Ιωάννης Μανωλεδάκης: Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης ως αντιεξουσιαστικός προορισμός

Η ανεξαρτησία του δικαστή και το τραύμα των υποκλοπών

Ο Ιωάννης Μανωλεδάκης είχε διατυπώσει έναν από τους πιο ουσιαστικούς προβληματισμούς για τη Δικαιοσύνη: η δικαστική ανεξαρτησία δεν είναι αφηρημένη «ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης», αλλά ανεξαρτησία του κάθε δικαστή. Δεν είναι ιδιότητα που απονέμεται μία φορά από το Σύνταγμα και ύστερα ισχύει αυτομάτως. Είναι στάση, ευθύνη, καθημερινή πράξη. Ο κάθε δικαστής, έλεγε ουσιαστικά ο Μανωλεδάκης, επιβεβαιώνει ή διαψεύδει τη δικαστική ανεξαρτησία.

Αυτός ο συλλογισμός επιστρέφει με οδυνηρή επικαιρότητα μετά την απόφαση να παραμείνει στο αρχείο η υπόθεση των υποκλοπών. O εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας έκρινε στις 27 Απριλίου 2026 ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο και επανεξέταση της υπόθεσης, διότι τα στοιχεία που επικαλέστηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν θεωρήθηκαν «νέα στοιχεία» κατά το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ.

Το ζήτημα είναι βαθύτερο: μπορεί η κοινωνία να πειστεί ότι μια τόσο βαριά υπόθεση διερευνήθηκε μέχρι τέλους; Εκεί κρίνεται το κράτος δικαίου. Όχι μόνο στο γράμμα της δικονομίας, αλλά και στην πειστικότητα της θεσμικής απάντησης.

Η υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι μια συνηθισμένη ποινική υπόθεση. Αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατίας: το απόρρητο των επικοινωνιών, την πολιτική αντιπαράθεση, τη λειτουργία της ΕΥΠ, την προστασία δημοσιογράφων, πολιτικών και πολιτών απέναντι σε μηχανισμούς παρακολούθησης. H υπόθεση ξεκίνησε από καταγγελίες δημοσιογράφου και αρχηγού αντιπολιτευόμενου κόμματος ότι τέθηκαν υπό παρακολούθηση, ενώ ίχνη του Predator εντοπίστηκαν αργότερα σε δεκάδες τηλέφωνα πολιτικών, δημοσιογράφων, επιχειρηματιών και άλλων προσώπων.

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κων. Τζαβέλλας

Υπάρχει, βεβαίως, και η άλλη πλευρά: η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να ανοίγει υποθέσεις μόνο επειδή η πολιτική ή δημοσιογραφική πίεση το απαιτεί. Η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος υπενθύμισε ότι η κριτική στις δικαστικές αποφάσεις είναι θεμιτή, αλλά πρέπει να γίνεται με μέτρο, επιχειρήματα και σεβασμό στη συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.  Αυτό είναι σωστό. Όμως η θεσμική αυτοσυγκράτηση δεν πρέπει να μετατρέπεται σε σιωπή. Και ο σεβασμός στη Δικαιοσύνη δεν σημαίνει παραίτηση από την κριτική της.

Εδώ ακριβώς φωτίζει ο Μανωλεδάκης. Η ανεξαρτησία δεν είναι διακοσμητικός τίτλος. Είναι αντιεξουσιαστικός προορισμός. Στο κράτος δικαίου, ο δικαστής δεν υπάρχει για να επιβεβαιώνει την κρατική ισχύ, αλλά για να την ελέγχει. Δεν είναι απλώς λειτουργός μιας εξουσίας· είναι το τελευταίο καταφύγιο του πολίτη απέναντι σε κάθε εξουσία. Όταν λοιπόν η υπόθεση αφορά ενδεχόμενες παρακολουθήσεις από ή γύρω από κρατικούς μηχανισμούς, η απαίτηση για εξαντλητική διερεύνηση γίνεται ακόμη πιο αυστηρή.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο νομικό. Είναι πρόβλημα εμπιστοσύνης. Όταν μια υπόθεση με τόσο βαρύ θεσμικό φορτίο κλείνει ή παραμένει κλειστή, ενώ παράλληλα άλλο δικαστήριο έχει καταδικάσει ιδιώτες που συνδέονται με το Predator και έχει διαβιβάσει τη δικογραφία για περαιτέρω διερεύνηση πιθανών σοβαρότερων αδικημάτων, μεταξύ των οποίων και η κατασκοπεία, η κοινωνία εύλογα ζητά μια απάντηση που να μη φαίνεται τυπική ή αμυντική.

Η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα πάσχει συχνά όχι μόνο από καθυστερήσεις ή αντιφάσεις, αλλά από κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο: από την αίσθηση ότι σε μεγάλες υποθέσεις πολιτικής ισχύος η αλήθεια φτάνει μέχρι ένα σημείο και μετά σταματά. Μπορεί αυτό να είναι άδικο για πολλούς δικαστές που εργάζονται έντιμα και με προσωπικό κόστος. Αλλά η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται με θεσμικές διαβεβαιώσεις. Οικοδομείται με αποφάσεις που πείθουν, με αιτιολογίες που αντέχουν, με έρευνες που δεν αφήνουν σκιές.

Η πρόσφατη αρχειοθέτηση —ή ακριβέστερα η μη ανάσυρση από το αρχείο— δεν κλείνει πολιτικά την υπόθεση των υποκλοπών. Αντιθέτως, την κρατά ανοιχτή στο πεδίο της δημοκρατικής αμφιβολίας. Διότι άλλο είναι να λέει η Δικαιοσύνη «δεν υπάρχουν επαρκή νέα στοιχεία κατά τον νόμο» και άλλο να αισθάνεται η κοινωνία ότι απαντήθηκαν όλα τα ουσιώδη ερωτήματα: ποιοι παρήγγειλαν, ποιοι γνώριζαν, ποιοι ωφελήθηκαν, ποιοι συγκάλυψαν, ποιοι θεσμοί απέτυχαν.

Σε μια κανονική δημοκρατία, η Δικαιοσύνη δεν πρέπει να φοβάται την κριτική. Πρέπει να φοβάται μόνο την απώλεια της εμπιστοσύνης. Και η εμπιστοσύνη δεν χάνεται όταν οι πολίτες ρωτούν. Χάνεται όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι έχει νόημα να ρωτούν.

Το δίδαγμα του Μανωλεδάκη είναι αυστηρό: η ανεξαρτησία του δικαστή δεν αποδεικνύεται σε εύκολες υποθέσεις. Αποδεικνύεται εκεί όπου η εξουσία πιέζει, όπου η κοινή γνώμη διχάζεται, όπου τα πολιτικά συμφέροντα είναι ισχυρά, όπου η αλήθεια έχει κόστος. Εκεί ο κάθε δικαστής επιβεβαιώνει ή διαψεύδει τη δικαστική ανεξαρτησία.

Και στην υπόθεση των υποκλοπών, το ερώτημα που μένει δεν είναι μόνο αν τηρήθηκε η δικονομία. Είναι αν η Ελληνική Δημοκρατία έδωσε στους πολίτες της την αίσθηση ότι κανείς —ούτε κρατικός μηχανισμός, ούτε ιδιωτικό δίκτυο, ούτε πολιτικό κέντρο— δεν βρίσκεται πάνω από τον έλεγχο. Διότι χωρίς αυτή την αίσθηση, η Δικαιοσύνη μπορεί να παραμένει τυπικά ανεξάρτητη, αλλά παύει να λειτουργεί ως αυτό που ο Μανωλεδάκης θεωρούσε τον ύπατο προορισμό της: προστασία του πολίτη απέναντι στην εξουσία.

spot_img

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Εντελώς λανθασμένη άποψη και προφανώς συντεχνιακή.

    Τι μπορεί να είναι η δικαιοσύνη, είναι συζήτηση φιλοσοφική, και καλύτερα να την αφήσουμε σε όσους την γνωρίζουμε.

    Η δικαστική εξουσία είναι θεσμός υπαγόμενος στην πολιτειακή τάξη. Δεν είναι ανεξέλεγκτη οντότητα. Το πρόβλημα είναι, ότι η δικαστική εξουσία δεν ορίζεται και δεν ελέγχεται επαρκώς από τα άλλα μέρη της πολιτειακής τάξης. Κι αυτό δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά πανευρωπαϊκή. Η δικαστική εξουσία σε όλη την Ευρώπη είναι θεσμός βαθειά ολιγαρχικός, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρά κενά νομιμοποίησης των κρίσεών της.

    Αυτό που χρειάζεται, είναι εκδημοκρατισμός σε βάθος. Οι εισαγγελείς να εκλέγονται απευθείας από το εκλογικό σώμα, οι δικαστές να ελέγχουν αποκλειστικά την διαδικασία της απόδοσης δικαστικής κρίσης ως προς το τυπικό της σκέλος, και η ίδια η κρίση να μετατεθεί σε ευρεία σώματα ενόρκων. Η εξοικονόμηση πόρων, που θα προκύψει θα επιτρέπει την αποζημίωση των ενόρκων.

    Η δικαστική κρίση ΔΕΝ είναι τεχνοκρατική δουλειά. Τεχνοκρατική δουλειά είναι ο προσδιορισμός της εκδικαζομένης περίπτωσης στο κατάλληλο νομικό κείμενο.

    Κι επειδή κανείς δεν πρόκειται να παραχωρήσει από μόνος του (δηλαδή να αυτορυθμιστεί) μια εξουσία, που ήδη έχει, ο μόνος τρόπος μεταβολής είναι αναγκαστικά εξωτερικός.

    Περιμένοντας λοιπόν έναν Ανδρέα.

  2. Για τους ”διυλίζοντας τον κώνωπα” φίλους του καθηγητού μου στη Νομική Θεσσαλονίκης αντιλέγω ευκόλως ΟΤΙ,
    για τον κάθε ΥΠΕΥΘΥΝΟ ΜΕ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ κρατικό λειτουργό – όπως εν προκειμένω ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Τζαβέλλας – ισχύουν (και πρέπει να ισχύουν ) τα ακόλουθα.
    ”Εις αλλά λέων ” του Αισώπου.
    ”Να αγαπάς την ευθύνη .Να λες .Εγώ μοναχός μου έχω χρέος να σώσω τη γη. Αν δεν σωθεί εγώ φταίω” , του Νίκου Καζαντζάκη .

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα