
Για περισσότερο από τρεις αιώνες η Σκωτία και η Αγγλία αποτελούν τμήματα του ίδιου κράτους. Κι όμως, το ερώτημα που φαινόταν να έχει απαντηθεί στο δημοψήφισμα του 2014 επιστρέφει: θα μπορούσε κάποτε η Σκωτία να γίνει ξανά ανεξάρτητο κράτος;
Το ζήτημα απέκτησε νέα επικαιρότητα το 2026.
Τον Μάιο, το Scottish National Party (SNP) κέρδισε για πέμπτη συνεχόμενη φορά τις εκλογές για το κοινοβούλιο της Σκωτίας. Δεν απέκτησε μόνο του απόλυτη πλειοψηφία, όμως μαζί με τους επίσης φιλοανεξαρτησιακούς Πράσινους υπάρχει πλειοψηφία βουλευτών στο Holyrood που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία.
Στις 28 Αυγούστου η κυβέρνηση του John Swinney προχώρησε ακόμη περισσότερο: δημοσίευσε σχέδιο νόμου για ένα νέο δημοψήφισμα με το ίδιο ουσιαστικά ερώτημα του 2014: «Should Scotland be an independent country?» — «Πρέπει η Σκωτία να είναι ανεξάρτητη χώρα;». Η ημερομηνία δεν έχει καθοριστεί, διότι η κυβέρνηση της Σκωτίας αναγνωρίζει ότι προηγουμένως πρέπει να εξασφαλιστεί η απαραίτητη νομική αρμοδιότητα.
Και στις 14 Σεπτεμβρίου συνέβη κάτι ακόμη πιο ασυνήθιστο. Οι φιλοανεξαρτησιακές πολιτικές ηγεσίες της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας, ζητώντας από τη βρετανική κυβέρνηση να προετοιμαστεί για συνταγματικές αλλαγές στις τρεις χώρες. Για πρώτη φορά στην εποχή της αποκέντρωσης, οι κυβερνήσεις και των τριών αυτών εθνών ηγούνται από πολιτικές δυνάμεις που επιδιώκουν διαφορετική τελική σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο.
Δεν σημαίνει ότι αύριο διαλύεται το Ηνωμένο Βασίλειο. Σημαίνει όμως ότι ένα πολύ παλιό συνταγματικό ερώτημα επέστρεψε στο κέντρο της βρετανικής πολιτικής.

Πώς βρέθηκαν όμως μαζί Άγγλοι και Σκωτσέζοι;
Η Σκωτία δεν υπήρξε αρχικά επαρχία της Αγγλίας. Για αιώνες ήταν ξεχωριστό βασίλειο, με δικούς του μονάρχες, θεσμούς, νόμους και κοινοβούλιο.
Η πρώτη μεγάλη ένωση έγινε το 1603, αλλά ήταν δυναστική και όχι κρατική.
Η βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας πέθανε χωρίς παιδιά και το αγγλικό στέμμα πέρασε στον Ιάκωβο ΣΤ΄ της Σκωτίας, ο οποίος έγινε ταυτόχρονα Ιάκωβος Α΄ της Αγγλίας.
Έτσι ένας άνθρωπος φορούσε δύο στέμματα.
Αγγλία και Σκωτία όμως παρέμεναν δύο διαφορετικά κράτη, με διαφορετικά κοινοβούλια και διαφορετικούς νόμους. Ήταν η λεγόμενη Union of the Crowns.
Η πραγματική πολιτική ένωση ήρθε έναν αιώνα αργότερα.
Στις αρχές του 18ου αιώνα, η Αγγλία ανησυχούσε για τη διαδοχή του θρόνου, για τη Γαλλία και για την πιθανότητα μια ανεξάρτητη Σκωτία να ακολουθήσει διαφορετική γεωπολιτική πορεία. Η Σκωτία, από την άλλη πλευρά, είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Η αποτυχημένη αποικιακή επιχείρηση του Darien στον Παναμά είχε προκαλέσει μεγάλες οικονομικές απώλειες, ενώ οι Σκωτσέζοι επιθυμούσαν πρόσβαση στις αγγλικές αποικιακές αγορές.
Η συμφωνία λοιπόν είχε και γεωπολιτικό και οικονομικό χαρακτήρα.
Η Αγγλία εξασφάλιζε ότι η Σκωτία θα ακολουθούσε την ίδια προτεσταντική δυναστική διαδοχή. Η Σκωτία αποκτούσε πρόσβαση στις αγγλικές και αποικιακές αγορές.
Με τις Πράξεις της Ένωσης του 1707, τα δύο βασίλεια ενώθηκαν στο νέο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας. Τα παλιά κοινοβούλια της Αγγλίας και της Σκωτίας έπαψαν να υπάρχουν και δημιουργήθηκε ένα κοινό Κοινοβούλιο στο Westminster.
Η ένωση πάντως δεν έγινε μέσα σε κλίμα καθολικού ενθουσιασμού.
Στη Σκωτία υπήρχαν ισχυρές αντιδράσεις και διαδηλώσεις. Η επικύρωση έγινε από το σκωτσέζικο κοινοβούλιο με 110 ψήφους έναντι 67, ενώ το ίδιο το βρετανικό Κοινοβούλιο καταγράφει ότι τιμές, αξιώματα, συντάξεις και οικονομικές πληρωμές χρησιμοποιήθηκαν από την κυβέρνηση για την εξασφάλιση πολιτικής υποστήριξης. Στο Λονδίνο η Ένωση γιορτάστηκε· στο Εδιμβούργο δεν πραγματοποιήθηκαν αντίστοιχοι εορτασμοί.
Παρά την πολιτική ένωση, η Σκωτία δεν εξαφανίστηκε πολιτισμικά ή θεσμικά. Διατήρησε σημαντικές ιδιαιτερότητες, μεταξύ άλλων στο νομικό και εκπαιδευτικό της σύστημα και στην Εκκλησία της Σκωτίας.

Η επιστροφή του σκωτσέζικου κοινοβουλίου
Σχεδόν τρεις αιώνες αργότερα συνέβη κάτι καθοριστικό.
Σε δημοψήφισμα το 1997, οι Σκωτσέζοι ψήφισαν υπέρ της δημιουργίας δικού τους κοινοβουλίου. Με τον Scotland Act του 1998 δημιουργήθηκε το σημερινό Scottish Parliament, το οποίο συνεδρίασε για πρώτη φορά το 1999. (Scottish Parliament)
Δεν πρόκειται για πλήρως κυρίαρχο κοινοβούλιο ανεξάρτητου κράτους. Έχει όμως σημαντικές αρμοδιότητες σε τομείς της εσωτερικής πολιτικής, ενώ άλλες —όπως βασικά συνταγματικά ζητήματα, η εξωτερική πολιτική και η άμυνα— παραμένουν στο Westminster.
Αυτό το σύστημα ονομάζεται devolution, δηλαδή αποκέντρωση εξουσιών.
Και δημιούργησε ένα παράδοξο: η Σκωτία απέκτησε ξανά ένα ισχυρό πολιτικό κέντρο στο Εδιμβούργο, μέσα όμως στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το δημοψήφισμα του 2014
Η άνοδος του SNP έφερε τελικά το μεγάλο ερώτημα στην κάλπη.
Στις 18 Σεπτεμβρίου 2014, οι Σκωτσέζοι κλήθηκαν να αποφασίσουν εάν ήθελαν ανεξαρτησία.
Το αποτέλεσμα ήταν σαφές αλλά όχι συντριπτικό:
55% ψήφισε “Όχι” στην ανεξαρτησία και 45% “Ναι”.
Η Σκωτία παρέμεινε στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Δύο χρόνια αργότερα όμως συνέβη το Brexit.
Και εκεί εμφανίστηκε το βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών ενός δεύτερου δημοψηφίσματος: στο δημοψήφισμα του 2016 η Σκωτία ψήφισε κατά πλειοψηφία υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά αποχώρησε επειδή το συνολικό αποτέλεσμα του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν υπέρ του Brexit.
Για το SNP, αυτό αποτέλεσε απόδειξη ότι η Σκωτία μπορεί να ακολουθεί διαφορετική πολιτική βούληση από την πλειοψηφία του Ηνωμένου Βασιλείου.
Για τους υποστηρικτές της Ένωσης, αντιθέτως, οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται σε επίπεδο Ηνωμένου Βασιλείου ακριβώς επειδή η Σκωτία αποτελεί μέρος του ενιαίου κράτους.
Εδώ βρίσκεται ουσιαστικά ο πυρήνας της σημερινής διαφωνίας.

Γιατί θέλει ένα μέρος των Σκωτσέζων ανεξαρτησία;
Δεν υπάρχει ένας μόνο λόγος.
Υπάρχει πρώτα η εθνική ταυτότητα. Πολλοί Σκωτσέζοι αισθάνονται ότι η Σκωτία αποτελεί διακριτό έθνος και θεωρούν φυσικό ένα έθνος με τόσο βαθιά ιστορική και θεσμική συνέχεια να αποφασίζει μόνο του για τη διακυβέρνησή του.
Υπάρχει έπειτα το ζήτημα της πολιτικής αυτοδιάθεσης: το επιχείρημα ότι αποφάσεις για τη φορολογία, την οικονομία, την κοινωνική πολιτική, τη μετανάστευση, την ενέργεια και τις διεθνείς σχέσεις της Σκωτίας θα πρέπει να λαμβάνονται στο Εδιμβούργο και όχι στο Westminster.
Υπάρχει το Brexit, το οποίο ενίσχυσε το επιχείρημα ότι η πολιτική βούληση της Σκωτίας μπορεί να παρακαμφθεί από τη μεγαλύτερη εκλογική δύναμη της Αγγλίας.
Υπάρχει επίσης οικονομική επιχειρηματολογία γύρω από την ενέργεια, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο της Βόρειας Θάλασσας, τις ανανεώσιμες πηγές, τη φορολογία και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να αξιοποιούνται οι πόροι μιας ανεξάρτητης Σκωτίας.
Απέναντι σε αυτά βρίσκονται εξίσου ουσιαστικά επιχειρήματα όσων θέλουν να παραμείνει η Σκωτία στο Ηνωμένο Βασίλειο: η κοινή βρετανική αγορά, οι δημοσιονομικές μεταβιβάσεις, το νόμισμα, οι συντάξεις, το δημόσιο χρέος, η άμυνα, το εμπόριο με την υπόλοιπη Βρετανία και το δύσκολο ερώτημα της μελλοντικής σχέσης μιας ανεξάρτητης Σκωτίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Γι’ αυτό και το ζήτημα παραμένει βαθιά διχαστικό και δεν μπορεί να περιγραφεί απλώς ως «οι Σκωτσέζοι θέλουν να φύγουν».

Θέλουν πράγματι να φύγουν σήμερα;
Η ακριβέστερη απάντηση είναι: η Σκωτία παραμένει σχεδόν μοιρασμένη στα δύο.
Δεν υπάρχει σήμερα αδιαμφισβήτητη, σταθερή και συντριπτική κοινωνική πλειοψηφία υπέρ της ανεξαρτησίας. Το Institute for Government σημειώνει ότι περισσότερο από μία δεκαετία μετά το δημοψήφισμα, η υποστήριξη παραμένει κοντά στο μισό του εκλογικού σώματος.
Και υπάρχει μια ενδιαφέρουσα διάκριση: άλλο «θέλω ανεξαρτησία» και άλλο «θέλω δημοψήφισμα τώρα».
Έρευνα της Ipsos σε 1.028 ενήλικες στη Σκωτία, από 22 έως 29 Μαΐου 2026, βρήκε ότι 48% ήθελε νέο δημοψήφισμα μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, 19% αργότερα και 22% ποτέ.
Παράλληλα, στις αρχές της προεκλογικής περιόδου του 2026 μόνο το 14% κατέτασσε την ανεξαρτησία μεταξύ των σημαντικότερων προβλημάτων της χώρας. Οικονομία και υγεία βρίσκονταν πολύ ψηλότερα.
Άρα το συνταγματικό ζήτημα παραμένει βαθύ, αλλά η καθημερινή πολιτική ατζέντα των Σκωτσέζων δεν περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από αυτό.
Γιατί δεν κάνουν απλώς δεύτερο δημοψήφισμα;
Εδώ βρίσκεται το μεγάλο νομικό εμπόδιο.
Το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου αποφάσισε ομόφωνα το 2022 ότι το σκωτσέζικο κοινοβούλιο δεν έχει μόνο του την αρμοδιότητα να νομοθετήσει για δημοψήφισμα ανεξαρτησίας, επειδή η Ένωση και το Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελούν αρμοδιότητες που έχουν παραμείνει στο Westminster.
Το δημοψήφισμα του 2014 κατέστη δυνατό επειδή υπήρξε συμφωνία Λονδίνου και Εδιμβούργου και προσωρινή μεταβίβαση της σχετικής αρμοδιότητας μέσω του λεγόμενου Section 30 order.
Σήμερα αυτή η συμφωνία δεν υπάρχει.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δήλωσε στις 15 Σεπτεμβρίου 2026 ότι δεν υποστηρίζει ούτε την ανεξαρτησία ούτε νέο δημοψήφισμα, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει σήμερα η ευρεία συναίνεση που υπήρχε το 2014.
Επομένως, το σχέδιο δημοψηφίσματος που δημοσίευσε η σκωτσέζικη κυβέρνηση τον Αύγουστο δεν σημαίνει ότι έχει προκηρυχθεί δημοψήφισμα. Είναι πολιτική και νομοθετική προετοιμασία για την περίπτωση που αποκτηθεί η απαιτούμενη εξουσία από το Westminster.

Και δεν είναι μόνο η Σκωτία
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη εξέλιξη του 2026.
Στην Ουαλία, το εθνικιστικό Plaid Cymru έχει ενισχυθεί σημαντικά και υποστηρίζει μακροπρόθεσμα την ανεξαρτησία. Ωστόσο η κοινωνική βάση της ουαλικής ανεξαρτησίας είναι μικρότερη από εκείνη της Σκωτίας και η ηγεσία του κόμματος δεν παρουσιάζει την άμεση απόσχιση ως επικείμενη διαδικασία.
Η Βόρεια Ιρλανδία αποτελεί εντελώς διαφορετική περίπτωση.
Εκεί το ερώτημα δεν είναι συνήθως «ανεξάρτητη Βόρεια Ιρλανδία», αλλά εάν θα παραμείνει στο Ηνωμένο Βασίλειο ή θα ενωθεί με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.
Και υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά: η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής προβλέπει συγκεκριμένο νομικό δρόμο για δημοψήφισμα επανένωσης εάν ο αρμόδιος Βρετανός υπουργός κρίνει ότι είναι πιθανό η πλειοψηφία να ψηφίσει υπέρ της ένωσης με την Ιρλανδία. Η Σκωτία και η Ουαλία δεν διαθέτουν αντίστοιχο αυτόματο συνταγματικό μηχανισμό.
Αυτό ίσως είναι τελικά το βαθύτερο ερώτημα πίσω από τη σημερινή αναταραχή.
Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι ένα κλασικό εθνικό κράτος που δημιουργήθηκε μονομιάς. Είναι προϊόν διαδοχικών ενώσεων: Αγγλία και Ουαλία, Αγγλία και Σκωτία, στη συνέχεια Ιρλανδία, και τελικά —μετά την ανεξαρτησία του μεγαλύτερου μέρους της Ιρλανδίας— η σημερινή μορφή του United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland.
Για αιώνες η βρετανική ταυτότητα κατάφερε να συνυπάρχει με την αγγλική, τη σκωτσέζικη, την ουαλική και διαφορετικές ιρλανδικές ταυτότητες.
Το ερώτημα του 21ου αιώνα είναι εάν αυτή η σύνθεση εξακολουθεί να λειτουργεί πολιτικά.
Η συγκυρία του 2026 είναι γι’ αυτό αξιοσημείωτη. Για πρώτη φορά, φιλοανεξαρτησιακές πολιτικές δυνάμεις βρίσκονται ταυτόχρονα στην ηγεσία της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και επιχειρούν να συντονίσουν την πίεσή τους προς το Westminster.
Αυτό απέχει πολύ από το να σημαίνει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται ένα βήμα πριν από τη διάλυση.
Σημαίνει όμως κάτι ιστορικά σημαντικότερο από μια συνηθισμένη κομματική αντιπαράθεση: τριακόσια και πλέον χρόνια μετά την Ένωση Αγγλίας και Σκωτίας, επανέρχεται το θεμελιώδες ερώτημα για το τι ακριβώς κρατά ενωμένα τα διαφορετικά έθνη του Ηνωμένου Βασιλείου — και ποιος έχει τελικά το δικαίωμα να αποφασίσει αν αυτή η ένωση θα συνεχιστεί.
Μια διευκρίνιση που αξίζει να κρατήσετε: «Μεγάλη Βρετανία» και «Ηνωμένο Βασίλειο» δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Η Μεγάλη Βρετανία περιλαμβάνει Αγγλία, Σκωτία και Ουαλία· το σημερινό Ηνωμένο Βασίλειο είναι η Μεγάλη Βρετανία συν τη Βόρεια Ιρλανδία. Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για να καταλάβει κανείς γιατί η περίπτωση της Βόρειας Ιρλανδίας διαφέρει θεμελιωδώς από τη σκωτσέζικη.


