της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ
Με τον -ξέρετε ποιόν- έχουμε πάθει μεγάλη ζημιά, εμείς οι ευθυμογράφοι και οι γειτονικοί γελοιογράφοι. Πριν να το σκεφτούμε, αυτός το λέει, και πριν γελάσουμε αμήχανα, το κάνει κιόλας! Μήνες λοιπόν είμαι εκτός εργασίας, ο ανταγωνισμός μ’ έχει τσακίσει. Ο αρχισυντάκτης μου στέλνει τα κείμενα πίσω με κόκκινη μολυβιά: «κρυάδες». Άκου κει!
Έτσι λοιπόν καταφεύγω στο γνωστό κόλπο. Το ακολουθούν οι επιφυλλιδογράφοι, όταν στερεύει η έμπνευση, και ανέκαθεν οι καθηγήτριες μέσης εκπαίδευσης που βαριούνται να κάνουν μάθημα: θα αραδιάσω πώς πέρασα τη μέρα.
Η μέρα μου λοιπόν πέρασε με τα κατορθώματα του Πατατόπουλου. Τί εστί Πατατόπουλος. Πρόκειται για μαντράχαλο 1,75, γυφτοειδή, με μαύρα ρούχα, τατουάζ με ακατανόητες μουτσούνες στους πήχεις, μαλλί λαδωμένο, φάτσα που δεν αστράφτει από εφυΐα, αλλά συμπαθητική παρόλα αυτά, που αφού απέτυχε μέχρι και στις σχολές με κάτω από τη βάση πέρυσι στις πανελλήνιες, εργάζεται παρασκευάζοντας καφέδες στο ψιλικατζίδικο-καφέ στο χέρι της γειτονιάς μου. Ο Πατατόπουλος είναι αγαπητός στους ηλικιωμένους γιατί, αν και δεν καταλαβαίνει πολλές απλές λέξεις και χρειάζεται να του τα λένε ακόμα πιο απλά, χαμογελάει και δεν κρατάει κακία σε κανέναν.
Πρόσφατα έγινε ακόμα πιο συμπαθητικός γιατί αγάπησε. Αγάπησε τελειόφοιτη της τρίτης λυκείου που πήγαινε να πάρει καφέ με τις φίλες της σε πλαστικό και κουτάκια ισοτονικού ποτού, στα τρία το ένα δώρο. Ιδίου πνευματικού διαμετρήματος με τον Πατατόπουλο, το κορίτσι διάλεξε την κατεύθυνση των οικονομικών, γιατί της είπαν ότι έχει πολλές σχολές με κάτω από τη βάση που είναι πολύ κουλ και βγαίνεις έτοιμος να διοικήσεις επιχείρηση. Το κορίτσι όλο πήγαινε για κουτάκια στο ψιλικατζίδικο, αλλά δεν αποφάσιζε κιόλας υπέρ του Πατατόπουλου, διότι οι φίλες της της έλεγαν ότι αυτός αποκλείεται να αγοράσει ποτέ Φεράρι, και γιατί κι ένας συμμαθητής της, ο επονομαζόμενος αγκαλίτσας, λόγω ομοιότητας με πάλαι ποτέ κούκλα για μωρά, της πετούσε χαρτάκια την ώρα του μαθήματος κι επιπλέον είχε πατέρα χειρουργό.
Ο Πατατόπουλος τα μάθαινε αυτά από κολλητό του που έκανε την ίδια τάξη. Κι έτσι πήρε την μεγάλη απόφαση. Έβαλε σε ενέργεια όλες τους παλιούς συμμαθητές του που κουτσά στραβά κάπου είχαν περάσει και τους μάζεψε στο ψιλικατζίδικο, μόλις άρχισε η εξέταση των μαθηματικών. Είχε βρει το μηχανάκι από βραδύς. Και μόλις οι φροντιστηριάρχες άρχισαν να βγάζουν τα θέματα στο ίντερνετ, έβαλε τους δικούς του να βγάλουν τις απαντήσεις και με το σκονάκι στο χέρι καβάλησε το μηχανάκι.
Χαμόγελο απλώθηκε στα ασπρισμένα από την αγωνία πρόσωπα των υποψηφίων όταν ακούστηκε από το δρόμο η φωνάρα του με τις λέξεις «μωρό μου, μωρό μου, μωρό μου». Οι δύο αστυνομικοί που φυλούσαν στη σιδερένια πόρτα του λυκείου, γέλασαν, όπως γελούν όταν πέφτουν σε ψώνια, με μίγμα περιφρόνησης και καρτερίας και συνέχισαν να πίνουν τον καφέ τους.
Ο δεντροφυτεμένος δρόμος δεν είχε κίνηση κι ο Πατατόπουλος τον διέσχισε αργά για να κάνει τον κύκλο από τη λεωφόρο, τον δρόμο με τις ταβέρνες, την παράλληλη λεωφόρο και πάλι είσοδο στο συμπαθητικό δρομάκο. Τη δεύτερη φορά ξεθάρρεψε. Δυνάμωσε στο κινητό τον ύμνο του Πάοκ για υπόκρουση και κραύγασε: «δικός σου για πάντα».
Οι υποψήφιοι χαχάνισαν, οι επιτηρητές άρχισαν να εκνευρίζονται, ιδίως ο ξερακιανός θεολόγος, και οι αστυνομικοί άρχισαν να οσμίζονται ταλαιπωρία. Ξαναχάθηκε ο Πατατόπουλος στη λεωφόρο για να επιστρέψει φουντωμένος κι έτοιμος, για τρίτη φορά. Σταμάτησε το μηχανάκι, ξανάβαλε τον ύμνο του Πάοκ από την αρχή «Πάοκ θυμήσου…» κι άρχισε να κραυγάζει το αποφασιστικό του μήνυμα: «ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΣΟΥ-ΛΟΥ (σωστό-λάθος). Α σωστό, Β λάθος, Γ λάθος, Δ σωστό, Ε λάθος. Τα ξαναλέω μωρό μου….».
Οι υποψήφιοι άρχισαν να σημειώνουν στην άκρη, αλλά το κορίτσι ακόμα να καταλάβει. Οι αστυνομικοί κοιτάχτηκαν. Ο θεολόγος όρμησε στο παράθυρο και κραύγασε -ήταν κι αυτός παοκτσής και γίνονταν άλλος άνθρωπος την Κυριακή στο γήπεδο- «δεν πας να ψοφολογήσεις βρε όρνιο!». Ο Πατατόπουλος ήταν στη μέση της τρίτης εκφώνησης των ΣΟΥ-ΛΟΥ, το κορίτσι επιτέλους κατάλαβε κι άρχισε να σημειώνει, ο θεολόγος απείλησε ότι θα κατέβει κάτω και οι αστυνομικοί πλησίασαν με γρήγορο βήμα. Πριν προλάβει να πει το Ε, ένας αστραφτερός μπάτσος τον έριξε σχεδόν κάτω από το μηχανάκι. «Στρίβε, μην έχουμε κακά ξεμπερδέματα» του φώναξε αυτός που τον βάρεσε και ο Πατατόπουλος, χωρίς να βρει τίποτα να πει, σήκωσε το μηχανάκι, το καβάλησε με πολλή αστάθεια και χάθηκε με καρδιοχτύπι στη λεωφόρο. Το κορίτσι έμεινε με την απορία αν τα ΣΟΥ-ΛΟΥ ήταν σωστά, ή αν ο Πατατόπουλος τα είπε επίτηδες λάθος. Σκέφτηκε τι θα έλεγαν οι φίλες της. Μέσα στο μυαλό της οι γκιόσες είπαν «τα λέει λάθος για revenge». Οι άλλοι στην τάξη τα πήραν για σωστά.
Όταν βγήκαν, με τη συνεχή ενημέρωση των φροντιστηριαρχών, που δεν ξεκολλάνε από τα θύματα σε όλα τα στάδια της διαδικασίας για να πουλήσουν εξυπηρέτηση και για του χρόνου, φάνηκε ότι σωστά τα είχε πει ο Πατατόπουλος, που ακόμα τρίβει το μάγουλο, σωστά τα έγραψε και η πλειοψηφία της τάξης και μόνο το κορίτσι πέρασε στο επόμενο level και αναρωτιόταν αν οι χειρουργοί παίρνουν Φεράρι στα παιδιά τους στο πρώτο έτος.


