Παραίτηση Στάρμερ: η βρετανία αναζητά τον εαυτό της 

Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ από την πρωθυπουργία και την ηγεσία των Εργατικών είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης βρετανικής κρίσης: κρίσης εκπροσώπησης, κρίσης κοινωνικής εμπιστοσύνης και κρίσης του ίδιου του μετα-Brexit πολιτικού συστήματος. Ο Στάρμερ είχε εκλεγεί ως ο άνθρωπος της σταθερότητας μετά την ταραχώδη εποχή των Συντηρητικών. Παραιτήθηκε, όμως, επειδή δεν κατάφερε να μετατρέψει την εκλογική νίκη του 2024 σε πολιτική ηγεμονία. Η παραίτησή του ήρθε έπειτα από εσωκομματική πίεση, χαμηλή δημοτικότητα, κακή εκλογική επίδοση των Εργατικών στις τοπικές εκλογές και την άνοδο του Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ.

Ο Στάρμερ αναδείχθηκε στην ηγεσία των Εργατικών τον Απρίλιο του 2020, μετά την ήττα του Τζέρεμι Κόρμπιν στις εκλογές του 2019. Κέρδισε την εσωκομματική αναμέτρηση από τον πρώτο γύρο με 56,2%, απέναντι στη Ρεμπέκα Λονγκ-Μπέιλι και τη Λίζα Νάντι. Η άνοδός του σήμαινε τότε κάτι πολύ συγκεκριμένο: το τέλος της κορμπινικής αριστερής φάσης των Εργατικών και την επιστροφή σε ένα πιο πειθαρχημένο, θεσμικό, κεντρώο και εκλόγιμο κόμμα. Δεν εμφανίστηκε ως χαρισματικός λαϊκός ηγέτης, αλλά ως εισαγγελικός, ψύχραιμος, τεχνοκρατικός αντίπαλος των Συντηρητικών. Αυτό ήταν το πλεονέκτημά του όταν οι Τόρις είχαν εξαντλήσει την κοινωνία με Brexit, σκάνδαλα, αλλαγές ηγεσίας και οικονομική ανασφάλεια.

Στις εκλογές του 2024, ο Στάρμερ έγινε πρωθυπουργός επειδή οι Εργατικοί πέτυχαν σαρωτική νίκη, τερματίζοντας δεκατέσσερα χρόνια συντηρητικής διακυβέρνησης. Η νίκη, όμως, ήταν περισσότερο αρνητική παρά θετική: οι Βρετανοί ψήφισαν κατά των Συντηρητικών περισσότερο απ’ όσο ψήφισαν υπέρ ενός σαφούς σταρμερικού σχεδίου. Το Reuters τότε μιλούσε για «Labour landslide» «σαρωτική νίκη των Εργατικών» και για τη χειρότερη επίδοση των Συντηρητικών στην ιστορία τους.  Ο Στάρμερ μπήκε στην εξουσία με τεράστια κοινοβουλευτική δύναμη, αλλά χωρίς αντίστοιχη ιδεολογική φόρτιση στην κοινωνία.

Η πολιτική του ήταν ένα υβρίδιο. Δεν ήταν αμιγώς σοσιαλδημοκρατική με την κλασική έννοια, αλλά ούτε και ωμά νεοφιλελεύθερη. Ήταν μια περιορισμένη, δημοσιονομικά πειθαρχημένη, φιλοθεσμική κεντροαριστερά, με ισχυρή πίστη στην οικονομική σταθερότητα, στις αγορές, στους κανόνες και στη συνεργασία με τις επιχειρήσεις. Το ίδιο το μανιφέστο των Εργατικών το 2024 μιλούσε για «stability», «investment», «securonomics» και «dynamic and strategic state», δηλαδή για ένα κράτος πιο ενεργό από το θατσερικό μοντέλο, αλλά όχι για ριζική αναδιανομή ή σύγκρουση με το κεφάλαιο.

Αυτό φάνηκε καθαρά στη δημοσιονομική γραμμή της κυβέρνησης. Οι Εργατικοί του Στάρμερ και της Ρέιτσελ Ριβς επέμειναν σε αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες: ισοσκελισμό των τρεχουσών δαπανών και μείωση του χρέους ως ποσοστού της οικονομίας στον ορίζοντα της πρόβλεψης. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση ήθελε κοινωνική αποκατάσταση, αλλά μέσα στα όρια της εμπιστοσύνης των αγορών. Αυτό δεν είναι κλασικός νεοφιλελευθερισμός τύπου Θάτσερ, γιατί δεν αποθεώνει την απορρύθμιση και τις ιδιωτικοποιήσεις. Είναι όμως μια μετα-σοσιαλδημοκρατία χαμηλής φιλοδοξίας: κοινωνικά ευαίσθητη στη ρητορική, δημοσιονομικά περιορισμένη στην πράξη.

Υπήρχαν, βεβαίως, σοσιαλδημοκρατικά στοιχεία. Η κυβέρνηση προώθησε εργασιακά δικαιώματα, αύξηση κατώτατου μισθού, προστασία ενοικιαστών, πολιτικές για παιδιά, προσπάθειες μείωσης λιστών αναμονής στο NHS, επενδύσεις σε υποδομές και ενέργεια, καθώς και επιστροφή μέρους των σιδηροδρόμων σε δημόσιο έλεγχο. Όμως αυτές οι παρεμβάσεις δεν έγιναν η κεντρική αφήγηση της κυβέρνησης. Δεν συγκρότησαν ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Έμοιαζαν περισσότερο με επιμέρους διορθώσεις σε ένα εξαντλημένο μοντέλο παρά με πολιτικό σχέδιο εθνικής ανασυγκρότησης.

Εκεί βρίσκεται και η βασική αποτυχία του Στάρμερ. Προσπάθησε να κυβερνήσει μια κοινωνία θυμωμένη, ανασφαλή και πολιτισμικά διχασμένη με εργαλεία διοικητικής ορθότητας.

Όμως η Βρετανία δεν ζητούσε μόνο καλύτερη διαχείριση. Ζητούσε απάντηση σε ερωτήματα ταυτότητας, μισθών, δημόσιων υπηρεσιών, μετανάστευσης, περιφερειακής εγκατάλειψης και μετα-Brexit προσανατολισμού. Ο Στάρμερ πίστεψε ότι το πρόβλημα ήταν η ανικανότητα των Συντηρητικών. Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα ήταν ότι μεγάλα τμήματα της βρετανικής κοινωνίας δεν νιώθουν πια ότι το πολιτικό σύστημα —ούτε δεξιό ούτε αριστερό— τους εκπροσωπεί.

Γι’ αυτό και ο Νάιτζελ Φάρατζ κυριαρχεί σήμερα στο πολιτικό σκηνικό, όχι επειδή έχει απαραίτητα πλειοψηφικό κοινωνικό ρεύμα, αλλά επειδή επιβάλλει την ατζέντα. Το Reform UK εμφανίζεται ως η φωνή όσων αισθάνονται ότι οι Συντηρητικοί πρόδωσαν το Brexit και οι Εργατικοί δεν άλλαξαν ουσιαστικά τίποτε. Δημοσκοπικά, το Reform έχει προηγηθεί επανειλημμένα: η YouGov στις αρχές Ιουνίου 2026 έδινε στο Reform 27%, εννέα μονάδες μπροστά από Συντηρητικούς και Εργατικούς, ενώ η Ipsos τον Μάιο έδινε στο Reform 27% και στους Εργατικούς 20%.

Η κυριαρχία Φάρατζ στηρίζεται σε τέσσερα στοιχεία. Πρώτον, στη μετατροπή της μετανάστευσης σε σύμβολο απώλειας ελέγχου. Δεύτερον, στη διάλυση της παραδοσιακής συντηρητικής παράταξης, που μετά το Brexit έμεινε χωρίς πειστική αποστολή. Τρίτον, στην απογοήτευση των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων από τους Εργατικούς, ειδικά στις παλιές βιομηχανικές περιοχές. Τέταρτον, στη δύναμη του Φάρατζ ως τηλεοπτικού και πολιτικού performer: δεν χρειάζεται να κυβερνά για να καθορίζει τη συζήτηση. Αρκεί να λέει με ωμότητα αυτό που ένα μέρος της κοινωνίας νιώθει ότι οι άλλοι κρύβουν.

Το σημερινό ιδεολογικό στίγμα των Εργατικών είναι, συνεπώς, ασταθές. Δεν είναι το κόμμα του Κόρμπιν, της κρατικοποίησης, της ανοιχτής σύγκρουσης με τις ελίτ και της αντιλιτότητας. Δεν είναι όμως ούτε ακριβώς το New Labour του Τόνι Μπλερ, γιατί η εποχή της παγκοσμιοποιητικής αισιοδοξίας έχει τελειώσει. Οι Εργατικοί σήμερα είναι ένα κόμμα που προσπαθεί να συνδυάσει οικονομική αξιοπιστία, ήπιο κρατικό παρεμβατισμό, κοινωνική προστασία, αυστηρότερο λόγο για τη μετανάστευση και επαναπροσέγγιση με την Ευρώπη χωρίς πλήρη ανατροπή του Brexit. Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο συνδυασμός μοιάζει συχνά περισσότερο με άμυνα απέναντι στον Φάρατζ παρά με αυτόνομο όραμα.

Ο πιθανότερος αντικαταστάτης του Στάρμερ είναι ο Άντι Μπέρναμ, πρώην δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ και πλέον βουλευτής μετά τη νίκη του στο Makerfield. Το AP και ο Guardian τον περιγράφουν ως φαβορί, ενώ ο Γουές Στρίτινγκ, που θα μπορούσε να είναι αντίπαλος, φέρεται να στηρίζει τον Μπέρναμ. Αν δεν υπάρξει σοβαρή εσωκομματική αναμέτρηση, η μετάβαση μπορεί να είναι σχετικά γρήγορη· αν υπάρξει κανονικός διαγωνισμός ηγεσίας, η διαδικασία μπορεί να παραταθεί.

Η πολιτική Μπέρναμ θα επιχειρήσει πιθανότατα να διορθώσει το κενό που άφησε ο Στάρμερ: περισσότερη κοινωνική γείωση, περισσότερη έμφαση στη Βόρεια Αγγλία, στη βιομηχανία, στους μισθούς, στη δημόσια υγεία και στην αίσθηση δικαιοσύνης. Μετά τη νίκη του στο Makerfield, ο Μπέρναμ μίλησε για «fundamental change», επαναβιομηχάνιση της Βόρειας Αγγλίας, τέλος της λογικής του trickle-down και πιο δίκαιο σύστημα μετανάστευσης. Αυτό δείχνει μια πιο λαϊκή, πιο πατριωτική, πιο παραγωγική σοσιαλδημοκρατία — όχι ριζοσπαστική αριστερά, αλλά μια προσπάθεια να ανακτηθούν οι χαμένες εργατικές περιοχές πριν τις καταπιεί ο Φάρατζ.

Ωστόσο, ο Μπέρναμ θα κινηθεί μέσα σε σκληρούς περιορισμούς. Θα κληρονομήσει δημοσιονομική στενότητα, κουρασμένο κόμμα, εχθρικά μέσα, άνοδο Reform, συντηρητική αποσύνθεση και μια κοινωνία που δεν εμπιστεύεται πια εύκολα τις υποσχέσεις. Αν κινηθεί πολύ αριστερά, θα τρομάξει αγορές και μεσαία τάξη. Αν μείνει πολύ κοντά στη γραμμή Στάρμερ, θα φανεί ως αλλαγή προσώπου χωρίς αλλαγή κατεύθυνσης. Το στρατηγικό του στοίχημα θα είναι να γίνει αυτό που ο Στάρμερ δεν μπόρεσε: ένας ηγέτης που να συνδυάζει κυβερνητική αξιοπιστία με λαϊκή ενέργεια.

Η Βρετανία μπαίνει έτσι σε μια νέα φάση. Το παλιό δικομματικό σύστημα δεν έχει εξαφανιστεί θεσμικά, αλλά έχει υπονομευθεί κοινωνικά. Οι Συντηρητικοί δεν έχουν συνέλθει από την ιστορική τους ήττα. Οι Εργατικοί έχουν πλειοψηφία αλλά όχι ενθουσιασμό. Οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, οι Πράσινοι, οι εθνικιστές σε Σκωτία και Ουαλία και κυρίως το Reform κατακερματίζουν το εκλογικό σώμα. Το Reuters μιλά πλέον για μια Βρετανία που ετοιμάζεται για τον έβδομο πρωθυπουργό της μέσα σε δέκα χρόνια, ένδειξη βαθιάς θεσμικής και πολιτικής αστάθειας.

Η παραίτηση Στάρμερ, λοιπόν, δεν είναι το τέλος μιας προσωπικής αποτυχίας. Είναι η απόδειξη ότι η κεντρώα διαχειριστική πολιτική δεν αρκεί πια σε μια εποχή θυμού. Ο Στάρμερ έσωσε τους Εργατικούς από την εκλογική περιθωριοποίηση, αλλά δεν τους έδωσε νέα ψυχή. Κέρδισε την εξουσία, αλλά δεν κατέκτησε τη χώρα. Ο διάδοχός του θα πρέπει να απαντήσει σε ένα απλό αλλά ιστορικό ερώτημα: μπορούν οι Εργατικοί να ξαναγίνουν κόμμα των λαϊκών στρωμάτων χωρίς να χάσουν την κυβερνησιμότητα; Αν όχι, ο Φάρατζ δεν θα χρειαστεί να κερδίσει τη Βρετανία. Θα του την παραδώσουν οι αντίπαλοί του.

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα