Great Sea Interconnector. Όταν η εθνική κυριαρχία συναντά τα επιχειρηματικά συμφέροντα.

του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.

   «Οι έρευνες βυθού θα επανεκκινήσουν μέσα στο 2026», δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, διαβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να ζητήσει άδεια από την Τουρκία για εργασίες σε περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας. Η δήλωση είναι σαφής και κατηγορηματική. Το ερώτημα, όμως, παραμένει για το πότε θα εκδοθεί η αναγκαία NAVTEX και πότε θα αρχίσουν οι εργασίες στην κρίσιμη ζώνη Κάσου–Καρπάθου, όπου οι προηγούμενες έρευνες αντιμετώπισαν τουρκικές αντιδράσεις;

    Στις 5 Αυγούστου, στο Μέγαρο Μαξίμου, υπογράφηκε η συμφωνία για την είσοδο της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην Great Sea Interconnector. Την ίδια ημέρα υπεγράφη και η συμφωνία ΑΔΜΗΕ–GSI–Nexans για την προώθηση των ερευνών βυθού. Ο ΑΔΜΗΕ παραμένει στρατηγικός μέτοχος και διατηρεί κεντρικό τεχνικό ρόλο στο έργο.

    Μία εβδομάδα νωρίτερα, στις 29 Ιουλίου, δημοσίευμα του Bloomberg ανέφερε ότι η Meridiam εξετάζει τη συμμετοχή της, μαζί με την τουρκική Makyol, σε κοινοπραξία για την παραχώρηση των γεφυρών του Βοσπόρου και σημαντικού οδικού δικτύου της Κωνσταντινούπολης. Η χρονική εγγύτητα των δύο εξελίξεων δεν αποδεικνύει καμία σύνδεση. Είναι, όμως, αρκετή για να θέσει ένα εύλογο ερώτημα: πόσο τυχαία ήταν η απόσταση των επτά ημερών;

    Η Meridiam δεν είναι άγνωστη στην Τουρκία. Η παρουσία της είναι σημαντική και μακροχρόνια. Διαθέτει πέντε νοσοκομειακά έργα μέσω Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), σε Άδανα, Γιοζγκάτ, Ελαζίγ, Προύσα και Γκαζιαντέπ, συνολικής δυναμικότητας άνω των 6.300 κλινών και επενδυτικού ύψους άνω των 2,3 δισ. ευρώ. Μόνο το νοσοκομείο του Γκαζιαντέπ αντιστοιχεί σε επένδυση 803 εκατ. ευρώ και διαθέτει 1.875 κλίνες.

Οι αριθμοί έχουν σημασία. Δεν μιλάμε για μια εταιρεία που έχει απλώς μια μικρή εμπορική παρουσία στην Τουρκία. Μιλάμε για έναν διεθνή επενδυτή με σημαντικά και μακροχρόνια οικονομικά συμφέροντα στη χώρα. Και όταν, παράλληλα, εξετάζεται η συμμετοχή του σε νέα μεγάλα έργα τουρκικών υποδομών, το μέγεθος της έκθεσης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

    Τίποτε από αυτά δεν αποδεικνύει ότι η Meridiam υπηρετεί τουρκικές πολιτικές επιδιώξεις. Δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει οποιαδήποτε μυστική συμφωνία για τον Great Sea Interconnector. Δεν αποδεικνύει ότι η εταιρεία έχει ζητήσει από την Άγκυρα οποιαδήποτε έγκριση για τις ελληνικές έρευνες. Τέτοιες υποθέσεις, χωρίς στοιχεία, δεν μπορούν να αποτελούν βάση σοβαρής κριτικής.
    Επίσης οι οικονομικές σχέσεις στο σύνολό τους μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας παρουσιάζουν συνολικά ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια, παρά τις επιμέρους διακυμάνσεις. Το διμερές εμπόριο αυξήθηκε από περίπου €14 δισ. το 2020 σε σχεδόν €24 δισ. το 2025, με ιδιαίτερα έντονη άνοδο την περίοδο 2021–2023 και στη συνέχεια σταθεροποίηση σε υψηλό επίπεδο! Η σχέση στηρίζεται κυρίως στο εμπόριο βιομηχανικών προϊόντων, ιδιαίτερα στον αυτοκινητιστικό και μηχανολογικό τομέα, ενώ σημαντική είναι και η παρουσία γαλλικών επιχειρήσεων στην Τουρκία. Συνεπώς, παρά τις πολιτικές εντάσεις κατά περιόδους, η οικονομική αλληλεξάρτηση των δύο χωρών έχει ενισχυθεί αισθητά.
    Όλα τα παραπάνω μου δημιουργούν αμφιβολίες, παρά την καλή μου θέληση, για την πολυσυζητημένη ελληνογαλλική ασπίδα στο έργο της διασύνδεσης.

Υπάρχει, όμως, ένα διαφορετικό και ουσιαστικό ζήτημα. Προσπαθώ να καταλάβω πόσο σοφό είναι να τοποθετούμε στο ίδιο επιχειρηματικό σχήμα την εθνική κυριαρχία, τη γεωπολιτική ασφάλεια και οικονομικά συμφέροντα που εκτείνονται και στην Τουρκία.

    Μια εταιρεία αυτού του μεγέθους έχει κάθε λόγο να προστατεύει το σύνολο των επενδύσεων και των επιχειρηματικών της συμφερόντων. Αυτό είναι φυσιολογικό για μια ιδιωτική εταιρεία. Σε μια ελληνοτουρκική κρίση, όμως, η επιχειρηματική λογική και η εθνική στρατηγική δεν είναι υποχρεωτικό να συμπίπτουν.

Ας πάρουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Αν η Ελλάδα αποφασίσει να προχωρήσει στις έρευνες βυθού στην περιοχή Κάσου–Καρπάθου, ποιος μας εξασφαλίζει ότι η εταιρεία θα κινηθεί αποκλειστικά με βάση τις αποφάσεις των αρμόδιων ελληνικών αρχών; Ποιος μας εξασφαλίζει ότι, για την προστασία των επενδύσεών της στην Τουρκία, δεν θα επιδιώξει παράλληλα να αναζητήσει συνεννόηση με την τουρκική πλευρά, χωρίς αυτό να είναι γνωστό στην Ελλάδα;

    Δεν υποστηρίζω ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί. Απλά θέτω μία υπόθεση, ακριβώς επειδή πρέπει να έχει απαντηθεί πριν δημιουργηθεί η κρίση και όχι όταν αυτή ξεσπάσει.

    Η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζει την άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων στην καλή πρόθεση ή στην επιχειρηματική κρίση ενός ιδιώτη επενδυτή. Χρειάζονται σαφείς συμβατικές δεσμεύσεις, πλήρης διαφάνεια, υποχρεώσεις ενημέρωσης και συγκεκριμένες δικλίδες εθνικής ασφάλειας. Πρέπει να είναι απολύτως ξεκάθαρο ποιος αποφασίζει, ποιος ελέγχει και τι συμβαίνει όταν τα επιχειρηματικά συμφέροντα ενός επενδυτή βρεθούν απέναντι στις αποφάσεις της ελληνικής πολιτείας.

Ο ΑΔΜΗΕ διατηρεί σημαντικό ρόλο στο έργο και η τεχνική του ευθύνη αποτελεί ουσιαστική παράμετρο. Δεν απαντά, όμως, από μόνη της στο ευρύτερο ζήτημα που δημιουργεί η πλειοψηφική συμμετοχή ενός ιδιώτη επενδυτή με σημαντική οικονομική παρουσία σε μια χώρα που αμφισβητεί ελληνικά δικαιώματα στην περιοχή.

Το Great Sea Interconnector δεν είναι μια συνηθισμένη εμπορική επένδυση. Είναι έργο ευρωπαϊκής και εθνικής στρατηγικής σημασίας και κρίσιμο στοιχείο της ενεργειακής ασφάλειας Ελλάδας και Κύπρου. Γι’ αυτό ακριβώς η κυβέρνηση οφείλει να δώσει καθαρές απαντήσεις για τις δικλίδες που έχουν προβλεφθεί.

    Το κεφάλαιο μπορεί να επενδύει και στις δύο πλευρές. Αυτό είναι και το φυσικό του δικαίωμά. Η ελληνική πολιτεία, όμως, οφείλει να γνωρίζει πού τελειώνει η επιχειρηματική σκοπιμότητα και πού αρχίζει η εθνική ασφάλεια. Γιατί σε ένα έργο που συνδέει την Ελλάδα με την Κύπρο και αγγίζει μια περιοχή γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, η εθνική κυριαρχία δεν μπορεί να είναι μία ακόμη μεταβλητή ενός επενδυτικού σχεδιασμού.

Αχιλλεύς Ταούξης

Υποστράτηγος ε.α.

Εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων το 1981 και αποφοίτησε το 1985 με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού. Υπηρέτησε επί 44 έτη στις Ένοπλες Δυνάμεις, σε Μονάδες, Σχηματισμούς και Επιτελικές Θέσεις του Στρατού Ξηράς, έχοντας αποφοιτήσει από όλα τα προβλεπόμενα σχολεία της υπηρεσιακής του εξέλιξης.

Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, ενώ απέκτησε σημαντική επιχειρησιακή και διεθνή εμπειρία, συμμετέχοντας στην πρώτη ελληνική αποστολή στο Κόσοβο το 1998 ως Επιτελής Τάγματος και στην πρώτη αποστολή Πολυεθνικής Ταξιαρχίας στις συγκρούσεις στα Σκόπια το 2002. Στη συνέχεια υπηρέτησε στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων ως Διευθυντής του Κέντρου Επιχειρήσεων.

Υπηρέτησε επίσης στη Διεύθυνση Επιχειρήσεων του ΓΕΣ, στην Ι Μεραρχία Πεζικού και στην 71 Α/Μ Ταξιαρχία, όπου συμμετείχε ως υπεύθυνος στην ίδρυση του Ευρωπαϊκού Σχηματισμού Μάχης HELBROC. Διετέλεσε Διοικητής Μονάδας στον Μανταμάδο Μυτιλήνης, έχοντας προηγουμένως υπηρετήσει σε Μονάδες Πεζικού στη Μυτιλήνη, τη Σάμο, τον Έβρο και την Πέτρα Μυτιλήνης.

Στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας υπηρέτησε επί τέσσερα έτη στη Γενική Διεύθυνση Πολιτικής Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως Διευθυντής Διεθνών Σχέσεων και ως Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής. Στο ΓΕΕΘΑ υπηρέτησε στον Κλάδο Αμυντικής Πολιτικής και διετέλεσε υπεύθυνος της Ελληνικής Γραμματείας κατά την Προεδρία της Ελλάδας στην πρωτοβουλία South East Defence Ministerial (SEDM) την περίοδο 2017–2019.

Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth.

 

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα