![]()
Η 21η Απριλίου 1967 δεν είναι απλώς μια ημερομηνία βίαιης κατάλυσης της δημοκρατίας. Είναι το σημείο εκκίνησης μιας αλυσίδας εξελίξεων που, μέσα από την αυταρχική εκτροπή, την εσωτερική φατριαστική σύγκρουση του καθεστώτος, την εμπλοκή της Κύπρου, την εξάρτηση από τον αμερικανικό παράγοντα και τις αυταπάτες ισχύος στο Αιγαίο, θα οδηγήσει τελικά στο καλοκαίρι του 1974, στην κυπριακή τραγωδία και στην κατάρρευση της Χούντας. Η δικτατορία δεν πρέπει να διαβαστεί μόνο ως ένα εσωτερικό ελληνικό γεγονός· πρέπει να ιδωθεί ως ένα σκοτεινό σύστημα εξουσίας που από την πρώτη στιγμή συνδέθηκε με το Κυπριακό, με τον Ψυχρό Πόλεμο και με την ιδέα ότι η Ιστορία μπορούσε να λυγίσει μπροστά στη βία, στις ίντριγκες και στις “διαβεβαιώσεις” των ισχυρών.
Οι ρίζες αυτής της εκτροπής βρίσκονται πριν από το ίδιο το πραξικόπημα. Γύρω από τον σκληρό πυρήνα των συνωμοτών είχε διαμορφωθεί μια γενιά νεότερων αξιωματικών, βαθιά αντικομμουνιστών, με μίσος προς το παλαιό πολιτικό σύστημα, καχυποψία προς τον βασιλιά και μια ακραία αντίληψη του πατριωτισμού. Πολλοί από αυτούς, όπως και ο Δημήτρης Ιωαννίδης, είχαν περάσει από την Κύπρο και είχαν διαποτιστεί από το όραμα της Ένωσης και από ένα φανατικό αντιμακαριακό πνεύμα. Έτσι, η 21η Απριλίου δεν γεννήθηκε στο κενό: προετοιμάστηκε μέσα σε έναν στρατιωτικό κόσμο όπου ο αντικομμουνισμός, η συνωμοσία και το κυπριακό πάθος είχαν ήδη συγχωνευθεί.

Όταν οι συνταγματάρχες κατέλαβαν την εξουσία στις 21 Απριλίου 1967, το νέο καθεστώς δεν απέκτησε αμέσως διεθνή νομιμοποίηση. Η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε λίγο αργότερα επιλεκτικό εμπάργκο όπλων, ενώ ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επιχείρησε να αναζητήσει αμερικανική υποστήριξη για την ανατροπή της Χούντας. Το ίδιο έτος, όμως, η κρίση στην Κύπρο και η τουρκική απειλή οδήγησαν στην απόσυρση της ελληνικής Μεραρχίας από το νησί, εξέλιξη βαρύνουσας σημασίας για όσα θα ακολουθούσαν. Το αποτυχημένο αντικίνημα του βασιλιά τον Δεκέμβριο του 1967 άφησε το καθεστώς χωρίς εσωτερικό αντίβαρο, ενώ η φυγή του στη Ρώμη σήμανε ότι η δικτατορία μπορούσε πλέον να σταθεροποιηθεί χωρίς τον άμεσο φόβο μιας βασιλικής αντεπίθεσης.

Το 1968 και το 1969 ήταν τα χρόνια της εδραίωσης. Οι ΗΠΑ αποκατέστησαν άτυπες διπλωματικές επαφές με την ελληνική κυβέρνηση και στη συνέχεια αναγνώρισαν επί της ουσίας το καθεστώς, ενώ στο εσωτερικό η δικτατορία επιχείρησε να δώσει στον εαυτό της ένα ψευδοσυνταγματικό περίβλημα. Η σύλληψη του Αλέξανδρου Παναγούλη, το νόθο δημοψήφισμα για το “Σύνταγμα” και η συνέχιση της καταστολής έδειχναν ότι ο Παπαδόπουλος δεν επεδίωκε μια προσωρινή διαχείριση της κρίσης, αλλά μια αναδιάταξη της πολιτικής ζωής με στρατιωτικούς όρους.
Την ίδια στιγμή, στην Ουάσινγκτον ανέβαινε ο Νίξον και μαζί του ο Κίσινγκερ, δηλαδή ένα επιτελείο που έβλεπε την Ελλάδα όχι πρωτίστως ως δημοκρατικό πρόβλημα, αλλά ως κρίκο της δυτικής ασφάλειας στην ανατολική Μεσόγειο.
Ο Νίξον και ο Κίσινγκερ μπορεί να μην “έφτιαξαν” τη Χούντα, αλλά σταδιακά την αντιμετώπισαν με σαφή πολιτική συμπάθεια και ψυχροπολεμικό πραγματισμό. Το Κογκρέσο και τμήματα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ασκούσαν πιέσεις για εκδημοκρατισμό, όμως ο Λευκός Οίκος έκρινε το καθεστώς κυρίως με βάση τη χρησιμότητά του. Έτσι, η αμερικανική στάση ταλαντεύτηκε ανάμεσα στη λεκτική δυσφορία και στην ουσιαστική ανοχή.
Η δικτατορία παρέμενε χρήσιμη όσο δεν απειλούσε τις ισορροπίες στην περιοχή και όσο διασφάλιζε βάσεις, διευκολύνσεις και αντικομμουνιστική σταθερότητα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 η εικόνα αυτή παγιώθηκε ακόμη περισσότερο. Το εμπάργκο ήρθη, οι αμυντικές σχέσεις εμβαθύνθηκαν, ενώ η Αθήνα αποκτούσε μεγαλύτερη σημασία για τις ΗΠΑ λόγω της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Την ίδια ώρα, όμως, το Κυπριακό ξαναγινόταν εκρηκτικό. Οι σχέσεις Μακαρίου και Παπαδόπουλου μπήκαν σε κρίση, ο Γρίβας επέστρεψε στην Κύπρο και ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β, η οποία αναζωπύρωσε το ενωτικό και παρακρατικό στοιχείο. Παράλληλα, ο Καραμανλής κρατούσε αποστάσεις από την αμερικανική πρεσβεία, έχοντας αντιληφθεί ότι η Ουάσινγκτον δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει εύκολα τη συνεργασία της με το καθεστώς.
Το 1973 αποτέλεσε καμπή. Ο Παπαδόπουλος ένιωθε την πίεση να προχωρήσει σε έναν ελεγχόμενο “εκδημοκρατισμό”. Το Watergate αποδυνάμωνε τον Νίξον, το Κογκρέσο γινόταν πιο επιθετικό, οι διεθνείς επικρίσεις πλήθαιναν, και το καθεστώς αναζητούσε έναν τρόπο να μετασχηματιστεί χωρίς να χάσει την ουσία της εξουσίας του. Έτσι γεννήθηκε το “πείραμα Μαρκεζίνη”: η κατάργηση ορισμένων περιορισμών, η αμνηστία, η εγκαθίδρυση της προεδρικής “δημοκρατίας” και ο ορισμός του Σπύρου Μαρκεζίνη ως πρωθυπουργού. Δεν επρόκειτο για αληθινή επιστροφή στη δημοκρατία, αλλά για ένα σχέδιο ελεγχόμενης νομιμοποίησης του ίδιου καθεστώτος.

Κάτω όμως από αυτή την επιφάνεια, ο Δημήτρης Ιωαννίδης εργαζόταν αθόρυβα. Διοικητής της ΕΣΑ, σκιώδης αλλά πανίσχυρος, καλλιεργούσε δίκτυα μέσα στον στρατό και διατηρούσε επαφές με στελέχη της CIA στην Αθήνα. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου και η βίαιη καταστολή της λειτούργησαν ως καταλύτης. Το “πείραμα” κατέρρευσε, ο Παπαδόπουλος ανατράπηκε στις 25 Νοεμβρίου 1973 και στην κορυφή της εξουσίας βρέθηκε ο λεγόμενος “αόρατος δικτάτορας”: ένας άνθρωπος που δεν ήθελε τη δημόσια σκηνή, αλλά τον απόλυτο έλεγχο πίσω από κλειστές πόρτες.
Με τον Ιωαννίδη η δικτατορία έγινε ακόμη πιο αδιαφανής και πιο επικίνδυνη. Ο ίδιος αντιλαμβανόταν την Κύπρο ως ζήτημα ιστορικής αποστολής: είτε, κατά τη δική του λογική, θα “γλιστρούσε” προς τα αριστερά και θα γινόταν “Κούβα της Μεσογείου”, είτε η ελληνική πλειοψηφία θα επέβαλλε την Ένωση με την Ελλάδα. Αυτή η σχηματική, ιδεοληπτική και συνωμοσιολογική ανάγνωση του Κυπριακού τον οδήγησε να πιστέψει ότι μπορούσε να ανατρέψει τον Μακάριο χωρίς να προκαλέσει στρατηγικό σεισμό. Η εξουσία του στηριζόταν όχι σε θεσμούς αλλά σε ένα παρα-επιτελείο, σε πρόσωπα της εμπιστοσύνης του, σε προσωπικά κανάλια και σε μια συνεχή παρασκηνιακή σχέση με τον αμερικανικό παράγοντα.

Σαν να μην έφτανε αυτό, η συγκυρία των πετρελαίων στο Αιγαίο φούσκωσε ακόμη περισσότερο τις αυταπάτες ισχύος. Μετά το πετρελαϊκό σοκ του 1973 και την ανακάλυψη αξιοποιήσιμων κοιτασμάτων, η Ελλάδα και η Τουρκία βρέθηκαν κοντά σε μια μείζονα σύγκρουση για την υφαλοκρηπίδα. Η τουρκική παραχώρηση αδειών έρευνας, η έξοδος του Şandarlı και η ανακάλυψη του Πρίνου δεν ήταν παρά επεισόδια μιας νέας εποχής, στην οποία το Αιγαίο μετατρεπόταν σε χώρο στρατηγικής αντιπαράθεσης.
Πολλές από τις σημερινές τουρκικές διεκδικήσεις γεννήθηκαν ακριβώς τότε, μέσα σε ένα κλίμα εθνικής υπερέντασης, λανθασμένων υπολογισμών και πεποίθησης ότι ο πλούτος του υπεδάφους μπορούσε να μετατραπεί σχεδόν αυτόματα σε γεωπολιτική υπεροχή.
Το επόμενο βήμα ήταν μοιραίο: η “βεντέτα” Ιωαννίδη-Μακαρίου. Η Κύπρος, ήδη από τη δεκαετία του 1950 και την ανεξαρτησία του 1960, υπήρξε τόπος συνωμοσιών, μυστικών υπηρεσιών, ένοπλων οργανώσεων και αντικρουόμενων σχεδίων. Ο Μακάριος είχε εγκαταλείψει την άμεση επιδίωξη της Ένωσης για χάρη μιας πιο σύνθετης κρατικής στρατηγικής, όμως για τους ακραίους ενωτικούς και για τον Ιωαννίδη αυτό ισοδυναμούσε σχεδόν με προδοσία. Μέσα σε αυτό το κλίμα, και ενώ οι επαφές με τη CIA δημιουργούσαν αμφίσημα μηνύματα και επικίνδυνες παρερμηνείες, η απόφαση για το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου στις 15 Ιουλίου 1974 φαινόταν στον Ιωαννίδη ως κίνηση ελέγχου. Στην πραγματικότητα ήταν το άνοιγμα της κερκόπορτας.

Από εκεί και πέρα, το καθεστώς βάδισε υπνοβατώντας προς την καταστροφή. Στην Αθήνα έφταναν πληροφορίες ότι η Τουρκία ετοίμαζε αποβατική επιχείρηση. Κι όμως, ο Ιωαννίδης, μυστικοπαθής και βέβαιος για την κρίση του, φερόταν σαν να μην επρόκειτο να συμβεί τίποτε. Το ελληνικό κράτος λειτουργούσε με δύο παράλληλους μηχανισμούς: τον επίσημο και το παρα-επιτελείο του “αόρατου δικτάτορα”.
Σε κρίσιμες θέσεις βρίσκονταν άνθρωποι ακατάλληλοι να διαχειριστούν μια τόσο σύνθετη κρίση, ενώ η στρατηγική σκέψη είχε υποκατασταθεί από έμμονες ιδέες, αυτοσχεδιασμούς και προσωπικές βεβαιότητες.
Το αποκορύφωμα ήρθε τη νύχτα της 19ης προς 20ή Ιουλίου 1974. Τα σημάδια της επικείμενης εισβολής ήταν πλέον καθαρά, αλλά στην Αθήνα επικρατούσαν σύγχυση και παράλυση. Στο Πολεμικό Συμβούλιο, όταν οι Τούρκοι είχαν ήδη αποβιβαστεί στην Κερύνεια και βομβάρδιζαν το νησί, η ελληνική ηγεσία παρέμενε “τυφλωμένη” από διαβεβαιώσεις και δίσταζε να δώσει εντολή γενικευμένης αντίδρασης. Ο Ιωαννίδης εξερράγη όταν κατάλαβε ότι τα γεγονότα τον προσπερνούν, όμως ήταν αργά:
η κραυγή για πόλεμο δεν μετατράπηκε ποτέ σε πραγματική στρατηγική απόφαση. Τα ελληνικά όπλα σώπασαν τη στιγμή που η Ιστορία απαιτούσε καθαρότητα, σχέδιο και βούληση.

Σε αυτό το σημείο αποκαλύπτεται και το πιο σκοτεινό επίπεδο του διεθνούς παρασκηνίου. Ο κυνισμός του Κίσινγκερ και η λογική της αμερικανικής realpolitik.
Το βασικό μέλημα της Ουάσινγκτον δεν ήταν ούτε η αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα ούτε η διάσωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά η αποτροπή ενός ελληνοτουρκικού πολέμου που θα αποσταθεροποιούσε το ΝΑΤΟ.
Αυτή η στάση δεν σήμαινε κατ’ ανάγκην άμεση “εντολή”, σήμαινε όμως μια κλίμακα προτεραιοτήτων μέσα στην οποία η κυπριακή ακεραιότητα και η ελληνική μοίρα έρχονταν δεύτερες. Έτσι, η χούντα του Ιωαννίδη βρέθηκε να πιστεύει ότι “καταλαβαίνει” τους Αμερικανούς, ενώ στην πραγματικότητα δεν καταλάβαινε ούτε τις προθέσεις τους ούτε τα όρια της δικής της ισχύος.

Η κατάρρευση της δικτατορίας στις 23-24 Ιουλίου υπήρξε γρήγορη και ταπεινωτική. Το καθεστώς, που παρουσιαζόταν επί επτά χρόνια ως φρουρός του έθνους, κατέρρευσε ακριβώς τη στιγμή της μέγιστης εθνικής δοκιμασίας.
Ο Καραμανλής επέστρεψε στην Αθήνα ως η μόνη λύση πολιτικής νομιμοποίησης και στοιχειώδους σταθερότητας. Ακόμη και οι αμερικανικές υπηρεσίες είχαν καταλήξει ότι η νέα κυβέρνησή του αποτελούσε την καλύτερη ελπίδα για ταχεία διαχείριση του Κυπριακού. Όμως η επιστροφή του δεν μπορούσε να ανατρέψει το ήδη συντελεσμένο: η πρώτη εισβολή είχε παγιώσει τετελεσμένα και η δεύτερη φάση, στις 14 Αυγούστου, επιδείνωσε οριστικά την καταστροφή, οδηγώντας παράλληλα την Ελλάδα στην αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

Από εκεί αρχίζει η Μεταπολίτευση, αλλά δεν κλείνει η τραγωδία. Η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, οι εκλογές του Νοεμβρίου, η επιστροφή του Μακαρίου στην Κύπρο και οι νέες ισορροπίες του πολιτικού συστήματος συνιστούν τη δημοκρατική απάντηση στην επταετία.
Ωστόσο, τα θεμελιώδη προβλήματα που αναδείχθηκαν ή οξύνθηκαν το 1973-74 —Κυπριακό, Αιγαίο, υφαλοκρηπίδα, FIR, 12 μίλια, εξοπλισμοί, αμερικανικός παράγοντας— δεν εξαφανίστηκαν. Εκείνη η περίοδος δεν είναι απλώς παρελθόν· είναι ο γενέθλιος τόπος πολλών εκκρεμοτήτων που ακολουθούν ακόμη τον ελληνισμό.



“από το πραξικόπημα στην εθνική καταστροφή” και από την μία εθνική καταστροφή στην άλλη (23-4-2010) τού “δυστυχώς επτωχεύσαμε” και ό,τι επί δεκαετίαν επακολούθησε. Μονάχα που την δευτέρα καταστροφή (στοίχισε πείνα -από τα σκουπίδια τρώγανε-, φτώχεια, ακόμη και αυτοκτονίες), δεν την μνημονεύομε, πρωτιμώντας να ενθυμούμεθα μόνον την πρώτη. Την πρώτη εθνική καταστροφή την “χρωστούμε” στους επιόρκους στρατιωτικούς. Την δεύτεραν σ’ αυτούς που ήλθαν να μάς …. “σώσουν” (sic) από τούς τελευταίους, λαμπρύνοντες την “δημοκρατίαν” δια τής διαφθοράς, τής διασπαθίσως τού δημοσίου χρήματος, τής κλοπής, τής απάτης, τής ήσσονος προσπαθείας και τού “λεφτά υπάρχουν”.
Ποιοι ήταν χειρότεροι ας το κρίνει καθένας μοναχός του, αρκεί να έχει ζήσει τις καταστάσεις.
Συμπλήρωμα: Η μεν δικτατορία έληξε τον Ιούλιο τού 1974, μετά από επτά χρόνια. Η δε Μεταπολίτευση εξακολουθεί να κυβερνά επί 52 χρόνια και όχι μόνο δεν συνετίστηκε από τα χάλια τής προηγουμένης δεκαετίας, αλλά συνεχίζει με την ίδια και χειρότερη διαφθορά, οικογενειοκρατία, ευνοιοκρατία, κλοπή και διαπάθιση δημοσίου χρήματος, κάλυψη με νομοθεσία των ανομημάτων της και ατιμωρισία κλπ., με την έγκριση/ανοχή τού … “κυριάρχου” (sic) πλέον λαού.
Από τις ευστοχότερες αναλύσεις με ακριβή ιστορική αναδρομή των γεγονότων της 7ετίας 1967-74-ευγε στις Ανιχνεύσεις-με ”προσθετική παρατήρηση” ότι αυτήν την Ομάδα των ανήσυχων για την τότε πολιτική κατάσταση Αξιωματικών (και τώρα υπάρχουν όπως καθημερινώς αποδεικνύεται από τους αποστράτους , που και αυτοί ανησυχούν για την σημερινή κατάσταση) ”της έστρωσαν το τραπέζι ” οι Αρχηγοί των τότε πολιτικών κομμάτων , οι οποίοι επί 2ετία περίπου (Ιούλιος 1965-Απρίλιος 1967 ) όχι μόνο ”δεν τα βρήκαν” για μια Οικουμενική-Εθνική κυβέρνηση, αλλά δίχασαν και τον λαό των αστικών κομμάτων , ο οποίος ασμένως τους υπεδέχθη στις 21 Απριλίου 1967 και προβληματίστηκε-ανησύχησε μόνο μετά το αποτυχημένο Κίνημα του Βασιλέως Κωνσταντίνου , -του κυριολεκτικά πρώτου αντιστασιακού στο καθεστώς- , ότι δεν θα ήταν μια -αλά Τούρκα- στρατιωτική παρένθεση, με απρόβλεπτο τέλος.
Υ.Γ Έγραψα ως ζώσα μνήμη των από του 1963 γεγονότων .
«Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου».
«Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο.
Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά.» ἀπό τό μήνυμα τοῦ Σεφέρη.
«Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω.»
Δὲν μπορεῖ νὰ κηρυχθεῖ μόνιμη ἐλευθερία σὲ αὐτὴ τὴ χώρα, πάντα ἑορτάζουμε τὴν ἀρχὴ τῶν ἀγώνων. Καὶ πάντα πρέπει νὰ ξαναμαζεύουμε τὶς πνευματικὲς ἀξίες ποὺ ἐμφύσησε ὁ πολιτισμὸς αὐτὸς στὴν ἀνθρωπότητα, νὰ ἀναγνωρίζουμε τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσιά μας, ὅπως εἶναι τὸ πανέμορφο φυσικὸ περιβάλλον μας καί ἡ Δημοκρατία, νὰ ξαναμαζεύουμε τὰ κομμάτια μας, ὅσοι καὶ ὅσες κάθε φορὰ μποροῦν. Ἔχει πολλοὺς ἐχθροὺς ἡ Δημοκρατία, τὴν ἔλλειψη ἀρίστης παιδείας, τὴν ἀναξιοκρατία, τὴ διαφθορά, τὴν ὑποστολὴ ἀξιῶν.
Πρόσφατη ἡ σελίδα αὐτὴ τῆς ἱστορίας μας, γνωστὰ τὰ πρόσωπα καὶ ἡ διαδρομή τους. Θυμᾶμαι ἀκόμα τὴν φράση τοῦ πατέρα μου, τὴν πρώτη μέρα τῆς δικτατορίας, ὅτι ἡ δικτατορία εἶναι ἕνα παρὰ φύσιν καθεστώς.
Όταν ο Μανώλης Γλέζος ήταν κρατούμενος της χούντας στο ξενοδοχείο “Πικέρμι” – iRafina
‘«Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο.”
Ελένη, ο κόσμος μας (αν εννοεί ο Ελύτης εμάς) δεν πολέμησε για καθεστώτα, αλλά για τον εισβολέα. Άλλωστε, όταν πολέμησε, η ίδια η Ελλάς δεν ήταν πρώτυπο δημοκρατίας. Ή κάνω λάθος;
Ὁ Σεφέρης, ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους ἐκπροσώπους τῆς γενιᾶς τοῦ ‘30 ποὺ συνέλεξαν μὲ πόνο καὶ κόπο τὶς πνευματικὲς ἀξίες τοῦ τόπου μὲ τὸ αἴτημα τῆς «ἑλληνικότητας», πιστεύοντας σὲ αὐτὴν καὶ γνωρίζοντας γιατί πολεμοῦσαν ἐναντίον τοῦ εἰσβολέα. Εἶχαν ζωντανὰ τὰ ἰδεώδη τους. Ἦταν ἐτοιμοπόλεμοι γι αὐτά γιά τά δεδομένα της ἐποχῆς. Ἡ Δημοκρατία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι καθεστώς. Εἶναι ἐλευθερία συνείδησης ἀλλὰ καὶ παιδεία. Τώρα ἔχουμε δημοκρατία. Ἢ κάνω λάθος; Μέ ποιά ἰδεώδη; Ἐπειδὴ σὲ λίγο δὲν θὰ βρίσκεις καθαρὸ ἄνθρωπο, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἐκλείψαν τὰ ἰδεώδη ἤ ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέν θέλουν νά εἶναι καθαροί ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα ἀνάκαμψης ἢ ὅτι πρέπει νά παρακολουθοῦμε τήν κοινωνία νὰ λιθοβολεῖ ὅ ἕνας τὸν ἄλλον ἀντί νά ψάχνουν νά βρίσκουν λύσεις γιά τό σύνολο. Μποροῦμε νὰ βγοῦμε ἀπὸ αὐτὸ τὸ τέλμα;
Την ώρα εκείνη πολεμούσαμε εναντίον τού Ιταλού εισβολέα. Αυτό ήταν το πρωταρχικό μας μέλημα. Ο καθένας μπορεί να είχε τα δικά του ιδεώδη και να έβλεπε τον πόλεμο όπως τον ήθελε, αλλά την συγκεκριμένη στιγμή υπερασπιζόμασταν το πάτριον έδαφος. “Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται τού πατρίου εδάφους”, έλεγε το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν.
“Τώρα ἔχουμε δημοκρατία. Ἢ κάνω λάθος;” Μόνο κατ’ επίφαση. Συμφωνώ με τα υπόλοιπα και στο ερώτημα αν “μποροῦμε νὰ βγοῦμε ἀπὸ αὐτὸ τὸ τέλμα;” θα σού πω πως όχι, διότι προχωρούμε στο χειρότερο.