![]()
Μέρος αυτού του κειμένου δημοσιεύεται σήμερα (25.07.26) στην εφημερίδα “Θεσσαλονίκη”.
Από το Κίνημα του Βασιλιά στο τελεσίγραφο του Βορρά και από την επιστροφή Καραμανλή στη σκοτεινή επέτειο της 24ης Ιουλίου
Η ιστορία της πτώσης της δικτατορίας έχει αποτυπωθεί στη συλλογική μνήμη σχεδόν αποκλειστικά μέσα από εικόνες της Αθήνας: το Πολυτεχνείο, το Πεντάγωνο, τη σύσκεψη των πολιτικών υπό τον Φαίδωνα Γκιζίκη, την άφιξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο αεροδρόμιο και τα πλήθη που πανηγύριζαν στους δρόμους. Αυτές οι εικόνες είναι πραγματικές και ισχυρές. Δεν αποτελούν, όμως, ολόκληρη την ιστορία.
Στη Βόρεια Ελλάδα, με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη και το Γ΄ Σώμα Στρατού, διαμορφώθηκε ήδη από το 1967 ένα ιδιαίτερο στρατιωτικό και πολιτικό αντίβαρο προς το αθηναϊκό κέντρο της χούντας. Δεν επρόκειτο για μια ενιαία αντιδικτατορική οργάνωση ούτε για ένα αδιάλειπτο δημοκρατικό κίνημα. Πολλοί από τους αξιωματικούς που βρέθηκαν σε κρίσιμες θέσεις προέρχονταν από τον ίδιο βαθιά αντικομμουνιστικό στρατό που είχε επιτρέψει την εγκαθίδρυση και τη μακροημέρευση του καθεστώτος. Υπήρξε, όμως, μια γεωγραφική και επιχειρησιακή απόσταση από τον μηχανισμό της ΕΣΑ και από την ομάδα Ιωαννίδη, η οποία σε δύο αποφασιστικές στιγμές —τον Δεκέμβριο του 1967 και τον Ιούλιο του 1974— μετατράπηκε σε πιθανή απειλή για τη δικτατορία.
Αυτή είναι η λιγότερο γνωστή ιστορία της «αντίστασης της Θεσσαλονίκης»: όχι ένας εξωραϊσμένος μύθος, αλλά η διαδρομή μιας ρωγμής στο εσωτερικό των Ενόπλων Δυνάμεων, από το αποτυχημένο Κίνημα του Βασιλιά έως το τελεσίγραφο του Βορρά και τον ρόλο του στρατηγού Ιωάννη Ντάβου στην κατάρρευση του ιωαννιδικού καθεστώτος.

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
13 Δεκεμβρίου 1967: το αποτυχημένο Κίνημα του Βασιλιά
Όταν οι συνταγματάρχες κατέλαβαν την εξουσία στις 21 Απριλίου 1967, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος τους όρκισε, προσδίδοντας στο πραξικόπημα κρίσιμη θεσμική νομιμοποίηση. Η απόφασή του αυτή δεν διαγράφεται από όσα ακολούθησαν. Ούτε το αντικίνημα της 13ης Δεκεμβρίου μπορεί να μετατρέψει αναδρομικά τον Κωνσταντίνο σε συνεπή υπερασπιστή της δημοκρατίας. Αποτελεί, ωστόσο, ιστορικό γεγονός ότι ο ίδιος επιχείρησε οκτώ μήνες αργότερα να ανατρέψει τη χούντα, στηριζόμενος κυρίως στις δυνάμεις της Βόρειας Ελλάδας.

Ο σχεδιασμός προέβλεπε τον έλεγχο της 1ης Στρατιάς στη Λάρισα, της ΧΧ Τεθωρακισμένης Μεραρχίας και του Γ΄ Σώματος Στρατού, το οποίο λόγω της τότε ελληνοτουρκικής κρίσης είχε μετασταθμεύσει προσωρινά στην Κομοτηνή. Η Βόρεια Ελλάδα θα αποτελούσε την ελεύθερη στρατιωτική βάση του κινήματος. Από εκεί οι πιστές στον βασιλιά μονάδες θα κατευθύνονταν προς την Αθήνα, ενώ ο Κωνσταντίνος θα απηύθυνε διάγγελμα για την αποκατάσταση της πολιτικής ομαλότητας.
Η επιλογή της Βόρειας Ελλάδας δεν ήταν τυχαία. Η γεωγραφική της απόσταση από το πραξικοπηματικό κέντρο της πρωτεύουσας, η παρουσία μεγάλων σχηματισμών και η ύπαρξη ανώτατων αξιωματικών που δεν ανήκαν στον στενό πυρήνα των συνταγματαρχών την καθιστούσαν το μόνο πιθανό πεδίο οργανωμένης στρατιωτικής αντίδρασης. Ο διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγος Γεώργιος Περίδης, είχε ενημερωθεί για το σχέδιο και αποτελούσε έναν από τους βασικούς του πυλώνες.

Το εγχείρημα κατέρρευσε μέσα σε λίγες ώρες. Ο σχεδιασμός ήταν ανεπαρκής, οι επικοινωνίες προβληματικές και οι μυημένοι ανώτατοι αξιωματικοί δεν διέθεταν πραγματικό έλεγχο όλων των μονάδων τους. Κατώτεροι και μεσαίοι αξιωματικοί, συνδεδεμένοι με τους συνταγματάρχες, κινήθηκαν ταχύτερα, συνέλαβαν τους προϊσταμένους τους και εξουδετέρωσαν το σχέδιο. Ο βασιλιάς εγκατέλειψε την Καβάλα και έφυγε με την οικογένειά του για τη Ρώμη.
Η αποτυχία είχε διπλό αποτέλεσμα. Αφενός εδραίωσε τη χούντα, η οποία απαλλάχθηκε από τον τελευταίο θεσμικό ανταγωνιστή της. Αφετέρου αποκάλυψε ότι ο στρατός δεν αποτελούσε ένα αδιαίρετο σώμα υποταγμένο στους πραξικοπηματίες.
Η ρωγμή ανάμεσα στο αθηναϊκό κέντρο των συνταγματαρχών και σε τμήματα της ανώτατης ιεραρχίας στον Βορρά δεν εξαφανίστηκε. Καταπιέστηκε, επιτηρήθηκε και επανεμφανίστηκε επτά χρόνια αργότερα, όταν η κυπριακή καταστροφή διέλυσε το κύρος του καθεστώτος.
Ο Στέφανος Καραμπέρης και η άρνηση να γίνει «Χατζηανέστης»
Στη διαδρομή αυτή ξεχωρίζει ο υποστράτηγος Στέφανος Καραμπέρης. Σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του, στις 19 Ιουλίου 1974 —μία ημέρα πριν από την τουρκική απόβαση— ο πρόεδρος του δικτατορικού καθεστώτος Φαίδων Γκιζίκης επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του. Η συνομιλία, όπως δημοσιεύθηκε αργότερα, φέρεται να καταγράφηκε από τον τότε προϊστάμενο των Τεχνικών Υπηρεσιών του ΟΤΕ στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος ήταν κουμπάρος του Καραμπέρη.
Η πηγή αυτή πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προσωπική μαρτυρία και όχι ως αποχαρακτηρισμένο επίσημο πρακτικό. Το περιεχόμενό της, όμως, αποτυπώνει με δραματικό τρόπο την αποσύνθεση του καθεστώτος παραμονές της εισβολής.

Ο Γκιζίκης φέρεται να παραδέχθηκε ότι οι πληροφορίες που λάμβανε από τον αρχηγό Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγόριο Μπονάνο και τον Δημήτριο Ιωαννίδη δεν συμφωνούσαν με την πραγματικότητα. Οι Τούρκοι προετοιμάζονταν πυρετωδώς στις νότιες ακτές τους και η απόβαση εκτιμάτο ως άμεση. Η Εθνική Φρουρά, εν τω μεταξύ, είχε αποκεφαλιστεί: ο αρχηγός της, αντιστράτηγος Γεώργιος Ντενίσης, είχε απομακρυνθεί από την Κύπρο πριν από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, ώστε η ανατροπή του Μακαρίου να πραγματοποιηθεί χωρίς την παρουσία του, και είχε ακολούθως παραιτηθεί.
Ο Γκιζίκης ζήτησε, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία, από τον Καραμπέρη να επανέλθει στην ενεργό υπηρεσία, να προαχθεί σε αντιστράτηγο και να αναλάβει αμέσως την ηγεσία της Εθνικής Φρουράς. Η απάντηση του Καραμπέρη ήταν καταπέλτης:
«Εγώ Χατζηανέστης δεν γίνομαι. Πέσατε εις την παγίδα και ψάχνετε για εξιλαστήρια θύματα;» Αρνήθηκε να νομιμοποιήσει με την παρουσία του τις συνέπειες του πραξικοπήματος και πρόσθεσε ότι ήταν έτοιμος να σταλεί στην Κύπρο ως απλός στρατιώτης, αλλά όχι να ταυτιστεί με όσους θεωρούσε υπεύθυνους για την καταστροφή.
Η αναφορά στον Γεώργιο Χατζηανέστη, τον τελευταίο αρχιστράτηγο της Μικρασιατικής Εκστρατείας που εκτελέστηκε μετά την Καταστροφή του 1922, ήταν σαφής: ο Καραμπέρης πίστευε ότι του ζητούσαν να αναλάβει μια ήδη υπονομευμένη αποστολή και να φορτωθεί αργότερα τις ευθύνες άλλων.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η φερόμενη παραδοχή του Γκιζίκη για τον Ιωαννίδη: «Μα τόσον άχρηστος και σάπιος αποδεικνύεται; Και μας εγέλασεν όλους;» Ο Καραμπέρης τού υπενθύμισε ότι εκείνοι είχαν στηρίξει τον Ιωαννίδη όταν τους υποσχόταν αξιώματα. «Δεν ταυτίζομαι με προδότας», φέρεται να είπε, αρνούμενος να προσφέρει στο καθεστώς το κύρος και την επιχειρησιακή του εμπειρία.
Ανεξαρτήτως των επιμέρους διατυπώσεων της συνομιλίας, το ιστορικό νόημα είναι ισχυρό: πριν ακόμη αρχίσει η εισβολή, ένα τμήμα της στρατιωτικής ηγεσίας γνώριζε ότι η Κύπρος είχε οδηγηθεί σε παγίδα και αναζητούσε επειγόντως ανθρώπους που θα αναλάμβαναν τις συνέπειες.
Η εισβολή και η επιστροφή του Βορρά στο προσκήνιο
Στις 20 Ιουλίου 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο. Η επιστράτευση στην Ελλάδα αποκάλυψε την οργανωτική διάλυση των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ οι αντιφατικές εντολές, η απουσία ενιαίου σχεδίου και η αδυναμία ουσιαστικής ενίσχυσης της Κύπρου κατέστρεψαν ό,τι είχε απομείνει από το κύρος της δικτατορίας.
Στη Βόρεια Ελλάδα διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού ήταν τότε ο αντιστράτηγος Ιωάννης Ντάβος. Είχε τοποθετηθεί στη θέση αυτή επί καθεστώτος Ιωαννίδη, γεγονός που απαγορεύει έναν εύκολο εκ των υστέρων εξαγνισμό του. Στις κρίσιμες ημέρες του Ιουλίου, όμως, ο Ντάβος βρέθηκε στο κέντρο της ρήξης ανάμεσα στο στράτευμα του Βορρά και στο αποσυντεθειμένο καθεστώς της Αθήνας.
Στις 22 Ιουλίου, τουρκικά πυρά έπεσαν κοντά στο Σουφλί, στην ελληνική πλευρά της μεθορίου. Ο Ντάβος ενημέρωσε τον Γκιζίκη. Κατά τη μαρτυρία του τότε υπουργού Εξωτερικών Κωνσταντίνου Κυπραίου, ο Ιωαννίδης τού έδωσε εντολή ότι, εάν έως τις τέσσερις και δύο λεπτά δεν είχε ανακοινωθεί κατάπαυση του πυρός στην Κύπρο, θα περνούσε τα σύνορα στον Έβρο. Η εκεχειρία ανακοινώθηκε στις τέσσερις και η εντολή δεν εκτελέστηκε.

Την ίδια ώρα, όπως γράφει στις αναλύσεις του ο ιστορικός ερευνητής Δημήτρης Κόντης, στην Αθήνα και στην Ουάσινγκτον κυκλοφορούσαν πληροφορίες ότι ο Ντάβος ετοιμαζόταν να κινηθεί εναντίον του Ιωαννίδη. Η Υπηρεσία Πληροφοριών του Πενταγώνου, η DIA, μετέδωσε αρχικά ότι βρισκόταν σε εξέλιξη πραξικόπημα πιθανώς υπό την ηγεσία του διοικητή του Γ΄ Σώματος Στρατού. Λίγο αργότερα ανασκεύασε, αναφέροντας ότι δεν διαπιστωνόταν στρατιωτική κίνηση. Η Αθήνα, ωστόσο, είχε ήδη κατακλυστεί από φήμες πως ο Ντάβος κατέβαινε από τη Θεσσαλονίκη επικεφαλής στρατιωτικής δύναμης. Ο διευθυντής του γραφείου του Ιωαννίδη φέρεται μάλιστα να τον ρώτησε σκωπτικά στο τηλέφωνο: «Φθάσατε στη Λαμία, στρατηγέ;»
Οι φήμες δεν πρέπει να συγχέονται με μια πραγματική κάθοδο αρμάτων. Αλλά στη στρατιωτική και πολιτική κρίση η δυνατότητα μιας κίνησης μπορεί να είναι τόσο καθοριστική όσο και η ίδια η κίνηση. Το Γ΄ Σώμα Στρατού διέθετε τις δυνάμεις που μπορούσαν να αμφισβητήσουν εμπράκτως την εξουσία της Αθήνας. Το καθεστώς γνώριζε ότι δεν μπορούσε πλέον να θεωρεί δεδομένη την υπακοή του Βορρά.
Σύμφωνα με δημοσιευμένες μαρτυρίες, ομάδα αξιωματικών του Γ΄ Σώματος Στρατού συνέταξε τελεσίγραφο ζητώντας την απομάκρυνση της χούντας και την επιστροφή σε πολιτική κυβέρνηση. Οι πηγές διαφέρουν ως προς τον αριθμό των αξιωματικών —άλλες κάνουν λόγο για περίπου σαράντα και άλλες για πολύ περισσότερους—, γεγονός που επιβάλλει προσοχή. Δεν αλλάζει όμως τον πυρήνα: η στρατιωτική συνοχή του καθεστώτος είχε σπάσει και το ρήγμα εκδηλωνόταν με ιδιαίτερη ένταση στη Θεσσαλονίκη.
Η αποτυχία στην Κύπρο δεν προκάλεσε απλώς λαϊκή οργή. Αφαίρεσε από τη δικτατορία το μοναδικό επιχείρημα με το οποίο δικαιολογούσε την ύπαρξή της: ότι δήθεν αποτελούσε εγγύηση εθνικής ασφάλειας, τάξης και στρατιωτικής αποτελεσματικότητας. Όταν αποδείχθηκε ανίκανη να υπερασπιστεί την Κύπρο και επικίνδυνη για την ίδια την Ελλάδα, η υποταγή σε αυτήν έπαψε να εμφανίζεται ακόμη και μέσα στο στράτευμα ως «εθνικό καθήκον».

Το τελεσίγραφο που δεν χρειάστηκε να γίνει μάχη
Η ιστορική σημασία του Βορρά δεν βρίσκεται, επομένως, σε μια μάχη που τελικά δεν δόθηκε μεταξύ ελληνικών μονάδων. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η απειλή της εσωτερικής στρατιωτικής ρήξης επιτάχυνε τη συνθηκολόγηση του ιωαννιδικού μηχανισμού. Ο Μπονάνος και οι αρχηγοί των Κλάδων είχαν αρχίσει να συζητούν την απομάκρυνση του Ιωαννίδη και την ανάθεση της εξουσίας σε πολιτικούς. Το απόγευμα της 23ης Ιουλίου ο Γκιζίκης συγκάλεσε σύσκεψη πολιτικών και στρατιωτικών. Από τη διαδικασία αυτή προέκυψε η πρόσκληση προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Η χούντα δεν ανετράπη με ένοπλη λαϊκή εξέγερση ούτε παραδόθηκε ύστερα από στρατιωτική ήττα στην Αθήνα. Κατέρρευσε κάτω από το βάρος της κυπριακής καταστροφής, της απώλειας ελέγχου στο στράτευμα, της απειλής πολέμου με την Τουρκία και της πιθανότητας σύγκρουσης ανάμεσα σε στρατιωτικά κέντρα. Η Θεσσαλονίκη και το Γ΄ Σώμα δεν αποτελούν υποσημείωση αυτής της κατάρρευσης. Αποτελούν έναν από τους παράγοντες που έκαναν σαφές στον Ιωαννίδη ότι η εξουσία του είχε τελειώσει.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
Η έλευση Καραμανλή: αποκατάσταση και ελεγχόμενη συνέχεια
Τη νύχτα της 23ης προς την 24η Ιουλίου 1974, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεψε από το Παρίσι με το αεροσκάφος του Γάλλου προέδρου Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν. Η άφιξή του προκάλεσε αυθεντική λαϊκή ανακούφιση. Ύστερα από επτά χρόνια δικτατορίας, βασανισμών, εξοριών, λογοκρισίας και φόβου, η προοπτική πολιτικής κυβέρνησης και δημοκρατικών ελευθεριών ήταν ιστορική τομή.
Η συμβολή του Καραμανλή στην εδραίωση της δημοκρατίας δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Νομιμοποίησε το ΚΚΕ, προχώρησε σε ελεύθερες εκλογές, διεξήγαγε το δημοψήφισμα που έλυσε οριστικά το πολιτειακό και συνέβαλε στη συγκρότηση ενός καθεστώτος που αποδείχθηκε σταθερότερο από κάθε προηγούμενη ελληνική δημοκρατική περίοδο.
Αλλά η μετάβαση δεν έγινε σε ιστορικό κενό. Ο Καραμανλής δεν παρέλαβε την εξουσία από μια νικηφόρα δημοκρατική επανάσταση. Προσκλήθηκε από τον Γκιζίκη, τον τυπικό πρόεδρο της δικτατορίας, ύστερα από σύσκεψη στην οποία καθοριστικό ρόλο διατήρησαν οι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο Γκιζίκης παρέμεινε προσωρινά στη θέση του. Τμήματα του παλαιού μηχανισμού εξακολούθησαν να λειτουργούν, ενώ η νέα κυβέρνηση όφειλε να ισορροπεί ανάμεσα στη λαϊκή προσδοκία, στην απειλή πολέμου και σε ένα στράτευμα που δεν είχε ακόμη εκκαθαριστεί από τους θύλακες της χούντας.
Αυτό δεν ακυρώνει τη Μεταπολίτευση. Καταρρίπτει όμως την εξιδανικευμένη εκδοχή μιας καθαρής, ολοκληρωμένης και αναίμακτης «αποκατάστασης», σαν να έκλεισε μέσα σε μία νύχτα ο λογαριασμός της δικτατορίας και της Κύπρου.
Ο Καραμανλής
Ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Βασίλης Φούσκας προχωρά σε σκληρή ερμηνεία. Υποστηρίζει ότι στις 24 Ιουλίου δεν επέστρεψε η δημοκρατία, αλλά συγκροτήθηκε μια μεταβατική συγκυβέρνηση Καραμανλή και στρατιωτικού μηχανισμού, η οποία επέτρεψε, κατά την άποψή του, την εμπέδωση του δεύτερου «Αττίλα». Θεωρεί ότι τα τουρκικά τετελεσμένα αποτέλεσαν ουσιαστικά προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της μετάβασης, ενώ οι υπεύθυνοι του καθεστώτος απομακρύνθηκαν αργότερα με τιμές και συντάξεις, χωρίς ανάλογη λογοδοσία. Συνδέει μάλιστα την έκταση των τουρκικών διεκδικήσεων με όσα είχαν τεθεί στα σχέδια Άτσεσον το 1964.

Ο ίδιος συνδέει αυτή την εκτίμηση με τον Ντάβο. Εάν ο Καραμανλής δεν είχε προαποδεχθεί την προέλαση του δεύτερου «Αττίλα», υποστηρίζει, η πρώτη κίνησή του θα έπρεπε να είναι η έξοδος του Γ΄ Σώματος από τη νατοϊκή δομή. Αυτό θα έστελνε σαφές μήνυμα στον Κίσινγκερ, κατά το προηγούμενο της Τουρκίας, η οποία το 1963-64 είχε θέσει την 39η Μεραρχία εκτός ΝΑΤΟ. Ο Φούσκας χαρακτηρίζει τον Ντάβο καραμανλικό στρατηγό και υποστηρίζει ότι οι δύο άνδρες επικοινωνούσαν όταν ο Καραμανλής βρισκόταν στο Παρίσι. Πρόκειται για βαρύνουσα θέση, η οποία χρειάζεται να κριθεί μαζί με τα αρχειακά τεκμήρια.
Η φοβική διαχείριση των Αμερικανών
Τα αμερικανικά έγγραφα αποκαλύπτουν μια Ουάσινγκτον πολύ λιγότερο βέβαιη και παντοδύναμη από όσο συχνά παρουσιάζεται, αλλά βαθιά προσηλωμένη στην προστασία των δικών της στρατηγικών συμφερόντων. Η κύρια αγωνία της δεν ήταν η αποκατάσταση της ελληνικής δημοκρατίας ως ηθικός σκοπός. Ήταν η αποτροπή ελληνοτουρκικού πολέμου, η συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, η ασφάλεια αμερικανικών εγκαταστάσεων και πυρηνικών όπλων, καθώς και ο περιορισμός του αντιαμερικανισμού και της Αριστεράς.
Ο φόβος διαπερνούσε την αμερικανική διαχείριση. Ο απεσταλμένος Τζόζεφ Σίσκο δίσταζε ακόμη και να εισέλθει στην Αθήνα μετά την τουρκική απόβαση, φοβούμενος αντιδράσεις κατά των ΗΠΑ. Η CIA θεωρούσε επιτυχία της το ότι μετέδωσε «καθησυχαστικές πληροφορίες» στην ελληνική πλευρά και συνέβαλε, κατά τη δική της αποτίμηση, στο να «ηρεμήσει το πάθος» των Ελλήνων στρατιωτικών για επίθεση στη Θράκη.
Η Ουάσινγκτον παρακολουθούσε παράλληλα τις πληροφορίες για τον Ντάβο και το Γ΄ Σώμα. Οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί εκτιμούσαν ότι ένας στρατιωτικός όπως ο Ντάβος θα ήταν μετριοπαθέστερος και συνεργάσιμος, εάν καταλάμβανε την εξουσία. Αυτό δείχνει ότι η βασική τους μέριμνα δεν ήταν εξαρχής η δημοκρατία, αλλά η ανάδειξη μιας ελεγχόμενης αρχής που θα απέτρεπε τη διάλυση και θα διατηρούσε την Ελλάδα στο δυτικό στρατόπεδο.

Το Γραφείο Πληροφοριών και Έρευνας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το INR, θεωρούσε πάντως απίθανη μια ανοικτή εμφύλια σύγκρουση. Παρά την πόλωση ανάμεσα στην ομάδα Ιωαννίδη στην Αθήνα και στους ανώτερους αξιωματικούς της Βόρειας Ελλάδας, η μνήμη του Εμφυλίου λειτουργούσε αποτρεπτικά. Κατά την εκτίμησή του, κανένα μη κομμουνιστικό στρατιωτικό ή πολιτικό στοιχείο δεν θα προσέφευγε εύκολα σε εκτεταμένη βία που θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια τη χώρα.
Η εκτίμηση αυτή εξηγεί και την αμερικανική στάση απέναντι στην επιστροφή Καραμανλή. Για χρόνια η Ουάσινγκτον είχε αντιμετωπίσει τη χούντα ως χρήσιμο αντικομμουνιστικό σύμμαχο. Ο Νίξον και ο Κίσινγκερ είχαν δώσει προτεραιότητα στις βάσεις, στον Έκτο Στόλο και στη γεωστρατηγική λειτουργία της Ελλάδας. Όταν το καθεστώς κατέρρευσε, ο Καραμανλής έγινε η ασφαλέστερη «γέφυρα»: διέθετε λαϊκή νομιμοποίηση, συντηρητική πολιτική καταγωγή, διεθνές κύρος και τη δυνατότητα να ελέγξει τόσο τη λαϊκή οργή όσο και το στράτευμα.
Ακόμη και τότε, όμως, οι αναλυτές του INR φοβούνταν ότι ο Καραμανλής θα υιοθετούσε μια μόνιμη αντιαμερικανική και «ντεγκολική» στάση. Οι επαφές του με τη Γαλλία, η αγορά γαλλικών οπλικών συστημάτων και αργότερα η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ θορύβησαν την Ουάσινγκτον. Οι Αμερικανοί δεν φοβούνταν μόνο την αστάθεια. Φοβούνταν και μια Ελλάδα που θα επιχειρούσε να αποκτήσει μεγαλύτερο περιθώριο ανεξάρτητης πολιτικής.
Η φοβική αυτή διαχείριση δεν απαλλάσσει την ελληνική δικτατορία από την αποκλειστική ευθύνη των δικών της εγκλημάτων και αποφάσεων. Ούτε αποδεικνύει ότι κάθε εξέλιξη σχεδιάστηκε σε κάποιο αμερικανικό δωμάτιο. Αποκαλύπτει, όμως, μια υπερδύναμη η οποία ανέχθηκε και στήριξε επί χρόνια ένα αυταρχικό καθεστώς, υποτίμησε τους κινδύνους του κυπριακού πραξικοπήματος και, όταν ήλθε η καταστροφή, ενδιαφέρθηκε πρωτίστως να αποτρέψει την κατάρρευση της νατοϊκής τάξης.
Γιατί η 24η Ιουλίου δεν μπορεί να είναι ανέφελη γιορτή

Κάθε χρόνο στις 24 Ιουλίου, η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία τιμά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας με ομιλίες, προσκλήσεις και δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο. Ο θεσμός έχει έναν θεμιτό πυρήνα: η δημοκρατία δεν είναι αυτονόητη και η χώρα οφείλει να θυμάται το τέλος της δικτατορίας, να τιμά όσους αντιστάθηκαν και να υπερασπίζεται τις ελευθερίες που κατακτήθηκαν.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η επέτειος μετατρέπεται σε αυτάρεσκη γιορτή του μεταπολιτευτικού συστήματος. Όταν οι προσκεκλημένοι υψώνουν τα ποτήρια τους για την «αποκατάσταση», ενώ το ιστορικό κάδρο σταματά στο αεροδρόμιο του Ελληνικού και δεν φτάνει στην Κερύνεια, στην Αμμόχωστο, στους νεκρούς, στους αγνοουμένους και στους πρόσφυγες της Κύπρου.
Στις 24 Ιουλίου 1974 η Δημοκρατία δεν επέστρεψε ύστερα από μια καθαρή εθνική νίκη. Επέστρεψε μέσα από μια εθνική καταστροφή. Η τουρκική εισβολή είχε αρχίσει τέσσερις ημέρες νωρίτερα. Το προγεφύρωμα είχε εγκατασταθεί, οι μάχες συνεχίζονταν και οι τουρκικές δυνάμεις ενισχύονταν. Η δεύτερη εισβολή, που θα ολοκλήρωνε την κατοχή περίπου του 37% της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα ακολουθούσε στις 14 Αυγούστου, υπό κυβέρνηση πλέον Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Η 24η Ιουλίου είναι, επομένως, ημερομηνία διπλής μνήμης: δημοκρατικής ανακούφισης στην Ελλάδα και συνεχιζόμενης τραγωδίας στην Κύπρο. Όποιος απομονώνει το πρώτο και αποσιωπά το δεύτερο μετατρέπει την Ιστορία σε τελετουργική αυτοδικαίωση.
Δεν είναι ύβρις να τιμάται η πτώση της χούντας. Ύβρις είναι να παρουσιάζεται η 24η Ιουλίου σαν μια ανεπίληπτη ιδρυτική στιγμή, αποσυνδεδεμένη από το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, την τουρκική εισβολή και την εγκατάλειψη της Κύπρου.
Ύβρις είναι η δημοκρατική δεξίωση να λειτουργεί ως κλειστός εορτασμός μιας πολιτικής τάξης που δεν ολοκλήρωσε ποτέ τη δημόσια αυτοκριτική της για το 1974.
Η Προεδρία της Δημοκρατίας θα μπορούσε να μετατρέψει την επέτειο από κοσμικό γεγονός σε ημέρα δημοκρατικής ευθύνης.
Πριν από κάθε δεξίωση θα έπρεπε να προηγείται μνημόσυνο για τους νεκρούς και τους αγνοουμένους, ειδική αναφορά στην Κυπριακή Δημοκρατία, τιμή στους αντιστασιακούς, στους στρατιώτες που πολέμησαν και στους πολίτες που ξεριζώθηκαν. Να παρουσιάζονται τεκμήρια, να ανοίγουν αρχεία, να συζητούνται οι θεσμικές αδυναμίες που επέτρεψαν στη χούντα να επιβιώσει επτά χρόνια και να οδηγήσει τον Ελληνισμό στην καταστροφή.
Εάν διατηρηθεί η δεξίωση, δεν μπορεί να είναι το κέντρο της επετείου. Το κέντρο πρέπει να είναι η μνήμη, η λογοδοσία και η Κύπρος. Διαφορετικά, το Προεδρικό Μέγαρο κινδυνεύει κάθε 24η Ιουλίου να φωτίζεται πάνω σε ένα σκοτεινό ιστορικό υπόβαθρο που η επίσημη αφήγηση επιλέγει να αφήνει εκτός κάδρου.

Η Θεσσαλονίκη ως υπενθύμιση
Η ιστορία του Γ΄ Σώματος Στρατού, του Περίδη, του Καραμπέρη, του Ντάβου και των αξιωματικών που αμφισβήτησαν το ιωαννιδικό κέντρο δεν προσφέρει εύκολους ήρωες. Μερικοί είχαν υπηρετήσει το ίδιο σύστημα που αργότερα βοήθησαν να ανατραπεί. Άλλοι κινήθηκαν από στρατιωτική τιμή, άλλοι από πίστη στον βασιλιά, άλλοι από φόβο εθνικής καταστροφής και άλλοι από πραγματική επιθυμία πολιτικής ομαλότητας.
Ακριβώς γι’ αυτό η ιστορία τους έχει σημασία. Δείχνει ότι τα αυταρχικά καθεστώτα δεν καταρρέουν μόνο όταν νικηθούν στον δρόμο. Καταρρέουν και όταν χάνουν την υπακοή των μηχανισμών που τα στηρίζουν. Η Βόρεια Ελλάδα υπήρξε δύο φορές το πιθανό πεδίο αυτής της απώλειας: το 1967, όταν το βασιλικό κίνημα επιχείρησε ανεπιτυχώς να στηριχθεί στις μονάδες της, και το 1974, όταν το Γ΄ Σώμα έκανε το καθεστώς να φοβηθεί ότι η στρατιωτική του κυριαρχία είχε τελειώσει.
Η δημοκρατία που γεννήθηκε το 1974 αξίζει να προστατεύεται. Για να προστατεύεται, όμως, πρέπει πρώτα να απομυθοποιηθεί. Δεν γεννήθηκε μόνο από τη σοφία των πολιτικών που επέστρεψαν. Γεννήθηκε από την αντίσταση των πολιτών, από τις θυσίες των βασανισμένων, από τις ρωγμές στο στράτευμα και, πάνω απ’ όλα, από την παταγώδη αποτυχία μιας δικτατορίας που πρόδωσε τον ίδιο τον ισχυρισμό της ότι προστάτευε το έθνος.
Η 24η Ιουλίου δεν πρέπει να καταργηθεί από τη συλλογική μνήμη. Πρέπει να πάψει να είναι αυτάρεσκη γιορτή. Να γίνει ημέρα δημοκρατικής αυτογνωσίας και εθνικού πένθους. Μια ημέρα κατά την οποία η Αθήνα θα θυμάται ότι η κατάρρευση της χούντας επιταχύνθηκε από το τελεσίγραφο του Βορρά και ότι η δική της ελευθερία αναδύθηκε μέσα από τις φλόγες μιας Κύπρου που παραμένει μέχρι σήμερα ακρωτηριασμένη.
Πηγές και ενδεικτική βιβλιογραφία
- Αλέξης Παπαχελάς, Ένα σκοτεινό δωμάτιο 1967–1974: Ο Ιωαννίδης και η παγίδα της Κύπρου – Τα πετρέλαια στο Αιγαίο – Ο ρόλος των Αμερικανών, Μεταίχμιο, 2021.
- Στέφανος Καραμπέρης, Υποστράτηγος Στέφανος Καραμπέρης: Ένας ταπεινός και ασυμβίβαστος πατριώτης – Η αυτοβιογραφία του 1921–2008, ιδίως σ. 447–452.
- Γ. Ρωμαίος, «Ο στρατηγός που συνέβαλε στην ανατροπή της χούντας», Το Βήμα, 25 Νοεμβρίου 2008.
- Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού, «Αντικίνημα του Βασιλέως Κωνσταντίνου, 13 Δεκεμβρίου 1967».
- Αποχαρακτηρισμένα τηλεγραφήματα και αναλύσεις του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών, της CIA, της DIA και του INR, όπως παρατίθενται στο έργο του Αλέξη Παπαχελά.
- «Το τελεσίγραφο του Βορρά: Το Γ΄ Σώμα, ο Ντάβος και η πτώση της χούντας», Ανιχνεύσεις.
- «Γιατί η 24η Ιουλίου δεν πρέπει να γιορτάζεται ως ανέφελη επέτειος», Ανιχνεύσεις.



Είναι ενδεικτικό ότι στο σχολείο μάς έλεγαν πως το Πολυτεχνείο έριξε τη Χούντα, την οποία παρουσίαζαν ουσιαστικά μόνο ως τη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Ούτε για τον Ιωαννίδη μάς μιλούσαν, ούτε για τον ρόλο του στην κυπριακή τραγωδία, ούτε για το πώς αυτή συνδέεται άμεσα με την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Πάντως, αριστεροί αναλυτές εξακολουθούν να αποδίδουν καθοριστικό ρόλο στο Πολυτεχνείο για την πτώση της Χούντας, εστιάζοντας, λόγω πεποιθήσεων, στη δύναμη του λαϊκού παράγοντα.
Η σημερινή κατάσταση διαμορφώθηκε, λίγο-πολύ, και από την επιλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, κατά τον Αττίλα 2, να μη στραφεί ανοικτά κατά του Στρατού για την κυπριακή τραγωδία και να ακολουθήσει το ρεύμα του αντιαμερικανισμού. Τη δυσαρέσκεια του στρατεύματος φανερώνει και τηλεγράφημα του Χένρι Τάσκα, μετά το διάγγελμα της 15ης Αυγούστου 1974, όπου ο Καραμανλής έκανε λόγο για το «άφρον πραξικόπημα» της Χούντας κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.
Για το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου υπήρχε, άλλωστε, συλλογική ευθύνη του στρατιωτικού καθεστώτος, η οποία δεν μπορεί να προσωποποιείται αποκλειστικά στον Ιωαννίδη. Ίσως γι’ αυτό να αποφεύχθηκε συνειδητά, ήδη από το 1975-76, όταν άρχισε να καθιερώνεται ο εορτασμός της αποκατάστασης της δημοκρατίας επί Προεδρίας Κωνσταντίνου Τσάτσου, η άμεση σύνδεση του Κυπριακού με τη Μεταπολίτευση: ώστε να μην απαξιωθεί ακόμη περισσότερο ο Στρατός, σε μια περίοδο κατά την οποία το ενδεχόμενο μιας νέας σύγκρουσης με την Τουρκία παρέμενε υπαρκτό.
Πλέον, με τη χρονική απόσταση από τα γεγονότα του 1974, θα ήταν χρήσιμο ως κοινωνία να αναθεωρήσουμε ορισμένες παγιωμένες αντιλήψεις. Και η «γιορτή της Δημοκρατίας» της 24ης Ιουλίου θα έπρεπε ίσως να έχει διαφορετικό χαρακτήρα, όπως επισημαίνουν ο κ. Φούσκας και ο κ. Σαββίδης.
Με το συμπάθειο -που λένε-,αγαπητέ κύριε Κόντη.
Ποιοι Έλληνες (ανώτεροι σε προσωπικό και πολιτικό και πατριωτικό ήθος των αειμνήστων Τσάτσου και Καραμανλή ) , που όρισαν το 1976 τον εορτασμό της όντως αναιμάκτου επαναφοράς της Δημοκρατίας στην Πατρίδα ,θα επανακαθορίσουν τον χαρακτήρα του εορτασμού της ημέρας εκείνης ;;;.
Ευτυχώς που γράφετε το ΙΣΩΣ.
Δυστυχώς-,πολλοί Έλληνες ”ενοχλούνται” -και τώρα ακόμη -από το επίθετο Καραμανλής , λόγος για τον οποίον δεν θα πολιτευθεί ο μικρότερος ανεψιός του.
Και να ζημίωναν την Πατρίδα θα είχαν και δικαιολογία.
Σταύρος Αθαν.Ναλμπάντης
Όσοι φιλίστορες ας προσέλθουμε και ας μελετήσουμε μια ενδιαφέρουσα καταγραφή για γεγονότα και απόψεις της 7ετίας 1967-1974 στην ανάρτηση αυτή του κοινού μας φίλου κ. Παντελή Σαββίδη, ο οποίος την μεθεπομένη θα έχει την ονομαστική του γιορτή (προσωπική μου ευχή για μακροημέρευσή του).
Όπως πάντα θα παραθέσω και ορισμένα ”δικά μου” ,επειδή τα διάβασα από πολλές άλλες πηγές και επειδή τα έζησα -μερικά ”από κοντά” και ως σχετικός επαγγελματίας -Αξιωματικός στην Χωροφυλακή-.
1.-Ας μην αμφιβάλλουμε ότι ο αείμνηστος Βασιλεύς Κωνσταντίνος ,που απροστάτευτος πολιτικά από την πλειάδα των πολιτικών από το 1965 στα 27 του χρόνια όρκισε κυβέρνηση φιλόδοξων κινηματιών στρατιωτικών και ότι ήταν ο πρώτος -και μόνος χωρίς βοήθεια συμμάχων -που προσπάθησε (με το συμβολικό αντιαΚίνημα του ) να επαναφέρει την δημοκρατική ομαλότητα , ”ενσταλάζοντας” και την αντίθεση προς το καθεστώς σχεδόν όλων των μη κομμουνιστών Ελλήνων ,-ακόμη και των οπαδών του Γέρου της Δημοκρατίας -, οι οποίοι εκτίμησαν περισσότερο την αυτοεξορία του για να αποφύγουμε τον εμφύλιο , που διαφαινόταν.
2.-Συνιστά κυριολεκτικά μικροψυχία η προσπάθεια απομειώσεως της αποκλειστικής προσωπικής συμβολής για την μετά την 24 Ιουλίου 1974 περίοδο αποκατάστασης της Δημοκρατίας και την έναρξη της Μεταπολιτευτικής περιόδου ,που ζούμε ,του αειμνήστου Μακεδόνος (την Θεσσαλονίκη αναφέρει και η ανάρτηση) Κωνσταντίνου Καραμανλή, της πιο ισχυράς πολιτικής προσωπικότητος από την παλιγγενεσία μετά τον αδικοχαμένο και δολοφονηθέντα Ιωάννη Καποδίστρια.
Οι αρχαίοι ”ημών πρόγονοι” τον Περικλή ανέφεραν για την Αθηναϊκή Δημοκρατία ,τους Φίλιππο και Αλέξανδρο -τον μετέπειτα Μέγα-ως ιδρυτές του αρχαίου κράτους όλων των Ελλήνων ,που επεκτάθηκε προς την Ασία και την Αφρική.
Όταν δεν ανατρέξαμε σε βιβλία και μελέτες πολλών Ελλήνων και ξένων που έγραψαν για τον Καραμανλή ,ούτε στο πλούσιο ΑΡΧΕΙΟ του Ιδρύματος Κωνσταντίνου Καραμανλή ,θα ασπασθούμε την γνώμη -άποψη του 11χρονου το 1974 κ. Βασίλη Φούσκα -και όποιου άλλου μειρακίου την εποχή εκείνη-για να αποτιμήσουμε τον μοναδικό πολιτικό Κωνσταντίνο Καραμανλή του 1974, που οι Θεσσαλονικείς τον καμαρώνουμε στην όμορφη Παραλία της πανέμορφης Θεσσαλονίκης ;;;.
Τι να κάνουμε ήταν απόντες τότε όλοι οι γνωστοί μας ως δημοκράτες και προοδευτικοί .
Υ.Γ
”Με πρωτοβουλία των Ενόπλων Δυνάμεων ήνοιξε ο δρόμος της πολιτικής ομαλότητος” από το Διάγγελμα του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή το πρωϊ της 24ης Ιουλίου 1974 .
Ας μνημονεύουμε -πρέπει- και τους πέντε στρατηγούς -Γκιζίκη, Μπονάνο, Γαλατσάνο, Αραπάκη και Παπανικολάου -που παραγκώνισαν τον Ταξίαρχο Ιωαννίδη -και κάλεσαν (δεν τους στραμπούληξε τα χέρια ο αείμνηστος Ευάγγελος Αβέρωφ) τον Καραμανλή να έρθει εσπευσμένως από το Παρίσι.
Σταύρος Αθαν.Ναλμπάντης.
Όπως έχω γράψει και παλαιότερα η κυβέρνηση Καραμανλή (ΕΡΕ-Ε.Κ-Αποστάτες- ανένταχτοι Καραμανλικοί) του 1974 είναι σαφές ότι είχε μια συγκεκριμένη πολιτική έναντι της Κύπρου.
Πολιτική που είχε διαμορφωθεί πολύ πριν την τουρκική εισβολή του 1974, δεδομένου του γεγονότος ότι οι κύριοι βραχίονες της πολιτικής αυτής (Καραμανλής και Αβέρωφ) είχαν μακρά εμπειρία και εμπλοκή στο Κυπριακό πριν καν τεθεί επισήμως το ζήτημα της Ενώσεως.
Η πολιτική αυτή ήταν η μη επέμβασή της στην Κύπρο, γιατί ζυγίζοντας τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας, όπως αυτή τα αντελαμβάνετο ή ακόμα και βασιζόμενη σε μυστικές συνεννοήσεις (γεγονός σύνηθες στις διακρατικές σχέσεις) έκρινε ότι αυτή ήταν η πολιτική που συνέφερε την χώρα την συγκεκριμένη στιγμή.
Με την μη επέμβασή της η κυβέρνηση Καραμανλή-Μαύρου-Αβέρωφ απεδέχετο ντε φάκτο (εν τοις πράγμασι) την ΠΟΛΙΤΙΚΉ ΤΗΣ ΔΙΧΟΤΟΜΉΣΕΩΣ, την οποίαν κάποιοι εκ των μελών της την εξέταζαν και στο παρελθόν.
Οι άλλες πολιτικές (σε πολύ αδρές γραμμές) ήταν η πολιτική της ΕΝΩΣΕΩΣ και η πολιτική της ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ (με πλήρη πολιτική και οικονομική κυριαρχία των λεγομένων Ελληνοκυπρίων)
Η κυβέρνηση Καραμανλή όμως δεν είχε το θάρρος να υποστηρίξει καθαρά στον λαό την πολιτική της (διχοτόμηση) ως συμφέρουσα και επιχείρησε να πείσει ότι δεν την ακολούθησε επειδή την πίστευε ή την είχε διαμορφώσει από την πείρα της στο χειρισμό του Κυπριακού αλλά επειδή (δήθεν) υποχρεώθηκε (από τα πράγματα) να την ακολουθήσει. Ενώ (δήθεν) δεν την ήθελε.
Και προέβη σε ενέργειες καθαρώς δημαγωγικές, όπως η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, που υπήρξαν βλαβερές για τα συμφέροντα της χώρας που στοίχισε και ακόμα στοιχίζει στο Αιγαίο.
Ο καθηγητής Φούσκας γεγονότα αναλύει και επ΄αυτών ορθώς (κατά την δική μου κρίση) τοποθετείται. ΄
Και ορθώς (κατά την δική μου κρίση) διαγιγνώσκει ότι οι ενέργειες και οι παραλήψεις της κυβέρνησης Καραμανλή-Μαύρου-Αβέρωφ αποδεικνύουν ότι δεν είχε πρόθεση να παρέμβει στην Κύπρο.
Συνεκτιμωμένου και του γεγονότος ότι από την επομένη της “διακηρύξεως της Γενεύης” αποστράτευσε την Γραικία, ενώ είχε (σίγουρα) γνώση των ενεργειών της Τουρκίας στο προγεφύρωμα της Κερύνειας, δίνοντας σαφές μήνυμα και αρνούμενος να χρησιμοποιήσει ακόμα και ως φόβητρο το γεγονός ότι οι Έλληνες ήταν επιστρατευμένοι και έτοιμοι για πόλεμο.
Η μόνη διαφορά μου με τον κ. Φούσκα είναι ότι εγώ δεν χαρακτηρίζω την πολιτική της κυβέρνησης Καραμανλή-Μαύρου-Αβέρωφ ως προδοσία, αλλά ως μία πολιτική που η κυβέρνηση αυτή έκρινε ορθότερη.
Κατακρίνω όμως με σφοδρότητα το ότι δεν την υπεστήριξε δημοσίως και με σαφήνεια, αλλά κρύφτηκε πίσω από ευτελείς δικαιολογίες και προέβη σε επιζήμιες για την χώρα καθαρά δημαγωγικές κινήσεις.
Προς τον φίλο Ρωμιό και όλους τους φιλίστορες .
Με την αναμόχλευση και αυτής της ιστορικής ύλης του 1967-74 -που έχει γραφεί και την οποίαν ζήσαμε αρκετοί-φθάσαμε σε μια ”Νέα Ιστορία”, που είναι συνθετική ιστοριογραφία , με κατά βάσιν ιδεολογική επιλογή, η οποία όμως αργά ή γρήγορα φθάνει στη δική της ανάγνωση του παρελθόντος και με ανατροφοδοτούμενη ιστοριογραφία (του κ. Φούσκα εν προκειμένω -που δεν είναι και ιστορικός -και άλλων-μη εξαιρουμένων εμού και του κ .Ρωμιού), μπορεί να υποθάλπει διχαστικές ροπές .ΑΥΤΟ ΘΕΛΟΥΜΕ;;;.
ΕΓΩ ΟΧΙ γιατί σέβομαι την ιστορία των γεγονότων και όσων παραμένουν απόρρητα σε ερμητικώς κλειστά συρτάρια.
ΟΤΑΝ ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΟΥΝ αυτά τα απόρρητα ΤΌΤΕ ΝΑ ΓΡΑΨΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΤΑ ΟΣΑ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΤΟΤΕ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΏΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ”αχώνευτου” ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΠΡΟΚΥΨΟΥΝ.
Καλό Σαββατοκύριακο .
Σταύρος Αθαν.Ναλμπάντης
Σαν εθνοφρουρός που πολέμησα το 1974, στον Πενταδάκτυλο, στις ακτές της Κερύνειας, στη Μεσαορία, δεν θα ξεχάσω ποτέ, ούτε την προδοσία της Χούντας, ούτε την εγκατάλειψη της “Μεταπολίτευσης” του “η Κύπρος κείται μακράν”.
Κανένας χουντικός δεν δικάστηκε και δεν κρεμμάστηκε για το έγκλημα κατά της Κύπρου. Όσο για το δίδυμο Καραμανλής – Αβέρωφ, κανένα απορρυπαντικό δεν μπορεί να ξεπλύνει την εγκατάλειψη της Κύπρου – ΚΑΝΕΝΑ!
Κατα τα άλλα στις 24 Ιουλίου γίνονται συνάξεις στο Προεδρικό Μέγαρο, γίνονται προπόσεις και ανταλλάσσονται αυτάρεσκες φιλοφρονήσεις…. ξεχνώντας ότι στις 23-24 Ιουλίου 1974 οι τούρκοι έσφαζαν και βίαζαν στην Κερύνεια… Βολική αφασία του ελληνικού πολιτικού συστήματος που αποφεύγει την ενδοσκόπηση και την αυτοκριτική όπως ο διάβολος το λιβάνι!
Ο Σαββόπουλος το είπε καλύτερα απ΄όλους: “τ΄άδειο μας πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει!”
Να σεβασθούμε , ΠΡΕΠΕΙ, -όσους Ελληνοκύπριους πολέμησαν το καλοκαίρι του 1974 ΝΑ ΓΡΑΦΟΥΝ Ό,ΤΙ ΘΕΛΟΥΝ και ας είναι ανιστόρητα και αποτελούν συνθήματα .
Είναι μεγάλος ο πόνος τους , ειδικά των συγγενών όσων χάθηκαν και δεν ξαναβρέθηκαν .
Πάντως η μητέρα Ελλάδα δεν προσέτρεξε σε βοήθεια της κόρης Κύπρου ούτε το καλοκαίρι του 1964 , ούτε τον Νοέμβριο του 1967, όταν οι Τουρκία βομβάρδιζε και σκότωνε και τότε τους Ελληνοκύπριους.
Πάντως για τότε δεν έχουν παράπονα οι Ελληνοκύπριοι.
Νομίζουμε και τότε ότι στην Αθήνα δεν είχε λεχθεί σιωπηλά ότι η Κύηρος κείται μακράν;;;.
Όμως οι τότε πρωθυπουργοί της Ελλάδος δεν είχαν το επίθετο Καραμανλής.
Σταύρος Αθαν..Ναλμπάντης