Ευτύχιος Δαμηλάκης (Eftychios Damilakis)
Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων
Brussels Signal | Οκτώβριος 2026
Η Τουρκία δεν αναπτύσσει την αμυντική της βιομηχανία αποκλειστικά για να εξοπλίσει τις ένοπλες δυνάμεις της. Μετατρέπει συστηματικά τον συγκεκριμένο τομέα σε εργαλείο οικονομικής ισχύος, διπλωματικής επιρροής και στρατηγικής διείσδυσης.
Κάθε εξαγωγική σύμβαση, κάθε συμφωνία συμπαραγωγής και κάθε νέα τεχνολογική συνεργασία διευρύνει ένα δίκτυο κρατών και επιχειρήσεων που έχουν συμφέρον να διατηρούν παραγωγικές σχέσεις με την Άγκυρα.
Αυτή είναι η διάσταση που αφορά άμεσα την Ελλάδα. Η ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας δεν μεταβάλλει μόνο τη στρατιωτική ισορροπία, αλλά και το διπλωματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η Αθήνα καλείται να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα και να εξασφαλίσει διεθνή υποστήριξη σε περίπτωση κρίσης.
Το 2025, οι εξαγωγές της τουρκικής αμυντικής και αεροδιαστημικής βιομηχανίας ανήλθαν σε 10,05 δισεκατομμύρια δολάρια (8,95 δισεκατομμύρια ευρώ), καταγράφοντας αύξηση περίπου 48% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2026, είχαν ήδη φτάσει τα 6,93 δισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας ετήσια αύξηση 15,6%.
Σε κυλιόμενη δωδεκάμηνη βάση, οι εξαγωγές είχαν ανέλθει στα 10,94 δισεκατομμύρια δολάρια έως τον Σεπτέμβριο του 2026, σύμφωνα με στοιχεία της Συνέλευσης Τούρκων Εξαγωγέων και του τουρκικού υπουργείου Εμπορίου.
Η επιτάχυνση αυτή αποτυπώνεται και στις νέες παραγγελίες.
Σύμφωνα με τον Χαλούκ Γκιοργκιούν (Haluk Görgün), επικεφαλής της Προεδρίας Αμυντικών Βιομηχανιών της Τουρκίας (SSB), ο κλάδος είχε υπογράψει νέες συμβάσεις ύψους 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατά τη διάρκεια του 2026, με στόχο να φτάσουν τα 20 δισεκατομμύρια έως το τέλος του έτους.
Το ποσό αυτό περιλαμβάνει τόσο εγχώριες όσο και εξαγωγικές συμβάσεις και, επομένως, δεν πρέπει να συγχέεται με τις εξαγωγές που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί.
Οι πραγματοποιηθείσες εξαγωγές, οι νέες εξαγωγικές συμβάσεις, οι κρατικές παραγγελίες προς την τουρκική βιομηχανία και οι αγορές ξένων οπλικών συστημάτων από την Τουρκία αποτελούν διαφορετικές οικονομικές κατηγορίες.
Η ξεχωριστή εξέτασή τους καταδεικνύει ότι η Τουρκία επεκτείνει ταυτόχρονα τις εξαγωγές της, την εγχώρια παραγωγή της και τις διεθνείς βιομηχανικές της διασυνδέσεις.
Η εξέλιξη αυτή διευρύνει τόσο την παραγωγική βάση της Τουρκίας όσο και την πολιτική επιρροή που απορρέει από αυτήν.
Μεγάλες εταιρείες όπως οι ASELSAN, Baykar, Turkish Aerospace, ROKETSAN, STM και Otokar δεν περιορίζονται πλέον στην κάλυψη της εγχώριας ζήτησης.
Ανταγωνίζονται για διεθνείς συμβάσεις, δημιουργούν κοινοπραξίες, εντάσσονται σε ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού και προσφέρουν ολοκληρωμένα πακέτα που περιλαμβάνουν εκπαίδευση, τεχνική υποστήριξη, ανταλλακτικά και μελλοντικές αναβαθμίσεις.
Παράλληλα, η Τουρκία αξιοποιεί τις εγχώριες παραγγελίες για να στηρίξει τη μαζική παραγωγή, να επεκτείνει τη βιομηχανική της βάση και να προσφέρει στις επιχειρήσεις μεγαλύτερη προβλεψιμότητα.
Οι μεγάλες συμβάσεις αντιαεροπορικών συστημάτων που έχουν ανατεθεί στην ASELSAN, σε συνδυασμό με τη συνεργασία της με τη ROKETSAN για την προμήθεια υποσυστημάτων, αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός βιομηχανικού οικοσυστήματος που ενισχύεται τόσο από την εγχώρια ζήτηση όσο και από τις εξαγωγές.
Ακόμη πιο σημαντική για την Ελλάδα είναι η γεωγραφική εμβέλεια των διεθνών συνεργασιών της Άγκυρας.
Στον Καναδά, η στρατηγική εταιρική σχέση που ανακοινώθηκε στις 22 Οκτωβρίου 2026 προβλέπει στενότερη συνεργασία μεταξύ των αμυντικών βιομηχανιών των δύο χωρών.
Η κίνηση αυτή έχει πολιτική σημασία, καθώς καταδεικνύει την ικανότητα της Τουρκίας να ξεπερνά περιόδους έντασης και περιορισμών και να οικοδομεί νέους θεσμικούς και βιομηχανικούς δεσμούς.
Η Οτάβα είχε αναστείλει το 2020 τις άδειες εξαγωγής οπλικών συστημάτων προς την Τουρκία, λόγω της χρήσης καναδικής κατασκευής οπτικών συστημάτων μη επανδρωμένων αεροσκαφών στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, και ήρε αυτούς τους περιορισμούς μόλις τον Ιανουάριο του 2024.
Στην Ιταλία, η Leonardo και η Baykar συνεργάζονται στην ανάπτυξη, την παραγωγή και τη συντήρηση μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Η σχέση αυτή υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μιας συνηθισμένης εμπορικής συναλλαγής.
Συνδέει μια μεγάλη ευρωπαϊκή αμυντική εταιρεία με την τουρκική βιομηχανική και τεχνολογική βάση και ενσωματώνει την Baykar σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό αμυντικό οικοσύστημα.
Η Baykar ολοκλήρωσε επίσης την εξαγορά της Piaggio Aerospace το 2025, ενώ η κοινοπραξία που δημιούργησε με τη Leonardo, με την επωνυμία LBA Systems, ξεκίνησε την παραγωγή τον Ιούλιο του 2026.
Με τον τρόπο αυτό, ένας Τούρκος κατασκευαστής απέκτησε τόσο παραγωγικές εγκαταστάσεις όσο και έναν ισχυρό εταίρο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην Ισπανία, η συνεργασία για το εκπαιδευτικό αεροσκάφος HÜRJET συνδέει την Turkish Aerospace με την Airbus και το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της ισπανικής Πολεμικής Αεροπορίας και Διαστημικών Δυνάμεων.
Η Μαδρίτη ενέκρινε τον Οκτώβριο του 2025 την προμήθεια έως 45 αεροσκαφών, συνολικής αξίας 3,12 δισεκατομμυρίων ευρώ, και τον Δεκέμβριο υπέγραψε σύμβαση για τα πρώτα 30.
Η Airbus Defence and Space έχει τον κεντρικό ρόλο στο πρόγραμμα, ενώ τα αεροσκάφη προβλέπεται να ενταχθούν στην υπηρεσία της Ισπανίας με την ονομασία Saeta II, αντικαθιστώντας τα F-5.
Στην Πορτογαλία, η STM έχει αναλάβει την κατασκευή δύο πλοίων υποστήριξης και ανεφοδιασμού για το πορτογαλικό Πολεμικό Ναυτικό. Η κατασκευή του πρώτου ξεκίνησε στην Τουρκία τον Νοέμβριο του 2025.
Η Πολωνία έχει παραλάβει 24 μη επανδρωμένα αεροσκάφη Bayraktar TB2, ενώ η Ρουμανία έχει προμηθευτεί 18 αεροσκάφη του ίδιου τύπου, μαζί με υπηρεσίες εκπαίδευσης και υποστήριξης.
Οι συμφωνίες αυτές δημιουργούν σχέσεις που διαρκούν πολύ περισσότερο από την αρχική παράδοση των οπλικών συστημάτων.
Η συντήρηση, τα ανταλλακτικά, η εκπαίδευση προσωπικού, οι αναβαθμίσεις λογισμικού και η επιχειρησιακή υποστήριξη μπορούν να συνδέσουν τον προμηθευτή με τον αγοραστή για πολλά χρόνια.
Κατά συνέπεια, μια εμπορική συμφωνία μπορεί να εξελιχθεί σε μια μακροχρόνια πολιτική και στρατηγική σχέση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η σχέση της Τουρκίας με τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η συμφωνία για την προμήθεια 20 μαχητικών αεροσκαφών Eurofighter Typhoon, αξίας έως 8 δισεκατομμυρίων λιρών (9,5 δισεκατομμυρίων ευρώ), υπογράφηκε με το Λονδίνο στις 27 Οκτωβρίου 2025, αφού προηγουμένως το Βερολίνο απέσυρε τις αντιρρήσεις του για την εξαγωγή τους.
Η συμφωνία αυτή εντάσσει την Άγκυρα σε ένα πολυεθνικό ευρωπαϊκό δίκτυο αμυντικοβιομηχανικών και πολιτικών συμφερόντων.
Η πολιτική σημασία της συμφωνίας είναι διαφορετική και ενδεχομένως ακόμη βαθύτερη. Η συμφωνία συνδέει την τουρκική Πολεμική Αεροπορία με ένα ευρωπαϊκό βιομηχανικό σύστημα στο οποίο συμμετέχουν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία.
Η εκπαίδευση, τα οπλικά συστήματα, η τεχνική υποστήριξη και η μελλοντική συντήρηση δημιουργούν μια σχέση μακράς διάρκειας, με τις πρώτες παραδόσεις να αναμένονται το 2030.
Παράλληλα, το πρόγραμμα ενισχύει την απασχόληση και τη βιομηχανική δραστηριότητα στις χώρες που συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή κοινοπραξία.
Αυτό είναι το ευρύτερο πλεονέκτημα της Άγκυρας. Η Τουρκία μετατρέπεται ταυτόχρονα σε προμηθευτή, αγοραστή, βιομηχανικό εταίρο και κέντρο συμπαραγωγής.
Προσφέρει πολύ περισσότερα από οπλικά συστήματα: προσφέρει πρόσβαση σε αγορές, κοινή παραγωγή, τεχνολογική συνεργασία και γεωπολιτική χρησιμότητα.
Το ίδιο ισχύει και για τις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Άγκυρα εξακολουθεί να εξαρτάται από την αμερικανική τεχνολογία για κρίσιμα εξοπλιστικά προγράμματα, ενώ παράλληλα επιδιώκει την αποκατάσταση και τη διεύρυνση της αμυντικής της συνεργασίας με την Ουάσιγκτον.
Το τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος KAAN εξακολουθεί να βασίζεται στον αμερικανικής κατασκευής κινητήρα F110, τουλάχιστον έως ότου καταστεί διαθέσιμη μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση εγχώριας ανάπτυξης.
Η αμερικανική έγκριση για την πώληση κινητήρων F110, η οποία δόθηκε τον Ιούλιο του 2026 στο πλαίσιο συμφωνίας αξίας περίπου 700 εκατομμυρίων δολαρίων (624 εκατομμύρια ευρώ), παρά την εκκρεμή διαφωνία σχετικά με την αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 από την Άγκυρα, ενισχύει σημαντικά τις προοπτικές του προγράμματος KAAN.
Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει στην Τουρκία να προχωρήσει στις πτητικές δοκιμές και στην αρχική παραγωγή του αεροσκάφους, προτού καταστεί διαθέσιμος ο κινητήρας που αναπτύσσει η ίδια.
Παράλληλα, επανασυνδέει την αμερικανοτουρκική αμυντική συνεργασία με ένα πρόγραμμα ζωτικής σημασίας για την Τουρκία, προσφέροντας στην Άγκυρα μεγαλύτερα περιθώρια στρατηγικών διαπραγματεύσεων με την Ουάσιγκτον.
Η Τουρκία εξακολουθεί επίσης να επιδιώκει την επανένταξή της στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35, καθώς και περαιτέρω αναβαθμίσεις του στόλου των F-16.
Πέρα από τη Δύση, η Άγκυρα αναπτύσσει ένα δεύτερο δίκτυο σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Πακιστάν, το Αζερμπαϊτζάν και την Ινδονησία.
Σε αρκετές από αυτές τις συνεργασίες, η συνολική οικονομική αξία των συμφωνιών δεν έχει δημοσιοποιηθεί.
Ωστόσο, η απουσία συγκεκριμένης οικονομικής αποτίμησης δεν μειώνει τη στρατηγική τους σημασία.
Η συμπαραγωγή, η έρευνα, η τεχνολογική ανάπτυξη και η εκπαίδευση δημιουργούν ένα πλέγμα σχέσεων που επεκτείνει την τουρκική παρουσία πέρα από τις παραδοσιακές αγορές οπλικών συστημάτων.
Η πολιτική συνέπεια είναι σαφής: δημιουργώντας ένα ολοένα και πυκνότερο δίκτυο στρατηγικών, οικονομικών και τεχνολογικών συμφερόντων γύρω από την Άγκυρα, η τουρκική αμυντική βιομηχανία περιορίζει όλο και περισσότερο τα περιθώρια άσκησης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χώρες που συνεργάζονται με την Τουρκία θα υιοθετήσουν αυτομάτως τις θέσεις της Άγκυρας εις βάρος της Ελλάδας.
Σημαίνει, όμως, ότι αποκτούν πρόσθετους λόγους για να αποφύγουν μια ρήξη με την Τουρκία.
Όταν κυβερνήσεις, ένοπλες δυνάμεις και μεγάλες επιχειρήσεις συνδέουν θέσεις εργασίας, γραμμές παραγωγής, τεχνολογικά προγράμματα και ανάγκες ασφαλείας με την Τουρκία, αυξάνεται το πολιτικό κόστος μιας αποφασιστικής αντιπαράθεσης με την Άγκυρα.
Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα της Αθήνας να εξασφαλίσει συντονισμένη, έγκαιρη και αποτελεσματική διεθνή πίεση.
Η Ελλάδα μπορεί να διαθέτει ισχυρά επιχειρήματα βάσει του διεθνούς δικαίου.
Το διεθνές δίκαιο παραμένει θεμελιώδες εργαλείο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά δεν λειτουργεί μέσα σε πολιτικό κενό και δεν μπορεί να υπερισχύει αυτομάτως των οικονομικών, βιομηχανικών και γεωπολιτικών συμφερόντων άλλων κρατών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διακηρύσσει τη δέσμευσή της στην προστασία των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών-μελών της, επιδιώκοντας ταυτόχρονα να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις με την Τουρκία.
Οι δύο αυτοί στόχοι δεν είναι πάντοτε εύκολο να συμβιβαστούν.
Καθώς αυξάνεται η σημασία της Τουρκίας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, την αμυντική παραγωγή, τη μετανάστευση, την ενέργεια και την περιφερειακή σταθερότητα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις τείνουν ολοένα περισσότερο να επιδιώκουν τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών εντάσεων παρά μια αποφασιστική αντιπαράθεση με την Άγκυρα.
Συνεπώς, η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζει τη στρατηγική της στην προσδοκία ότι η Ευρώπη θα ανοίξει ένα νέο μέτωπο με την Τουρκία για λογαριασμό της, όταν προκύψει ανάγκη.
Σε περίπτωση σοβαρής κρίσης, η ευρωπαϊκή αντίδραση ενδέχεται να αποδειχθεί ανεπαρκής ή καθυστερημένη, ιδιαίτερα εάν ισχυρά κράτη και μεγάλες επιχειρήσεις επιδιώξουν να προστατεύσουν τους οικονομικούς και αμυντικούς δεσμούς τους με την Άγκυρα.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μια άτολμη ή παθητική ελληνική εξωτερική πολιτική.
Ούτε αρκεί η επίκληση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.
Η Αθήνα χρειάζεται να οικοδομήσει το δικό της δίκτυο στρατηγικών συμφερόντων, συνδέοντας αποτελεσματικότερα την εξωτερική πολιτική με την αμυντική βιομηχανία, την ενέργεια, τη ναυτιλία, τις υποδομές, την τεχνολογία και την ευρωπαϊκή παραγωγή.
Οι ελληνικές αμυντικές προμήθειες δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται απλώς ως αγορές οπλικών συστημάτων, αλλά ως ευκαιρίες για συμπαραγωγή, μεταφορά τεχνογνωσίας, συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων σε διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού και δημιουργία μακροχρόνιων βιομηχανικών δεσμών.
Η Ελλάδα δεν πρέπει απλώς να αγοράζει ασφάλεια. Πρέπει να δημιουργεί στις άλλες χώρες ένα απτό συμφέρον για τη διασφάλιση της δικής της ασφάλειας.
Αυτό είναι το δίδαγμα που η Τουρκία έχει ήδη κατανοήσει.
Μια αμυντική βιομηχανία δεν παράγει μόνο οπλικά συστήματα.
Δημιουργεί επίσης θέσεις εργασίας, τεχνολογικές εξαρτήσεις, πολιτικές σχέσεις και διπλωματική επιρροή.
Εάν η Ελλάδα δεν απαντήσει με μια εξίσου συνεκτική και μακροπρόθεσμη στρατηγική, τα περιθώρια ελιγμών της εξωτερικής της πολιτικής θα συνεχίσουν να περιορίζονται από το διεθνές πλέγμα συμφερόντων που οικοδομεί η Άγκυρα με ταχύτητα και συνέπεια.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος: η ευρωπαϊκή και διεθνής παρέμβαση να εκδηλωθεί μόνο αφού έχουν ήδη δημιουργηθεί τετελεσμένα επί του πεδίου, αντί να συμβάλει στην έγκαιρη και αποφασιστική αποτροπή τους.


