Υποκλοπές: η αρχειοθέτηση που δεν αρχειοθετεί την κρίση εμπιστοσύνης
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι δεν υπάρχουν νέα στοιχεία. Το πραγματικό θεσμικό ερώτημα, όμως, είναι αν έπρεπε να το κρίνει ο ίδιος.
Η απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι μια απλή δικονομική πράξη. Είναι γεγονός με καθαρή νομική βάση, αλλά και με τεράστιο πολιτικό φορτίο. Σύμφωνα με την ΕΡΤ, ο κ. Τζαβέλλας έκρινε ότι τα στοιχεία που προέκυψαν μετά την εκδίκαση της υπόθεσης από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν εισφέρουν νέα δεδομένα που να δικαιολογούν νέο γύρο έρευνας. Στο ίδιο ρεπορτάζ αναφέρεται ότι οι τέσσερις κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης 126 ετών, με εκτιτέα τα 8 έτη και αναστολή έως το Εφετείο.
Το νομικό στήριγμα της απόφασης βρίσκεται στο άρθρο 43 παρ. 6 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η διάταξη προβλέπει ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας ανασύρει μια δικογραφία από το αρχείο μόνο όταν αναφαίνονται ή γίνεται επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών ή στοιχείων που, κατά την κρίση του, δικαιολογούν την επανεξέταση της υπόθεσης. Με απλά λόγια: ο νόμος δεν επιβάλλει αυτόματη επανεκκίνηση μιας αρχειοθετημένης υπόθεσης. Δίνει στον εισαγγελέα εξουσία κρίσης. Ακριβώς όμως εκεί αρχίζει το πρόβλημα.
Διότι σε μια υπόθεση όπως οι υποκλοπές, η κρίση δεν μπορεί να είναι μόνο τυπικά νόμιμη. Πρέπει να είναι και θεσμικά άθικτη. Το άρθρο 15 ΚΠΔ ορίζει ότι δικαστικά πρόσωπα είναι εξαιρετέα όχι μόνο όταν υπάρχει αποδεδειγμένη μεροληψία, αλλά και όταν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Το άρθρο 23 ΚΠΔ προβλέπει επιπλέον ότι ακόμη και «σοβαροί λόγοι ευπρέπειας» μπορούν να επιβάλλουν δήλωση αποχής.
Αυτή είναι η καρδιά του ζητήματος: δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο εισαγγελέας είχε δόλο. Αρκεί να τεθεί εύλογα το ερώτημα αν η προηγούμενη υπηρεσιακή του εμπλοκή μπορούσε να σκιάσει την αμεροληψία της κρίσης.
Το στοιχείο που κάνει την υπόθεση εκρηκτική είναι ότι, σύμφωνα με τους νομικούς συμπαραστάτες θυμάτων και σχετικά δημοσιεύματα, ο κ. Τζαβέλλας είχε υπηρετήσει σε εισαγγελικό πόστο που συνδέεται με την ΕΥΠ και φέρεται να είχε υπογράψει την παρακολούθηση του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη. Ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές δήλωσε ότι θεωρούσε δεδομένο πως ο κ. Τζαβέλλας θα δήλωνε αποχή, επειδή, κατά την πλευρά των θυμάτων, υπήρχε σαφές κώλυμα λόγω της προηγούμενης σχέσης του με την επίμαχη περίοδο και την υπόθεση Κουκάκη. Ο εισαγγελέας δεν έπρεπε «ούτε καν να ακουμπήσει» την υπόθεση, επειδή είχε θητεύσει σε εισαγγελικό πόστο στην ΕΥΠ και είχε υπογράψει παρακολουθήσεις προσώπων που έγιναν στόχος του Predator.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ποινική ή πειθαρχική ευθύνη. Σημαίνει όμως ότι το ζήτημα της αμεροληψίας δεν είναι πολιτική κατασκευή, αλλά δικονομικό ζήτημα. Η Δικαιοσύνη δεν κρίνεται μόνο από το αποτέλεσμα, αλλά και από τη διαδρομή που οδηγεί σε αυτό. Όταν ο ίδιος λειτουργός που φέρεται να είχε προηγούμενη εμπλοκή σε νόμιμες επισυνδέσεις καλείται αργότερα να κρίνει αν πρέπει να ανοίξει ξανά ο φάκελος μιας υπόθεσης που συνδέει ΕΥΠ, Predator, πολιτικά πρόσωπα, δημοσιογράφους και κρατικές δομές, τότε η αποχή δεν είναι πράξη προστασίας του κύρους της Δικαιοσύνης.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη επειδή το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν περιορίστηκε σε μια απλή καταδίκη τεσσάρων ιδιωτών. Το δικαστήριο είχε διατάξει τη διαβίβαση της δικογραφίας για περαιτέρω διερεύνηση πιθανών ευθυνών και άλλων προσώπων, καθώς και για ενδεχόμενα αδικήματα όπως κατασκοπεία και παράνομη διακίνηση λογισμικού παρακολούθησης. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών είχε ήδη εκφράσει έντονη ανησυχία για καθυστερήσεις στη δικαστική διερεύνηση, μιλώντας και για ορατό κίνδυνο παραγραφής μεγάλου αριθμού αξιόποινων πράξεων.
Εδώ ακριβώς η υπόθεση παύει να είναι μόνο ποινική. Γίνεται ζήτημα κράτους δικαίου. Το άρθρο 19 του Συντάγματος κατοχυρώνει το απόρρητο της επικοινωνίας ως «απόλυτα απαραβίαστο», επιτρέποντας κάμψη μόνο υπό εγγυήσεις για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Το άρθρο 87 κατοχυρώνει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών, οι οποίοι υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους. Όμως ανεξαρτησία χωρίς εμπιστοσύνη καταλήγει να είναι θεσμικό κέλυφος. Και η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται με κυβερνητικές δηλώσεις περί «σεβασμού στη Δικαιοσύνη». Κερδίζεται με διαφάνεια, αποστάσεις και θεσμική αυτοσυγκράτηση.
Η κυβέρνηση, δια του Παύλου Μαρινάκη, επέμεινε ότι οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης πρέπει να γίνονται σεβαστές στο σύνολό τους και ότι η επιλεκτική αμφισβήτησή τους είναι επικίνδυνη. Αυτό είναι θεσμικά ορθό ως γενική αρχή. Αλλά ο σεβασμός στη Δικαιοσύνη δεν σημαίνει σιωπή απέναντι σε πιθανή σύγκρουση συμφέροντος. Δεν σημαίνει ότι η κοινωνία, τα θύματα και ο νομικός κόσμος παραιτούνται από το δικαίωμα να ρωτούν: ποιος έκρινε, με ποια προηγούμενη εμπλοκή, με ποια αιτιολογία και με ποιες συνέπειες;
Από την άλλη πλευρά, ο Νίκος Ανδρουλάκης και το ΠΑΣΟΚ μίλησαν για προσβολή του κύρους της Δικαιοσύνης και προανήγγειλαν αίτημα για Εξεταστική Επιτροπή. Η πολιτική διάσταση είναι αναπόφευκτη, διότι η υπόθεση των υποκλοπών δεν αφορά απλώς ιδιώτες που χρησιμοποίησαν παράνομο λογισμικό. Αφορά το ερώτημα αν υπήρξε ή όχι σύνδεση ανάμεσα σε κρατικές δομές, πολιτική εξουσία, μυστικές υπηρεσίες και ιδιωτικά δίκτυα παρακολούθησης. Όσο αυτό το ερώτημα μένει αναπάντητο, κάθε αρχειοθέτηση μοιάζει λιγότερο με τέλος της υπόθεσης και περισσότερο με επιβεβαίωση ότι η υπόθεση παραμένει ανοιχτή στη δημόσια συνείδηση.
Το πιο κρίσιμο σημείο, λοιπόν, δεν είναι αν ο κ. Τζαβέλλας είχε το δικαίωμα να εκδώσει την πράξη. Τυπικά, το είχε. Το ζήτημα είναι αν, υπό το βάρος της προηγούμενης υπηρεσιακής του διαδρομής και των καταγγελιών περί εμπλοκής του σε παρακολουθήσεις, όφειλε να απέχει. Η δικονομία δεν προστατεύει μόνο τον κατηγορούμενο ή το θύμα. Προστατεύει και τη Δικαιοσύνη από την υποψία ότι κρίνει τον εαυτό της.
Και εδώ βρίσκεται η πολιτική ουσία: μια Δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο όταν παρακολουθούνται πολίτες. Κινδυνεύει και όταν οι πολίτες πείθονται ότι κανείς δεν θα μάθει ποιος παρακολουθούσε, ποιος γνώριζε, ποιος ενέκρινε και ποιος ωφελήθηκε. Το αρχείο μπορεί να κλείνει μια δικογραφία. Δεν κλείνει όμως την κρίση εμπιστοσύνης. Και στην υπόθεση των υποκλοπών, αυτή η κρίση είναι πλέον μεγαλύτερη από την ίδια τη δικογραφία.



Ορκισμένος υπερασπιστής του Κράτους Δικαίου, το οποίο εκπροσωπούν όχι οι αλάθητοι αλλά ανεξάρτητοι και ισόβιοι δικαστές -εν προκειμένω ο ανώτατος Δημόσιος Κατήγορος , ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου-, ο οποίος και για τους επικριτές του στην Αντιπολίτευση -και αυτούς ορκισμένους στο ”προοδευτικό όμως Κράτος Δικαίου με ”μπόλικο” λαϊκό δικαστήριο -όντας αρμόδιος ΚΑΛΩΣ δεν ανέσυρε από το Αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών-ου μην αλλά, έπρεπε να αυτοεξαιρεθεί και να αφήσει άλλον να πάρει αυτήν την ορθή Απόφαση,
ΚΑΤΕΦΥΓΑ ΣΤΟ ΝΟΜΟ για τις περιπτώσεις της σχεδόν υποχρεωτικής αυτοεξαιρέσεως των δικαστών από εξεταζόμενες υποθέσεις ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΣΑ,
Αυτοεξαιρείται δικαστικός λειτουργός για τους ακόλουθους λόγους.
1.-Συγγένεια με παθόντα ή κατηγορούμενο ,
2.-Προηγούμενη εμπλοκή στην υπόθεση , ως ανακριτής, εισαγγελέας ΤΗΣ ΕΔΡΑΣ , δικαστής, μάρτυρας.
3.-Εάν έχει σχέση εξαρτήσεως ή εχθροπάθειας , ή οικονομικής εξαρτήσεως από τα εμπλεκόμενα μέρη,
4.-Προκατάληψη ,εάν έχει εκφράσει άποψη για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου ,πριν ολοκληρωθεί η έρευνα ,δείχνοντας ότι δεν είναι αντικειμενικός.
Υ.Γ Αφού αυτά δεν καταλογίζονται από κανένα επικριτή του -πολιτικό ή νομικό ή πολίτη- ΓΙΑΤΙ ΕΠΡΕΠΕΠ ΝΑ ΑΥΤΟΕΞΑΙΡΕΘΕΊ ο κ. Τζαβέλλας (με το ηρωϊκό επίθετο) από την εξέταση αυτής της υποθέσεως ;;;.
”Πατάει σε σάπιο σανίδι ”κανένας δικαστικός και δη ανώτατος;;;.