Το να υπάρχεις σημαίνει να συμμετέχεις

«Το να υπάρχεις σημαίνει να συμμετέχεις» είναι δοκίμιο του João de Pina-Cabral, ανθρωπολόγου και ερευνητή στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Λισαβόνας, καθώς και ομότιμου καθηγητή κοινωνικής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Kent. Δημοσιεύθηκε στο Aeon, στην κατηγορία History of ideas / Anthropology, με επιμέλεια του Sam Haselby.

Το δοκίμιο εξετάζει ένα θεμελιώδες ανθρωπολογικό και φιλοσοφικό ερώτημα: τι είναι το πρόσωπο; Ο συγγραφέας ξεκινά από την ιδέα ότι η ανθρώπινη κοινωνικότητα διαφέρει από άλλες μορφές κοινωνικής ζωής επειδή ο άνθρωπος, ήδη από πολύ μικρή ηλικία, αποκτά την ιδιότητα του προσώπου. Μαθαίνει γλώσσα, αποκτά μονιμότητα αντικειμένου, αναπτύσσει ηθική σχέση με τους άλλους και αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως υποκείμενο. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο ηθικό —αν δηλαδή όλα τα πρόσωπα πρέπει να έχουν τα ίδια δικαιώματα και καθήκοντα— αλλά και οντολογικό: πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τι είναι ένα πρόσωπο για να καταλάβουμε τι του οφείλεται.

Στο κέντρο του κειμένου βρίσκεται ο Γάλλος ανθρωπολόγος και φιλόσοφος Lucien Lévy-Bruhl. Ο Pina-Cabral παρουσιάζει τον Lévy-Bruhl ως έναν στοχαστή που προσπάθησε να υπερβεί την ατομικιστική κατανόηση του ανθρώπου. Για τον Lévy-Bruhl, το πρόσωπο δεν είναι μια απομονωμένη, αυτάρκης μονάδα που υπάρχει πρώτα μόνη της και έπειτα σχετίζεται με τους άλλους. Αντιθέτως, το πρόσωπο προκύπτει μέσα από σχέσεις, φροντίδα, κοινή ζωή και συναισθηματική συνύπαρξη. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει πρώτα το “εγώ” και μετά το “εμείς”· υπάρχει πρώτα μια μορφή “εμείς”, μέσα από την οποία σταδιακά αναδύεται το “εγώ”.

Ο συγγραφέας εξηγεί ότι ο Lévy-Bruhl ξεκίνησε από τη φιλοσοφία της ηθικής και ειδικά από την έννοια της ευθύνης. Η ευθύνη, κατά τον Lévy-Bruhl, δεν γεννιέται αρχικά ως νόμος ή κανόνας, αλλά ως βαθύ συναίσθημα που αναπτύσσεται μέσα στις σχέσεις μεταξύ προσώπων. Το παιδί δεν γίνεται ηθικό ον επειδή πρώτα μαθαίνει αφηρημένους κανόνες· γίνεται ικανό για ευθύνη επειδή αναπτύσσεται μέσα σε σχέσεις εξάρτησης, φροντίδας και συμμετοχής με ήδη υπάρχοντα πρόσωπα, κυρίως τους φροντιστές του. Άρα, οι νόρμες και οι νόμοι δεν προηγούνται της ευθύνης· αντίθετα, θεμελιώνονται σε μια προγενέστερη εμπειρία συνυπευθυνότητας.

Στη συνέχεια, το κείμενο παρουσιάζει τη γνωστή αντιπαράθεση ανάμεσα στον Lucien Lévy-Bruhl και τον Franz Boas. Και οι δύο ήταν μεγάλοι ανθρωπολόγοι, Εβραίοι, Ευρωπαίοι στην καταγωγή, φιλελεύθεροι και αφοσιωμένοι στην ενότητα της ανθρωπότητας. Ωστόσο, διαφωνούσαν ως προς το πώς έπρεπε να ερμηνευθούν οι διαφορές μεταξύ ανθρώπινων κοινωνιών. Ο Lévy-Bruhl, μελετώντας εθνογραφικά δεδομένα από διάφορες περιοχές του κόσμου, πίστεψε αρχικά ότι οι λεγόμενοι «πρωτόγονοι» λαοί δεν σκέφτονταν πάντα σύμφωνα με τους κανόνες της αριστοτελικής λογικής, ιδίως τον νόμο του αποκλειομένου τρίτου και τον νόμο της μη αντίφασης. Αυτό δεν σήμαινε, για εκείνον, ότι ήταν λιγότερο λογικοί ή λιγότερο ικανοί. Σήμαινε ότι σε ορισμένες μορφές ζωής και τελετουργικής πράξης λειτουργούσε ένας άλλος τρόπος σκέψης, τον οποίο ονόμασε συμμετοχή.

Η έννοια της συμμετοχής είναι ο πυρήνας του δοκιμίου. Ο Lévy-Bruhl χρησιμοποίησε την πλατωνική ιδέα της μέθεξης και τη μεσαιωνική έννοια της participatio για να περιγράψει την εμπειρία κατά την οποία ένα πρόσωπο δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως αυστηρά διαχωρισμένο από τους άλλους ή από τον κόσμο. Η συμμετοχή σημαίνει κοινή μετοχή στο είναι: το πρόσωπο βιώνει τον εαυτό του ως συνδεδεμένο με άλλα πρόσωπα, αντικείμενα, τόπους, προγόνους, σύμβολα ή συλλογικές μορφές ζωής. Αυτή η σκέψη ήταν αντίθετη προς τη νεωτερική, μεταδιαφωτιστική αντίληψη που βλέπει το άτομο ως αυτόνομη και κλειστή μονάδα.

Ωστόσο, το κείμενο δείχνει ότι η αρχική διατύπωση του Lévy-Bruhl ήταν προβληματική. Ο όρος «πρωτόγονος» μπορούσε εύκολα να παρερμηνευθεί ως ρατσιστικός ή ιεραρχικός. Ο Boas, ζώντας και εργαζόμενος στην Αμερική, όπου ο ρατσισμός είχε άμεσες κοινωνικές και εκπαιδευτικές συνέπειες, φοβόταν ότι η ιδέα περί «πρωτόγονης νοοτροπίας» θα μπορούσε να εκληφθεί ως ισχυρισμός περί κατώτερης ευφυΐας. Έτσι, η διαφωνία τους δεν αφορούσε απαραίτητα τα ίδια τα εθνογραφικά δεδομένα, αλλά το πολιτικό και ηθικό νόημα που θα μπορούσαν να αποκτήσουν οι θεωρητικές διατυπώσεις τους.

Το πιο ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ο ίδιος ο Lévy-Bruhl, στα τελευταία του χρόνια, αναθεώρησε βαθιά τη σκέψη του. Καθώς έβλεπε τον φασισμό να αναδύεται στην Ευρώπη και τους ίδιους τους «νεωτερικούς» λαούς να συμπεριφέρονται με τρόπους ανορθολογικούς, αντιφατικούς και μαζικά συμμετοχικούς, άρχισε να αμφισβητεί τη διάκριση ανάμεσα σε «εμάς» και «εκείνους». Κατέληξε ότι η συμμετοχή δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο των μη νεωτερικών κοινωνιών, αλλά καθολική ανθρώπινη συνθήκη. Όλοι οι άνθρωποι, ακόμη και οι πλέον «μοντέρνοι», συμμετέχουν σε συλλογικές μορφές ζωής, σε συναισθηματικές ταυτίσεις, σε οικογενειακές, κοινωνικές και συμβολικές σχέσεις που δεν μπορούν να αναχθούν πλήρως στην τυπική λογική.

Από εδώ προκύπτει η πιο ριζοσπαστική θέση του δοκιμίου: η συμμετοχή δεν είναι απλώς ένας τρόπος σκέψης, αλλά η ίδια η συνθήκη μέσα από την οποία το πρόσωπο έρχεται στην ύπαρξη. Πριν γίνουμε διακριτά «εγώ», υπάρχουμε μέσα σε σχέσεις. Το βρέφος δεν είναι αρχικά ένα πλήρως συγκροτημένο άτομο που μετά μαθαίνει να κοινωνικοποιείται· αντίθετα, είναι εξαρχής βυθισμένο σε ένα πεδίο συμμετοχής με τους φροντιστές του. Η ατομικότητα δεν προηγείται της σχέσης· αναδύεται σταδιακά μέσα από αυτήν.

Ο Pina-Cabral συνδέει αυτή τη θέση με μεταγενέστερες εξελίξεις στην ανθρωπολογία, τη φαινομενολογία, τη γνωσιακή επιστήμη και την αναπτυξιακή ψυχολογία. Αναφέρεται στον Pierre Bourdieu και στην έννοια του habitus, δηλαδή στο ιστορικά διαμορφωμένο περιβάλλον νοημάτων και πρακτικών μέσα στο οποίο συγκροτείται το πρόσωπο. Αναφέρεται επίσης σε φαινομενολόγους όπως ο Sartre, ο Merleau-Ponty, ο Levinas και ο Derrida, οι οποίοι συνέβαλαν σε μια κατανόηση του προσώπου ως ηθικά και σχεσιακά συγκροτημένου.

Σημαντική θέση έχουν επίσης οι αναφορές στη γνωσιακή επιστήμη και την παιδική ανάπτυξη. Ερευνητές όπως ο Boris Cyrulnik και ο Colwyn Trevarthen έδειξαν ότι το παιδί δεν ξεκινά ως απομονωμένο υποκείμενο, αλλά ως ον που βρίσκεται σε πρωταρχική σχέση με τους φροντιστές του. Η διυποκειμενικότητα, επομένως, δεν είναι συνάντηση ήδη έτοιμων υποκειμένων. Είναι το πεδίο μέσα από το οποίο το ίδιο το υποκείμενο γεννιέται. Το παιδί γίνεται «εγώ» μέσα σε ένα ήδη υπάρχον «εμείς».

Το κείμενο συνδέει αυτή την ιδέα και με την ανθρωπολογία της συγγένειας. Ο Marshall Sahlins υποστήριξε ότι οι συγγενείς είναι, κατά κάποιον τρόπο, «μέλη ο ένας του άλλου». Αυτό σημαίνει ότι οι στενές σχέσεις δεν είναι απλώς εξωτερικές συνδέσεις μεταξύ ανεξάρτητων ατόμων. Είναι σχέσεις μέσα από τις οποίες τα πρόσωπα συγκροτούνται. Η συγγένεια, η φροντίδα, η οικογένεια και η κοινή ζωή είναι μορφές συμμετοχής στο είναι των άλλων.

Έτσι, το δοκίμιο καταλήγει σε μια βαθιά αντι-ατομικιστική κατανόηση του ανθρώπου. Το πρόσωπο δεν είναι μια κλειστή μονάδα με καθαρά ατομικά όρια. Είναι πάντα μερικώς συγκροτημένο από άλλους, από σχέσεις, από ιστορία, από γλώσσα, από φροντίδα, από συλλογικές μορφές ζωής. Το «εγώ» δεν εξαφανίζεται, αλλά δεν είναι ποτέ απολύτως ανεξάρτητο. Είναι πάντοτε δεμένο με ένα «εμείς».

Η κεντρική φράση «Το να υπάρχεις σημαίνει να συμμετέχεις» συνοψίζει ακριβώς αυτό: η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι πρώτα μοναχική και ύστερα κοινωνική. Είναι εξαρχής συμμετοχική. Γινόμαστε πρόσωπα επειδή υπάρχουμε μαζί με άλλους, επειδή μετέχουμε σε άλλες ζωές και επειδή οι άλλοι μετέχουν στη δική μας. Η προσωπική ταυτότητα δεν είναι το αντίθετο της σχέσης· είναι το αποτέλεσμά της.

Με απλά λόγια, το κείμενο υποστηρίζει ότι δεν είμαστε πρώτα άτομα και μετά κοινωνικά όντα· είμαστε πρόσωπα επειδή από την αρχή υπάρχουμε μέσα σε σχέσεις συμμετοχής. Αυτό είναι το μεγάλο μάθημα που ο Pina-Cabral αντλεί από τον Lévy-Bruhl και το επανατοποθετεί στη σύγχρονη ανθρωπολογία, τη φαινομενολογία και τη θεωρία της υποκειμενικότητας.

Ολόκληρο το κείμενο στα αγγλικά μπορείτε να το διαβάσετε εδω

 

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα