Ο νέος στρατηγικός άξονας της Τουρκίας και η ώρα της ελληνικής απάντησης

του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.

Η Συμφωνία της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί από την Ελλάδα ως ένα ακόμη επεισόδιο της περίπλοκης γεωπολιτικής της Μέσης Ανατολής. Ακόμη και αν η συμφωνία δεν εξελιχθεί ποτέ σε μια πλήρη στρατιωτική συμμαχία, μπορεί να δημιουργήσει κάτι εξίσου σημαντικό. Ένα νέο στρατηγικό δίκτυο στο οποίο η Τουρκία αποκτά μεγαλύτερο πολιτικό βάθος, οικονομικούς πόρους, αμυντικές συνεργασίες και δυνατότητες προβολής ισχύος.

Το κρίσιμο για την Αθήνα δεν είναι να προβλέψει αν ένας Τούρκος στρατιώτης ή ένα πακιστανικό αεροσκάφος θα πολεμήσει αύριο για τη Σαουδική Αραβία. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η σταδιακή θεσμοποίηση της συνεργασίας Μέκκας–Άγκυρας–Ισλαμαμπάντ θα επιτρέψει στην Τουρκία να μετατρέψει τη γεωπολιτική της φιλοδοξία σε μόνιμο στρατηγικό πλεονέκτημα. Αυτή είναι η διάσταση που αφορά άμεσα την Ελλάδα.

Η Τουρκία χτίζει στρατηγικό βάθος

Η Τουρκία βρίσκεται σήμερα σε μια μοναδική γεωπολιτική θέση. Είναι μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά ταυτόχρονα ακολουθεί μια ολοένα και πιο αυτόνομη εξωτερική πολιτική. Είναι χώρα της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά επιχειρεί στρατιωτικά στη Συρία, στο Ιράκ και διατηρεί στρατηγική παρουσία στη Λιβύη. Διαθέτει ισχυρούς δεσμούς με το Πακιστάν, διευρύνει τη συνεργασία της με τις χώρες του Κόλπου και επιχειρεί να καταστεί πρωταγωνιστής σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο.

Η Συμφωνία της Μέκκας εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική. Η Άγκυρα δεν χρειάζεται απαραίτητα μια συμμαχία τύπου ΝΑΤΟ. Μια στενή σχέση με τη Σαουδική Αραβία μπορεί να της προσφέρει κάτι που είναι ίσως πιο σημαντικό, όπως για παράδειγμα μια πρόσβαση σε κεφάλαια, αγορές, αμυντική συνεργασία και πολιτική επιρροή στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Η σχέση με το Πακιστάν, από την άλλη πλευρά, προσφέρει στρατιωτική εμπειρία, αμυντική συνεργασία και τη συμβολική ισχύ της μοναδικής μουσουλμανικής πυρηνικής δύναμης.

Η Τουρκία, επομένως, δεν δημιουργεί απλώς μια νέα συμμαχία. Δημιουργεί ένα ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον στο οποίο μπορεί να πολλαπλασιάσει την ισχύ της. Και αυτό πρέπει να ενδιαφέρει άμεσα την Ελλάδα. Το ζήτημα δεν είναι το Αιγαίο του σήμερα, αλλά το Αιγαίο του αύριο.

Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη στη στρατηγική ανάλυση είναι η αντιμετώπιση κάθε γεωπολιτικής εξέλιξης ως ενός απομονωμένου γεγονότος. Η Συρία είναι η Συρία. Η Λιβύη είναι η Λιβύη. Η Σαουδική Αραβία είναι η Σαουδική Αραβία. Το Πακιστάν είναι το Πακιστάν. Όμως για την Τουρκία, όλα αυτά μπορεί να αποτελούν στοιχεία μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής στρατηγικής ισχύος. Η Τουρκία επιχειρεί να αποκτήσει, μεγαλύτερη στρατιωτική αυτάρκεια, ισχυρότερη αμυντική βιομηχανία, πρόσβαση σε νέες αγορές και χρηματοδότηση, δυνατότητες στρατιωτικής παρουσίας σε περισσότερα από ένα θέατρα επιχειρήσεων, πολιτική επιρροή στον μουσουλμανικό κόσμο, και τελικά μεγαλύτερη αυτονομία απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη.

Η ερώτηση για την Ελλάδα είναι απλή. Πώς επηρεάζει αυτή η συσσώρευση ισχύος την ισορροπία στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ο εφησυχασμός. Αλλά ούτε και η κινδυνολογία. Η Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίσει τη Συμφωνία της Μέκκας ως προοίμιο μιας στρατιωτικής επίθεσης εναντίον της. Δεν υπάρχουν σήμερα στοιχεία που να οδηγούν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Πρέπει, όμως, να την εξετάσει ως μέρος μιας μακροπρόθεσμης διαδικασίας κατά την οποία η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει τα θεμέλια της εθνικής της ισχύος.

Η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων ως ελληνική απάντηση

Απέναντι σε αυτή τη μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, η Ελλάδα δεν χρειάζεται να απαντήσει συμμετέχοντας σε έναν αγώνα αριθμητικής σύγκρισης με την Τουρκία. Η Ελλάδα χρειάζεται κάτι πιο σύνθετο. Χρειάζεται μια ολοκληρωμένη στρατιωτική ικανότητα. Ο συμβολισμός είναι ισχυρός. Στην ελληνική στρατηγική σκέψη, η ασφάλεια δεν μπορεί να βασίζεται σε ένα και μοναδικό οπλικό σύστημα ή σε μία μόνο συμμαχία. Η σύγχρονη ασπίδα πρέπει να αποτελείται από πολλά αλληλένδετα στρώματα ισχύος.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» πρέπει να συνδέει την ξηρά, τη θάλασσα, τον αέρα, το διάστημα, τον κυβερνοχώρο και το πληροφοριακό περιβάλλον σε ένα ενιαίο σύστημα εθνικής άμυνας. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση της επόμενης δεκαετίας.

Πρώτο επίπεδο: Αεροπορική και αντιβαλλιστική άμυνα

Η σύγχρονη απειλή δεν έρχεται πλέον μόνο από τα σύνορα. Έρχεται από μεγάλες αποστάσεις. Βαλλιστικοί πύραυλοι, πύραυλοι cruise, drones, περιφερόμενα πυρομαχικά και επιθέσεις κορεσμού αλλάζουν τη φύση του πολέμου. Η Ελλάδα πρέπει να διαθέτει μια πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας. Από την αναχαίτιση σε μεγάλες αποστάσεις έως την προστασία κρίσιμων υποδομών και την αντιμετώπιση μη επανδρωμένων συστημάτων. Η προστασία της χώρας δεν μπορεί να εξαρτάται από ένα μόνο σύστημα. Η «Ασπίδα» πρέπει να διαθέτει πολλαπλά επίπεδα. Και το σημαντικότερο, τα επίπεδα αυτά πρέπει να λειτουργούν ως ενιαίο δίκτυο.

Δεύτερο επίπεδο: Θαλάσσια αποτροπή

Για την Ελλάδα, η θάλασσα είναι ζωτικός χώρος εθνικής ασφάλειας. Η προστασία των νησιών, των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, των ενεργειακών υποδομών και των υποθαλάσσιων δικτύων αποτελεί πλέον ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Η Ελλάδα πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να γνωρίζει τι συμβαίνει υπό τη θάλασσα, πάνω από τη θάλασσα και στην επιφάνεια της θάλασσας. Αυτό σημαίνει, σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό, ισχυρές ανθυποβρυχιακές δυνατότητες, ολοκληρωμένη θαλάσσια επιτήρηση, μη επανδρωμένα εναέρια και θαλάσσια συστήματα, προστασία κρίσιμων υποθαλάσσιων υποδομών, και δυνατότητα επιχειρήσεων σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνική ναυτική ισχύς δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα ξεχωριστό στοιχείο. Είναι αναπόσπαστο τμήμα της Ασπίδας.

Τρίτο επίπεδο: Η ισχύς της πληροφορίας

Η νίκη στον σύγχρονο πόλεμο αρχίζει πριν από την πρώτη βολή. Όποιος βλέπει πρώτος, αποφασίζει γρηγορότερα. Όποιος αποφασίζει γρηγορότερα, αποκτά πλεονέκτημα. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα πραγματικά ολοκληρωμένο σύστημα διοίκησης, ελέγχου, επικοινωνιών, υπολογιστών, πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης. Η εικόνα του επιχειρησιακού περιβάλλοντος πρέπει να είναι κοινή. Το Πολεμικό Ναυτικό, η Πολεμική Αεροπορία, ο Στρατός Ξηράς, οι υπηρεσίες πληροφοριών και οι πολιτικές αρχές πρέπει να μπορούν να λειτουργούν μέσα σε ένα κοινό δικτυοκεντρικό περιβάλλον. Η πληροφορία δεν είναι απλώς υποστήριξη. Είναι όπλο.

Τέταρτο επίπεδο: Η ανθεκτικότητα

Μια χώρα δεν πρέπει μόνο να μπορεί να αποκρούσει ένα πρώτο πλήγμα. Πρέπει να μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί μετά από αυτό. Η ανθεκτικότητα είναι εξίσου σημαντική με την ενεργητική άμυνα. Προστασία ενεργειακών εγκαταστάσεων. Λιμένων. Αεροδρομίων. Υποθαλάσσιων καλωδίων. Δικτύων επικοινωνίας. Κυβερνοχώρου. Η Ελλάδα πρέπει να σχεδιάζει όχι μόνο πώς θα αποτρέψει μια επίθεση, αλλά και πώς θα λειτουργήσει εάν δεχθεί μια σύνθετη επίθεση. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα μιας εθνικής Ασπίδας.

Πέμπτο επίπεδο: Η ανάσχεση πέρα από την άμυνα

Καμία άμυνα δεν είναι απόλυτη. Γι’ αυτό η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν μπορεί να είναι μόνο αμυντική. Η Ελλάδα πρέπει να διατηρεί την αξιόπιστη δυνατότητα να καταστήσει το κόστος μιας επιθετικής ενέργειας απαγορευτικό. Η ανάσχεση δεν βασίζεται μόνο στην ικανότητα να αντέξεις. Βασίζεται και στην ικανότητα να απαντήσεις. Ο στόχος δεν είναι η κλιμάκωση. Είναι ακριβώς η ανάσχεση της κλιμάκωσης. Ο πιθανός αντίπαλος πρέπει να γνωρίζει ότι η χρήση βίας δεν θα οδηγήσει στην επίτευξη πολιτικών ή στρατιωτικών στόχων. Αυτό είναι το θεμέλιο της ειρήνης.

Η ελληνική στρατηγική δεν μπορεί να είναι αντι-τουρκική

Υπάρχει όμως ένα ακόμη σημαντικό σημείο. Η ελληνική στρατηγική δεν πρέπει να περιορίζεται στην αντίδραση απέναντι στην Τουρκία. Μια χώρα που οργανώνει την εθνική της στρατηγική αποκλειστικά γύρω από έναν αντίπαλο καταλήγει, τελικά, να σκέφτεται αντιδραστικά. Η Ελλάδα χρειάζεται μια θετική στρατηγική. Μια στρατηγική που να καθορίζει τι θέλει η ίδια να είναι στην Ανατολική Μεσόγειο. Η απάντηση μπορεί να είναι σαφής.

Η Ελλάδα πρέπει να αποτελέσει τον ευρωπαϊκό πυλώνα ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτό απαιτεί: στρατηγικό βάθος μέσω της συνεργασίας με την Κύπρο, στενές σχέσεις με το Ισραήλ, αναβάθμιση των σχέσεων με την Αίγυπτο, ισχυρή στρατηγική σχέση με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εμβάθυνση της συνεργασίας με την Ινδία, και ενεργό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να δημιουργήσει έναν αντίπαλο «άξονα» απέναντι στη Συμφωνία της Μέκκας. Χρειάζεται να δημιουργήσει ένα δίκτυο ασφάλειας και συνεργασίας. Αυτό είναι πολύ πιο σταθερό και αποτελεσματικό.

Η Κύπρος στο κέντρο της ελληνικής στρατηγικής

Κανένα ελληνικό στρατηγικό σχέδιο για την Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να αγνοεί την Κύπρο. Η Κύπρος δεν είναι ένα περιφερειακό ζήτημα. Είναι κεντρικό στοιχείο της γεωγραφίας και της ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου. Η σύνδεση της ελληνικής και της κυπριακής αμυντικής αρχιτεκτονικής πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα. Όχι ως σύνθημα. Ως πρακτικό στρατηγικό σχέδιο.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» πρέπει, επομένως, να εξεταστεί και μέσα από το πρίσμα μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής ασφάλειας που συνδέει το Αιγαίο με την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο. Αυτή η σύνδεση αποτελεί τον πραγματικό πολλαπλασιαστή της ελληνικής στρατηγικής ισχύος.

Το μεγάλο στρατηγικό ερώτημα

Η Συμφωνία της Μέκκας μπορεί να παραμείνει μια πολιτική διακήρυξη. Μπορεί να εξελιχθεί σε έναν μηχανισμό αμυντικής συνεργασίας. Μπορεί να διευρυνθεί. Ή μπορεί να αποδειχθεί μία ακόμη περιφερειακή συμφωνία με περιορισμένη πρακτική εφαρμογή. Όμως για την Ελλάδα, η στρατηγική ανάλυση δεν πρέπει να βασίζεται στην ελπίδα ότι η συμφωνία θα αποτύχει. Πρέπει να βασίζεται στην προετοιμασία για το ενδεχόμενο ότι η συμφωνία θα επιτύχει. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα πολεμήσει το Πακιστάν για τη Τουρκία ή τη Σαουδική Αραβία; Το κρίσιμο ερώτημα είναι, τι μπορεί να δημιουργηθεί μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια από τη συνεργασία τριών μεγάλων στρατιωτικών και οικονομικών δυνάμεων; και ειδικά, πώς θα επηρεάσει αυτή η διαδικασία την ικανότητα της Τουρκίας να προβάλλει ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο; Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απασχολούν την Ελλάδα.

Η ώρα της ελληνικής υψηλής στρατηγικής

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει μέχρι να διαμορφωθούν οι νέες ισορροπίες. Πρέπει να συμμετέχει στη διαμόρφωσή τους. Η απάντηση στη νέα εποχή δεν είναι η φοβία. Δεν είναι οι υπερβολικές δηλώσεις. Δεν είναι η δημιουργία τεχνητών «κόκκινων γραμμών» που στη συνέχεια περιορίζουν τη διπλωματική και στρατιωτική ευελιξία. Η απάντηση είναι η προετοιμασία. Η Ασπίδα του Αχιλλέα, ως μια ολοκληρωμένη πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική εθνικής άμυνας και αποτροπής, μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα αυτής της νέας στρατηγικής. Αλλά η ασπίδα από μόνη της δεν αρκεί. Ο Αχιλλέας δεν ήταν ισχυρός επειδή είχε μόνο μια ασπίδα. Ήταν ισχυρός επειδή διέθετε την ικανότητα να επιλέγει πότε, πού και πώς θα χρησιμοποιήσει την ισχύ του. Αυτό είναι και το στρατηγικό ζητούμενο για την Ελλάδα. Όχι απλώς να διαθέτει περισσότερα όπλα. Αλλά να διαθέτει, στρατηγική επίγνωση, τεχνολογική υπεροχή, επιχειρησιακή ετοιμότητα, εθνική ανθεκτικότητα και πολιτική βούληση.

Η Τουρκία μπορεί να χτίζει το στρατηγικό της βάθος από τη Μέκκα έως τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνική απάντηση δεν πρέπει να είναι η ανησυχία. Πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ελληνικού συστήματος ισχύος που να καθιστά σαφές σε όλους ότι, το Αιγαίο, η Κύπρος και η Ανατολική Μεσόγειος δεν αποτελούν κενό στρατηγικής ισχύος. Αποτελούν έναν χώρο στον οποίο η Ελλάδα και οι σύμμαχοί της έχουν συμφέροντα, δυνατότητες και την αποφασιστικότητα να υπερασπιστούν τη σταθερότητα. Η νέα εποχή απαιτεί από την Ελλάδα να βλέπει μακριά. Γιατί η Μέκκα μπορεί να βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το Αιγαίο. Αλλά οι στρατηγικές συνέπειες των νέων συμμαχιών δεν μετρώνται σε χιλιόμετρα. Μετρώνται σε ισχύ, σε τεχνολογία, σε επιρροή και, τελικά, σε ισορροπία. Και στην ισορροπία αυτή, η Ελλάδα οφείλει να μην είναι θεατής. Οφείλει να είναι διαμορφωτής.

Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα