Η “Δημοκρατία του Salò”, η Εξουσία και οι σημερινοί υπηρέτες της

ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ

Μια συμπληρωματική ανάγνωση του “ΟΧΙ”: η επικαιρότητα της “Δημοκρατίας του Salò”

Ο Μουσολίνι, την ήττα του οποίου στο ελληνοϊταλικό μέτωπο εορτάζουμε σήμερα, βρέθηκε λίγα χρόνια αργότερα επικεφαλής της λεγόμενης Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας, του φασιστικού κρατικού μορφώματος που εγκαθιδρύθηκε το 1943 στη βόρεια Ιταλία υπό την προστασία της ναζιστικής Γερμανίας.

Ήταν η Δημοκρατία του Σαλό, το τελευταίο καταφύγιο του ιταλικού φασισμού. Εκεί ακριβώς τοποθέτησε ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, το 1975, την τελευταία του ταινία, «Σαλό ή οι 120 μέρες των Σοδόμων». Δεν επέλεξε τυχαία αυτό το ιστορικό σκηνικό. Ήθελε να αποκαλύψει τι συμβαίνει όταν η εξουσία δεν αναγνωρίζει κανέναν περιορισμό και ο άνθρωπος παύει να έχει δικαιώματα απέναντί της.

Αυτό στα φασιστικά καθεστώτα ήταν θεσμός. Δυστυχώς, όμως, πλευρές της φασιστικής συμπεριφοράς έχουν υιοθετήσει και λιγότερο ακραίες μορφές διακυβέρνησης – δεν χρησιμοποιώ τον όρο δημοκρατίες.

Επιγραμματικά, μια φασιστική συμπεριφορά έχει τα εξής χαρακτηριστικά: πεποίθηση ότι η εξουσία παρέχει δικαιώματα πάνω στους ανθρώπους, άρνηση της ανθρώπινης υπόστασης του αντιπάλου, απόλαυση του εξευτελισμού, αντιστροφή της ηθικής, ανάγκη κατασκευής εχθρών, συλλογική συνενοχή των προθύμων, επιβολή της ομοιομορφίας.

Ο φασισμός έχει κοινωνική βάση, αλλά και πρόθυμους να τον υπηρετήσουν.

Στο εφιαλτικό σύμπαν του Παζολίνι, οι φορείς της εξουσίας δεν παρουσιάζονται ως άξεστοι εγκληματίες. Είναι άνθρωποι με τίτλους, αξιώματα, κοινωνική επιφάνεια, μόρφωση και θεσμικό κύρος. Διαθέτουν μάλιστα τη δική τους αντίληψη περί ηθικής, τάξης και νομιμότητας. Η φρίκη δεν βρίσκεται μόνο στις πράξεις τους, αλλά και στην πεποίθησή τους ότι η ισχύς τούς παρέχει το δικαίωμα να καθορίζουν την αξιοπρέπεια, τη συμπεριφορά και τελικά τη μοίρα των άλλων.

Δίπλα τους υπάρχουν οι πρόθυμοι συνεργοί, οι υπηρέτες, οι εκτελεστές και οι σιωπηλοί θεατές. Κυρίως οι «καθώς πρέπει», όπως προαναφέρθηκαν. Ο Παζολίνι δεν περιγράφει απλώς τέσσερις σαδιστές. Ανατέμνει έναν ολόκληρο μηχανισμό εξουσίας που μετατρέπει την απανθρωποποίηση σε κανονικότητα.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η επικαιρότητα του Σαλό. Δεν χρειάζεται να ταυτίσει κανείς τη σημερινή Ελλάδα με τη φασιστική Ιταλία για να αναγνωρίσει ορισμένα από τα χαρακτηριστικά αυτής της συμπεριφοράς. Μπορούν, όμως, να συναντώνται σε μια κοινή αντίληψη: ότι όποιος αμφισβητεί την εξουσία δεν αρκεί να αντικρουστεί. Πρέπει να ταπεινωθεί, να απαξιωθεί και να πάψει να αποτελεί υπολογίσιμο αντίπαλο. Η αντιπαράθεση παύει τότε να αφορά τις ιδέες και μετατρέπεται σε επιχείρηση ηθικής εξουδετέρωσης του προσώπου.

Με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά, η συμπεριφορά του ελληνικού πολιτικού συστήματος απέναντι στη Μαρία Καρυστιανού, την οποία αντιμετωπίζει ως απόλυτο εχθρό, παρουσιάζει φασιστικά χαρακτηριστικά.

Στη σημερινή Ελλάδα υπάρχουν συμπεριφορές δημόσιου εξευτελισμού, στοχοποίησης και συστηματικής προσωπικής απαξίωσης που αξίζει να εξετάζονται για τα αυταρχικά τους χαρακτηριστικά.

 

Οι επικριτές της δεν ανήκουν όλοι στην ίδια παράταξη. Δεν χρειάζεται να έχουν συνεννοηθεί. Κυβερνητικοί, αντιπολιτευόμενοι, κυρίως ορθόδοξοι κομμουνιστές που δεν μπόρεσαν να την υποτάξουν, σχολιαστές, συγγραφείς, καθηγητές και καλλιτέχνες, μητροπολίτες, δημοσιογράφοι των σαλονιών της εξουσίας αλλά και λούμπεν του είδους που συναγελάζονται με το έγκλημα, δικαστές, φιλελέδες, ακροκεντρώοι, κεντροαριστεροί, ποινικοί, ακροδεξιοί τηλεπωλητές κυραληφών και επιστολών του Ιησού, μπορεί να ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες και να καταλήγουν στην ίδια ευκολία: να συζητούν επίμονα αν η Καρυστιανού είναι αρκετά κατάλληλη για να μιλά, ακόμη και να υπάρχει.

 

Και τότε η προσωπική επίθεση αποκτά κάτι από τη λογική του θεάματος που περιγράφει ο Παζολίνι: ο εξευτελισμός προσφέρεται για δημόσια κατανάλωση, ενώ εκείνοι που συμμετέχουν σε αυτόν μπορούν να εμφανίζονται ως υπερασπιστές της ηθικής και της κανονικότητας.

Ο Παζολίνι μάς θυμίζει ότι οι μηχανισμοί κυριαρχίας χρειάζονται όχι μόνο εκείνους που αποφασίζουν, αλλά και εκείνους που νομιμοποιούν, δικαιολογούν ή συνηθίζουν τις πρακτικές τους.

Ο φασισμός δεν επιδιώκει μόνο τη σιωπή του αντιπάλου. Επιδιώκει να μετατρέψει τον εξευτελισμό του σε δημόσιο θέαμα και την αποδοχή αυτού του θεάματος σε κοινωνική κανονικότητα.

Υπάρχει, τελικά, και μια άλλη σύνδεση ανάμεσα στην επέτειο του 1940, στο Σαλό του Μουσολίνι και στη σημερινή ελληνική επικαιρότητα, πέρα από τις ηρωικές μάχες του ελληνικού στρατού στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου, τις τελευταίες ηρωικές μάχες αυτού του έθνους.

Το «ΟΧΙ» δεν εξαντλείται στην καταδίκη ενός φασισμού που ηττήθηκε πριν από δεκαετίες. Περιλαμβάνει και την απαίτηση η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ελεύθερη έκφραση και ο έλεγχος της εξουσίας να παραμένουν αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα στο παρόν.

Τι συμβαίνει σε μια κοινωνία όταν η εξουσία συνηθίζει να θεωρεί τον εαυτό της υπεράνω λογοδοσίας και οι υπόλοιποι συνηθίζουν να το αποδέχονται;

Η επικαιρότητα του Salò

Από την κινηματογραφική αλληγορία του Παζολίνι στη σύγχρονη εξουσία και την εξόντωση της Μαρίας Καρυστιανού

Picture of Salo, or the 120 Days of Sodom

Το Salò ή οι 120 μέρες των Σοδόμων (1975), η τελευταία ολοκληρωμένη ταινία του Πιερ Πάολο Παζολίνι, αποτελεί ένα από τα πιο ακραία και ταυτόχρονα πιο διεισδυτικά κινηματογραφικά δοκίμια για τη φύση της εξουσίας. Πρόκειται για ένα έργο που υπερβαίνει την ιστορική συγκυρία του φασισμού, για να εξετάσει τη δυνατότητα της εξουσίας να καταργεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, να μετατρέπει τους ανθρώπους σε αντικείμενα και να οργανώνει την υποταγή τους ως μια φυσιολογική, σχεδόν διοικητική διαδικασία.

Η επικαιρότητα του Salò δεν βρίσκεται στην κυριολεκτική επανάληψη των γεγονότων που απεικονίζει. Βρίσκεται στην αναγνώριση μηχανισμών κυριαρχίας που μπορούν να επιβιώνουν ακόμη και σε κοινωνίες με “δημοκρατικούς” θεσμούς:

στην κατάχρηση της θεσμικής ισχύος, στην υποβάθμιση του δημόσιου διαλόγου, στη μετατροπή της ενημέρωσης σε εργαλείο επιρροής και στην προσπάθεια απαξίωσης εκείνων που αμφισβητούν την εξουσία.

Από αυτή την άποψη, η ταινία προσφέρει ένα εξαιρετικά γόνιμο φιλοσοφικό πλαίσιο για να εξετάσουμε τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα και ειδικότερα τη δημόσια αντιπαράθεση γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού.

Η κινηματογραφική γεωμετρία της εξουσίας

Ο Παζολίνι μεταφέρει το ημιτελές μυθιστόρημα του Μαρκήσιου ντε Σαντ, Οι 120 μέρες των Σοδόμων, από τη Γαλλία του 18ου αιώνα στη Δημοκρατία του Σαλό, το φασιστικό κρατικό μόρφωμα που εγκαθιδρύθηκε στη βόρεια Ιταλία υπό την προστασία της ναζιστικής Γερμανίας.

Τέσσερις εκπρόσωποι της κυρίαρχης τάξης —ένας δούκας, ένας επίσκοπος, ένας δικαστής και ένας πρόεδρος— συγκεντρώνουν νεαρούς αιχμαλώτους σε μια απομονωμένη έπαυλη. Εκεί εγκαθιδρύουν ένα σύστημα απόλυτης υποταγής, μέσα στο οποίο η ανθρώπινη βούληση καταργείται και κάθε πλευρά της ζωής υπάγεται στις επιθυμίες των κυρίαρχων.

Η έπαυλη αποτελεί μικρογραφία ενός ολοκληρωτικού κράτους. Οι τέσσερις άντρες δεν είναι απλώς διεστραμμένα άτομα. Ενσαρκώνουν θεσμούς: την πολιτική, τη δικαιοσύνη, τη θρησκευτική και την κοινωνικοοικονομική ισχύ. Η σύμπραξή τους δημιουργεί έναν κλειστό κόσμο όπου δεν υπάρχει δυνατότητα προσφυγής σε μια ανεξάρτητη αρχή. Εκείνοι που θεσπίζουν τους κανόνες είναι ταυτόχρονα εκείνοι που τους ερμηνεύουν, τους εφαρμόζουν και αποφασίζουν για τις συνέπειες της παραβίασής τους.

Η σκηνοθεσία αναδεικνύει αυτή τη λογική με αξιοσημείωτη αυστηρότητα. Τα κάδρα είναι συχνά στατικά και συμμετρικά, οι χώροι επιβλητικοί, οι κινήσεις τελετουργικές. Οι άνθρωποι τοποθετούνται μέσα στον χώρο σαν αντικείμενα μιας γεωμετρικής σύνθεσης. Η ίδια η αισθητική της ταινίας υποβάλλει την ιδέα ότι η εξουσία έχει οργανώσει ακόμη και την κίνηση των σωμάτων.

Ο Παζολίνι αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό τη συναισθηματική κινηματογράφηση. Η κάμερα παρατηρεί από απόσταση, χωρίς να προσφέρει την παρηγοριά μιας εύκολης ταύτισης. Η πολυτέλεια των χώρων συνυπάρχει με την ηθική φρίκη, δημιουργώντας μια αντίθεση που αποκαλύπτει πόσο εύκολα η πολιτισμένη εξωτερική μορφή μπορεί να συγκαλύπτει τη βαρβαρότητα.

Η ταινία οργανώνεται σε τέσσερις ενότητες, με αναφορά στην Κόλαση του Δάντη: τον Προθάλαμο της Κόλασης, τον Κύκλο των Μανιών, τον Κύκλο των Κοπράνων και τον Κύκλο του Αίματος. Πρόκειται για μια προοδευτική κάθοδο στην απανθρωποποίηση. Σε αντίθεση όμως με τη Θεία Κωμωδία, η κάθοδος αυτή δεν υπόσχεται κάθαρση ή σωτηρία.

Η φιλοσοφία του Salò: όταν η ελευθερία του ισχυρού γίνεται κόλαση για τον άλλο

Πιέρ Πάολο Παζολίνη

 

Η φιλοσοφική αφετηρία βρίσκεται στον Μαρκήσιο ντε Σαντ. Τι συμβαίνει όταν η επιθυμία του ισχυρού δεν αναγνωρίζει κανέναν ηθικό περιορισμό; Όταν η προσωπική του ελευθερία θεωρείται απεριόριστη, ακόμη και όταν προϋποθέτει την πλήρη εξουθένωση των άλλων;

Ο Παζολίνι μετατρέπει αυτό το ερώτημα σε πολιτική αλληγορία. Η ελευθερία των τεσσάρων αρχόντων δεν είναι ελευθερία με την ανθρώπινη και δημοκρατική σημασία της. Είναι η δυνατότητα να επιβάλλουν τη θέλησή τους χωρίς αντίσταση, χωρίς έλεγχο και χωρίς λογοδοσία.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι η απουσία κανόνων, αλλά το αντίθετο: η ύπαρξη ενός εξαιρετικά οργανωμένου συστήματος κανόνων. Οι βασανιστές δεν ενεργούν πάντοτε αυθόρμητα. Νομοθετούν, ταξινομούν, επιτηρούν, τιμωρούν. Η αυθαιρεσία αποκτά τη μορφή νόμου. Η σαδιστική επιθυμία μετατρέπεται σε διοίκηση.

Εδώ η ταινία συναντά, σε επίπεδο ερμηνείας, τη φιλοσοφία του Μισέλ Φουκώ. Η εξουσία δεν λειτουργεί αποκλειστικά με τη βία. Οργανώνει τον χώρο, καθορίζει τον χρόνο, ταξινομεί τις συμπεριφορές, διακρίνει το κανονικό από το αποκλίνον και διεκδικεί την αρμοδιότητα να αποφασίζει ποιος δικαιούται να μιλά και ποιος πρέπει να πειθαρχεί.

Ωστόσο, ο Παζολίνι προχωρά πέρα από την καταγγελία του ιστορικού φασισμού. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε τον καταναλωτισμό ως μια νέα δύναμη πολιτισμικής ομοιομορφίας. Η σύγχρονη κοινωνία, πίστευε, δεν αρκείται στην εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας. Εμπορευματοποιεί το σώμα, την επιθυμία, την ταυτότητα και τελικά την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

Αυτή η αντίληψη εξηγεί και τη δραματική μεταστροφή του από την προηγούμενη Τριλογία της Ζωής. Εκεί το σώμα αποτελούσε πηγή χαράς και ελευθερίας. Στο Salò μετατρέπεται σε αντικείμενο ιδιοκτησίας, χρήσης και καταστροφής.

Το ουσιαστικό φιλοσοφικό μήνυμα είναι ότι η απανθρωποποίηση δεν αρχίζει αναγκαστικά με τη φυσική εξόντωση. Αρχίζει τη στιγμή που ο άνθρωπος παύει να αναγνωρίζεται ως αυτόνομο υποκείμενο και αντιμετωπίζεται ως υλικό πάνω στο οποίο η εξουσία μπορεί να ασκεί απεριόριστα τις δυνατότητές της.

Το τέλος: η εξουσία ως θέαμα και η κοινοτοπία του κακού

Η τελευταία ενότητα της ταινίας ολοκληρώνει αυτή τη φιλοσοφία με έναν ιδιαίτερα σκληρό τρόπο.

Οι νεαροί αιχμάλωτοι βασανίζονται και δολοφονούνται. Οι τέσσερις άρχοντες εναλλάσσονται ανάμεσα στην άμεση συμμετοχή και την παρακολούθηση των βασανιστηρίων από το παράθυρο, χρησιμοποιώντας κιάλια.

Η λεπτομέρεια των κιαλιών έχει τεράστια σημασία. Η βία δεν αποτελεί μόνο πράξη εξουσίας. Μετατρέπεται και σε θέαμα που η ίδια η εξουσία καταναλώνει. Οι κυρίαρχοι οργανώνουν τη φρίκη και στη συνέχεια την παρακολουθούν από ασφαλή απόσταση.

Ο θεατής βρίσκεται μπροστά σε ένα ενοχλητικό ερώτημα: ποια είναι η σχέση ανάμεσα σε εκείνον που ασκεί τη βία, σε εκείνον που τη νομιμοποιεί και σε εκείνον που την παρακολουθεί χωρίς να αντιδρά;

Η τελική δολοφονία των αιχμαλώτων δεν εξυπηρετεί κάποια ανάγκη. Είναι η ακραία επιβεβαίωση της κυριαρχίας. Οι τέσσερις άντρες δεν χρειάζονται δικαιολογία για να αφαιρέσουν τη ζωή, επειδή θεωρούν ότι η ίδια η ισχύς τους αποτελεί επαρκή δικαιολογία.

Και τότε ο Παζολίνι επιλέγει ένα απροσδόκητο φινάλε.

Δύο νεαροί φρουροί, ενώ έξω συνεχίζεται η φρίκη, αλλάζουν τη μουσική στο ραδιόφωνο και αρχίζουν να χορεύουν. Η συζήτησή τους αφορά κάτι εντελώς καθημερινό: την κοπέλα του ενός.

Δεν υπάρχει εξέγερση, τιμωρία των ενόχων ή ηθική αποκατάσταση. Η ζωή συνεχίζεται σαν να μη συνέβη τίποτα. (Ελλάδα του Μητσοτάκη και των συνενόχων).

Η σκηνή μπορεί να διαβαστεί μέσα από την έννοια της «κοινοτοπίας του κακού» της Χάνα Άρεντ. Το κακό δεν προϋποθέτει πάντοτε έντονο προσωπικό μίσος. Μπορεί να αναπαράγεται από ανθρώπους που συνηθίζουν την αδικία, εκτελούν εντολές ή αποδέχονται τη φρίκη ως τμήμα της καθημερινότητας.

Η τελευταία σκηνή είναι, επομένως, και μια σκηνή κοινωνικής ευθύνης. Οι τέσσερις άρχοντες δεν θα μπορούσαν να λειτουργούν χωρίς τους φρουρούς, τους υπηρέτες και όλους εκείνους που συμμετέχουν ή σιωπούν.

Η εξουσία δεν διατηρείται μόνο από όσους την ασκούν. Διατηρείται και από όσους αποδέχονται ως φυσιολογικές τις συνέπειές της.

Από το Salò στη σημερινή εξουσία

Πενήντα ένα χρόνια μετά την ταινία, το ερώτημα του Παζολίνι παραμένει επίκαιρο: με ποιους τρόπους μπορεί η εξουσία να υποτάσσει τον άνθρωπο χωρίς να χρειάζεται να καταφεύγει πάντοτε στην ανοιχτή βία;

Η σύγχρονη εξουσία λειτουργεί μέσα από πολύπλοκα δίκτυα πολιτικών, οικονομικών, επικοινωνιακών, πολιτισμικών και θεσμικών σχέσεων. Η δυνατότητα ελέγχου της πληροφορίας, η επιρροή πάνω στη δημόσια ατζέντα, η επιλεκτική προβολή γεγονότων και η δημόσια απαξίωση προσώπων μπορούν να επηρεάζουν ουσιαστικά την άσκηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων.

 Το έργο μάς καλεί να εξετάσουμε τι συμβαίνει όταν οι θεσμοί παύουν να λειτουργούν ως αμοιβαία αντίβαρα και αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως προεκτάσεις της εκτελεστικής ή οικονομικής ισχύος.

Στην Ελλάδα, οι συζητήσεις για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, την ελευθερία του Τύπου, τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα του κοινοβουλευτικού ελέγχου δεν είναι αφηρημένες. Αποτελούν υπαρκτά πεδία δημόσιας αντιπαράθεσης και αντικείμενα εκθέσεων για το κράτος δικαίου. 

Το κεντρικό ερώτημα είναι εάν η πολιτική εξουσία δέχεται να ελέγχεται πραγματικά και εάν οι θεσμοί διαθέτουν την ανεξαρτησία να την ελέγχουν ακόμη και όταν αυτό προκαλεί πολιτικό κόστος.

Η απουσία λογοδοσίας, όπου διαπιστώνεται, δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα διοικητικής λειτουργίας. Μεταβάλλει τη σχέση του πολίτη με το κράτος. Ο πολίτης παύει να αισθάνεται ότι οι θεσμοί υπάρχουν για να προστατεύουν τα δικαιώματά του και αρχίζει να τους αντιμετωπίζει ως μηχανισμούς απέναντι στους οποίους πρέπει διαρκώς να απολογείται.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται μια από τις πιο ουσιαστικές σύγχρονες αναγνώσεις του Παζολίνι: η αυθαιρεσία μπορεί να αποκτήσει θεσμική μορφή, ενώ η αμφισβήτησή της μπορεί να παρουσιάζεται ως απειλή για την κανονικότητα.

Η δημοκρατία, όμως, δεν κρίνεται μόνο από τη διεξαγωγή εκλογών. Κρίνεται και από την ποιότητα του ελέγχου της εξουσίας, από την προστασία της διαφωνίας και από την ικανότητα των θεσμών να αντιμετωπίζουν ισότιμα τον ισχυρό και τον αδύναμο.

 

Η Μαρία Καρυστιανού και η δοκιμασία της θεσμικής εξουσίας

Η δημόσια παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μέσα από αυτή τη φιλοσοφική οπτική.

Μια μητέρα που έχασε το παιδί της στην τραγωδία των Τεμπών αναδείχθηκε σε πρόσωπο με έντονη δημόσια παρουσία, διεκδικώντας απαντήσεις, δικαιοσύνη και λογοδοσία. Η μετέπειτα πολιτική της δραστηριοποίηση μετέφερε τη συζήτηση από την προσωπική της τραγωδία στο ευρύτερο ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στον πολίτη, την κοινωνία και την πολιτική εξουσία.

Η σημασία αυτής της μετάβασης δεν εξαρτάται από το εάν κάποιος συμφωνεί με τις πολιτικές θέσεις της. Βρίσκεται στο γεγονός ότι ένας πολίτης που αμφισβητεί δημόσια τους θεσμούς μπορεί να μετατραπεί ο ίδιος σε αντικείμενο έντονου θεσμικού, πολιτικού και δημοσιογραφικού ελέγχου.

Αυτό δημιουργεί ένα διπλό ερώτημα: πώς πρέπει να ελέγχεται ένα δημόσιο πρόσωπο και πότε ο έλεγχος κινδυνεύει να μετατραπεί σε προσωπική απαξίωση;

Οι τέσσερις άρχοντες του Παζολίνι και οι σύγχρονοι μηχανισμοί ισχύος

Εδώ η κινηματογραφική αλληγορία αποκτά μια δεύτερη, πιο σύνθετη επικαιρότητα.

Στο Salò, οι τέσσερις άρχοντες συγκεντρώνουν στα χέρια τους διαφορετικές μορφές εξουσίας. Στη σύγχρονη κοινωνία, η πολιτική εξουσία, η οικονομική επιρροή, η Δικαιοσύνη, η διοίκηση, τα μέσα ενημέρωσης και οι επιστημονικοί θεσμοί έχουν διακριτές αρμοδιότητες και διαφορετικές πηγές νομιμοποίησης.

Η δημοκρατική λειτουργία προϋποθέτει ακριβώς αυτή τη διάκριση.

Ο κίνδυνος εμφανίζεται όταν η ανεξαρτησία τους αποδυναμώνεται ή όταν η δημόσια εντύπωση είναι ότι διαφορετικοί μηχανισμοί ισχύος λειτουργούν προς την ίδια πολιτική κατεύθυνση, χωρίς επαρκή αντίβαρα.

Η κυβέρνηση οφείλει να λογοδοτεί στο Κοινοβούλιο. Η Δικαιοσύνη οφείλει να κρίνει ανεξάρτητα από τις επιθυμίες της κυβέρνησης. Η δημοσιογραφία οφείλει να ελέγχει την εξουσία και όχι να περιορίζεται στην αναπαραγωγή των θέσεών της. Οι επιστημονικοί φορείς οφείλουν να προστατεύουν την επιστημονική εγκυρότητα και τη δεοντολογία χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις.

Η υπόθεση Καρυστιανού μπορεί να αποτελέσει αφορμή για να εξεταστεί στην πράξη κατά πόσο αυτές οι διακρίσεις τηρούνται.

Ο Παζολίνι θα μας καλούσε, μέσα από τη λογική του έργου του, να κοιτάξουμε όχι μόνο τις δηλώσεις των πρωταγωνιστών, αλλά και τη δομή των σχέσεων ανάμεσά τους. Ποιος έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει ένα θέμα στη δημόσια συζήτηση; Ποιος διαθέτει τους μηχανισμούς να υπερασπιστεί τη φήμη του; Ποιος αποφασίζει ποια καταγγελία αξίζει δημοσιότητα και ποια θα αποσιωπηθεί; Ποιος ελέγχει τον ελεγκτή;

 

Η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να περιλαμβάνει σκληρή κριτική. Όταν όμως μετατρέπεται σε διαρκή προσωπικό διασυρμό, το αντικείμενό της αλλάζει. Δεν εξετάζονται πλέον μόνο οι πράξεις και οι θέσεις ενός ανθρώπου, αλλά επιχειρείται να προσδιοριστεί συνολικά η κοινωνική του αξία.

Αυτή είναι μια από τις μορφές συμβολικής εξουσίας που αξίζει να εξεταστούν μέσα από το Salò: η δυνατότητα των ισχυρών να επηρεάζουν όχι μόνο όσα συμβαίνουν σε έναν άνθρωπο, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τον αντιλαμβάνεται η κοινωνία.

Η δημοσιογραφία, η διανόηση και οι θεατές της εξουσίας

Η επικαιρότητα της τελευταίας σκηνής του Salò γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν μεταφέρουμε το βλέμμα από τους τέσσερις άρχοντες στους δύο νεαρούς φρουρούς.

Η αδιαφορία τους δεν είναι απλώς προσωπικό χαρακτηριστικό. Είναι στοιχείο ενός συστήματος στο οποίο η συμμετοχή, η υπακοή και η σιωπή επιτρέπουν τη συνέχιση της βίας.

Στις σύγχρονες δημοκρατίες, τα μέσα ενημέρωσης και οι άνθρωποι του πνεύματος έχουν ευθύνη.

Η επικαιρότητα του Salò: το μέλλον της εξουσίας

Το Salò δεν προσφέρει μια αισιόδοξη απάντηση. Ο κόσμος του Παζολίνι είναι ένας κόσμος όπου η εξουσία δεν αναγνωρίζει όρια, επειδή κανένας μηχανισμός δεν μπορεί να την υποχρεώσει να λογοδοτήσει.

Όταν η συγκέντρωση εξουσίας συνδυάζεται με αδύναμους ελεγκτικούς θεσμούς, περιορισμένη διαφάνεια και εξάρτηση της δημόσιας ενημέρωσης, δημιουργούνται συνθήκες που μπορούν να ευνοήσουν περαιτέρω αυθαιρεσίες.

Η μεγάλη δύναμη της ταινίας βρίσκεται ακριβώς στην απουσία εύκολης παρηγοριάς. Ο Παζολίνι δεν επιτρέπει στον θεατή να αποδώσει όλη την ευθύνη σε τέσσερα τέρατα και να αποχωρήσει ανακουφισμένος από την αίθουσα.

Τον υποχρεώνει να σκεφτεί τους μηχανισμούς που τους επιτρέπουν να υπάρχουν.

Η τελευταία σκηνή, με τους δύο φρουρούς να χορεύουν ενώ έξω συντελείται η καταστροφή, αποτελεί ίσως το πιο διαχρονικό πολιτικό σχόλιο της ταινίας. Η καθημερινότητα συνεχίζεται. Οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν. Οι άνθρωποι συζητούν, εργάζονται, διασκεδάζουν. Και μέσα σε αυτή τη φαινομενική κανονικότητα μπορεί να υπάρχουν αδικίες που δεν προκαλούν πλέον την αναμενόμενη αντίδραση.

Η πραγματική επικαιρότητα του Salò δεν βρίσκεται, επομένως, στην αναζήτηση τεσσάρων σημερινών προσώπων που θα αντικαταστήσουν τους τέσσερις άρχοντες του Παζολίνι.

Βρίσκεται στην ανάγκη να εξετάζουμε διαρκώς εάν οι θεσμοί προστατεύουν τον άνθρωπο από την αυθαιρεσία ή εάν, σε συγκεκριμένες περιστάσεις, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε μέσα αναπαραγωγής της.

Η υπόθεση της Μαρίας Καρυστιανού αποτελεί μια ευκαιρία να τεθούν αυτά τα ερωτήματα με συγκεκριμένους όρους, χωρίς να προδικάζονται οι απαντήσεις.

Και ίσως εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο δίδαγμα του Παζολίνι: η δημοκρατική ευθύνη δεν εξαντλείται στην καταδίκη της ιστορικής βαρβαρότητας. Απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση απέναντι στις σύγχρονες μορφές ανθρωποθυσίας, ακόμη και όταν αυτές εμφανίζονται με τον μανδύα της νομιμότητας, της κανονικότητας ή του δημόσιου συμφέροντος.

Το Salò τελειώνει με έναν χορό.

Η πραγματική ζωή συνεχίζεται μετά το τέλος της προβολής.

Και το ερώτημα παραμένει: ποιος ελέγχει την εξουσία όταν η ίδια διεκδικεί το δικαίωμα να ορίζει τα όρια του ελέγχου της;

Τα δικαιώματα δοκιμάζονται όταν πρέπει να τα αναγνωρίσουμε σε εκείνον με τον οποίο διαφωνούμε. Στους φίλους μας, στους πολιτικούς μας συμμάχους και στους ανθρώπους που επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις μας, η υπεράσπισή τους είναι εύκολη. Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού αποκαλύπτει πόσο εύκολα ορισμένοι από τους πιο θορυβώδεις υπερασπιστές τους, φιλελεύθεροι, αριστεροί, δικαιωματιστές, ακροκεντρώοι, κεντροαριστεροί, συστημικοί ακροδεξιοί, κα εγκαταλείπουν τις αρχές τους μόλις απέναντί τους βρεθεί μια γυναίκα πολιτικά ανεπιθύμητη. Και συμπλέουν με το πιο σκοτεινό πρόσωπο της εξουσίας που σήμερα εκφράζεται απο την κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Στα κείμενα που θα παραθέσουμε στη συνέχεια διακρίνονται τέσσερις δρόμοι: η σεξουαλική διαπόμπευση, ο ψυχιατρικός στιγματισμός, η αστυνόμευση του πένθους και η πολιτική απαξίωση με τον χαρακτηρισμό της ως ακροδεξιάς.

Να μετατραπεί η γυναίκα σε σεξουαλικό αντικείμενο, ώστε το πρόσωπό της να συνδεθεί με τη χυδαιότητα. Να παρουσιαστεί ως «τρελή», ώστε οι καταγγελίες της να μη χρειάζονται απάντηση. Να ελεγχθεί ως μητέρα ακόμη και για την ενδυμασία της, σαν να υπάρχει εγκεκριμένη ενδυμασία πένθους. Και να της αποδοθεί η ταμπέλα της «ακροδεξιάς» ως συνολική καταδίκη, που υποτίθεται ότι καθιστά περιττή ακόμη και την υπεράσπισή της απέναντι στον διασυρμό.

Εδώ βρίσκεται η ευθύνη όσων, από τον φιλελεύθερο, τον αριστερό, τον κεντροαριστερό, τον δικαιωματικό ή τον λεγόμενο ακροκεντρώο και ακροδεξιό χώρο, συμμετέχουν σε αυτή την απαξίωση, την αναπαράγουν ή της προσφέρουν ως άλλοθι. Οι διαφορετικές ιδεολογικές τους αφετηρίες δεν τους απαλλάσσουν από την ευθύνη της στάσης τους. Όταν ο εξευτελισμός μιας ενοχλητικής φωνής γίνεται ανεκτός επειδή διευκολύνει την εξουσία, η σύμπλευση με το σύστημα Μητσοτάκη αποκτά συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Η συζήτηση απομακρύνεται από τη λογοδοσία για τα Τέμπη και στρέφεται στο αν η γυναίκα που την απαιτεί δικαιούται να αντιμετωπίζεται με σεβασμό.

Πόσο αξίζουν οι διακηρύξεις για τη γυναικεία αυτονομία όταν γίνονται εκπτώσεις μπροστά στη σεξουαλική ταπείνωση μιας πολιτικής αντιπάλου; Πόσο συνεπής είναι η καταδίκη του στίγματος της ψυχικής ασθένειας όταν η λέξη «τρελή» γίνεται αποδεκτό εργαλείο πολεμικής; Και ποιος υπερασπιστής της ελευθερίας μπορεί να απαιτεί από μια μητέρα να πενθεί όπως εκείνος εγκρίνει, να ντύνεται όπως εκείνος επιτρέπει και να μιλά μόνο μέχρι εκεί που δεν τον ενοχλεί;

 Καμία πολιτική διαφωνία δεν αναστέλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Όσοι αναγνωρίζουν δικαιώματα μόνο στα μέλη και στους φίλους της παράταξής τους τα υποβιβάζουν σε προνόμια κομματικής ένταξης. Και όσοι προσφέρουν προοδευτικό ή φιλελεύθερο άλλοθι σε πρακτικές δημόσιου εξευτελισμού λειτουργούν ως στηρίγματα ενός σαθρού συστήματος, του οποίου η ηθική αξιοπιστία καταρρέει μέσα στις ίδιες του τις αντιφάσεις.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα