακοίνωσε τη λήξη του πρoγράμματός του για τις 100 Ανθεκτικές Πόλεις (100 Resilient Cities – 100RC), παρουσιάζοντας το ομολογουμένως πολυσχιδές πλαίσιο δράσης του στα έξι χρόνια λειτουργίας του. Για το Ροκφέλερ, η μεγαλύτερή του επιτυχία είναι ότι το πρόγραμμα κατάφερε «από μία ιδέα να γίνει κίνημα», κάτι που εξάλλου αποτελούσε και έναν από τους διακηρυκτικούς του στόχους: «Χτίζουμε κάτι παραπάνω από ένα δίκτυο –χτίζουμε ένα κίνημα. Πόλεις μαθαίνουν από άλλες πόλεις. Τομείς καινοτομούν μαζί με άλλους τομείς».
Το συγκεκριμένο πρόγραμμα, στο οποίο συμμετείχαν, μεταξύ 100 πόλεων από όλες τις ηπείρους, η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη,[1] είχε στόχο «να βοηθήσει περισσότερες πόλεις να γίνουν ανθεκτικές απέναντι σε φυσικές, κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις [και να] διευκολύνει μία παγκόσμια πρακτική ανάπτυξης της αστικής ανθεκτικότητας».[2] Με άλλα λόγια, το πρόγραμμα επεδίωκε να δημιουργήσει ένα δίκτυο πόλεων σε παγκόσμιο επίπεδο, για τη συνεννόηση και ανταλλαγή εμπειριών και τεχνογνωσίας στην αντιμετώπιση των «προκλήσεων» ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες και τα ελλείμματα κάθε πόλης.
Πρακτικά, το Ροκφέλερ προσέφερε στις συμμετέχουσες πόλεις «οικονομική και υλικοτεχνική καθοδήγηση για τη θέσπιση μιας νέας, καινοτόμου θέσης αστικής διακυβέρνησης»,[3] αυτής του/της Διευθύνοντα/Διευθύνουσας Συμβούλου Αστικής Ανθεκτικότητας (Chief Resilience Officer-CRO), με σκοπό αυτός/αυτή να καταρτίσει σε μια περίοδο εννέα μηνών το σχέδιο αστικής ανθεκτικότητας της πόλης του/της. Παράλληλα, παρείχε «πρόσβαση σε εργαλεία, υπηρεσίες και συνεργάτες από τον ιδιωτικό, δημόσιο και μη-κερδοσκοπικό τομέα» (σ. 12), όπως σε εταιρείες ανάλυσης δεδομένων, αντασφαλιστικές εταιρείες, αρχιτέκτονες κ.λπ.
Το πρόγραμμα παρουσιάστηκε εμφατικά ως ανθρωπο-κεντρικό και βασισμένο στις τοπικές κοινότητες και τους κατοίκους τους, με ιδιαίτερη έμφαση σε ζητήματα συμμετοχικότητας, οριζοντιότητας και ανταλλαγής «καλών πρακτικών». Παρόλα αυτά, μια πρώτη αποτίμηση τόσο του τρόπου λειτουργίας του όσο και των αποτελεσμάτων του δείχνει τον βαθιά νεοφιλελεύθερο ιδεολογικο-πολιτικό του χαρακτήρα. Σήμερα μάλιστα, αν και το Ροκφέλερ έχει αποσυρθεί από το πρόγραμμα, το δίκτυο των πόλεων υφίσταται ακόμη, καθώς και τα γραφεία ανθεκτικότητας και οι συνεργασίες με τις διάφορες επιχειρήσεις-συνεργάτες του Ιδρύματος που συμμετέχουν στις στρατηγικές ανθεκτικότητας των Δήμων. Κυρίως όμως, το ίδιο το Ροκφέλερ εδραίωσε τόσο τη θέση του ως πρωτοπόρος και κεντρικός συνομιλητής σε υπερεθνικό επίπεδο, όσο και την ίδια τη ρητορική και λογική της ανθεκτικότητας στο πλαίσιο των παγκόσμιων αναπτυξιακών πολιτικών εφεξής.
Εκτός από ζητήματα διακυβέρνησης και ουσιαστικά πολιτικά ερωτήματα που τίθενται σε σχέση με τον ίδιο τον χαρακτήρα της τοπικής αυτοδιοίκησης (για παράδειγμα το ερώτημα ποιος ορίζει και πώς τους αντιδημάρχους αστικής ανθεκτικότητας του προγράμματος), έχει ουσιαστικό ενδιαφέρον να δούμε ότι το πρόγραμμα καταλήγει να ορίζει την ατζέντα της ανάπτυξης, το ποιες είναι οι «απειλές» και οι «προκλήσεις» και τελικά να δημιουργεί ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο ανάπτυξης, με συγκεκριμένες πρακτικές προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις.
Θα προσπαθήσουμε, λοιπόν, να εξηγήσουμε, έστω και επιγραμματικά, ποιες είναι αυτές οι πρακτικές και οι κατευθύνσεις, εστιάζοντας σε παραδείγματα από το πρόγραμμα των 100 Ανθεκτικών Πόλεων. Έτσι θα καταδείξουμε πώς το πρόγραμμα διαμορφώνει και αναπαράγει μια πολύ στοχευμένη και ταξική λογική για τις φυσικές καταστροφές και την κλιματική αλλαγή, έναν λόγο για τη μετανάστευση που χωρίς να είναι αμιγώς ξενοφοβικός υποστηρίζει αντιμεταναστευτικές πολιτικές και, τέλος, δημιουργεί συνθήκες κανονικοποίησης σε περιβάλλοντα στα οποία εμπλέκονται οι παράγοντες της κατοχής (Ραμάλα) και της (εποικιστικής) αποικιοκρατίας.
Η Νέα Ορλεάνη και η «πρόκληση» του τυφώνα Κατρίνα
Οι 100 Ανθεκτικές Πόλεις γεννήθηκαν από τα συντρίμμια που άφησε ο τυφώνας Κατρίνα, με μοντέλο την κατεστραμμένη Νέα Ορλεάνη, που πλέον αποτελεί και τη Μέκκα των πολιτικών ανθεκτικότητας, αλλά και το μόνο παράδειγμα ολοκληρωμένης εφαρμογής του προγράμματος. Όπως σημειώνει πολύ σωστά ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης Σέντρικ Τζόνσον (Cedric Johnson), «η καταστροφή που προκάλεσε η Κατρίνα […] φώτισε την ολοένα και μεγαλύτερη επιρροή και εμβέλεια των ανθρωπιστικών-επιχειρηματικών συμπλεγμάτων, τα οποία συντονίζουν, χρηματοδοτούν και υλοποιούν την οικονομική ανάπτυξη, την ανθρωπιστική βοήθεια και την ανασυγκρότηση μετά από καταστροφές παγκοσμίως» (σ. xxxi).
Η Νέα Ορλεάνη μετά το πέρασμα του τυφώνα Κατρίνα
Το 2005 η Νέα Ορλεάνη επλήγη από τον τυφώνα Κατρίνα. Η μεγάλη καταστροφή βέβαια δεν οφειλόταν στον ίδιο τον τυφώνα, αλλά στα κακά κατασκευασμένα και ελλιπώς συντηρημένα φράγματα της περιοχής, που κατέρρευσαν υπό το βάρος των κυμάτων της καταιγίδας, πλημμυρίζοντας το 80% της πόλης και ιδιαίτερα τις πιο ευάλωτες σε πλημμύρες -και προφανώς πιο φτωχές- γειτονιές της. Η κυρίαρχη αφήγηση παρουσίασε την καταστροφή ως το αποτέλεσμα μιας αλυσίδας χαοτικών και ατυχών περιστατικών, ως τη «χειρότερη φυσική καταστροφή στην ιστορία των ΗΠΑ». Στην πραγματικότητα, όμως, η Νέα Ορλεάνη δεν έπεσε θύμα μιας σειράς από ατυχή γεγονότα.
Οι θάνατοι, η καταστροφή και η ταλαιπωρία των κατοίκων της πόλης, αλλά και άλλων πόλεων κατά μήκος της ακτής του κόλπου του Μεξικού στις ΗΠΑ οφείλονταν στον ανθρώπινο παράγοντα και σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, και πολιτικές διαχείρισης, καθώς και σε μία μακρά ιστορία κοινωνικών και φυλετικών ανισοτήτων, αποκλεισμών και άνισης ανάπτυξης. Το ελλειμματικό σχέδιο πολιτικής προστασίας τόσο σε τοπικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο της Πολιτείας, αλλά και της Ομοσπονδίας, αντανακλούσε την εδραίωση του νεοφιλελεύθερου προγράμματος διακυβέρνησης από την προεδρία Μπους, με την ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης του κινδύνου και την αποδιάρθρωση της πολιτικής προστασίας.
Η καταστροφή αποτέλεσε μια νέα ευκαιρία για το ιδιωτικό κεφάλαιο να ανθίσει κι έτσι η κοινωνική, οικονομική και περιβαλλοντική κρίση που έγινε πλέον εμφανής, χρησιμοποιήθηκε για την περαιτέρω προώθηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Το Ροκφέλερ άρπαξε τη «χρυσή» αυτή ευκαιρία και σε συνεργασία με τη δημοτική αρχή ξεκίνησε το πρόγραμμά του για την αστική ανθεκτικότητα. Ορίζοντας την αστική ανθεκτικότητα ως «την ικανότητα ατόμων, κοινοτήτων, θεσμών, επιχειρήσεων και συστημάτων σε μια πόλη να επιβιώνουν, να προσαρμόζονται και να ανθίζουν παρά τις όποιες χρόνιες πιέσεις και οξείες κρίσεις βιώνουν»,[4] ο στόχος ήταν, όπως ρητά ανέφερε ο τότε δήμαρχος της πόλης, «να μην ανοικοδομήσουμε την πόλη όπως ήταν πριν. Επιλέξαμε να την ανοικοδομήσουμε όπως θα έπρεπε να είναι εξαρχής». Τι σήμαινε αυτό; Τη δημογραφική αλλαγή ολόκληρης της πόλης, μιας κατά κύριο λόγο «μαύρης» πόλης των ΗΠΑ, κάνοντάς την λιγότερο πολυπληθή, πιο «λευκή» και πιο εύπορη.
Τα σχέδια ανθεκτικότητας που εφαρμόστηκαν στη Νέα Ορλεάνη αναδιοργάνωσαν ολόκληρη την πόλη, τις πολιτικές κοινωνικής κατοικίας ―δημιουργώντας μαζικά φαινόμενα εξευγενισμού (gentrification)―, το εκπαιδευτικό της σύστημα ―διαλύοντας τα δημόσια σχολεία και αντικαθιστώντας τα με σχολεία ιδιωτικής χρηματοδότησης (charter schools)―, το σύστημα υγείας, τα σωφρονιστικά ιδρύματα. Κι όμως, η «νέα» Νέα Ορλεάνη παραμένει η δεύτερη πόλη των ΗΠΑ με τις μεγαλύτερες κοινωνικές ανισότητες και η παγκόσμια «πρωτεύουσα» των σωφρονιστικών ιδρυμάτων με τους μεγαλύτερους αριθμούς φυλακισμένων στις ΗΠΑ.
Τα σχέδια ανθεκτικότητας που εφαρμόστηκαν στη Νέα Ορλεάνη δημιούργησαν ουσιαστικά εμπόδια στην επιστροφή των κατοίκων από τη μαύρη κοινότητα, που αποτελούσαν και την πλειοψηφία του πληθυσμού της πόλης. Σήμερα η σχέση της δημοτικής αρχής με τις εναπομείνασες κοινότητες Αφρο-αμερικανών και Λατίνων είναι μία σχέση επιτήρησης που προϋποθέτει την εγκληματικότητά τους αντί, όπως διατείνεται σε όλους τους τόνους, να στοχεύει στην ασφαλή και αξιοπρεπή τους διαβίωση. Η ρητορική της ανθεκτικότητας τους υποβιβάζει συστηματικά σε διάφορες υποκατηγορίες της ανθρώπινης ύπαρξης, ενώ παράλληλα τους εξηγεί πως οι θυσίες τους είναι ενδείξεις προσαρμοστικότητας και «καλής διαγωγής». Και αυτή η ανθεκτικότητα είναι στην πραγματικότητα η προσαρμοστικότητά τους σε μία κραυγαλέα και συνεχή δομική βία.
Αξίζει ωστόσο να σημειώσουμε ότι στον αντίποδα της επίσημης αφήγησης αρθρώθηκε μία αντιπαραθετική αφήγηση, αυτή των κινημάτων που αναπτύχθηκαν την περίοδο μετά την Κατρίνα, αποτελώντας μία διαφορετική αποτίμηση του παρελθόντος, ερμηνεία του παρόντος και οραματισμού για το μέλλον. Ο αντίλογος αυτός στην αφήγηση της ανθεκτικότητας κατέστη ηγεμονικός στο συμπόσιο που διοργανώθηκε από την πόλη για τα 10 χρόνια μετά την καταστροφή, και εκφράστηκε έντονα όχι μόνο στα πάνελ των συζητήσεων, αλλά και από το σύνολο σχεδόν των παρεμβάσεων και ερωτήσεων του κοινού, που επισήμαναν και υπενθύμισαν τη μακρά ιστορία καταστροφών, υφαρπαγής και εμβάθυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, ενώ άρθρωσαν σαφή λόγο ενάντια στην ανθεκτικότητα τόσο ως όρου όσο και ως εφαρμοσμένων πολιτικών. Τα λόγια της Τρέισι Γουάσινγκτον (Tracie Washington), δικηγόρου και προέδρου του Ινστιτούτου Δικαιοσύνης της Λουιζιάνα είναι ενδεικτικά της απάντησης της μαύρης κοινότητας στις πολιτικές ανθεκτικότητας που εφαρμόζονται στην πόλη τους:
«Δεν θα ζήσω υποχρεωμένη να είμαι ανθεκτική. Δεν θέλω να ξανακούσω αυτή τη λέξη! Έχω βαρεθεί όλους αυτούς που λένε “εσείς είστε τόσο ανθεκτικοί…”. Το να είμαι ανθεκτική σημαίνει ότι μπορείτε να μου κάνετε ό,τι θέλετε. Όχι! Δεν είμαι ανθεκτική! Έχω το δικαίωμα να μην είμαι ανθεκτική! Και πώς το καταφέρνουμε αυτό; Συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε… Συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε και απαιτούμε να ακουστούμε!».
Στην ουσία της τόσο η έννοια της ανθεκτικότητας, όσο και η εφαρμογή της στο πλαίσιο του προγράμματος Ροκφέλερ, οδηγεί στη συγκρότηση ενός υποκειμένου που, πιστό στο νεοφιλελεύθερο δόγμα περί ατομικής ευθύνης και υπευθυνότητας, οφείλει να προστατεύσει τον ίδιο του τον εαυτό από τις κάθε είδους απειλές, να φροντίσει μόνο του για την ασφάλεια και την ευημερία του. Η τραγωδία της Κατρίνα αντιμετωπίστηκε με την ανάδειξη της ανθεκτικότητας σε βασική προτεραιότητα της όποιας ανάπτυξης. Εν τέλει προώθησε μία κουλτούρα επιβιωτισμού, όπου η προετοιμασία για τις οποιεσδήποτε επικείμενες καταστροφές αποτελεί αποκλειστικά ατομική ευθύνη. Όπως σωστά παρατηρεί ο Σέντρικ Τζόνσον (Cedric Johnson): «Αυτή η υποχώρηση από την κοινωνία και η δημιουργία ατομικών ζωνών ασφάλειας και προστασίας για όσους έχουν τη δυνατότητα να τις αγοράσουν, συγκροτούν τη λογική του άνευ ορίων νεοφιλελευθερισμού» (σ. xii).
Η ανθεκτική Ραμάλα και η κανονικοποίηση της Ισραηλινής κατοχής
Σε συνέχεια των παραπάνω, η περίπτωση της Ραμάλα στην Παλαιστίνη είναι ενδεικτική. Σύμφωνα με τη Στρατηγική Ανθεκτικότητας της Ραμάλα, αν και αναγνωρίζεται η Ισραηλινή κατοχή και η υφαρπαγή γης και πόρων ως οι θεμελιώδεις αιτίες των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η πόλη, η κεντρική φιλοσοφία της ανάπτυξης που προωθεί η Ανθεκτική Ραμάλα δηλώνεται ρητά ως διαχειριστική και βραχυπρόθεσμη. Όπως εξηγείται στο κείμενο, «παρά την ισραηλινή κατοχή από το 1967, η Ραμάλα είναι μια περήφανη, αναπτυσσόμενη και κοσμοπολίτικη πόλη» (σ. 20). Αντίστοιχα, ο πρόεδρος του προγράμματος των 100 Ανθεκτικών Πόλεων, Μάικλ Μπέρκοβιτς (Michael Berkowitz), δηλώνει χαρακτηριστικά:
«Η Ανθεκτική Ραμάλα 2050 δεν εστιάζει σε όσα δεν είναι εφικτά. Αντίθετα, συνιστά ένα κάλεσμα να επικεντρωθούμε σε όσα μπορούν να γίνουν, τώρα και στο μέλλον, για την πραγμάτωση των τεράστιων δυνατοτήτων της πόλης […] και για την οικοδόμηση ενός μέλλοντος στο οποίο η Ραμάλα όχι απλά θα επιβιώνει, αλλά θα ευημερεί» (σ. 9).
Από τα παραπάνω είναι πρόδηλο πως η Ισραηλινή κατοχή δεν θεωρείται περιοριστικός παράγοντας για την αστική ανάπτυξη της Παλαιστίνης (άλλωστε, ο τερματισμός της παρουσιάζεται ως κάτι που «δεν είναι εφικτό»). Το ερώτημα είναι, φυσικά, για ποιο είδος ανάπτυξης μιλάμε. Διότι προγράμματα όπως αυτό του Ιδρύματος Ροκφέλερ προωθούν την αστική ανάπτυξη με πολύ συγκεκριμένους όρους, πλήρως ευθυγραμμισμένους με το νεοφιλελεύθερο αστικό μοντέλο, κάτι που εξάλλου συμπίπτει και με τον τρόπο που η Ραμάλα αναπτύσσεται από τη νεοφιλελεύθερη στροφή της Παλαιστινιακής Αρχής το 2007 κι έπειτα.
Τελικά, στην ίδια την νομιμοποίηση της κατοχής συντείνει και η αναπαραγωγή του καπιταλιστικού χαρακτήρα της ανάπτυξης. Η ανθεκτικότητα, ως προτεραιότητα των αναπτυξιακών αυτών προγραμμάτων, αποτελεί το τέλειο εργαλείο για αυτή τη νομιμοποίηση. Όπως είδαμε και παραπάνω, η ανθεκτικότητα δεν θίγει τη γενεσιουργό αιτία της απειλής, αλλά τα αποτελέσματά της, τα οποία τείνει να υποκειμενοποιήσει. Με άλλα λόγια, τα προγράμματα ανθεκτικότητας υπονοούν και εξαρτώνται από το ότι οι κίνδυνοι τους οποίους αποσκοπούν να αντιμετωπίσουν θα πρέπει να συνεχίσουν να υφίστανται. Κι αυτό θεωρούμε πως είναι ιδιαίτερα προβληματικό στην περίπτωση της Ραμάλα, όταν ο κίνδυνος είναι η ίδια η Ισραηλινή κατοχή.
Στην περίπτωση της Παλαιστίνης και του προγράμματος η κανονικοποίηση της κατοχής συνοδεύεται και από την αποικιοποίηση εννοιών στενά συνδεδεμένων με την Παλαιστινιακή αντίσταση. Η ανθεκτικότητα συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την έννοια του Σουμούντ (Sumud).[5] Σουμούντ είναι μια αραβική έννοια του 10ου αιώνα, στενά συνδεδεμένη στον 20ό αιώνα με τον αγώνα των Παλαιστινίων για αυτοδιάθεση και ενάντια στην Ισραηλινή κατοχή. Tο πρόγραμμα 100RC προσπαθεί να μεταφράσει την έννοια του Σουμούντ ως ανθεκτικότητα, επηρεάζοντας ακόμη και την βιβλιογραφία που αντιμετωπίζει κριτικά την έννοια. Σουμούντ όμως σημαίνει επιμονή, σταθερότητα. Ανθεκτικότητα σημαίνει το ακριβώς αντίθετο: προσαρμογή σε μια μόνιμα ασταθή κατάσταση. Επομένως, η σύνδεση της ανθεκτικότητας με το Σουμούντ φαίνεται να λειτουργεί ως το μέσο της κανονικοποίησης και νομιμοποίησης ενός δυτικού, καπιταλιστικού εργαλείου εντός της Παλαιστινιακής πραγματικότητας, αποικιοποιώντας και εμπορευματοποιώντας την κεντρική έννοια της Παλαιστινιακής αντίστασης. Όπως σωστά εξηγεί ο Νικόλας Κοσματόπουλος:
«[…] η αποικιοκρατία βασίστηκε στην ωμή βία για να κατακτήσει τον κόσμο, αλλά συνοδεύτηκε από την εξουσία που καθορίζει τα ερμηνευτικά εργαλεία μέσα από τα οποία τον αναλύουμε έως και σήμερα […]. Η αποικιοκρατία σβήνει ιθαγενικά ονόματα από χάρτες και αρχεία, υψώνει αξιολογικές διαφορές μεταξύ εποίκων και ιθαγενών, ταυτίζει συμπεριφορές με ταυτότητες, ανάγει λεκτικές κατηγοριοποιήσεις σε εξελικτικές κατηγορίες, αλλά στο τέλος φροντίζει όλα να έχουν νομικό επιστέγασμα. Στην Παγκόσμια Παλαιστίνη, η αποικιοποίηση των λέξεων επήλθε σε κύματα, πάντα ως αντίδραση σε αντι-αποικιοκρατική αντίσταση και συχνά μετουσιωμένη σε νόμο».
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράλληλη συμμετοχή του Τελ Αβίβ στο ίδιο πρόγραμμα. Ενώ στην περίπτωση της Ραμάλα οι «προκλήσεις» που αντιμετωπίζει η πόλη εστιάζουν στην «πολιτική αστάθεια» και την «ανασφάλεια του νερού» -και τα δύο ως «εξευγενισμένες» αναφορές στην Ισραηλινή κατοχή-, στην περίπτωση του Τελ Αβίβ μια από τις κύριες προκλήσεις της πόλης εμφανίζεται να είναι οι «τρομοκρατικές επιθέσεις», γεγονός που συνδέεται ρητά με τον Παλαιστινιακό αγώνα για αυτοδιάθεση. Αν και οι συγκεκριμένες αναφορές απουσίαζαν, τελικά, από τη Στρατηγική Ανθεκτικότητας της πόλης,[6] στην ιστοσελίδα του προγράμματος αναφερόταν ρητά ότι: «Το Τελ Αβίβ-Γιάφα αποτελεί την έδρα πολυάριθμων στρατηγικών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένου του αρχηγείου των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων [Israeli Defence Forces, IDF], συνιστώντας κύριο στόχο τρομοκρατικών επιθέσεων, όπως έγινε πρόσφατα, κατά τη διάρκεια της σύρραξης στη Γάζα το 2015». Όμως η Ιντιφάντα δεν είναι τρομοκρατία. Είναι το αναφαίρετο δικαίωμα των Παλαιστινίων να αντιστέκονται στη μόνιμη Ισραηλινή κατοχή.
Η παράλληλη ανάγνωση των δύο προγραμμάτων ανθεκτικότητας της Ραμάλα και του Τελ Αβίβ μας επιτρέπει να κατανοήσουμε και τις διαφοροποιήσεις που εμφανίζει το ανθεκτικό υποκείμενο ανάλογα με το κοινωνικο-οικονομικό του πλαίσιο. Συνοπτικά αναφέρουμε ότι η βιβλιογραφία διακρίνει δύο τύπους ανθεκτικών υποκειμένων, τα οποία καλούνται να αναπτυχθούν προσαρμοζόμενα σε διαφορετικές απειλές και κινδύνους. Πρώτα, τα ανθεκτικά υποκείμενα του παγκόσμιου Βορρά που οφείλουν να προστατευθούν κυρίως απέναντι στην απειλή της «τρομοκρατίας», κατ’ εντολή των οποίων αναπτύσσονται και εφαρμόζονται όλο και πιο έντονα κατασταλτικές πολιτικές ασφάλειας και κοινωνικού ελέγχου, με τον πιο κλασικό ορισμό τους. Τα υποκείμενα αυτά έχουν ως κύριο στόχο μέσα από την ανάπτυξη της ανθεκτικότητάς τους την ασφάλεια. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη μορφή ανθεκτικού υποκειμένου, το υποκείμενο του παγκόσμιου Νότου, το οποίο επέζησε της αποικιοκρατίας, της εκμετάλλευσης και των πολέμων. Όπως εξηγεί η Σάρα Μπρέικ (Sarah Brake), «αυτό το υποκείμενο θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε υποκείμενο υποτελούς ανθεκτικότητας ή της ανθεκτικότητας των κολασμένων αυτής της γης» (σ. 60). Το υποκείμενο αυτό στοχεύει κυρίως και σχεδόν αποκλειστικά στην επιβίωσή του, σε συνθήκες τεράστιας συμβολικής και φυσικής βίας που επιβάλλονται κυρίως από τον παγκόσμιο Βορρά. Με άλλα λόγια, η ανθεκτικότητα του παγκόσμιου Βορρά εξαρτάται από την υφαρπαγή από τον παγκόσμιο Νότο.
Εφαρμόζοντας το παραπάνω υπόδειγμα ανάλυσης στην περίπτωση της Παλαιστίνης και του Ισραήλ, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως στο Τελ Αβίβ τα υποκείμενα καλούνται να γίνουν ανθεκτικά ως υποκείμενα του παγκόσμιου Βορρά (δηλαδή στοχεύοντας στην ασφάλειά τους), ενώ τα υποκείμενα στη Ραμάλα καλούνται να αναπτύξουν την ανθεκτικότητα των υποκειμένων του παγκόσμιου Νότου, δηλαδή την υποτελή ανθεκτικότητα (επιβίωση) απέναντι σε αυτά του Τελ Αβίβ. Σε αυτή την περίπτωση τον παγκόσμιο Βορρά και τον παγκόσμιο Νότο χωρίζουν 40 χιλιόμετρα, μερικά check-points και τα σωστά χαρτιά. Στην πραγματικότητα τους χωρίζει απόσταση ίση με το πέταγμα μιας πέτρας με σφεντόνα.
Από το Ισραηλινό Τείχος της Ντροπής στη Βηθλεέμ (προσωπικό αρχείο της Άλκηστης Πρέπη)
Ζητήματα τοπικής αυτοδιοίκησης και λαϊκής εκπροσώπησης
«Όταν λάβαμε την αίτηση της Αθήνας, η παρουσίαση μας συνεπήρε, μας ταξίδεψε, μας έκανε να ονειρευτούμε και είπαμε: “πώς μπορούμε να βοηθήσουμε αυτή την πόλη;”»[7]
Οι πόλεις που επιθυμούσαν να ενταχθούν στο πρόγραμμα κατέθεσαν την συμμετοχή τους με σχετικό φάκελο στον οποίο ανέπτυσσαν τις ξεχωριστές προκλήσεις που αντιμετώπιζαν καθώς και τους τρόπους με τους οποίους προτίθενται να τις αντιμετωπίσουν. Μετά την επιλογή των πόλεων, οι δημοτικές τους αρχές καλούνταν να διοργανώσουν, με τη βοήθεια των εμπειρογνωμόνων του Ιδρύματος, ένα συμμετοχικό εργαστήριο το οποίο θα συγκεκριμενοποιούσε τις προκλήσεις της κάθε πόλης και στη συνέχεια να δημιουργήσουν το Γραφείο Αστικής Ανθεκτικότητας, εντός του Δήμου, που θα αναλάμβανε και την κατάρτιση του ειδικού σχεδίου ανθεκτικότητας.
Ο Δήμος Αθηναίων ξεκίνησε τη διαδικασία ένταξής του στο πρόγραμμα 100RC στα τέλη του 2014 και τον Μάιο του 2015 οργάνωσε το Εναρκτήριο Εργαστήριο.[8] Στο Εργαστήριο προσκλήθηκαν, όπως αναφέρεται από το ίδιο το πρόγραμμα, «φορείς της πόλης, ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, καθηγητές, ερευνητές, στελέχη της δημόσιας διοίκησης, αλλά και του ιδιωτικού τομέα», οι οποίοι, μέσα από μια σειρά ασκήσεων εξοικειώθηκαν με την έννοια της αστικής ανθεκτικότητας –όπως την ορίζει το Ροκφέλερ– και κλήθηκαν να ορίσουν τις χρόνιες πιέσεις και τις απρόσμενες κρίσεις που απειλούν την πόλη τους, επιλέγοντας από μια συγκεκριμένη λίστα «απειλών» που τους δόθηκε από το πρόγραμμα.
Συνοπτικά, από το Εργαστήριο αναδείχθηκαν ως χρόνιες πιέσεις η υψηλή ανεργία, οι μακροοικονομικές συνθήκες σε ύφεση και η διαφθορά, ενώ ως απρόσμενες κρίσεις ο σεισμός, ο καύσωνας και οι εξεγέρσεις/πολιτικές αναταραχές. Ωστόσο, στην τελική καταχώριση της Αθήνας στην ιστοσελίδα του προγράμματος, προστέθηκε και η χρόνια πίεση «πρόσφυγες».[9] Συν τω χρόνω προστέθηκαν και άλλες «προκλήσεις», που εντόπισε και ιεράρχησε ψηλά το ίδιο το Γραφείο Αστικής Ανθεκτικότητας.
Παρόλο που τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη τα σχέδια αστικής ανθεκτικότητας έχουν ολοκληρωθεί, η υλοποίησή τους παραμένει ακόμη σε πολύ αρχικό στάδιο. Ο τρόπος όμως με τον οποίο λειτουργεί το πρόγραμμα, το πώς διεξήχθη ο «συμμετοχικός» διάλογος για τα προβλήματα των πόλεων, αλλά και το πώς ορίστηκαν οι «απειλές», μας επιτρέπει να διακρίνουμε τις τάσεις και τις κατευθύνσεις που αναπτύσσονται.
Αρχικά οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι το Ροκφέλερ, μέσω του θεσμού του CRO, ενέταξε έναν υπάλληλό του στις δημοτικές αρχές 100 πόλεων από όλο τον κόσμο. Η σημασία του υπαλλήλου αυτού προκύπτει από τα καθήκοντά του, όπως ορίζονται από το ίδιο το πρόγραμμα. Ο CRO είναι, λοιπόν, «ένας διευθύνων σύμβουλος ή ειδικός σύμβουλος του Δημάρχου της πόλης», που λόγω του μεγάλου εύρους των αντικειμένων με τα οποία καλείται να ασχοληθεί έρχεται δεύτερος στην ιεραρχία της δημοτικής αρχής, μετά τον Δήμαρχο. Ή όπως χαρακτηρίζεται και από το πρόγραμμα, είναι ο «δήμαρχος-μείον-ένα» (mayor-minus-one), κάτι που τον καθιστά πραγματικό πόλο εξουσίας. Σύμφωνα με τους κανονισμούς του προγράμματος, το πρόσωπο του CRO θα πρέπει να είναι κοινώς αποδεκτό, και από τον δήμο και από το Ροκφέλερ Ροκφέλερ. Αυτό αποτελεί μία τόσο καίρια προϋπόθεση για το Ροκφέλερ, που έχει ήδη αποτελέσει λόγο έξωσης μίας ενταγμένης πόλης από το πρόγραμμα.[10]
Δεύτερον, οι «συμμετοχικές διαδικασίες» όπως προωθήθηκαν από το πρόγραμμα, ήταν εξαιρετικά ελλιπείς. Πρακτικά, ούτε στο Εναρκτήριο εργαστήριο ούτε στις μετέπειτα συναντήσεις της ομάδας ανθεκτικότητας του Δήμου Αθηναίων ο «διάλογος» δεν έγινε με ένα αντιπροσωπευτικό τμήμα της κοινωνίας της πόλης. Χαρακτηριστικά, από τα 106 άτομα που συμμετείχαν στο Εναρκτήριο Εργαστήριο, απουσίαζαν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα που θα μπορούσαν να συνδέονται με την πόλη, όπως η Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ, οι φοιτητές, οι επιστημονικοί σύλλογοι, αλλά κυρίως οι συλλογικότητες κατοίκων, οι οποίες ωστόσο, και ειδικά το 2015, αποτελούσαν πολύ ενεργό κομμάτι των γειτονιών της Αθήνας. Οι συμμετέχοντες ήταν κυρίως υπάλληλοι του Δήμου Αθηναίων και δημοτικοί σύμβουλοι, εκπρόσωποι ιδιωτικών ιδρυμάτων και στελέχη επιχειρήσεων. Επιπλέον, οι «ειδικοί» που κλήθηκαν να συζητήσουν, αργότερα, με το Γραφείο Αστικής Ανθεκτικότητας, ήταν, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, start-up επιχειρήσεις, ιδιωτικοί φορείς, κόμβοι «καινοτομίας και επιχειρηματικότητας» κ.λπ.
Η παραπάνω επιλογή των φορέων που συνδιαλέγονται με το πρόγραμμα ανθεκτικότητας της Αθήνας θέτει σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την πρόθεση του Δήμου να αναπτύξει δημοκρατικό και ουσιαστικό διάλογο με τους πολίτες και τους φορείς τους για τον εντοπισμό και την επίλυση των χρόνιων προβλημάτων της πόλης. Περισσότερο η επιλογή υποδηλώνει τις βαθύτερες στοχεύσεις του προγράμματος ως προς το ποιους θεωρεί «αποδεκτούς» συνομιλητές.
Τέλος, ο τρόπος με τον οποίο κατηγοριοποιούνται και χαρακτηρίζονται οι διάφορες απειλές για την πόλη αναδεικνύουν τη σημασία του ζητήματος της ασφάλειας, που αποτελεί και έναν από τους κεντρικούς στόχους τόσο των πολιτικών ανθεκτικότητας γενικά όσο και της δημοτικής αρχής της Αθήνας τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία. Ο τυφώνας ή η πλημμύρα, και γενικότερα οι φυσικές καταστροφές, θεωρούνται ότι μπορούν να απειλήσουν μια πόλη με τον ίδιο τρόπο που θα την απειλήσει και μια κοινωνική εξέγερση ή η «εισροή» προσφύγων. Συνεπώς, πέρα από αυτονόητες ανάγκες, όπως είναι η αντιμετώπιση της ζημιάς που έχει προκαλέσει ένας σεισμός, εμφανίζεται και η ανάγκη «αντιμετώπισης» μιας «εισροής» μεταναστών με κατασταλτικό τρόπο. Ιδιαίτερα το προσφυγικό/μεταναστευτικό ζήτημα αποτελεί κεντρικό πεδίο μέχρι τώρα δράσης και διαμόρφωσης πολιτικών στο πλαίσιο του δικτύου των 100 Ανθεκτικών Πόλεων, στο οποίο σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, όπως θα δούμε και στη συνέχεια.
Οι ανθεκτικοί μετανάστες και το νέο σύστημα διακυβέρνησης
Η ασφάλεια εμφανίζεται να είναι, επομένως, μία από τις βασικές προϋποθέσεις της ανάπτυξης. Πρώτο βήμα προς την «ασφάλεια» είναι ο ορισμός των απειλών, στον οποίο, όπως είδαμε, σημαντικό ρόλο αναλαμβάνει να διαδραματίσει το πρόγραμμα του Ιδρύματος Ροκφέλερ. Και πώς θα οριστεί αυτή η απειλή; Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες καταλαμβάνουν μία από τις πρώτες θέσεις στη μακρά λίστα των απειλών του «ευρωπαϊκού τρόπου ζωής» και συνδέονται άμεσα με το λεξιλόγιο του φόβου, αλλά και με αυτό της κλιματικής αλλαγής, στην οποία η μετανάστευση παρουσιάζεται πλέον ως προσαρμοστική απάντηση. Χαρακτηριστική είναι η κατεύθυνση που δίνει ο ΟΗΕ:
«Είναι σαφές ότι στις ερχόμενες δεκαετίες, οι φτωχοί αγροτικοί πληθυσμοί θα δοκιμαστούν, επηρεασμένοι από την κλιματική αλλαγή. Δεν υπάρχει καμία πόλη στον αναπτυσσόμενο κόσμο αρκετά μεγάλη ή αρκετά εύπορη ώστε να μπορέσει να απορροφήσει τη μετανάστευση των φτωχών που δεν έχουν καμία ασφάλεια απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους και δεν μπορούν να βρουν κανένα μέσο προσαρμογής. Η πολιτική και κοινωνική αστάθεια που είναι εγγενής σε τέτοιες ενδεχόμενες μαζικές μετακινήσεις πληθυσμού θα πρέπει να ανησυχήσει έντονα τη διεθνή κοινότητα […]. Οι επιπτώσεις του να μη δράσουμε τώρα μπορούν κάλλιστα να δοκιμάσουν τα όρια της συμπόνιας» (σ. ix).
Επομένως, στο σύγχρονο αναπτυξιακό διάλογο τόσο η κλιματική αλλαγή, όσο και η μετανάστευση, αναγνωρίζονται ως τα «αναγκαία κακά» με τα οποία ο αναπτυγμένος κόσμος οφείλει να πορευτεί. Εφόσον η μετανάστευση προβλέπεται να είναι όλο και πιο μαζική, μετατρέπεται σε «κρίση» και «έκτακτη ανάγκη», η οποία χρήζει όχι μόνο πολιτικών ασφάλειας, αλλά και της σωστής διαχείρισης (disaster risk management). Με άλλα λόγια, απαιτεί την εφαρμογή πολιτικών ανθεκτικότητας. Όπως εξηγεί το 100RC: «Η μαζική μετανάστευση που παρατηρούμε σήμερα δεν αποτελεί μία παροδική κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αλλά την αρχή μιας νέας πραγματικότητας. Κατά πάσα πιθανότητα, οι παράγοντες που ωθούν τους μετανάστες προς τις πόλεις θα γίνονται όλο και πιο συνήθεις και με μεγαλύτερες επιπτώσεις».[11] Παρόλο που η ρητορική του Ιδρύματος δεν αντιμετωπίζει τη μετανάστευση ως κάτι παθολογικό, προωθεί την ιδέα μιας μετανάστευσης που είναι διαχειρίσιμη και οργανωμένη, και η οποία βοηθά στην αποφυγή του ρίσκου μιας χαοτικής, άτακτης και βίαιης μετανάστευσης. Με άλλα λόγια, όπως εξηγεί ο Τζιοβάνι Μπετίνι (Giovanni Bettini),[12] η ρητορική της μετανάστευσης-ως-προσαρμογή επιτρέπει τη δημιουργία ενός βιοπολιτικού κανόνα που προωθεί την οργανωμένη μετανάστευση ως ευεργετική αναπτυξιακή πολιτική, διαχωρίζοντάς την σε «καλή», που παροτρύνεται, και «κακή», που αστυνομεύεται.
Με βάση αυτήν τη λογική το πρόγραμμα 100RC αντιμετωπίζοντας τη μετανάστευση ως «ευκαιρία» συντάσσει μία από τις πιο εξέχουσες εκθέσεις του μαζί με 8 πόλεις-μέλη, μεταξύ των οποίων η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη: «Παγκόσμια Μετανάστευση: Οι Ανθεκτικές Πόλεις στην πρωτοπορία».[13] Εδώ οι μετανάστες και οι πρόσφυγες βαφτίζονται «νέες αφίξεις» και «νεοφερμένοι», και συνδέονται, με τον τρόπο αυτό, με πιο θετικές έννοιες. Κάτω από τολμηρούς τίτλους, όπως «ευημερούμε μαζί», «οδηγούμε στην αλλαγή», «κοινή επιδίωξη για νέες ευκαιρίες και ευημερία», η έκθεση μιλάει για την ανάγκη «να εκτιμήσουμε και να αξιοποιήσουμε τα ταλέντα των μεταναστών [ώστε οι πόλεις] να μπορέσουν να εκμεταλλευτούν την οικονομική ενέργεια των νέων αφίξεων».[14] Ή, όπως εύγλωττα σημειώνεται, στόχος είναι «η αποτελεσματική χρήση του μεταναστευτικού ανθρώπινου κεφαλαίου».[15] Στην περίπτωση αυτή οι μετανάστες / πρόσφυγες δεν εμφανίζονται μόνο ως εργατική δύναμη ή ροές εμβασμάτων, αλλά και ως ένας νέος τρόπος για τις πόλεις να προσελκύσουν κεφάλαια: «Η φιλοξενία μεγάλων αριθμών εκτοπισμένων ατόμων μπορεί να προσελκύσει σημαντικές διεθνείς επενδύσεις».[16] Με αυτή την έννοια, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η MasterCard αποτελεί έναν από τους κεντρικούς συνεργάτες της εν λόγω έκθεσης, ως «Συνεργάτης Εν Δράσει» (Partner in Action), του οποίου η κεντρική συμβολή ήταν «οι ανθρωπιστικές προπληρωμένες και εμβασματικές υπηρεσίες», που μοίρασαν «προπληρωμένες χρεωστικές κάρτες σε επιλέξιμους πρόσφυγες που ταξίδευαν μέσω της Σερβίας και της Ελλάδας».[17]
Επιπλέον, το πρόγραμμα ικανοποίησε το αίτημα που είχαν εκφράσει οι δήμαρχοι της Αθήνας, του Παρισιού και της Ρώμης το 2015 σε κοινό τους άρθρο για να αναλάβουν κεντρικό ρόλο στην διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής Ατζέντας για τη Μετανάστευση. Στο συγκεκριμένο άρθρο οι δήμαρχοι συνέδεαν τη μετανάστευση με την «τρομοκρατία» και τα πρώτα μεγάλα χτυπήματα στο Παρίσι και εξηγούσαν ότι βασικοί στόχοι των πόλεων είναι «η ασφάλεια των πολιτών, η ρύθμιση των μεταναστευτικών ροών και η προστασία των συνόρων μας». Το ίδιο αίτημα επαναλήφθηκε δύο χρόνια αργότερα, προς τον ΟΗΕ, αυτή τη φορά από 17 δημάρχους από όλο τον κόσμο: «οι ηγέτες των πόλεων πρέπει να προσκληθούν να συμβάλουν και να τροφοδοτήσουν το πρόγραμμα δράσης του Παγκόσμιου Συμφώνου για τους Πρόσφυγες». Το πρόγραμμα 100RC οργάνωσε, εν τέλει, το 2017 με τη συνεργασία της πόλης της Νέας Υόρκης, την Παγκόσμια Διάσκεψη Δημάρχων για τις Πολιτικές και Πρακτικές για τους Μετανάστες και τους Πρόσφυγες. Τα αποτελέσματα της διάσκεψης κοινοποιήθηκαν στην Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες, ώστε να ενταχθούν στις τότε εν εξελίξει διαδικασίες κατάρτισης του Παγκόσμιου Συμφώνου για τους Πρόσφυγες.
100 Ανθεκτικές Πόλεις: εφαρμόζοντας τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία στις πόλεις
Η αναζήτηση του τι είναι στην πράξη το πρόγραμμα του Ιδρύματος Ροκφέλερ και η προσπάθεια μιας πρώτης αποτίμησης των αποτελεσμάτων του είναι σημαντική, διότι αποτελεί την πρακτική απόληξη της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και της νοηματοδότησής του όρου της ανθεκτικότητας. Η συζήτηση γύρω από την ανθεκτικότητα προωθεί μία πολύ συγκεκριμένη πολιτική και ιδεολογική ατζέντα. Δεδομένου ότι πλέον αποτελεί μία κινητήρια δύναμη για τις αναπτυξιακές πολιτικές, θα πρέπει να ιδωθεί πιο κριτικά απ’ ό,τι συμβαίνει σήμερα, τόσο σε θεωρητικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο των κοινωνικών κινημάτων. Γιατί η ανθεκτικότητα δεν είναι αντίσταση, αλλά εξ ορισμού το αντίθετό της. Αυτό που στην πραγματικότητα δημιουργεί η ανθεκτικότητα είναι συγκεκριμένους τύπους κοινωνικών υποκειμένων, ικανών να επιβιώσουν αδιαμαρτύρητα και πειθαρχημένα στις απαιτήσεις ενός αστικού περιβάλλοντος που διαμορφώνεται από τις απαιτήσεις νέων οικονομικών σχέσεων.
Όπως εξηγούν οι Πεκ, Θίοντορ και Μπρένερ (Peck, Theodore, Brenner), ο νεοφιλελευθερισμός «είναι ένα πολυ-κλιμακωτό φαινόμενο: ανασυνθέτει κλιμακούμενες σχέσεις μεταξύ θεσμών και οικονομικών παραγόντων, όπως μεταξύ δημοτικών αρχών, εθνικών κρατών και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου» (σ. 51). Η ανθεκτικότητα, όπως είδαμε και στην περίπτωση του προγράμματος Ροκφέλερ, δουλεύει σε όλα αυτά τα διαφορετικά επίπεδα του νεοφιλελευθερισμού, δημιουργώντας την ανθεκτική πόλη ενάντια στις κοινωνικές εξεγέρσεις ή με όρους εξελικτικούς ως την «παιδική χαρά» της νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης, τον ανθεκτικό εργάτη απέναντι σε οποιεσδήποτε εργασιακές συνθήκες ή την ανθεκτική μετανάστρια απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή εκμετάλλευσης.
Επομένως, συμπληρωματικά στις θεωρητικές και επιστημολογικές αναζητήσεις, συζητήσεις και αντιπαραθέσεις για το περιεχόμενο και τους στόχους της ανθεκτικότητας, τα υπαρκτά κοινωνικά κινήματα, όπου έχουν αναπτυχθεί ενάντια στα προγράμματα ανθεκτικότητας -όπως στην περίπτωση της Νέας Ορλεάνης-,[18] μας βοηθούν να κατανοήσουμε το πώς ο νεοφιλελευθερισμός αναδιαμορφώνει ουσιαστικά και άμεσα την καθημερινότητά μας και την πολιτική υποκειμενικότητα. Η ανθεκτικότητα, τελικά, ως ένα ακόμη μέσο κατασκευής συναινέσεων, μας μαθαίνει πώς να ανακάμπτουμε από οτιδήποτε μας επιβάλει ο καπιταλισμός και μας καλεί να υιοθετήσουμε άκριτα και άνευ όρων την αντίληψη του νόμου της φυσικής επιλογής, των νικητών και των χαμένων στη λογική του ανταγωνισμού και της επιβίωσης του προσαρμοστικότερου.
Ο Μπέντζαμιν Μπάρμπερ (Benjamin Barber), συγγραφέας του βιβλίου «Και αν οι δήμαρχοι διοικούσαν τον κόσμο;», εμβολιάζει το κοινό του με τη νέα ιδέα της διακυβέρνησης: «Στον σημερινό μας, πολυπληθή κόσμο, γεμάτο πολύ έντονες διαφορές, όπου η αλληλεγγύη είναι πολύ εύθραυστη, η δημοκρατία διέρχεται μία βαθιά κρίση. Τα Έθνη-κράτη άλλοτε έλυναν τα προβλήματα κλίμακας από τα οποία έπασχε η δημοκρατία. Σήμερα εμποδίζουν την παγκοσμιοποίησή της. Ήρθε, λοιπόν, η ώρα να αναρωτηθούμε σοβαρά: “Μήπως οι πόλεις μπορούν να σώσουν τον κόσμο;”» (σ. 28). Πίσω από αυτή τη φαινομενικά αθώα διατύπωση και ανασκόπηση των υπαρκτών ελλειμμάτων της δημοκρατίας, όπως παρουσιάζονται σήμερα, εκφράζεται μια καθόλου αθώα κατάσταση -αυτή του νέου ρόλου και της σημασίας που αναλαμβάνουν πλέον οι πόλεις στο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου παραγωγικού κεφαλαίου, ως τόποι που ευνοούν την κεφαλαιακή συσσώρευση και κυκλοφορία. Ως πρόβλημα, επομένως, της ελλειμματικής δημοκρατίας δεν θεωρείται το καπιταλιστικό σύστημα, αλλά ένα μέγεθος κλίμακας και μετατόπισης των διοικητικών κέντρων στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης, ως εάν αυτή να λειτουργεί σε κοινωνικο-οικονομικό κενό. Αυτό όμως δεν εμποδίζει τον Μπάρμπερ να υποστηρίξει ότι η σμίκρυνση της απόστασης ανάμεσα στα άτομα και την εξουσία, την οποία συνεπάγεται η εστίαση στην τοπική αυτοδιοίκηση, είναι πιο ικανή να δημιουργήσει δίκτυα συνεννόησης και συνεργασίας που με τη σειρά τους θα διευκολύνουν την επίλυση των όποιων προβλημάτων ή κρίσεων.
Όπως εξηγεί και ο Τομ Σλέιτερ (Tom Slater), καθηγητής αστικής κοινωνικής γεωγραφίας: «[…] στην περίπτωση της ανθεκτικότητας, μια παγκόσμια ύφεση μεταμορφώνεται από πολιτικό δημιούργημα σε φυσικό φαινόμενο, το οποίο και απαιτεί ένα πρόγραμμα καταστροφικής περικοπής δημόσιων δαπανών ώστε να μπορέσει να επιστρέψει στη φυσική του πορεία. Ως αναλυτικό πλαίσιο […], η ανθεκτικότητα επιμελώς, ίσως και συνετά, αγνοεί όλα τα σοβαρά ζητήματα που έχουν να κάνουν με την κεφαλαιακή συσσώρευση και κυκλοφορία, με την άνιση ανάπτυξη, με την ενεργοποίηση των πολιτικών δομών, με τις κρατικές στρατηγικές προώθησης μιας αναπτυξιακής μηχανής […]».
Οι πραγματικές και δυναμικές τάσεις του προγράμματος γίνονται εμφανείς μόνο εφόσον αναλυθούν οι εφαρμογές του και το συγκεκριμένο, κάθε φορά, πλαίσιο μέσα στο οποίο επιχειρεί να εδραιωθεί. Οι δυναμικές τάσεις της ανθεκτικότητας είναι η «νέα» Νέα Ορλεάνη. Οι δυναμικές τάσεις της ανθεκτικότητας είναι η κανονικοποίηση καταστάσεων κατοχής και εκμετάλλευσης. Οι δυναμικές τάσεις της ανθεκτικότητας είναι ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός. Και ενώ φαίνεται πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πολλές διαφορετικές καταστάσεις με διαφορετικό τρόπο, στην ουσία πάντα μιλάει για τους πειραματισμούς εκείνους που στοχεύουν στη διαχείριση των κινδύνων με σκοπό την απρόσκοπτη συνέχιση της καπιταλιστικής κερδοφορίας.
Κλείνουμε τη σύντομη ανάλυσή μας παραθέτοντας ξανά τον Τομ Σλέιτερ:
[Το πρόγραμμα] 100 Ανθεκτικές Πόλεις [είναι ένας] νεοφιλελεύθερος διαγωνισμός που απονέμει επιχορηγήσεις σε 100 πόλεις που φαίνονται “να έχουν επιδείξει με αφοσίωση τη δέσμευσή τους να χτίσουν τις δικές τους δυνατότητες για να προετοιμαστούν, για να αντισταθούν σε και να ανακάμπτουν από κρίσεις και πιέσεις” […], με άλλα λόγια, βραβεία για τις πόλεις που συγκεντρώνουν πόντους στην προσπάθεια να επανακτήσουν το επιθυμητό status quo της κεφαλαιακής συσσώρευσης και της προσέλκυσης του πλούτου των ελίτ όσο το δυνατό συντομότερα.
Το κείμενο της Άλκηστης Πρέπη επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης
Κιλιάν Εμπαπέ, Λαμίν Γιαμάλ, Τζουντ Μπέλιγχαμ και Λιονέλ Μέσι
Η Γαλλία (1), η Ισπανία (3), η Αγγλία (4) και η Αργεντινή (2) αποτελούν τις τέσσερις κορυφαίες ομάδες στην παγκόσμια κατάταξη της FIFA.
Του Αντβάιντ Ρατζάν
Δημοσιογράφου του BBC Sport
Δημοσιεύθηκε στις 12 Ιουλίου 2026
Το Παγκόσμιο Κύπελλο συνεχίζει να προσφέρει ένταση και αξέχαστες στιγμές, με μόλις τέσσερις εθνικές ομάδες να παραμένουν πλέον στη διοργάνωση, καθώς μπαίνουμε στη φάση των ημιτελικών.
Η Γαλλία, η Ισπανία, η Αγγλία και η Αργεντινή απέχουν πλέον δύο νίκες από την κατάκτηση του παγκόσμιου τίτλου. Με μια θέση στον τελικό να διακυβεύεται, τα περιθώρια λάθους είναι σχεδόν ανύπαρκτα.
Τι μπορούμε, λοιπόν, να περιμένουμε από τις αναμετρήσεις της τελικής τετράδας;
Εμπαπέ εναντίον Γιαμάλ – οι ευρωπαϊκές υπερδυνάμεις αναμετρώνται
Η Ισπανία προκρίθηκε στους ημιτελικούς εις βάρος του Βελγίου, χάρη στο νικητήριο γκολ του Μερίνο στα τελευταία λεπτά.
Γαλλία – Ισπανία
Στάδιο του Ντάλας, Τρίτη, 20:00 ώρα Ηνωμένου Βασιλείου
Τι να προσέξετε
Με δύο από τα ισχυρότερα σύνολα της Ευρώπης να τίθενται αντιμέτωπα, αυτή η αναμέτρηση διαθέτει όλα τα συστατικά για να εξελιχθεί σε έναν κλασικό αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Ο Κιλιάν Εμπαπέ κυριάρχησε και πάλι στα πρωτοσέλιδα, καθώς η Γαλλία νίκησε το Μαρόκο με 2-0 και προκρίθηκε στους ημιτελικούς. Ο Γάλλος επιθετικός έφτασε τα οκτώ γκολ στη διοργάνωση και βρίσκεται πλέον μόλις ένα πίσω από τον Λιονέλ Μέσι, στη μάχη για την κορυφή του πίνακα των σκόρερ όλων των εποχών στα Παγκόσμια Κύπελλα.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Γαλλίας είναι η ποιότητα που διαθέτει σε όλες τις γραμμές του γηπέδου. Ο Ουσμάν Ντεμπελέ διαμόρφωσε το τελικό αποτέλεσμα στον προημιτελικό και έφτασε τα πέντε γκολ στη διοργάνωση.
Ο Μικαέλ Ολίσε έχει αποτελέσει τη βασική δημιουργική δύναμη της ομάδας του Ντιντιέ Ντεσάν και βρίσκεται στην πρώτη θέση της διοργάνωσης με πέντε ασίστ.
Αυτό το βάθος στο ρόστερ ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστικό για τους δύο φορές παγκόσμιους πρωταθλητές απέναντι στην Ισπανία, η οποία τους είχε νικήσει με 2-1 στους ημιτελικούς, καθ’ οδόν προς την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος το 2024.
Υπάρχει η αίσθηση ότι η Ισπανία δεν έχει παρουσιάσει ακόμη το καλύτερό της ποδόσφαιρο.
Το μεγάλο της αστέρι, ο Λαμίν Γιαμάλ, δεν έχει καταφέρει ακόμη να δείξει πλήρως τις δυνατότητές του στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Ο εξτρέμ της Μπαρτσελόνα έχει πετύχει μόλις ένα γκολ, απέναντι στη Σαουδική Αραβία στη φάση των ομίλων.
Ο Μικέλ Ογιαρθάμπαλ, ο οποίος έχει πετύχει τέσσερα γκολ, δεν κατάφερε να σκοράρει στους δύο τελευταίους αγώνες. Έτσι, η ομάδα του Λουίς ντε λα Φουέντε χρειάστηκε τις καθοριστικές παρεμβάσεις του αναπληρωματικού Μικέλ Μερίνο στα τελευταία λεπτά, προκειμένου να ξεπεράσει τα εμπόδια τόσο της Πορτογαλίας όσο και του Βελγίου στα νοκ άουτ παιχνίδια.
Η Ισπανία, η οποία επιδιώκει να προσθέσει ακόμη έναν τίτλο μετά την κατάκτηση του 2010, ελπίζει ότι ο Γιαμάλ, ο οποίος θα συμπληρώσει τα 19 του χρόνια την παραμονή του αγώνα, θα επιλέξει τον ημιτελικό για να πραγματοποιήσει μια εμφάνιση αντάξια του ταλέντου του.
Βασικά στατιστικά στοιχεία
Η Γαλλία θα αγωνιστεί για όγδοη φορά σε ημιτελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου, ισοφαρίζοντας τη Βραζιλία. Μόνο η Γερμανία έχει περισσότερες συμμετοχές σε ημιτελικούς, με 12.
Η Ισπανία διανύει το μεγαλύτερο αήττητο σερί στην ιστορία της και δεν έχει γνωρίσει την ήττα σε κανέναν από τους τελευταίους 36 αγώνες της, μετά την ήττα με 1-0 από την Κολομβία τον Μάρτιο του 2024.
Κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, έχει σημειώσει 27 νίκες και εννέα ισοπαλίες.
Αυτή θα είναι μόλις η δεύτερη συνάντηση των δύο ομάδων σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Οι «Μπλε» είχαν ανατρέψει το σκορ και είχαν επικρατήσει με 3-1, όταν οι δύο ομάδες αναμετρήθηκαν στη φάση των «16» το 2006.
Τι να προσέξετε
Αυτός θα είναι ο δεύτερος ημιτελικός Παγκοσμίου Κυπέλλου για την Αγγλία από το 2018. Ωστόσο, η κάτοχος του τίτλου Αργεντινή στέκεται στον δρόμο των «Τριών Λιονταριών» προς την πρώτη τους συμμετοχή σε τελικό έπειτα από 60 χρόνια.
Πρόκειται για μια αναμέτρηση γεμάτη πάθος και αντιπαλότητα, η οποία διεξάγεται 40 χρόνια μετά τον προημιτελικό στο Μεξικό, όταν ο Ντιέγκο Μαραντόνα απέκλεισε σχεδόν μόνος του την Αγγλία.
Αυτή τη φορά, η Αργεντινή διαθέτει ακόμη έναν σούπερ σταρ με τη φανέλα με το νούμερο 10. Ο Λιονέλ Μέσι δεν έχει αντιμετωπίσει ποτέ την Αγγλία και δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη σκηνή για την πρώτη τους αναμέτρηση από έναν ημιτελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Ο Μέσι, ο οποίος σε αυτή τη διοργάνωση έγινε ο πρώτος σκόρερ όλων των εποχών στα Παγκόσμια Κύπελλα, προηγείται αυτή τη στιγμή στην κούρσα για το Χρυσό Παπούτσι μαζί με τον Κιλιάν Εμπαπέ της Γαλλίας, καθώς αμφότεροι έχουν πετύχει οκτώ γκολ.
Η Αγγλία, όμως, διαθέτει και τη δική της εμβληματική μορφή με το νούμερο 10, τον Τζουντ Μπέλιγχαμ. Ο Άγγλος μέσος έχει σκοράρει από δύο φορές σε καθένα από τα δύο τελευταία νοκ άουτ παιχνίδια της ομάδας του και έγινε ο πρώτος παίκτης που πετυχαίνει κάτι τέτοιο μετά τον Μαραντόνα το 1986.
Παράλληλα, ο αρχηγός Χάρι Κέιν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τον συμπαίκτη του, έχοντας πετύχει επίσης έξι γκολ μέχρι στιγμής στη διοργάνωση.
Καμία από τις δύο εθνικές ομάδες δεν έχει παρουσιάσει μέχρι τώρα στο Παγκόσμιο Κύπελλο το καλύτερο και πιο ελεύθερο επιθετικό της παιχνίδι. Αντιθέτως, χρειάστηκε να παλέψουν σκληρά και να διεκδικήσουν με επιμονή τις νίκες τους στα νοκ άουτ παιχνίδια, προκειμένου να φτάσουν μέχρι εδώ.
Δεν θα αποτελούσε έκπληξη εάν και η αναμέτρηση της Τετάρτης εξελισσόταν σε μια σκληρή μάχη πάθους και θέλησης, παρότι ο Τόμας Τούχελ απαίτησε από την ομάδα του να παρουσιάσει περισσότερη ποιότητα από εκείνη που έδειξε στη νίκη επί της Νορβηγίας στα προημιτελικά.
Βασικά στατιστικά στοιχεία
Η Αγγλία έχει φτάσει στα ημιτελικά τεσσάρων μεγάλων διοργανώσεων από το 2018 και μετά, όσες φορές είχε φτάσει συνολικά σε όλη την ιστορία της πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2018.
Τα «Τρία Λιοντάρια» έχουν σημειώσει τέσσερις συνεχόμενες νίκες σε αγώνες Παγκοσμίου Κυπέλλου, το μεγαλύτερο νικηφόρο σερί τους σε μία μόνο διοργάνωση από το 1966.
Ο Τούχελ είναι μόλις ο δεύτερος προπονητής της Αγγλίας που παραμένει αήττητος στους πρώτους έξι αγώνες του σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Ο προηγούμενος ήταν ο Άλφ Ράμσεϊ το 1966, ο οποίος είχε ακριβώς το ίδιο ρεκόρ μετά από έξι αγώνες: πέντε νίκες και μία ισοπαλία.
Η Αργεντινή έχει φτάσει στα ημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου για τρίτη φορά στις τελευταίες τέσσερις διοργανώσεις: το 2014, το 2022 και το 2026. Πριν από το 2014, δεν είχε προκριθεί σε ημιτελικό από το 1990.
Φλόγα καύσης φυσικού αερίου διακρίνεται στο βάθος, ενώ σε πρώτο πλάνο φαίνονται βαλβίδες και αγωγοί στο πετρελαϊκό κοίτασμα Ρουμάιλα, στη Βασόρα του Ιράκ, 4 Μαρτίου 2026. REUTERS/Essam Al-Sudani/Φωτογραφία αρχείου
ΣΙΓΚΑΠΟΥΡΗ/ΠΕΡΘ, 13 Ιουλίου (Reuters) – Οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν κατά περισσότερο από 4% τη Δευτέρα, καθώς οι ενεργειακές μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ εξακολουθούσαν να απειλούνται, με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν να ανακοινώνουν νέες στρατιωτικές επιθέσεις.
Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του αργού πετρελαίου Brent ενισχύθηκαν κατά 3,10 δολάρια, ή 4,08%, στα 79,11 δολάρια το βαρέλι έως τις 03:25 GMT, ενώ το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate αυξήθηκε κατά 2,95 δολάρια, ή 4,11%, στα 74,36 δολάρια το βαρέλι.
Το ενημερωτικό δελτίο Reuters Power Up παρέχει όλα όσα χρειάζεται να γνωρίζετε για την παγκόσμια ενεργειακή βιομηχανία. Εγγραφείτε εδώ.
Οι αμερικανικές δυνάμεις ολοκλήρωσαν την Κυριακή ακόμη ένα κύμα πληγμάτων εναντίον του Ιράν, πλήττοντας δεκάδες στόχους σε πολλαπλές τοποθεσίες με πυρομαχικά ακριβείας, σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ.
Οι Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν ανακοίνωσαν τη Δευτέρα ότι επιτέθηκαν σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στο Κουβέιτ και στο Μπαχρέιν.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε την Κυριακή ότι τα Στενά του Ορμούζ είναι ανοιχτά για την εμπορική ναυσιπλοΐα. Ωστόσο, το Ιράν είχε ανακοινώσει νωρίτερα ότι έκλεισε τα Στενά, αφού ένα πλοίο κινήθηκε σε μη εγκεκριμένη διαδρομή και δέχθηκε επίθεση.
Περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου διερχόταν από τα Στενά πριν από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου.
Έξι πλοία διέσχισαν τα Στενά την Κυριακή, σύμφωνα με στοιχεία παρακολούθησης πλοίων της Kpler, αριθμός που αποτελεί τον χαμηλότερο των τελευταίων πέντε εβδομάδων.
Η κλιμάκωση των επιθέσεων δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερες αμφιβολίες για το μέλλον της προσωρινής συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η οποία υπογράφηκε τον περασμένο μήνα και είχε στόχο την επαναλειτουργία των Στενών και τον τερματισμό του πολέμου, έπειτα από επιπλέον 60 ημέρες διαπραγματεύσεων.
Μετά τη συμφωνία, η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου αυξήθηκε κατά 4,1 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τον Ιούνιο, αλλά παρέμεινε κατά 9,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως χαμηλότερη από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο, σύμφωνα με τη μηνιαία έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας που δημοσιεύθηκε την Παρασκευή.
«Οι ελπίδες για μια σχετικά γρήγορη επίλυση των πρόσφατων συγκρούσεων ενδέχεται πλέον να αμφισβητούνται, μετά την κλιμάκωση της έντασης κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου», ανέφεραν αναλυτές της ANZ σε ενημερωτικό τους σημείωμα.
Ο αναλυτής αγορών της IG, Τόνι Σίκαμορ, δήλωσε ότι η σχετικά συγκρατημένη άνοδος των τιμών του πετρελαίου υποδηλώνει πως η αγορά θεωρεί ότι η παρούσα αναζωπύρωση της έντασης αποτελεί μια κλιμάκωση στο πλαίσιο μιας εύθραυστης εκεχειρίας και απέχει πολύ από την πλήρη κατάρρευση της κατάπαυσης του πυρός.
«Μένει να φανεί πόσο ακριβής είναι αυτή η εκτίμηση», ανέφερε σε σημείωμά του.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν αντάλλαξαν σφοδρές αεροπορικές επιθέσεις, σηματοδοτώντας την τελευταία κλιμάκωση σε έναν κύκλο επιθέσεων και αντιποίνων.
Η Τεχεράνη ανακοίνωσε ότι έπληξε αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε ολόκληρο τον Κόλπο και ότι έκλεισε τα ζωτικής σημασίας Στενά του Ορμούζ, ενώ οι ΗΠΑ κατηγόρησαν το Ιράν ότι επιτέθηκε σε ακόμη ένα πλοίο.
Η αναζωπύρωση των εχθροπραξιών δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερες αμφιβολίες για το μέλλον της προσωρινής συμφωνίας ΗΠΑ–Ιράν που επιτεύχθηκε τον περασμένο μήνα και αποσκοπούσε στην επαναλειτουργία των Στενών και στον τερματισμό του πολέμου, έπειτα από 60 ημέρες διαπραγματεύσεων.
«Τους τσακίζουμε», δήλωσε την Κυριακή ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, σε τηλεφωνική συνέντευξη στο Reuters.
Το Ιράν δηλώνει ότι τα Στενά του Ορμούζ είναι κλειστά, αλλά οι ΗΠΑ αναφέρουν ότι τα πλοία διέρχονται κανονικά
07:38 ώρα Ανατολικής Ευρώπης
Τα Στενά του Ορμούζ, όπως φαίνονται από τη Μουσαντάμ του Ομάν, 12 Ιουλίου 2026. REUTERS/Stringer
Το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης εξέδωσε την Κυριακή ανακοίνωση με την οποία κήρυξε κλειστά τα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ, CENTCOM, δήλωσε ότι τα Στενά παραμένουν ανοιχτά για όλα τα πλοία που επιδιώκουν να διέλθουν νόμιμα από τη διεθνή αυτή θαλάσσια οδό.
«Το Ιράν δεν ελέγχει τα Στενά. Η κυκλοφορία συνεχίζεται», ανέφερε η CENTCOM σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X.
Αργότερα την ίδια ημέρα, ο Τραμπ δήλωσε, σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Meet the Press» του NBC, ότι τα Στενά είναι ανοιχτά για την εμπορική ναυσιπλοΐα.
Το Ιράν ανακοίνωσε ότι έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ μετά τον εντοπισμό ενός πλοίου που κινήθηκε σε μη εγκεκριμένη διαδρομή και δέχθηκε επίθεση. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε αντίποινα για το περιστατικό θα αντιμετωπιστούν με «σφοδρή απάντηση».
ΕΚΤΑΚΤΟ: Η Ιορδανία ανακοίνωσε ότι κατέρριψε ιρανικούς πυραύλους
07:26 ώρα Ανατολικής Ευρώπης
Μόλις λάβαμε ενημέρωση από την Ιορδανία, η οποία ανακοίνωσε ότι μια ιρανική πυραυλική επίθεση απέτυχε.
Το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων της Ιορδανίας μετέδωσε ότι ο στρατός αναχαίτισε τέσσερις πυραύλους που είχαν εκτοξευθεί από το Ιράν και είχαν εισέλθει στον ιορδανικό εναέριο χώρο.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, δεν υπήρξαν τραυματισμοί ή υλικές ζημιές από την ιρανική επίθεση.
Νωρίτερα, το Ιράν είχε ανακοινώσει ότι οι επιθέσεις του έπληξαν βάση στο εσωτερικό της Ιορδανίας και προκάλεσαν πυρκαγιές σε αποθήκες πυρομαχικών και δεξαμενές αποθήκευσης καυσίμων.
Έξι χώρες ανέφεραν ότι δέχθηκαν επιθέσεις
Πριν από 28 λεπτά — 07:15 ώρα Ανατολικής Ευρώπης
Φιλ Στιούαρτ και Γιόμνα Έχαμπ
Ομοίωμα ιρανικού πυραύλου στην πλατεία Ιμάμ Χουσεΐν στην Τεχεράνη, 12 Ιουλίου 2026. Majid Asgaripour/WANA μέσω REUTERS
Οι ανακοινώσεις του Ιράν τη Δευτέρα, σύμφωνα με τις οποίες επλήγησαν αμερικανικοί στρατιωτικοί στόχοι στο Μπαχρέιν, στην Ιορδανία και στο Κουβέιτ, ακολούθησαν περισσότερες από 24 ώρες σφοδρών και αμοιβαίων επιθέσεων με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Τα πλήγματα αποτέλεσαν το τελευταίο επεισόδιο σε έναν κύκλο επιθέσεων και αντιποίνων. Ωστόσο, ο καταιγισμός επιθέσεων σηματοδότησε κλιμάκωση τόσο ως προς τη συχνότητα όσο και ως προς τη γεωγραφική τους έκταση.
Την Κυριακή, έξι χώρες της Μέσης Ανατολής ανέφεραν ότι αποτέλεσαν στόχο επιθέσεων.
Πρόκειται για το Κατάρ, το Ομάν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Ιορδανία, το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ.
Οι Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν ανακοίνωσαν ότι κατέστρεψαν ένα κέντρο διοίκησης και ελέγχου και υπόστεγα μη επανδρωμένων αεροσκαφών στην Ιορδανία, σύμμαχο των ΗΠΑ. Ανέφεραν επίσης ότι έπληξαν αμερικανική εγκατάσταση ραντάρ, καθώς και συστήματα εκτόξευσης πυραύλων στο Κουβέιτ.
Υποστήριξαν ακόμη ότι επιτέθηκαν σε εγκαταστάσεις υποστήριξης και ανεφοδιασμού αμερικανικών αεροπλανοφόρων στο Ομάν και ότι κατέστρεψαν ένα κέντρο συντήρησης μαχητικών αεροσκαφών και μία εγκατάσταση διοίκησης στο Κατάρ.
Το Κατάρ, το οποίο είχε δηλώσει προηγουμένως ότι δεν θα ενεργούσε ως διαμεσολαβητής όσο εξακολουθούσε να δέχεται επιθέσεις, ανακοίνωσε ότι τρεις άνθρωποι, ανάμεσά τους και ένα παιδί, τραυματίστηκαν από θραύσματα που έπεσαν στο έδαφος. Δήλωσε επίσης ότι το Ιράν φέρει «πλήρη νομική ευθύνη» για την επίθεση.
Επίσης την Κυριακή, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν ότι εντόπισαν πυραυλικές απειλές έξω από τα σύνορά τους, ενώ το Μπαχρέιν ανέφερε ότι αναχαίτισε αρκετές ιρανικές αεροπορικές επιθέσεις.
Η Ιορδανία ανέφερε πυραυλικά πλήγματα, ενώ το Ομάν ανακοίνωσε ότι αποτέλεσε στόχο επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Ο στρατός του Κουβέιτ ανέφερε αργότερα ότι προκλήθηκαν ζημιές από τα πλήγματα και ότι ένας εργαζόμενος τραυματίστηκε σε επίθεση εναντίον πλατφόρμας γεώτρησης πετρελαίου.
Το Ομάν ανακοίνωσε ότι κάλεσε τον πρεσβευτή του Ιράν για να διαμαρτυρηθεί σχετικά με επιθέσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε δύο περιοχές. Παράλληλα, η αμερικανική πρεσβεία στο Ομάν κάλεσε τους Αμερικανούς πολίτες που βρίσκονται στο Ντουκμ και στη Μουσαντάμ να παραμείνουν σε ασφαλείς κλειστούς χώρους.