
Ευάγγελος Βενιζέλος
Το σχέδιο συμφωνίας που διαπραγματεύθηκε η κυβέρνηση προβλέπει σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό και χρήση της, εσωτερική και διεθνή, erga omnes.
Η erga omnes χρήση προϋποθέτει και δεσμευτική διεθνή συμφωνία και αναθεώρηση του Συντάγματος της πΓΔΜ ως πράξη προσαρμογής στη διεθνή συμφωνία. Αυτή η σχέση διεθνούς συμφωνίας και αναθεώρησης του Συντάγματος προβλέπεται ήδη από την ενδιάμεση συμφωνία του 1995. Αυτά ήταν πάντα δύο βασικά στοιχεία της εθνικής γραμμής που διαμορφώθηκε μετά τον Απρίλιο του 1993 και την υιοθέτησαν όλες οι μετέπειτα κυβερνήσεις. Στα θέματα αυτά υπάρχει ευρύτερη αποδοχή, όπως προκύπτει και από πρόσφατες δηλώσεις του Προέδρου της ΝΔ.
Αναπόσπαστο όμως στοιχείο της εθνικής μας γραμμής ήταν και είναι πάντα η ακύρωση και αποτροπή κάθε αλυτρωτισμού και κάθε ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας και των λέξεων. Το σχέδιο συμφωνίας είναι προδήλως προβληματικό, με βάση το παραπάνω κριτήριο, γιατί αποδέχεται ανακριβείς και εσφαλμένους χαρακτηρισμούς ως προς δυο κρίσιμα ζητήματα υψηλού συμβολισμού: τη γλώσσα και την ιθαγένεια. Σε συνδυασμό μάλιστα με την αποδοχή, στο άρθρο 7 του σχεδίου, ως εξίσου αποδεκτών των αντιλήψεων των δυο πλευρών ως προς το τι σημαίνουν οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας». Ρήτρα που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή γιατί στην πράξη μπορεί να αλλοιώνει κάθε συμφωνία για την ονομασία και την erga omnes χρήση της.
Η ιθαγένεια, που προσδιορίζεται σε σχέση με συγκεκριμένο κράτος, πρέπει να παραπέμπει στο όνομα του κράτους αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση η ιθαγένεια πρέπει να προσδιορίζεται όχι ως «Macedonian / citizen of the Republic of North Macedonia», αλλά ως «βορειομακεδονική» ή απλώς ως ιδιότητα του «citizen of the Republic of North Macedonia». Στην αγγλική μάλιστα διατύπωση του σχεδίου αυτό δεν αφορά τη citizenship, αλλά τη nationality, δηλαδή τη διεθνή όψη της ιθαγένειας. Είναι παράδοξο ένας πολίτης της γειτονικής χώρας που ανήκει στην αλβανική κοινότητα να προσδιορίζεται διεθνώς ως Macedonian και όχι ως citizen of the Republic of North Macedonia.
Η γλώσσα, ενώ κατατάσσεται ρητά στις Νότιες Σλαβικές γλώσσες (και μάλιστα γράφεται με κυριλλική γραφή), δεν ονομάζεται «σλαβομακεδονική», αλλά «Μακεδονική/Macedonian». Είναι χαρακτηριστικό ότι στο διάγγελμά του της 12.6.2018 ο κ. Τσίπρας αναφέρεται σε «Ελληνομακεδονική γλωσσική κληρονομιά» από την οποία διακρίνεται η γλώσσα του γειτονικού κράτους.
Η ελληνική γλωσσική κληρονομιά ονομάζεται ατυχώς «ελληνομακεδονική» από τον Έλληνα πρωθυπουργό προφανώς σε αντιδιαστολή προς τη σλαβομακεδονική γλώσσα της γείτονος που πρέπει να ονομάζεται ακριβώς έτσι και όχι «Μακεδονική».
Το χειρότερο δε είναι ότι η ελληνική πλευρά δέχεται στο σχέδιο συμφωνίας ότι η γλώσσα αυτή έχει αναγνωρισθεί διεθνώς και από την Ελλάδα ως «Μακεδονική» ήδη από το 1977. Κατά τη λογική όμως αυτή και η ομόσπονδη τότε «Δημοκρατία της Μακεδονίας» στους κόλπους της Γιουγκοσλαβίας μπορεί κάποιοι να ισχυριστούν ότι είχε αναγνωριστεί με το όνομα «Μακεδονία». Αυτό όμως δεν γίνεται δεκτό και γιαυτό υπάρχει το ανοικτό διεθνές ζήτημα του ονόματος.
Ο ισχυρισμός ότι έγινε ένας συμβιβασμός σύμφωνα με τον οποίο η Ελλάδα πήρε το σύνθετο όνομα και την erga omnes χρήση που διασφαλίζεται και με αναθεώρηση του Συντάγματος και έδωσε τον χαρακτηρισμό της γλώσσας και της ιθαγένειας είναι αβάσιμος. Η Ελλάδα δίνει την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την άμεση έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, δηλαδή το σύνολο του διπλωματικού της οπλοστασίου και άρα το αντίβαρο ως προς την ακύρωση του αλυτρωτισμού θα έπρεπε να είναι πλήρες, να αφορά δηλαδή και τον ακριβή χαρακτηρισμό της γλώσσας και της ιθαγένειας.
Εκτός από τη γλώσσα και την ιθαγένεια υπάρχει πρόβλημα και με το συγχρονισμό των διαδικασιών αφενός μεν θέσης σε ισχύ της συμφωνίας, αφετέρου δε ένταξης της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ και έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της με την ΕΕ. Για τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας πρέπει η άλλη πλευρά να κυρώσει τη συμφωνία, να οργανώσει, αν το θέλει, δημοψήφισμα με θετική έκβαση και να συντελέσει την αναθεώρηση του Συντάγματός της. Μετά η ελληνική πλευρά θα κυρώσει νομοθετικά τη συμφωνία. Με το πρώτο όμως βήμα της κύρωσης της συμφωνίας από την άλλη πλευρά και πριν αυτή τεθεί σε ισχύ, η Ελλάδα θα γνωστοποιήσει στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ότι υποστηρίζει την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων και στον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ ότι υποστηρίζει την πρόσκληση προς το γειτονικό μας κράτος προκειμένου να ενταχθεί στη Συμμαχία. Η ένταξη στο ΝΑΤΟ θα αποφασισθεί από το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο πριν τεθεί σε ισχύ η συμφωνία, δηλαδή με το σημερινό προσωρινό όνομα, και οι όροι από τους οποίους εξαρτάται η θέση σε ισχύ της συμφωνίας πρέπει να έχουν εκπληρωθεί προκειμένου η Ελληνική Βουλή να κυρώσει το πρωτόκολλο ένταξης των γειτόνων στο ΝΑΤΟ μαζί με την κύρωση της συμφωνίας για το όνομα. Στο μεταξύ όμως θα έχουν κυρώσει το πρωτόκολλο οι άλλες χώρες μέλη του ΝΑΤΟ.
Πρόβλημα συγχρονισμού υπάρχει και με την πρακτική εφαρμογή των αλλαγών ως προς το όνομα και την erga omnes χρήση τους που χρειάζεται πέντε χρόνια και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη περισσότερα μετά τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας, με μόνο μοχλό πίεσης το μη άνοιγμα κεφαλαίων των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ. Δεν αναφέρομαι καν στα εμπορικά σήματα και τις ονομασίες προέλευσης προϊόντων που παραπέμπονται σε διαδικασίες που προϋποθέτουν υψηλό επίπεδο καλόπιστης συνεργασίας.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, που έχει την ευθύνη των διαπραγματεύσεων, χειρίστηκε ένα εθνικό θέμα με διχαστικό τακτικισμό και με το βλέμμα στραμμένο στους εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς. Τώρα εμφανίζει ένα σχέδιο συμφωνίας όχι για να αναζητήσει ευρύτερες συναινέσεις, αλλά για να προκαλέσει ρήξη και πόλωση με τη ΝΔ και εσωτερικά προβλήματα σε αλλά κόμματα, ενώ η ίδια δείχνει να απολαμβάνει τη δήθεν διαφωνία των ΑΝΕΛ που διαφωνούν εικονικά με τη συμφωνία, αλλά μετέχουν στην κυβέρνηση που τη διαπραγματεύθηκε και ετοιμάζεται να την υπογράψει.
Η διαφύλαξη της εθνικής ενότητας και η επίτευξη ευρύτερων συναινέσεων και ενιαίων εθνικών θέσεων στην εξωτερική πολιτική και ιδίως στη διαχείριση των εθνικών θεμάτων είναι ζήτημα εξαιρετικά σημαντικό. Ας σκεφτούμε αν θα μπορούσαν να αναληφθούν σοβαρές πρωτοβουλίες και δεσμεύσεις στα ελληνοτουρκικά ή το κυπριακό υπό συνθήκες εσωτερικού πολιτικού διχασμού.
Ο φτηνός μικροκομματικός κομπασμός της σύμπραξης ΣΥΡΙΖΑ -ΑΝΕΛ φτάνει στο σημείο της ωμής πρόκλησης, όταν λέει «όποιος θέλει μπορεί να υποβάλλει πρόταση δυσπιστίας για να δει τους ΑΝΕΛ να δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης στον κ. Τσίπρα», προφανώς προκειμένου να υπογράψει τη συμφωνία με την οποία υποτίθεται ότι διαφωνεί ριζικά ο κ. Καμμένος ! Θα όφειλε συνεπώς ο κ. Τσίπρας να υποβάλει αυτός πρόταση εμπιστοσύνης για να δούμε το οπερετικό αυτό θέαμα που θα δυσκολευτούν να εξηγήσουν οι ΑΝΕΛ στους οπαδούς τους.
Εάν η κυβέρνηση παρουσίασε το σχέδιο συμφωνίας για να δει αν συγκεντρώνει στήριξη από το χώρο της αντιπολίτευσης και θεωρεί ότι η στήριξη αυτή είναι προϋπόθεση για τις περαιτέρω κινήσεις, τότε οφείλει να αποδεχθεί την ανάγκη βελτίωσης των ρυθμίσεων στα κρίσιμα σημεία της γλώσσας, της ιθαγένειας και του συγχρονισμού των διαδικασιών ιδίως για την ένταξη στο ΝΑΤΟ και να επανέλθει με ολοκληρωμένες ρυθμίσεις, χωρίς εθνικά διχαστικό λόγο. Τέτοιος διχαστικός λόγος προφανώς δεν πρέπει να διατυπώνεται από καμία πλευρά.
Η δε Νέα Δημοκρατία που καλεί τον κ. Τσίπρα να μην υπογράψει γιατί στερείται νομιμοποίησης, εάν επιβεβαιωθεί τυπικά ότι η κυβέρνηση διαθέτει την εμπιστοσύνη της Βουλής με τις ψήφους των ΑΝΕΛ, τι θα κάνει; Θα αρκεσθεί στην ανάδειξη των ψεμμάτων, των αντιφάσεων και της συνευθύνης των ΑΝΕΛ και θα δεχθεί ότι η κυβέρνηση νομιμοποιείται πλέον να υπογράψει τη συμφωνία χωρίς προσπάθεια βελτιώσεων, με καταγεγραμμένη απλώς τη διαφωνία της αξιωματικής αντιπολίτευσης;
Το σχέδιο συμφωνίας προβλέπει ότι η Βουλή των Ελλήνων θα επιληφθεί κυρώνοντας τη συμφωνία μετά την ολοκλήρωση μιας σειράς πολιτικών και θεσμικών ενεργειών, δηλαδή μετά από αρκετούς μήνες. Ο συγχρονισμός των ενεργειών αυτών είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα που αφορά τις διατυπώσεις της συμφωνίας για τις οποίες απαιτείται η μέγιστη προσοχή καθώς η συμφωνία είναι «αμετάκλητη» και η χώρα μας αναγνωρίζει την αρμοδιότητα του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγη που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επιλήφθηκε της ενδιάμεσης συμφωνίας μετά το Βουκουρέστι και εξέδωσε απόφαση το 2011.
Όταν όμως θα έρθει η συμφωνία στη Βουλή των Ελλήνων για κύρωση θα είναι αργά για κρίσιμα θέματα όπως η γλώσσα, η ιθαγένεια και ο συγχρονισμός των διαδικασιών. Για τα θέματα συνεπώς αυτά η στιγμή είναι τώρα και η μόνη μέθοδος είναι η ολοκληρωμένη και ορθή διατύπωση των σχετικών σημείων του σχεδίου συμφωνίας. Όμως η κυβέρνηση δεν ζητά ούτε έγκριση της Βουλής προκειμένου να υπογράψει τη συμφωνία ούτε άμεση κύρωσή της μετά την υπογραφή της. Λέει καθαρά ότι τελείωσε τη διαπραγμάτευση που έκανε μόνη της και είναι αποφασισμένη να υπογράψει τη συμφωνία χωρίς να εξαρτά τη στάση της από το βαθμό εσωτερικής συναίνεσης. Και προφανώς συνδέει τη χρονική στιγμή της κύρωσης της συμφωνίας από τη Βουλή των Ελλήνων με το συγκρουσιακό κλίμα στο οποίο θα βασίσει τον εκλογικό της σχεδιασμό.
Μετά όμως την υπογραφή της συμφωνίας, ακόμη και αν αυτή δεν έχει τυπικά τεθεί σε ισχύ, διαμορφώνεται μια νέα κατάσταση όχι μόνο πραγματικά αλλά και νομικά. Η διεθνής κοινότητα αντιλαμβάνεται ότι η Ελλάδα συμφώνησε και τυχόν μη κύρωση μετά από μήνες θα θεωρηθεί υπαναχώρηση. Η ΕΕ θα αλλάξει τις εκθέσεις προόδου της γειτονικής χώρας, το ΝΑΤΟ θα απευθύνει πρόσκληση για ένταξη που θα αποφασισθεί από το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο και το σχετικό πρωτόκολλο θα αρχίσει να κυρώνεται από τα κοινοβούλια των άλλων κρατών μελών. Στα Σκόπια θα κυρωθεί από την κυβερνητική πλειοψηφία η συμφωνία, θα ξεκινήσει η διαδικασία του δημοψηφίσματος και αν αυτό είναι θετικό, θα ξεκινήσει και θα συντελεστεί η αναθεώρηση του Συντάγματος, εκτός και αν ανατραπεί ο εκεί εσωτερικός συσχετισμός. Αν έχουν γίνει όλα αυτά και κληθεί η Βουλή των Ελλήνων να κυρώσει νομοθετικά τη συμφωνία, το βάρος των νέων καταστάσεων θα είναι πολύ μεγάλο. Το πραγματικό ερώτημα δεν θα είναι ποιος συμφωνεί με την κύρωση, αλλά ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη της ανατροπής μιας τετελεσμένης κατάστασης, με το διεθνές κλίμα να είναι προφανώς αντίθετο με κάθε πρωτοβουλία αμφισβήτησης ή διόρθωσης πχ σχετικά με τη γλώσσα ή την ιθαγένεια. Άρα αυτά τα θέματα ή αντιμετωπίζονται τώρα, πριν την υπογραφή, ή τοποθετούνται πλέον σε ένα άλλο διεθνές πολιτικό πλαίσιο με μόνο πρακτικό μοχλό το άνοιγμα των κεφαλαίων των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, με δεδομένο όμως ότι η διεύρυνση προς τα Δυτικά Βαλκάνια δεν συνιστά τώρα ευρωπαϊκή προτεραιότητα.
Αυτά πρέπει να ειπωθούν ευθέως για να έχουμε πλήρη συνείδηση του πού βρισκόμαστε, του τι λέει καθένας, για ποιον προέχει πάντα το εθνικό συμφέρον και για ποιον προέχουν πάντα οι κομματικές και εκλογικές σκοπιμότητες. Ποιος θέλει στέρεες συμφωνίες και δίκαιους συμβιβασμούς που κλείνουν τα θέματα και ποιος παίζει με τον κίνδυνο να ανακύψουν στο μέλλον προβλήματα και κρίσεις.-



Παρακολουθώντας χθες το κανάλι της βουλής, είδα τον καθηγητή κ Ζουράρι, να μιλάει για το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων, από το βήμα της βουλής. Ο κ καθηγητής, του οποίου το μυαλό κάνει σύνθετες διαδρομές δήλωσε «προέρχομαι από ένα επικό μείγμα Κωνσταντινουπολίτης και Κρητομακεδών και αν χρειαστεί να ψηφίσω, δεν θα ψηφίσω τα ελάττωνα». Με το τέλος της ομιλίας, οι βουλευτές του σύριζα, χειροκρότησαν θερμά τον κ καθηγητή για τις θέσεις του.
Τι σημαίνει όμως δεν θα ψηφίσω τα ελάττωνα;
Μόνο να εικάσουμε μπορούμε. Στο δικό μου το μυαλό, που δεν είναι τόσο σύνθετο, η λέξη ελάττωνα μου θύμισε τον Όρκο των Αθηναίων Εφήβων.
«Οὐ καταισχυνῶ τὰ ὅπλα τὰ ἱερὰ, οὐδ’ ἐγκαταλείψω τὸν παραστάτην ὅτῳ ἂν στοιχήσω• ἀμυνῶ δὲ καὶ ὑπὲρ ἱερῶν καὶ ὁσίων καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν. καὶ τὴν πατρίδα οὐκ ἐλάσσω παραδώσω, πλείω δὲ καὶ ἀρείω ὅσης ἂν παραδέξωμαι. καὶ εὐηκοήσω τῶν ἀεὶ κραινόντων ἐμφρόνως καὶ τοῖς θεσμοῖς τοῖς ἰδρυμένοις πείσομαι καὶ οὕστινας ἂν ἄλλους τὸ πλῆθος ἰδρύσηται ὁμοφρόνως•καὶ ἂν τις ἀναιρῇ τοὺς θεσμοὺς ἢ μὴ πείθηται οὐκ ἐπιτρέψω, ἀμυνῶ δὲ καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν. καὶ ἱερὰ τὰ πάτρια τιμήσω. ἵστορες τούτων Ἄγλαυρος, Ἐνυάλιος, Ἄρης, Ζεύς, Θαλλώ, Αὐξώ, Ἡγεμόνη.»
Μας επισημαίνει (;) ο κ καθηγητής «τὴν πατρίδα οὐκ ἐλάττω παραδώσω». Ο κ Ζουράρις στο παρελθόν αναφερόμενος στο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων είχε υποστηρίξει πως «όποιος παραχωρεί όνομα, παραχωρεί έδαφος» και πως η οποιαδήποτε Αυστροουγγαρία του επόμενου αιώνα, μπορεί να αλλάξει τα σύνορα, για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της.
Πολύ φοβάμαι, πως δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε έως την επόμενη Αυστροουγγαρία, καθώς η αναφορά στο άρθρο 13 της συμφωνίας για περίκλειστο κράτος και τις σχετικές προβλέψεις για το Δίκαιο της Θάλασσας, που θα έχουν και πρακτική εφαρμογή, οδηγούμαστε στην αρχή της ελάττωσης του κράτους.
Οι βουλευτές του σύριζα χειροκρότησαν με πάθος τον κ Ζουράρι, όταν τους επισήμανε πως «δεν θα ψηφίσω τα ελάττωνα».
Το συμπέρασμα είναι πως οι βουλευτές είτε δεν κατάλαβαν τον κίνδυνο, που τους επισημάνθηκε είτε τον κατάλαβαν και απλά αδιαφορούν.
Τι είναι ο Σλαβομακεδόνας;
Ένας Σλάβος που ζει στη Μακεδονία ή μήπως ένας τύπος ανθρώπου, που μπορεί να ήρθαν οι πρόγονοι του στη Μακεδονία τον 6 αιώνα, αλλά αναμίχθηκαν με τους απογόνους των αρχαίων Μακεδόνων, επομένως δικαιούται να επικαλείται το αρχαίο μακεδονικό παρελθόν;
Τι είναι η σλαβομακεδονική γλώσσα;
Η γλώσσα που μιλούν οι Σλάβοι που ζουν στο βόρειο τμήμα της γεωγραφικής περιοχής της αρχαίας Μακεδονίας ή μήπως η γλώσσα των Σλαβομακεδόνων;
Τι είναι ο Βορειομακεδόνας;
Ένας Σλάβος που ζει στο βόρειο τμήμα της γεωγραφικής περιοχής της αρχαίας Μακεδονίας ή μήπως ένας Μακεδόνας που ζει στο βόρειο τμήμα της γεωγραφικής περιοχής της αρχαίας Μακεδονίας, με υποδουλωμένο το νότιο τμήμα του Μακεδονικού κράτους;
Ορίζουμε με τον ίδιο τρόπο εμείς και οι γείτονες μας τις λέξεις; Ο όρος Σλαβομακεδονική γλώσσα, θα σημαίνει νοτιοσλαβική γλώσσα, που μιλάνε οι Βορειομακεδόνες; Και ποια θα είναι η σχέση τους με τους αρχαίους Μακεδόνες;
Τα ερωτήματα αυτά θα λυθούν με αστερίσκους;
Στα διαβατήρια που αναγράφεται η εθνικότητα θα υπάρχει και συνοδευτικό παράρτημα με τους αστερίσκους ή μήπως έχουν την ίδια χρηστικότητα με τα καθρεφτάκια, που έδιναν οι Ισπανοί κονκισταδόρες στους ιθαγενείς, όταν τους έπαιρναν το χρυσό;
Το πρόθεμα Σλάβο ή Βόρειο ακυρώνει το ιδεολόγημα του μακεδονισμού ή μήπως επιτρέπει να επανεμφανιστεί με μία παραλλαγή του;
Στις αρχές του 1992 στην πρώτη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή για το θέμα των Σκοπίων. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός, ο Ανδρέας Παπανδρέου, η Αλέκα Παπαρήγα και η Μαρία Δαμανάκη, παρουσία του υπουργού εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά, συμφωνούν για κοινή γραμμή πλεύσης, σε μια ονομασία που δεν θα περιέχει τη λέξη Μακεδονία ή παράγωγά της.
Το όνομα της γειτονικής χώρας, δεν θεωρήθηκε το όχημα του αλυτρωτισμού και δεν έγιναν δεκτά τα προθέματα, για να μην επιτραπεί το ιδεολόγημα του μακεδονισμού να επανεμφανιστεί με κάποια παραλλαγή του;
Εάν δεν υπάρχει το όνομα Μακεδονία ή παράγωγό του, η Ελλάδα είναι διασφαλισμένη από τον επεκτατισμό των γειτόνων μας;
Όχι.
Οι σλάβοι εμφανίστηκαν στα βαλκάνια τον 6 αιώνα και η πρόσβαση στο Αιγαίο υπήρξε ένα διαρκές αίτημα τους, στο αίτημα αυτό ο ελληνικός λαός απάντησε με αξιοθαύμαστη συνέπεια για 14 αιώνες. Ο ελληνισμός δεν παρέδωσε το ζωτικό του χώρο αλλά τον υπερασπίστηκε με αυταπάρνηση! Το θέμα δεν προέκυψε επί Τίτο, ούτε ασφαλώς ξεχάστηκε σε δέκα χρόνια. Η ιστορική ευθύνη που κουβαλάμε μετά από 14 αιώνες είναι κολοσσιαία, συνομιλούμε με την ιστορία.
Με η χωρείς το όνομα Μακεδονία ο επεκτατισμός τους είναι κάτι με το οποίο ήρθαμε σε επαφή για 14 αιώνες. Δεν ισχυρίζομαι πως πρέπει να δώσουμε το όνομα Μακεδονία αλλά πως η φιλοπατρία, σε συνδυασμό με τη διαχρονική ενίσχυση του σκληρού πυρήνα του κράτους, στα πλαίσια της αποτροπής, είναι η ενδεδειγμένη απάντηση.
Μπορούν τα Σκόπια να απειλήσουν στρατιωτικά την Ελλάδα;
(Παραθέτω αυτούσια την απάντηση που έδωσε ο βαλκανιολόγος κ Παούνης σε παλαιότερο άρθρο του).
«Αρκετοί Αναλυτές θεωρούν την επιβουλή κατά των ελληνικών εδαφών ουτοπική, εξαιτίας του μεγέθους της Ελλάδας, και του βαθμού της διατιθέμενης ισχύος. Ένα παράδειγμα αντλούμενο από την εθνική ιστοριογραφία δίνει την απάντηση. Όταν το 1832 η Υψηλή Πύλη αναγνώριζε το μικρό από απόψεως εδαφικής επιφάνειας, ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, ουδείς μπορούσε να προβλέψει ότι 90 έτη αργότερα θα μεταβάλλονταν οι συσχετισμοί δυνάμεων και οι περιφερειακές συμμαχίες, γεγονός το οποίο θα επέτρεπε στον Ελληνικό Στρατό να προελάσει και να ενσωματώσει την Ήπειρο, τη Μακεδονία τα νησιά του Αιγαίου, αλλά και να αποβιβαστεί στα μικρασιατικά παράλια».
Εξαιρετική η ανάλυση και τα ερωτήματα που θέτει ο τρυποκάρυδος. Συμφωνώ απόλυτα. Και με την κατάληξη των σχολίων.
Οι Έλληνες της κλασικής περιόδου, υπήρξαν φωτοδότες, πρότειναν ένα τρόπο σκέψης, κοινωνικής-πολιτικής οργάνωσης, θεσμικής αντιμετώπισης των διαφορετικών προσεγγίσεων, που υιοθετήθηκαν από μεγάλο μέρος του κόσμου. Οι αρχαίοι Έλληνες πρότειναν ιδέες, που συνέβαλαν στον εξανθρωπισμό των κοινωνιών.
Ο μεσαιωνικός ελληνισμός, κόμισε μία πρόταση ζωής και βοήθησε στην ολοκλήρωση του σλαβικού παράγοντα, συμβάλλοντας στην πολιτισμική, πνευματική και θεολογική ανάπτυξη του, καθιστώντας τους Σλάβους τμήμα της πολιτισμένης, από τις αξίες της κλασικής περιόδου, ανθρωπότητας.
Ασφαλώς η ελληνική κρατογένεση υπήρξε προϊόν της τυχαιότητας, της ναυμαχίας του Ναυαρίνου το 1827, που δεν ολοκληρώθηκε θεσμικά ώστε να μετατραπεί σε μία σύγχρονη ευρωπαϊκή Δημοκρατία, συναντώντας το αρχαίο της παρελθόν. Η επανελλήνιση δεν επιτεύχθηκε, παραμείναμε μία οθωμανική επαρχία σε μία μεταοθωμανική περίοδο.
Στις ημέρες μας, καθορίζεται το μέλλον των Βαλκανίων και η πατρίδα μας, νομίζω πως είναι απούσα. Πως οραματιζόμαστε τα Βαλκάνια του 2030, του 2040; Το όραμα της Αλβανίας είναι το Κόσοβο, το Τέτοβο, το Πρέσεβο, η Τσαμουριά, η Μεγάλη Ιδέα. Το όραμα των Σκοπίων είναι η Μεγάλη «Μακεδονία» μέχρι τον Όλυμπο. Το όραμα της Βουλγαρίας, είναι η απόσπαση, ενός σημαντικού τμήματος των Σκοπίων όπου έχει πληθυσμιακό έρεισμα, η Μεγάλη Βουλγαρία.
Το πρόβλημα με τις Μεγάλες ιδέες είναι πως καταλήγουν σε Μεγάλες καταστροφές. Η Ελλάδα ως κομιστής ιδεών, που υιοθετήθηκαν και έγιναν σχεδόν παγκόσμιες, όπως η Δημοκρατία, η Ελλάδα ως φωτοδότης, μπορεί να είναι η μόνη χώρα χωρίς όραμα για τα Βαλκάνια του μέλλοντος; Η ηγέτιδα δύναμη των Βαλκανίων, μπορεί να επιτρέψει τους άλλους, να παρασύρουν την περιοχή στο σκοταδισμό; Η Ελλάδα μπορεί να επιτρέψει τους άλλους, να την παρασύρουν στα μέσα του 19 αιώνα και στις αρχές του 20 αιώνα; Η Ελλάδα ως φωτοδότης, ως ηγέτιδα δύναμη των Βαλκανίων δεν θα πρέπει να έχει ένα φωτεινό όραμα για τα Βαλκάνια, που να τους περιλαμβάνει όλους; Η Ελλάδα ως η αρχαιότερη Δημοκρατία του κόσμου, δεν έχει την υποχρέωση να φέρει, τις ανώριμες βαλκανικές δημοκρατίες, στον 21 αιώνα και στο ευρωπαϊκό κεκτημένο; Η δικιά μας εμπειρία, από την προσπάθεια υλοποίησης της Μεγάλης ιδέας, δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει σε μία προσπάθεια ανάδειξης, της δυνατότητας μετακίνησης, από το Πρέσεβο στα Τίρανα, χωρίς τη συνδρομή της Μεγάλης Ιδέας, αλλά με τη βοήθεια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της συνθήκης Σέγκεν; Η κάθοδος ενός κατοίκου των Σκοπίων στη Θεσσαλονίκη και τη Χαλκιδική, δεν μπορεί να γίνει κατά όμοιο τρόπο, με μία απλή ταυτότητα; Χρειάζεται για αυτό πουθενά, το ιδεολόγημα του Μακεδονισμού;
Η πατρίδα μας υποτάσσεται, στο σκοτεινό όραμα των ανώριμων δημοκρατιών των Βαλκανίων, που μας οδηγούν σε περασμένους αιώνες και κλείνει τα μάτια στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των βορειοηπειρωτών (κατεδαφίσεις σπιτιών) κλείνοντας τα κεφάλαια της Αλβανίας, ενώ θα έπρεπε στα πλαίσια της ένταξης της, να επιβλέπει την τήρηση των συμφωνηθέντων. Για τα Σκόπια αντί να προωθήσει μία ουδέτερη ονομασία, επί τη βάσει της διεθνικής σύστασης του κράτους (Σλάβοι, Αλβανοί) στα πρότυπα του Βελγίου (Φλαμανδοί, Γαλλόφωνοι) ή της Ελβετίας (Γαλλόφωνοι, Ιταλόφωνοι, Γερμανόφωνοι) αποδίδοντας τους την αντίστοιχη ουδέτερη εθνικότητα, όπως βελγική για το Βέλγιο ή ελβετική για την Ελβετία και να γλυτώσουμε από τον εφιάλτη της Μακεδονίας με τη μακεδονική ταυτότητα.
Μήπως η πατρίδα μας, αντί να συμβάλει στον εκπολιτισμό των βαλκάνιων γειτόνων μας, υποτάσσεται σε τελική ανάλυση στο σκοτεινό όραμα των εξτρεμιστών του UÇK και του VMRO; Που είναι το φωτεινό όραμα της Ελλάδας, που θα αγκαλιάσει όλους τους βαλκάνιους λαούς. Μήπως δεν το διαθέτουμε και είμαστε ραγιάδες του ΝΑΤΟ και της Γερμανίας, ως Οθωμανοί πολίτες σε μία μεταοθωμανική περίοδο, ιδιότητα μας, που είναι προϊόν της τυχαιότητας, που χαρακτηρίζει την ελληνική κρατογένεση; Είναι ο ελληνισμός σήμερα φωτοδότης;