26 Αυγούστου 2026
Του Abdullah Bozkurt, Στοκχόλμη
Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας αποκάλυψε ότι προετοιμάζεται για σενάρια που εκτείνονται από την εκδήλωση κρίσης και την όξυνση της έντασης έως και έναν ανοικτό πόλεμο, καθώς η Άγκυρα παρακολουθεί στενά την ταχέως αναπτυσσόμενη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Ισραήλ και Ελλάδας, σύμφωνα με επίσημο κυβερνητικό έγγραφο.
Σε επιστολή που εστάλη στις 10 Αυγούστου σε βουλευτή της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης και υπογράφεται από τον υπουργό Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ, το υπουργείο αναφέρει ότι συνεχίζονται, σε στενό συντονισμό μεταξύ όλων των αρμόδιων κρατικών θεσμών, οι σχετικές προετοιμασίες για «πιθανή κρίση, ένταση και πόλεμο» στην ευρύτερη περιοχή γύρω από την Τουρκία.
Η ασυνήθιστα ρητή αναφορά στον πόλεμο περιλαμβανόταν σε απάντηση που αφορούσε ειδικά τη στρατιωτική στάση της Ελλάδας στο Αιγαίο και την αναπτυσσόμενη αμυντική σχέση της με το Ισραήλ.
Σε μια πρωτοφανή αλλαγή υποδείγματος στους τουρκικούς πολεμικούς σχεδιασμούς, ο Γκιουλέρ συνέδεσε τον σχεδιασμό έκτακτης ανάγκης της Άγκυρας για ενδεχόμενο πόλεμο με την παραδοχή ότι η Τουρκία παρακολουθεί στενά την ισραηλινοελληνική στρατιωτική συνεργασία, καθώς και τις εξελίξεις που επηρεάζουν την τουρκική ασφάλεια και τα συμφέροντα της χώρας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
«Οι μελέτες σχετικά με κάθε είδους εξέλιξη που ενδέχεται να σημειωθεί στην περιοχή μας, συμπεριλαμβανομένης μιας πιθανής κρίσης, έντασης ή πολέμου […] συνεχίζονται σχολαστικά και σε πλήρη συντονισμό με όλες τις υπηρεσίες του κράτους μας», ανέφερε το υπουργείο στο έγγραφο.
Η επιστολή αναφέρεται ρητά στον συντονισμό μεταξύ κρατικών θεσμών και υπηρεσιών, υποδηλώνοντας ότι ο σχεδιασμός δεν περιορίζεται στις ένοπλες δυνάμεις, αλλά περιλαμβάνει ένα ευρύτερο φάσμα εθνικών πόρων που μπορούν να κινητοποιηθούν σε ολόκληρη την Τουρκία.
Η διατύπωση παραπέμπει σε προετοιμασίες για μια δυνητικά ευρείας κλίμακας κινητοποίηση, ως απάντηση σε αυτό που η Άγκυρα φαίνεται να αντιλαμβάνεται ως έναν αναδυόμενο εχθρικό άξονα στην περιοχή της.
Η επιστολή συντάχθηκε ως απάντηση σε ερώτηση του βουλευτή του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), Χασάν Οζτούρκμεν. Πρόκειται για πολιτικό που εντάσσεται στο νεοεθνικιστικό ρεύμα και ο οποίος ζήτησε διευκρινίσεις από την κυβέρνηση σχετικά με τη στρατιωτική ενίσχυση των ελληνικών νησιών που βρίσκονται κοντά στις τουρκικές ακτές, καθώς και για τις συνέπειες της ολοένα εκτενέστερης αμυντικής συνεργασίας της Ελλάδας με το Ισραήλ.
Ο Τούρκος υπουργός Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ ανέφερε σε επιστολή του προς την Τουρκική Εθνοσυνέλευση, με ημερομηνία 10 Αυγούστου, ότι η Άγκυρα προετοιμάζεται για πιθανά σενάρια κρίσης, έντασης και πολέμου, παρακολουθώντας παράλληλα στενά τη διευρυνόμενη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ.
Turkish_defense_ministry_document
Η ερώτηση του βουλευτή αντανακλούσε την αυξανόμενη ανησυχία στην Άγκυρα σχετικά με τον εκσυγχρονισμό των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και ιδιαίτερα με την προμήθεια ισραηλινών όπλων και τεχνολογιών αεράμυνας.
Ο βουλευτής επικαλέστηκε δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα προετοιμαζόταν να ενισχύσει τα νησιά που βρίσκονται κοντά στην Τουρκία με ισραηλινής κατασκευής συστήματα αεράμυνας, να κατασκευάσει υπόγειες στρατιωτικές εγκαταστάσεις και να θωρακίσει κέντρα διοίκησης και αποθήκες πυρομαχικών.
Ρώτησε επίσης εάν η Ελλάδα κατασκευάζει ή αναβαθμίζει διαδρόμους προσγείωσης και απογείωσης για πολεμικά αεροσκάφη στα νησιά που βρίσκονται κοντά στην Τουρκία και εάν αναπτύσσονται εκεί πυροβολαρχίες Patriot ή συστήματα ισραηλινής προέλευσης.
Ένα από τα κεντρικά ερωτήματά του αφορούσε την έκταση της ισραηλινοελληνικής στρατιωτικής συνεργασίας και το κατά πόσον η τουρκική κυβέρνηση τη θεωρεί απειλή για την εθνική ασφάλεια της Τουρκίας. Ο Οζτούρκμεν ρώτησε επίσης ποια αντίμετρα αναπτύσσει η Άγκυρα απέναντι στη σχεδιαζόμενη πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας της Ελλάδας, γνωστή ως «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Ο Γκιουλέρ δεν παρείχε επιχειρησιακές λεπτομέρειες σχετικά με τα τουρκικά αντίμετρα, την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων ή τα σχέδια αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων. Αντιθέτως, το υπουργείο παρουσίασε μια γενική αλλά σαφώς προσανατολισμένη αξιολόγηση.
Το υπουργείο ανέφερε ότι παρακολουθεί συνεχώς τις ελληνικές δραστηριότητες στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, τις οποίες η Άγκυρα θεωρεί ότι παραβιάζουν τα τουρκικά «δικαιώματα, συμφέροντα και ευαισθησίες», καθώς και το διεθνές δίκαιο. Πρόσθεσε ότι λαμβάνονται ταχύτατα τα αναγκαία μέτρα.
Η επιστολή δεν αναφέρεται μόνο σε απειλές και κινδύνους, αλλά και σε ευκαιρίες. Αυτό υποδηλώνει ότι οι αναδυόμενες αλλαγές στην περιοχή γύρω από την Τουρκία θα μπορούσαν επίσης να δημιουργήσουν δυνατότητες προώθησης των εθνικών συμφερόντων της χώρας. Δεν διευκρινίζεται, ωστόσο, ποιες θα μπορούσαν να είναι αυτές οι ευκαιρίες.
Στη συνέχεια, το υπουργείο αναφέρθηκε ευθέως στο Ισραήλ.
Αναγνώρισε ότι η Ελλάδα και το Ισραήλ έχουν αναπτύξει τα τελευταία χρόνια στρατιωτική συνεργασία στους τομείς της αμυντικής βιομηχανίας, της στρατιωτικής εκπαίδευσης, των ασκήσεων και της τεχνολογίας.
Μέσα σε αυτό που περιέγραψε ως ένα μεταβαλλόμενο, πολυπολικό περιβάλλον ασφαλείας, το οποίο χαρακτηρίζεται από παγκόσμια και περιφερειακή αβεβαιότητα, καθώς και από ένα διευρυνόμενο φάσμα κινδύνων και απειλών για την Τουρκία, το υπουργείο ανέφερε ότι η στρατιωτική συνεργασία του Ισραήλ με την Ελλάδα «παρακολουθείται στενά».
Η Άγκυρα υποστήριξε επίσης ότι η ασφάλεια της Τουρκίας, καθώς και τα δικαιώματα και τα συμφέροντά της στο Αιγαίο, θα προστατευθούν «υπό οποιεσδήποτε συνθήκες».
Ο Έλληνας υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας δήλωσε, μετά τη συνάντησή του στην Αθήνα με τον Ισραηλινό υπουργό Άμυνας Ισραέλ Κατζ στις 20 Ιανουαρίου, ότι η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών καλύπτει πλέον «ολόκληρο το φάσμα». Σε αυτό περιλαμβάνονται η επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα, οι κοινές ασκήσεις, η έρευνα, η καινοτομία, η αμυντική τεχνολογία και η πολεμική βιομηχανία.
Οι δύο χώρες υπέγραψαν πρόγραμμα αμυντικής συνεργασίας για το 2026, το οποίο προβλέπει την πραγματοποίηση 29 δραστηριοτήτων στην Ελλάδα και 25 στο Ισραήλ. Συμφώνησαν επίσης να ανταλλάξουν τεχνογνωσία για την αντιμετώπιση σμηνών μη επανδρωμένων αεροσκαφών, μη επανδρωμένων υποβρύχιων συστημάτων και κυβερνοαπειλών.
Ο Δένδιας περιέγραψε τη συγκεκριμένη σχέση ως μέρος ενός ευρύτερου πλαισίου συνεργασίας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ–Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στις 4 Ιουνίου, τα υπουργεία Άμυνας του Ισραήλ και της Ελλάδας υπέγραψαν συμφωνία ύψους περίπου 750 εκατομμυρίων δολαρίων —περίπου 650 εκατομμυρίων ευρώ— για την προμήθεια του συστήματος πυραυλικού πυροβολικού ακριβείας PULS της Elbit Systems.
Το πακέτο περιλαμβάνει εκτοξευτές, κατευθυνόμενες με ακρίβεια ρουκέτες διαφορετικών βεληνεκών και περιφερόμενα πυρομαχικά. Το υπουργείο Άμυνας του Ισραήλ χαρακτήρισε τη συμφωνία απόδειξη ότι η στρατηγική συνεργασία ασφαλείας μεταξύ των δύο χωρών έχει φτάσει στο «υψηλότερο σημείο» της.

Ο Τούρκος υπουργός Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ.
Στις 23 Ιουλίου η Ελλάδα ενέκρινε την προμήθεια από το Ισραήλ ενός πολυεπίπεδου συστήματος αεράμυνας, αξίας έως 3,5 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Το σύστημα αποτελεί τον πυρήνα της ελληνικής «Ασπίδας του Αχιλλέα» και ενσωματώνει ισραηλινά ραντάρ και πυραύλους που παράγονται από τη Rafael και την Israel Aerospace Industries. Σκοπός του είναι να παρέχει προστασία απέναντι σε βαλλιστικούς πυραύλους, αεροσκάφη και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Ο Έλληνας υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας δήλωσε ότι το σύστημα αναμένεται να καταστεί πλήρως επιχειρησιακό μέσα σε 35 μήνες και ότι ελληνικές εταιρείες θα κατασκευάζουν τουλάχιστον το 25% των επιμέρους τμημάτων του.
Παράλληλα, η Ελλάδα υλοποιεί ένα ευρύτερο πρόγραμμα στρατιωτικού εκσυγχρονισμού ύψους 28 δισεκατομμυρίων ευρώ, με ορίζοντα το 2036. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει την απόκτηση έως και 40 αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών F-35, νέων φρεγατών, μη επανδρωμένων αεροσκαφών και άλλων προηγμένων οπλικών συστημάτων.
Η στρατηγική σχέση αποκτά επίσης μια ευρύτερη περιφερειακή διάσταση. Ο γενικός διευθυντής του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας, Αμίρ Μπαράμ, δήλωσε στο Συνέδριο της Χερζλίγια στις 30 Ιουνίου ότι το Ισραήλ θα πρέπει να συμβάλει στη δημιουργία μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής, η οποία θα περιλαμβάνει χώρες σε μια γεωγραφική ζώνη που εκτείνεται «από την Ινδία, μέσω των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, έως την Ελλάδα και την Κύπρο».
Οι δηλώσεις του διατυπώθηκαν κυρίως στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του Ιράν και όχι της Τουρκίας. Καταδεικνύουν, ωστόσο, ότι η Ελλάδα και η Κύπρος εντάσσονται όλο και περισσότερο στους μακροπρόθεσμους περιφερειακούς σχεδιασμούς ασφαλείας του Ισραήλ.
Η Αθήνα, από την πλευρά της, απορρίπτει τον ισχυρισμό της Άγκυρας ότι η Ελλάδα στρατιωτικοποιεί παρανόμως τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε τον Μάρτιο ότι οι τουρκικοί ισχυρισμοί περί αποστρατιωτικοποίησης είναι «αβάσιμοι» και έχουν επανειλημμένως απορριφθεί.
Η Αθήνα υποστηρίζει ότι στα διαφορετικά νησιά εφαρμόζονται διαφορετικά συμβατικά καθεστώτα. Επιμένει ότι διατηρεί το δικαίωμα της αυτοάμυνας και δηλώνει ότι η αμυντική της ετοιμότητα είναι αναγκαία εξαιτίας της περιφερειακής αστάθειας και όσων η Ελλάδα θεωρεί συνεχιζόμενες τουρκικές απειλές.
Η διαφορά, επομένως, αφορά έντονα αντικρουόμενες ερμηνείες για το καθεστώς ασφαλείας και τη νομική τάξη στο Αιγαίο.
Η Τουρκία επικαλείται τους περιορισμούς που περιλαμβάνονται στις Συνθήκες της Λωζάννης και των Παρισίων και κατηγορεί την Αθήνα ότι μετατρέπει τα νησιά που βρίσκονται κοντά στις τουρκικές ακτές σε ολοένα περισσότερο οχυρωμένες στρατιωτικές θέσεις.
Η Ελλάδα αμφισβητεί την τουρκική ερμηνεία και υποστηρίζει ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονται στα νησιά έχουν αμυντικό χαρακτήρα και δικαιολογούνται από το υφιστάμενο περιβάλλον ασφαλείας.

Το Τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό πραγματοποίησε τον Ιανουάριο του 2025 άσκηση με την ονομασία «Γαλάζια Πατρίδα», η οποία κάλυψε περιοχές στο Αιγαίο, στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό που καθιστά ιδιαίτερα αξιοσημείωτη την επιστολή του Γκιουλέρ τον Αύγουστο είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί η Άγκυρα για να περιγράψει τις δικές της προετοιμασίες. Το υπουργείο δεν περιόρισε την απάντησή του σε διπλωματικές διαμαρτυρίες ή στη συνήθη στρατιωτική παρακολούθηση. Αντιθέτως, επιβεβαίωσε ότι οι κυβερνητικοί θεσμοί συντονίζουν προετοιμασίες που καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της κλιμάκωσης, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου.
Η συγκεκριμένη διατύπωση αποκτά πρόσθετη βαρύτητα, επειδή οι εντάσεις μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ έχουν ταυτόχρονα πλησιάσει περισσότερο στο ενδεχόμενο άμεσης στρατιωτικής αντιπαράθεσης στη γειτονική Συρία.
Στις 18 Αυγούστου, οκτώ ημέρες μετά την υπογραφή της επιστολής από τον Γκιουλέρ, ισραηλινά αεροσκάφη έπληξαν την αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στη βορειοδυτική Συρία.
Το Ισραήλ υποστήριξε ότι η Δαμασκός προετοιμαζόταν να επιτρέψει την ανάπτυξη τουρκικών στρατευμάτων στη συγκεκριμένη βάση και ισχυρίστηκε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε απειλή για την ισραηλινή ασφάλεια. Η Τουρκία διέψευσε ότι βρισκόταν εκεί στρατιωτική αντιπροσωπεία και καταδίκασε την ισραηλινή επίθεση ως απερίσκεπτη.
Στη συνέχεια, ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατζ προειδοποίησε τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να μη σύρει την Τουρκία σε «επικίνδυνες περιπέτειες στη Συρία».
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον κινήθηκε για την ενίσχυση ενός μηχανισμού αποτροπής στρατιωτικών συγκρούσεων μεταξύ Ισραήλ, Τουρκίας και Συρίας, σε μια προσπάθεια να αποτρέψει λανθασμένους στρατιωτικούς υπολογισμούς.
Αμερικανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι δεν θεωρούσαν επικείμενη μια ισραηλινοτουρκική σύγκρουση. Η ίδια η αμερικανική παρέμβαση, ωστόσο, κατέδειξε την ανησυχία ότι οι επιχειρήσεις των δύο περιφερειακών δυνάμεων θα μπορούσαν να φέρουν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις σε επικίνδυνα μικρή απόσταση.
Ο συνδυασμός της αντιπαράθεσης στη Συρία, της αναπτυσσόμενης στρατηγικής συνεργασίας του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο και της μεγάλης προμήθειας ισραηλινών πυραυλικών, πυροβολικών και αντιαεροπορικών συστημάτων από την Αθήνα αναδιαμορφώνει τους υπολογισμούς απειλής της Άγκυρας σε περισσότερα από ένα θέατρα επιχειρήσεων.
Το τουρκικό έγγραφο της 10ης Αυγούστου δεν αποτελεί ανακοίνωση ότι ένας πόλεμος με την Ελλάδα ή το Ισραήλ θεωρείται βέβαιος ή αναπόφευκτος. Αποτελεί, όμως, μια σπάνια επίσημη παραδοχή ότι η Άγκυρα ενσωματώνει το ενδεχόμενο του πολέμου στον συντονισμένο κρατικό σχεδιασμό της, ενώ ταυτόχρονα εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή τη στρατιωτική σχέση που οικοδομείται μεταξύ του Ισραήλ και της παραδοσιακής αντιπάλου της, της Ελλάδας.
Για την Άγκυρα, αυτό που κάποτε αποτελούσε κυρίως μια διμερή ελληνοτουρκική αντιπαράθεση για το Αιγαίο διασταυρώνεται όλο και περισσότερο με έναν πολύ ευρύτερο περιφερειακό ανασχηματισμό ασφαλείας.
Στη νέα αυτή πραγματικότητα, τα ισραηλινά οπλικά συστήματα, η τεχνολογία, η εκπαίδευση και η στρατηγική συνεργασία ενσωματώνονται σταδιακά στη στρατιωτική αρχιτεκτονική της Ελλάδας, την ίδια στιγμή που ο ανταγωνισμός μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ εντείνεται σε μια γεωγραφική ζώνη που εκτείνεται από την Ανατολική Μεσόγειο έως τη Συρία.



