Ο απολογισμός Αγγελούδη στο Ολύμπιον: πέρα απο τις παρεμβάσεις χρειάζεται όραμα.- Η Θεσσαλονίκη να αποκτήσει συνείδηση μητρόπολης

ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ

Ο δημόσιος απολογισμός του δημάρχου Θεσσαλονίκης Στέλιου Αγγελούδη στο Ολύμπιον είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας καλά οργανωμένης πολιτικής στιγμής: γεμάτη αίθουσα, θεσμικές παρουσίες, βίντεο έργων, προσωπικό τόνο, αναφορές στη συλλογική προσπάθεια, λόγο περί λογοδοσίας και ένα κεντρικό μήνυμα αισιοδοξίας. Η βασική του θέση ήταν σαφής: η Θεσσαλονίκη δεν χρειάζεται άλλα μεγάλα λόγια, αλλά έργα, συνέπεια και αποτελέσματα.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η δύναμη, αλλά και το όριο της ομιλίας. Ο Αγγελούδης δεν επιχείρησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως μεγάλο οραματιστή. Επιχείρησε να παρουσιαστεί ως δήμαρχος της αποκατάστασης, της καθημερινότητας, της εκκρεμότητας που ξεμπλοκάρει, του έργου που ωριμάζει, της διοίκησης που προσπαθεί να πείσει ότι «κάτι κινείται». Σε μια πόλη κουρασμένη από καθυστερήσεις, υποσχέσεις και ανεκπλήρωτα σχέδια, αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία. Είναι πολιτικά έξυπνη.

Η Θεσσαλονίκη, άλλωστε, δεν πάσχει μόνο από έλλειψη μεγάλων ιδεών. Πάσχει και από έλλειψη στοιχειώδους αστικής λειτουργίας. Πάσχει από εγκαταλελειμμένα πεζοδρόμια, προβληματικές σχολικές υποδομές, δημόσιους χώρους χωρίς φροντίδα, συγκοινωνιακή πίεση, κυκλοφοριακό χάος, ανισότητες μεταξύ κέντρου και γειτονιών, διοικητικές αδράνειες και χρόνιες αναβολές. Από αυτή την άποψη, η έμφαση του δημάρχου στα μικρά και μεσαία έργα δεν είναι αμελητέα. Αντιθέτως, ακουμπά σε πραγματικό βίωμα των κατοίκων.

Όμως το ερώτημα παραμένει: αρκεί η διόρθωση της καθημερινότητας για να συγκροτηθεί πολιτικό όραμα πόλης;

Η απάντηση είναι όχι. Ή, ακριβέστερα, όχι από μόνη της.

Ο απολογισμός Αγγελούδη ήταν ισχυρός ως αφήγηση διοικητικής αποκατάστασης, αλλά ασθενέστερος ως αφήγηση μητροπολιτικού προσανατολισμού. Περιέγραψε τι έγινε, τι ξεκίνησε, τι προχωρά, τι θα επιταχυνθεί. Δεν απάντησε όμως με επαρκή καθαρότητα στο βαθύτερο ερώτημα: ποια Θεσσαλονίκη θέλει να οικοδομήσει η σημερινή διοίκηση;

Θα είναι η Θεσσαλονίκη βαλκανική και ευρωπαϊκή μητρόπολη; Πόλη μνήμης; Πόλη φοιτητών και νέων δημιουργών; Πόλη καινοτομίας; Πόλη πολιτισμού; Πόλη κοινωνικής κατοικίας και δικαιώματος στον δημόσιο χώρο; Πόλη λιμανιού και παραγωγής; Ή απλώς ένας καλύτερα διαχειριζόμενος δήμος;

Η ομιλία είχε αναφορές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα τέτοιο αφήγημα. Η Πλατεία Ελευθερίας, για παράδειγμα, δεν είναι απλώς ανάπλαση. Είναι σημείο ιστορικής μνήμης. Η Αριστοτέλους δεν είναι απλώς αρχιτεκτονική εκκρεμότητα. Είναι το συμβολικό κέντρο της πόλης. Η σχολική στέγη δεν είναι μόνο τεχνικό έργο. Είναι κοινωνική επένδυση στο μέλλον. Οι κοινωνικές κατοικίες δεν είναι απλώς πρόγραμμα στέγασης. Είναι πολιτική απάντηση στην αστική ανισότητα. Το OK!Thess δεν είναι απλώς θεσμός καινοτομίας. Είναι ερώτημα για το αν η Θεσσαλονίκη μπορεί να κρατήσει νέους ανθρώπους, ιδέες και παραγωγική ενέργεια.

Κι όμως, όλα αυτά παρουσιάστηκαν περισσότερο ως επιμέρους κεφάλαια απολογισμού παρά ως μέρη μιας ενιαίας πολιτικής θεωρίας για την πόλη. Υπήρχε σχέδιο έργων. Δεν υπήρχε, τουλάχιστον με την ίδια ένταση, σχέδιο ταυτότητας.

Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται ακριβώς αυτό: μια νέα αστική αυτοσυνείδηση. Δεν μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένη στη ρητορική της «δεύτερης πόλης». Δεν μπορεί να εξαντλείται σε συγκρίσεις με την Αθήνα. Δεν μπορεί να περιορίζεται σε τουριστική κατανάλωση, καφέ, εστίαση και αποσπασματικές αναπλάσεις. Είναι πόλη με πανεπιστήμια, λιμάνι, βαλκανικό βάθος, ευρωπαϊκή αναφορά και γεμάτη μνήμες. Είναι πόλη με γεωγραφικό πλεονέκτημα και κοινωνικό τραύμα. Με δυναμισμό, αλλά και παραίτηση. Με νεολαία, αλλά και φυγή νέων. Με δημόσιους χώρους, αλλά και ιδιωτικοποίηση της καθημερινότητας. Με ιστορία, αλλά και συχνά αδύναμη σχέση με την ίδια της τη μνήμη.

Αυτή η πολυπλοκότητα δεν αναλύθηκε επαρκώς.

Κοινωνιολογικά, η ομιλία είχε ένα ακόμη ενδιαφέρον χαρακτηριστικό: παρουσίασε την πόλη ως ενιαίο σώμα. Το σύνθημα «τη Θεσσαλονίκη την αλλάζουμε όλοι μαζί» λειτουργεί ενωτικά και επικοινωνιακά. Όμως οι πόλεις δεν είναι ποτέ απολύτως ενιαίες. Είναι πεδία σύγκρουσης συμφερόντων. Άλλες ανάγκες έχει ο κάτοικος του κέντρου, άλλες ο επαγγελματίας της εστίασης, άλλες ο φοιτητής που ψάχνει σπίτι, άλλες ο ηλικιωμένος που χρειάζεται προσβασιμότητα, άλλες ο οδηγός, ο πεζός, ο ποδηλάτης, ο μικρομεσαίος επαγγελματίας, ο ενοικιαστής, ο ιδιοκτήτης, ο κάτοικος των δυτικών συνοικιών, ο κάτοικος της τουριστικοποιημένης περιοχής.

Η ενότητα είναι χρήσιμη ως πολιτικό μήνυμα. Αλλά δεν πρέπει να κρύβει τις συγκρούσεις που παράγει η ίδια η πόλη. Κάθε ανάπλαση, κάθε πεζοδρόμηση, κάθε «αναβάθμιση» δημόσιου χώρου έχει κοινωνικό αποτύπωμα. Μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα ζωής. Μπορεί όμως και να αυξήσει αξίες γης, να πιέσει ενοίκια, να μεταβάλει χρήσεις, να διώξει παλιούς κατοίκους ή μικρές επιχειρήσεις. Ο Αγγελούδης μίλησε για έργα στον δημόσιο χώρο, αλλά όχι αρκετά για το ποιος θα ωφεληθεί από αυτά και ποιος μπορεί να πιεστεί από την επιτυχία τους.

Αυτό είναι κρίσιμο για τη Θεσσαλονίκη. Διότι η πόλη δεν έχει μόνο ανάγκη από ομορφότερες πλατείες. Έχει ανάγκη από δικαιότερες πλατείες. Δεν έχει μόνο ανάγκη από καθαρότερους δρόμους. Έχει ανάγκη από προσβάσιμους δρόμους. Δεν έχει μόνο ανάγκη από έργα βιτρίνας. Έχει ανάγκη από παρεμβάσεις που να συνδέουν το κέντρο με τις γειτονιές, τη μνήμη με τη νεολαία, την οικονομία με την κοινωνική συνοχή.

Στον κοινωνικό τομέα, ο απολογισμός είχε συγκεκριμένες αναφορές: παιδικοί σταθμοί, κοινωνική κατοικία, κοινωνικές δομές, δημοτικά ιατρεία, ηλικιωμένοι, νέοι, ευάλωτοι πολίτες. Αυτά είναι σημαντικά. Δεν μπορούν να υποτιμηθούν. Ωστόσο, η κοινωνική πολιτική παρουσιάστηκε περισσότερο ως δέσμη δομών παρά ως ανάλυση των αιτιών που παράγουν την ανάγκη αυτών των δομών.

Δεν ακούστηκε, τουλάχιστον με τον τρόπο που θα άρμοζε σε μια μεγάλη αστική στρατηγική, μια διάγνωση για την κρίση κατοικίας στη Θεσσαλονίκη. Δεν αναλύθηκε επαρκώς το φοιτητικό στεγαστικό πρόβλημα. Δεν τέθηκε κεντρικά το ζήτημα της νεανικής φυγής. Δεν αναδείχθηκε η αντίθεση ανάμεσα στην τουριστική ανάπτυξη και την καθημερινή βιωσιμότητα. Δεν φάνηκε μια ολοκληρωμένη κοινωνιολογία των γειτονιών.

Με άλλα λόγια, ο δήμος εμφανίζεται να φροντίζει, αλλά όχι ακόμη να εξηγεί σε βάθος. Και χωρίς ερμηνεία, η πολιτική κινδυνεύει να μείνει διαχείριση.

Ένα ακόμη σημείο κριτικής αφορά τη λογοδοσία. Ο δήμαρχος μίλησε για απολογισμό ως ουσιαστική στιγμή ευθύνης απέναντι στους πολίτες. Αυτό είναι θετικό. Ωστόσο, ο σύγχρονος απολογισμός δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην αφήγηση και στην εικόνα. Χρειάζεται δείκτες. Χρειάζεται μετρήσιμα δεδομένα. Χρειάζεται σαφή διάκριση ανάμεσα σε όσα παρέλαβε μια διοίκηση, όσα συνέχισε, όσα επιτάχυνε, όσα άλλαξε και όσα η ίδια δημιούργησε από την αρχή.

Εδώ υπάρχει ένα ευρύτερο πρόβλημα της ελληνικής αυτοδιοίκησης: κάθε διοίκηση τείνει να παρουσιάζει τη συνέχεια ως δική της τομή.

Ο Αγγελούδης είχε έναν τόνο αυτοκριτικής. Ζήτησε συγγνώμη για όσα δεν έγιναν και αναγνώρισε δυσκολίες. Αυτό είναι πολιτικά θετικό. Αλλά η αυτοκριτική χρειάζεται θεσμική μορφή: δείκτες, χρονοδιαγράμματα, δημόσια παρακολούθηση, ανεξάρτητη αξιολόγηση, συμμετοχή πολιτών και γειτονιών.

Η εικόνα του Ολύμπιον είχε επίσης τη δική της πολιτική σημασία. Η παρουσία πολιτικών, αυτοδιοικητικών, πανεπιστημιακών, εκπροσώπων φορέων και εκκλησιαστικών παραγόντων έδειξε ότι ο δήμαρχος επιχειρεί να εκφράσει ένα πλατύ θεσμικό τόξο. Θέλει να εμφανιστεί όχι ως δήμαρχος μιας στενής παράταξης, αλλά ως δήμαρχος συνεννόησης, διεύρυνσης και συνεργασίας.

Αυτό μπορεί να είναι πλεονέκτημα. Η Θεσσαλονίκη έχει ανάγκη από συναινέσεις. Όμως έχει και έναν κίνδυνο: ο απολογισμός να λειτουργήσει περισσότερο ως τελετουργία επιβεβαίωσης της αστικής και θεσμικής ελίτ της πόλης παρά ως πραγματική λαϊκή λογοδοσία. Το Ολύμπιον γέμισε. Αλλά το ερώτημα είναι αν ακούστηκαν οι γειτονιές. Αν ακούστηκαν οι νέοι πέρα από τον συμβολισμό. Αν ακούστηκαν οι εργαζόμενοι, οι ενοικιαστές, οι μικρές επιχειρήσεις, οι άνθρωποι που βιώνουν την πόλη όχι ως αφήγημα, αλλά ως καθημερινή δυσκολία.

Η συμμετοχή νέων ανθρώπων στην εκδήλωση ήταν ένα θετικό στοιχείο. Όμως και εδώ χρειάζεται διάκριση ανάμεσα στη συμμετοχικότητα ως σκηνική στιγμή και στη συμμετοχικότητα ως θεσμό. Μια συζήτηση με νέους σε μια εκδήλωση απολογισμού είναι χρήσιμη. Δεν αρκεί. Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται μόνιμους μηχανισμούς συμμετοχής της νεολαίας στον σχεδιασμό της πόλης: για κατοικία, πολιτισμό, δημόσιο χώρο, κινητικότητα, νυχτερινή οικονομία, πανεπιστημιακή ζωή, επιχειρηματικότητα και κοινωνική ένταξη.

Το πιο ενδιαφέρον, τελικά, είναι ότι ο Αγγελούδης φαίνεται να έχει καταλάβει κάτι που πολλοί προκάτοχοί του υποτίμησαν: η Θεσσαλονίκη έχει ανάγκη πρώτα να πιστέψει ότι μπορεί να λειτουργήσει. Ότι μπορεί να καθαρίσει, να οργανωθεί, να συντηρήσει σχολεία, να φροντίσει πλατείες, να κινήσει έργα, να δώσει απαντήσεις. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο της πολιτικής του. Είναι η πολιτική της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης.

Αλλά υπάρχει και δεύτερο επίπεδο. Η πόλη δεν πρέπει απλώς να λειτουργήσει καλύτερα. Πρέπει να αποφασίσει τι θέλει να γίνει.

Εκεί είναι το μεγάλο στοίχημα της επόμενης φάσης. Αν οι πρώτοι μήνες της διοίκησης ήταν, όπως είπε ο ίδιος ο δήμαρχος, ένας μαραθώνιος ξεμπλοκαρίσματος και προετοιμασίας, τότε το επόμενο διάστημα δεν μπορεί να είναι μόνο «κατοστάρι» υλοποίησης. Πρέπει να είναι και στιγμή διατύπωσης μεγάλης αστικής στρατηγικής.

Η Θεσσαλονίκη δεν χρειάζεται μόνο έργα. Χρειάζεται προσανατολισμό. Δεν χρειάζεται μόνο παρεμβάσεις. Χρειάζεται αφήγημα. Δεν χρειάζεται μόνο καθαρότερη καθημερινότητα. Χρειάζεται καθαρότερη απάντηση στο ερώτημα: ποια είναι η θέση της στον 21ο αιώνα;

Ο απολογισμός Αγγελούδη έδειξε μια διοίκηση που θέλει να πείσει ότι εργάζεται. Αυτό έχει αξία. Όμως η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να περιοριστεί στον ρόλο μιας πόλης που επιτέλους διορθώνει τις εκκρεμότητές της. Πρέπει να γίνει πόλη που ξανασκέφτεται τον εαυτό της.

Και αυτό δεν είναι τεχνικό έργο. Είναι πολιτική, κοινωνική και ιστορική απόφαση.

Το αόρατο ερώτημα πίσω από τον απολογισμό

Το βαθύτερο πρόβλημα του απολογισμού Αγγελούδη δεν είναι ότι μίλησε για μικρά έργα. Οι πόλεις χτίζονται και από τα μικρά: από το σχολείο που επισκευάζεται, από την πλατεία που καθαρίζεται, από το πεζοδρόμιο που γίνεται προσβάσιμο, από την κοινωνική δομή που λειτουργεί. Το πρόβλημα είναι ότι τα μικρά έργα χρειάζονται μια μεγάλη ιδέα για να μην παραμείνουν απλώς τεχνικές διορθώσεις.

Η Θεσσαλονίκη δεν έχει ανάγκη μόνο από καλύτερη διαχείριση. Έχει ανάγκη από νέο πολιτικό προσανατολισμό. Να ειπωθεί καθαρά αν θα γίνει πόλη παραγωγής ή πόλη υπηρεσιών, πόλη νέων ή πόλη γερασμένης κατανάλωσης, πόλη βαλκανικής ακτινοβολίας ή επαρχιακό συμπλήρωμα της Αθήνας, πόλη μνήμης ή πόλη επιφανειακής τουριστικής εικόνας.

Εδώ βρίσκεται το κενό της ομιλίας: ο δήμαρχος παρουσίασε μια πόλη που διορθώνεται, όχι ακόμη μια πόλη που επαναπροσδιορίζεται. Μίλησε για λειτουργικότητα, αλλά όχι αρκετά για ταυτότητα. Μίλησε για έργα, αλλά όχι αρκετά για κοινωνικές συγκρούσεις. Μίλησε για ενότητα, αλλά όχι για το ποιοι κερδίζουν και ποιοι πιέζονται από την «αναβάθμιση» της πόλης.

Μια σύγχρονη Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να σχεδιαστεί μόνο με όρους καθαριότητας, αναπλάσεων και υπηρεσιών. Χρειάζεται να απαντήσει σε πιο δύσκολα ερωτήματα: πώς θα κρατήσει τους νέους της; πώς θα προστατεύσει την κατοικία; πώς θα συνδέσει το κέντρο με τις γειτονιές; πώς θα αξιοποιήσει τα πανεπιστήμια, το λιμάνι, τη μνήμη και τη βαλκανική της γεωγραφία; πώς θα αποφύγει να γίνει μια πόλη όμορφη για τον επισκέπτη αλλά δύσκολη για τον κάτοικο;

Ο Αγγελούδης δείχνει να επιδιώκει την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην καθημερινή λειτουργία του Δήμου. Αυτό είναι σημαντικό. Αλλά η ιστορική ευκαιρία της Θεσσαλονίκης δεν βρίσκεται μόνο στο να γίνει ένας πιο αποτελεσματικός δήμος. Βρίσκεται στο να αποκτήσει ξανά συνείδηση μητρόπολης.

 

spot_img

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Αγαπητέ κύριε Ειδικέ συνεργάτη των Ανιχνεύσεων, πολλά ζητάτε από ένα δήμαρχο με ένα δημοτικό συμβούλιο συνηθισμένων Θεσσαλονικέων -με διαφορετικές μάλιστα ιδεολογικές και κομματικές προελεύσεις- , που εξελέγη προ 3ετίας την πρώτη Κυριακή με 26% περίπου και με ένα Δήμαρχο που στην δεύτερη Κυριακή ”βοηθήθηκε” από όλες τις ”δημοκρατικές δυνάμεις και τις ”ελίτ” της Θεσσαλονίκης ,χωρίς να υποσχεθεί όραμα -ποιοι θα το διαμόρφωναν εξ άλλου-για την Θεσσαλονίκη , που ευτυχώς ή δυστυχώς και αυτό το όρμα διαμορφώνεται στην Αθήνα ,με τα μεγάλα έργα που γίνονται από το Υπουργείο Υποδομών.
    Η διαφορετική νοοτροπία που είχε η Θεσσαλονίκη μας -και που στενοχωρούσε την Αθήνα- έπαυσε να υπάρχει από τότε που ο Δήμαρχος της (αείμνηστος Μπουτάρης) ταυτίσθηκε σε όλα με την κυβέρνηση των ΣυριζΑνέλ από το 2015-2019 και κυρίως πρωτοστατούσε για την υπογραφή και υλοποίηση της επονείδιστης για όλη την Μακεδονία και πρώτιστα για την Θεσσαλονίκη των 23 αιώνων του μοναδικού ελληνικού Μακεδονισμού Συμφωνίας των Πρεσπών.
    Έκτοτε ο βόρειο ελληνισμός νικήθηκε ηθικά και κατέστη ”ζήτουλας” του Αθηναιοκεντρισμού .
    Δεν θα υπογραφόταν αυτή η Συμφωνία με δήμαρχο τον κ. Παπαγεωργόπουλο -που κακήν κακώς τον ξαπέστειλαν -.
    Υ.Γ
    Ζω στη Θεσσαλονίκη από το 1970 .Άλλαξε η όψη όψη από την ανέγερση του Ξενοδοχείου Μακεδονία Παλλάς , την τοποθέτηση του αγάλματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τον Βουκεφάλα του ,από την ”ανάσα” της μετά τον σεισμό του 1978 ελέω του αειμνήστου Ζαρτινίδη ΥΠΕΧΩΔΕ της κυβερνήσεως του Κων/νου Καραμανλή ,από την επέκταση της Νέας Παραλίας από το 2000 , του Μεγάρου Μουσικής και του Ποσειδωνίου κολυμβητηρίου ,καθώς και του Δημοτικού κολυμβητηρίου στην Τούμπα επί δημαρχίας του προαναφερθέντος δημάρχου κ. Παπαγεωργοπούλου .
    Τώρα που συνεχίζουν να κινούνται και ”να σταυλίζονται” στις Πλατείες και τα πεζοδρόμια πάσης φύσεως οχήματα και διασκορπίζονται παντού πάσης φύσεως απορρίμματα , ούτε την διαχείριση αυτών θα μπορούν να κάνουν οι Δήμαρχοι .
    Η νέα Θεσσαλονίκη θα τους ξεπερνάει ,ενώ θα την ”ξεκοκαλίζουν” οικονομικά οι Δήμαρχοι της Ανατολικής και Δυτικής Θεσσαλονίκης .ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα