Ο πρόεδρος Τραμπ έδωσε εντολή στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να μην πραγματοποιήσουν νέα πλήγματα στο Ιράν την Παρασκευή, διακόπτοντας ένα σερί σχεδόν δύο εβδομάδων καθημερινών επιθέσεων, σύμφωνα με δύο πηγές που γνωρίζουν την απόφαση.
Γιατί έχει σημασία: Η εντολή του προέδρου δόθηκε αφού είχε εγκρίνει καθημερινά πλήγματα κατά τις προηγούμενες 13 ημέρες. Δεν είναι σαφές εάν η απόφαση της Παρασκευής ήταν μεμονωμένη ή εάν η παύση θα συνεχιστεί.
Η απόφαση του Τραμπ αντανακλά τόσο την πρόθεσή του να δώσει περισσότερο χώρο στη διπλωματία όσο και την εκτίμηση ότι —χωρίς επιστροφή σε μεγάλης κλίμακας πολεμικές επιχειρήσεις— το σημερινό επίπεδο των αμερικανικών πληγμάτων έχει φτάσει στα όρια της αποτελεσματικότητάς του.
Εάν ο Τραμπ διατάξει την επανάληψη των πληγμάτων, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις μπορούν να κινητοποιηθούν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.
Ο αμερικανικός στρατός εξακολουθεί να καταρτίζει σχέδια για ενδεχόμενη επιστροφή σε μεγάλης κλίμακας πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά ο Τραμπ δεν έχει δώσει εντολή για κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση, ανέφεραν οι πηγές.
Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε αίτημα για σχολιασμό.
Οι τελευταίες εξελίξεις: Κάθε απόγευμα, κατά τις τελευταίες δύο εβδομάδες, ο Τραμπ ενέκρινε σχέδια πληγμάτων που του υπέβαλλε η στρατιωτική ηγεσία. Οι επιχειρήσεις πραγματοποιούνταν μέσα σε λίγες ώρες.
Την Παρασκευή, ο Τραμπ έλαβε ένα παρόμοιο σχέδιο, αλλά δεν έδωσε το πράσινο φως. Αντιθέτως, διέταξε τον στρατό να μην πραγματοποιήσει τα πλήγματα, σύμφωνα με τις πηγές.
Λίγο μετά την έκδοση της εντολής, ο Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο ότι έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει ή ακόμη και να κλιμακώσει τα πλήγματα, φτάνοντας μέχρι και στην «καταστροφή όλων όσων διαθέτουν».
Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι θεωρεί πως η «εξυπνότερη στρατηγική» είναι η επίτευξη συμφωνίας με το Ιράν.
«Αυτή τη στιγμή συνομιλούμε με [τους Ιρανούς]. Νομίζω ότι όσο περνούν οι ημέρες αντιμετωπίζουν την κατάσταση όλο και πιο σοβαρά. Είμαστε πλήρως προετοιμασμένοι και έτοιμοι να δράσουμε, αλλά συνομιλούμε μαζί τους», δήλωσε ο Τραμπ.
Αργότερα την Παρασκευή, κατά την ομιλία του στο δείπνο της Ένωσης Ανταποκριτών του Λευκού Οίκου, ο Τραμπ είπε ότι δεν πιστεύει πως το Ιράν είναι αυτή τη στιγμή έτοιμο να συνάψει συμφωνία, «αλλά είμαι πρόθυμος να ακούσω».
Η κατάσταση τώρα: Η εντολή του Τραμπ για αναστολή των πληγμάτων δόθηκε λίγες ώρες αφότου αντιπροσωπεία του Ομάν έφτασε την Παρασκευή στην Τεχεράνη, προκειμένου να συζητήσει μια νέα διευθέτηση για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Δύο περιφερειακές πηγές με γνώση των διαπραγματεύσεων ανέφεραν ότι έχει σημειωθεί πρόοδος στις συνομιλίες και ότι συμφωνία μεταξύ Ομάν και Ιράν θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσα στο Σαββατοκύριακο.
Στη συνέχεια, ο πρόεδρος Τραμπ θα πρέπει να αποφασίσει εάν θα αποδεχθεί την προτεινόμενη συμφωνία.
Στο ΥΕΘΑ και στο ΓΕΕΘΑ θεωρούν μεγάλη επιτυχία ότι έχουν στείλει Έλληνες στρατιωτικούς να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους για τα συμφέροντα της Aramco . Είναι το ίδιο ΥΕΘΑ και το ίδιο ΓΕΕΘΑ που σιωπούν προκλητικά σε όσα έχει επιβάλλει η Τουρκία στο Αιγαίο. Δεν είναι μόνο η Κάσος…
Πανηγυρίζουν και πουλάνε «πατριωτισμό» για την Aramco…
Ο τομέας Άμυνας των ΔΗΜΟΚΡΑΤΩΝ σε ανακοίνωση του επισημαίνει:
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ στρατιωτικοί ΑΝΑΧΑΙΤΙΖΟΥΝ πυραύλους.
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ αναχαιτίζει την ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ τους.
ΑΝΑΧΑΙΤΕΙΣΤΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΣΑΣ, ΚΥΡΙΕ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ !
Η σημερινή ανακοίνωση του ΓΕΕΘΑ για τη νέα επιτυχή αναχαίτιση δύο βαλλιστικών πυραύλων από την Ελληνική Δύναμη Σαουδικής Αραβίας δεν αποτελεί απλώς μια επιχειρησιακή επιτυχία. Αποτελεί ακόμη μία αδιάψευστη απόδειξη του υψηλότατου επιπέδου εκπαίδευσης, επαγγελματισμού και επιχειρησιακής ετοιμότητας των στελεχών των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Σε διάστημα λίγων μηνών, η ελληνική πυροβολαρχία PATRIOT έχει κληθεί να εμπλακεί επανειλημμένα σε πραγματικές πολεμικές συνθήκες, αναχαιτίζοντας δύο βαλλιστικούς πυραύλους στις 19 Μαρτίου, καταρρίπτοντας εχθρικό UAV στις αρχές Απριλίου και αντιμετωπίζοντας σήμερα με απόλυτη επιτυχία δύο ακόμη βαλλιστικούς πυραύλους που στόχευαν τις εγκαταστάσεις διύλισης στο Γιανμπού.
Πρόκειται για αποστολές υψηλότατου επιχειρησιακού κινδύνου, στις οποίες χρησιμοποιούνται αναχαιτιστικά βλήματα εξαιρετικά υψηλού κόστους, συνολικής εκτιμώμενης αξίας δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Τα στελέχη των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων αποδεικνύουν καθημερινά ότι αποτελούν στρατηγικό κεφάλαιο της χώρας και αξίζουν τον απόλυτο σεβασμό όλων.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η προστασία κρίσιμων ενεργειακών υποδομών συμβάλλει στη σταθερότητα των διεθνών αγορών και της παγκόσμιας οικονομίας.
Αυτό που αμφισβητείται είναι ποιος τελικά ωφελείται από αυτή τη σταθερότητα.
Ο Έλληνας πολίτης εξακολουθεί να πληρώνει από τις υψηλότερες τιμές καυσίμων στην Ευρώπη, υπέρογκους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, ΦΠΑ πάνω στους φόρους και ένα διαρκώς αυξανόμενο ενεργειακό κόστος.
Η κυβέρνηση πανηγυρίζει επειδή Έλληνες στρατιωτικοί προστατεύουν κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα, αλλά δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί ο Έλληνας φορολογούμενος δεν απολαμβάνει κανένα απτό όφελος από αυτή τη στρατηγική επιλογή.
Αντίθετα, οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι και τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα φαίνεται να είναι οι βασικοί αποδέκτες των ωφελειών που δημιουργεί η σταθερότητα των διεθνών ενεργειακών ροών, ενώ η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να σηκώνει το βάρος της ακρίβειας.
Η μεγαλύτερη όμως πολιτική υποκρισία αποκαλύπτεται στο εσωτερικό.
Η ίδια κυβέρνηση που σήμερα συγχαίρει τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων είναι εκείνη που ψήφισε τον Ν. 5265/2026, έναν νόμο που προκάλεσε βαθιά αναστάτωση στο προσωπικό, απαξίωσε ιδιαίτερα τους Υπαξιωματικούς, υπονόμευσε την προοπτική εξέλιξης χιλιάδων στελεχών και επιτάχυνε το κύμα παραιτήσεων από τις Ένοπλες Δυνάμεις.
Δεν μπορεί να ζητάς από έναν στρατιωτικό να αναλαμβάνει την ευθύνη αναχαίτισης βαλλιστικών πυραύλων σε πραγματικές επιχειρήσεις και, όταν επιστρέφει στην Ελλάδα, να τον ανταμείβεις με θεσμική υποβάθμιση, επαγγελματική αβεβαιότητα και απαξίωση της προσφοράς του.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει ευθέως:
Πόσα αναχαιτιστικά βλήματα έχουν χρησιμοποιηθεί μέχρι σήμερα από την ελληνική δύναμη;
Ποιο είναι το συνολικό οικονομικό κόστος της αποστολής για το Ελληνικό Δημόσιο;
Ποια είναι τα συγκεκριμένα στρατηγικά, οικονομικά και ενεργειακά ανταλλάγματα που έχει αποκομίσει η χώρα;
Με ποιο τρόπο ωφελήθηκε ο Έλληνας πολίτης από τη συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτή την αποστολή!
Ο Πρόεδρος Στέφανος Κασσελάκης και οι ΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ δεν πρόκειται ποτέ να αμφισβητήσουμε την αξία και τον επαγγελματισμό των στελεχών των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Αμφισβητούμε, όμως, ευθέως, μια κυβέρνηση που χρησιμοποιεί την αριστεία τους ως επικοινωνιακό άλλοθι, ενώ με τις επιλογές της αποδυναμώνει το ανθρώπινο δυναμικό της εθνικής άμυνας.
Οι Έλληνες στρατιωτικοί αποδεικνύουν καθημερινά ότι μπορούν να υπερασπιστούν κρίσιμες υποδομές της διεθνούς οικονομίας.
Η κυβέρνηση οφείλει, επιτέλους, να αποδείξει ότι θέλει και μπορεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της ελληνικής κοινωνίας και την αξιοπρέπεια εκείνων που υπηρετούν την πατρίδα.
Στη Σαουδική Αραβία και στις εγκαταστάσεις της Aramco, η κυβέρνηση Μητσοτάκη «κρατά γερά», προστατεύοντας την όσο είναι δυνατόν με Patriot που έχουν πληρώσει οι Έλληνες φορολογούμενοι ! Ποιο είναι το αντάλλαγμα; Αναζητείται, γιατί ο εκσυγχρονισμός των Patriot που παρουσιάζεται ως τέτοιο είναι για γέλια.
Την ίδια ώρα που η κυβέρνηση «πολεμά» στη Σαουδική Αραβία, δείχνει αδιάφορη για όσα συμβαίνουν στο Αιγαίο. Και συμβαίνουν πολλά .
Η καταγγελία από το Αρχιπέλαγος περιγράφει κάποια απ’ αυτά:
«Καταστροφική και Παράνομη Αλιεία από 4 Τουρκικές Μηχανότρατες στα Ελληνικά Χωρικά Ύδατα μεταξύ Σάμου, Φούρνων και Πάτμου
Επί τουλάχιστον μία εβδομάδα, τέσσερις τουρκικές μηχανότρατες αλιεύουν παράνομα εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, σε μία από τις πλέον ευαίσθητες και οικολογικά σημαντικές θαλάσσιες περιοχές του Αιγαίου, μεταξύ Σάμου, Φούρνων και Πάτμου, εφαρμόζοντας μία από τις πλέον καταστροφικές αλιευτικές μεθόδους για τα θαλάσσια οικοσυστήματα.
Με πρόσχημα και αφετηρία μία μικρή έκταση διεθνών υδάτων νότια της Σάμου, περίπου 8 × 13 χιλιομέτρων, η οποία θα μπορούσε να αλιευθεί από μία μόνο μηχανότρατα μέσα σε λίγες ώρες, τέσσερις τουρκικές μηχανότρατες δραστηριοποιούνται αδιάκοπα στην ευρύτερη περιοχή, νότια της Σάμου και πέριξ των Φούρνων, των Αρκιών, της Πάτμου και του Αγαθονησίου, αλιεύοντας αδιάλειπτα επί τουλάχιστον επτά ημέρες και νύχτες. Το περιστατικό αυτό δεν είναι πρωτόγνωρο· αντίθετα, επαναλαμβάνεται και επιδεινώνεται χρόνο με τον χρόνο.
Το πλέον ανησυχητικό είναι ότι, κατά τη διάρκεια της νύχτας, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ανεξέλεγκτη. Σύμφωνα με μαρτυρίες αλιέων και κατοίκων της περιοχής, αλλά και με καταγραφές από τα ερευνητικά σκάφη του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Προστασίας Αρχιπέλαγος, οι συγκεκριμένες μηχανότρατες εισέρχονται εντός της προστατευόμενης θαλάσσιας περιοχής των Φούρνων. Η περιοχή αυτή θεσμοθετήθηκε τον Ιούνιο του 2025 ως η πρώτη στην Ελλάδα, όπου ισχύει καθολική απαγόρευση της αλιείας με μηχανότρατες, με στόχο την προστασία των μοναδικών κοραλλιγενών οικοσυστημάτων της, αποτελώντας ορόσημο για τη θαλάσσια προστασία στη χώρα.
Το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας βρίσκεται στα νερά της περιοχής και, παράλληλα με την ερευνητική του δραστηριότητα, εντοπίζει και, όπου αυτό είναι εφικτό, προσπαθεί επί ώρες και μέρες να αποτρέπει τα περιστατικά καταστροφικής και παράνομης αλιείας. Παρόλο που τα σκάφη του Ινστιτούτου εναλλάσσονται στην περιοχή, δεν είναι δυνατό να βρισκόμαστε εκεί νυχθημερόν, ούτε φυσικά η επιτήρηση και η εφαρμογή της αλιευτικής νομοθεσίας αποτελούν αρμοδιότητα του Ινστιτούτου.
Η παντελής απουσία των ελληνικών αρχών ενθαρρύνει τη συνέχιση αυτής της παράνομης δραστηριότητας. Ύστερα από τουλάχιστον μία εβδομάδα συνεχούς παράνομης δραστηριότητας εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, είναι πλέον ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχουν εντολές για επέμβαση. Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περιοχή όπου επιχειρούν δεκάδες υπερσύγχρονα και πανάκριβα περιπολικά σκάφη του Λιμενικού Σώματος και της Frontex.
Επισημαίνεται ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε χρονική περίοδο κατά την οποία, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, απαγορεύεται η χρήση κάθε συρόμενου αλιευτικού εργαλείου στα ελληνικά χωρικά ύδατα, και αποτελεί την μόνη περίοδο που τα ιχθυαποθέματα και τα θαλάσσια οικοσυστήματα έχουν μία ελπίδα ανάκαμψης από την έντονη υπεραλίευση που προκαλείται, ιδίως στη συγκεκριμένη περιοχή, από τις ελληνικές μηχανοτρατες.
Οφείλουμε να τονίσουμε, για άλλη μία φορά, ότι ως Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας, η στάση μας δεν είναι εθνικιστική, αλλά επικεντρώνεται αποκλειστικά στην προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και των θαλάσσιων φυσικών πόρων της χώρας μας. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η καταστροφική και παράνομη δράση των αλιευτικών σκαφών μιας τρίτης χώρας, αλλά κυρίως η απραξία, η ανοχή και η αδυναμία αποτελεσματικής παρέμβασης των ελληνικών αρχών απέναντι σε αυτήν.
Έστω και με καθυστέρηση ετών, πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε την επιτακτική ανάγκη να προστατεύσουμε τα θαλάσσια οικοσυστήματα και να εφαρμοστεί η υφιστάμενη νομοθεσία, διασφαλίζοντας ότι θα τηρείται έστω και αυτή η μικρή περίοδος παύσης της εντατικής αλιείας. Δεν υπάρχει ανάγκη για νέες εξαγγελίες ή νέους νόμους. Αυτό που λείπει είναι η εφαρμογή του ήδη υπάρχοντος νομικού πλασίου, καθώς και ουσιαστικών μέτρων ελέγχου και αποτροπής. Δυστυχώς, η απουσία τους αποτελεί πλέον κοινή γνώση για όσους επιλέγουν να παρανομούν στις θάλασσες του Αιγαίου».
«Με καθοδηγούσε ο ομοεθνής μου μέσα από τις φυλακές», φέρεται να δήλωσε ο Αιγύπτιος που συνελήφθη
Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται η έρευνα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος για τη διαλεύκανση της υπόθεσης που αφορά τη σύλληψη Αιγύπτιου που έφερε πάνω του μια χειροβομβίδα και ενδεχομένως να είχε ως στόχο το σπίτι του πρώην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ισίδωρου Ντογιάκου.
Ο Αιγύπτιος που συνελήφθη στη Γλυφάδα έχει υποδείξει στους αστυνομικούς ομοεθνή και έγκλειστο των φυλακών που του ανέθεσε το «συμβόλαιο» για την επίθεση.
«Έλληνας μου έδωσε την χειροβομβίδα – Με καθοδηγούσε ο ομοεθνής μου μέσα από τις φυλακές»
Ο 30χρονος Αιγύπτιος, ο οποίος συνελήφθη από τις Αρχές, φέρεται να υπέδειξε στους αστυνομικούς ως ηθικό αυτουργό της υπόθεσης έναν 31χρονο ομοεθνή του, έγκλειστο στις φυλακές Διαβατών.
Σύμφωνα με όσα υποστήριξε και αποκαλύπτει το iEidiseis, ανέφερε ότι ο 31χρονος ήταν εκείνος που του έδωσε εντολή να παραλάβει μία χειροβομβίδα από έναν Έλληνα, τον οποίο δεν γνώριζε προσωπικά και τον συνάντησε για πρώτη φορά. Όπως φέρεται να ανέφερε, σε μεταγενέστερη επικοινωνία θα ενημερωνόταν για τον τελικό στόχο της επίθεσης από τον ομοεθνή του.
Ο 31χρονος κρατούμενος εκτίει ποινές για σειρά βαριών αδικημάτων, μεταξύ των οποίων ανθρωποκτονία, ληστείες, πλαστογραφία και παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών. Παρά τον εγκλεισμό του, οι Αρχές εκτιμούν ότι επικοινωνούσε με τον έξω κόσμο και φέρεται να συντόνιζε τα «συμβόλαια» των επιθέσεων χρησιμοποιώντας κινητό τηλέφωνο που είχε παράνομα στο κελί του.
Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, οι αστυνομικοί εντόπισαν και κατέσχεσαν το κινητό τηλέφωνο που φέρεται να χρησιμοποιούσε ο 31χρονος μέσα στη φυλακή. Η συσκευή εξετάζεται εξονυχιστικά από τις αρμόδιες υπηρεσίες, με στόχο να χαρτογραφηθούν οι επαφές του, να ταυτοποιηθεί ο Έλληνας που προμήθευσε τη χειροβομβίδα, αλλά και να αποκαλυφθεί ο τελικός στόχος της σχεδιαζόμενης επίθεσης.
Προληπτικά μέτρα από την ΕΛ.ΑΣ.
Σύμφωνα με πληροφορίες, τις τελευταίες ημέρες οι αστυνομικοί της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος είχαν ενημερώσει σειρά πιθανών στόχων να απομακρυνθούν προσωρινά από τις κατοικίες τους για προληπτικούς λόγους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ενισχύθηκε και η αστυνομική φύλαξη.
Μεταξύ αυτών ήταν και ο πρώην εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ισίδωρος Ντογιάκος, ο οποίος φέρεται να εκτιμά ότι ενδεχομένως αποτελούσε πιθανό στόχο. Ωστόσο, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, οι Αρχές δεν έχουν μέχρι στιγμής επιβεβαιώσει το συγκεκριμένο ενδεχόμενο.
Οι έρευνες της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος συνεχίζονται, με στόχο να διαπιστωθεί ποιος ήταν ο πραγματικός αποδέκτης της σχεδιαζόμενης επίθεσης και ποια ήταν τα κίνητρά της.
Σε ποια άλλη χώρα της ΕΕ πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης χρηματοδότησαν «καζίνα»;Η λίστα με τις 30 μεγάλες επιχειρήσεις που κατάφεραν να αποσπάσουν το 40% των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης κρύβει πολλά «παράτραγουδα». Ένα όμως είναι τόσο πολύ «παράτραγουδο» που ξεπερνά κάθε φαντασία.
Στην τρίτη θέση της λίστας των δανειοληπτών βρίσκεται η κοινοπραξία της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ του Γ. Περιστέρη με την Hard Rock International, που πήρε δάνεια ύψους 399 εκατ. ευρώ. Η κοινοπραξία αυτή κατασκευάζει το περίφημο Καζίνο του Ελληνικού.
Και τα ερωτήματα είναι εύλογα: Τι δουλειά έχει το Ταμείο Ανάκαμψης με τα… «καζίνα»; Συμβάλλουν τα «καζίνα» στη μετάβαση της ευρωπαϊκής οικονομίας στη digital εποχή, προσφέρουν καινοτομία και παραγωγικότητα, συμβάλλουν στην «ανθεκτικότητα» και σε ό,τι άλλο αποτελούσε στόχο του ευρωπαϊκού project;
Και για να το θέσουμε συγκριτικά: σε ποια άλλη χώρα της ΕΕ πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης χρηματοδότησαν «καζίνα»;
Εμείς θέτουμε τα ερωτήματα, καταγράφουμε τις απορίες μας και περιμένουμε κάποια λογική απάντηση.
Οι Αγγλοσάξονες της Wall Street ασχολούνται με τα portfolios, εμείς εδώ στην πιάτσα μιλάμε για «πορτοφόλια». Μετά λοιπόν από αυτή την άσχετη εισαγωγή, πάμε στην ουσία.
Όσοι παρατηρούν με ενδιαφέρον την πολιτικο-δημοσιογραφική αγορά έχουν καταλάβει ότι τουλάχιστον τρία (3) μεγάλα «πορτοφόλια» έχουν ανοίξει τελευταία και χρηματοδοτούν γενναία τον αγώνα «να πέσει ο Μητσοτάκης».
Τώρα, αν ο επόμενος λέγεται Δένδιας, Βενιζέλος, Τσίπρας, Ανδρουλάκης ή κάποιο άλλο «πουλέν», δεν τους πολυενδιαφέρει. Τους αρκεί η απαλλαγή και τα υπόλοιπα θα τα βρει η «υπηρεσία».
Πρόκειται, όπως καταλαβαίνετε, για τρεις (3) κορυφαίους επιχειρηματίες, εκ των οποίων μάλιστα ο ένας προσπαθεί να διατηρεί μια καλή σχέση με τον Κυριάκο. Για να δείχνει και «θεσμικός».
Τα τρία (3) λοιπόν αυτά μεγάλα «πορτοφόλια» χρηματοδοτούν πλουσιοπάροχα εφημερίδες, ιστοσελίδες, social media κ.λπ. που πρωταγωνιστούν στο «αντιμητσοτακικό» μέτωπο, με το αζημίωτο βέβαια.
Τι κάνει το Μαξίμου για όλα αυτά; «Τρία πουλάκια κάθονται και πλέκουνε πουλόβερ», που λέει και ο θυμόσοφος λαός. «Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά…».
Πεζοπόροι κατευθύνονται προς την κορυφή Στεφάνι, γνωστή και ως «Θρόνος του Δία», την ώρα που ανατέλλει ο ήλιος στον Όλυμπο. Η δημοτικότητα του βουνού έχει αυξηθεί κατακόρυφα την τελευταία δεκαετία, με περίπου 500.000 επισκέπτες να καταγράφονται πέρυσι. Φωτογραφία: Άγγελος Τζωρτζίνης/AFP/Getty Images
Ελλάδα
Οι αρμόδιοι ασκούν εδώ και χρόνια πιέσεις ώστε η κορυφή, που υψώνεται στα 2.918 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, να λάβει την πολυπόθητη αναγνώριση.
Helena Smith, στο Λιτόχωρο
Σάββατο 25 Ιουλίου 2026, 06:00 CEST
Περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες έχουν περάσει από τότε που ο Ευάγγελος Γερολιόλιος πραγματοποίησε την πρώτη του ανάβαση στην κατοικία των αρχαίων θεών. Στην κορυφή του Ολύμπου, στο βραχώδες ύψωμα του ψηλότερου βουνού της Ελλάδας, ένιωσε απέραντο δέος.
«Δεν ξέχασα ποτέ εκείνη τη μοναδική στιγμή, εκείνο το μοναδικό συναίσθημα εκεί ψηλά, στον Θρόνο του Δία», θυμάται ο Γερολιόλιος, ο οποίος, ως δήμαρχος Δίου-Ολύμπου, αφιερώνει πλέον μεγάλο μέρος του χρόνου του στη διοίκηση της ευρύτερης περιοχής.
Η απόκρημνη κορυφή του, την οποία ο Όμηρος περιέγραψε ως «έδρα των αθανάτων» και όπου, σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Δίας, ο πατέρας των θεών, συγκαλούσε το συμβούλιό τους, υψώνεται στα 2.918 μέτρα πάνω από τη θάλασσα.
«Νιώθεις μια απίστευτη αίσθηση του τόπου, όπου συνυφαίνονται ο μύθος, η ομορφιά και το βάρος της Ιστορίας. Όλα αυτά θέλουμε να τα μοιραστούμε και ελπίζουμε ότι θα αναγνωριστούν διεθνώς», δήλωσε.
Οι Έλληνες αξιωματούχοι επιδιώκουν εδώ και χρόνια την ένταξη του Ολύμπου στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Σύντομα, οι υποστηρικτές της προσπάθειας θα μάθουν εάν ο τόπος θα λάβει τελικά την πολυπόθητη αναγνώριση.
Η Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς έχει προγραμματίσει να αρχίσει την Κυριακή τη συζήτηση της ελληνικής υποψηφιότητας, στο πλαίσιο της 48ης συνόδου της, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη στο Μπουσάν της Νότιας Κορέας. Η ετήσια συνεδρίαση ολοκληρώνεται στις 29 Ιουλίου.
Η Ελλάδα πρότεινε για πρώτη φορά το 2014 την ένταξη του βουνού στον κατάλογο των τόπων που η UNESCO θεωρεί ότι διαθέτουν «εξαιρετική αξία για την ανθρωπότητα», επικαλούμενη τόσο την πολιτιστική όσο και την περιβαλλοντική σημασία του.
Η περιοχή ανακηρύχθηκε το 1938 ο πρώτος εθνικός δρυμός της Ελλάδας, ως αναγνώριση της μοναδικότητας του τοπίου της, το οποίο περιλαμβάνει όχι μόνο καταπράσινα δάση αλλά και αλπικά λιβάδια, φαράγγια, χαράδρες και πηγές, όλα σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα.
Το Λιτόχωρο, η πλησιέστερη πόλη στο βουνό, απέχει μόλις πέντε χιλιόμετρα από μαγευτικές παραλίες, οι οποίες βρίσκονται ουσιαστικά στους πρόποδες του Ολύμπου.
Αναγνωρίζοντας τον πλούτο της χλωρίδας και της πανίδας της περιοχής, η UNESCO χαρακτήρισε τον Όλυμπο απόθεμα βιόσφαιρας το 1981. Πρόσθετη περιβαλλοντική προστασία θεσπίστηκε το 2021 με προεδρικό διάταγμα, όταν το βουνό ανακηρύχθηκε εθνικό πάρκο.
«Ωστόσο», επισημαίνει ο Γερολιόλιος, «η ένταξή του στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς δεν θα ήταν σημαντική μόνο για τους Έλληνες. Θα απευθυνόταν σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ο Όλυμπος βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τον Παρθενώνα και είναι ζωτικής σημασίας να προστατεύσουμε αυτό το περιβάλλον του μύθου και της Ιστορίας. Για εμάς, η προστασία είναι το άλφα και το ωμέγα».
Μια πεταλούδα στέκεται πάνω σε ένα αγριολούλουδο στον Όλυμπο. Αναγνωρίζοντας τον πλούτο της χλωρίδας και της πανίδας της περιοχής, η UNESCO χαρακτήρισε τον Όλυμπο απόθεμα βιόσφαιρας το 1981. Φωτογραφία: Πέτρος Γιαννακούρης/AP
Πέρυσι, η Επιτροπή ενέταξε 26 νέα μνημεία στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό σε 1.428 μνημεία σε 170 χώρες. Από τα 21 μνημεία που βρίσκονται στην Ελλάδα, μόνο δύο έχουν ενταχθεί ως τόποι μεικτής πολιτιστικής και φυσικής παγκόσμιας κληρονομιάς.
Βάσει διεθνούς σύμβασης, την εφαρμογή της οποίας εποπτεύει η UNESCO, αυτοί οι θησαυροί —στους οποίους περιλαμβάνονται μνημεία όπως το Σινικό Τείχος, οι Πυραμίδες της Αιγύπτου και το Ταζ Μαχάλ— αποκτούν αυτομάτως καθεστώς προστατευόμενης περιοχής.
Ο χαρακτηρισμός αυτός θεωρείται ολοένα και περισσότερο ανάχωμα απέναντι στις καταστροφικές συνέπειες της ανεξέλεγκτης ανάπτυξης και του υπερτουρισμού. Όπως συμβαίνει και σε μεγάλο μέρος της Ελλάδας, η δημοτικότητα του βουνού έχει αυξηθεί κατακόρυφα την τελευταία δεκαετία, με περίπου 500.000 επισκέπτες να καταγράφονται πέρυσι.
Ο αριθμός αυτός αναμένεται ευρέως να αυξηθεί, λόγω της αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος για τον αρχαίο κόσμο μετά την κυκλοφορία, στις 17 Ιουλίου, της ταινίας «Η Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν. Η υπερπαραγωγή, η οποία κατέρριψε εισπρακτικά ρεκόρ και είναι εμπνευσμένη από το ομηρικό έπος, γυρίστηκε εν μέρει στην Ελλάδα, η οποία συνέβαλε επίσης στην επιχορήγηση της ταινίας.
«Είμαστε χαρούμενοι που υποδεχόμαστε τουρίστες, όμως η αύξηση του αριθμού τους θα συνεπάγεται και περισσότερους κινδύνους», δήλωσε ο Δημήτρης Παππάς, αναπληρωτής διευθυντής του φορέα διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Ολύμπου.
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, εάν η περιοχή ανακηρυχθεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, αυτό θα συμβάλει στην προστασία του βουνού. Εάν χάσουμε όσα διαθέτουμε, θα είναι καταστροφή».
Ο Παππάς επισήμανε ότι η μεγαλύτερη, με διαφορά, απειλή για την περιοχή είναι οι δασικές πυρκαγιές, οι οποίες επιδεινώνονται εξαιτίας της κλιματικής κατάρρευσης.
«Θα μπορούσαν να αποτραπούν με πρόσθετη χρηματοδότηση για τη βελτίωση των μέτρων πυροπροστασίας, όπως ο καθαρισμός των μονοπατιών και η κατασκευή καταφυγίων. Θα μπορούσαν επίσης να αναβαθμιστούν οι γέφυρες πάνω από ποτάμια και το οδικό δίκτυο».
Ένα αγριοκάτσικο στον Όλυμπο. Ως μεγαλύτερη απειλή για την περιοχή έχουν αναγνωριστεί οι δασικές πυρκαγιές, οι οποίες επιδεινώνονται εξαιτίας της κλιματικής κατάρρευσης. Φωτογραφία: NurPhoto/Getty Images
Τα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς λαμβάνουν τεχνική υποστήριξη και οικονομική βοήθεια από την UNESCO, η οποία παρέχει επίσης εξειδικευμένες συμβουλές για τη διατήρησή τους.
Τουρίστες που επισκέφθηκαν την περιοχή αυτή την εβδομάδα δήλωσαν ότι ο χαρακτηρισμός όχι μόνο είναι δικαιολογημένος, αλλά έχει ήδη καθυστερήσει.
«Δεν είναι απλώς μια καλή ιδέα· είναι η καλύτερη ιδέα», δήλωσε με ενθουσιασμό η 62χρονη Λένκα Χοτμάροβα από την Τσεχία. «Υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης κατά μήκος των μονοπατιών και ο χαρακτηρισμός θα συνέβαλλε στην ευαισθητοποίηση σχετικά με την ανάγκη προστασίας. Έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα».
Στον φάκελο υποψηφιότητας, η Ελλάδα έχει επίσης υπογραμμίσει τη θρησκευτική σημασία του βουνού, επικαλούμενη την ανακάλυψη ενός υπαίθριου ιερού σε μία από τις χαμηλότερες κορυφές του.
Πιστεύεται ότι το συγκεκριμένο ιερό είχε περιγραφεί τον 2ο αιώνα μ.Χ. από τον φιλόσοφο και ιστορικό Πλούταρχο, σε σχέση με θυσίες ζώων που τελούνταν προς τιμήν του Δία.
Στον Όλυμπο θεωρείται ότι βρίσκεται το εκκλησάκι με το μεγαλύτερο υψόμετρο σε ολόκληρο τον ορθόδοξο χριστιανικό κόσμο, ενώ στις πλαγιές και στις κορυφές του έχουν κτιστεί βυζαντινά μοναστήρια και άλλοι χώροι λατρείας.
Η έκβαση της υποψηφιότητας, ωστόσο, κάθε άλλο παρά βέβαιη είναι. Σύμφωνα με πληροφορίες, τα συμβουλευτικά όργανα του Διεθνούς Συμβουλίου Μνημείων και Τοποθεσιών (ICOMOS) και της Διεθνούς Ένωσης για τη Διατήρηση της Φύσης έχουν ζητήσει την υποβολή πρόσθετων στοιχείων. Παράλληλα, το σχέδιο ημερήσιας διάταξης της συνεδρίασης της UNESCO στο Μπουσάν υποδηλώνει ότι ο φάκελος ενδέχεται να παραπεμφθεί εκ νέου στην Ελλάδα, παρατείνοντας ακόμη περισσότερο την προσπάθεια.
Σε μια περίοδο κατά την οποία ο τουρισμός αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς, αυτή η προοπτική ανησυχεί τον Γερολιόλιο.
«Το ζήτημα είναι η ισορροπία», επισημαίνει. «Η φέρουσα ικανότητα του Ολύμπου έχει φτάσει στα όριά της».
Η ανακήρυξη του Ολύμπου ως Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς «θα μας επιφόρτιζε με μεγαλύτερη ευθύνη για την προστασία του περιβάλλοντος», δήλωσε και πρόσθεσε:
«Ακόμη όμως και αν δεν τα καταφέρουμε, δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Πρέπει να ληφθούν πρόσθετα μέτρα προστασίας».
Μέρος αυτού του κειμένου δημοσιεύεται σήμερα (25.07.26) στην εφημερίδα “Θεσσαλονίκη”.
Από το Κίνημα του Βασιλιά στο τελεσίγραφο του Βορρά και από την επιστροφή Καραμανλή στη σκοτεινή επέτειο της 24ης Ιουλίου
Η ιστορία της πτώσης της δικτατορίας έχει αποτυπωθεί στη συλλογική μνήμη σχεδόν αποκλειστικά μέσα από εικόνες της Αθήνας: το Πολυτεχνείο, το Πεντάγωνο, τη σύσκεψη των πολιτικών υπό τον Φαίδωνα Γκιζίκη, την άφιξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο αεροδρόμιο και τα πλήθη που πανηγύριζαν στους δρόμους. Αυτές οι εικόνες είναι πραγματικές και ισχυρές. Δεν αποτελούν, όμως, ολόκληρη την ιστορία.
Στη Βόρεια Ελλάδα, με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη και το Γ΄ Σώμα Στρατού, διαμορφώθηκε ήδη από το 1967 ένα ιδιαίτερο στρατιωτικό και πολιτικό αντίβαρο προς το αθηναϊκό κέντρο της χούντας. Δεν επρόκειτο για μια ενιαία αντιδικτατορική οργάνωση ούτε για ένα αδιάλειπτο δημοκρατικό κίνημα. Πολλοί από τους αξιωματικούς που βρέθηκαν σε κρίσιμες θέσεις προέρχονταν από τον ίδιο βαθιά αντικομμουνιστικό στρατό που είχε επιτρέψει την εγκαθίδρυση και τη μακροημέρευση του καθεστώτος. Υπήρξε, όμως, μια γεωγραφική και επιχειρησιακή απόσταση από τον μηχανισμό της ΕΣΑ και από την ομάδα Ιωαννίδη, η οποία σε δύο αποφασιστικές στιγμές —τον Δεκέμβριο του 1967 και τον Ιούλιο του 1974— μετατράπηκε σε πιθανή απειλή για τη δικτατορία.
Αυτή είναι η λιγότερο γνωστή ιστορία της «αντίστασης της Θεσσαλονίκης»: όχι ένας εξωραϊσμένος μύθος, αλλά η διαδρομή μιας ρωγμής στο εσωτερικό των Ενόπλων Δυνάμεων, από το αποτυχημένο Κίνημα του Βασιλιά έως το τελεσίγραφο του Βορρά και τον ρόλο του στρατηγού Ιωάννη Ντάβου στην κατάρρευση του ιωαννιδικού καθεστώτος.
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
13 Δεκεμβρίου 1967: το αποτυχημένο Κίνημα του Βασιλιά
Όταν οι συνταγματάρχες κατέλαβαν την εξουσία στις 21 Απριλίου 1967, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος τους όρκισε, προσδίδοντας στο πραξικόπημα κρίσιμη θεσμική νομιμοποίηση. Η απόφασή του αυτή δεν διαγράφεται από όσα ακολούθησαν. Ούτε το αντικίνημα της 13ης Δεκεμβρίου μπορεί να μετατρέψει αναδρομικά τον Κωνσταντίνο σε συνεπή υπερασπιστή της δημοκρατίας. Αποτελεί, ωστόσο, ιστορικό γεγονός ότι ο ίδιος επιχείρησε οκτώ μήνες αργότερα να ανατρέψει τη χούντα, στηριζόμενος κυρίως στις δυνάμεις της Βόρειας Ελλάδας.
Η ορκωμοσία της χούντας
Ο σχεδιασμός προέβλεπε τον έλεγχο της 1ης Στρατιάς στη Λάρισα, της ΧΧ Τεθωρακισμένης Μεραρχίας και του Γ΄ Σώματος Στρατού, το οποίο λόγω της τότε ελληνοτουρκικής κρίσης είχε μετασταθμεύσει προσωρινά στην Κομοτηνή. Η Βόρεια Ελλάδα θα αποτελούσε την ελεύθερη στρατιωτική βάση του κινήματος. Από εκεί οι πιστές στον βασιλιά μονάδες θα κατευθύνονταν προς την Αθήνα, ενώ ο Κωνσταντίνος θα απηύθυνε διάγγελμα για την αποκατάσταση της πολιτικής ομαλότητας.
Η επιλογή της Βόρειας Ελλάδας δεν ήταν τυχαία. Η γεωγραφική της απόσταση από το πραξικοπηματικό κέντρο της πρωτεύουσας, η παρουσία μεγάλων σχηματισμών και η ύπαρξη ανώτατων αξιωματικών που δεν ανήκαν στον στενό πυρήνα των συνταγματαρχών την καθιστούσαν το μόνο πιθανό πεδίο οργανωμένης στρατιωτικής αντίδρασης. Ο διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγος Γεώργιος Περίδης, είχε ενημερωθεί για το σχέδιο και αποτελούσε έναν από τους βασικούς του πυλώνες.
Το εγχείρημα κατέρρευσε μέσα σε λίγες ώρες. Ο σχεδιασμός ήταν ανεπαρκής, οι επικοινωνίες προβληματικές και οι μυημένοι ανώτατοι αξιωματικοί δεν διέθεταν πραγματικό έλεγχο όλων των μονάδων τους. Κατώτεροι και μεσαίοι αξιωματικοί, συνδεδεμένοι με τους συνταγματάρχες, κινήθηκαν ταχύτερα, συνέλαβαν τους προϊσταμένους τους και εξουδετέρωσαν το σχέδιο. Ο βασιλιάς εγκατέλειψε την Καβάλα και έφυγε με την οικογένειά του για τη Ρώμη.
Η αποτυχία είχε διπλό αποτέλεσμα. Αφενός εδραίωσε τη χούντα, η οποία απαλλάχθηκε από τον τελευταίο θεσμικό ανταγωνιστή της. Αφετέρου αποκάλυψε ότι ο στρατός δεν αποτελούσε ένα αδιαίρετο σώμα υποταγμένο στους πραξικοπηματίες.
Η ρωγμή ανάμεσα στο αθηναϊκό κέντρο των συνταγματαρχών και σε τμήματα της ανώτατης ιεραρχίας στον Βορρά δεν εξαφανίστηκε. Καταπιέστηκε, επιτηρήθηκε και επανεμφανίστηκε επτά χρόνια αργότερα, όταν η κυπριακή καταστροφή διέλυσε το κύρος του καθεστώτος.
Ο Στέφανος Καραμπέρης και η άρνηση να γίνει «Χατζηανέστης»
Στη διαδρομή αυτή ξεχωρίζει ο υποστράτηγος Στέφανος Καραμπέρης. Σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του, στις 19 Ιουλίου 1974 —μία ημέρα πριν από την τουρκική απόβαση— ο πρόεδρος του δικτατορικού καθεστώτος Φαίδων Γκιζίκης επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του. Η συνομιλία, όπως δημοσιεύθηκε αργότερα, φέρεται να καταγράφηκε από τον τότε προϊστάμενο των Τεχνικών Υπηρεσιών του ΟΤΕ στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος ήταν κουμπάρος του Καραμπέρη.
Η πηγή αυτή πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προσωπική μαρτυρία και όχι ως αποχαρακτηρισμένο επίσημο πρακτικό. Το περιεχόμενό της, όμως, αποτυπώνει με δραματικό τρόπο την αποσύνθεση του καθεστώτος παραμονές της εισβολής.
Ο Γκιζίκης φέρεται να παραδέχθηκε ότι οι πληροφορίες που λάμβανε από τον αρχηγό Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγόριο Μπονάνο και τον Δημήτριο Ιωαννίδη δεν συμφωνούσαν με την πραγματικότητα. Οι Τούρκοι προετοιμάζονταν πυρετωδώς στις νότιες ακτές τους και η απόβαση εκτιμάτο ως άμεση. Η Εθνική Φρουρά, εν τω μεταξύ, είχε αποκεφαλιστεί: ο αρχηγός της, αντιστράτηγος Γεώργιος Ντενίσης, είχε απομακρυνθεί από την Κύπρο πριν από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, ώστε η ανατροπή του Μακαρίου να πραγματοποιηθεί χωρίς την παρουσία του, και είχε ακολούθως παραιτηθεί.
Ο Γκιζίκης ζήτησε, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία, από τον Καραμπέρη να επανέλθει στην ενεργό υπηρεσία, να προαχθεί σε αντιστράτηγο και να αναλάβει αμέσως την ηγεσία της Εθνικής Φρουράς. Η απάντηση του Καραμπέρη ήταν καταπέλτης:
«Εγώ Χατζηανέστης δεν γίνομαι. Πέσατε εις την παγίδα και ψάχνετε για εξιλαστήρια θύματα;» Αρνήθηκε να νομιμοποιήσει με την παρουσία του τις συνέπειες του πραξικοπήματος και πρόσθεσε ότι ήταν έτοιμος να σταλεί στην Κύπρο ως απλός στρατιώτης, αλλά όχι να ταυτιστεί με όσους θεωρούσε υπεύθυνους για την καταστροφή.
Η αναφορά στον Γεώργιο Χατζηανέστη, τον τελευταίο αρχιστράτηγο της Μικρασιατικής Εκστρατείας που εκτελέστηκε μετά την Καταστροφή του 1922, ήταν σαφής: ο Καραμπέρης πίστευε ότι του ζητούσαν να αναλάβει μια ήδη υπονομευμένη αποστολή και να φορτωθεί αργότερα τις ευθύνες άλλων.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η φερόμενη παραδοχή του Γκιζίκη για τον Ιωαννίδη: «Μα τόσον άχρηστος και σάπιος αποδεικνύεται; Και μας εγέλασεν όλους;» Ο Καραμπέρης τού υπενθύμισε ότι εκείνοι είχαν στηρίξει τον Ιωαννίδη όταν τους υποσχόταν αξιώματα. «Δεν ταυτίζομαι με προδότας», φέρεται να είπε, αρνούμενος να προσφέρει στο καθεστώς το κύρος και την επιχειρησιακή του εμπειρία.
Ανεξαρτήτως των επιμέρους διατυπώσεων της συνομιλίας, το ιστορικό νόημα είναι ισχυρό: πριν ακόμη αρχίσει η εισβολή, ένα τμήμα της στρατιωτικής ηγεσίας γνώριζε ότι η Κύπρος είχε οδηγηθεί σε παγίδα και αναζητούσε επειγόντως ανθρώπους που θα αναλάμβαναν τις συνέπειες.
Η εισβολή και η επιστροφή του Βορρά στο προσκήνιο
Στις 20 Ιουλίου 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο. Η επιστράτευση στην Ελλάδα αποκάλυψε την οργανωτική διάλυση των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ οι αντιφατικές εντολές, η απουσία ενιαίου σχεδίου και η αδυναμία ουσιαστικής ενίσχυσης της Κύπρου κατέστρεψαν ό,τι είχε απομείνει από το κύρος της δικτατορίας.
Στη Βόρεια Ελλάδα διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού ήταν τότε ο αντιστράτηγος Ιωάννης Ντάβος. Είχε τοποθετηθεί στη θέση αυτή επί καθεστώτος Ιωαννίδη, γεγονός που απαγορεύει έναν εύκολο εκ των υστέρων εξαγνισμό του. Στις κρίσιμες ημέρες του Ιουλίου, όμως, ο Ντάβος βρέθηκε στο κέντρο της ρήξης ανάμεσα στο στράτευμα του Βορρά και στο αποσυντεθειμένο καθεστώς της Αθήνας.
Στις 22 Ιουλίου, τουρκικά πυρά έπεσαν κοντά στο Σουφλί, στην ελληνική πλευρά της μεθορίου. Ο Ντάβος ενημέρωσε τον Γκιζίκη. Κατά τη μαρτυρία του τότε υπουργού Εξωτερικών Κωνσταντίνου Κυπραίου, ο Ιωαννίδης τού έδωσε εντολή ότι, εάν έως τις τέσσερις και δύο λεπτά δεν είχε ανακοινωθεί κατάπαυση του πυρός στην Κύπρο, θα περνούσε τα σύνορα στον Έβρο. Η εκεχειρία ανακοινώθηκε στις τέσσερις και η εντολή δεν εκτελέστηκε.
Ιωάννης Ντάβος
Την ίδια ώρα, όπως γράφει στις αναλύσεις του ο ιστορικός ερευνητής Δημήτρης Κόντης, στην Αθήνα και στην Ουάσινγκτον κυκλοφορούσαν πληροφορίες ότι ο Ντάβος ετοιμαζόταν να κινηθεί εναντίον του Ιωαννίδη. Η Υπηρεσία Πληροφοριών του Πενταγώνου, η DIA, μετέδωσε αρχικά ότι βρισκόταν σε εξέλιξη πραξικόπημα πιθανώς υπό την ηγεσία του διοικητή του Γ΄ Σώματος Στρατού. Λίγο αργότερα ανασκεύασε, αναφέροντας ότι δεν διαπιστωνόταν στρατιωτική κίνηση. Η Αθήνα, ωστόσο, είχε ήδη κατακλυστεί από φήμες πως ο Ντάβος κατέβαινε από τη Θεσσαλονίκη επικεφαλής στρατιωτικής δύναμης. Ο διευθυντής του γραφείου του Ιωαννίδη φέρεται μάλιστα να τον ρώτησε σκωπτικά στο τηλέφωνο: «Φθάσατε στη Λαμία, στρατηγέ;»
Οι φήμες δεν πρέπει να συγχέονται με μια πραγματική κάθοδο αρμάτων. Αλλά στη στρατιωτική και πολιτική κρίση η δυνατότητα μιας κίνησης μπορεί να είναι τόσο καθοριστική όσο και η ίδια η κίνηση. Το Γ΄ Σώμα Στρατού διέθετε τις δυνάμεις που μπορούσαν να αμφισβητήσουν εμπράκτως την εξουσία της Αθήνας. Το καθεστώς γνώριζε ότι δεν μπορούσε πλέον να θεωρεί δεδομένη την υπακοή του Βορρά.
Σύμφωνα με δημοσιευμένες μαρτυρίες, ομάδα αξιωματικών του Γ΄ Σώματος Στρατού συνέταξε τελεσίγραφο ζητώντας την απομάκρυνση της χούντας και την επιστροφή σε πολιτική κυβέρνηση. Οι πηγές διαφέρουν ως προς τον αριθμό των αξιωματικών —άλλες κάνουν λόγο για περίπου σαράντα και άλλες για πολύ περισσότερους—, γεγονός που επιβάλλει προσοχή. Δεν αλλάζει όμως τον πυρήνα: η στρατιωτική συνοχή του καθεστώτος είχε σπάσει και το ρήγμα εκδηλωνόταν με ιδιαίτερη ένταση στη Θεσσαλονίκη.
Η αποτυχία στην Κύπρο δεν προκάλεσε απλώς λαϊκή οργή. Αφαίρεσε από τη δικτατορία το μοναδικό επιχείρημα με το οποίο δικαιολογούσε την ύπαρξή της: ότι δήθεν αποτελούσε εγγύηση εθνικής ασφάλειας, τάξης και στρατιωτικής αποτελεσματικότητας. Όταν αποδείχθηκε ανίκανη να υπερασπιστεί την Κύπρο και επικίνδυνη για την ίδια την Ελλάδα, η υποταγή σε αυτήν έπαψε να εμφανίζεται ακόμη και μέσα στο στράτευμα ως «εθνικό καθήκον».
Το τελεσίγραφο που δεν χρειάστηκε να γίνει μάχη
Η ιστορική σημασία του Βορρά δεν βρίσκεται, επομένως, σε μια μάχη που τελικά δεν δόθηκε μεταξύ ελληνικών μονάδων. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η απειλή της εσωτερικής στρατιωτικής ρήξης επιτάχυνε τη συνθηκολόγηση του ιωαννιδικού μηχανισμού. Ο Μπονάνος και οι αρχηγοί των Κλάδων είχαν αρχίσει να συζητούν την απομάκρυνση του Ιωαννίδη και την ανάθεση της εξουσίας σε πολιτικούς. Το απόγευμα της 23ης Ιουλίου ο Γκιζίκης συγκάλεσε σύσκεψη πολιτικών και στρατιωτικών. Από τη διαδικασία αυτή προέκυψε η πρόσκληση προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Η χούντα δεν ανετράπη με ένοπλη λαϊκή εξέγερση ούτε παραδόθηκε ύστερα από στρατιωτική ήττα στην Αθήνα. Κατέρρευσε κάτω από το βάρος της κυπριακής καταστροφής, της απώλειας ελέγχου στο στράτευμα, της απειλής πολέμου με την Τουρκία και της πιθανότητας σύγκρουσης ανάμεσα σε στρατιωτικά κέντρα. Η Θεσσαλονίκη και το Γ΄ Σώμα δεν αποτελούν υποσημείωση αυτής της κατάρρευσης. Αποτελούν έναν από τους παράγοντες που έκαναν σαφές στον Ιωαννίδη ότι η εξουσία του είχε τελειώσει.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
Η έλευση Καραμανλή: αποκατάσταση και ελεγχόμενη συνέχεια
Τη νύχτα της 23ης προς την 24η Ιουλίου 1974, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεψε από το Παρίσι με το αεροσκάφος του Γάλλου προέδρου Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν. Η άφιξή του προκάλεσε αυθεντική λαϊκή ανακούφιση. Ύστερα από επτά χρόνια δικτατορίας, βασανισμών, εξοριών, λογοκρισίας και φόβου, η προοπτική πολιτικής κυβέρνησης και δημοκρατικών ελευθεριών ήταν ιστορική τομή.
Η συμβολή του Καραμανλή στην εδραίωση της δημοκρατίας δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Νομιμοποίησε το ΚΚΕ, προχώρησε σε ελεύθερες εκλογές, διεξήγαγε το δημοψήφισμα που έλυσε οριστικά το πολιτειακό και συνέβαλε στη συγκρότηση ενός καθεστώτος που αποδείχθηκε σταθερότερο από κάθε προηγούμενη ελληνική δημοκρατική περίοδο.
Αλλά η μετάβαση δεν έγινε σε ιστορικό κενό. Ο Καραμανλής δεν παρέλαβε την εξουσία από μια νικηφόρα δημοκρατική επανάσταση. Προσκλήθηκε από τον Γκιζίκη, τον τυπικό πρόεδρο της δικτατορίας, ύστερα από σύσκεψη στην οποία καθοριστικό ρόλο διατήρησαν οι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο Γκιζίκης παρέμεινε προσωρινά στη θέση του. Τμήματα του παλαιού μηχανισμού εξακολούθησαν να λειτουργούν, ενώ η νέα κυβέρνηση όφειλε να ισορροπεί ανάμεσα στη λαϊκή προσδοκία, στην απειλή πολέμου και σε ένα στράτευμα που δεν είχε ακόμη εκκαθαριστεί από τους θύλακες της χούντας.
Αυτό δεν ακυρώνει τη Μεταπολίτευση. Καταρρίπτει όμως την εξιδανικευμένη εκδοχή μιας καθαρής, ολοκληρωμένης και αναίμακτης «αποκατάστασης», σαν να έκλεισε μέσα σε μία νύχτα ο λογαριασμός της δικτατορίας και της Κύπρου.
Ο Καραμανλής
Ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Βασίλης Φούσκας προχωρά σε σκληρή ερμηνεία. Υποστηρίζει ότι στις 24 Ιουλίου δεν επέστρεψε η δημοκρατία, αλλά συγκροτήθηκε μια μεταβατική συγκυβέρνηση Καραμανλή και στρατιωτικού μηχανισμού, η οποία επέτρεψε, κατά την άποψή του, την εμπέδωση του δεύτερου «Αττίλα». Θεωρεί ότι τα τουρκικά τετελεσμένα αποτέλεσαν ουσιαστικά προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της μετάβασης, ενώ οι υπεύθυνοι του καθεστώτος απομακρύνθηκαν αργότερα με τιμές και συντάξεις, χωρίς ανάλογη λογοδοσία. Συνδέει μάλιστα την έκταση των τουρκικών διεκδικήσεων με όσα είχαν τεθεί στα σχέδια Άτσεσον το 1964.
Ο ίδιος συνδέει αυτή την εκτίμηση με τον Ντάβο. Εάν ο Καραμανλής δεν είχε προαποδεχθεί την προέλαση του δεύτερου «Αττίλα», υποστηρίζει, η πρώτη κίνησή του θα έπρεπε να είναι η έξοδος του Γ΄ Σώματος από τη νατοϊκή δομή. Αυτό θα έστελνε σαφές μήνυμα στον Κίσινγκερ, κατά το προηγούμενο της Τουρκίας, η οποία το 1963-64 είχε θέσει την 39η Μεραρχία εκτός ΝΑΤΟ. Ο Φούσκας χαρακτηρίζει τον Ντάβο καραμανλικό στρατηγό και υποστηρίζει ότι οι δύο άνδρες επικοινωνούσαν όταν ο Καραμανλής βρισκόταν στο Παρίσι. Πρόκειται για βαρύνουσα θέση, η οποία χρειάζεται να κριθεί μαζί με τα αρχειακά τεκμήρια.
Η φοβική διαχείριση των Αμερικανών
Τα αμερικανικά έγγραφα αποκαλύπτουν μια Ουάσινγκτον πολύ λιγότερο βέβαιη και παντοδύναμη από όσο συχνά παρουσιάζεται, αλλά βαθιά προσηλωμένη στην προστασία των δικών της στρατηγικών συμφερόντων. Η κύρια αγωνία της δεν ήταν η αποκατάσταση της ελληνικής δημοκρατίας ως ηθικός σκοπός. Ήταν η αποτροπή ελληνοτουρκικού πολέμου, η συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, η ασφάλεια αμερικανικών εγκαταστάσεων και πυρηνικών όπλων, καθώς και ο περιορισμός του αντιαμερικανισμού και της Αριστεράς.
Ο φόβος διαπερνούσε την αμερικανική διαχείριση. Ο απεσταλμένος Τζόζεφ Σίσκο δίσταζε ακόμη και να εισέλθει στην Αθήνα μετά την τουρκική απόβαση, φοβούμενος αντιδράσεις κατά των ΗΠΑ. Η CIA θεωρούσε επιτυχία της το ότι μετέδωσε «καθησυχαστικές πληροφορίες» στην ελληνική πλευρά και συνέβαλε, κατά τη δική της αποτίμηση, στο να «ηρεμήσει το πάθος» των Ελλήνων στρατιωτικών για επίθεση στη Θράκη.
Η Ουάσινγκτον παρακολουθούσε παράλληλα τις πληροφορίες για τον Ντάβο και το Γ΄ Σώμα. Οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί εκτιμούσαν ότι ένας στρατιωτικός όπως ο Ντάβος θα ήταν μετριοπαθέστερος και συνεργάσιμος, εάν καταλάμβανε την εξουσία. Αυτό δείχνει ότι η βασική τους μέριμνα δεν ήταν εξαρχής η δημοκρατία, αλλά η ανάδειξη μιας ελεγχόμενης αρχής που θα απέτρεπε τη διάλυση και θα διατηρούσε την Ελλάδα στο δυτικό στρατόπεδο.
Το Γραφείο Πληροφοριών και Έρευνας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το INR, θεωρούσε πάντως απίθανη μια ανοικτή εμφύλια σύγκρουση. Παρά την πόλωση ανάμεσα στην ομάδα Ιωαννίδη στην Αθήνα και στους ανώτερους αξιωματικούς της Βόρειας Ελλάδας, η μνήμη του Εμφυλίου λειτουργούσε αποτρεπτικά. Κατά την εκτίμησή του, κανένα μη κομμουνιστικό στρατιωτικό ή πολιτικό στοιχείο δεν θα προσέφευγε εύκολα σε εκτεταμένη βία που θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια τη χώρα.
Η εκτίμηση αυτή εξηγεί και την αμερικανική στάση απέναντι στην επιστροφή Καραμανλή. Για χρόνια η Ουάσινγκτον είχε αντιμετωπίσει τη χούντα ως χρήσιμο αντικομμουνιστικό σύμμαχο. Ο Νίξον και ο Κίσινγκερ είχαν δώσει προτεραιότητα στις βάσεις, στον Έκτο Στόλο και στη γεωστρατηγική λειτουργία της Ελλάδας. Όταν το καθεστώς κατέρρευσε, ο Καραμανλής έγινε η ασφαλέστερη «γέφυρα»: διέθετε λαϊκή νομιμοποίηση, συντηρητική πολιτική καταγωγή, διεθνές κύρος και τη δυνατότητα να ελέγξει τόσο τη λαϊκή οργή όσο και το στράτευμα.
Ακόμη και τότε, όμως, οι αναλυτές του INR φοβούνταν ότι ο Καραμανλής θα υιοθετούσε μια μόνιμη αντιαμερικανική και «ντεγκολική» στάση. Οι επαφές του με τη Γαλλία, η αγορά γαλλικών οπλικών συστημάτων και αργότερα η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ θορύβησαν την Ουάσινγκτον. Οι Αμερικανοί δεν φοβούνταν μόνο την αστάθεια. Φοβούνταν και μια Ελλάδα που θα επιχειρούσε να αποκτήσει μεγαλύτερο περιθώριο ανεξάρτητης πολιτικής.
Η φοβική αυτή διαχείριση δεν απαλλάσσει την ελληνική δικτατορία από την αποκλειστική ευθύνη των δικών της εγκλημάτων και αποφάσεων. Ούτε αποδεικνύει ότι κάθε εξέλιξη σχεδιάστηκε σε κάποιο αμερικανικό δωμάτιο. Αποκαλύπτει, όμως, μια υπερδύναμη η οποία ανέχθηκε και στήριξε επί χρόνια ένα αυταρχικό καθεστώς, υποτίμησε τους κινδύνους του κυπριακού πραξικοπήματος και, όταν ήλθε η καταστροφή, ενδιαφέρθηκε πρωτίστως να αποτρέψει την κατάρρευση της νατοϊκής τάξης.
Γιατί η 24η Ιουλίου δεν μπορεί να είναι ανέφελη γιορτή
Κάθε χρόνο στις 24 Ιουλίου, η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία τιμά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας με ομιλίες, προσκλήσεις και δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο. Ο θεσμός έχει έναν θεμιτό πυρήνα: η δημοκρατία δεν είναι αυτονόητη και η χώρα οφείλει να θυμάται το τέλος της δικτατορίας, να τιμά όσους αντιστάθηκαν και να υπερασπίζεται τις ελευθερίες που κατακτήθηκαν.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η επέτειος μετατρέπεται σε αυτάρεσκη γιορτή του μεταπολιτευτικού συστήματος. Όταν οι προσκεκλημένοι υψώνουν τα ποτήρια τους για την «αποκατάσταση», ενώ το ιστορικό κάδρο σταματά στο αεροδρόμιο του Ελληνικού και δεν φτάνει στην Κερύνεια, στην Αμμόχωστο, στους νεκρούς, στους αγνοουμένους και στους πρόσφυγες της Κύπρου.
Στις 24 Ιουλίου 1974 η Δημοκρατία δεν επέστρεψε ύστερα από μια καθαρή εθνική νίκη. Επέστρεψε μέσα από μια εθνική καταστροφή.Η τουρκική εισβολή είχε αρχίσει τέσσερις ημέρες νωρίτερα. Το προγεφύρωμα είχε εγκατασταθεί, οι μάχες συνεχίζονταν και οι τουρκικές δυνάμεις ενισχύονταν. Η δεύτερη εισβολή, που θα ολοκλήρωνε την κατοχή περίπου του 37% της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα ακολουθούσε στις 14 Αυγούστου, υπό κυβέρνηση πλέον Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Η 24η Ιουλίου είναι, επομένως, ημερομηνία διπλής μνήμης: δημοκρατικής ανακούφισης στην Ελλάδα και συνεχιζόμενης τραγωδίας στην Κύπρο. Όποιος απομονώνει το πρώτο και αποσιωπά το δεύτερο μετατρέπει την Ιστορία σε τελετουργική αυτοδικαίωση.
Δεν είναι ύβρις να τιμάται η πτώση της χούντας. Ύβρις είναι να παρουσιάζεται η 24η Ιουλίου σαν μια ανεπίληπτη ιδρυτική στιγμή, αποσυνδεδεμένη από το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, την τουρκική εισβολή και την εγκατάλειψη της Κύπρου.
Ύβρις είναι η δημοκρατική δεξίωση να λειτουργεί ως κλειστός εορτασμός μιας πολιτικής τάξης που δεν ολοκλήρωσε ποτέ τη δημόσια αυτοκριτική της για το 1974.
Η Προεδρία της Δημοκρατίας θα μπορούσε να μετατρέψει την επέτειο από κοσμικό γεγονός σε ημέρα δημοκρατικής ευθύνης.
Πριν από κάθε δεξίωση θα έπρεπε να προηγείται μνημόσυνο για τους νεκρούς και τους αγνοουμένους, ειδική αναφορά στην Κυπριακή Δημοκρατία, τιμή στους αντιστασιακούς, στους στρατιώτες που πολέμησαν και στους πολίτες που ξεριζώθηκαν. Να παρουσιάζονται τεκμήρια, να ανοίγουν αρχεία, να συζητούνται οι θεσμικές αδυναμίες που επέτρεψαν στη χούντα να επιβιώσει επτά χρόνια και να οδηγήσει τον Ελληνισμό στην καταστροφή.
Εάν διατηρηθεί η δεξίωση, δεν μπορεί να είναι το κέντρο της επετείου. Το κέντρο πρέπει να είναι η μνήμη, η λογοδοσία και η Κύπρος. Διαφορετικά, το Προεδρικό Μέγαρο κινδυνεύει κάθε 24η Ιουλίου να φωτίζεται πάνω σε ένα σκοτεινό ιστορικό υπόβαθρο που η επίσημη αφήγηση επιλέγει να αφήνει εκτός κάδρου.
Η Θεσσαλονίκη ως υπενθύμιση
Η ιστορία του Γ΄ Σώματος Στρατού, του Περίδη, του Καραμπέρη, του Ντάβου και των αξιωματικών που αμφισβήτησαν το ιωαννιδικό κέντρο δεν προσφέρει εύκολους ήρωες. Μερικοί είχαν υπηρετήσει το ίδιο σύστημα που αργότερα βοήθησαν να ανατραπεί. Άλλοι κινήθηκαν από στρατιωτική τιμή, άλλοι από πίστη στον βασιλιά, άλλοι από φόβο εθνικής καταστροφής και άλλοι από πραγματική επιθυμία πολιτικής ομαλότητας.
Ακριβώς γι’ αυτό η ιστορία τους έχει σημασία. Δείχνει ότι τα αυταρχικά καθεστώτα δεν καταρρέουν μόνο όταν νικηθούν στον δρόμο. Καταρρέουν και όταν χάνουν την υπακοή των μηχανισμών που τα στηρίζουν. Η Βόρεια Ελλάδα υπήρξε δύο φορές το πιθανό πεδίο αυτής της απώλειας: το 1967, όταν το βασιλικό κίνημα επιχείρησε ανεπιτυχώς να στηριχθεί στις μονάδες της, και το 1974, όταν το Γ΄ Σώμα έκανε το καθεστώς να φοβηθεί ότι η στρατιωτική του κυριαρχία είχε τελειώσει.
Η δημοκρατία που γεννήθηκε το 1974 αξίζει να προστατεύεται. Για να προστατεύεται, όμως, πρέπει πρώτα να απομυθοποιηθεί. Δεν γεννήθηκε μόνο από τη σοφία των πολιτικών που επέστρεψαν. Γεννήθηκε από την αντίσταση των πολιτών, από τις θυσίες των βασανισμένων, από τις ρωγμές στο στράτευμα και, πάνω απ’ όλα, από την παταγώδη αποτυχία μιας δικτατορίας που πρόδωσε τον ίδιο τον ισχυρισμό της ότι προστάτευε το έθνος.
Η 24η Ιουλίου δεν πρέπει να καταργηθεί από τη συλλογική μνήμη. Πρέπει να πάψει να είναι αυτάρεσκη γιορτή. Να γίνει ημέρα δημοκρατικής αυτογνωσίας και εθνικού πένθους. Μια ημέρα κατά την οποία η Αθήνα θα θυμάται ότι η κατάρρευση της χούντας επιταχύνθηκε από το τελεσίγραφο του Βορρά και ότι η δική της ελευθερία αναδύθηκε μέσα από τις φλόγες μιας Κύπρου που παραμένει μέχρι σήμερα ακρωτηριασμένη.
Πηγές και ενδεικτική βιβλιογραφία
Αλέξης Παπαχελάς, Ένα σκοτεινό δωμάτιο 1967–1974: Ο Ιωαννίδης και η παγίδα της Κύπρου – Τα πετρέλαια στο Αιγαίο – Ο ρόλος των Αμερικανών, Μεταίχμιο, 2021.
Στέφανος Καραμπέρης, Υποστράτηγος Στέφανος Καραμπέρης: Ένας ταπεινός και ασυμβίβαστος πατριώτης – Η αυτοβιογραφία του 1921–2008, ιδίως σ. 447–452.
Γ. Ρωμαίος, «Ο στρατηγός που συνέβαλε στην ανατροπή της χούντας», Το Βήμα, 25 Νοεμβρίου 2008.
Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού, «Αντικίνημα του Βασιλέως Κωνσταντίνου, 13 Δεκεμβρίου 1967».
Αποχαρακτηρισμένα τηλεγραφήματα και αναλύσεις του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών, της CIA, της DIA και του INR, όπως παρατίθενται στο έργο του Αλέξη Παπαχελά.
«Το τελεσίγραφο του Βορρά: Το Γ΄ Σώμα, ο Ντάβος και η πτώση της χούντας», Ανιχνεύσεις.
«Γιατί η 24η Ιουλίου δεν πρέπει να γιορτάζεται ως ανέφελη επέτειος», Ανιχνεύσεις.
Ο «Αττίλας Ι» ολοκληρώθηκε, τυπικά, το απόγευμα της 22ας Ιουλίου, με την κήρυξη εκεχειρίας, αφού είχε καταληφθεί η Κερύνεια. Στο μεταξύ, αιματηρούς βομβαρδισμούς είχαν υποστεί και η Λευκωσία και η Αμμόχωστος. Σύμφωνα με δημοσιογραφική καταγραφή, «απάνθρωποι και βίαιοι υπήρξαν οι βομβαρδισμοί της τουρκικής αεροπορίας. Οι Τούρκοι πιλότοι έπληξαν αδιάκριτα νοσηλευτικά ιδρύματα, εμβομβάρδισαν κατωκημένας περιοχάς, εμυδραλλιοβόλησαν αμάχους, έσπειραν τον θάνατο με βόμβας ναπάλμ, εκτύπησαν ξενοδοχεία, εσκόρπισαν τον όλεθρο».
Στις 23 Ιουλίου ο Νίκος Σαμψών παραιτήθηκε από την προεδρία της πραξικοπηματικής κυβέρνησης και καθήκοντα προεδρεύοντος ανέλαβε, βάσει του Συντάγματος, o Πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης. Στην Ελλάδα, υπό το βάρος της τραγωδίας της Κύπρου, η Χούντα των Συνταγματαρχών κατέρρευσε. Την ίδια ημέρα, στη λονδρέζικη εφημερίδα Evening Standard πρωταγωνιστούσε μια άλλη κατάρρευση.
«The grotesque sight of the body of the young boy dangling in the ruins of the hotel drew crowds of morbid sightseers. The building was cut in half like a cake; the 80 bedrooms of the blasted section folded together like a pack of cards (Η αποτρόπαιη εικόνα του σώματος του νεαρού αγοριού, το οποίο κρεμόταν στα ερείπια του ξενοδοχείου προσέλκυσε πλήθη περίεργων θεατών. Το κτίριο είχε κοπεί στη μέση σαν τούρτα· τα 80 δωμάτια της κατεστραμμένης πτέρυγας είχαν σωριαστεί σαν τραπουλόχαρτα)», τόνισε, ως αυτόπτης μάρτυρας, ο δημοσιογράφος Michael Fresco, σε ανταπόκρισή του, η οποία δημοσιεύτηκε, μαζί με φωτογραφίες, υπό τον τίτλο «Ι see horror of Famagusta».
Το κτίριο ήταν το τετράστερο δωδεκαώροφο ξενοδοχείο «Salaminia Tower», ιδιοκτησίας Πιερίδη και Φραγκούδη, στην παραλία της Γλώσσας. Ένα ξενοδοχείο πέραν των 200 κλινών, όπου –μεταξύ άλλων– διέμειναν επανειλημμένα ταξιδιωτικοί πράκτορες, κατά τις επισκέψεις τους στο νησί, αποκομίζοντας τις καλύτερες εντυπώσεις. Πλέον, το ξενοδοχείο πρέσβευε τη φρίκη.
Σύμφωνα με κυπριακό φύλλο, της 1ης Αυγούστου 1974, το «Σαλαμίνια» διαλύθηκε. Το μισό κτήριο ξεκόλλησε κυριολεκτικά, μετατρεπόμενο σε ερείπια, με τις ζημιές να ανέρχονται σε μισό εκατομμύριο λίρες. «Από τον βομβαρδισμό εφονεύθησαν δύο πρόσωπα. Ένας νεαρός, ο οποίος απησχολείτο το καλοκαίρι στο ξενοδοχείο, εκόπη στα δύο. Ένα μέρος του σώματός του παρέμεινε ψηλά στο κτίριο, ενώ το υπόλοιπο σώμα του ετάφη στα ερείπια», τονίστηκε.
Όψη του βομβαρδισμένου «Σαλαμίνια», με τον φακό του Δώρου Παρτασίδη. Ψηφιακός Ηρόδοτος / Συλλογή Μάρως Θεοδοσιάδου.
Το νεαρό αγόρι, στα χαλάσματα του «Σαλαμίνια», ήταν ο Ιάκωβος Παστός, εργαζόμενος στο ξενοδοχείο. Ο Ιάκωβος γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Σπαθαρικού, τον Μάιο του 1960. Γονείς του ήταν ο Ανδρέας Παστός από τη Γύψου και η Σταυρούλλα Λαπούτη από τον Άγιο Γεώργιο Σπαθαρικού. Έως το 1965, ο Ιάκωβος απέκτησε τέσσερα αδέλφια: Ελένη, Μιχάλη, Μάρω και Παναγιώτα. Ακολούθησε ο χωρισμός των γονιών.
Η εξαδέλφη του Ιάκωβου, Σόφη Αγγελίδου, θυμάται τον Γιακουμή, όπως τον φώναζαν, ως ένα πανέξυπνο και ευγενικό παιδί, με μεγάλη, προστατευτική αγάπη για τη μητέρα του. Θυμάται, επίσης, το ταλέντο του στα μαστορέματα και τις κατασκευές, έστω και με ευτελή υλικά.
Ο μεσαίος, πάνω, ο Ιάκωβος Παστός. Μαζί και τρία από τα αδέλφια του.
Η Μάρω Παστού-Ιωάννου περιγράφει τη μητέρα της ως μια γυναίκα εργατικότατη, τιμιότατη, με μεγάλη αγάπη για τα παιδιά της. Μετά τον χωρισμό, πάσχιζε να ανταπεξέλθει στην ανατροφή τους ξενοδουλεύοντας στο Βαρώσι. Τον Ιούνιο του 1974 ο Ιάκωβος τελείωσε την Γ΄ Τάξη του Γυμνασίου Αρρένων. Επέλεξε, μετά από ένα σύντομο πέρασμα από τα ατμοπλυντήρια–καθαριστήρια «Αριζόνα», την εργασία στο «Σαλαμίνια». Κι αυτό, διότι οι απολαβές ήταν μεγαλύτερες και παράλληλα του παρεχόταν στέγη και σίτιση. Επίσης, ήθελε να φοιτήσει σε ξενοδοχειακή σχολή. Καταρχάς, του ανατέθηκαν καθήκοντα στην παραλία, στις ομπρέλες.
Ένας από τους συναδέλφους του ήταν ο Μάριος Κλεοβούλου, από τα Μανδριά Λεμεσού. Ο Μάριος προσελήφθη στο «Σαλαμίνια» το 1973, σε ηλικία 15 ετών, ως τρίτος μάγειρας, ενώ παράλληλα φοιτούσε στην Ξενοδοχειακή Σχολή «Ξενία». Όπως εξήγησε, σε συνομιλία μας, το πρωί της Δευτέρας, 22 Ιουλίου 1974, διευθετήθηκε η αποχώρηση, με βρετανική συνδρομή, όλων των τουριστών που διέμεναν στο ξενοδοχείο. Ακολούθως, αποχώρησε και το προσωπικό, πλην δύο υπαλλήλων που ορίστηκε να μείνουν τελευταίοι, για να κλείσουν τους χώρους. Οι παραμείναντες ήταν ο Μάριος και ο μεσήλικας, Ευάγγελος Φιλαρέτου, από την Έγκωμη.
Ο Ιάκωβος έφυγε, αλλά επέστρεψε, καθώς δεν βρήκε λεωφορείο για τον Άγιο Γεώργιο Σπαθαρικού. Επιστρέφοντας, ζήτησε να βοηθήσει τους συναδέλφους στο κλείσιμο. Ο βομβαρδισμός –παρά την τοποθέτηση βρετανικών σημαιών στην ταράτσα– βρήκε τον Μάριο στον τρίτο όροφο της πτέρυγας που παρέμεινε όρθια. Πανικόβλητος, αφού έκανε τον σταυρό του, πήδηξε από το μπαλκόνι. Ο ίδιος τονίζει πως η Παναγία τον βοήθησε και έπεσε στην άμμο χωρίς σοβαρά τραύματα. Έπειτα, αναζήτησε καταφύγιο στο γειτονικό ξενοδοχείο «Ασπέλια», πρώτα στο ισόγειο και έπειτα στο υπόγειο, όπως έπραξαν και άλλοι, που βρέθηκαν έξω κατά τους βομβαρδισμούς. Όταν εξήλθε, βρήκε τους δύο συναδέλφους του νεκρούς, τον Ευάγγελο με μία τρύπα στο κεφάλι και τον Ιάκωβο αιχμάλωτο στα ερείπια.
Στο μεταξύ, από το πρωί η Σταυρούλλα Λαπούτη αγωνιούσε για τον απόντα γιο, ενώ συγγενείς και γείτονες προσπαθούσαν να την καθησυχάσουν, λέγοντας πως στο ξενοδοχείο ήταν ασφαλής, λόγω των τουριστών. Η είδηση, από ραδιοφώνου, για βομβαρδισμό του «Σαλαμίνια» και νεκρό παιδί προκάλεσε πανικό. Σύμφωνα με οικείους, η μάνα, προαισθανόμενη το κακό, έκλαιγε.
Ο Ιάκωβος Παστός, νεκρός στο «Σαλαμίνα», με τον φακό του Δώρου Παρτασίδη. Πηγή: Νέαρχος Νεάρχου (επιμ.), Άπαντα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, τ. ΙΕ΄, Λευκωσία: ΙΑΜ, 2005.
Ο θείος του Ιάκωβου, Ανδρέας Αγγελίδης, μετέβη στο Βαρώσι και τον αντίκρισε να κρέμεται, ενώ κόσμος κοιτούσε συγκλονισμένος. Δημοσιογράφοι, Κύπριοι και ξένοι, τραβούσαν πλάνα και φωτογραφίες. Ο απεγκλωβισμός ήταν αδύνατος, συνεπώς, σύμφωνα με μαρτυρίες, οι υπεύθυνοι του νεκροτομείου έκοψαν το άψυχο σώμα με πριόνι.
Την έκβαση αυτή επιβεβαιώνει ο Κρυστάλλης Δουκανάρης, ο οποίος πήρε τον δρόμο της προσφυγιάς από την Αμμόχωστο τον Αύγουστο, ανήμερα των έβδομων γενεθλίων του: «Ο πατέρας μου ήταν πυροσβέστης και άνθρωπος με μεγάλο αίσθημα ευθύνης. Ήμασταν από τις τελευταίες οικογένειες που φύγαμε από την Αμμόχωστο, γιατί έσβηνε φωτιές μέχρι τη στιγμή που οι Τούρκοι έφτασαν μέσα στη πόλη. Μας είπε ότι προσπάθησαν να βρούνε τρόπο να βγάλουν όλο το σώμα του παιδιού, αλλά θα ήταν αδύνατο χωρίς να καταρρεύσουν όλα τα μπάζα καταπλακώνοντας αυτούς που θα το επιχειρούσαν. Μηχανήματα δεν υπήρχαν, μόνο τα σκαπτικά του οχήματος. Θυμάμαι έντονα εκείνες τις μέρες από το πραξικόπημα και μετά. Λόγω της δουλειάς του πατέρα μου, μαθαίναμε διάφορα συμβάντα άμεσα. Πολλά δεν γράφτηκαν ποτέ. Την ιστορία με το αγόρι τη θυμάμαι έντονα γιατί ήταν πολύ συγκλονισμένος».
Τόσο ο Ιάκωβος όσο και ο Ευάγγελος ετάφησαν στην Αμμόχωστο, στα κοιμητήρια του Σταυρού και του Αγίου Νικολάου αντίστοιχα. Μέσα στην αναταραχή των ημερών, από την οικογένεια του Ιάκωβου οι μόνοι που παρέστησαν στην ταφή ήταν η μητέρα και ο θείος Ανδρέας.
Μετά και τη δεύτερη Εισβολή και την κατάληψη του Αγίου Γεωργίου Σπαθαρικού, η μητέρα του Ιάκωβου εγκαταστάθηκε στον Συνοικισμό Κόκκινες, στη Λάρνακα. Οι συγγενείς θυμούνται τον Ιάκωβο ως θύμα, μάρτυρα και, ακόμα, μικρό ήρωα της ζωής. Το 1982, η Μάρω Παστού-Ιωάννου, παντρεμένη και εγκατεστημένη, πια, σε συνοικισμό, στο Τραχώνι Λεμεσού, ονόμασε τον πρωτότοκο γιο της Ιάκωβο, εις μνήμην του αδικοχαμένου αδελφού.
Ανδρέας Λαδόμματος, Σαλαμίνια Τάουερ Αμμοχώστου με θύμα της Τουρκικής Εισβολής, Νοέμβριος 1974 (σκαρίφημα).
Μετουσιώνοντας μνήμες και αισθήματα σε ποίηση, η Σόφη Αγγελίδου έγραψε, το 2022:
«Ο δρόμος της ζωής σου ήταν μικρός
το χαμόγελο στα χείλη σου μεγάλο,
δεν πρόλαβες της άνοιξης το φως
σαν αητός πέταξες σε δρόμο άλλο.
Μικρέ μου λαβωμένε αητέ
δεν πρόλαβες ν’ ανοίξεις τα φτερά σου,
μεγάλη σού ’λαχε η λαβωματιά
έκοψε για πάντα τα όνειρά σου.
Μικρό παιδί στην μπόρα της ζωής
πικρό η ζωή σου έστησε καρτέρι
λευκό μπουμπούκι τώρα πια άνθισες
στων αθανάτων το εύοσμο παρτέρι».
Συγκλονισμένος από την εικόνα του Ιάκωβου, ήδη τον Νοέμβριο του 1974 ο ζωγράφος Ανδρέας Λαδόμματος αποτύπωσε σε μια λιτή, υποβλητική σύνθεσή του το αγόρι, κρεμάμενο υπό ερειπίων.
Ανδρέας Λαδόμματος, Σαλαμίνια Τάουερ Αμμοχώστου με θύμα της Τουρκικής Εισβολής, Νοέμβριος 1974.
Ο εξ Αμμοχώστου συνταξιούχος εκπαιδευτικός Λοΐζος Πουργουρίδης είδε, προ εξαετίας περίπου, στον Ιάκωβο έναν «μικρό Χριστό»:
«Μετά τον βομβαρδισμό, ένας μικρός Χριστός,
μες στα χαλάσματα βρέθηκε, σταυρωμένος,
ήταν ένας έφηβος ο Ιάκωβος Παστός,
στα συντρίμμια του «Σαλαμίνια», κρεμασμένος […].
Έχουν περάσει από τότε τόσα χρόνια,
και η εικόνα αυτή η τραγική
στη μνήμη είναι χαραγμένη αιώνια,
μια ακόμη θηριωδία Τουρκική».
Ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, μαθηματικός και ποιητής, από το Βασίλι Καρπασίας, εστίασε στην εικόνα του κρεμασμένου ανάποδα Ιάκωβου, προβάλλοντας σε αυτήν τη μοίρας της πόλης του:
«Τι τύχη κι αυτός
Να βλέπει έτσι την πόλη του!
Για την ακρίβεια
Ένα μέρος της πόλης
Μια λωρίδα χρυσή αμμουδιά
Καταπράσινα περιβόλια
Να κρέμονται
Από έναν θαλασσή ουρανό.
Τα κάτω άκρα άνω
Φυτεμένα σε συντρίμμια
Τα άνω άκρα κάτω
Με τα δάχτυλα τεντωμένα.
Η πατρίδα ανάποδα γυρισμένη
Χώρεσε στην παλάμη του» («Διθαλάσσου», 2012).
«Κάθε φορά, που έρχεται η εικόνα του στο μυαλό μου, συγκλονίζομαι. Δεν ξέρω αν έγραψα κάτι, αν μπορεί να γραφτεί κάτι, που να περικλείει το μέγεθός της», λέει.
Όντως, ακόμη κι αν δεχθούμε, ακολουθώντας τον Φοίβο Σταυρίδη, πως «όλα εντάσσονται στη συμμετρία του Κόσμου,
τα χρόνια που δεν περιμέναμε και ήρθαν
κι άλλα που περιμένουμε και δε θα ʼρθούν
ψηφίσματα, ψηφιδωτά, ψιμυθιασμένα είδωλα
μύθοι, πληγές, το ίσιο και το ανάποδο
μιας ανεπίδοτης ζωής»,
σε ποια συμμετρία μπορεί να ενταχθεί ένα εφηβικό σώμα, κρεμασμένο ανάποδα;
*Δρ Ιστορίας Α.Π.Θ.
Στους συνδέσμους βίντεο, ημερομηνίας 22 Ιουλίου 1974, με πλάνα από το «Σαλαμίνια»:
Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε, ο γιος του, Αλέξανδρος Δ΄, βρισκόταν ακόμα στην κοιλιά της μητέρας του, γεγονός που έκανε τη διαδοχή του θρόνου ένα περίπλοκο ζήτημα γεμάτο ίντριγκες.
Ο Αλέξανδρος Δ΄ ήταν ο μοναδικός νόμιμος γιος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, καρπός του γάμου του με τη Ρωξάνη, μια Σογδιανή (ή Βακτριανή) πριγκίπισσα. Ο γάμος αυτός αποτελούσε μέρος της στρατηγικής του Αλέξανδρου για την ενοποίηση των διαφορετικών λαών και πολιτισμών της αυτοκρατορίας του, καθώς και έναν τρόπο να εξασφαλίσει την αφοσίωση του σογδιανού στρατού. Ωστόσο, αυτή η επιλογή δεν ήταν αρεστή στους στρατηγούς του, οι οποίοι προτιμούσαν η σύζυγος του βασιλιά να είναι Ελληνίδα.
Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου στη Βαβυλώνα το 323 π.Χ., χρειάστηκαν μήνες μέχρι να γεννηθεί ο γιος του. Έτσι, τον θρόνο ανέλαβε προσωρινά ο ετεροθαλής αδελφός του, Φίλιππος Γ΄ Αρριδαίος, παρά το γεγονός ότι είχε διανοητική αναπηρία. Παράλληλα, υπήρχε και ο Ηρακλής, γιος της Βαρσίνης, που φερόταν ως νόθος γιος του Αλέξανδρου. Παρόλο που η πατρότητά του δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ, η ύπαρξή του αποτέλεσε απειλή για τους στρατηγούς, οι οποίοι εποφθαλμιούσαν τον θρόνο. Οι διάδοχοι (διάδοχοι του Αλεξάνδρου) απέρριψαν τον Ηρακλή ως υποψήφιο διάδοχο, θεωρώντας τον γιο μιας μη Ελληνίδας και κοινωνικά κατώτερο.
Οι στρατηγοί μοίρασαν μεταξύ τους τις σατραπείες της αυτοκρατορίας, οδηγώντας σε διαμάχες για τη διαδοχή. Ο στρατός χωρίστηκε σε δύο παρατάξεις: το πεζικό υποστήριζε τον Φίλιππο Γ΄, ενώ ο στρατηγός Περδίκκας, διοικητής του ιππικού, κατάφερε να πείσει τους υπόλοιπους να αναλάβει την αντιβασιλεία μέχρι να γεννηθεί το παιδί της Ρωξάνης.
Ο Αλέξανδρος Δ΄ γεννήθηκε στα τέλη του 323 ή στις αρχές του 322 π.Χ., όμως, ως βρέφος, δεν μπορούσε να κυβερνήσει. Έτσι, οι στρατηγοί ανέλαβαν τον έλεγχο της αυτοκρατορίας. Το 321 π.Χ., ο Πτολεμαίος πήρε την Αίγυπτο, ο Σέλευκος τη Βαβυλώνα, ο Λυσίμαχος τη Θράκη, ο Αντίγονος τη Μικρά Ασία, ενώ ο Αντίπατρος διατήρησε τη Μακεδονία και την Ελλάδα.
Ο Αλέξανδρος Δ΄ μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον γεμάτο ίντριγκες και πολέμους, ενώ οι Έλληνες στρατηγοί δεν τον αποδέχονταν πλήρως, αφού ήταν γιος της “βαρβάρου” Ρωξάνης. Παρά το γεγονός ότι ήταν ο νόμιμος διάδοχος, παρέμεινε μια μαριονέτα στα χέρια των διαδόχων.
Η γιαγιά του, Ολυμπιάδα, προσπάθησε να προστατεύσει τον εγγονό της και να διατηρήσει την εξουσία του. Ωστόσο, το 317 π.Χ., μετά από αποτυχημένη εκστρατεία στη Μακεδονία, δολοφονήθηκε από τον Κάσσανδρο, γιο του Αντίπατρου. Ο Κάσσανδρος συνέλαβε τον Αλέξανδρο Δ΄ και τη Ρωξάνη, κρατώντας τους φυλακισμένους στην Αμφίπολη για έξι χρόνια.
Καθώς ο Αλέξανδρος Δ΄ μεγάλωνε, ο Κάσσανδρος άρχισε να τον βλέπει ως απειλή. Έτσι, όταν ο νεαρός διάδοχος έγινε δεκατεσσάρων ετών, ο Κάσσανδρος διέταξε τη δολοφονία του και της μητέρας του μέσω δηλητηρίασης. Για να αποφύγει την αναταραχή, διέδωσε ψευδείς φήμες σχετικά με τον θάνατο του Αλεξάνδρου Δ΄, επιτρέποντας στον λαό να το αποδεχτεί σταδιακά.
Παρά την προσπάθεια της Ολυμπιάδας να προστατεύσει τον εγγονό της, ο Αλέξανδρος Δ΄ δεν κατάφερε να επιβιώσει. Η αυτοκρατορία που ονειρεύτηκε ο Μέγας Αλέξανδρος δεν παρέμεινε ενιαία για πολύ, καθώς σύντομα διασπάστηκε σε ξεχωριστά βασίλεια.