Με αφορμή την κβαντική επικαιρότητα: Από τον Kuhn και τις επιστημονικές επαναστάσεις στη μεγάλη διαμάχη Einstein–Bohr, το EPR, την κβαντική διεμπλοκή και τις ανισότητες Bell

 ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ

Όταν η επιστήμη αλλάζει την πραγματικότητα

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία της επιστήμης κατά τις οποίες δεν αλλάζει απλώς μια θεωρία. Αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει «πραγματικότητα».

Η κβαντική επανάσταση του 20ού αιώνα υπήρξε ίσως η εντυπωσιακότερη τέτοια στιγμή. Και στο κέντρο της βρέθηκε μία από τις μεγαλύτερες πνευματικές αντιπαραθέσεις της σύγχρονης επιστήμης: η διαφωνία του Albert Einstein με τον Niels Bohr.

Οι δύο άνδρες δεν διαφωνούσαν τόσο για το αν οι εξισώσεις της κβαντομηχανικής λειτουργούν. Η εκπληκτική προβλεπτική δύναμη της θεωρίας ήταν ήδη εμφανής.

Διαφωνούσαν για το

Τι μας λένε αυτές οι εξισώσεις για το τι υπάρχει πραγματικά;

Και, ακόμη βαθύτερα:

Υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα με καθορισμένες ιδιότητες ανεξάρτητα από το αν την παρατηρούμε;

Kuhn: Πότε αλλάζει μια επιστημονική θεωρία;

Τόμας Κούν

Ο Thomas Kuhn, στο εμβληματικό έργο του Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων, αμφισβήτησε την απλοϊκή εικόνα σύμφωνα με την οποία η επιστήμη προχωρεί απλώς συσσωρεύοντας γνώσεις.

Σύμφωνα με τον Kuhn, οι επιστήμονες εργάζονται για μεγάλες χρονικές περιόδους μέσα σε ένα κοινό «παράδειγμα»: ένα πλαίσιο θεωριών, εννοιών, μεθόδων, προτύπων επίλυσης προβλημάτων και παραδοχών σχετικά με το πώς λειτουργεί ο κόσμος.

Όσο το παράδειγμα λειτουργεί, έχουμε αυτό που ο Kuhn ονόμασε «κανονική επιστήμη».

Οι επιστήμονες δεν προσπαθούν καθημερινά να ανατρέψουν ολόκληρη τη φυσική. Επιλύουν προβλήματα μέσα στο υπάρχον πλαίσιο. Βελτιώνουν τις μετρήσεις, ελέγχουν προβλέψεις, συμπληρώνουν κενά.

Κάποια στιγμή όμως εμφανίζονται ανωμαλίες.

Αποτελέσματα που δεν ταιριάζουν καλά στη θεωρία.

Μία ανωμαλία δεν αρκεί για να εγκαταλειφθεί ένα επιστημονικό οικοδόμημα. Αν όμως οι ανωμαλίες επιμένουν και αρχίζουν να πλήττουν τον πυρήνα του, μπορεί να προκύψει κρίση.

Και τότε ανοίγει ο δρόμος για μια επιστημονική επανάσταση.

Κανονική επιστήμη → Ανωμαλίες → Κρίση → Νέο θεωρητικό πλαίσιο → Επιστημονική επανάσταση → Νέο παράδειγμα.

Το κρίσιμο σημείο στον Kuhn είναι ότι η νέα θεωρία δεν αποτελεί πάντοτε μια απλή βελτίωση της προηγούμενης. Μπορεί να αλλάζει ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο τίθενται τα ερωτήματα.

Η κβαντομηχανική αποτελεί σχεδόν ιδανικό παράδειγμα.

Όταν εμφανίστηκε το κβάντο

Στα τέλη του 19ου αιώνα αρκετοί φυσικοί πίστευαν ότι το βασικό οικοδόμημα της φυσικής πλησίαζε στην ολοκλήρωσή του.

Υπήρχαν όμως ορισμένα ενοχλητικά προβλήματα.

Ένα από αυτά αφορούσε την ακτινοβολία που εκπέμπει ένα θερμό σώμα.

Ο Max Planck, προσπαθώντας να λύσει το πρόβλημα της ακτινοβολίας του μέλανος σώματος, οδηγήθηκε το 1900 σε μια ριζοσπαστική ιδέα:

η ενέργεια δεν ανταλλάσσεται πάντοτε συνεχώς αλλά σε διακριτές ποσότητες — σε quanta.

Η φύση, στο θεμελιώδες επίπεδο, δεν φαινόταν τόσο συνεχής όσο υπέθετε η κλασική φυσική.

Η πρώτη μεγάλη ρωγμή είχε ανοίξει.

Ο Bohr και το παράξενο άτομο

Το 1913 ο Niels Bohr εφάρμοσε την ιδέα της κβάντωσης στο άτομο.

Στο μοντέλο του τα ηλεκτρόνια δεν μπορούσαν να διαθέτουν οποιαδήποτε αυθαίρετη ενέργεια. Επιτρέπονταν συγκεκριμένες ενεργειακές καταστάσεις.

Ένα ηλεκτρόνιο μπορούσε να περάσει από μία επιτρεπόμενη κατάσταση σε άλλη απορροφώντας ή εκπέμποντας ένα κβάντο ενέργειας.

Ήταν τα περίφημα «κβαντικά άλματα».

Στη δεκαετία του 1920, οι Heisenberg, Schrödinger, Born, Dirac και άλλοι οικοδόμησαν τη σύγχρονη κβαντομηχανική.

Και τότε παρουσιάστηκε ένα πρόβλημα σχεδόν φιλοσοφικό:

Οι εξισώσεις λειτουργούσαν. Αλλά τι ακριβώς περιέγραφαν;

Τι υποστήριζε ο Bohr;

Στον πυρήνα της σκέψης του Bohr βρίσκεται η έννοια της συμπληρωματικότητας.

Ένα κβαντικό σύστημα μπορεί, ανάλογα με την πειραματική διάταξη, να εμφανίζει ιδιότητες τις οποίες περιγράφουμε ως κυματικές ή ως σωματιδιακές.

Δεν μπορούμε όμως να απαιτούμε να εκδηλώνονται όλες αυτές οι κλασικές περιγραφές ταυτόχρονα.

Το βαθύτερο μήνυμα ήταν ριζοσπαστικό:

δεν μπορούμε να μιλάμε για το κβαντικό αντικείμενο αγνοώντας εντελώς τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιείται η μέτρηση.

Εδώ ακριβώς άρχισε η μεγάλη αντίδραση του Einstein.

Αινστάϊν-Μπόρ

Einstein: «Κάτι λείπει»

Η αντίρρηση του Einstein συχνά συμπυκνώνεται στην περίφημη φράση ότι «ο Θεός δεν παίζει ζάρια».

Το πρόβλημά του, όμως, ήταν βαθύτερο από μια απλή δυσφορία απέναντι στις πιθανότητες.

Πίστευε ότι πίσω από τις παρατηρήσεις μας πρέπει να υπάρχει μια αντικειμενική φυσική πραγματικότητα ανεξάρτητη από την πράξη της μέτρησης.

Αν η κβαντομηχανική μπορεί να μας δώσει μόνο πιθανότητες για ορισμένα αποτελέσματα, τότε —σκεφτόταν— ίσως η θεωρία δεν αποτελεί την πλήρη περιγραφή της πραγματικότητας.

Μπορεί να είναι σωστή, αλλά ατελής.

Ίσως υπάρχουν βαθύτερες φυσικές μεταβλητές που δεν έχουμε ακόμη ανακαλύψει.

EPR: Η μεγάλη πρόκληση του Einstein

Το 1935 οι Albert Einstein, Boris Podolsky και Nathan Rosen δημοσίευσαν την εργασία που έμεινε στην ιστορία με τα αρχικά τους:

EPR.

Η ιδέα μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς μαθηματικά.

Φανταστείτε δύο σωματίδια που αλληλεπιδρούν και στη συνέχεια απομακρύνονται πολύ το ένα από το άλλο.

Η κβαντομηχανική προβλέπει ότι, υπό κατάλληλες συνθήκες, δεν μπορούμε πλέον να περιγράψουμε πλήρως το καθένα ανεξάρτητα από το άλλο.

Το ζεύγος περιγράφεται από μία κοινή κβαντική κατάσταση.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο παράξενα φαινόμενα της σύγχρονης φυσικής.

Η κβαντική διεμπλοκή

Ο όρος είναι quantum entanglement — κβαντική διεμπλοκή.

Δύο ή περισσότερα κβαντικά συστήματα μπορούν να συνδεθούν με τέτοιο τρόπο ώστε η πλήρης περιγραφή να αφορά το κοινό σύστημα και όχι απλώς δύο ανεξάρτητα αντικείμενα.

Ας φανταστούμε δύο διεμπλεγμένα φωτόνια.

Το ένα ταξιδεύει προς την Αθήνα και το άλλο προς το Παρίσι.

Τα δύο εργαστήρια βρίσκονται μακριά και επιλέγουν ανεξάρτητα τι θα μετρήσουν.

Όταν όμως συγκρίνουμε έναν μεγάλο αριθμό αποτελεσμάτων, εμφανίζονται συσχετίσεις πολύ ισχυρότερες από εκείνες που θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε αν υποθέταμε απλώς ότι κάθε φωτόνιο είχε πάρει μαζί του, από την αρχή, έναν κατάλογο προκαθορισμένων «απαντήσεων».

Η απόσταση δεν εξαφανίζει την κβαντική συσχέτιση.

Αυτό είναι το στοιχείο που έκανε το πρόβλημα τόσο ενοχλητικό για τον Einstein.

Γιατί πώς είναι δυνατόν δύο απομακρυσμένα σωματίδια να παρουσιάζουν τέτοιες συσχετίσεις;

Μήπως έχουν εξαρχής κρυμμένες πληροφορίες που καθορίζουν τι θα συμβεί;

Ή μήπως η κβαντική περιγραφή μάς αναγκάζει να εγκαταλείψουμε κάποια βαθιά κλασική αντίληψη για την τοπικότητα και τις προκαθορισμένες ιδιότητες;

Προσοχή όμως: η διεμπλοκή δεν σημαίνει ότι μπορούμε να μεταδώσουμε κατά βούληση ένα μήνυμα από την Αθήνα στο Παρίσι ταχύτερα από το φως.

Οι συσχετίσεις αποκαλύπτονται όταν τα αποτελέσματα των δύο πλευρών συγκριθούν.

Αυτό ακριβώς ήταν το είδος του προβλήματος που το EPR έφερε στο κέντρο της συζήτησης.

Από το EPR στον Bell: Η φιλοσοφία γίνεται πείραμα

Για περίπου τρεις δεκαετίες θα μπορούσε κανείς να θεωρεί ότι Einstein και Bohr διαφωνούσαν κυρίως για τη φιλοσοφική ερμηνεία της κβαντομηχανικής.

Και τότε εμφανίστηκε ο John Stewart Bell.

Το 1964 ο Bell έκανε ένα αποφασιστικό βήμα.

Ρώτησε ουσιαστικά:

Αν ο Einstein έχει δίκιο και τα σωματίδια κουβαλούν κάποιες κρυμμένες τοπικές πληροφορίες που προκαθορίζουν τα αποτελέσματα των μετρήσεων, μπορούμε να το ελέγξουμε πειραματικά;

Η απάντηση ήταν:

Ναι.

Έτσι προέκυψαν οι περίφημες ανισότητες Bell.

Οι ανισότητες Bell με απλά λόγια

Ας επιστρέψουμε στα δύο διεμπλεγμένα σωματίδια.

Το ένα βρίσκεται στην Αθήνα και το άλλο στο Παρίσι.

Κάθε εργαστήριο μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε διαφορετικές μετρήσεις.

Αν κάθε σωματίδιο έχει από πριν κρυμμένες «οδηγίες» για το αποτέλεσμα που θα δώσει σε κάθε μέτρηση και αν το τι συμβαίνει στην Αθήνα δεν μπορεί να επηρεάζει ακαριαία το τι συμβαίνει στο Παρίσι, τότε υπάρχει ένα ανώτατο μαθηματικό όριο στις συσχετίσεις των αποτελεσμάτων.

Αυτό το όριο εκφράζουν οι ανισότητες Bell.

Τζών Στιούαρτ Μπέλ

Και εδώ η κβαντομηχανική κάνει μια εκπληκτική πρόβλεψη:

οι συσχετίσεις μεταξύ διεμπλεγμένων σωματιδίων μπορούν να παραβιάσουν αυτό το όριο.

Δεν πρόκειται πλέον για φιλοσοφική συζήτηση.

Μπορούμε να πραγματοποιήσουμε το πείραμα.

Και να ρωτήσουμε τη φύση.

Το πείραμα έγινε — και η φύση απάντησε

Οι πρώτες αποφασιστικές πειραματικές δοκιμές πραγματοποιήθηκαν από τον John Clauser και συνεργάτες στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Οι μετρήσεις έδειξαν παραβίαση μιας ανισότητας Bell, όπως προβλέπει η κβαντομηχανική.

Αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Alain Aspect πραγματοποίησε σημαντικά βελτιωμένα πειράματα με διεμπλεγμένα φωτόνια και αντιμετώπισε σημαντικές αδυναμίες των προηγούμενων διατάξεων.

Τις επόμενες δεκαετίες ο Anton Zeilinger και άλλοι ερευνητές προχώρησαν ακόμη περισσότερο, πραγματοποιώντας νέους ελέγχους των ανισοτήτων Bell και μετατρέποντας τη διεμπλοκή από ένα φιλοσοφικό παράδοξο σε εργαλείο της σύγχρονης κβαντικής τεχνολογίας.

Οι πειραματικές παραβιάσεις των ανισοτήτων Bell συμφωνούν με τις προβλέψεις της κβαντομηχανικής και δεν μπορούν να αναπαραχθούν από την κατηγορία των τοπικών θεωριών κρυμμένων μεταβλητών στην οποία εφαρμόζεται το θεώρημα.

Και η επιστημονική σημασία αυτής της διαδρομής αναγνωρίστηκε με τον πιο επίσημο τρόπο.

Το Nobel Φυσικής του 2022

Το Nobel Φυσικής 2022 απονεμήθηκε στους Alain Aspect, John F. Clauser και Anton Zeilinger για τα πειράματά τους με διεμπλεγμένα φωτόνια, για την πειραματική καθιέρωση της παραβίασης των ανισοτήτων Bell και για την πρωτοποριακή συμβολή τους στην επιστήμη της κβαντικής πληροφορίας.

Η σημασία αυτής της βράβευσης είναι τεράστια.

Ένα ερώτημα που ξεκίνησε ως φιλοσοφική διαφωνία μεταξύ Einstein και Bohr μετατράπηκε σε μαθηματικό θεώρημα από τον Bell, κατόπιν σε εργαστηριακό πείραμα και τελικά σε ένα από τα θεμέλια της σύγχρονης κβαντικής τεχνολογίας.

Η διεμπλοκή βρίσκεται σήμερα στον πυρήνα ερευνών για κβαντικούς υπολογιστές, κβαντικά δίκτυα, κβαντική κρυπτογραφία και κβαντική τηλεμεταφορά καταστάσεων.

Αινστάιν- Μπόρ

Άρα δικαιώθηκε ο Bohr και διαψεύστηκε ο Einstein;

Εδώ χρειάζεται η μεγαλύτερη προσοχή.

Η απλοϊκή απάντηση θα ήταν:

«Ο Bohr κέρδισε και ο Einstein έχασε».

Αλλά αυτό δεν αποδίδει σωστά ούτε τη φυσική ούτε την ιστορία της.

Οι παραβιάσεις των ανισοτήτων Bell αποτελούν ισχυρό πειραματικό πλήγμα σε μια συγκεκριμένη εικόνα που ήταν κοντά στις προσδοκίες του Einstein: ότι οι κβαντικές συσχετίσεις θα μπορούσαν να εξηγηθούν από τοπικές κρυμμένες μεταβλητές — από ιδιότητες δηλαδή που τα σωματίδια διαθέτουν ήδη και μεταφέρουν μαζί τους.

Αυτή η απλή τοπική εικόνα δεν μπορεί να αναπαραγάγει τα πειραματικά αποτελέσματα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα πειράματα απέδειξαν κάθε φιλοσοφική θέση του Bohr.

Ούτε ότι απέδειξαν πως «η συνείδηση δημιουργεί την πραγματικότητα».

Ούτε ότι τίποτε δεν υπάρχει μέχρι να το κοιτάξει ένας άνθρωπος.

Ούτε ότι η πληροφορία μπορεί να μεταδίδεται ελεγχόμενα ταχύτερα από το φως.

Το επιστημονικά ασφαλές συμπέρασμα είναι ήδη αρκετά συγκλονιστικό:

η φύση εμφανίζει μη κλασικές συσχετίσεις που δεν μπορούν να εξηγηθούν από μια τοπική θεωρία προκαθορισμένων κρυμμένων μεταβλητών του τύπου που περιορίζεται από τις ανισότητες Bell.

Η μεγάλη ειρωνεία του Einstein

Και εδώ εμφανίζεται μια από τις ωραιότερες ειρωνείες στην ιστορία της φυσικής.

Ο Einstein, μαζί με τους Podolsky και Rosen, δημιούργησε το EPR για να δείξει ότι η κβαντομηχανική δεν μπορεί να αποτελεί πλήρη περιγραφή της φυσικής πραγματικότητας.

Όμως ακριβώς αυτό το επιχείρημα οδήγησε, τρεις δεκαετίες αργότερα, τον Bell να διατυπώσει το θεώρημά του.

Και το θεώρημα του Bell οδήγησε στα πειράματα των Clauser, Aspect, Zeilinger και πολλών άλλων.

Ο Einstein προσπάθησε να αποκαλύψει τι θεωρούσε αδυναμία της κβαντομηχανικής και, χωρίς να το γνωρίζει, βοήθησε να τεθεί το ερώτημα που αποκάλυψε πόσο βαθιά μη κλασικός είναι ο κβαντικός κόσμος.

Αυτό δεν μειώνει τον Einstein.

Το αντίθετο.

Δείχνει τι σημαίνει μεγάλη επιστήμη:

να θέτεις μια τόσο βαθιά ένσταση, ώστε ακόμη και όταν η φύση δεν απαντά όπως περίμενες, η ίδια η ένστασή σου ανοίγει έναν καινούργιο δρόμο γνώσης.

Τόμας Κούν

Και εδώ επιστρέφει ο Kuhn

Η ιστορία μοιάζει σχεδόν με υπόδειγμα επιστημονικής επανάστασης.

Υπήρχε ένα κυρίαρχο παράδειγμα:

η κλασική φυσική.

Εμφανίστηκαν ανωμαλίες.

Η ακτινοβολία του μέλανος σώματος.

Τα ατομικά φάσματα.

Η σταθερότητα του ατόμου.

Το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο.

Οι παλιές έννοιες άρχισαν να μην επαρκούν.

Ο Planck εισήγαγε το quantum.

Ο Einstein το πήρε στα σοβαρά.

Ο Bohr κβάντωσε το άτομο.

Ο Heisenberg και ο Schrödinger οικοδόμησαν τη νέα μηχανική.

Το EPR αποκάλυψε το βάθος του προβλήματος.

Ο Bell μετέτρεψε τη φιλοσοφική αντιπαράθεση σε πειραματικά ελέγξιμη πρόταση.

Και οι Clauser, Aspect και Zeilinger βοήθησαν να δώσουμε την ερώτηση στη φύση.

Δεν προστέθηκε απλώς ένα ακόμη κεφάλαιο στη νευτώνεια φυσική. Άλλαξε η ίδια η γλώσσα με την οποία η φυσική μιλούσε για τη φύση.

Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα μιας επιστημονικής επανάστασης στον Kuhn.

Και η ιατρική; Μπορεί η ζωή να λειτουργεί κβαντικά;

Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, επειδή ο όρος «κβαντικό» χρησιμοποιείται συχνά για να προσδώσει επιστημονικό κύρος σε ισχυρισμούς που δεν προκύπτουν από την κβαντική φυσική.

Η πρώτη απάντηση είναι ξεκάθαρη:

Ναι, η βιολογία έχει αναπόφευκτα κβαντικό υπόβαθρο.

Οι χημικοί δεσμοί, η συμπεριφορά των ηλεκτρονίων, η μεταφορά ενέργειας μεταξύ μορίων και τελικά η ίδια η χημεία δεν μπορούν σε θεμελιώδες επίπεδο να εξηγηθούν χωρίς κβαντομηχανική.

Υπάρχει μάλιστα ένα πραγματικό επιστημονικό πεδίο που ονομάζεται κβαντική βιολογία.

Ερευνώνται φαινόμενα όπως η κβαντική σήραγγα ηλεκτρονίων ή πρωτονίων σε ορισμένες αντιδράσεις, η μεταφορά ενέργειας σε φωτοσυνθετικά συστήματα και μηχανισμοί radical-pair που έχουν συνδεθεί με τη μαγνητοαντίληψη ορισμένων ζώων.

Αλλά εδώ υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση.

Το γεγονός ότι μια βιολογική διεργασία στηρίζεται τελικά στην κβαντική φυσική δεν σημαίνει ότι μια ολόκληρη ασθένεια πρέπει να περιγράφεται ως “κβαντικό φαινόμενο”.

Υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα περιγραφής:

κβαντικό → ατομικό → μοριακό → κυτταρικό → ιστός → όργανο → οργανισμός.

Το νερό αποτελείται από μόρια που υπακούουν στους νόμους της κβαντομηχανικής.

Αλλά για να εξηγήσουμε γιατί ένας ποταμός πλημμύρισε μια πόλη δεν λύνουμε την εξίσωση Schrödinger για κάθε μόριο νερού.

Χρησιμοποιούμε υδροδυναμική.

Κατά τον ίδιο τρόπο, μια ασθένεια μπορεί να έχει στο βαθύτερο επίπεδο μοριακές διεργασίες που υπακούουν στην κβαντική φυσική, αλλά η κατάλληλη επιστημονική εξήγησή της μπορεί να βρίσκεται στη γενετική, στη βιοχημεία, στην ανοσολογία ή στη φυσιολογία.

Γι’ αυτό χρειάζεται σαφής διάκριση μεταξύ της πραγματικής κβαντικής βιολογίας και των κβαντικών τεχνολογιών στην ιατρική και των ισχυρισμών περί «κβαντικής θεραπείας».

Από τον Kuhn στον Bell: Πότε αλλάζει πραγματικά η επιστήμη;

Η κλασική φυσική μπορούσε να ρωτήσει:

«Πού ακριβώς βρίσκεται το σωματίδιο και ποια ακριβώς είναι η ταχύτητά του;»

Η κβαντομηχανική μάς ανάγκασε να εξετάσουμε αν τέτοιες ερωτήσεις μπορούν πάντοτε να έχουν ταυτόχρονα το κλασικό νόημα που τους αποδίδουμε.

Ο Einstein ρώτησε:

«Υπάρχει μια βαθύτερη πραγματικότητα πίσω από τις πιθανότητες;»

Ο Bohr απάντησε, ουσιαστικά:

«Πρέπει πρώτα να εξετάσουμε τι σημαίνει να αποδίδουμε μια φυσική ιδιότητα σε ένα κβαντικό σύστημα».

Ο Bell έκανε το αποφασιστικό επόμενο βήμα:

«Ας βρούμε έναν τρόπο να ρωτήσουμε τη φύση πειραματικά».

Και οι Clauser, Aspect και Zeilinger πραγματοποίησαν, βελτίωσαν και επέκτειναν ακριβώς αυτό το είδος πειράματος.

Από μια φιλοσοφική διαμάχη γεννήθηκε ένα πείραμα. Από το πείραμα προέκυψε μια νέα αντίληψη της κβαντικής πραγματικότητας. Και από αυτήν γεννιέται σήμερα μια ολόκληρη νέα τεχνολογία.

Ίσως εδώ βρίσκεται το βαθύτερο μάθημα του Kuhn:

Η επιστήμη δεν προοδεύει μόνο όταν βρίσκει καινούργιες απαντήσεις. Προοδεύει ακόμη περισσότερο όταν ανακαλύπτει ότι πρέπει να αλλάξει τις ίδιες τις ερωτήσεις της.

Η κβαντική επανάσταση δεν μας έδωσε απλώς καλύτερες εξισώσεις για τα άτομα.

Μας ανάγκασε να ξανασκεφτούμε τι εννοούμε όταν χρησιμοποιούμε λέξεις όπως αντικείμενο, ιδιότητα, αιτία, μέτρηση, πληροφορία και πραγματικότητα.

Και έναν αιώνα αργότερα αυτή η συζήτηση δεν έχει τελειώσει.

Η επιτυχία μιας θεωρίας δεν καταργεί την αμφιβολία. Την κάνει ακριβέστερη.

Αυτό είναι πλέον πολύ πιο ολοκληρωμένο. Η αναφορά στο Nobel είναι και απολύτως τεκμηριωμένη: η Βασιλική Σουηδική Ακαδημία αναφέρει ρητά ότι οι Aspect, Clauser και Zeilinger βραβεύτηκαν το 2022 για πειράματα με διεμπλεγμένα φωτόνια και την καθιέρωση της παραβίασης των ανισοτήτων Bell.

Θα μπορούσαμε μάλιστα να προσθέσουμε δίπλα στο κομμάτι της διεμπλοκής ένα πολύ απλό σχεδιάγραμμα “πηγή → δύο διεμπλεγμένα φωτόνια → Alice / Bob → μέτρηση → παραβίαση Bell”, ώστε ακόμη και αναγνώστης χωρίς γνώσεις φυσικής να καταλάβει σε 20 δευτερόλεπτα τι ακριβώς μέτρησαν.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα