της Ιωάννας Μαλαγαρδή*
Οι εκτοπισμοί, οι πορείες θανάτου και οι γενοκτονίες των Ελλήνων του Πόντου και των Αρμενίων υπό το πρίσμα των γερμανικών οικονομικών συμφερόντων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και η μετέπειτα ναζιστική μίμηση.
Οι εκτοπισμοί και γενοκτονίες των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με ιδιαίτερη έμφαση στους Έλληνες του Πόντου, Αρμενίους και Ασσυρίους δεν προέκυψε ξαφνικά. Υπήρξαν εκτός από την φανατισμό των Νεοτούρκων και άλλοι παράγοντες κυρίως οικονομικοί και γεωπολιτικοί που συνέβαλαν ώστε να επιτελεστεί ένα από τα στυγερότερα εγκλήματα της ανθρωπότητας, το οποίο έμεινε και ατιμώρητο.
Η οικονομική διείσδυση της Γερμανίας στη Μικρά Ασία, ο ρόλος της Deutsche Bank και το πρόγραμμα κατασκευής του σιδηροδρόμου Βερολίνου- Βαγδάτης, καθώς και η πολιτική και στρατιωτική συνεργασία με το καθεστώς των Νεοτούρκων έπαιξε καθοριστικό ρόλο και όλα αυτά διαμόρφωσαν ένα πλέγμα συμφερόντων που επηρέασε καθοριστικά τη γερμανική εξωτερική πολιτική.
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν υπήρξε μόνο μια στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, αλλά και μια περίοδος ριζικών γεωπολιτικών ανακατατάξεων, οικονομικών ανταγωνισμών, εθνοτικών εκκαθαρίσεων και γενοκτονιών. Στο πλαίσιο αυτό, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σύμμαχος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, προχώρησε σε μαζικούς εκτοπισμούς και διώξεις κατά των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής, κυρίως των Αρμενίων, των Ελλήνων του Πόντου και των Ασσυρίων.
Από τα τέλη του 19ου αιώνα η Γερμανική Αυτοκρατορία επιδίωξε την οικονομική και πολιτική διείσδυση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σε αντίθεση με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία, οι οποίες ήδη διέθεταν αποικιακά και οικονομικά ερείσματα στην Ανατολή, η Γερμανία επιχείρησε να αναπτύξει επιρροή μέσω επενδύσεων, τραπεζικών δανείων και στρατιωτικής συνεργασίας.
Κεντρικό εργαλείο αυτής της πολιτικής υπήρξε η Deutsche Bank, η οποία χρηματοδότησε μεγάλα έργα υποδομής και ιδιαίτερα το σιδηροδρομικό δίκτυο της Ανατολίας. Το σημαντικότερο από αυτά ήταν ο σιδηρόδρομος Βερολίνου–Βαγδάτης, ένα έργο με τεράστια οικονομική και στρατηγική σημασία. Ο σιδηρόδρομος θα συνέδεε τη Γερμανία με την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία και τη Μεσοποταμία, προσφέροντας πρόσβαση σε πρώτες ύλες, αγορές και πιθανές πετρελαϊκές περιοχές. Παράλληλα, θα επέτρεπε στη Γερμανία να παρακάμψει τη βρετανική ναυτική κυριαρχία μέσω της Διώρυγας του Σουέζ.
Η οικονομική αυτή επέκταση συνδέθηκε με τη γερμανική στρατηγική του «Drang nach Osten» (Πορεία προς Ανατολάς), η οποία απέβλεπε στη μετατροπή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ζώνη οικονομικής και πολιτικής επιρροής.
Παράλληλα αναπτύχθηκε και η γερμανο-οθωμανική στρατιωτική συνεργασία. Η οικονομική διείσδυση συνοδεύτηκε από στενή στρατιωτική συνεργασία. Γερμανοί αξιωματικοί ανέλαβαν την εκπαίδευση και αναδιοργάνωση του οθωμανικού στρατού ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα.
Σημαντικές προσωπικότητες υπήρξαν ο Colmar von der Goltz και ο Otto Liman von Sanders, οι οποίοι απέκτησαν ισχυρή επιρροή στον οθωμανικό στρατό και στη στρατηγική διοίκηση της αυτοκρατορίας. Μετά την άνοδο των Νεοτούρκων στην εξουσία, οι σχέσεις ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο. Η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου θεωρούσε τη Γερμανία πρότυπο κρατικής οργάνωσης, στρατιωτικής πειθαρχίας και εθνικής αναγέννησης. Από την πλευρά της, η Γερμανία αντιμετώπιζε την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως στρατηγικό σύμμαχο που θα εξυπηρετούσε τόσο τα οικονομικά της συμφέροντα όσο και τη γεωπολιτική αντιπαράθεση με τη Βρετανία και τη Ρωσία.
Το 1915 η οθωμανική κυβέρνηση προχώρησε σε μαζικές εκτοπίσεις των Αρμενίων από τις πατρογονικές τους εστίες προς τις ερήμους της Συρίας και της Μεσοποταμίας. Οι πορείες εκτοπισμού συνοδεύτηκαν από σφαγές, λιμό, κακουχίες και μαζικούς θανάτους. Τα γεγονότα αυτά δεν ήταν τίποτα άλλο από μια οργανωμένη γενοκτονία, καθώς υπήρχε οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης σημαντικού μέρους του αρμενικού πληθυσμού της αυτοκρατορίας.
Γερμανοί διπλωμάτες, στρατιωτικοί και ιεραπόστολοι γνώριζαν σε μεγάλο βαθμό όσα συνέβαιναν. Αναφορές από το γερμανικό προξενικό δίκτυο και στρατιωτικές αποστολές περιέγραφαν τις εκτοπίσεις και τις μαζικές δολοφονίες. Ωστόσο, η γερμανική κυβέρνηση απέφυγε να συγκρουστεί με τους Οθωμανούς συμμάχους της. Η ανάγκη διατήρησης της συμμαχίας και προστασίας των γερμανικών επενδύσεων θεωρήθηκε σημαντικότερη από την ανάληψη ουσιαστικής δράσης.
Παράλληλα με τις διώξεις των Αρμενίων, οι οθωμανικές αρχές προχώρησαν σε εκτοπισμούς και εναντίον των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και ιδιαίτερα του Πόντου. Οι εκτοπίσεις πραγματοποιήθηκαν κυρίως μέσω ταγμάτων εργασίας, βίαιων πορειών προς το εσωτερικό της Ανατολίας και αναγκαστικών μετακινήσεων πληθυσμών. Οι συνθήκες ήταν συχνά θανατηφόρες, λόγω πείνας, ασθενειών και κακομεταχείρισης. Η κυρίαρχη ιστοριογραφική άποψη είναι ότι η πολιτική των μαζικών εκτοπίσεων και εθνοτικών εκκαθαρίσεων σχεδιάστηκε κυρίως από την ηγεσία των Νεοτούρκων, ιδιαίτερα από στελέχη όπως οι Ταλαάτ Πασάς, Ενβέρ Πασάς, Τζεμάλ Πασάς. Η πολιτική αυτή εντάσσεται στη γενικότερη επιδίωξη των Νεοτούρκων για εθνοτική ομογενοποίηση της αυτοκρατορίας και δημιουργία ενός μουσουλμανικού-τουρκικού κράτους.
Η παρουσία οικονομικά ισχυρών ελληνικών και αρμενικών κοινοτήτων σε περιοχές στρατηγικής σημασίας για τα γερμανικά έργα και τις επενδύσεις ενίσχυσε την καχυποψία του οθωμανικού καθεστώτος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εκτοπισμοί συνέπεσαν με περιοχές διέλευσης στρατηγικών σιδηροδρομικών δικτύων ή οικονομικών ζωνών αυξημένου γερμανικού ενδιαφέροντος.
Η στάση της Γερμανίας απέναντι στις εκτοπίσεις παραμένει αντικείμενο ιστοριογραφικής συζήτησης. Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι το Βερολίνο δεν υπήρξε ο άμεσος οργανωτής των διώξεων, ωστόσο διέθετε σημαντική γνώση των γεγονότων και απέφυγε να ασκήσει ουσιαστική πίεση προς τους Οθωμανούς συμμάχους του. Η γερμανική ηγεσία υιοθέτησε σε μεγάλο βαθμό πολιτική σιωπής ή περιορισμένων διαμαρτυριών, χωρίς ουσιαστικές κυρώσεις ή δημόσια καταδίκη.
Οι εκτοπισμοί των Αρμενίων και των Ελλήνων του Πόντου χαρακτηρίστηκαν από τη χρήση οργανωμένων πορειών θανάτου προς τις ερήμους της Συρίας, το εσωτερικό της Ανατολίας και απομονωμένες περιοχές της αυτοκρατορίας. Οι άμαχοι πληθυσμοί υποχρεώνονταν να διανύσουν τεράστιες αποστάσεις χωρίς επαρκή τροφή, νερό ή ιατρική περίθαλψη. Οι κακουχίες, οι επιθέσεις ατάκτων ομάδων, οι εκτελέσεις και οι ασθένειες οδηγούσαν σε μαζικούς θανάτους.
Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρέθηκε σε κατάσταση διάλυσης. Οι ελληνικοί πληθυσμοί του Πόντου είχαν ήδη υποστεί εκτεταμένες διώξεις από τους Νεότουρκους και αργότερα από το κεμαλικό κίνημα. Οι εκτοπισμοί, τα τάγματα εργασίας και οι πορείες θανάτου οδήγησαν σε μαζικές απώλειες του ποντιακού ελληνισμού.
Παράλληλα, στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων το 1919, οι Πόντιοι εκπρόσωποι επιχείρησαν να προωθήσουν το αίτημα δημιουργίας ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου. Το σχέδιο αυτό στηριζόταν τόσο στην ιστορική παρουσία των Ελλήνων στην περιοχή όσο και στην ανάγκη προστασίας τους από τις συνεχιζόμενες διώξεις. Ωστόσο, η γεωγραφική απομόνωση του Πόντου από τον ελλαδικό χώρο, η αστάθεια στον Καύκασο, η ενίσχυση του κεμαλικού κινήματος και οι ανταγωνισμοί των Μεγάλων Δυνάμεων δημιουργούσαν σοβαρά εμπόδια στην υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου. Το Ποντιακό Ζήτημα αποτέλεσε μία από τις πλέον σύνθετες και τραγικές πτυχές της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της αναδιάταξης της Ανατολικής Μεσογείου μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι διώξεις, οι εκτοπισμοί και οι πορείες θανάτου που υπέστη ο ελληνισμός του Πόντου συνδυάστηκαν με τις διπλωματικές προσπάθειες για την πολιτική του επιβίωση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναδείχθηκε ο ρόλος του Δημήτριου Καθενιώτη, στρατιωτικού και πολιτικού παρατηρητή, ο οποίος κλήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση να αξιολογήσει τη δυνατότητα δημιουργίας αυτόνομου ποντιακού κράτους.
Η δράση και κυρίως η περίφημη «Έκθεση Καθενιώτη» εξακολουθούν μέχρι σήμερα να προκαλούν ιστορικές και πολιτικές συζητήσεις. Για ορισμένους υπήρξε ρεαλιστής αναλυτής που αντιλήφθηκε έγκαιρα τις γεωπολιτικές αδυναμίες της ελληνικής πολιτικής στον Εύξεινο Πόντο. Για άλλους, η απαισιόδοξη αποτίμησή του συνέβαλε στην εγκατάλειψη των ποντιακών διεκδικήσεων από την ελληνική διπλωματία. Δυστυχώς η Ελληνική κυβέρνηση δεν χειρίστηκε σωστά το θέμα. Η ελληνική διπλωματία απομακρύνθηκε σταδιακά από την ιδέα ανεξάρτητης ποντιακής κρατικής οντότητας και προτεραιότητα μετατοπίστηκε προς τη δυτική Μικρά Ασία και τη Σμύρνη, όπου υπήρχε άμεση ελληνική στρατιωτική παρουσία.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε έντονη απογοήτευση στους Ποντίους, οι οποίοι θεωρούσαν ότι εγκαταλείπονταν σε μια περίοδο μαζικών διώξεων και βίας. Στη συλλογική μνήμη του ποντιακού ελληνισμού, η αποτυχία διεθνούς και ελληνικής παρέμβασης συνδέθηκε με την τελική τραγωδία της Γενοκτονίας.
Η έννοια της «πορείας θανάτου» συνδέθηκε αργότερα και με τις πρακτικές της ναζιστικής Γερμανίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδιαίτερα κατά τις εκκενώσεις στρατοπέδων συγκέντρωσης το 1944–1945. Ιστορικοί έχουν επισημάνει ότι υπήρξαν ορισμένες ιδεολογικές και επιχειρησιακές συνέχειες μεταξύ των εμπειριών Γερμανών στρατιωτικών και διπλωματών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και των μεταγενέστερων πρακτικών του ναζιστικού καθεστώτος.
Η συζήτηση αυτή δεν σημαίνει ότι οι ναζιστικές πρακτικές αποτελούσαν απλή αντιγραφή των οθωμανικών πολιτικών. Ωστόσο, αρκετοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι η ατιμωρησία των εγκλημάτων κατά των Αρμενίων και των Ελλήνων της Ανατολής, καθώς και η εμπειρία γερμανικών στρατιωτικών κύκλων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, δημιούργησαν ένα ιστορικό προηγούμενο για τη χρήση εκτοπισμών και πορειών εξόντωσης ως εργαλείων κρατικής πολιτικής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρουσία Γερμανών αξιωματικών και συμβούλων στις περιοχές των εκτοπισμών κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αναφορές της εποχής δείχνουν ότι πολλοί είχαν γνώση των γεγονότων, ενώ ορισμένοι συμμετείχαν στον σχεδιασμό στρατιωτικών μετακινήσεων. Παρότι δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η ναζιστική πολιτική σχεδιάστηκε άμεσα πάνω σε οθωμανικά πρότυπα, η ιστορική εμπειρία της Μικράς Ασίας αποτέλεσε σημείο αναφοράς σε μεταγενέστερες συζητήσεις για τη γενοκτονική βία του 20ού αιώνα.
Ορισμένοι ιστορικοί, όπως ο Vahakn Dadrian και ο Taner Akçam, επισημαίνουν ότι η γερμανική ανοχή απέναντι στις εκτοπίσεις του 1915–1918 συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας κουλτούρας ατιμωρησίας. Η συχνά αναφερόμενη φράση που αποδίδεται στον Adolf Hitler πριν από την εισβολή στην Πολωνία «Ποιος θυμάται σήμερα τους Αρμενίους;» χρησιμοποιείται συχνά ως ένδειξη της πεποίθησης ότι τα εγκλήματα μαζικής βίας μπορούν να λησμονηθούν όταν δεν υπάρχει διεθνής λογοδοσία.
Οι πορείες θανάτου κατά το τέλος του Β’ ΠΠ από την ηττημένη Γερμανία θύμιζαν σε ορισμένα σημεία της φριχτές πορείες των χριστιανικών πληθυσμών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εξ άλλου ο Χίτλερ δήλωνε θαυμαστής του Κεμάλ.
Στους τελευταίους μήνες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ναζιστική Γερμανία οργάνωσε τις διαβόητες πορείες θανάτου κρατουμένων στρατοπέδων συγκέντρωσης. Καθώς ο Β’ ΠΠ πλησίαζε στο τέλος του, χιλιάδες κρατούμενοι μεταφέρονταν πεζή για εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα μέσα στο χειμώνα χωρίς επαρκή τροφή ή ιατρική φροντίδα. Όσοι κατέρρεαν συχνά εκτελούνταν επί τόπου. Στις πορείες θανάτου του Β’ ΠΠ οι αιχμάλωτοι και οι κρατούμενοι ήταν κυρίως Εβραίοι από όλη την Ευρώπη, Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου και Πολωνοί. Μικρότερες ομάδες περιλάμβαναν επίσης πολιτικούς κρατούμενους, Ρομά, μέλη αντιστασιακών οργανώσεων από τη Γαλλία και την Ολλανδία καθώς και αιχμαλώτους πολέμου από Συμμαχικές δυνάμεις (Βρετανοί, Αμερικανοί, Αυστραλοί).
Μεταξύ των οθωμανικών πορειών θανάτου και των ναζιστικών πρακτικών υπάρχουν διαφορές αλλά και πολλές ομοιότητες. Παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο περιπτώσεων, η μελέτη τους αναδεικνύει κοινούς μηχανισμούς κρατικής βίας, όπως μαζικούς εκτοπισμούς, απανθρωποποίηση πληθυσμών, χρήση λιμού και εξάντλησης ως μέσων εξόντωσης και εκμετάλλευση της γραφειοκρατικής και στρατιωτικής οργάνωσης για την εφαρμογή πολιτικών μαζικού θανάτου.
Εν κατακλείδι μπορούμε να ισχυριστούμε ότι για τους Ναζί εγκληματίες υπήρξαν τιμωρίες. Αρκετοί καταδικάστηκαν στη δίκη της Νυρεμβέργης και αργότερα, για όσους συνελήφθησαν μετά. Για τα εγκλήματα των Τούρκων πλήρης ατιμωρησία! Ακόμη και σήμερα συνεχίζουν να έχουν παράλογες απαιτήσεις και η στάση της χώρας μας όχι αυτή που θα έπρεπε. Εξακολουθούν να εμμένουν σε προκλητικές δηλώσεις και να κατέχουν βόρειο τμήμα της Κύπρου. Μέχρι πότε θα ακολουθούμε λογικές κατευνασμού τη στιγμή μου συνεχίζουν ακάθεκτοι να μιλούν για γαλάζια πατρίδα; Είδαμε τα αποτελέσματα της πολιτικής κατευνασμού. Η Πολιτική Κατευνασμού (Appeasement) που ακολούθησε ο Βρετανός Πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν απέναντι στη ναζιστική Γερμανία τη δεκαετία του 1930 σε τί παταγώδη αποτυχία κατέληξε! Η ιστορία διδάσκει…
Ενδεικτική βιβλιογραφία
- Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου — Κωνσταντίνος Φωτιάδης, εκδ. Κυριακίδη.
- Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμοι για την ύστερη Οθωμανική περίοδο και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
- Μικρασιατική Καταστροφή — Δημήτρης Φωτιάδης.
- Η Ελλάς και η Εγγύς Ανατολή — Σπύρος Μαρκεζίνης.
- Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας — Απόστολος Βακαλόπουλος.
- Germany and the Ottoman Empire 1914–1918 — Ulrich Trumpener.
Κλασικό έργο για τις πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις Γερμανίας–Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. The Berlin-Baghdad Express — Sean McMeekin. - The Ottoman Empire and Germany’s Bid for World Power — Sean McMeekin.
Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή
Δρ. Υπολογιστικής Γλωσσολογίας- Ιστορικός



Αν και σήμερα διδόταν η ευκαιρία στους Γερμανούς, τα ίδια θα ξανάκαναν. Οι Τούρκοι δεν σταμάτησαν ποτέ να τα κάνουν (βλέπε Σεπτεμβριανά 1955). Υπάρχει η τουρκική παροιμία που λέει ότι το χούι είναι κάτω από την ψυχή. Αν δεν βγει η ψυχή, δεν βγαίνει το χούι. Οι δύο αυτοί λαοί, Τούρκοι και Γερμανοί, παρουσιάζουν μία απίστευτη ομοιότητα στην ροπή προς την βαρβαρότητα.
Εξαιρετικό το άρθρο, άξιο πολλών συγχαρητηρίων.