Με το «Fjord», ο Κριστιάν Μουνγκίου εγκαταλείπει για πρώτη φορά τη Ρουμανία ως τόπο της κινηματογραφικής του έρευνας και μεταφέρει το γνώριμο ενδιαφέρον του για την εξουσία, τους θεσμούς και την ηθική ευθύνη σε μια μικρή νορβηγική κοινότητα. Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται μια πολύτεκνη οικογένεια ευαγγελικών χριστιανών, με Ρουμάνο πατέρα και Νορβηγίδα μητέρα. Όταν στο σώμα της έφηβης κόρης εντοπίζονται μώλωπες, οι υπηρεσίες προστασίας ανηλίκων παρεμβαίνουν και απομακρύνουν τα παιδιά από τους γονείς τους. Από αυτό το σημείο, η οικογενειακή υπόθεση μετατρέπεται σε σύγκρουση πολιτισμών, θρησκευτικών πεποιθήσεων και αντιλήψεων περί κρατικής εξουσίας.

Ο Justin Chang, γράφοντας στο The New Yorker, προσφέρει ίσως την πιο διεισδυτική ανάγνωση της ταινίας. Βλέπει το «Fjord» σαν ένα κινηματογραφικό τεστ Ρόρσαχ, (ψυχολογικό τεστ στο οποίο κάποιος κοιτάζει συμμετρικές κηλίδες μελανιού και περιγράφει τι βλέπει μέσα σε αυτές. Επειδή οι εικόνες είναι ασαφείς, διαφορετικοί άνθρωποι μπορεί να διακρίνουν εντελώς διαφορετικά πράγματα), πάνω στο οποίο κάθε θεατής προβάλλει τις δικές του πολιτικές και ηθικές πεποιθήσεις. Ο Μουνγκίου, κατά τον Chang, χειρίζεται με μεγάλη δεξιοτεχνία την οργή του κοινού: αρχικά μας κάνει να δυσπιστούμε απέναντι στον αυστηρό και συντηρητικό πατέρα, κατόπιν όμως στρέφει την καχυποψία μας προς έναν κρατικό μηχανισμό που εμφανίζεται ψυχρός, αλαζονικός και προκατειλημμένος απέναντι στους χριστιανούς μετανάστες. Ο κριτικός αναρωτιέται εύλογα αν οι νορβηγικές υπηρεσίες λειτουργούν στην ταινία ως ιδεολογικό «σκιάχτρο». Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι ο σκηνοθέτης δεν δικαιώνει ανεπιφύλακτα ούτε τη συντηρητική πλευρά: αντιμετωπίζει τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό με εξίσου έντονο σκεπτικισμό.

Πιο ενθουσιώδης είναι ο Guy Lodge στο Variety. Για τον Lodge, η μεταφορά της δράσης από τη Ρουμανία στη Νορβηγία δεν απομακρύνει τον Μουνγκίου από τις σταθερές θεματικές του. Αντίθετα, του επιτρέπει να εξετάσει τις αντιφάσεις ενός φαινομενικά οργανωμένου και προοδευτικού κοινωνικού συστήματος. Η ταινία παρουσιάζεται ως μια σύνθετη διαδικασία στην οποία οι ιδιότητες του θύματος και του θύτη, του πρωταγωνιστή και του ανταγωνιστή, αλλάζουν συνεχώς χέρια. Ο Lodge επαινεί ιδιαίτερα το περίπλοκο σενάριο, τις συγκρατημένες ερμηνείες των Sebastian Stan και Renate Reinsve και τη φωτογραφία του Tudor Vladimir Panduru, μέσα από την οποία το επιβλητικό νορβηγικό τοπίο έρχεται σε αντίθεση με τη σύγχυση και την ασχήμια της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Παρόμοια, ο Brian Tallerico στο RogerEbert.com θεωρεί ότι η δύναμη της ταινίας βρίσκεται στην άρνησή της να λειτουργήσει ως συμβατικό μυστήριο. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι απλώς αν οι γονείς κακοποίησαν τα παιδιά τους, αλλά αν μια δημοκρατική κοινωνία είναι διατεθειμένη να υπερασπιστεί τα δικαιώματα ανθρώπων με τους οποίους διαφωνεί βαθιά. Ο Tallerico αναγνωρίζει ότι η ταινία πλησιάζει ορισμένες φορές τον διδακτισμό, αλλά πιστεύει ότι διασώζεται από την πνευματική περιέργεια του Μουνγκίου και από τις ερμηνείες, οι οποίες εμποδίζουν τη σύγκρουση να περιοριστεί σε εύκολα πολιτικά σχήματα.

Απέναντι σε αυτές τις θετικές προσεγγίσεις, η Sophie Monks Kaufman, στο περιοδικό του Βρετανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου Sight and Sound, διατυπώνει μια ουσιαστική ένσταση. Μολονότι θαυμάζει τη σκηνοθετική ακρίβεια και τις ανησυχητικά όμορφες εικόνες της ταινίας, θεωρεί ότι οι υπάλληλοι των κοινωνικών υπηρεσιών παρουσιάζονται ως μονοδιάστατοι και σχεδόν απάνθρωποι ανταγωνιστές. Κατά την άποψή της, ο Μουνγκίου αποδυναμώνει έτσι το ίδιο του το ηθικό επιχείρημα: καταγγέλλει τους θεσμούς επειδή αφαιρούν την ανθρώπινη πολυπλοκότητα από τους γονείς, αλλά ταυτόχρονα στερεί αυτή την πολυπλοκότητα από τους εκπροσώπους των θεσμών.
Ακόμη πιο αρνητικός είναι ο Peter Bradshaw στον Guardian. Παρότι αναγνωρίζει τα χαρακτηριστικά μακρινά πλάνα και τη γνώριμη σκηνοθετική υπογραφή του Μουνγκίου, θεωρεί το αποτέλεσμα υποτονικό και δραματουργικά ανολοκλήρωτο. Για τον Bradshaw, η ασάφεια της ταινίας δεν παράγει πάντοτε πραγματικό μυστήριο ή πολυπλοκότητα. Κρίσιμες σχέσεις, όπως και το πραγματικό μέγεθος της βίας μέσα στην οικογένεια, μένουν ανεπαρκώς διερευνημένες, με αποτέλεσμα το τέλος να μοιάζει περισσότερο αδρανές παρά γόνιμα ανοιχτό. Εκφράζει επίσης την υποψία ότι η διεθνής συμπαραγωγή, το ξένο περιβάλλον και οι διάσημοι πρωταγωνιστές έκαναν τον Ρουμάνο δημιουργό να χάσει μέρος της ακρίβειας που χαρακτήριζε τις προηγούμενες ταινίες του.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Lee Marshall στο Screen Daily χαρακτηρίζει το «Fjord» φιλόδοξο αλλά υποτονικό, ενώ ο Hugo Emmerzael στο In Review Online υποστηρίζει ότι η επιδιωκόμενη ηθική αμφισημία καταλήγει κάποιες φορές σε ψυχολογική αδιαφάνεια. Ο τελευταίος ξεχωρίζει, πάντως, ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο: τον ρόλο της γλώσσας. Οι διαφορές ανάμεσα σε ένα χτύπημα, ένα χαστούκι και μια συστηματική κακοποίηση μπορεί να χαθούν στη μετάφραση και να αποκτήσουν καθοριστική νομική σημασία, όταν οι κατηγορούμενοι δεν κατέχουν επαρκώς τη γλώσσα του συστήματος που τους κρίνει.
Η διαφωνία μεταξύ των κριτικών είναι τελικά αποκαλυπτική για την ίδια την ταινία. Εκεί όπου οι υποστηρικτές της βλέπουν γόνιμη αμφισημία, οι επικριτές της διακρίνουν ελλιπή ανάπτυξη χαρακτήρων. Εκεί όπου ορισμένοι αναγνωρίζουν μια θαρραλέα εξέταση των ορίων της πολυπολιτισμικότητας, άλλοι βλέπουν μια άδικη καρικατούρα του κοινωνικού κράτους. Ίσως, όμως, αυτή ακριβώς η αδυναμία επίτευξης κριτικής συναίνεσης να αποτελεί και το σημαντικότερο επίτευγμα του «Fjord». Ο Μουνγκίου δεν ζητά απλώς να αποφασίσουμε ποιος έχει δίκιο. Μας υποχρεώνει να εξετάσουμε με ποια κριτήρια αποφασίζουμε ποιον είμαστε έτοιμοι να πιστέψουμε και ποια μορφή εξουσίας είμαστε διατεθειμένοι να ανεχθούμε.
Πηγή: απο διεθνή sites



Πιο τραγικό είναι το δράμα των μουσουλμάνων γυναικών και κοριτσιών που υφίστανται κλειτοριδεκτομες, υποχρεώνονται να φορούν μπούρκες, να δέρνονται από τους συζύγους για ανυπακοή και να προορίζονται από το Κοράνι όλες για την κόλαση εκτός αν ευχαριστούν τους συζύγους τους! Γιαυτες ποιος θα κάνει ταινία;