Εξομολόγηση
του Παντελή Σαββίδη
Εδώ και αρκετό καιρό —χρόνια, θα έλεγα— θέλω να γράψω ένα βιβλίο με τίτλο «Ο αθηναϊσμός ως ιδεολογία». Δεν έχω, όμως, την ακαδημαϊκή νοοτροπία και γι’ αυτό, ενώ συγκέντρωνα στοιχεία, στο τέλος ανέβαλλα διαρκώς τη συγγραφή του.
Το ίδιο είχα πάθει και με την πρώτη απόπειρά μου να καταγράψω τις συγκλονιστικές εμπειρίες μου, κυρίως από τους τελευταίους βαλκανικούς πολέμους, αλλά και από τα άλλα μέτωπα στα οποία βρέθηκα ως απεσταλμένος της ΕΡΤ3 και, νωρίτερα, της εφημερίδας «Θεσσαλονίκη», από το 1988 έως το 2008. Η τελευταία αποστολή μου ήταν στο χωριό όπου συνελήφθη ο Μλάντιτς, ο Σερβοβόσνιος στρατιωτικός ηγέτης που πέθανε πριν από λίγες ημέρες.
Αναζητώ κυρίως το επίκαιρο και, από επαγγελματική διαστροφή, βιάζομαι —όπως φαντάζομαι ότι συμβαίνει με όλους τους συναδέλφους— να το αναδείξω, αν γίνεται, πρώτος στην επικαιρότητα.
Φέτος έμεινα αρκετό καιρό στη Βουρβουρού, τον θερινό οικισμό της Χαλκιδικής όπου περνάω τα καλοκαίρια μου ψαρεύοντας.
Ο καιρός, όμως, δεν επιτρέπει καθημερινά το ψάρεμα. Όταν ο άνεμος φθάνει τα τρία μποφόρ, οι ερασιτέχνες ψαράδες, όπως η ταπεινότητά μου, κάθονται στο σπίτι. Και οι ημέρες κατά τις οποίες το ψάρεμα είναι αδύνατο είναι αρκετές.
Μέσα, λοιπόν, στην καλοκαιρινή ξεγνοιασιά είχα χρόνο να σκεφθώ και το βιβλίο. Άλλωστε, έχω ήδη συγκεντρώσει αρκετά στοιχεία.
Το πρώτο ερώτημα που με απασχόλησε ήταν η χρονική περίοδος την οποία θα διερευνούσα. Από όσα γνώριζα προτού αρχίσω να εξετάζω συστηματικά το θέμα, είχα σχηματίσει την άποψη ότι η Αθήνα διακρίνεται από μια συγκεκριμένη νοοτροπία, την οποία θα επιχειρήσω να περιγράψω, με τεκμήρια, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Αποφάσισα, λοιπόν, να προσεγγίσω αρχικά την ελληνική παρουσία από τις απαρχές της εμφάνισης των Ελλήνων έως τη σημερινή εποχή. Και, αφού διαμορφώσω αυτόν τον βασικό άξονα, να σταθώ στις χρονικές στιγμές που με ενδιαφέρουν και να τις αναλύσω προς την κατεύθυνση που θέλω.
Το δεύτερο ερώτημα ήταν: με ποια βιβλιογραφία;
Αυτά που είχα διαβάσει ήταν λίγα σε σχέση με την έκταση του θέματος που σκόπευα να διερευνήσω.
Ρώτησα φίλους καθηγητές, σχετικούς με το αντικείμενο —τον αθηναϊσμό ως ιδεολογία— και μου είπαν ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη βιβλιογραφία.
Άλλαξα λίγο τον τίτλο της αναζήτησης και θυμήθηκα ότι η περίφημη Ζακλίν ντε Ρομιγί είχε γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός».
Έβαλα, λοιπόν, αυτόν τον τίτλο στο Academia και η αναζήτηση εμφάνισε 1.600 εργασίες. Φυσικά, είναι αδύνατο να διαβάσω τόσες μελέτες για να γράψω ένα βιβλίο που δεν θα έχει ακαδημαϊκές αξιώσεις. Μια δημοσιογραφική αφήγηση θα είναι.
Το τρίτο ερώτημα ήταν πώς νομιμοποιούμαι να γράφω Ιστορία χωρίς να είμαι ιστορικός και χωρίς να έχω πραγματοποιήσει πρωτογενή έρευνα, διαβάζοντας απλώς τα κείμενα άλλων. Και εδώ βρήκα τη λύση: θα αποδίδω όσα γράφω στους συγγραφείς που τα διατύπωσαν και στις πηγές όπου εγώ τα εντόπισα. Έτσι, το πόνημα θα είναι περισσότερο τεκμηριωμένο.
Και πάλι, όμως, με ποια βιβλιογραφία;
Εδώ αναζήτησα τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης. Έχω μια έφεση προς τις θετικές επιστήμες, η οποία τα τελευταία χρόνια με ταλανίζει, διότι, ενώ σπούδασα μία από αυτές, την εγκατέλειψα γρήγορα για τη δημοσιογραφία.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη θα με βοηθήσει ως εξής: θα εντοπίζει τις πηγές. Εγώ θα τις εξετάζω, θα επιλέγω τα σημεία που με ενδιαφέρουν και θα τα δίνω για μετάφραση, εφόσον είναι ξενόγλωσσα. Στο τέλος, τη σύνθεση θα την κάνω εγώ, με τα χεράκια μου. Τόσο για να αποτυπώσω το προσωπικό μου ύφος όσο και, κυρίως, για να οδηγήσω το θέμα εκεί όπου θέλω: στη διερεύνηση του κατά πόσον υπάρχει μια διαχρονική αθηναϊκή ιδεολογία, η οποία ταλανίζει τον Ελληνισμό από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Δημιουργείται, όμως, ένα ακόμη ερώτημα: βιβλιογραφία από πότε έως πότε;
Εδώ —και όχι μόνο σε αυτό— με βοήθησε η Σχολή των Annales.
Όπως θα γνωρίζετε, η σχολή αυτή απέρριψε την παραδοσιακή αντίληψη ότι η Ιστορία είναι κυρίως πόλεμοι, ηγέτες και πολιτικά γεγονότα και έδωσε έμφαση στην οικονομία, στη γεωγραφία, στη δημογραφία και στον πολιτισμό.
Με λίγα λόγια, η Σχολή των Annales μετέφερε το ενδιαφέρον της Ιστορίας από τους ηγέτες και τα μεμονωμένα γεγονότα στις κοινωνίες, στις συλλογικές νοοτροπίες και στις δομές που μεταβάλλονται αργά μέσα στον χρόνο.
Ο Λυσιέν Φεβρ, ένας από τους ιδρυτές της σχολής, πίστευε ότι ο ιστορικός δεν βρίσκει έτοιμη την Ιστορία μέσα στα αρχεία· τη συγκροτεί επιστημονικά, θέτοντας ερωτήματα στις πηγές. Επιλέγει ποιο ζήτημα θα μελετήσει, ποια χρονική περίοδο θα εξετάσει, ποιες πηγές σχετίζονται με το ερώτημά του και ποια στοιχεία είναι σημαντικά για την απάντηση.
Εγώ, βέβαια, δεν είμαι ιστορικός και θα κινηθώ περισσότερο ελεύθερα.
Θα χωρίσω το αντικείμενο με το οποίο θα ασχοληθώ σε ενότητες και, για καθεμιά από αυτές, θα επιλέγω την πλέον σχετική βιβλιογραφία.
Θα κάνω, όμως, και κάτι ακόμη. Επειδή δεν είμαι ακαδημαϊκός, δεν μπορώ να περιμένω μήνες ή χρόνια μέχρι να ολοκληρώσω την προσπάθεια και τότε να τη δημοσιοποιήσω με όποια μορφή κρίνω κατάλληλη.
Θα ασχολούμαι με μία περίοδο, θα αναρτώ το σχετικό κείμενο στις «Ανιχνεύσεις» και θα περιμένω τις αντιδράσεις. Εάν υπάρξει κάποια σοβαρή παρατήρηση, θα τη λάβω υπόψη μου και θα προχωρήσω στις αναγκαίες διορθώσεις. Εάν όχι, θα περνάμε στην επόμενη περίοδο.
Αφού, λοιπόν, διατρέξουμε την Ιστορία, θα εξαγάγουμε τα συμπεράσματά μας ως προς το ζητούμενο. Και αν η Ιστορία δεν μας οδηγήσει εκεί όπου υποθέτουμε; Δεν θα έχουμε χάσει τίποτε. Θα έχουμε πραγματοποιήσει ένα ταξίδι. Και, αν θέλετε, μπορούμε να το κάνουμε μαζί.
Πάντως, στα χρόνια που βρίσκομαι στη δημοσιογραφία —από το 1974— έχω συνειδητοποιήσει ότι αθηναϊκή ιδεολογία υπάρχει. Το κατά πόσον μπορούμε να το αποδείξουμε ακόμη και «μαθηματικά» παραμένει ζητούμενο. Δεν αποκλείεται, σε κρίσιμα σημεία, να χρησιμοποιήσουμε και ορισμένα αξιώματα, τα οποία θα ορίσουμε εμείς με σαφήνεια.
Και κάτι τελευταίο. Κεντρικός άξονας της προσαθειάς μας θα είναι ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στα δύο κύρια σημεία της ιστορίας του. Ότι υπάρχει ελληνική συνέχεια και ότι η ελληνική ιστορία διακρίνεται απο ένα τριμερές σχήμα: Αρχαίος Ελληνισμός, Μεσαιωνικός Ελληνισμός —δηλαδή το Βυζάντιο—Νεότερος Ελληνισμός.
Ας αρχίσουμε.
Ιστοριογραφική και συγκριτική σύνθεση των πηγών
Εισαγωγή: τι σημαίνει «προέλευση των Ελλήνων»
Το ερώτημα για την προέλευση των Ελλήνων δεν έχει μία μόνο απάντηση, επειδή η λέξη «προέλευση» μπορεί να δηλώνει διαφορετικά πράγματα. Άλλο είναι η πληθυσμιακή καταγωγή, άλλο η εμφάνιση της ελληνικής γλώσσας, άλλο η διαμόρφωση πολιτισμών που αναγνωρίζονται ως ελληνικοί και άλλο η συγκρότηση μιας κοινής ελληνικής ταυτότητας. Ο Παπαρρηγόπουλος αντιμετώπισε το ζήτημα μέσα στο πλαίσιο της εθνικής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα και επιδίωξε να αναδείξει την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Οι νεότερες μελέτες, όμως, διαθέτουν εργαλεία που εκείνος δεν μπορούσε να γνωρίζει: συστηματική προϊστορική αρχαιολογία, αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β΄, συγκριτική γλωσσολογία και αρχαίο DNA.
Η διάκριση ανάμεσα σε βέβαιη μαρτυρία, πιθανή ερμηνεία και ιστοριογραφικό σχήμα είναι αναγκαία, ώστε η συνέχεια του ελληνισμού να μην ταυτίζεται ούτε με φυλετική καθαρότητα ούτε με απλή ασυνέχεια.
Η σύνθεση των πηγών δεν οδηγεί στην εικόνα ενός απολύτως ομοιογενούς λαού που εμφανίστηκε ολοκληρωμένος σε μία στιγμή. Ο Θεόδωρος Γιαννόπουλος στο βιβλίο του «Πόθεν και Πότε οι Έλληνες» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης), υπογραμμίζει τις δυσκολίες ταύτισης μιας αρχαιολογικής αλλαγής με την άφιξη συγκεκριμένης γλώσσας ή εθνότητας. Η Finkelberg αναδεικνύει την ετερογένεια των ελληνικών γενεαλογικών παραδόσεων και τη σημασία του προελληνικού υποστρώματος. Ο Beaton παρουσιάζει τους Έλληνες ως κοινότητα μεγάλης διάρκειας, η οποία μετασχηματίζεται και ενσωματώνει διαφορετικά στοιχεία.
Επομένως, το αντικείμενο είναι μια μακρά διαδικασία: πληθυσμοί του Αιγαίου, ελληνόφωνες ομάδες, μινωικές και μυκηναϊκές παραδόσεις, διάλεκτοι, μετακινήσεις, κοινές λατρείες και κοινή μνήμη συνδέθηκαν σταδιακά.
1. Ο Παπαρρηγόπουλος και η ιδέα της συνέχειας

Ο Παπαρρηγόπουλος αποτελεί τον βασικό ιστοριογραφικό άξονα της έρευνας, όχι επειδή οι επιμέρους προϊστορικές του γνώσεις παραμένουν όλες ισχύουσες, αλλά επειδή διατύπωσε ένα συνεκτικό σχήμα για την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Στον πρώτο τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους εξετάζει τους αρχαιότερους κατοίκους, τους Πελασγούς, τις παραδόσεις καταγωγής και τη βαθμιαία επικράτηση του ελληνικού ονόματος. Η προσέγγισή του συνδέει τους διαφορετικούς σταθμούς της ιστορίας σε μια ενιαία αφήγηση και αντιδρά σε θεωρίες που απέκοπταν περιόδους ή αρνούνταν τη συνέχεια του ελληνικού κόσμου.
Η σύγχρονη χρήση του Παπαρρηγόπουλου απαιτεί ιστορική προσοχή. Δεν πρέπει να του αποδίδονται η γνώση ότι η Γραμμική Β΄ καταγράφει ελληνική γλώσσα, οι νεότερες χρονολογήσεις των ανακτορικών πολιτισμών ή τα αποτελέσματα γενετικών μελετών. Το ορθό είναι να παρουσιάζεται πρώτα η δική του θέση και έπειτα να εξετάζεται πώς μεταβλήθηκε το πρόβλημα. Ο Γιαννόπουλος, ο Chadwick, η Finkelberg και ο Beaton δεν ακυρώνουν απλώς την παλαιότερη ιστοριογραφία· μεταθέτουν το ενδιαφέρον από την αναζήτηση ενός μοναδικού αρχικού λαού προς τη μελέτη διαδοχικών πληθυσμιακών, γλωσσικών και πολιτισμικών διεργασιών.
Έτσι, η συνέχεια μπορεί να νοηθεί όχι ως ακινησία ή καθαρότητα, αλλά ως μετάδοση, μετασχηματισμός και επανερμηνεία.
2. Το προϊστορικό Αιγαίο και το προελληνικό υπόβαθρο

Πριν από τις πρώτες ασφαλείς μαρτυρίες της ελληνικής γλώσσας, το Αιγαίο είχε ήδη μακρά ιστορία κατοίκησης. Νεολιθικές κοινότητες, γεωργοί που συνδέονταν με την Ανατολία, νησιωτικά δίκτυα και οι πολιτισμοί της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού δημιούργησαν ένα σύνθετο πληθυσμιακό και πολιτισμικό περιβάλλον. Ο Γιαννόπουλος επιμένει ότι η αρχαιολογία δεν επιτρέπει την απλή αντιστοίχιση κάθε νέου τύπου κεραμικής ή ταφικού εθίμου με την είσοδο ενός νέου «έθνους». Η υλική αλλαγή μπορεί να προκύπτει από εμπόριο, τεχνολογική διάδοση, κοινωνική αναδιοργάνωση, μικρές μετακινήσεις ή συνδυασμό παραγόντων.
Η Finkelberg επανεξετάζει το προελληνικό υπόστρωμα χρησιμοποιώντας γλωσσικές, μυθολογικές και ιστορικές ενδείξεις. Τοπωνύμια και λέξεις που δεν εξηγούνται εύκολα ως ελληνικές υποδεικνύουν ότι οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί συνάντησαν παλαιότερες γλώσσες. Οι μυθολογικές γενεαλογίες, στις οποίες ήρωες και βασιλικοί οίκοι συνδέονται με διαφορετικές περιοχές και καταγωγές, διατηρούν κατά τη συγγραφέα μνήμες σύνθεσης και ενσωμάτωσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μύθοι αποτελούν απευθείας ιστορικά αρχεία. Σημαίνει ότι η ελληνική παράδοση δεν φανταζόταν πάντοτε το παρελθόν της ως απολύτως ομοιογενές. Ο μελλοντικός ελληνικός κόσμος διαμορφώθηκε επάνω σε ένα ήδη κατοικημένο και πολιτισμικά ανεπτυγμένο αιγαιακό υπόβαθρο.
3. Οι Μινωίτες και η σχέση τους με τους Έλληνες

Ο μινωικός πολιτισμός αναπτύχθηκε στην Κρήτη κατά την Εποχή του Χαλκού και απέκτησε ανακτορικά κέντρα, εκτεταμένα θαλάσσια δίκτυα, εξελιγμένη τέχνη και διοικητικά συστήματα. Η ονομασία «Μινωίτες» είναι νεότερη αρχαιολογική σύμβαση και δεν αποδεικνύει πώς αυτοπροσδιορίζονταν οι κάτοικοι της Κρήτης. Η Γραμμική Α΄, η βασική γραφή της μινωικής διοίκησης, δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί οριστικά και η γλώσσα της δεν έχει αποδειχθεί ελληνική. Με γλωσσικό κριτήριο, επομένως, οι πρώτοι Μινωίτες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν με βεβαιότητα Έλληνες.
Αυτός ο γλωσσικός διαχωρισμός δεν ισοδυναμεί με πλήρη ασυνέχεια. Ο Chadwick και οι Botsford–Robinson, με διαφορετικές αφετηρίες, αναγνωρίζουν τη βαθιά μινωική επίδραση στον μυκηναϊκό κόσμο. Οι Μυκηναίοι προσέλαβαν στοιχεία γραφής, εικονογραφίας, τεχνικής παραγωγής, εμπορίου, θρησκευτικών συμβόλων και ανακτορικής πρακτικής.
Η Γραμμική Β΄ αποτελεί προσαρμογή παλαιότερου αιγαιακού συστήματος για την καταγραφή ελληνικής γλώσσας. Οι νεότερες γενετικές αναφορές, όπως συνοψίζονται στο υλικό του Τριανταφυλλίδη, παρουσιάζουν Μινωίτες και Μυκηναίους ως συγγενείς πληθυσμούς με μεγάλο κοινό νεολιθικό αιγαιακό και ανατολιακό υπόβαθρο, χωρίς να είναι ταυτόσημοι.
Συνεπώς, οι Μινωίτες δεν είναι απλώς «Έλληνες πριν από τους Έλληνες», αλλά ουσιώδες πληθυσμιακό και πολιτισμικό συστατικό του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο πρώτος βεβαιωμένα ελληνόφωνος ανακτορικός πολιτισμός.
4. Η εμφάνιση της ελληνικής γλώσσας

Η ελληνική ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών. Η ύπαρξη μιας πρωτοελληνικής φάσης προκύπτει από τη συγκριτική γλωσσολογία, αλλά η ακριβής γεωγραφία και χρονολόγησή της παραμένουν αντικείμενο συζήτησης. Οι Botsford–Robinson υιοθετούν το παλαιότερο σχήμα σύμφωνα με το οποίο ελληνόφωνοι Αχαιοί εισήλθαν στην Ελλάδα περίπου στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Ο Γιαννόπουλος θεωρεί ότι τέτοιες ακριβείς ταυτίσεις είναι πολύ πιο αβέβαιες: κανένα μεμονωμένο στρώμα καταστροφής ή νέο αρχαιολογικό γνώρισμα δεν αποδεικνύει από μόνο του την άφιξη των ελληνόφωνων.
Η ασφαλέστερη διατύπωση είναι ότι η ελληνική είχε ήδη διαμορφωθεί και χρησιμοποιούνταν στον μυκηναϊκό κόσμο όταν γράφτηκαν οι πινακίδες της Γραμμικής Β΄. Η γλώσσα, ωστόσο, είχε προηγούμενη άγραφη ιστορία και αναπτύχθηκε σε επαφή με μη ελληνικές γλώσσες. Η περίληψη του συλλογικού έργου που επιμελήθηκε ο Χριστίδης τονίζει ότι η ιστορία της ελληνικής είναι ταυτόχρονα ιστορία φθόγγων, κοινωνιών, μετακινήσεων, πολιτικών κέντρων και γλωσσικών επαφών. Η Finkelberg συνδέει την εξάπλωση της γλώσσας με την απορρόφηση προϋπαρχόντων πληθυσμών και όχι αναγκαστικά με ολοκληρωτική αντικατάστασή τους. Η επικράτηση της ελληνικής μπορεί να περιλάμβανε μετακινήσεις, κοινωνικό κύρος, πολιτικές ανακατατάξεις, επιγαμίες και σταδιακή γλωσσική μετατόπιση.
5. Οι Μυκηναίοι ως οι πρώτοι βεβαιωμένα ελληνόφωνοι

Ο μυκηναϊκός πολιτισμός διαμορφώνεται ευδιάκριτα από τον 17ο και τον 16ο αιώνα π.Χ. και φθάνει στην ανακτορική ακμή του περίπου μεταξύ 1450 και 1200 π.Χ. Τα ταφικά σύνολα των Μυκηνών, η ανάπτυξη κέντρων όπως η Πύλος, η Τίρυνθα και η Θήβα και η επέκταση στην Κρήτη δείχνουν την άνοδο ισχυρών ηγεμονικών δικτύων. Ο όρος «Μυκηναίοι» είναι αρχαιολογικός, αλλά οι πινακίδες της Γραμμικής Β΄ αποδεικνύουν ότι οι διοικήσεις αυτών των κέντρων χρησιμοποιούσαν μια πρώιμη μορφή ελληνικής.
Ο Chadwick παρουσιάζει έναν κόσμο οργανωμένο γύρω από ανάκτορα, τον άνακτα, αξιωματούχους, καταγραφείς, τεχνίτες, γαιοκτήμονες και εξαρτημένους εργαζομένους. Οι πινακίδες είναι κυρίως διοικητικά αρχεία και όχι λογοτεχνικά κείμενα. Παρ’ όλα αυτά, καταγράφουν ελληνικές λέξεις, ονόματα και θεότητες που επιτρέπουν τη σύνδεση με μεταγενέστερες ελληνικές παραδόσεις. Η συνέχεια δεν είναι απόλυτη: η κοινωνική οργάνωση των ανακτόρων κατέρρευσε και η γραφή χάθηκε για αιώνες. Ωστόσο, η γλώσσα και αρκετές λατρευτικές παραδόσεις επιβίωσαν.
Ο Beaton αντιμετωπίζει τον μυκηναϊκό κόσμο ως το πρώτο ιστορικά ορατό κεφάλαιο μιας μακράς ελληνόφωνης διαδρομής, χωρίς να ταυτίζει τους Μυκηναίους με το πλήρως διαμορφωμένο πανελλήνιο σύνολο των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων.
6. Μινωίτες και Μυκηναίοι: επίδραση, επικράτηση και σύνθεση

Η σχέση Μινωιτών και Μυκηναίων δεν περιγράφεται ικανοποιητικά ως απλή διαδοχή δύο απομονωμένων λαών. Πριν από τη μυκηναϊκή πολιτική παρουσία στην Κρήτη, η ηπειρωτική Ελλάδα είχε ήδη δεχθεί ισχυρές μινωικές επιδράσεις. Αντικείμενα κύρους, τεχνικές, εικονιστικά θέματα και τρόποι διοικητικής οργάνωσης κυκλοφορούσαν ανάμεσα στην Κρήτη, στις Κυκλάδες και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Οι Botsford–Robinson, μέσα στο παλαιότερο ερμηνευτικό τους σχήμα, περιγράφουν την ανάπτυξη των Αχαιών υπό μινωική πολιτισμική επιρροή. Ο Chadwick δίνει μεγαλύτερη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο ένα αιγαιακό σύστημα γραφής προσαρμόστηκε στις ανάγκες της ελληνικής γλώσσας.
Μετά περίπου το 1450 π.Χ., η χρήση της Γραμμικής Β΄ στην Κνωσό και τα νέα διοικητικά δεδομένα δείχνουν ελληνόφωνη μυκηναϊκή παρουσία.
Δεν προκύπτει όμως ότι εξαφανίστηκαν αυτομάτως οι παλαιότεροι κάτοικοι ή ότι έπαψε κάθε μινωική παράδοση. Πολιτισμικές μορφές επιβίωσαν και μετασχηματίστηκαν μέσα σε νέα πολιτική δομή. Η γενετική συγγένεια ενισχύει την εικόνα πληθυσμών με σημαντικό κοινό υπόβαθρο και πρόσθετες διαφοροποιήσεις. Η γλώσσα, η πολιτική εξουσία και η γενετική συγγένεια δεν κινούνται πάντοτε μαζί.
Η μυκηναϊκή Ελλάδα υπήρξε αποτέλεσμα σύνθεσης: ελληνική γλώσσα, αιγαιακή κληρονομιά, μινωικές επιδράσεις και τοπικές παραδόσεις συνδέθηκαν σε νέο ανακτορικό σύστημα.
7. Η κατάρρευση της Εποχής του Χαλκού

Γύρω στο 1200 π.Χ. πολλά μυκηναϊκά ανάκτορα καταστράφηκαν ή εγκαταλείφθηκαν και το διοικητικό τους σύστημα διαλύθηκε. Η κατάρρευση δεν αποδίδεται με ασφάλεια σε μία μόνο αιτία. Οι ερευνητές έχουν προτείνει πολέμους, εσωτερικές συγκρούσεις, διακοπή εμπορικών δικτύων, φυσικές καταστροφές, κλιματική πίεση, μετακινήσεις πληθυσμών και αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων. Οι λεγόμενοι Λαοί της Θάλασσας αποτελούν μέρος του ευρύτερου ανατολικομεσογειακού προβλήματος, αλλά δεν εξηγούν μόνοι τους όλες τις τοπικές μεταβολές.
Η Finkelberg εξετάζει και τη γλωσσική μαρτυρία για το τέλος της μυκηναϊκής Ελλάδας. Η απώλεια των ανακτόρων σήμανε το τέλος της Γραμμικής Β΄, επειδή η γραφή εξυπηρετούσε κυρίως τις διοικητικές ανάγκες τους. Δεν σήμανε όμως το τέλος της ελληνικής γλώσσας ή την πλήρη εξαφάνιση του πληθυσμού. Η μετανακτορική περίοδος παρουσιάζει συνέχειες μαζί με σημαντικές αλλαγές. Η μετάβαση στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου ήταν βαθμιαία και δεν ταυτίζεται μηχανικά με μια «δωρική εισβολή». Η παλαιότερη διάκριση Εποχής του Χαλκού και Εποχής του Σιδήρου παραμένει χρήσιμη ως αρχαιολογική περιοδολόγηση, αλλά δεν πρέπει να μετατρέπεται σε απόλυτο σύνορο: ο σίδηρος διαδόθηκε σταδιακά, ενώ χάλκινα αντικείμενα εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται.
8. Το δωρικό ζήτημα και οι μετακινήσεις
Η αρχαία παράδοση συνέδεσε την εγκατάσταση των Δωριέων στην Πελοπόννησο με την επιστροφή των Ηρακλειδών. Η παλαιότερη ιστοριογραφία μετέτρεψε συχνά αυτή την παράδοση σε συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός: μια μαζική δωρική εισβολή που προκάλεσε την κατάρρευση των Μυκηναίων. Οι Botsford–Robinson εκφράζουν σε μεγάλο βαθμό αυτό το μεταναστευτικό μοντέλο. Οι νεότεροι ερευνητές είναι πιο επιφυλακτικοί, επειδή η αρχαιολογία δεν προσφέρει μία καθολική και ταυτόχρονη τομή που να αντιστοιχεί απλά σε εισβολή ενιαίου λαού.
Η Finkelberg εξετάζει τη σχέση Δωριέων και Μυκηναίων μέσα από τη γλωσσολογία και την επική παράδοση. Η ύπαρξη δωρικών διαλέκτων και η μεταγενέστερη γεωγραφική κατανομή τους απαιτούν ιστορική εξήγηση, αλλά δεν επιβάλλουν ένα μοναδικό σενάριο. Μετακινήσεις μπορεί πράγματι να έγιναν, όπως και αναδιατάξεις ισχύος, εγκαταστάσεις μικρότερων ομάδων και σταδιακή διάδοση διαλέκτων. Η κατάρρευση των ανακτόρων, η εξάπλωση του σιδήρου, οι μεταναστεύσεις και η διαμόρφωση δωρικών περιοχών είναι αλληλοσυνδεόμενες αλλά όχι ταυτόσημες διαδικασίες. Η προσεκτική σύνθεση διατηρεί την αρχαία παράδοση ως ιστορική μαρτυρία μνήμης, χωρίς να την αντιμετωπίζει ως ακριβές χρονικό γεγονότων.

9. Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς
Οι ονομασίες Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς δεν είχαν πάντοτε το ίδιο περιεχόμενο. Μπορούσαν να δηλώνουν γενεαλογική παράδοση, διάλεκτο, γεωγραφική προέλευση, πολιτική συμμαχία ή ευρύτερη εθνοτική ταύτιση. Η Finkelberg δείχνει ότι οι ελληνικές γενεαλογίες δεν συγκροτούν μία απολύτως συνεπή εικόνα κοινής βιολογικής καταγωγής. Διαφορετικοί ήρωες, επώνυμοι πρόγονοι και βασιλικοί οίκοι εντάχθηκαν σε σχήματα που συνέδεαν ανομοιογενείς τοπικές παραδόσεις.
Η γλωσσική διαφοροποίηση της ελληνικής σε διαλεκτικές ομάδες έχει βαθιές ρίζες, αλλά η γεωγραφία των διαλέκτων μεταβλήθηκε μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού κόσμου και τις μετακινήσεις προς τα νησιά και τη Μικρά Ασία. Ο όρος «Αχαιοί» στον Όμηρο λειτουργεί συχνά ως γενική ονομασία των πολεμιστών εναντίον της Τροίας και δεν αντιστοιχεί απλά σε μία μεταγενέστερη διάλεκτο. Οι Ίωνες και οι Αιολείς συνδέθηκαν με εγκαταστάσεις στο ανατολικό Αιγαίο, ενώ οι Δωριείς με τη νότια και νοτιοδυτική Ελλάδα και ορισμένα νησιά. Η κοινή ελληνικότητα δεν προϋπήρχε ολοκληρωμένη αυτών των διαφορών· διαμορφώθηκε μέσα από την αναγνώριση συγγένειας μεταξύ διαφορετικών ομάδων που διατηρούσαν ιδιαίτερες διαλέκτους και παραδόσεις.
10. Από τους ελληνόφωνους στους «Έλληνες»
Η χρήση της ελληνικής γλώσσας δεν συνεπάγεται αυτομάτως την ύπαρξη κοινής πανελλήνιας ταυτότητας. Οι μυκηναϊκές πινακίδες αποδεικνύουν ελληνόφωνες διοικήσεις, όχι όμως ότι όλοι οι ελληνόφωνοι αυτοπροσδιορίζονταν ήδη με το συλλογικό όνομα «Έλληνες». Στον Όμηρο το όνομα έχει περιορισμένη χρήση, ενώ οι γενικές ονομασίες Αχαιοί, Δαναοί και Αργείοι κυριαρχούν.
Η εξάπλωση του ονόματος «Έλληνες» και η συγκρότηση ενός κοινού «εμείς» πραγματοποιήθηκαν σταδιακά κατά τους μεταμυκηναϊκούς και αρχαϊκούς χρόνους.
Ο Beaton δίνει έμφαση στη δύναμη της κοινής γλώσσας, των επικών παραδόσεων και των δικτύων που συνέδεαν απομακρυσμένες κοινότητες. Τα ομηρικά έπη παρείχαν κοινό ηρωικό παρελθόν, χωρίς να εξαλείφουν τις τοπικές διαφορές. Πανελλήνια ιερά, αγώνες, μαντεία και αποικιακές κινήσεις ενίσχυσαν την αίσθηση συμμετοχής σε ευρύτερο κόσμο. Η αντιδιαστολή προς άλλους λαούς, ιδιαίτερα κατά τις συγκρούσεις με την Περσική Αυτοκρατορία, έκανε την κοινή ταυτότητα πιο ορατή.
Η ελληνικότητα συγκροτήθηκε, επομένως, από γλώσσα, θρησκεία, μνήμη, ήθη και πολιτικές εμπειρίες. Δεν ήταν απλή αντανάκλαση βιολογικής ομοιογένειας, αλλά ιστορική κοινότητα που μπορούσε να ενσωματώνει διαφορετικές καταγωγές.
11. Τι δείχνει και τι δεν δείχνει το αρχαίο DNA

Η αρχαιογενετική προσφέρει νέο είδος μαρτυρίας για τις πληθυσμιακές συγγένειες και μετακινήσεις. Σύμφωνα με τη γενική εικόνα που μεταφέρει το υλικό του Τριανταφυλλίδη, οι Μινωίτες και οι Μυκηναίοι μοιράζονταν μεγάλο μέρος καταγωγής που συνδεόταν με τους νεολιθικούς πληθυσμούς του Αιγαίου και της Ανατολίας. Οι Μυκηναίοι παρουσίαζαν επιπλέον συνιστώσες που συνδέονται με βορειότερους πληθυσμούς. Αυτό ενισχύει την ιδέα συνέχειας με προσμείξεις: ούτε πλήρης ακινησία ούτε ολοκληρωτική αντικατάσταση.
Τα γενετικά δεδομένα απαιτούν αυστηρούς περιορισμούς. Ένα γενετικό προφίλ δεν αποκαλύπτει από μόνο του ποια γλώσσα μιλούσε ένας άνθρωπος, σε ποια πολιτική κοινότητα ανήκε ή πώς αντιλαμβανόταν την ταυτότητά του. Γλώσσες μπορούν να εξαπλωθούν χωρίς μαζική πληθυσμιακή αντικατάσταση, ενώ άνθρωποι με συγγενές DNA μπορούν να ανήκουν σε διαφορετικές πολιτισμικές ομάδες.
Η ασφαλής σύνθεση είναι ότι η γενετική υποστηρίζει σύνθετη πληθυσμιακή ιστορία και σημαντικές συνέχειες, αλλά δεν αποφασίζει το ιστορικό ερώτημα της ελληνικότητας.
12. Η μακρά συνέχεια: Beaton και Κοντογιώργης
Ο Beaton προσεγγίζει τους Έλληνες ως ιστορικά εξελισσόμενη κοινότητα που διατηρεί ισχυρές γλωσσικές και πολιτισμικές συνέχειες, ενώ μεταβάλλεται μέσα από μετακινήσεις, αυτοκρατορίες, θρησκευτικές αλλαγές και νέες πολιτικές μορφές. Αυτή η προσέγγιση βρίσκεται κοντά στον Παπαρρηγόπουλο ως προς τη μεγάλη διάρκεια, αλλά χρησιμοποιεί διαφορετικό λεξιλόγιο και αποφεύγει την εικόνα αμετάβλητης ουσίας.
Η συνέχεια είναι υπαρκτή επειδή παραδόσεις, γλώσσα, κείμενα και συλλογικές αναφορές μεταδίδονται και επανερμηνεύονται, όχι επειδή οι πληθυσμοί μένουν βιολογικά αμιγείς.
Ο Κοντογιώργης προτείνει διαφορετικό θεωρητικό σχήμα. Ορίζει τον ελληνισμό ως ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας με θεμελιώδη μονάδα την πόλη. Διακρίνει κρατοκεντρική φάση, στην οποία οι πόλεις λειτουργούν ως αυτόνομες πολιτείες, και οικουμενική φάση, στην οποία οι πόλεις συνδυάζονται με μητροπολιτική πολιτεία. Υποστηρίζει ότι το ελληνικό κοσμοσύστημα, με μετασχηματισμούς, δεσπόζει έως τον 19ο αιώνα. Η θεωρία του προσφέρει ερμηνεία για τη μακρά πολιτική και πολιτισμική διάρκεια του ελληνικού κόσμου. Η σύγκριση με τον Παπαρρηγόπουλο είναι γόνιμη: και οι δύο αντιτίθενται σε απόλυτες τομές, αλλά ο πρώτος γράφει εθνική ιστορία, ενώ ο δεύτερος κατασκευάζει γενική κοσμοσυστημική θεωρία.

Συμπέρασμα: μια διαδικασία σύνθεσης
Οι πηγές συγκλίνουν στην απόρριψη μιας απλοϊκής απάντησης. Οι Έλληνες δεν εμφανίστηκαν ως πλήρως διαμορφωμένο και απολύτως ομοιογενές σύνολο σε μία χρονολογία. Το προϊστορικό Αιγαίο κατοικούνταν από διαφορετικούς πληθυσμούς, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει πολιτισμούς και δίκτυα πριν από τις πρώτες ελληνικές μαρτυρίες. Η ελληνική γλώσσα διαμορφώθηκε μέσα στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια, εξαπλώθηκε σε επαφή με παλαιότερες γλώσσες και καταγράφεται με βεβαιότητα στις μυκηναϊκές πινακίδες. Οι Μινωίτες δεν ήταν οι πρώτοι αποδεδειγμένα ελληνόφωνοι, αλλά αποτέλεσαν κρίσιμο πολιτισμικό και πληθυσμιακό υπόβαθρο. Οι Μυκηναίοι ήταν οι πρώτοι βεβαιωμένα ελληνόφωνοι, χωρίς να αποτελούν ακόμη το πανελλήνιο σύνολο των μεταγενέστερων χρόνων.
Μετά την κατάρρευση των ανακτόρων, η ελληνική γλώσσα και μνήμες του μυκηναϊκού κόσμου επιβίωσαν, ενώ νέες μετακινήσεις και πολιτικές μορφές αναδιοργάνωσαν το Αιγαίο. Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς ανέπτυξαν ιδιαίτερες παραδόσεις, αλλά συνδέθηκαν σταδιακά μέσω γλώσσας, επών, λατρειών, ιερών και κοινών ιστορικών εμπειριών. Η γενετική περιγράφει συνέχεια με προσμείξεις, όχι εθνική ταυτότητα. Ο Παπαρρηγόπουλος προσφέρει το σχήμα της συνέχειας, η Finkelberg την ετερογένεια και το υπόστρωμα, ο Γιαννόπουλος τη μεθοδολογική επιφύλαξη, ο Chadwick τη γλωσσική βεβαιότητα της Γραμμικής Β΄, ο Beaton τη μεταβαλλόμενη κοινότητα μεγάλης διάρκειας και ο Κοντογιώργης το κοσμοσυστημικό πλαίσιο. Η ελληνική ιστορία αναδεικνύεται έτσι ως ιστορία μακράς συνέχειας μέσω διαρκούς σύνθεσης.
Συνεχίζεται…



Η έκπληξη της εκπλήξεως το εγχείρημα σας κύριε Σαββίδη -καλή συνέχεια μετά θερμών συγχαρητηρίων – .
Δεν είστε ο πρώτος μη ιστορικός που το αποτολμά από την εποχή της 7ετούς στρατιωτικής δικτατορίας και στη Μεταπολίτευση ,καθώς πληθώρα προσώπων , ιδίως γειτονικών της Ιστορίας κοινωνικών επιστημών ,έγραφαν και γράφουν την ΄’Νέα Ιστορία” με ανανεωτικές ιδέες -χωρίς την επιβεβαίωση των γεγονότων από ενδελεχείς έρευνες όπως οι καθ΄αυτό ιστορικοί – γνωστός σας ο κ. Βασίλης Φούσκας-με πρωτοπόρους τους μαρξιστές Γιάννη Κορδάτο και Τραπεζούντιο Γεώργιο Κωνσταντινίδης -Σκληρό και τον Τάσο Βουρνά , που κατάφεραν -ιδίως ο Κορδάτος-ολόκληρο τον 20ο αιώνα να ”αναθεωρήσουν” τον Κων/νο Παπαρρηγόπουλο ,-ειδικά στο θέμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821- , την οποίαν κατέγραψαν όχι ως εθνική αλλά ως κοινωνική κατά την μαρξιστική εκδοχή ,απόψεις που ακούγαμε και σε ομιλίες στην εθνική επέτειο και κατά την 10ετία του 1980.
Θα συνιστούσα για την επιπλέον βιβλιογραφία του έργου σας -κατά αλφαβητική σειρά-τους ιστορικούς,
Απόστολο και Κων/νο Βακαλόπουλο , Αλέξανδρο Δεσποτόπουλο, Διονύσιο Ζακυθηνό, Σαράντη Καργάκο , Διονύσιο Κόκκινο , Ιωάννη Κολιόπουλο ,Στίλπωνα Κυριακίδη ,Ευάγγελο Κωφό ,ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗ, Βασίλη Παναγιωτόπουλο (πρόσφατο βιβλίο του ”Πάντα εκ των υστέρων”), Κων/νο Σβολόπουλο , Νίκο Σβορώνο και Ευάνθη Χατζηβασιλείου .
Υ.Γ Α…..και μη ξεχάσετε τον μοναδικό κύριο Νίκο Μέρτζο (με το η Αθήνα , το χταπόδι της Ελλάδος) και τον αείμνηστο Σπυρίδωνα Σφέτα.
Οι Αρχαίοι Έλληνες ΠΡΩΤΟΙ ανέπτυξαν ΚΑΛΟΖΩΙΑ ΕΥ ΖΕΙΝ με δημιουργία θεών φιλανθρώπων και όχι ανθρωποφάγων, ζωγραφική, αθλήματα, μουσική, ποίηση, γλυπτική, αρχιτεκτονική, οικιστική τέχνη, κεραμικά Αγγεία για οικιακή χρήση στολισμένα με ωραίες παραστάσεις από την φύση την μυθολογία, ανέπτυξαν τις επιστήμες, την Γεωμετρία, μεταλλουργία, υφαντική, ναυπηγική, σχολεία για εκπαίδευση των νέων Φιλοσοφία, και ίσως σαύτο συνετέλεσε η ναυσιπλοΐα όπου 6-10 Έλληνες σαν πλήρωμα έπρεπε να συνεργάζονται αρμονικά μεταξύ τους στα ταξίδια τους ώστε να φθάσουν με ασφάλεια στον προορισμό τους . ΑΥΤΟΣ Ο ΑΛΛΗΛΟΣΕΒΑΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΒΑΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΜΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ!
Tο άρθρο αυτό δεν σχολιάζεται, τουλάχιστον από σοβαρούς ανθρώπους. Απλώς διαβάζεται, ξαναδιαβάζεται και ειλικρινώς συγχαίερεται ο συντάξας αυτό. –
Ενδιαφέρον, και ακαδημαϊκά, όσο και δύσκολο εγχείρημα, που σίγουρα μπορείτε να το φέρετε επιτυχώς εις πέρας, αγαπητέ κύριε Σαββίδη. Συγχαρητήρια και καλή συνέχεια.
Το τελικό κεφάλαιο θα πρέπει να είναι … κατάντια των Ελλήνων 🙁
Εκτός από την πολιτιστική και γενικότερη επιρροή των προηγούμενων λαών του ελληνικού χώρου, ένα κρίσιμο ζήτημα είναι και ο βαθμός επιρροής και αλληλεπίδρασης. Οι Μινωίτες αν και σίγουρα θα επηρεασαν τη διαμόρφωση των Ελλήνων, στην πραγματικότητα εξαφανίστηκαν ως λαός-γλωσσα-θρησκεία-πολιτισμός. Δεν έμεινε κολυμπηθρόξυλο από τους πολιτισμούς του Αιγαίου, η μυκηναϊκή γλώσσα είναι σε τεράστιο βαθμό ακατανόητη από εμάς σε αντίθεση με τη γλώσσα της ομηρικής και της κλασικής εποχής.
Αρκετά καταχρηστικός ο όρος Έλληνες ή προέλληνες, εμπεριέχει έναν βαθμό αυθαιρεσίας από εμάς τους συγχρόνους που μιλάμε προνομιακά εξ ονόματος των εξαφανισμένων πια λαών. Δεν λέω ότι είναι εντελώς άσχετοι με τους Έλληνες αλλά σημασία έχει και ο βαθμός συγγένειας. Αναμενόμενες όμως οι υπερβολές της κάθε “εθνικής” ιστοριογραφίας που θέλει να αναδείξει με σθένος το μέγιστο ιστορικό βάθος.
Το ίδιο ισχύει και για τη γενετική συνέχεια: δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει 100% φυλετική καθαρότητα αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε και μιγαδικός πολυφυλετικός λαός. Οι τελευταίες επιστημονικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι γενετικά είμαστε απόγονοι των αρχαίων κατοίκων σε πάρα πολύ μεγάλο ποσοστό, απλά πολλοί το αποσιωπούν ή θολώνουν τα νερά με ασαφείς αοριστίες για λόγους πολιτικής ορθότητας.
Καλό είναι όταν δεν γνωρίζεις κάτι, να μην γράφεις γι αυτό. Ο μινωικός πολιτισμός και υποθέτω μαζί του και οι άλλοι (αν και ήσαν οι ίδιοι ουσιαστικά) αιγαιακοί πολιτισμοί, μεταμορφώθηκαν κι επηρέασαν στην μετεξέλιξη τού κρητικού πολιτισμού (γράφω μόνο τού κρητικού, επειδή αυτόν γνωρίζω καλύτερα). Έμειναν στα τραγούδια, στον χορό και γενικώς στα ήθη κι έθιμα. Η ΕΚΙΜ έχει κάμει και κάνει μελέτες, αλλά δεν μπορώ να επεκταθώ εδώ.
Συμπλήρωμα: Αν πας π.χ.στα Σφακιά και όχι μόνο και δεις τις γυναίκες, θα διαπιστώσεις την σαφή ομοιότητα με τίς “κυρίες” τής Κνωσσού. Μόνο την Μαρία Τζομπανάκη να δεις, φτάνει. Είσαι πανυελώς άσχετος με το θέμα.
Δεν μού βγήκε η φωτογραφία, αλλά στο εξώφυλλο εκδόσεως τής ΕΚΙΜ την έχουν δίπλα από μινωίτισσα και η ομοιότητα είναι καταφανής.
Καλό είναι όταν δεν γνωρίζεις κάτι ή αν δεν έχεις κατι συγκροτημένο να πεις να μην σχολιάζεις και μάλιστα εμμονικά ως μαϊντανός.
Σημ. Επιτέλους ας γίνει κάτι από τους διαχειριστές, με τους ίδιους και τους ίδιους γραφικούς χασομέρηδες σχολιαστές που κινούνται αποκλειστικά μέσω ατάκας, κούφιου διδακτισμού και διαρκώς επαναλαμβανόμενης μιζέριας.