ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ
Το Φεστιβάλ που μεγαλώνει και ο κινηματογράφος που οφείλει να ανακαλύπτει
Το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, η ποιότητα των επιλογών του, η έντονη παρουσία κοινωνικοπολιτικών θεμάτων, η σχέση του με την Αθήνα και το διεθνές του μέλλον.
Κάθε Νοέμβριο η Θεσσαλονίκη αποκτά έναν διαφορετικό ρυθμό. Οι δρόμοι γύρω από την Αριστοτέλους και το λιμάνι γεμίζουν θεατές με προγράμματα στα χέρια, οι κινηματογραφικές αίθουσες ανανεώνουν το κοινό τους από το πρωί έως αργά τη νύχτα και η πόλη ξαναθυμάται ότι ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο εμπορική ψυχαγωγία, αλλά τρόπος παρατήρησης και ερμηνείας του κόσμου. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι εδώ και δεκαετίες κάτι περισσότερο από μια πολιτιστική διοργάνωση. Είναι μέρος της ταυτότητας της πόλης και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ελληνικά παράθυρα προς τον διεθνή κινηματογράφο.
Η 67η διοργάνωση, από τις 5 έως τις 15 Νοεμβρίου 2026, προσφέρει 258 ταινίες, διεθνή διαγωνιστικά προγράμματα, ελληνικές συμμετοχές, ειδικές προβολές και αφιερώματα, σε φυσικές αίθουσες και μέσω διαδικτύου. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει ελληνικές ταινίες μεγάλου και μικρού μήκους, ενώ συνδέει την καλλιτεχνική δραστηριότητα με την επαγγελματική Αγορά, όπου συναντιούνται δημιουργοί, παραγωγοί και υποψήφιοι συμπαραγωγοί.
Το μέγεθος της διοργάνωσης είναι αδιαμφισβήτητο. Εκείνο που χρειάζεται πιο προσεκτική συζήτηση είναι εάν το εύρος του προγράμματος συνοδεύεται πάντοτε από εξίσου υψηλή ποιότητα επιλογών και από μια καθαρή διεθνή ταυτότητα.
Είναι ακόμη πολύ νωρίς για έναν οριστικό απολογισμό: όταν γράφονται αυτές οι γραμμές, το Φεστιβάλ μόλις έχει ανοίξει. Μπορεί, ωστόσο, να γίνει μια κριτική ανάγνωση των προτεραιοτήτων του, των πρώτων δημοσιογραφικών αποτιμήσεων και, κυρίως, του ερωτήματος τι σημαίνει σήμερα ένα πραγματικά σημαντικό κινηματογραφικό φεστιβάλ.
Από την ελληνική κινηματογραφική γιορτή στον διεθνή θεσμό
Η ιστορία του Φεστιβάλ αρχίζει το 1960 με την Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου. Στα χρόνια που ακολούθησαν το γεγονός αποτέλεσε προνομιακό τόπο ανάδειξης της ελληνικής παραγωγής, αλλά και πεδίο δημιουργικών και συχνά πολιτισμικών αντιπαραθέσεων. Από το 1992, όταν ενισχύθηκε αποφασιστικά ο διεθνής χαρακτήρας του, ο θεσμός έπαψε να απευθύνεται μόνο στην εσωτερική αγορά και απέκτησε ένα ευρύτερο καλλιτεχνικό βλέμμα, στραμμένο κυρίως σε νέες φωνές και ανεξάρτητες κινηματογραφίες.
Η εξέλιξη αυτή υπήρξε ιστορικά αναγκαία. Ο ελληνικός κινηματογράφος χρειαζόταν επαφή με το εξωτερικό και το ευρωπαϊκό σινεμά, ενώ η Θεσσαλονίκη μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο που δεν θα εξαντλούνταν στην προβολή μιας ακόμη σειράς ελληνικών ταινιών. Στο μεταξύ, η ίδρυση και εδραίωση του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, οι δραστηριότητες της Αγοράς, οι εκπαιδευτικές εκδηλώσεις και η αξιοποίηση των αιθουσών του Ολύμπιον και του λιμανιού μετέτρεψαν τον οργανισμό σε διαρκή πολιτιστικό μηχανισμό.
Η επιτυχία είναι πραγματική και μπορεί να αποτιμηθεί. Στην 66η διοργάνωση, το 2025, καταγράφηκαν περίπου 92.000 παρουσίες θεατών στις προβολές και στις εκδηλώσεις, ενώ 188 από τις 337 προβολές ανακοινώθηκαν ως εξαντλημένες. Δεν πρόκειται για 92.000 διαφορετικά πρόσωπα, αλλά για δείκτη συνολικής προσέλευσης. Στην Αγορά πραγματοποιήθηκαν εκατοντάδες επαγγελματικές συναντήσεις. Πρόκειται για δεδομένα που δείχνουν ότι το Φεστιβάλ έχει κοινό, επαγγελματική βάση και σοβαρή οργανωτική δυναμική.
258 ταινίεςΣτο πρόγραμμα της 67ης διοργάνωσης. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο πόσες παρουσιάζονται, αλλά πόσες η Θεσσαλονίκη βοηθά να ανακαλυφθούν και να φτάσουν σε νέο κοινό.
Κάθε επιτυχία όμως δημιουργεί νέες απαιτήσεις. Ένας θεσμός που συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό ταινιών και υψηλή προσέλευση δεν πρέπει να επαναπαύεται στην ποσότητα. Τα φεστιβάλ διαφέρουν από τις απλές κινηματογραφικές αγορές επειδή αναλαμβάνουν την ευθύνη της επιλογής. Η ύπαρξη καλλιτεχνικής διεύθυνσης σημαίνει ότι κάποιος διακινδυνεύει κρίσεις, προτείνει ιεραρχήσεις, αναγνωρίζει ανερχόμενους δημιουργούς και επιχειρεί να δείξει έργα που ο θεατής δύσκολα θα συναντούσε διαφορετικά.
Το πρόγραμμα του 2026
Η φετινή έναρξη με τον «Μινώταυρο» του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ, ο οποίος απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες, αποτελεί επιλογή υψηλού κύρους. Το ίδιο ισχύει για την προγραμματισμένη ταινία λήξης, την «Άγνωστη γυναίκα» της Μάι ελ-Τούκι, βραβευμένη με Χρυσό Λέοντα στη Βενετία. Η συμμετοχή δημιουργών όπως ο Εμίν Αλπέρ και ο Φατίχ Ακίν, η παρουσία της θεωρητικού Λόρα Μάλβεϊ και το μεγάλο αφιέρωμα στην έρημο με επιμελητή τον Όλιβερ Λάσε συνθέτουν ένα πρόγραμμα με αναγνωρίσιμες διεθνείς αναφορές.
Δεν μπορούμε, επομένως, να μιλήσουμε εύκολα για μια διοργάνωση που αδιαφορεί για τον κινηματογράφο ή έχει εγκαταλείψει τα αισθητικά κριτήρια. Οι επιλογές της μαρτυρούν επαφή με σημαντικές σύγχρονες τάσεις, με διαφορετικές σχολές σκέψης και με την ιστορία του μέσου.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο από αυτό το κύρος οφείλεται σε έργα που είχαν ήδη αναδειχθεί από μεγαλύτερα φεστιβάλ και πόσο στη δική της ικανότητα να ανακαλύπτει πρώτη κάτι ουσιαστικό;
Το δίλημμα είναι δύσκολο. Οι Κάννες, η Βενετία, το Βερολίνο, το Λοκάρνο και το Τορόντο προηγούνται στο διεθνές ημερολόγιο και διεκδικούν τις πολυπόθητες παγκόσμιες πρεμιέρες. Μια διοργάνωση του Νοεμβρίου δεν μπορεί εύκολα να αποσπάσει τις μεγάλες ταινίες από αυτή την αλληλουχία.
Μπορεί, όμως, να αποκτήσει ιδιαίτερη ταυτότητα μέσα από τολμηρό προγραμματισμό, αναζήτηση ανεξερεύνητων κινηματογραφιών και συστηματική επένδυση σε νέα έργα.
Οι αυστηρές κρίσεις για το σύνολο του προγράμματος θα έχουν πραγματικό βάρος μετά τη λήξη του.

Οι κοινωνικές θεματικές, η «woke» ευαισθησία και το όριο της καλλιτεχνικής επιλογής
Παρακολουθώντας ένα σύγχρονο φεστιβάλ, δύσκολα δεν παρατηρεί κανείς την αυξημένη ορατότητα ιστοριών για ταυτότητες, μειονότητες, εθνοτικές διώξεις, φύλο, σεξουαλικότητα, μετανάστευση, κοινωνική ανισότητα και ιστορικά τραύματα. Πολλοί περιγράφουν αυτή τη μετατόπιση με τον όρο «woke». Πρόκειται, ωστόσο, για λέξη πολιτικά φορτισμένη και αναλυτικά ασαφή. Περιλαμβάνει από ουσιαστικά έργα για πραγματικές κοινωνικές συγκρούσεις μέχρι ταινίες που μοιάζουν να χρησιμοποιούν τις ίδιες θεματικές ως έτοιμο πιστοποιητικό προοδευτικότητας.
Υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους οι κοινωνικά ευαίσθητες ιστορίες εμφανίζονται συχνότερα στο παγκόσμιο φεστιβαλικό τοπίο. Δημιουργοί από χώρες και κοινότητες με περιορισμένη παλαιότερα πρόσβαση στις διεθνείς οθόνες αποκτούν μεγαλύτερη ορατότητα. Τα ευρωπαϊκά και διεθνή προγράμματα χρηματοδότησης ενδιαφέρονται συχνά για την εκπροσώπηση και τη συμπερίληψη.
Οι επιμελητές έλκονται από ιστορίες που έχουν πολιτική και κοινωνική αιχμή. Τέλος, η ίδια η φεστιβαλική παραγωγή έχει αναπτύξει αναγνωρίσιμους αφηγηματικούς κώδικες: βραδύ ρυθμό, υπαινικτική δραματουργία, ανοικτό τέλος, τραυματική μνήμη, ελλειπτικούς χαρακτήρες και συμβολισμό.
Η αισθητική αυτή μπορεί να είναι συναρπαστική. Μπορεί όμως και να καταλήγει σε φόρμουλα. Εκεί βρίσκεται το ουσιαστικό πρόβλημα και όχι στην πολιτική θέση μιας ταινίας. Η υπεράσπιση μιας καταπιεσμένης ομάδας δεν αποτελεί αυτόματη απόδειξη κινηματογραφικής ποιότητας. Όπως και η ενασχόληση με κοινωνικά δικαιώματα δεν καθιστά ένα έργο προπαγανδιστικό.
Το πραγματικό κριτήριο είναι τι κάνει ο δημιουργός με το θέμα του: αν πλάθει χαρακτήρες, αν επινοεί εικόνες με νόημα, αν οικοδομεί εσωτερική συνοχή και αν διακινδυνεύει να θέσει δύσκολα ερωτήματα αντί να επιβεβαιώνει μόνο τις πεποιθήσεις του θεατή.
Η ηθική βαρύτητα ενός θέματος δεν πρέπει να μετατρέπεται αυτομάτως σε πιστοποιητικό καλλιτεχνικής αξίας.
Ένα μεγάλο φεστιβάλ χρειάζεται πραγματικό πλουραλισμό, τόσο κοινωνικό όσο και αισθητικό. Οφείλει να φιλοξενεί έργα με διαφορετικές ανθρωπολογικές και πολιτικές οπτικές, αλλά πάνω απ’ όλα διαφορετικούς τρόπους κινηματογραφικής σκέψης. Διαφορετικά κινδυνεύει να μετατραπεί σε κοινότητα αναγνωρίσιμων συμβολισμών, όπου ο θεατής γνωρίζει εκ των προτέρων το θέμα, τον ρυθμό και το ηθικό συμπέρασμα.
Η πρόσβαση του κοινού στις μεγάλες ταινίες
Η επιλογή του «Μινώταυρου» για την έναρξη αναδεικνύει και μια πρακτική πλευρά που συχνά παραμελείται. Μια λαμπρή πρεμιέρα με επίσημους προσκεκλημένους και δημοσιότητα ενισχύει τον θεσμό, αλλά η μεγαλύτερη πολιτιστική αξία δημιουργείται όταν η ταινία φτάνει σε όσο το δυνατόν περισσότερους ενδιαφερόμενους θεατές.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα, μετά την επίσημη προβολή της Πέμπτης 5 Νοεμβρίου στις 19:00 στο Ολύμπιον, ο «Μινώταυρος» προβάλλεται ξανά την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου στις 14:00 στην αίθουσα Σταύρος Τορνές.
Η επανάληψη είναι θετική, αλλά η μεσημεριανή ώρα δύσκολα εξυπηρετεί το σύνολο των εργαζομένων ή όσους ταξιδεύουν στη Θεσσαλονίκη μόνο για το Σαββατοκύριακο. Μια μόνιμη πολιτική τριών ευκαιριών προβολής για την ταινία έναρξης —επίσημη πρεμιέρα, δεύτερη βραδινή προβολή και τρίτη στο τελευταίο Σαββατοκύριακο— θα υπηρετούσε καλύτερα τον δημόσιο χαρακτήρα της διοργάνωσης, όπου βέβαια το επιτρέπουν οι συμφωνίες με διανομείς και κατόχους δικαιωμάτων. Στην επίσημη προβολή η προσέλευση επιτρέπεται μόνο με προσλήσεις. Η επανάληψη είχε sold out με το που ανακοινώθηκε το πρόγραμμα.
Αντίστοιχη πρόβλεψη θα μπορούσε να υπάρχει για την ταινία λήξης και για έναν μικρό αριθμό έργων που το Φεστιβάλ κρίνει καλλιτεχνικά αντιπροσωπευτικότερα. Δεν αρκεί να προσκαλεί κανείς το κοινό να ανακαλύψει νέους κόσμους: πρέπει να οργανώνει και την πραγματική δυνατότητα πρόσβασης σε αυτούς.
Ποιότητα, κριτική και η πραγματική διεθνής θέση της Θεσσαλονίκης
Η αναβάθμιση δεν θα προέλθει αναγκαστικά από περισσότερες ταινίες ή ακριβότερες διασημότητες. Θα προέλθει από την ικανότητα του Φεστιβάλ να αποκτήσει σαφέστερο στίγμα. Η Νοτιοανατολική Ευρώπη, τα Βαλκάνια, η Μεσόγειος και οι γειτονικές κινηματογραφίες προσφέρουν πεδίο στο οποίο η Θεσσαλονίκη μπορεί να διαδραματίσει ρόλο ειδικής διεθνούς αναφοράς.
Η ανακάλυψη μιας νέας σημαντικής φωνής, πριν αυτή καθιερωθεί αλλού, αξίζει συχνά περισσότερο από τη μεταγενέστερη προβολή ενός ήδη βραβευμένου τίτλου.
Χρειάζεται επίσης πιο διακριτή επιμέλεια ενός κεντρικού σώματος ταινιών. Μέσα σε 258 συμμετοχές ο θεατής δύσκολα προσανατολίζεται. Μια αυστηρά επιλεγμένη ενότητα 40 ή 50 ιδιαίτερα ισχυρών προτάσεων, με τεκμηριωμένες συστάσεις από την καλλιτεχνική διεύθυνση, θα μπορούσε να λειτουργεί ως οδηγός προς τον πυρήνα του προγράμματος. Δεν θα σήμαινε κατάργηση των άλλων τμημάτων, αλλά καθαρότερη παρουσίαση της καλλιτεχνικής κρίσης.
Εξίσου αναγκαία είναι μια ανεξάρτητη κριτική δημόσια σφαίρα. Οι συζητήσεις μετά τις προβολές είναι συχνά γεμάτες ευγένεια και ενδιαφέρον, αλλά δεν αντικαθιστούν την αντιπαράθεση για την ποιότητα του έργου. Σοβαροί κινηματογραφικοί κριτικοί, με διαφορετικές αισθητικές αφετηρίες, θα μπορούσαν να συζητούν δημόσια όχι μόνο τι θέλει να πει μια ταινία, αλλά εάν το πετυχαίνει και με ποια μέσα.
Η πραγματική κινηματογραφική παιδεία δεν περιορίζεται στην αποδοχή της πρόθεσης του δημιουργού. Περιλαμβάνει την ικανότητα να αναγνωρίζουμε αρετές και αδυναμίες ακόμη και σε έργα με τα οποία συμφωνούμε πολιτικά.
Ένας ανοιχτός ετήσιος απολογισμός με αριθμούς, διεθνείς πρεμιέρες, επαγγελματικά αποτελέσματα, μεταγενέστερη διανομή των ταινιών που αναδείχθηκαν, συμμετοχή νέων θεατών και ποιοτικές έρευνες κοινού θα επέτρεπε επίσης μια πιο ουσιαστική αξιολόγηση. Η προσέλευση μετρά το ενδιαφέρον. Δεν αρκεί από μόνη της για να μετρήσει το καλλιτεχνικό αποτύπωμα.
Η Αθήνα, η χρηματοδότηση και η πολιτιστική αυτονομία της πόλης
Η σχέση της Θεσσαλονίκης με την Αθήνα είναι αναπόφευκτα μέρος της συζήτησης. Ο κινηματογραφικός κόσμος, οι μεγάλες εταιρείες παραγωγής, μεγάλο μέρος της διανομής και πολλά κέντρα λήψης αποφάσεων παραμένουν συγκεντρωμένα στην πρωτεύουσα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αθήνα αδιαφορεί για το Φεστιβάλ. Τα μεγάλα αθηναϊκά μέσα το καλύπτουν, η επίσημη παρουσίαση του φετινού προγράμματος έγινε ταυτόχρονα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και το Υπουργείο Πολιτισμού στηρίζει θεσμικά τον οργανισμό.
Άλλο, όμως, η προβολή και άλλο η ισότιμη θέση στο σύστημα κινηματογραφικής παραγωγής. Η φιλοδοξία πρέπει να είναι να αποκτήσει η Θεσσαλονίκη μεγαλύτερη σημασία όχι μόνο ως τόπος προβολής αλλά ως χώρος όπου επινοούνται, χρηματοδοτούνται και αναπτύσσονται νέες ταινίες.
Εδώ η Αγορά έχει στρατηγική σημασία: τα φόρουμ συμπαραγωγής, οι παρουσιάσεις έργων υπό εξέλιξη, η επαφή με διανομείς και οι συνεργασίες με το εξωτερικό μπορούν να προσφέρουν μακροχρόνια προστιθέμενη αξία.
Η δημόσια χρηματοδότηση οφείλει να παραμένει σταθερή και προβλέψιμη, με σαφείς στόχους και διαφάνεια, χωρίς να μετατρέπεται σε πολιτική επιτήρηση της επιλογής των ταινιών. Ένας διεθνής κινηματογραφικός θεσμός χρειάζεται οικονομική ασφάλεια και, εξίσου, καλλιτεχνική ανεξαρτησία.
Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται να ορίσει και να ενισχύσει ένα δικό της, διεθνώς αναγνωρίσιμο πλεονέκτημα.
Το ζητούμενο για την επόμενη ημέρα
Το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης επιβεβαιώνει, ήδη από το πρόγραμμά του, τη θέση του ως σημαντικού θεσμού. Έχει ιστορία, κοινό, επαγγελματική δομή και πρόσβαση σε δημιουργίες με διεθνή αναγνώριση.
Εκείνο που θα καθορίσει το μέλλον του δεν είναι αν θα αυξήσει ακόμη περισσότερο τον αριθμό των ταινιών, αλλά εάν θα γίνει πιο αποφασιστικό στις επιλογές του, πιο τολμηρό στις ανακαλύψεις και πιο ανοιχτό στην ανεξάρτητη κριτική.
Η Θεσσαλονίκη έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει ουσιαστικό κινηματογραφικό σταυροδρόμι ανάμεσα στην Ευρώπη και σε γειτονικούς πολιτισμικούς κόσμους. Για να το επιτύχει, χρειάζεται επιμελητική αυστηρότητα, ισχυρή διεθνή στρατηγική, ουσιαστική παρουσία των δημιουργών, καλύτερη πρόσβαση του κοινού στις σημαντικές προβολές και σταθερή οικονομική στήριξη με σεβασμό στην αυτονομία της.
Πάνω απ’ όλα χρειάζεται να θυμάται μια απλή αλήθεια: ο θεατής δεν προσέρχεται μόνο για να συναντήσει εικόνες που επιβεβαιώνουν όσα ήδη πιστεύει. Προσέρχεται για να ζήσει την αναστάτωση που προκαλεί μια νέα καλλιτεχνική ματιά.
Το μεγάλο φεστιβάλ δεν είναι εκείνο που συμφωνεί με το κοινό του. Είναι εκείνο που το εμπιστεύεται αρκετά ώστε να του δείξει έργα που θα το συναρπάσουν, θα το δυσκολέψουν ή θα το αναγκάσουν να διαφωνήσει.
Αυτό θα ήταν ένα πραγματικά φιλόδοξο μέλλον για τη Θεσσαλονίκη.
Δείτε ακόμη
Ιστορία του κινηματογράφου. Με αφορμή το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης



