Η νίκη της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι ακόμη «κατάληψη της εξουσίας» στη Γερμανία. Είναι όμως κάτι πολιτικά βαθύτερο: η στιγμή κατά την οποία ένα κόμμα που μέχρι πρόσφατα βρισκόταν στο περιθώριο μετατρέπεται σε επίδοξο κόμμα εξουσίας.
Με βάση την τελευταία διαθέσιμη προβολή, η AfD συγκεντρώνει περίπου 44%, υπερδιπλασιάζοντας το 20,8% του 2021, ενώ η CDU καταρρέει από το 37,1% σε περίπου 17%-18%. Η συμμετοχή πλησιάζει το 77%, επομένως το αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποδοθεί στην αποχή ή στην κινητοποίηση μιας μικρής εξτρεμιστικής μειοψηφίας. Πρόκειται για μαζική και συνειδητή εκλογική μετατόπιση.
Η ακριβής κατανομή των εδρών παραμένει απόψε προσωρινή. Η προβολή που δίνει στην AfD 39 από τις 83 έδρες —με όριο αυτοδυναμίας τις 42— σημαίνει ότι κέρδισε θριαμβευτικά, αλλά δεν απέκτησε αυτομάτως την κυβέρνηση.

Τι λέει ουσιαστικά αυτή η ψήφος
Το αποτέλεσμα έχει τρεις ταυτόχρονες αναγνώσεις.
Πρώτον, είναι ψήφος ιδεολογικής μετατόπισης. Η AfD δεν έκρυψε το πρόγραμμά της: «επιθετική επαναμετανάστευση», χωριστές τάξεις για παιδιά προσφύγων, περιορισμός της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, εθνικιστική αναδιαμόρφωση της εκπαίδευσης, περιορισμός της ορατότητας των ΛΟΑΤΚΙ συμβόλων και στενότερες σχέσεις με τη Ρωσία. Οι ψηφοφόροι δεν αγνοούσαν αυτές τις θέσεις.
Δεύτερον, είναι ψήφος κοινωνικής και οικονομικής ανασφάλειας. Η Σαξονία-Άνχαλτ βρίσκεται χαμηλά στους γερμανικούς δείκτες εισοδήματος, αντιμετωπίζει αποβιομηχάνιση, δημογραφική συρρίκνωση και έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού. Η ενεργειακή ακρίβεια, ο φόβος απώλειας του βιοτικού επιπέδου και η αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από μια μακρινή πολιτική τάξη του Βερολίνου προσφέρουν στην AfD το ιδανικό κοινωνικό υπόστρωμα.
Τρίτον, και ίσως σημαντικότερο, είναι δημοψήφισμα εναντίον της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Σύμφωνα με την έρευνα της ARD, το 87% των ψηφοφόρων του κρατιδίου δηλώνει δυσαρεστημένο με την κυβέρνηση. Ο επικεφαλής του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών χαρακτήρισε το αποτέλεσμα πρωτίστως «ψήφο δυσπιστίας» προς το Βερολίνο.
Άρα, δεν ψήφισαν όλοι οι ψηφοφόροι της AfD για τους ίδιους λόγους. Άλλοι ταυτίζονται με τον εθνικισμό και τη σκληρή μεταναστευτική πολιτική της. Άλλοι τη χρησιμοποιούν ως όχημα τιμωρίας. Το πολιτικά καθοριστικό όμως είναι ότι η ψήφος διαμαρτυρίας δεν πηγαίνει πλέον σε ένα προσωρινό κόμμα· εδραιώνεται σε έναν οργανωμένο, ριζοσπαστικό φορέα με στρατηγική κατάκτησης της εξουσίας.
Το τέλος της «γερμανικής εξαίρεσης»

Η ευρωπαϊκή άκρα δεξιά βρίσκεται εδώ και χρόνια σε άνοδο. Υπήρχε όμως η πεποίθηση ότι, λόγω του ναζιστικού παρελθόντος, η Γερμανία διέθετε ισχυρότερα πολιτικά και κοινωνικά αντισώματα.
Αυτό το ταμπού έχει πλέον διαβρωθεί. Η τοπική οργάνωση της AfD έχει χαρακτηριστεί «αποδεδειγμένα ακροδεξιά εξτρεμιστική» από την υπηρεσία προστασίας του Συντάγματος, αλλά η θεσμική αυτή αξιολόγηση δεν εμπόδισε τέσσερις στους δέκα ψηφοφόρους να τη στηρίξουν.
Η AfD έχει επίσης πάψει να είναι αποκλειστικά ανατολικογερμανικό φαινόμενο. Παραμένει πολύ ισχυρότερη στην Ανατολή, αλλά στις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις της δυτικής Γερμανίας πλησίασε το 20%, ενώ σε τρέχουσα εθνική δημοσκόπηση εμφανίζεται στο 28%, μπροστά από τη συντηρητική παράταξη.
Επομένως, η Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι αντιπροσωπευτικό μικρομοντέλο ολόκληρης της χώρας, αλλά ούτε και απομονωμένη ανατολική εξαίρεση. Είναι το πιο προχωρημένο σημείο μιας ευρύτερης μεταβολής.
Η πραγματική μάχη αρχίζει τώρα: μπορεί να κυβερνήσει;
Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην εκλογική νίκη και στην κατάκτηση της εξουσίας.
Με 39 έδρες, ο Ούλριχ Ζίγκμουντ χρειάζεται τρεις ακόμη ψήφους για την απόλυτη πλειοψηφία. Οι βασικές πιθανότητες είναι:
- Να εξασφαλίσει υποστήριξη ή ανοχή από το BSW της Ζάρα Βάγκενκνεχτ.
- Να προσελκύσει μεμονωμένους βουλευτές άλλων κομμάτων, κυρίως της CDU.
- Να επιχειρήσει εκλογή πρωθυπουργού σε μεταγενέστερο γύρο, όπου οι συνταγματικές διαδικασίες μπορεί να επιτρέψουν εκλογή με πλειοψηφία των ψηφισάντων.
- Να παραμείνει στην αντιπολίτευση απέναντι σε μια εξαιρετικά ετερόκλητη κυβέρνηση όλων σχεδόν των υπόλοιπων κομμάτων.

Το BSW δηλώνει ότι δεν θα ψηφίσει ούτε τον Ζίγκμουντ ούτε τον υποψήφιο της CDU και προτείνει «υπερκομματικό» πρωθυπουργό με μεταβαλλόμενες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Αυτή, όμως, είναι αρχική διαπραγματευτική θέση, όχι εγγύηση για το τελικό αποτέλεσμα.
Το Σύνταγμα του κρατιδίου δεν επιβάλλει άμεση εκλογή νέου πρωθυπουργού, γεγονός που επιτρέπει παρατεταμένες διαπραγματεύσεις και πιθανή παραμονή της απερχόμενης κυβέρνησης σε υπηρεσιακό ρόλο.
Αν τελικά σχηματιστεί κυβέρνηση χωρίς την AfD, το «τείχος» θα έχει διασωθεί θεσμικά αλλά θα αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα πολιτικής νομιμοποίησης: η πρώτη δύναμη με 44% θα παρουσιάζει την ετερόκλητη πλειοψηφία των άλλων ως «συμμαχία του συστήματος» εναντίον των ψηφοφόρων. Ο Τίνο Κρουπάλα το είπε ήδη καθαρά: αν την αποκλείσουν τώρα, την επόμενη φορά θα επιδιώξει «50% συν».
Αυτό είναι το δίλημμα των παραδοσιακών κομμάτων:
-
Αν συνεργαστούν με την AfD, τη νομιμοποιούν και διαλύουν το αντι-ακροδεξιό φράγμα.
-
Αν σχηματίσουν μια δυσλειτουργική κυβέρνηση μόνο για να την αποκλείσουν, ενδέχεται να ενισχύσουν το αφήγημα της AfD.
-
Αν υιοθετήσουν τη ρητορική της, μετακινούν ολόκληρο το πολιτικό κέντρο προς τα δεξιά χωρίς καμία εγγύηση ότι θα ανακτήσουν τους ψηφοφόρους τους.
Το πλήγμα στον Μερτς και στη CDU
Για τον Φρίντριχ Μερτς το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό, όχι απλώς επειδή χάθηκε ένα κρατίδιο. Η CDU κυβερνούσε τη Σαξονία-Άνχαλτ επί 24 χρόνια και τώρα περιορίζεται σε λιγότερο από το μισό προηγούμενο ποσοστό της.
Η στρατηγική Μερτς —σκληρότερη γραμμή στο μεταναστευτικό ώστε να ανακοπεί η AfD, σε συνδυασμό με οικονομικές μεταρρυθμίσεις— δεν απέδωσε. Αντί να επιστρέψουν στη CDU, οι δεξιοί ψηφοφόροι επέλεξαν το αυθεντικότερο και ριζοσπαστικότερο κόμμα.
Οι Financial Times διαβάζουν το αποτέλεσμα πρωτίστως ως υπαρξιακή κρίση ηγεσίας για τον Μερτς και πιθανή αναζωπύρωση της συζήτησης μέσα στη CDU για χαλάρωση του «τείχους προστασίας». Το Atlantic Council θεωρεί ότι οι τρεις εκλογές του Σεπτεμβρίου θα δυσκολέψουν τις μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης, αλλά προειδοποιεί ότι τα σενάρια άμεσης αντικατάστασης του καγκελαρίου παραμένουν πρόωρα.
Η CDU κινδυνεύει τώρα με εσωτερικό εμφύλιο ανάμεσα:
-
σε όσους θα απαιτήσουν ακόμη δεξιότερη μετατόπιση,
-
σε όσους θα προτείνουν επιλεκτική συνεργασία με την AfD,
-
και σε όσους θα υποστηρίξουν ότι μόνο η σαφής φιλελεύθερη-δημοκρατική διαφοροποίηση μπορεί να τη διασώσει.
Τι θα μπορούσε να αλλάξει μια κυβέρνηση AfD
Μια κυβέρνηση κρατιδίου δεν μπορεί μόνη της να βγάλει τη Γερμανία από το ευρώ, να σταματήσει την ομοσπονδιακή βοήθεια προς την Ουκρανία ή να ανατρέψει το γερμανικό δίκαιο ασύλου. Αυτά τα συνθήματα υπερβαίνουν τις αρμοδιότητές της.
Θα είχε όμως πραγματική εξουσία σε:
-
αστυνομία και εσωτερική ασφάλεια,
-
εκπαίδευση και σχολικά προγράμματα,
-
πολιτιστική χρηματοδότηση,
-
κρατιδιακή διοίκηση και διορισμούς,
-
πολιτική ασύλου στο στάδιο της εφαρμογής,
-
δημόσια ραδιοτηλεόραση και περιφερειακούς θεσμούς,
-
ορισμένες δικαστικές και εισαγγελικές τοποθετήσεις.
Το κοινοβούλιο έχει ήδη δημιουργήσει μηχανισμό ώστε μια AfD με μειοψηφία άνω του ενός τρίτου να μην μπορεί να μπλοκάρει επ’ αόριστον την επιλογή συνταγματικών δικαστών. Με απόλυτη πλειοψηφία, όμως, οι ίδιες ασφαλιστικές δικλίδες θα είχαν πολύ μικρότερη αποτελεσματικότητα.
Στο Bundesrat (το ομοσπονδιακό συμβούλιο της Γερμανίας, δηλαδή το όργανο μέσω του οποίου τα 16 κρατίδια συμμετέχουν στη νομοθεσία και στη διοίκηση της χώρας), η Σαξονία-Άνχαλτ διαθέτει μόνο τέσσερις από τις 69 ψήφους. Μια κυβέρνηση AfD δεν θα μπορούσε να παραλύσει μόνη της την ομοσπονδιακή νομοθεσία. Θα αποκτούσε όμως για πρώτη φορά θεσμική παρουσία σε ένα από τα κέντρα της ομοσπονδιακής εξουσίας — σημαντικό προηγούμενο και μηχανισμό κανονικοποίησης.

Η Ρωσία και η ευρωπαϊκή διάσταση
Η AfD παρουσιάζει τη Ρωσία όχι τόσο ως απειλή όσο ως φυσικό οικονομικό και πολιτισμικό εταίρο. Στην Ανατολική Γερμανία αυτή η θέση συνδέεται με τη σοβιετική εμπειρία, τη δυσπιστία προς τις ΗΠΑ και τη νοσταλγία για τις παλαιότερες ενεργειακές σχέσεις. Η Le Monde επισημαίνει ότι αυτές οι μνήμες και η αίσθηση μιας ιδιαίτερης ανατολικογερμανικής ταυτότητας λειτουργούν ως πολιτικό καύσιμο.
Ένα μόνο κρατίδιο δεν αλλάζει τη γερμανική πολιτική έναντι της Ουκρανίας. Αλλά η επιτυχία ενισχύει εθνικά το μοναδικό μεγάλο γερμανικό κόμμα που ζητά αποκατάσταση των δεσμών με τη Μόσχα, περιορισμό της στήριξης στο Κίεβο και αναδίπλωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο κίνδυνος δεν είναι μια ξαφνική «έξοδος της Γερμανίας», αλλά η σταδιακή παράλυση αποφάσεων για άμυνα, Ουκρανία, κυρώσεις, μετανάστευση και Πράσινη Συμφωνία.
Πώς το διαβάζει ο διεθνής Τύπος
Η σχεδόν κοινή γραμμή των Reuters, AP, BBC, Financial Times, Guardian, El País, Le Monde, La Repubblica και άλλων ευρωπαϊκών μέσων συνοψίζεται σε τέσσερα σημεία:
- Πρόκειται για ιστορική τομή, επειδή για πρώτη φορά στη μεταπολεμική Γερμανία η άκρα δεξιά πλησιάζει τόσο πολύ στην άσκηση κρατικής εξουσίας.
- Είναι προσωπική και στρατηγική ήττα του Μερτς.
- Το αποτέλεσμα προκύπτει από τη συνάντηση οικονομικής ανασφάλειας, μεταναστευτικού φόβου και βαθιάς ανατολικογερμανικής αποξένωσης.
- Το αποφασιστικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα κυβερνήσει τώρα η AfD, αλλά αν η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη αρχίζει να τη θεωρεί κανονικό κόμμα εξουσίας.
Ναι, το πολιτικό εκκρεμές γέρνει προς την ακροδεξιά — αλλά όχι σαν μια προσωρινή αντίδραση που θα επιστρέψει μηχανικά στο κέντρο.
Η μεγάλη αλλαγή είναι ότι η AfD συνενώνει πλέον τρία ακροατήρια: τον σκληρό εθνικιστικό πυρήνα, τα κοινωνικά στρώματα που φοβούνται οικονομική υποβάθμιση και τους πολίτες που επιθυμούν να τιμωρήσουν συνολικά το πολιτικό σύστημα. Έτσι μετατρέπεται από κόμμα διαμαρτυρίας σε παράλληλο πόλο εξουσίας.
Η Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι ακόμη η Γερμανία. Είναι όμως ένα πιθανό πρόπλασμα της Γερμανίας του 2029. Το πραγματικό ιστορικό γεγονός δεν είναι μόνο ότι η AfD πήρε 44%. Είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος δεν φοβάται πλέον την προοπτική να τη δει να κυβερνά.




