Τι έδειξε η λατρεία του Μαζωνάκη;

πηγή:εφημερίδα “Θεσσαλονίκη”

Του Παντελή Σαββίδη

Ο αιφνίδιος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη και η διαμάχη για τη συναυλία του Αντώνη Ρέμου μπροστά στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Θεσσαλονίκη μοιάζουν, εκ πρώτης όψεως, δύο ασύνδετα γεγονότα. Το πρώτο αφορά το συλλογικό πένθος για έναν δημοφιλή τραγουδιστή. Το δεύτερο τα όρια χρήσης ενός δημόσιου μνημείου. Συνδέονται, όμως, από ένα κοινό νήμα: τη δύναμη των συμβόλων. Οι κοινωνίες δεν κινητοποιούνται μόνο γύρω από συμφέροντα και ιδέες. Κινητοποιούνται επίσης γύρω από πρόσωπα, τραγούδια, τόπους και εικόνες στα οποία αναγνωρίζουν ένα κομμάτι του εαυτού τους.

Στην πολιτική και κοινωνική κοινωνιολογία «φαινόμενο» δεν είναι απλώς κάποιος πολύ γνωστός. Είναι ένα πρόσωπο ή γεγονός που ξεπερνά τα όρια της συνηθισμένης δημοσιότητας, κινητοποιεί μαζικά συναισθήματα και γίνεται καθρέφτης συλλογικών αναγκών. Ο Μαζωνάκης απέκτησε αυτή τη θέση επειδή για μεγάλο μέρος του κοινού έγινε οικείο πρόσωπο, σχεδόν μέλος μιας διευρυμένης λαϊκής οικογένειας.

Προσωπικά, δεν γνώριζα αυτή τη σχέση. Όπως, υποθέτω, δεν τη γνώριζαν πολλοί από όσους δεν ανήκαν στο κοινό του. Τη συνειδητοποιήσαμε μετά τον θάνατό του, βλέποντας την έκταση της συγκίνησης και μαθαίνοντας πλευρές της προσωπικότητάς του που μας ήταν άγνωστες.

Ορισμένοι, ωστόσο, από εκείνους που τον αγαπούσαν επιτέθηκαν με μεγάλη δριμύτητα σε όσους δήλωσαν ότι δεν τον γνώριζαν, παρότι λυπήθηκαν από τον θάνατό του και συγκινήθηκαν από όσα έμαθαν αργότερα γι’ αυτόν. Η αντίδραση είναι ίσως ανθρώπινα εξηγήσιμη, αλλά δεν είναι δικαιολογημένη. Το πένθος δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εξέταση αυθεντικότητας ούτε η αγάπη σε απαίτηση καθολικής αναγνώρισης. Δεν είναι υποχρεωμένοι όλοι να γνωρίζουν έναν καλλιτέχνη, όσο σημαντικός και αν υπήρξε για το κοινό του. Και η λύπη δεν είναι λιγότερο ειλικρινής επειδή γεννήθηκε εκ των υστέρων.

Η λαϊκή αγρυπνία που οργανώθηκε για τον Μαζωνάκη έδειξε ότι το πένθος είχε υπερβεί τον στενό κύκλο των συγγενών και των συνεργατών του. Η λέξη «αγρυπνία» έχει ιδιαίτερο βάρος: συνδέει τη λαϊκή κουλτούρα με το θρησκευτικό τελετουργικό.

Οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν για να μείνουν μαζί απέναντι στην απώλεια, να τραγουδήσουν, να προσευχηθούν και να μετατρέψουν το ατομικό σοκ σε κοινή εμπειρία.

Αυτό θυμίζει τη «συλλογική έξαρση» του Εμίλ Ντυρκέμ. Στις τελετές το κοινό συναίσθημα ενισχύεται επειδή βιώνεται ταυτόχρονα από πολλούς. Η συγκίνηση περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο και το πλήθος αισθάνεται προσωρινά σαν ενιαίο σώμα. Η αγρυπνία ήταν ένας τρόπος να αποκτήσει μορφή το πένθος, σε μια εποχή κατά την οποία οι παραδοσιακοί δεσμοί έχουν αδυνατίσει και οι άνθρωποι αναζητούν νέες τελετουργίες κοινότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά νόημα και η σχέση του τραγουδιστή με το Άγιον Όρος. Ο Μαζωνάκης είχε επισκεφθεί τον Άθω και, σε μία από τις επισκέψεις του, εμφανίστηκε να μαγειρεύει στην κουζίνα μονής. Δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη βαθύτερη πίστη ενός ανθρώπου από δημόσιες εικόνες. Μπορούμε, όμως, να παρατηρήσουμε ένα ευρύτερο μοτίβο: καλλιτέχνες της νυχτερινής διασκέδασης προσφεύγουν συχνά στο Άγιον Όρος ή σε άλλα θρησκευτικά καταφύγια. Υπήρξαν ακόμη και περιπτώσεις ανθρώπων του θεάματος που έγιναν μοναχοί.

Ο κόσμος της πίστας χαρακτηρίζεται από έκθεση, θόρυβο, χειροκρότημα και διαρκή επιβεβαίωση. Το μοναστήρι αντιπροσωπεύει τη σιωπή, την ανωνυμία, την πειθαρχία και την απομάκρυνση από το βλέμμα του κοινού. Για τον διάσημο καλλιτέχνη μπορεί να λειτουργεί ως προσωρινή έξοδος από τον ρόλο που είναι υποχρεωμένος να παίζει. Πρόκειται για έναν μεταιχμιακό χώρο —όπως θα έλεγε ο ανθρωπολόγος Βίκτορ Τέρνερ— όπου η συνηθισμένη κοινωνική ταυτότητα αναστέλλεται και ο άνθρωπος αναζητεί επανασύνδεση με κάτι βαθύτερο.

Η λαϊκή αγρυπνία και η αναφορά στο Άγιον Όρος συναντώνται έτσι στο ίδιο σημείο. Αποκαλύπτουν ότι το λαϊκό τραγούδι στην Ελλάδα δεν είναι μόνο βιομηχανία ψυχαγωγίας. Ακουμπά τη θρησκευτικότητα, το μοιρολόι, την εξομολόγηση και την ανάγκη λύτρωσης. Ο λαϊκός τραγουδιστής γίνεται φορέας ενός δημόσιου πόνου: τραγουδά όσα το κοινό δυσκολεύεται να πει με δικά του λόγια.

Υπάρχει και ιστορικό βάθος σε αυτή τη λειτουργία. Στην αρχαία τραγωδία η πόλη συγκεντρωνόταν για να δει επί σκηνής τον πόνο, την ύβρη και την απώλεια. Όταν ο Φρύνιχος παρουσίασε τη «Μιλήτου Άλωσιν», οι Αθηναίοι ξέσπασαν σε κλάματα, επειδή τους υπενθύμισε την πρόσφατη καταστροφή της συγγενικής Μιλήτου από τους Πέρσες — μια συμφορά που αισθάνονταν και ως δική τους. Χωρίς να εξισώνουμε το λαϊκό τραγούδι με την αρχαία τραγωδία, αναγνωρίζουμε μια κοινή κοινωνική λειτουργία: η σκηνή μετατρέπει τον ιδιωτικό πόνο σε κοινό βίωμα.

Τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα μεγέθυναν ασφαλώς το φαινόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πένθος ήταν κατασκευασμένο. Πιο σωστά θα μιλούσαμε για «μεσοποιημένο συλλογικό πένθος»: αυθεντικό συναίσθημα, το οποίο τα μέσα συγκεντρώνουν, οργανώνουν και κάποτε εμπορευματοποιούν. Χρειάζεται να ξεχωρίζουμε την κοινότητα που θρηνεί από τη βιομηχανία που μετατρέπει τον θρήνο σε αδιάκοπο τηλεοπτικό περιεχόμενο.

Η συναυλία του Αντώνη Ρέμου, τώρα, μπροστά στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου έθεσε ένα διαφορετικό ερώτημα: πρέπει τα μνημεία να μένουν «στη ναφθαλίνη» ή να συμμετέχουν στη ζωντανή πόλη; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η απαγόρευση κάθε σύγχρονης δραστηριότητας. Τα μνημεία που αποκόπτονται από την καθημερινότητα κινδυνεύουν να γίνουν αόρατα από υπερβολικό σεβασμό.

Άλλο, όμως, μια εκδήλωση δίπλα σε ένα μνημείο και άλλο η μετατροπή του σε σκηνικό εξάρτημα. Η αρχική εγκατάσταση περιέβαλλε το άγαλμα και το ενέτασσε οπτικά στη σκηνογραφία. Μετά τις αντιδράσεις, το στήσιμο άλλαξε. Ένα αυτοτελές έργο τέχνης και ισχυρό ιστορικό σύμβολο κινδύνευε να γίνει φόντο εμπορικού θεάματος.

Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις μπορούν να συνομιλούν με τα μνημεία, αρκεί να προστατεύουν την υλική τους ακεραιότητα και να διατηρούν την ορατότητα και την αισθητική τους αυτονομία. Ο δημόσιος χώρος ανήκει στη ζωντανή κοινωνία, αλλά δεν είναι διαθέσιμος χωρίς όρους σε κάθε εμπορική χρήση.

Ο Μαζωνάκης έγινε, μεταφορικά, ένα μνημείο χωρίς μάρμαρο, μέσα από τη φωνή και τη στάση του  και τις μνήμες που επένδυσε σε αυτήν το κοινό. Το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι υλικό μνημείο, αλλά και η δική του δύναμη πηγάζει από τα συναισθήματα που κινητοποιεί. Και στις δύο περιπτώσεις η κοινωνία υπερασπίζεται κάτι που αισθάνεται δικό της.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα