Η διανόηση στο πρυτανείο της εξουσίας

Η απουσία κριτικού λόγου

 

Υπάρχει σήμερα διανόηση στην Ελλάδα; Το ερώτημα μοιάζει προκλητικό, ίσως και άδικο. Η χώρα διαθέτει πανεπιστημιακούς, συγγραφείς, καλλιτέχνες, επιστήμονες, ερευνητές και ανθρώπους με αξιόλογη παρουσία στον δημόσιο λόγο. Δεν στερείται ούτε μόρφωσης ούτε πνευματικών ικανοτήτων. Εκείνο που μοιάζει να έχει υποχωρήσει είναι η αυτόνομη, κριτική λειτουργία της διανόησης απέναντι στην εξουσία.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχουν μορφωμένοι άνθρωποι, αλλά πόσοι από αυτούς είναι διατεθειμένοι να ελέγξουν την πολιτική, οικονομική και μιντιακή εξουσία χωρίς να υπολογίσουν το κόστος. Πόσοι μπορούν να αντιταχθούν στην κυβέρνηση, στο κόμμα, στον εκδότη, στο πανεπιστήμιο, στο ίδρυμα ή στο κοινωνικό ακροατήριο από το οποίο εξαρτώνται; Πόσοι υπερασπίζονται τις ίδιες αρχές όταν αυτές πλήττουν και τη δική τους παράταξη;

Η κρίση της ελληνικής διανόησης δεν είναι πρωτίστως κρίση ευφυΐας ή γνώσεων. Είναι κρίση ανεξαρτησίας, κοινωνικού θάρρους και δημόσιας ευθύνης.

Τι είναι, τελικά, διανόηση;

Διανοούμενος δεν είναι απλώς ο κάτοχος ενός πανεπιστημιακού τίτλου. Δεν είναι υποχρεωτικά ο καθηγητής, ο συγγραφέας ή ο καλλιτέχνης. Ούτε αρκεί η συχνή παρουσία σε τηλεοπτικά πάνελ, συνέδρια και εφημερίδες για να αποκτήσει κάποιος αυτή την ιδιότητα.

Διανοούμενος, με την ουσιαστική έννοια, είναι εκείνος που μετατρέπει την ειδική γνώση σε δημόσια συνείδηση. Είναι ο άνθρωπος που δεν περιορίζεται στην περιγραφή ενός γεγονότος, αλλά προσπαθεί να αποκαλύψει τις κοινωνικές, θεσμικές και πολιτικές αιτίες του. Που θέτει ερωτήματα τα οποία η εξουσία θα προτιμούσε να μη διατυπωθούν. Που δεν χαρίζει τη σκέψη του σε ένα κόμμα ή σε έναν μηχανισμό και δεν προσαρμόζει κάθε φορά τις αρχές του στις ανάγκες της πολιτικής συγκυρίας.

Κυρίως, όμως, ο διανοούμενος πρέπει να διακινδυνεύει κάτι. Την πρόσβαση, τη δημοσιότητα, την εύνοια, μια θέση, μια επιχορήγηση, μια συμμετοχή σε επιτροπή, ενδεχομένως και την αποδοχή του ίδιου του ιδεολογικού του χώρου. Αν ο δημόσιος λόγος δεν συνεπάγεται ποτέ κανένα κόστος για εκείνον που τον εκφέρει, τότε είναι πιθανότερο να έχουμε μπροστά μας έναν επαγγελματία της γνώμης και όχι έναν ανεξάρτητο διανοούμενο.

Η διανόηση, ασφαλώς, δεν είναι υποχρεωμένη να βρίσκεται πάντοτε απέναντι στο κράτος. Μπορεί να συμφωνήσει με μια κυβερνητική πολιτική, να συμμετάσχει σε έναν δημόσιο θεσμό ή να προσφέρει την τεχνογνωσία της. Η κρίσιμη διαφορά βρίσκεται αλλού: συνεργάζεται χωρίς να παραιτείται από το δικαίωμα της δημόσιας διαφωνίας ή μετατρέπεται σε διανοητικό άλλοθι της εξουσίας;

Γενιά του 30

Από τον δημόσιο διανοούμενο στον ειδικό της νομιμοποίησης

Σε άλλες περιόδους της ελληνικής ιστορίας οι άνθρωποι των γραμμάτων δεν ήταν αναγκαστικά ανεξάρτητοι από τα κόμματα και τις ιδεολογίες. Το αντίθετο: αρκετοί υπήρξαν βαθιά στρατευμένοι. Η στράτευση, όμως, δεν σήμαινε πάντοτε υποταγή στην κρατική εξουσία.

Από τη γενιά του ’30 και τη μεταπολεμική περίοδο έως τη δικτατορία και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, σημαντικοί συγγραφείς, ποιητές, πανεπιστημιακοί και καλλιτέχνες παρενέβαιναν σε μεγάλα ζητήματα: στη γλώσσα, στη δημοκρατία, στην εξορία και τις διώξεις, στην εθνική ταυτότητα, στην κοινωνική ανισότητα, στην εξάρτηση της χώρας, στα δικαιώματα. Άλλοι από την Αριστερά, άλλοι από το Κέντρο ή τη φιλελεύθερη παράδοση, διαφωνούσαν συχνά ριζικά μεταξύ τους. Είχαν, όμως, την αξίωση να ερμηνεύσουν συνολικά την κοινωνία και όχι απλώς να σχολιάσουν την επικαιρότητα.

Σήμερα η μορφή αυτή έχει υποχωρήσει. Τη θέση της καταλαμβάνει συχνά ο ειδικός, ο τεχνοκράτης, ο σύμβουλος, ο επικοινωνιακός αναλυτής ή ο προβλέψιμος σχολιαστής ενός ιδεολογικού στρατοπέδου. Η δημόσια παρέμβαση γίνεται αποσπασματική, βιαστική και προσαρμοσμένη στις ανάγκες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το ζητούμενο δεν είναι πάντοτε η κατανόηση αλλά η άμεση κατάταξη: υπέρ ή κατά, δικός μας ή αντίπαλος, εκσυγχρονιστής ή λαϊκιστής, προοδευτικός ή αντιδραστικός.

Η σκέψη χάνει έτσι την αυτονομία της και μετατρέπεται σε υπηρεσία πολιτικής πιστοποίησης.

Γιατί η ελληνική διανόηση προσκολλήθηκε στο κράτος;

Η εξάρτηση αυτή έχει βαθιές ιστορικές και υλικές αιτίες.

Το ελληνικό κράτος υπήρξε επί μακρόν ο σημαντικότερος εργοδότης, χρηματοδότης και μηχανισμός κοινωνικής ανόδου για τους ανθρώπους της γνώσης και του πολιτισμού. Πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, πολιτιστικοί οργανισμοί, κρατικά μέσα ενημέρωσης, επιτροπές, βραβεία, επιχορηγήσεις και διορισμοί συγκρότησαν ένα σύστημα μέσα στο οποίο η εγγύτητα προς την εξουσία μπορούσε να αποδειχθεί πολύτιμη.

Παράλληλα, η μικρή ελληνική αγορά βιβλίου, Τύπου και πολιτισμού δύσκολα εξασφαλίζει οικονομική αυτονομία. Ένας συγγραφέας, ένας ερευνητής ή ένας καλλιτέχνης συχνά εξαρτάται από κρατικά προγράμματα, πανεπιστημιακούς μηχανισμούς, μέσα ενημέρωσης ή μεγάλα ιδρύματα. Η εξάρτηση αυτή δεν οδηγεί αναγκαστικά σε άμεση λογοκρισία. Παράγει κάτι πιο λεπτό και αποτελεσματικό: την εσωτερίκευση των ορίων.

Ο άνθρωπος του πνεύματος μαθαίνει ποια κριτική επιτρέπεται, ποια θεωρείται υπερβολική, ποια θα του κλείσει πόρτες και ποια θα του εξασφαλίσει προσκλήσεις, συνεντεύξεις και συμμετοχή σε θεσμούς. Δεν χρειάζεται να δεχθεί μια ρητή εντολή. Αρχίζει μόνος του να αποφεύγει τα ερωτήματα που μπορούν να του κοστίσουν.

Σε αυτό προστίθεται η κομματική παράδοση της Μεταπολίτευσης. Τα κόμματα δεν επιχείρησαν μόνο να εκπροσωπήσουν κοινωνικές δυνάμεις. Συγκρότησαν και δικά τους δίκτυα πανεπιστημιακών, καλλιτεχνών, δημοσιογράφων και δημόσιων προσωπικοτήτων. Ο διανοούμενος απέκτησε συχνά ρόλο συμβούλου, υποψηφίου, βουλευτή, ευρωβουλευτή ή διοικητή δημόσιου οργανισμού. Η σχέση με την πολιτική έπαψε να είναι αποκλειστικά σχέση κριτικής και έγινε προσδοκία συμμετοχής στη διαχείριση.

Δεν είναι κακό να συμμετέχουν οι άνθρωποι της γνώσης στη δημόσια διοίκηση. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η προοπτική της συμμετοχής εξαγοράζει εκ των προτέρων τη σιωπή τους.

Είναι αυτοί οι οργανικοί διανοούμενοι του Γκράμσι;

Η έννοια του «οργανικού διανοουμένου» χρησιμοποιείται συχνά λανθασμένα ως συνώνυμο του κομματικού ή κρατικού απολογητή. Ο Αντόνιο Γκράμσι εννοούσε κάτι πιο σύνθετο.

Για τον Γκράμσι, κάθε κοινωνική τάξη που διεκδικεί ηγεμονία δημιουργεί ανθρώπους οι οποίοι οργανώνουν την εμπειρία της, διατυπώνουν τα συμφέροντά της και της προσφέρουν μια αντίληψη για τον κόσμο. Οι οργανικοί διανοούμενοι δεν είναι απλώς θεωρητικοί. Λειτουργούν ως οργανωτές, παιδαγωγοί και φορείς μιας συλλογικής συνείδησης. Αντίθετα, οι λεγόμενοι «παραδοσιακοί διανοούμενοι» θεωρούν ότι βρίσκονται υπεράνω των κοινωνικών συγκρούσεων, ενώ στην πραγματικότητα και αυτοί συνδέονται με συγκεκριμένες ιστορικές σχέσεις εξουσίας.

Ένας πανεπιστημιακός ή δημοσιολόγος που νομιμοποιεί συστηματικά τις επιλογές της κυρίαρχης πολιτικής και οικονομικής συμμαχίας μπορεί πράγματι να επιτελεί λειτουργία οργανικού διανοουμένου της. Δεν γίνεται όμως τέτοιος μόνο επειδή διορίστηκε σε μια κρατική επιτροπή. Μπορεί να είναι απλώς κρατικός εμπειρογνώμονας, κομματικός απολογητής ή επαγγελματίας της επιρροής.

Άλλωστε, ο όρος «οργανικός διανοούμενος» δεν αποτελεί ηθικό έπαινο. Οι οργανικοί διανοούμενοι μπορούν να συμβάλουν τόσο στην κοινωνική χειραφέτηση όσο και στη διατήρηση της κυριαρχίας. Το καθοριστικό ερώτημα είναι ποια κοινωνική δύναμη οργανώνουν, ποια συμφέροντα καθιστούν αυτονόητα και ποια μορφή ηγεμονίας υπηρετούν.

Η Καρυστιανού και τα αντανακλαστικά του δημόσιου συστήματος

Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού είναι χαρακτηριστική, όχι επειδή κάθε κριτική προς το πρόσωπό της είναι αθέμιτη, αλλά επειδή αποκαλύπτει τις προτεραιότητες και τα αντανακλαστικά ενός τμήματος του δημόσιου λόγου.

Η Καρυστιανού απέκτησε δημόσια παρουσία μέσα από την τραγωδία των Τεμπών και τον αγώνα των συγγενών για αλήθεια, λογοδοσία και δικαιοσύνη. Όταν, όμως, προχώρησε στη δημιουργία πολιτικού φορέα με επίκεντρο το κράτος δικαίου, η αντιμετώπισή της άλλαξε απότομα. Το ηθικό πρόσωπο του αγώνα άρχισε να περιγράφεται ως φορέας λαϊκισμού, ανορθολογισμού, αντιδυτικισμού ή πολιτικής εκμετάλλευσης του πένθους.

Η Λιάνα Κανέλλη χαρακτήρισε το εγχείρημα «λαϊκισμό της ακροδεξιάς» και υποστήριξε ότι δεν μπορεί κάποιος να «κεφαλαιοποιήσει» το συλλογικό πένθος.

Ο Μιχάλης Μητσός, στα Νέα, μίλησε για «νέο λαϊκισμό» και για «ιδεολογική και προγραμματική γύμνια».

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, στην Καθημερινή, συνέδεσε την πολιτική κατεύθυνση της Καρυστιανού με τον φιλορωσισμό και τον αντιδυτικισμό. Άλλες παρεμβάσεις εστίασαν στις θέσεις ορισμένων συνεργατών της, στον προσωπικό αριθμό, στα εμβόλια, στη σχέση με τη Ρωσία ή στις εσωτερικές αντιφάσεις του νέου φορέα.

Μέρος αυτής της κριτικής είναι απολύτως θεμιτό. Από τη στιγμή που ένα πρόσωπο διεκδικεί πολιτική εξουσία, οφείλει να ελέγχεται αυστηρά για τις θέσεις, το πρόγραμμα, τους συνεργάτες και τις αντιφάσεις του. Το πένθος δεν μπορεί να αποτελεί ισόβια ασπίδα απέναντι στον πολιτικό έλεγχο. Ούτε το αίτημα για δικαιοσύνη αρκεί από μόνο του ως ολοκληρωμένο κυβερνητικό πρόγραμμα.

Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, είναι η εμφανής ασυμμετρία. Γιατί ορισμένοι δημόσιοι σχολιαστές επέδειξαν μεγαλύτερη ταχύτητα και οξύτητα στον έλεγχο ενός νεοεμφανιζόμενου πολιτικού φορέα από όση επέδειξαν στον διαρκή έλεγχο των κρατικών θεσμών για την πρόληψη, τη διερεύνηση και τη διαχείριση της τραγωδίας; Γιατί η πιθανότητα του «λαϊκισμού» κινητοποίησε ισχυρότερα αντανακλαστικά από την κρίση εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη και στους μηχανισμούς λογοδοσίας;

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό θέμα. Όχι στο αν η Καρυστιανού έχει πάντοτε δίκιο, αλλά στο ποιος υποβάλλεται στον αυστηρότερο έλεγχο: η εξουσία που έχει ήδη αποφασίσει και διαχειριστεί ή εκείνος που εμφανίζεται ως ατελής, ενδεχομένως προβληματικός, αμφισβητίας της;

Η κριτική διανόηση θα έπρεπε να μπορεί να κάνει και τα δύο: να ελέγχει αμείλικτα την κρατική εξουσία και ταυτόχρονα να μην εξιδανικεύει κανέναν νέο πολιτικό φορέα. Όταν κάνει μόνο το δεύτερο, η κριτική της κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό περιφρούρησης του υπάρχοντος συστήματος. Η σφοδρότητα και η μονομέρεια της κριτικής δημιουργούν το ερώτημα γιατί; Μήπως υπάρχει κάποια σύδεση της διανόησης με την σημερινή-και όχι μόνο- πολιτική εξουσία; Μήπως η ελληνική διανοηση κινητοποιήθηκε όταν πήρε το σήμα πως η Καρυστιανού είναι επικίνδυνη για την διαιώνιση του παρακμασμένου πολιτικού συστήματος;

Άλμπερτ Καμύ

Η ευρωπαϊκή και η αμερικανική εμπειρία

Το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες μεγάλο μέρος της δημόσιας διανόησης έχει ενσωματωθεί στα πανεπιστήμια, στα think tanks, στα ιδρύματα, στα κομματικά δίκτυα και στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης. Η όξυνση της πόλωσης μετατρέπει πολλούς διανοουμένους σε προβλέψιμους εκπροσώπους στρατοπέδων. Η θέση τους απέναντι σε ένα ζήτημα μπορεί συχνά να προβλεφθεί από την κομματική ή πολιτισμική τους ταυτότητα πριν ακόμη ακουστεί το επιχείρημά τους.

Στην Ευρώπη επιβιώνουν ισχυρότερες εκδοτικές παραδόσεις, περιοδικά ιδεών, δημόσια πανεπιστήμια και πολιτιστικοί θεσμοί. Ωστόσο και εκεί ενισχύεται μια διαφορετική μορφή εξάρτησης: η προσκόλληση σε ευρωπαϊκά προγράμματα, κρατικές χρηματοδοτήσεις, ιδρύματα, οργανώσεις και επαγγελματικά δίκτυα. Ο διανοούμενος μετατρέπεται σταδιακά σε διαχειριστή ερευνητικών έργων, παραγωγό τεχνοκρατικών εκθέσεων ή ειδικό μιας ολοένα στενότερης περιοχής.

Η ευρωπαϊκή διανόηση ασχολείται σήμερα με τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση, τη μετανάστευση, την κλιματική κρίση, τον πόλεμο, την τεχνητή νοημοσύνη, τις πολιτικές ταυτότητας και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο συχνά δυσκολεύεται να συνδέσει τα ζητήματα αυτά με τις υλικές ανασφάλειες των κοινωνιών: την εργασία, τη στέγαση, την ανισότητα, την αποβιομηχάνιση, την περιφερειακή εγκατάλειψη και τη συρρίκνωση της λαϊκής κυριαρχίας.

Έτσι δημιουργείται ένα χάσμα ανάμεσα στη γλώσσα των θεσμών και στην εμπειρία των πολιτών. Όσο το χάσμα μεγαλώνει, τόσο περισσότερο οι κοινωνίες στρέφονται σε αντισυστημικές φωνές, ακόμη και όταν αυτές προσφέρουν απλουστευτικές ή ανορθολογικές απαντήσεις.

Η ελληνική ιδιομορφία βρίσκεται στο ότι πάνω σε αυτή τη διεθνή κρίση προστίθενται ένα ιστορικά πελατειακό κράτος, μια περιορισμένη αγορά ιδεών και η στενή κυκλοφορία των ίδιων προσώπων ανάμεσα σε πανεπιστήμια, κόμματα, μέσα ενημέρωσης, ιδρύματα και κρατικούς θεσμούς.

Από τη διανόηση της κριτικής στη διανόηση της πρόσβασης

Το βασικό γνώρισμα της σημερινής κατάστασης δεν είναι ότι όλοι οι διανοούμενοι πληρώνονται άμεσα από την κυβέρνηση. Μια τέτοια κατηγορία θα ήταν άδικη και ατεκμηρίωτη. Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι η διαμόρφωση μιας κουλτούρας πρόσβασης.

Η επιτυχία μετριέται με τις προσκλήσεις, τις επιτροπές, τη συμμετοχή σε κλειστούς κύκλους, τις σχέσεις με υπουργούς, τις τηλεοπτικές εμφανίσεις και τη δυνατότητα παρέμβασης στα κέντρα αποφάσεων.

Ο διανοούμενος δεν επιδιώκει πλέον τόσο να στέκεται απέναντι στην εξουσία όσο να ακούγεται από αυτήν. Και για να συνεχίσει να ακούγεται, μαθαίνει να μιλά με τρόπο που δεν απειλεί τα θεμέλιά της.

Αυτή είναι η μετάβαση από τη διανόηση της κριτικής στη διανόηση της πρόσβασης.

Το αποτέλεσμα δεν είναι πάντοτε η σιωπή. Είναι συχνά ένας έντονος και υπερδραστήριος δημόσιος λόγος, ο οποίος όμως ασχολείται κυρίως με ασφαλή θέματα, συμβολικές αντιπαραθέσεις και την ηθική καταδίκη των κοινωνικών αντιδράσεων. Μπορεί να επιτίθεται αδιάκοπα στον «λαϊκισμό», χωρίς να εξετάζει τις συνθήκες που τον γεννούν. Να καταδικάζει την έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς, χωρίς να ελέγχει επαρκώς αν οι ίδιοι οι θεσμοί έχουν αποδειχθεί άξιοι εμπιστοσύνης.

Μια κοινωνία χωρίς κριτική διανόηση

Όταν ένας λαός στερείται μιας ισχυρής και ανεξάρτητης διανόησης, δεν μένει χωρίς ιδέες. Το κενό καταλαμβάνεται από την κυβερνητική επικοινωνία, την κομματική προπαγάνδα, τις θεωρίες συνωμοσίας, την τεχνοκρατική αυθεντία και τους δημαγωγούς των κοινωνικών δικτύων.

Ο πολίτης καλείται τότε να επιλέξει ανάμεσα στον επίσημο εφησυχασμό και στην ανεξέλεγκτη αντισυστημική οργή. Από τη μία ακούει ότι οι θεσμοί λειτουργούν και ότι κάθε βαθύτερη αμφισβήτηση είναι λαϊκισμός. Από την άλλη συναντά ανθρώπους που αποδίδουν τα πάντα σε σκοτεινά κέντρα και υπόσχονται κάθαρση χωρίς θεσμούς, πρόγραμμα ή δημοκρατικές εγγυήσεις.

Η κριτική διανόηση οφείλει να δημιουργεί έναν τρίτο χώρο: να ελέγχει την εξουσία χωρίς να εξιδανικεύει κάθε αντίπαλό της· να ακούει την κοινωνική αγανάκτηση χωρίς να την παραδίδει στον ανορθολογισμό· να υπερασπίζεται τους θεσμούς χωρίς να ταυτίζει τους θεσμούς με εκείνους που τους διαχειρίζονται.

Η απουσία αυτής της λειτουργίας οδηγεί σταδιακά σε μια κοινωνία καχυποψίας, κυνισμού και παραίτησης. Οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι η αλήθεια μπορεί να αναζητηθεί με κοινά κριτήρια. Κάθε γεγονός αποκτά κομματική εκδοχή, κάθε θεσμός θεωρείται εργαλείο κάποιου στρατοπέδου και κάθε δημόσια παρέμβαση αντιμετωπίζεται ως συγκαλυμμένη συναλλαγή.

Τότε η δημοκρατία διατηρεί ενδεχομένως τις διαδικασίες της, αλλά χάνει το πνευματικό της περιεχόμενο.

Αντόνιο Γκράμσι

Το αίτημα μιας νέας ανεξαρτησίας

Η ελληνική κοινωνία δεν χρειάζεται διανοουμένους που θα εμφανίζονται μονίμως ως εισαγγελείς των άλλων. Χρειάζεται ανθρώπους ικανούς να υποβάλλουν και τις δικές τους βεβαιότητες σε έλεγχο. Δεν χρειάζεται μια νέα κρατική ή αντικρατική ορθοδοξία. Χρειάζεται ανεξάρτητα κέντρα σκέψης, ισχυρά περιοδικά, ελεύθερα πανεπιστήμια, βιώσιμες εκδοτικές δομές και ανθρώπους που δεν εξαρτούν το μέλλον τους από την εύνοια ενός κόμματος, ενός επιχειρηματία ή ενός ιδρύματος.

Η πραγματική διανόηση δεν κρίνεται από το αν βρίσκεται πάντοτε εναντίον της εξουσίας. Κρίνεται από το αν μπορεί να βρεθεί εναντίον της όταν οι αρχές, τα γεγονότα και το δημόσιο συμφέρον το επιβάλλουν.

Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη κρίση του ελληνικού δημόσιου βίου: όχι ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι που σκέφτονται, αλλά ότι πολύ λίγοι μπορούν να σκέφτονται δημόσια χωρίς να περιμένουν κάτι από εκείνους τους οποίους θα όφειλαν να ελέγχουν.

spot_img

8 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Εξαιρετικό κείμενο!
    Πέρα από επιμέρους ενστάσεις…
    Συγχαρητήρια, Φίλε Παντελή!

  2. Το ότι δεν υπάρχουν διανοούμενοι μετά την λεγόμενη γενιά του 1930 ,και την γενιά του 1950 με τελευταίους τους αείμνηστους Χατζηδάκι ,Θεοδωράκη Σαββόπουλο ,Γιανναρά , Ράμφο – να ζει ο υπέργηρος κ .Θεοδόσης Τάσιος -,
    είναι γεγονός, αλλά και όλοι αυτοί ι συγκεκριμένοι ουδέποτε χαρίστηκαν στην εξουσία .
    Τους απαξίωσε επιδεικτικά και συνολικά το τριτοκοσμικό ΠΑΣΟΚ , που έμαθε τους Έλληνες με την Αυριανή του (το ανεπίσημο ΦΕΚ του)να τους απεχθάνονται (περίπτωση Χατζηδάκι και Θεοδωράκη) και να ”εκπολιτίζονται” στα ξενυχτάδικα και στα ΔΗΠΕΘΕ με αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες .
    Ποιος πανεπιστημιακός-πνευματικός εκείνη την ήλεγξε την εξουσία το 1985 για την εξαπάτηση του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, το συνταγματικό πραξικόπημα κατά την εκλογή του επόμενου Προέδρου , τα οικονομικά σκάνδαλα από το 1983-2004, την πτώχευση το 2010 ,το αχρείαστο δημοψήφισμα του 2015 και την επαίσχυντη Συμφωνία των Πρεσπών;;;.
    Όπως για όλα υπάρχει εξήγηση ,έτσι και γιαυτό υπάρχει .
    Όλοι αυτής της εποχής ι διανοούμενοι ταυτίσθηκαν ιδεολογικά και πολιτικά με την Αριστερά .
    Το διαβάζουμε στα βιογραφικά τους και στους επικήδειους.
    Ήταν ηρωϊσμός τότε να είσαι δεξιός- τουτέστιν Νεοδημοκράτης-.
    ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ και έχουμε την σιωπή των όποιων διανοουμένων , που ως τέτοιοι είναι και πρέπει να είναι ορθολογιστές;;;.
    Κρίνοντας ομοθυμαδόν ήπια ή αυστηρά την σημερινή κυβέρνηση της Δεξιάς , που ”ενθυλάκωσε” τα καλύτερα μυαλά της ανύπαρκτης μετά το 2010 Αριστεράς , τι προσφέρεις στην Πατρίδα και τους Έλληνες;;;.
    Τα νέα πρόσωπα – η εξαίφνης αναδυθείσα- κυρία Καρυστιανού και κύριος Σαμαράς ”δεν σου γεμίζουν το μάτι” ότι με τα αυστηρώς προσωποπαγή τους κόμματα ”θα σώσουν ”την Πατρίδα.
    ΤΕΛΟΣ όσοι εξεγείρονται -δικαίως ή αδίκως-εναντίον της σημερινής κυβέρνησης δεν αξίζουν της υποστηρίξεως ούτε από τους καθημερινούς ανθρώπους και όχι μόνο από τους διανοούμενους.
    ΠΟΙΟΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΣΕΜΝΟ ΚΑΙ ΗΠΙΟ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΣΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟ ΡΑΛΛΗ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ 1981 ΚΑΙ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΧΕΙΜΑΡΡΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΔΥΤΙΚΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΚΑΙ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟΝ ΜΕ ΤΟ ”ΤΣΟΒΟΛΑ ΔΩΣΤΑ ΟΛΑ”;;;
    Θεωρώ καλούς δημοσιογράφους -και διανοούμενους- του κ.κ. Μητσό και Θεοδωρόπουλο .
    Υ.Γ Η πραγματικότητα στον κόσμο και την Ελλάδα είναι αυτή .
    Δεν παύει να υπάρχει όταν επιλέγουμε να μη την κοιτάζουμε και έχει και ένα κακό .Αλλάζει σχεδόν κάθε μέρα ,με έντονη ψηφιακή επιρροή.
    Α…. και οι επαγγελματίες ”εντασιολόγοι” και μίζεροι για όλα να μη προτιμούν τα λαϊκς και να αντέχουν τον διάλογο .
    Μήπως να ”τα ξαναβρίσκαμε” όλοι στην ψαρού για να μη πάει μετά τις εκλογές στα κουτουρού;;;.

  3. Συγχαρητήρια για το εξαιρετικό κείμενο κ. Σαββίδη. Σωστά επισημαίνετε ότι “Κυρίως, όμως, ο διανοούμενος πρέπει να διακινδυνεύει κάτι. Την πρόσβαση, τη δημοσιότητα, την εύνοια, μια θέση, μια επιχορήγηση, μια συμμετοχή σε επιτροπή, ενδεχομένως και την αποδοχή του ίδιου του ιδεολογικού του χώρου. Αν ο δημόσιος λόγος δεν συνεπάγεται ποτέ κανένα κόστος για εκείνον που τον εκφέρει, τότε είναι πιθανότερο να έχουμε μπροστά μας έναν επαγγελματία της γνώμης και όχι έναν ανεξάρτητο διανοούμενο.”

    Αυτά δυστυχώς δεν συμβαίνουν μόνο σήμερα ή μόνο στην Ελλάδα. Είναι επίσης πρόβλημα ότι λιγοστεύουν οι πηγές/επιλογές απο όπου ένας πολίτης μπορεί να πληροφορηθεί και να επιμορφωθεί για ένα σοβαρό θέμα χωρίς οι επαγγελματίες της γνώμης να θολώνουν σκόπιμα τα νερά και να δημιουργούν βολικά επικοινωνιακά αφηγήματα που εξυπηρετούν κάποιους άδηλους σκοπούς βραχυπρόθεσμα.

    Ζούμε στην εποχή της “επιστημονικά τεκμηριομένης” οφθαλμαπάτης με –συλλογικά πια– μηδαμινές αξιώσεις: αυτά τα οποία καλούμε σημαντικά και ουσιώδη σήμερα να εξακολουθούν να είναι σημαντικά και ουσιώδη σε 1, 2,3 ή 5 χρόνια απο σήμερα. Σε μια γεωγραφικά και πληθυσμιακά μικρή χώρα όπως η Ελλάδα εύλογα θα περίμενε κανείς οι διανοούμενοί της να ομονοούν ως προς μια εθνική (υπερκομματική) πορεία προς ένα κοινά αποδεκτό μέλλον, και κατόπιν να αναλαμβάνουν έμπρακτα τα ανάλογα ρίσκα για να πείσουν, να εμπνεύσουν και να παρακινήσουν τους υπόλοιπους για την συλλογική κατάκτησή του.

    Αν αυτό όντως αδυνατεί να συμβεί, τότε ίσως η “μαγιά” που ανέφερε ο στρατηγός Μακρυγιάννης, σε πολύ δυσκολότερους καιρούς απο σήμερα, ως την κρυφή πηγή δύναμης της Ελλάδας και του ελληνισμού να έχει –ιστορικά και κοινωνικά– στερέψει.

  4. Οξυδερκέστατο, πράγματι εξαιρετικό το σχόλιό σας κύριε Σαββίδη. Η μανία εναντίον της Καρυστιανού σε μιά εποχή γενικού ξεχαρβαλώματος της χώρας, κάτι σημαίνει πράγματι. Δέν νομίζω όμως ότι η Ελλάδα όμως έχει σήμερα διανοούμενους μεγάλου βεληνεκούς. Ίσως ο τελευταίος αξιόλογος διανοούμενος ήταν ο Χρήστος Γιανναράς. Σημαντικότεροι αυτού βεβαίως οι Παναγιώτης Κονδύλης και Δημήτρης Λιαντίνης, άνθρωποι εξαιρετικής, σφαιρικής παιδείας και ανεξαρτησίας γνώμης που έζησαν περίπου τα ίδια χρόνια,( 55, πέθαναν και οι δύο το καλοκαίρι του 1998), και άφησαν πραγματικά ένα δυσαναπλήρωτο κενό στον πολιτισμό της χώρας, χωρίς ποτέ να συναντηθούν. Το γεγονός μάλιστα ότι ο Κονδύλης δέν αξιώθηκε έδρας σε πανεπιστήμιο της χώρας, (όταν μιά αίθουσα του περιφήμου πανεπιστημίου της Χαιλδεμβέργης έχει πάρει το όνομά του), λέει πολλά για τα κριτήρια αξιολογήσεως στο ελλαδέξ, (για να χρησιμοποιήσω μιά λέξη του Γιανναρά).

  5. Ἐπίκαιρα πολύ καὶ σημαντικὰ ἐρωτήματα καὶ ἐπισημάνσεις.
    Ἡ διανόηση χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἐρωτήματα καὶ ὄχι ἀπὸ ἀπαντήσεις. Ἐρωτήματα ποὺ στρέφουν πρῶτα πρὸς τὸν ἑαυτό τους οἱ διανοούμενοι, δηλαδὴ ἀναζητοῦν ἑρμηνεῖες βάσει ἐμπειριῶν τους, στηριγμένες καὶ σὲ διαχρονικὲς ἀναζητήσεις ἄλλων φιλοσόφων, μὲ γνώμονα τί ἀξίζει στὸν ἄνθρωπο.
    Παρακολουθοῦμε πολλὲς φορὲς τὴν πορεία τῆς σκέψης τους, μᾶς ἀφυπνίζουν, μᾶς δείχνουν τὰ κολλήματα τοῦ κατεστημένου, μᾶς ἐκπαιδεύουν στὴν διεύρυνση τῆς σκέψης πρὸς ἀνώτερα ἐπίπεδα, μᾶς ξεμπλοκάρουν ἀπὸ προπαγανδιστικὲς πρακτικές, μᾶς φωτίζουν τοὺς δρόμους. Πρέπει νὰ εἶναι φωτισμένοι ἄνθρωποι, αὐθεντικοὶ καὶ ὄχι προπαγανδιστὲς ἐξουσίας, αἰώνιοι ἀναζητητὲς τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ ὡραίου. Ἡ χώρα μας ἔχει εὐτυχήσει ἀπὸ τὰ πανάρχαια χρόνια σὲ μεγάλους ἀναζητητὲς τῆς ἀλήθειας, ἔχοντες ἦθος καὶ ποιοῦντες ἦθος. Αὐτὲς τὶς μέρες παρακολουθοῦμε σχόλια καὶ ἀναρτήσεις σχετικὲς μὲ τὸν Κωνσταντῖνο Τσουκαλᾶ, σύγχρονο διανοούμενο ποὺ ἀξίζει νὰ μᾶς μεταλαμπαδεύσουν τὴν σκέψη του οἱ μαθητές του, γιατί καί ὁ τρόπος του καὶ οἱ ἀναζητήσεις του μπορεῖ νὰ βοηθήσουν σ` αὐτὴν τὴν ἐποχὴ τὴν εὐεπίφορη σὲ κατευθυνόμενες γνῶμες ἐπιστημονικὰ μεθοδευμένες ἐπιρροῆς τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ὄχι ξυπνήματος τῆς συνείδησης πρὸς αὐθεντικὲς σκέψεις. Σ` αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ποὺ λείπει ἡ αὐθεντικότητα ἐνῶ πληθαὶνουν οἱ ἀνάγκες προβληματισμῶν. Σ` αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ποὺ ὑπάρχει πληθώρα ἕτοιμων ἀπαντήσεων, μὲ τὴν εὔκολη μέθοδο τοῦ ἄρα, ποὺ δὲν ἀντέχουν ὅμως σὲ σοβαρὴ διερεύνηση, εὔπεπτων λόγω τῆς ταχύτητας τῆς πληροφόρησης ἀλλὰ κενῶν οὐσιαστικοῦ καὶ ἀληθινοῦ νοήματος. Σὲ μία χώρα μὲ τόσο μακραίωνη καὶ σοβαρὴ ἱστορία οἱ ἀπαντήσεις δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι εὔκολες. Ὁ Σεφέρης τὸν Ἀπρίλη τοῦ ‘49 ἔγραφε : «πιστεύω πὼς ἡ Ἑλλάδα προσεγγίζει τὸ σημεῖο ἐκεῖνο τῆς ὡριμότητας ποὺ θὰ τῆς ἐπιτρέψει νὰ ἀντικρίσει, χωρὶς προκατάληψη καὶ μὲ τρόπο ἑνιαῖο, ὅλες τις τὶς παραδόσεις, ἀρχαῖα, μεσαιωνικὴ καὶ νέα». Τόσα χρόνια μετὰ ἔχουμε προσεγγίσει τὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς ὡριμότητας μὲ τὶς κατάλληλες ἐρωτήσεις καὶ ὄχι μὲ κατευθυνόμενες ἀπαντήσεις, μὲ οὐσιαστικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν συγκεκριμένο λαὸ καὶ τὴν πορεία αὐτῆς τῆς χώρας, μὲ τὴν ἀπαραίτητη γνώση καί συνευθύνη ὅλων καὶ μὲ γνώμονα τί ἀξίζει αὐτὸς ὁ λαός;

  6. Ο Καισλερ ελεγε οτι διανοουμενος ειναι αυτος που υπερασπιζεται την ελευθερη σκεψη. Τωρα το πνευμα ειναι η κοινωνικη καταξιωση.

  7. Αισθάνομαι την ανάγκη να επανέλθω μετά τις ”Εκθέσεις ιδεών” ,επειδή έχει ουσία το ερώτημα των Ανιχνεύσεων ”Γιατί η πιθανότητα του ”λαϊκισμού” κινητοποίησε περισσότερα αντανακλαστικά από την κρίση εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη και τους μηχανισμούς λογοδοσίας;”.
    Αμφιβάλλει κανείς ότι ”λαός και Κολωνάκι”-απλοί και διανοούμενοι-(φυσικά νοήμονες), ΖΟΥΜΕ από το 2009 με το ”λεφτά υπάρχουν” , το 2015 με το ”θα σχίσω τα Μνημόνια” και μετά το 2023 στις καθημερινές παραστάσεις στην Βουλή όλων των Αρχηγών της Αντιπολιτεύσεως ,( που θα αυξηθούν ενόψει εκλογών) ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ Η ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ λαϊκισμού;;;.
    Όσο για την έλλειψη εμπιστοσύνης προς την Δικαιοσύνη ,αυτή καθιερώθηκε ”σε πλατιά λαϊκά στρώματα” από την 10ετία του 1980 όταν η 17 Νοέμβρη ”ξάπλωνε συχνά-πυκνά” λειτουργούς της και από τότε -τη δίκη για το σκάνδαλο Κοσκωτά-, που κάθε μεσημέρι είχαμε στις τηλεοράσεις ”λαϊκό δικαστήριο ”.
    Στην Δημοκρατία λειτουργούν ΘΕΣΜΟΙ , τους οποίους εκπροσωπούν και εκφράζουν άνθρωποι σαν όλους μας ,εκλεγόμενοι από τις πλειοψηφίες των Οργάνων της Πολιτείας , που μπορεί -ως μη αλάθητοι-να κάνουν λάθη -πόθεν, ημείς οι απληροφόρητοι και κατά που θέλουμε ,κατά πλειοψηφία ,να επικρατήσει το δικό μας δίκιο , να καταφερόμαστε καθημερινώς κατά της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της;;;.
    ”Οι λάσπες” -παντού- υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν .
    Ή παίζεις ή απέχεις ,αλλά δεν βρίζεις και ούτε χειροκροτείς-ψηφίζεις όσους φέρνουν περισσότερες λάσπες ,γιατί οι λάσπες επισωρεύθηκαν 45 τόσα χρόνια .
    Τέλος για την έλλειψη λογοδοσίας από μια κυβέρνηση υπέρτατος κριτής είναι ο λαός στις ανά 4ετία γενικές εκλογές.
    Υ.Γ Είναι γεγονός πως σιωπά ο ελληνικός λαός και κυρίως οι γυναίκες -ίσως φταίνε και τα έξυπνα κινητά-αλλά ως βασική αιτία της απέραντης σιωπής θεωρώ την έλλειψη εμπιστοσύνης προς όλα τα κόμματα της Αντιπολιτεύσεως-κυρίως αυτά που κυβέρνησαν-που την κέρδισαν ”με σταγόνες νερού” από το 1981 ,αλλά την έχασαν” με τον κουβά” το 2009 και το 2015.
    ΤΗΝ ΛΥΣΗ ΣΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΚΡΙΣΗ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑΜΕ ΜΕΤΆ ΤΟ 2010 -αγαπητοί μου-ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΔΩΣΟΥΝ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ που ζουν από την εποχή του ΕΑΜ με το ”φάντασμα ” της ”Λαϊκής Δημοκρατίας (τι σημαίνει ΕΛ.Α.Σ), ή το ΠΑΣΟΚ ”και οι άλλοι” που επείγονται να συμπράξουν ”για να φύγει ο Μητσοτάκης”;;;.
    Καλή συνέχεια-σας ευχαριστούμε αγαπητές Ανιχνεύσεις-.
    Σταύρος Αθαν.Ναλμπάντης

  8. Ένα σύγχρονο παράδειγμα ελλήνων διανοητών εκτός πρυτανείου εξουσίας:
    Δημήτρης Κουτσογιάννης
    Κλιματική αλλαγή:
    «Στην επιστήμη το ζητούμενο είναι η αλήθεια όχι το χρήμα»
    https://www.youtube.com/watch?v=ubr751fUzx0
    Διονύσης Δρόσος:
    «Η τάξη του Επστάϊν» κίνδυνος για την ανθρωπότητα
    https://youtu.be/Hmc9DBmsgm8?si=CEbxJYRLMD_fzpaT

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα