![]()
Από τη λήξη του συνεδρίου έως τη συζήτηση για το κράτος δικαίου, η Χαριλάου Τρικούπη επιχειρεί να αφήσει πίσω την εσωστρέφεια και να χτίσει νέο αντιπολιτευτικό βηματισμό. Οι διαφωνίες δεν εξαφανίστηκαν, αλλά υποχώρησαν. Το ερώτημα είναι αν αυτή η εσωκομματική ηρεμία μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική πολιτική δυναμική.
Το ΠΑΣΟΚ βγήκε από το πρόσφατο συνέδριό του με ένα σαφές πολιτικό ζητούμενο: να αποδείξει ότι δεν είναι απλώς ένα κόμμα που διαχειρίζεται καλύτερα από άλλους την αντιπολίτευση, αλλά ένας φορέας που μπορεί να διεκδικήσει ξανά κεντρικό ρόλο στο πολιτικό σύστημα. Από τη λήξη των εργασιών του συνεδρίου μέχρι σήμερα, το κόμμα κινείται σε δύο παράλληλες γραμμές. Η πρώτη είναι η εσωτερική: συγκράτηση των εντάσεων, επιβολή πειθαρχίας και αποφυγή νέου κύκλου δημόσιων τριβών. Η δεύτερη είναι η εξωτερική: ένταση της αντιπολίτευσης απέναντι στην κυβέρνηση, με αιχμή το κράτος δικαίου, τη θεσμική λειτουργία και το ζήτημα της διαφάνειας.
Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης κατάφερε, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, να βγει από το συνέδριο πιο ισχυρός από ό,τι μπήκε. Το κλίμα που είχε προηγηθεί μόνο ανέφελο δεν ήταν. Υπήρξαν εσωκομματικές γκρίνιες, υπόγειες διαφωνίες, δημόσιες αιχμές και γνωστές ενστάσεις για τη φυσιογνωμία, τη στρατηγική και τη λειτουργία του κόμματος. Ωστόσο, το συνέδριο δεν εξελίχθηκε σε πεδίο σύγκρουσης. Αντιθέτως, παρήγαγε μια εικόνα ελεγχόμενης ενότητας, με την ηγεσία να διατηρεί το πάνω χέρι και να στέλνει το μήνυμα ότι το ΠΑΣΟΚ κλείνει —έστω προσωρινά— τον κύκλο της εσωστρέφειας.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι διαφωνίες εξαφανίστηκαν. Στο ΠΑΣΟΚ δεν επικράτησε κάποια βαθιά ιδεολογική συμφιλίωση, ούτε χάθηκαν ως διά μαγείας οι προσωπικές και πολιτικές επιφυλάξεις στελεχών απέναντι στην ηγεσία. Πιο σωστό θα ήταν να ειπωθεί ότι οι διαφωνίες χαμήλωσαν την έντασή τους και μετατέθηκαν χρονικά. Και αυτό έγινε για τρεις βασικούς λόγους.
Πρώτον, επειδή ο Ανδρουλάκης προσήλθε στο συνέδριο με καθαρή οργανωτική υπεροχή. Το ηγετικό μπλοκ έδειξε ότι εξακολουθεί να ελέγχει τους βασικούς συσχετισμούς και ότι δεν υπάρχει, αυτή την ώρα, συγκροτημένη εσωκομματική δύναμη ικανή να τον αμφισβητήσει ευθέως. Δεύτερον, επειδή έγιναν οι αναγκαίες τακτικές κινήσεις ώστε να μη μετατραπούν οι επιμέρους ενστάσεις σε κοινό αντικαθεστωτικό μέτωπο. Και τρίτον, επειδή όλα τα στρατόπεδα κατανοούν ότι μια ανοιχτή εσωτερική αναμέτρηση σε αυτή τη συγκυρία θα ήταν πολιτικά αυτοκαταστροφική.
Έτσι, στη Χαριλάου Τρικούπη διαμορφώθηκε μια άτυπη ανακωχή. Μια ανακωχή όχι χωρίς όρους, όχι χωρίς καχυποψίες, αλλά πάντως λειτουργική. Ο καθένας κράτησε τη θέση του, η ηγεσία κράτησε τον έλεγχο, και το κόμμα κέρδισε χρόνο. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι αν σιώπησαν οι διαφωνίες. Το ζητούμενο είναι αν αυτή η σιωπή θα αποδειχθεί δημιουργική ή απλώς μεταβατική.
Η πρώτη σοβαρή δοκιμή για τον νέο αυτό βηματισμό ήρθε στη Βουλή, στη συζήτηση για το κράτος δικαίου. Εκεί ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχείρησε να εμφανιστεί όχι μόνο ως αρχηγός ενός κόμματος που ασκεί σκληρή αντιπολίτευση, αλλά ως πολιτικός αρχηγός που διεκδικεί μερίδιο από τον κεντρικό δημόσιο χώρο. Η παρουσία του στην Ολομέλεια είχε σαφή στρατηγική στόχευση. Δεν περιορίστηκε σε αποσπασματικές καταγγελίες, αλλά επιχείρησε να δέσει σε ένα ενιαίο αφήγημα τις υποκλοπές, τις παρεμβάσεις στους θεσμούς, τη λειτουργία της δικαιοσύνης, τη συζήτηση περί διαφάνειας και την ευρύτερη αίσθηση θεσμικής διολίσθησης.
Σε αυτή την εμφάνιση, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ήταν μάλλον πιο συγκροτημένος από άλλες φορές. Είχε καθαρό στόχο, σαφές ύφος και συγκεκριμένο πολιτικό αποδέκτη: τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Εκεί ακριβώς φάνηκε και το νέο σχέδιο της ηγεσίας. Το ΠΑΣΟΚ θέλει να απομακρυνθεί από τη θέση του συμπληρωματικού πόλου και να εγκαθιδρύσει, όσο μπορεί, μια πιο άμεση αντιπαράθεση με τη Νέα Δημοκρατία. Με άλλα λόγια, ο Ανδρουλάκης επιχειρεί να πείσει ότι το βασικό δίπολο δεν είναι μόνο «κυβέρνηση απέναντι σε μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση», αλλά «Μητσοτάκης απέναντι σε έναν διακριτό, θεσμικό και σοβαρό αντίπαλο».
Από επικοινωνιακής πλευράς, αυτή η προσπάθεια είχε αποτέλεσμα. Η συζήτηση για το κράτος δικαίου προσέφερε στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ένα πεδίο στο οποίο μπορούσε να κινηθεί με σχετική άνεση: θεσμικά, αιχμηρά, αλλά χωρίς να εμφανίζεται κραυγαλέος. Και αυτό είναι ίσως το μεγάλο του πλεονέκτημα. Ο Ανδρουλάκης μπορεί, σε τέτοιες συζητήσεις, να εκπέμπει θεσμικότητα και σοβαρότητα, χαρακτηριστικά που τμήμα του κεντρώου ακροατηρίου εξακολουθεί να θεωρεί σημαντικά.
Υπάρχει όμως και η άλλη όψη. Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να εμφανίζεται πιο πειθαρχημένο και πιο καθαρό στο θεσμικό του μήνυμα, αλλά ακόμη δεν έχει αποδείξει ότι αυτό αρκεί για να μετατραπεί σε πραγματικό ρεύμα εξουσίας. Η σκληρή κριτική απέναντι στην κυβέρνηση, ειδικά σε ζητήματα κράτους δικαίου, του δίνει πολιτικό οξυγόνο. Δεν του εξασφαλίζει όμως αυτόματα κοινωνική διεύρυνση. Το κόμμα εξακολουθεί να δείχνει πιο άνετο στην αποδόμηση της κυβερνητικής εικόνας παρά στην επιβολή ενός καθημερινού, χειροπιαστού, πλειοψηφικού κυβερνητικού αφηγήματος.
Εδώ βρίσκεται και η βασική ισορροπία της παρούσας περιόδου. Από τη μία πλευρά, θα ήταν άδικο να παραβλέψει κανείς ότι το ΠΑΣΟΚ έχει καταφέρει να ανασυγκροτήσει ένα μέρος της αξιοπιστίας του. Μετά από καιρό, εκπέμπει πιο καθαρή γραμμή, λιγότερο θόρυβο και μεγαλύτερη εσωτερική συνοχή. Από την άλλη, θα ήταν εξίσου βιαστικό να υποστηριχθεί ότι έχει ήδη λύσει το πρόβλημα της πολιτικής του εμβέλειας. Η εσωκομματική ανακωχή είναι χρήσιμη, αλλά δεν αρκεί. Η κοινοβουλευτική επιθετικότητα δίνει στίγμα, αλλά δεν συνιστά από μόνη της εναλλακτική διακυβέρνηση.
Γι’ αυτό και το επόμενο βήμα του Ανδρουλάκη θα είναι κρίσιμο. Όλα δείχνουν ότι επιχειρεί τώρα να οργανώσει πιο σφιχτά τον κομματικό μηχανισμό, να σταθεροποιήσει τους εσωτερικούς συσχετισμούς και να κρατήσει ανοιχτή τη διπλή ατζέντα: θεσμική σύγκρουση με την κυβέρνηση και ταυτόχρονα κοινωνικοοικονομική πίεση σε ζητήματα καθημερινότητας, τραπεζών, ακρίβειας και ανισοτήτων. Αν πετύχει να ενώσει αυτά τα δύο, το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος και πιο ανθεκτική πολιτική παρουσία. Αν όχι, υπάρχει ο κίνδυνος να εγκλωβιστεί σε μια εικόνα καλοσυνταγμένης, αλλά περιορισμένης αντιπολίτευσης.
Στο τέλος της ημέρας, η αλήθεια για το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται κάπου στη μέση. Ούτε καταρρέει από εσωτερικές έριδες, όπως θα ήθελαν οι αντίπαλοί του, ούτε έχει ήδη πετύχει τη μεγάλη επάνοδο, όπως θα ήθελαν οι πιο αισιόδοξοι εντός του. Αυτό που έχει πετύχει είναι μια προσωρινή σταθεροποίηση και μια πιο επιθετική πολιτική αυτοπεποίθηση. Αυτό που ακόμη δεν έχει πετύχει είναι να μετατρέψει αυτή τη σταθεροποίηση σε καθαρή κοινωνική πλειοψηφία.
Και αυτό ακριβώς θα κρίνει το επόμενο διάστημα: αν ο Νίκος Ανδρουλάκης μπορεί να κεφαλαιοποιήσει την εσωκομματική ηρεμία και τη θεσμική του αντεπίθεση, ή αν το συνέδριο θα αποδειχθεί απλώς μια ανάπαυλα πριν από τον επόμενο γύρο αμφισβήτησης. Για την ώρα, πάντως, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έχει πετύχει κάτι που πριν από λίγες εβδομάδες κάθε άλλο παρά αυτονόητο έμοιαζε: να ξαναβάλει το κόμμα του σε θέση πολιτικής κίνησης και να δείξει ότι η συζήτηση για την επόμενη μέρα της Κεντροαριστεράς δεν μπορεί να γίνει χωρίς αυτόν.



Και στο μυαλό του κ. Ανδρουλάκη και όλων των συντρόφων του -αυτήν την επωνυμία έχουν οι Πασόκοι από το 1974-στροβιλίζεται η πανέξυπνη -ουσιαστικά και επικοινωνιακά-φράση του πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη προς τον ίδιον.
” Ονειρεύεσθε την αυτοδυναμία της Ν.Δ και να είστε στη 2η θέση και να βγείτε από την δυσκολία να αποφασίσετε ” (αν πρέπει να συγκυβερνήσετε μαζί μας).
Υ.Γ Όσο αποκλείει ΑΠΟΛΥΤΩΣ το μικρό και μεγάλο (Βενιζέλος και λοιποί) ΠΑΣΟΚ την μετεκλογική συνεργασία με την Ν.Δ , τόσο οι παλαίμαχοι Κεντροαριστεροί θα ψηφίσουν από τις πρώτες εκλογές την Ν.Δ. γιατί δεν θέλουν συγκυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ,με τα απολειφάδια -κυρίως- του Σύριζα , που τους πίκρανε και αυτούς ,ιδίως από την κολοτούμπα του κ. Τσίπρα στο δημοψήφισμα.