Θ. Γκολέμης: ΑΡΕΝΑ

του Θεόδωρου Γκολέμη*

   Όλοι έχουμε ακούσει σήμερα τη συζήτηση περί του τέλους των ιδεολογικών ταυτοτήτων. Όταν η κυρία Καρυστιανού ή ο κύριος Βελόπουλος ρωτούνται για την ιδεολογική τους κατεύθυνση, αυτοί απαντούν γενικόλογα λέγοντας ότι είναι με τον “πολίτη” ή τον “Έλληνα”, παρόλο που οι θέσεις τους είναι ξεκάθαρα συντηρητικές. Η κοινωνία, αν και συχνά εκλαμβάνει αυτή την τακτική ως έναν πολιτικό ελιγμό ώστε να μη δυσαρεστηθεί κανείς, δεν φαίνεται να ενοχλείται ιδιαίτερα, ίσως γιατί και η ίδια δεν αυτοπροσδιορίζεται πολιτικά με τους κλασικούς όρους της δεξιάς και της αριστεράς.

Τον τελευταίο μισό αιώνα τα πολιτικά διλήμματα έχουν επικεντρωθεί ουσιαστικά στην έννοια της αδικίας. Είτε συζητούμε για την οικονομική αδικία, είτε για την ανισότητα μεταξύ των δύο φύλων, είτε για την ίση αξία όλων των ανθρώπων ανεξαρτήτως καταγωγής, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από παροχές, δικαιώματα και την πρακτική αναγνώριση αυτών. Ανάλογα με τη θέση που παίρνει ο καθένας σε αυτά τα ζητήματα, κρίνεται ως προοδευτικός ή συντηρητικός.

Σήμερα όμως, η πολιτική συζήτηση έχει γίνει πολυδιάστατη κυρίως λόγω του αυξημένου βαθμού πολυπλοκότητας που επικρατεί στον πραγματικό κόσμο. Ειδικά τα τελευταία χρόνια οι πολιτικοί έρχονται αντιμέτωποι με ζητήματα, τα οποία δύσκολα τοποθετούνται στο ήδη αναφερθέν δίπολο. Για παράδειγμα, στη περίπτωση του Ρώσο – Ουκρανικού πολέμου ποιος είναι ο προοδευτικός; Αυτός ο οποίος υποστηρίζει την παροχή οπλισμού από την Ευρώπη και τη συνέχιση του αιματοκυλίσματος ή κάποιος που είναι υπέρ της ειρήνης, διότι συμπαθεί τον πολιτισμό της Ρωσίας (απολυταρχισμός, χριστιανισμός); Το ίδιο δύσκολη είναι η οριοθέτηση των απόψεων και στην περίπτωση του αναγκαστικού εμβολιασμού επί Covid – 19. Ξαφνικά οι ίδιοι άνθρωποι, οι οποίοι είναι υποστηρικτές της αυτοδιάθεσης στο σώμα των γυναικών για το θέμα των εκτρώσεων, δεν είχαν θέμα στην επιβολή ενός υποχρεωτικού εμβολιασμού και εξοντωτικών μέτρων κατά των ανεμβολίαστων.

Καθώς οι κλασικές ιδεολογίες της δεξιάς και της αριστεράς δε φαίνεται να μπορούν σήμερα να δώσουν απαντήσεις στα ζητήματα, κρίνεται αναγκαίο να επιχειρηθεί μια καινούρια οριοθέτηση. Πιο ειδικά, ο Γερμανός κοινωνιολόγος Steffen Mau χωρίζει τις διαμάχες της ανισότητας σε τέσσερις “αρένες”. Η πρώτη αφορά την οικονομική ανισότητα και το ερώτημα του τι ανήκει σε ποιον και γιατί. Η δεύτερη έχει να κάνει με τη μετανάστευση και με την επιλογή του ποιος πρέπει να αποτελεί μέλος της δυτικής κοινωνίας και ποιος όχι. Η τρίτη ασχολείται με ταυτοτικά ζητήματα είτε έχουν να κάνουν με  τις γυναίκες είτε με μειονότητες. Τέλος, η τέταρτη αρένα ασχολείται με τα ζητήματα του περιβάλλοντος. Όπως γίνεται κατανοητό οι διαφορετικοί συνδυασμοί απόψεων είναι πολλοί.

Παρόλα αυτά, από την συγκεκριμένη ανάλυση λείπει ένα ακόμα σημαντικό πεδίο αντιπαράθεσης, το οποίο στις μέρες μας είναι και το πιο σημαντικό. Πρόκειται για την αρένα η οποία αφορά το εξής ερώτημα: Ποιες από τις θέσεις στα παραπάνω ζητήματα θα θεωρηθούν από τα μίντια ως “σωστές” – άρα θα λάβουν περισσότερη προβολή – και ποιες θα απαξιωθούν ως ψεκασμένες, ανυπόστατες ή ρατσιστικές με το επιχείρημα της προσπάθειας διασφάλισης της ποιότητας του δημοσίου διαλόγου. Με λίγα λόγια ποιες απόψεις θα τύχουν θετικής αποδοχής και αναγνώρισης από τα κανάλια, τους δημοσιογράφους και μετέπειτα από τα social media και κατ’ επέκταση ποιοι θα λάβουν μέρος στη διαμόρφωση των κοινωνικών κανόνων και ποιοι θα αποκλειστούν. Παλιότερα τους κανόνες αυτούς έπλαθε η Εκκλησία και αργότερα μια μικρή πολιτική και οικονομική Ελίτ. Σήμερα όλοι οι πολίτες θέλουν να λάβουν μέρος σε αυτή τη διαδικασία, εξού και ο αυξημένος ζήλος για έκφραση γνώμης στα κοινωνικά δίκτυα.

Η επικράτηση σε αυτή την πέμπτη αρένα επιτρέπει την επιβολή και στις υπόλοιπες, καθώς αυτή είναι που ελέγχει τον χρόνο προβολής, το ηθικό πλεονέκτημα και εν τέλει την επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η απάντηση στο ερώτημα “Μα πώς μπορεί ο Τραμπ να λέει και να κάνει τόσο εξωφρενικά πράγματα και να σαρώνει πολιτικά” είναι ακριβώς ότι έχει αλλάξει μόνος του την αντίληψη περί αποδεκτού και κανονικού στην αμερικανική κοινωνία. Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια δεν έχει εμφανιστεί πολιτικός με τέτοια δυναμική. Η μόνη περίπτωση, που μπορώ να σκεφτώ, είναι ο Στέφανος Κασσελάκης, ο οποίος αν και κατάφερε να κανονικοποιήσει την ομοφυλοφιλία στη κεντρική πολιτική σκηνή, αναγκάζοντας μάλιστα τη κυβέρνηση να περάσει έναν νόμο (γάμος ομόφυλων ζευγαριών), ο οποίος της κόστισε ανεπανόρθωτα, δεν κατάφερε να επιβληθεί και σε άλλα ζητήματα. Μένει να δούμε αν θα έχουμε τη τύχη (ή την ατυχία) να απολαύσουμε έλληνες πολιτικούς με τόσο έντονη πολιτική gravitas.

*Ο Θεόδωρος Γκολέμης είναι Νομικός/ LL.M. Candidate, LMU Munich/  Ραδιοφωνικός Παραγωγός. 

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα