Ηρ. Γωνιάδης: Συνωστισμός στο Όρος Αιγάλεω

του Δρ. Ηρακλή Γωνιάδη, Οικονομολόγου

Τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη επανέρχεται σχεδόν η ίδια εικόνα: σύνοδοι κορυφής, χειραψίες μπροστά σε σημαίες, χάρτες, δηλώσεις περί «αποτροπής», «ετοιμότητας», «ανθεκτικότητας» και «απειλών που πλησιάζουν». Η πολιτική γλώσσα έχει αλλάξει αισθητά και η συζήτηση για την αποκλιμάκωση, τη διπλωματία και την ειρήνη έχει υποχωρήσει μπροστά σε μια νέα κανονικότητα επανεξοπλισμού. Κυβερνήσεις που πριν από λίγα χρόνια συναγωνίζονταν ποια θα ανακοινώσει περισσότερες κοινωνικές επενδύσεις, σήμερα συναγωνίζονται ποια θα αυξήσει περισσότερο τις αμυντικές της δαπάνες.

Πίσω όμως από αυτή τη σκηνογραφία παραμένει ένα ερώτημα που σπάνια τίθεται με την απαιτούμενη επιμονή: ποιος ωφελείται πραγματικά όταν η πολεμική ρητορική γίνεται καθημερινότητα;

Η απάντηση δεν χρειάζεται να στηρίζεται σε θεωρίες συνωμοσίας. Αρκεί να κοιτάξει κανείς τους αριθμούς. Το 2024 οι στρατιωτικές δαπάνες στην Ευρώπη αυξήθηκαν κατά 17%, φτάνοντας τα 693 δισ. δολάρια, σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI). Την ίδια στιγμή, οι 100 μεγαλύτερες εταιρίες της παγκόσμιας αμυντικής βιομηχανίας κατέγραψαν έσοδα 679 δισ. δολαρίων από όπλα και στρατιωτικές υπηρεσίες, ιστορικό υψηλό. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες της σχετικής κατάταξης αύξησαν συνολικά τα έσοδά τους από εξοπλισμούς κατά 13%, στα 151 δισ. δολάρια.

Ο τίτλος «Συνωστισμός στο Όρος Αιγάλεω» λειτουργεί μεταφορικά και ειρωνικά. Σύμφωνα με την ιστορική παράδοση, ο Ξέρξης παρακολουθούσε από το Όρος Αιγάλεω τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Βρισκόταν μακριά από τη σύγκρουση: έβλεπε τις κινήσεις των πλοίων και τις απώλειες χωρίς να κινδυνεύει ο ίδιος.

Δεν σημαίνει αυτό ότι οι εταιρίες όπλων προκαλούν τους πολέμους. Σημαίνει, όμως, κάτι απλούστερο και δυσκολότερο να αγνοηθεί: ο πόλεμος και η διαρκής προετοιμασία γι’ αυτόν δημιουργούν οικονομικά κερδισμένους.

Με την αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών αυξάνονται και οι παραγγελίες της πολεμικής βιομηχανίας. Όταν η γεωπολιτική ένταση παρατείνεται, αυξάνεται η ζήτηση για πυραύλους, πυρομαχικά, αεράμυνα, αεροσκάφη, άρματα, συστήματα επιτήρησης και κάθε λογής στρατιωτικό εξοπλισμό. Και όταν δημιουργούνται πολυετή εξοπλιστικά προγράμματα, ορισμένοι κλάδοι αποκτούν προβλεψιμότητα, επενδύσεις και κέρδη για πολλά χρόνια.

Ο μηχανισμός αυτός δεν απαιτεί καμία μυστική συνεννόηση. Τα συμφέροντα μπορούν να συναντώνται απολύτως νόμιμα. Κυβερνήσεις, αμυντικές βιομηχανίες, σύμβουλοι, ειδικοί, think tanks και θεσμοί, παρότι έχουν διαφορετικές αφετηρίες και επιδιώξεις, μπορούν να καταλήγουν να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Η περίφημη «περιστρεφόμενη πόρτα» ανάμεσα στην πολιτική εξουσία, τη δημόσια διοίκηση και τις μεγάλες επιχειρήσεις απαιτεί διαφάνεια και έλεγχο, όχι καταγγελίες χωρίς στοιχεία.

Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι να αποδείξουμε ότι κάθε πολιτικός είναι κυνικός ή ότι κάθε αναλυτής υπηρετεί κάποιον εργοδότη. Είναι να εξετάσουμε τα κίνητρα που δημιουργεί το ίδιο το σύστημα: η αύξηση της απειλής αυξάνει τη ζήτηση για όπλα, η αβεβαιότητα δικαιολογεί μακροχρόνια προγράμματα και η πολεμική προετοιμασία παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως ζήτημα ασφάλειας, βιομηχανικής ανάπτυξης, τεχνολογικής προόδου και οικονομικής πολιτικής. Ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο ο φόβος αποκτά οικονομική αξία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κρύβει πλέον το μέγεθος της στροφής. Το Readiness 2030 φιλοδοξεί να κινητοποιήσει έως και 800 δισ. ευρώ για την ενίσχυση των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων, ενώ το SAFE προβλέπει δάνεια έως 150 δισ. ευρώ για την ενίσχυση της αμυντικής επένδυσης στα κράτη-μέλη. Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν ένα ενιαίο «ταμείο όπλων», ούτε σημαίνουν ότι κάθε ευρώ που κατευθύνεται στην άμυνα αφαιρείται αυτομάτως από ένα σχολείο ή ένα νοσοκομείο. Όμως κάθε δημόσια δαπάνη έχει κόστος ευκαιρίας. Όταν τεράστιοι πόροι δεσμεύονται για στρατιωτικούς σκοπούς, το ερώτημα για το τι δεν θα χρηματοδοτηθεί και ποιος τελικά θα πληρώσει δεν μπορεί να θεωρείται άκαιρο.

Η ερώτηση «γιατί τόσα χρήματα για την άμυνα;» δεν σημαίνει «δεν θέλω να προστατευθώ». Η απαίτηση για διαφάνεια δεν είναι αντιπατριωτισμός και η λογοδοσία δεν υπονομεύει την αποτροπή. Αντιθέτως, όσο μεγαλύτερες είναι οι απειλές και οι δημόσιες δαπάνες, τόσο αυστηρότερος πρέπει να είναι ο δημοκρατικός έλεγχος.

Εδώ βρίσκεται και το δυσκολότερο ερώτημα: πόση άμυνα είναι αρκετή; Πότε η αποτροπή παύει να είναι μέσο για την αποφυγή του πολέμου και μετατρέπεται σε διαρκή εξοπλιστική κούρσα; Πότε η «ετοιμότητα» γίνεται αυτοσκοπός; Και τι συμβαίνει όταν ολόκληροι οικονομικοί και πολιτικοί μηχανισμοί αρχίζουν να προσαρμόζονται στην παραδοχή ότι ο πόλεμος είναι ένα μόνιμο ενδεχόμενο;

Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει πραγματικές απειλές και έχει κάθε δικαίωμα να ενισχύσει την άμυνά της. Η αποτροπή μπορεί να είναι αναγκαία και η στρατιωτική ισχύς να αποτρέψει έναν αντίπαλο από το να επιχειρήσει κάτι χειρότερο. Όλα αυτά είναι σοβαρά επιχειρήματα και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με αφέλεια.

Αλλά ακριβώς επειδή οι απειλές πιθανώς να είναι πραγματικές, δεν πρέπει να παραδίδεται λευκή επιταγή σε εκείνους που επικαλούνται την ασφάλεια. Κάθε εξοπλιστικό πρόγραμμα πρέπει να μπορεί να ελεγχθεί, κάθε σύμβαση να είναι όσο το δυνατόν πιο διαφανής και κάθε δημόσιος πόρος να έχει σαφή αιτιολογία. Κάθε κυβέρνηση πρέπει να είναι σε θέση να απαντήσει όχι μόνο στο πόσα ξοδεύει, αλλά και στο γιατί.

Το πιο σκληρό ερώτημα, όμως, δεν αφορά τα χρήματα αλλά τις συνέπειες. Οι πόλεμοι δεν διεξάγονται στις αίθουσες των συνόδων κορυφής. Εκεί αποφασίζονται. Δεν διεξάγονται στα τηλεοπτικά στούντιο, όπου οι λέξεις «απώλειες», «στόχοι» και «επιχειρήσεις» προφέρονται με την ψυχρότητα μιας οικονομικής αναφοράς. Διεξάγονται στα σύνορα, στα χαρακώματα, στα νοσοκομεία και στα σπίτια εκείνων που περιμένουν ένα τηλεφώνημα.

Ιστορικά, το κόστος του πολέμου δεν κατανέμεται ποτέ απολύτως ισότιμα. Εκείνος που μιλά για «αναγκαίες θυσίες» δεν είναι κατ’ ανάγκη εκείνος που θα θυσιάσει το παιδί του. Εκείνος που υπογράφει μια απόφαση επιστράτευσης δεν είναι κατ’ ανάγκη εκείνος που θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή. Εκείνος που εγκρίνει έναν εξοπλιστικό προϋπολογισμό δεν είναι εκείνος που θα επιστρέψει από το μέτωπο ακρωτηριασμένος ή δεν θα επιστρέψει καθόλου. Εκείνος, τελικά, που αποφασίζει τον πόλεμο δεν βιώνει το τίμημά του όπως εκείνος που θα κληθεί να τον διεξαγάγει.

Γι’ αυτό η εικόνα του Ξέρξη στο Όρος Αιγάλεω παραμένει τόσο ισχυρή. Από εκεί ψηλά, σύμφωνα με την ιστορία, παρακολουθούσε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Ο πόλεμος, από ψηλά, είναι διαφορετικός. Οι άνθρωποι γίνονται κινήσεις. Οι νεκροί γίνονται αριθμοί. Οι καταστροφές γίνονται αναφορές. Η απόσταση προστατεύει εκείνον που αποφασίζει από την πραγματικότητα εκείνου που υφίσταται την απόφαση.

Αυτό είναι το σύγχρονο Όρος Αιγάλεω. Είναι τα γραφεία όπου ο πόλεμος γίνεται Excel. Είναι οι αίθουσες όπου το δισεκατομμύριο ονομάζεται «επένδυση», η επιστράτευση «ετοιμότητα», η πιθανότητα θανάτου «ρίσκο» και ο στρατιώτης «ανθρώπινο δυναμικό».

Για να δει κανείς τον κίνδυνο δεν χρειάζεται να υποστηρίξει ότι οι ηγέτες επιθυμούν τον πόλεμο. Αρκεί να διαπιστώσει ότι ένα σύστημα μπορεί να προσαρμοστεί στην ιδέα πως ο πόλεμος είναι μόνιμα πιθανός. Και όταν μια κατάσταση γίνεται μόνιμη, γύρω της δημιουργούνται συμφέροντα τα οποία, επίσης, γίνονται μόνιμα.

Το όρος Αιγάλεω

Γι’ αυτό η κριτική στον επανεξοπλισμό δεν πρέπει να αφορά την ασφάλεια, αλλά τον τρόπο με τον οποίο την ορίζουν, το ποιος αποφασίζει γι’ αυτήν, ποιος την πληρώνει και ποιος ωφελείται από αυτήν. Πριν ζητηθεί από τους πολίτες να φοβηθούν περισσότερο, να πληρώσουν περισσότερο ή να θυσιάσουν περισσότερα, πρέπει να γνωρίζουν τις απαντήσεις.

Ποιοι αποφασίζουν; Ποιοι υπογράφουν; Ποιοι κερδίζουν; Ποιοι πληρώνουν; Και, κυρίως, ποιοι θα πολεμήσουν;

Γιατί η ευκολότερη απόφαση στον κόσμο είναι να στείλεις κάποιον άλλον να πολεμήσει. Το δύσκολο είναι να κοιτάξεις στα μάτια εκείνον που θα πάει. Αλλά από τα ψηλά ούτε τον ίδιο βλέπεις.

Συνεπώς, πριν αρχίσει η επόμενη μάχη, αξίζει να κοιτάξουμε προς το Όρος Αιγάλεω. Όχι για να αναζητήσουμε εκεί την παρουσία των πολεμοκάπηλων, αλλά για να θυμηθούμε κάτι που η απόσταση της εξουσίας κάνει συχνά να ξεχνιέται: ο πόλεμος δεν είναι αριθμός, δεν είναι προϋπολογισμός και δεν είναι στρατηγική παρουσίαση. Είναι άνθρωποι.

Και ο λαός έχει μία ζωή, η οποία δεν είναι αναλώσιμη, δεν αντικαθίσταται και δεν μπορεί να χωρέσει σε κανέναν πίνακα εξοπλιστικών δαπανών.

Πριν, λοιπόν, προετοιμαστούμε για τον επόμενο πόλεμο, οφείλουμε πρώτα να κοιτάξουμε καλά προς το Όρος Αιγάλεω. Έχει ήδη πολύ κόσμο επάνω. Δεν χωρά κι εμάς.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ: Ο τίτλος «Συνωστισμός στο Όρος Αιγάλεω» λειτουργεί μεταφορικά και ειρωνικά. Σύμφωνα με την ιστορική παράδοση, ο Ξέρξης παρακολουθούσε από το Όρος Αιγάλεω τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Βρισκόταν μακριά από τη σύγκρουση: έβλεπε τις κινήσεις των πλοίων και τις απώλειες χωρίς να κινδυνεύει ο ίδιος. 

 

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα