ΠΑΣΟΚ από τη μεταπολίτευση έως σήμερα
του Παντελή Σαββίδη
Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι, ιστορικά, «το ίδιο κόμμα που απλώς μίκρυνε». Η πιο ακριβής ανάγνωση είναι ότι πέρασε από τρεις μεγάλες μορφές: πρώτον, ένα ριζοσπαστικό μεταπολιτευτικό κίνημα εθνικής-λαϊκής χειραφέτησης· δεύτερον, ένα μαζικό κυβερνητικό κόμμα που ενσωμάτωσε κοινωνικά στρώματα και ταυτόχρονα παρήγαγε φαινόμενα κομματικού κράτους· τρίτον, ένα μεταμνημονιακό κεντροαριστερό κόμμα «ευθύνης», με σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό αλλά χωρίς την παλιά οργανική κοινωνική του γείωση. Η ιδρυτική ταυτότητα του 1974 συμπυκνωνόταν στο τρίπτυχο «Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία, Κοινωνική Απελευθέρωση», ενώ η σημερινή επίσημη αυτοπεριγραφή δίνει έμφαση σε κοινωνική δικαιοσύνη, κράτος δικαίου, ισχυρό κοινωνικό κράτος, δίκαιη πράσινη μετάβαση και ανθρώπο-κεντρική ψηφιακή μετάβαση.
Οι κυρίαρχες εσωτερικές τάσεις του ΠΑΣΟΚ δεν ήταν πάντοτε θεσμοποιημένες φράξιες· συχνότερα ήταν στρατηγικές λογικές που εναλλάσσονταν ή συγκρούονταν:
η κινηματική-πατριωτική ριζοσπαστικότητα της ίδρυσης, η κρατικοδιοικητική/συνδικαλιστική λογική της μακράς κυβερνησιμότητας, ο «εκσυγχρονιστικός» ευρωπαϊσμός της περιόδου Σημίτη και, μετά το 2010, η γραμμή «ευθύνης» και παραμονής στον ευρωπαϊκό πυρήνα.
Ακόμη και σε σύγχρονη εσωτερική κομματική ρητορική, επιβιώνει η μνήμη της πρώτης σύγκρουσης ανάμεσα στους «παλαιοκομματικούς» συνεχιστές του προδικτατορικού Κέντρου και στη ριζοσπαστική-μαζική πτέρυγα που ήθελε νέο κίνημα και όχι απλή αναβίωση της Ένωσης Κέντρου.

Η εποχή Σημίτη δεν ήταν απλώς μια αλλαγή προσώπου· ήταν αλλαγή παραδείγματος. Το ΠΑΣΟΚ μετακινήθηκε από την κινηματική γλώσσα της εθνικής-λαϊκής χειραφέτησης προς μια ευρωπαϊκή, τεχνοκρατική και μεταρρυθμιστική σοσιαλδημοκρατία: σύγκλιση με την ΟΝΕ, κρατικός εκσυγχρονισμός, θεσμοί και υποδομές, λιγότερη χαρισματική ηγεσία και περισσότερη διακυβέρνηση μέσω επιτελείου και ειδικών. Αυτό συνέβη επειδή η Ελλάδα είχε ήδη ενταχθεί βαθύτερα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, επειδή η κρίση της δεκαετίας του 1980 είχε αναδείξει τα όρια του προηγούμενου μοντέλου και επειδή το ίδιο το κοινωνικό μπλοκ του ΠΑΣΟΚ είχε σε σημαντικό βαθμό αστικοποιηθεί και μεσοστρωματοποιηθεί.
Οι ηγεσίες του Γιώργου Παπανδρέου και του Ευάγγελου Βενιζέλου λειτούργησαν σε συνθήκες κατάρρευσης του παλιού δικομματισμού. Ο Γιώργος Παπανδρέου άνοιξε νωρίς το κόμμα με μαζική εκλογή αρχηγού από πάνω από 1.000.000 πολίτες, αλλά ως πρωθυπουργός ταυτίστηκε αναγκαστικά με το πρώτο Μνημόνιο και με την αρχή της δημοσιονομικής επιτήρησης. Ο Βενιζέλος ανέλαβε το κόμμα μέσα στη δίνη του 2012 και ταύτισε ακόμη περισσότερο το ΠΑΣΟΚ με τη γραμμή «πάση θυσία στο ευρώ», τις κυβερνήσεις συνεργασίας και το PSI/δεύτερο πρόγραμμα. Ως προς το κράτος και τη διεθνή θέση της χώρας, αυτή η γραμμή είχε λογική σταθεροποίησης· ως προς την κομματική επιβίωση, ήταν καταστροφική:
από το 43,92% του 2009 το ΠΑΣΟΚ έπεσε στο 13,18% τον Μάιο του 2012, στο 12,28% τον Ιούνιο του 2012 και στο 4,68% τον Ιανουάριο του 2015.
Σήμερα το ΠΑΣΟΚ εκπροσωπεί πρωτίστως έναν σχετικά συνεκτικό, θεσμικό, κεντροαριστερό φιλοευρωπαϊκό χώρο. Η έρευνα του Eteron δείχνει ότι το δυνητικό εκλογικό του σώμα αυτοπροσδιορίζεται πρωτίστως ως σοσιαλδημοκρατικό σε ποσοστό 61,7%, αποτιμά θετικά την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας σε ποσοστό 85%, αλλά ταυτόχρονα σε πλειοψηφία θεωρεί ότι ο παραδοσιακός άξονας Αριστερά-Δεξιά δεν ανταποκρίνεται πλέον στη σημερινή εποχή. Το ΠΑΣΟΚ αναδεικνύεται επίσης ως η δημοφιλέστερη «δεύτερη επιλογή» για ψηφοφόρους τόσο της ΝΔ όσο και του ΣΥΡΙΖΑ· αυτό είναι δύναμη, αλλά και αδυναμία: λειτουργεί ως κόμμα-γέφυρα, όχι ακόμη ως αυτονόητος πρώτος πόλος.
Η δημοσκοπική του στασιμότητα δεν οφείλεται σε έλλειψη ιδεολογικού χώρου. Αντίθετα, στην ίδια έρευνα το 20,9% του συνολικού εκλογικού σώματος δηλώνει ότι η σοσιαλδημοκρατία το εκφράζει περισσότερο, άρα η κοινωνική «δεξαμενή» είναι μεγαλύτερη από τα σημερινά ποσοστά του κόμματος.
Το πρόβλημα είναι τριπλό: βαριά ιστορική μνήμη των μνημονίων, γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης προς τα κόμματα και αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να μετατρέψει τη θεσμική αξιοπιστία σε συναισθηματική και κοινωνική ηγεμονία. Τα πολυεταιρικά γκάλοπ του 2025-2026 το τοποθετούν συνήθως περίπου στο 13%-16%, με πρόσκαιρες ανόδους αλλά χωρίς σταθερή δυναμική εξουσίας.
Αν το ΠΑΣΟΚ θέλει πολιτικό μέλλον, δεν αρκεί ούτε η νοσταλγία του 1981 ούτε η αφηρημένη επίκληση του «υπεύθυνου κέντρου». Χρειάζεται ένα νέο, υλικό κοινωνικό συμβόλαιο για μισθούς, κατοικία, ΕΣΥ, φροντίδα, περιφερειακή ανισότητα και δημοκρατική λογοδοσία, καθώς και οργανωτική αυτοδέσμευση απέναντι στα ιστορικά του τραύματα: διαφάνεια χρηματοδότησης, ουσιαστική άνοδος νέων και κοινωνικά επισφαλών στελεχών, σταθερή παρουσία σε χώρους εργασίας και γειτονιές, όχι μόνο στα media. Το ίδιο το σημερινό site του κόμματος δείχνει ότι υφίσταται προγραμματικό υπόστρωμα σε Υγεία, ψηφιακή πολιτική και στέγαση· αυτό όμως πρέπει να μετατραπεί σε ευανάγνωστο σχέδιο κοινωνικής εκπροσώπησης.
Μεθοδολογία και υποθέσεις
Η παρούσα σύνθεση στηρίζεται πρωτίστως σε επίσημες πηγές του ίδιου του ΠΑΣΟΚ, ιδίως στην ιστορική του σελίδα, στις σημερινές αξίες και στη διακήρυξή του, δηλαδή στις πηγές που δείχνουν πώς το κόμμα αυτοπεριγράφεται ιδρυτικά και σήμερα. Δεύτερο στρώμα πηγών είναι μεγάλες ερευνητικές εργασίες για το εκλογικό σώμα, κυρίως η «Ακτινογραφία των Ψηφοφόρων» του Eteron/aboutpeople, η οποία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τη σημερινή κοινωνιολογία του ΠΑΣΟΚ. Για τη μνημονιακή περίοδο χρησιμοποιώ συνόψεις των επίσημων προγραμμάτων προσαρμογής και για τις πιο πρόσφατες τάσεις αντλώ από πολυεταιρικά συγκεντρωτικά δεδομένα δημοσκοπήσεων, όχι από έναν μόνο οίκο, επειδή οι τρόποι χειρισμού των αναποφάσιστων διαφέρουν.
Ως συμπληρωματική, μη δεσμευτική εσωτερική μαρτυρία χρησιμοποιώ και το κείμενο «ΟΜΙΛΙΑ ΜΟΥ (Παντελής Σαββίδης) ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΟΚ 19.09.24», μόνο για να φωτίσω πώς ένα τμήμα της σημερινής κομματικής μνήμης αφηγείται την προέλευση, τα κοινωνικά στηρίγματα και τις εσωτερικές αντιθέσεις του ΠΑΣΟΚ. Δεν το αντιμετωπίζω ως ισοδύναμο με ιδρυτικό κείμενο ή με ακαδημαϊκή μελέτη.

Χρησιμοποιώ τον όρο «εσωτερικές τάσεις» με αναλυτική και όχι στενά οργανωτική έννοια. Δηλαδή, σε πολλές περιπτώσεις δεν πρόκειται για καταστατικά κατοχυρωμένες φράξιες, αλλά για διακριτές στρατηγικές λογικές, ηγετικά περιβάλλοντα και ιδεολογικές ευαισθησίες που συγκρούστηκαν σε κρίσιμες καμπές: ίδρυση, 1985-1987, διαδοχή του 1996, εσωκομματικές του 2007, μνημονιακή δεκαετία. Αυτή η υπόθεση είναι αναγκαία, γιατί η ιστορία του ΠΑΣΟΚ είναι περισσότερο ιστορία «ρευμάτων μέσα σε προεδρικό κόμμα» παρά ιστορία τυπικά οριοθετημένων τάσεων.
Σημειώνω επίσης μία πηγαία ασυνέπεια: η επίσημη ιστοσελίδα του ΠΑΣΟΚ δίνει σωστά για το 1985 τις 161 έδρες, αλλά εμφανίζει ως ποσοστό το 48,07%, δηλαδή το ποσοστό του 1981. Επειδή η ιστορική βιβλιογραφία και τα εκλογικά δεδομένα καταγράφουν 45,82%, δεν επαναλαμβάνω το κομματικό ποσοστό του 1985 όπου δεν είναι απαραίτητο. Αυτό δεν αλλάζει τη συνολική ανάλυση, αλλά είναι σημαντικό να καταγραφεί ως ζήτημα τεκμηρίωσης.
Για το ερώτημα αν τα κοινωνικά στρώματα που εκπροσώπησε το ΠΑΣΟΚ «αστικοποιήθηκαν», η ασφαλέστερη διατύπωση είναι η εξής: ναι, κατά βάση, αλλά αυτό είναι εν μέρει συμπέρασμα-σύνθεση και όχι αποτέλεσμα ενός ενιαίου, συνεχούς longitudinal panel μόνο για ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ από το 1974 έως σήμερα. Το τεκμηριώνω συνδυάζοντας τη μετατόπιση του κόμματος από τα αγροτικά/περιφερειακά και μη προνομιούχα στρώματα προς ένα περισσότερο αστικό-μεσοστρωματικό και προευρωπαϊκό προφίλ, μαζί με τις γενικότερες δημογραφικές και χωρικές μεταβολές της ελληνικής κοινωνίας.
Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν ως κορμός

Ιστορική διαδρομή και κομματική ταυτότητα
Το ιδρυτικό ΠΑΣΟΚ ανήκε σε μια πολύ συγκεκριμένη ιστορική στιγμή: στη μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία, όταν μεγάλα κοινωνικά στρώματα ζητούσαν όχι μόνο εκλογική εναλλαγή αλλά και ανακατανομή συμβολικής και υλικής ισχύος. Η επίσημη ιστορική αφήγηση του κόμματος εξακολουθεί να συμπυκνώνει την αρχική του ταυτότητα στο τρίπτυχο «Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία, Κοινωνική Απελευθέρωση». Σε συμπληρωματική εσωτερική αφήγηση του χώρου, η γέννησή του συνδέεται με τρία ιστορικο-πολιτικά ρεύματα — την Εθνική Αντίσταση, τον Ανένδοτο και τη γενιά του Πολυτεχνείου — και με μια υπολανθάνουσα τέταρτη αρχή, τη «Δημοκρατική Διαδικασία».
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η ιδιαιτερότητα του ΠΑΣΟΚ: δεν ήταν απλώς η ελληνική εκδοχή ενός δυτικοευρωπαϊκού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Η ίδρυσή του είχε ισχυρό στοιχείο εθνικής κυριαρχίας, αντιεξάρτησης και λαϊκής πολιτικής κινητοποίησης. Δευτερογενείς ιστορικές συνθέσεις για το κόμμα υπενθυμίζουν ότι η αρχική του διακήρυξη συνδέθηκε με απόρριψη της ΕΟΚ ως καπιταλιστικής κατασκευής, αποχώρηση από το ΝΑΤΟ και κλείσιμο των αμερικανικών βάσεων — στοιχεία που δείχνουν πως η σοσιαλιστική του ρητορική ήταν εξαρχής πλεγμένη με μια έντονα πατριωτική και αντι-ηγεμονική γλώσσα.
Η σημερινή επίσημη διακήρυξη του κομματικού σχήματος ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ αποτυπώνει σχεδόν τον αντίστροφο πόλο: καλεί σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες, μεταρρυθμιστικό προοδευτικό κέντρο, ανανεωτική αριστερά και πολιτική οικολογία, καθώς και «πατριώτες που πιστεύουν στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας». Επιπλέον δηλώνει ρητά ότι είναι «δύναμη λαϊκή και όχι λαϊκιστική», μιλά για «προοδευτικό πατριωτισμό» και απορρίπτει εθνικισμούς, ενώ η σελίδα αξιών του κόμματος δίνει προτεραιότητα σε κοινωνική δικαιοσύνη, κράτος δικαίου, ισχυρό κοινωνικό κράτος, δίκαιη πράσινη μετάβαση και ανθρώπο-κεντρική ψηφιακή μετάβαση.
Αυτή η μετάβαση από την αντι-συστημική ριζοσπαστικότητα στον θεσμικό προοδευτικό ευρωπαϊσμό είναι το κεντρικό νήμα της ιστορίας του ΠΑΣΟΚ.
Το ακόλουθο χρονολόγιο συμπυκνώνει τις ιδρυτικές, εκλογικές και οργανωτικές καμπές που καθόρισαν αυτή τη μετάβαση. Τα ποσοστά και οι ημερομηνίες προέρχονται κατά βάση από την επίσημη ιστορική σελίδα του κόμματος, με συμπλήρωση των ευρωεκλογών του 2024.


Εσωτερικές τάσεις και η τομή του Σημίτη
Η πιο γόνιμη αναλυτική προσέγγιση βλέπει το ΠΑΣΟΚ ως ένα κόμμα όπου ηγεμονεύουν διαδοχικά διαφορετικές λογικές και όχι ως μηχανισμό στατικής ιδεολογικής συνέπειας. Η εσωτερική του ιστορία αρχίζει με μια συγκρουσιακή επιλογή: αν θα ήταν ο διάδοχος της Ένωσης Κέντρου ή ένα νέο μαζικό κίνημα με ρήξη προς τα προδικτατορικά σχήματα. Η δεύτερη εκδοχή επικράτησε. Αργότερα, στη φάση της εξουσίας, ισχυροποιήθηκε μια κρατικοδιοικητική και συνδικαλιστική λογική, που παρήγαγε πραγματική κοινωνική ένταξη αλλά και πελατειακά, κομματικοκρατικά και φραξιονιστικά αντανακλαστικά.

Η μεγάλη τομή επήλθε όταν η «εκσυγχρονιστική» τάση, ήδη διακριτή από τη σταθεροποιητική εμπειρία του 1985, απέκτησε πλήρη πολιτική ηγεμονία μετά το 1996. Η ανάδειξη του Σημίτη στην ηγεσία από το 4ο Συνέδριο δεν ήταν απλή διαδοχή· ήταν νίκη μιας διαφορετικής αντίληψης για την Ελλάδα, τον ρόλο του κράτους, τη σχέση με την Ευρώπη και τον ίδιο τον τύπο του κόμματος. Η λογική αυτή προσέκρουσε επανειλημμένα στους παραδοσιακούς μηχανισμούς και στην κρατικιστική κληρονομιά του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ.

Τι άλλαξε στην εποχή Σημίτη και γιατί
Στην εποχή Σημίτη άλλαξε πρώτα απ’ όλα η κεντρική ερώτηση του κόμματος.
Το ιδρυτικό και ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ ρωτούσε πώς η Ελλάδα θα σπάσει τις εξαρτήσεις και θα ενσωματώσει τους «μη προνομιούχους» με όρους λαϊκής κυριαρχίας.
Το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη ρωτούσε πώς η Ελλάδα θα γίνει «κανονικό» ευρωπαϊκό κράτος: με σύγκλιση, δημοσιονομική πειθαρχία, υποδομές, θεσμούς, ένταξη στην ΟΝΕ και μετάβαση από την κινηματική πολιτική στη διακυβέρνηση της αποτελεσματικότητας. Κατά τη διακυβέρνηση Σημίτη υπήρξαν και μέτρα κοινωνικής πολιτικής, αλλά το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε από τον συμβολικό ριζοσπαστισμό στον θεσμικό μεταρρυθμισμό.
Η στροφή αυτή εξηγείται από πέντε παράγοντες. Πρώτον, από τα όρια του μοντέλου της δεκαετίας του 1980, τα οποία είχαν ήδη αναδειχθεί με το σταθεροποιητικό επεισόδιο του 1985. Δεύτερον, από την ευρωπαϊκή δυναμική της δεκαετίας του 1990, ιδίως τη λογική της ΟΝΕ και της ενιαίας αγοράς. Τρίτον, από τη διαδοχή μετά τον Ανδρέα, που υποχρέωσε το κόμμα να επιλέξει ανάμεσα σε συνέχεια χαρισματικής κληρονομιάς και σε τεχνοκρατική ανασυγκρότηση. Τέταρτον, από τη μεταβολή της ίδιας της κοινωνικής του βάσης, που γινόταν περισσότερο αστική, μισθωτή και μεσοστρωματική. Πέμπτον, από την κόπωση μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας από την ένταση, την πολωτική ρητορική και τα σκάνδαλα της προηγούμενης περιόδου.
Η συζήτηση για το αν ο Σημίτης «πρόδωσε» ή «ωρίμασε» το ΠΑΣΟΚ είναι πολιτικά κατανοητή. Το ακριβέστερο είναι ότι το μετέφερε από μια μορφή σοσιαλισμού με ισχυρό εθνικο-λαϊκό φορτίο σε μια μορφή ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας η οποία ήταν συμβατή με την ΟΝΕ και με την αστικοποίηση του εκλογικού του σώματος.
Έτσι εξηγείται γιατί το σημερινό ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ είναι πολύ πιο κοντά στη γλώσσα του «προοδευτικού πατριωτισμού», της ΕΕ, του κράτους δικαίου και της πράσινης/ψηφιακής μετάβασης παρά στη ρητορική της 3ης Σεπτέμβρη.

Οι ηγεσίες του Γιώργου Παπανδρέου και του Ευάγγελου Βενιζέλου
Η ηγεσία του Γιώργου Παπανδρέου ξεκινά με οργανωτική καινοτομία: το 2004 γίνεται πρόεδρος μέσα από ανοιχτή μαζική διαδικασία στην οποία συμμετέχουν πάνω από 1.000.000 πολίτες. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί δείχνει ότι πριν από την κρίση το ΠΑΣΟΚ αναζητούσε έναν νέο τύπο νομιμοποίησης, πιο ανοικτό, λιγότερο εσωκομματικά ελεγχόμενο, περισσότερο πλειοψηφικό και «κίνημα-προς-την-κοινωνία». Ωστόσο, η οργανωτική ανανέωση δεν συνοδεύτηκε από ισοδύναμη ιδεολογική επανίδρυση. Το κόμμα ηττήθηκε το 2004 και το 2007, πέρασε έντονη εσωκομματική αμφισβήτηση το 2007 με αντίπαλο τον Ευάγγελο Βενιζέλο, και μόνον το 2009 επανήλθε στην εξουσία με 43,92%.

Ως κυβέρνηση, όμως, ο Γιώργος Παπανδρέου βρέθηκε αντιμέτωπος με την ελληνική κρίση χρέους. Το πρώτο πρόγραμμα προσαρμογής συμφωνήθηκε τον Μάιο του 2010 και άνοιξε τον κύκλο της λιτότητας, της επιτήρησης και της βαθιάς κοινωνικής απονομιμοποίησης του κόμματος. Η προσπάθεια διαχείρισης της κρίσης με όρους συναινετικού ευρωπαϊσμού και θεσμικής διαπραγμάτευσης δεν απέτρεψε την πολιτική έκρηξη, και το 2011 ο Παπανδρέου παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία ενώ το ΠΑΣΟΚ στήριξε την κυβέρνηση Παπαδήμου. Το καθοριστικό αποτύπωμα της δικής του ηγεσίας είναι διπλό: αφενός η πιο ανοιχτή οργανωτική στιγμή της μετα-2000 ιστορίας του ΠΑΣΟΚ, αφετέρου η οριστική ταύτιση του κόμματος με το πρώτο Μνημόνιο.
Η ηγεσία Βενιζέλου είναι καθαρό προϊόν της μνημονιακής συμπίεσης. Εκλέγεται πρόεδρος τον Μάρτιο του 2012 σε ανοιχτή διαδικασία με 236.151 συμμετέχοντες, αλλά παραλαμβάνει ήδη ένα κόμμα υπό κατάρρευση. Με τον Βενιζέλο, το ΠΑΣΟΚ γίνεται το κατεξοχήν κόμμα «κρατικής ευθύνης»: συμμετοχή σε κυβερνήσεις συνεργασίας, αποδοχή της αναγκαιότητας του δεύτερου προγράμματος, υπεράσπιση της ευρωπαϊκής παραμονής και του PSI ως λύσης σταθεροποίησης. Η στρατηγική αυτή είχε μια σαφή λογική: διατήρηση της χώρας στον ευρωπαϊκό πυρήνα σε συνθήκες κινδύνου άτακτης ρήξης.
Όμως κοινωνικά και εκλογικά παγίωσε την εικόνα του ΠΑΣΟΚ ως φορέα της λιτότητας και όχι ως φορέα της κοινωνικής προστασίας.
Το PSI και το δεύτερο πρόγραμμα του 2012 υπήρξαν, από τη σκοπιά της κρατικής οικονομίας, στιγμές αναδιάρθρωσης και αναχρηματοδότησης της κρίσης· από τη σκοπιά όμως της κομματικής κοινωνιολογίας, λειτούργησαν ως οριστικός διαχωρισμός του ΠΑΣΟΚ από μεγάλο μέρος του παλιού του λαϊκού και μεσοστρωματικού ακροατηρίου. Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη τομή ανάμεσα στη σημιτική περίοδο και στη μετα-2009 κατάρρευση. Ο Κώστας Σημίτης πράγματι μετακίνησε το ΠΑΣΟΚ: το απομάκρυνε από την κλασική παπανδρεϊκή του φυσιογνωμία, το συνέδεσε με τον εκσυγχρονισμό, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τα μεσαία στρώματα, τις νέες επαγγελματικές κατηγορίες και ένα πιο τεχνοκρατικό πρότυπο διακυβέρνησης. Ωστόσο, παρά τις αντιφάσεις αυτής της μετακίνησης, κατόρθωσε να διατηρήσει υψηλά τα εκλογικά ποσοστά του κόμματος, ακριβώς επειδή συγκρότησε ένα νέο κοινωνικό μπλοκ. Το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν πλέον μόνο το κόμμα της μεταπολιτευτικής λαϊκής ένταξης· ήταν και το κόμμα της ευρωπαϊκής ανόδου, της κατανάλωσης, της κοινωνικής κινητικότητας, των μεγάλων έργων, της πρόσβασης στο κράτος και της προσδοκίας ότι η Ελλάδα μπορεί να ανήκει στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης.
Αυτή ακριβώς η κοινωνική συμμαχία κατακερματίστηκε επί Γιώργου Παπανδρέου, όταν το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε την πρωθυπουργία και διαχειρίστηκε την κρίση με τρόπο που ταύτισε το κόμμα με τη λιτότητα, την επιτήρηση και την απώλεια κοινωνικής κυριαρχίας.
Από τον Γιώργο Παπανδρέου και μετά, το ΠΑΣΟΚ δεν μπόρεσε πραγματικά να συνέλθει. Δεν μπόρεσε να ανασυνθέσει τις δυνάμεις του, ούτε να διαμορφώσει ένα νέο ιστορικό μπλοκ που να αντικαταστήσει εκείνο που διαλύθηκε μέσα στην κρίση. Το πρόβλημά του δεν είναι μόνο εκλογικό· είναι στρατηγικό, κοινωνικό και προγραμματικό. Δεν διαθέτει πειστικό αναπτυξιακό πρότυπο, αλλά παραμένει εγκλωβισμένο σε ένα διανεμητικό υπόδειγμα πολιτικής, δηλαδή σε μια λογική διαχείρισης παροχών, ισορροπιών και επιμέρους κοινωνικών αιτημάτων, χωρίς συνολικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Αυτό εξηγεί και γιατί το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να εκφράσει τα δυναμικά στρώματα της κοινωνίας: τη νεολαία, τους νέους επιστήμονες, τους εργαζόμενους της νέας οικονομίας, τους ανθρώπους της καινοτομίας, της τεχνολογίας, της περιφέρειας, της παραγωγής και της δημιουργικής εργασίας. Αντί να εμφανίζεται ως φορέας μιας νέας κοινωνικής κινητικότητας, συχνά μοιάζει να απευθύνεται περισσότερο σε στρώματα μνήμης παρά σε στρώματα προοπτικής. Ακόμη σοβαρότερη είναι η αδυναμία του να αρθρώσει ουσιαστική περιφερειακή πολιτική. Η Ελλάδα παραμένει ένα υπερσυγκεντρωτικό κράτος, διοικητικά, οικονομικά, πανεπιστημιακά, επικοινωνιακά και πολιτισμικά στραμμένο γύρω από την Αθήνα.
Αυτός ο αθηναϊσμός δεν είναι απλώς μια γεωγραφική ανισορροπία· είναι μια βαθιά παθογένεια του ελληνικού κράτους. Απορροφά πόρους, ανθρώπινο δυναμικό, ευκαιρίες, θεσμική ισχύ και συμβολικό κύρος από την υπόλοιπη χώρα, αφήνοντας την περιφέρεια σε ρόλο εξαρτημένου συμπληρώματος.
Η περιφερειακή πολιτική, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον κεφάλαιο ενός κυβερνητικού προγράμματος. Είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Μια χώρα που συγκεντρώνει σχεδόν όλες τις κρίσιμες λειτουργίες της σε ένα μητροπολιτικό κέντρο αποδυναμώνει την παραγωγική της βάση, επιταχύνει τη δημογραφική της παρακμή, εγκαταλείπει τα σύνορα, αδειάζει τις μικρές και μεσαίες πόλεις και τελικά χάνει την κοινωνική της συνοχή. Αν η Ελλάδα δεν αποκεντρωθεί, αν δεν επενδύσει σε ισχυρές περιφερειακές πόλεις, σε πανεπιστήμια συνδεδεμένα με την τοπική παραγωγή, σε υποδομές, σε βιομηχανία, σε αγροδιατροφικά δίκτυα, σε τεχνολογικά οικοσυστήματα και σε πραγματική διοικητική αυτονομία, τότε θα συνεχίσει να συρρικνώνεται γύρω από ένα υπερφορτωμένο κέντρο και μια εξαντλημένη περιφέρεια. Για ένα κόμμα όπως το ΠΑΣΟΚ, που ιστορικά εξέφρασε την κοινωνική ένταξη και την άνοδο της «άλλης Ελλάδας», η απουσία μιας τέτοιας περιφερειακής στρατηγικής είναι καθοριστική αδυναμία. Χωρίς νέο αναπτυξιακό σχέδιο και χωρίς βαθιά αποκέντρωση, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε νέα κοινωνική συμμαχία ούτε πραγματική αναγέννηση της κεντροαριστεράς.

Κοινωνική βάση, αστικοποίηση και μνημόνια
Το ιστορικό κοινωνικό μπλοκ του ΠΑΣΟΚ σχηματίστηκε από ένα μίγμα λαϊκών, δημοκρατικών και περιθωριοποιημένων από το μετεμφυλιακό καθεστώς στρωμάτων. Στη σύγχρονη κομματική μνήμη αυτό περιγράφεται ως συνάντηση βενιζελικών ριζών, δυσαρεστημένων ή αποκλεισμένων αριστερών, γενεών της Αντίστασης, του Ανένδοτου και του Πολυτεχνείου. Η ουσία αυτής της σύλληψης είναι ότι το ΠΑΣΟΚ δεν εκπροσώπησε εξαρχής μια στενή εργατική τάξη δυτικού τύπου, αλλά ένα ευρύ «λαϊκό-δημοκρατικό» μπλοκ με αγρότες, μικρομεσαίους, μισθωτούς, περιφερειακές κοινωνίες, γυναίκες και νέους που έμπαιναν για πρώτη φορά με όρους αξιοπρέπειας στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.
Η πρώτη κυβερνητική περίοδος του ΠΑΣΟΚ άλλαξε πράγματι τους όρους αυτής της ένταξης: επέκταση του ΕΣΥ, ενίσχυση πρόσβασης σε υγεία και εκπαίδευση, μέτρα για τα δικαιώματα των γυναικών και ευρύτερη ανακατανομή πολιτικής και κοινωνικής αυτοπεποίθησης προς στρώματα που ως τότε βρίσκονταν στο περιθώριο. Για αυτό η κοινωνική του βάση δεν ήταν απλώς «πελατειακή» — ήταν και αυθεντικά ενσωματωτική. Η πελατειακή λογική ήρθε αργότερα ως ο παραμορφωτικός μηχανισμός της ίδιας επιτυχίας του.

Στο ερώτημα αν τα στρώματα που εκπροσώπησε το ΠΑΣΟΚ έγιναν πιο αστικά, η απάντηση είναι κατά βάση θετική. Όχι επειδή το ΠΑΣΟΚ εγκατέλειψε μονομιάς την περιφέρεια, αλλά επειδή το κοινωνικό του έδαφος μετασχηματίστηκε μαζί με την Ελλάδα. Η χώρα συγκέντρωσε όλο και περισσότερο πληθυσμό και οικονομική δραστηριότητα σε μητροπολιτικές και ημιαστικές ζώνες — ενδεικτικά, η Αττική καταγράφει 3,814 εκατ. κατοίκους στην απογραφή του 2021, πολύ πάνω από κάθε άλλη περιφέρεια — ενώ το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, ιδίως από τη δεκαετία του 1990 και μετά, μετατράπηκε από φορέα των μη προνομιούχων και της επαρχιακής μικροϊδιοκτησίας σε κόμμα ισχυρών μερίδων της αστικής μισθωτής μεσαίας τάξης, των επαγγελματιών, των δημόσιων υπαλλήλων και των φιλοευρωπαϊκών στρωμάτων των πόλεων. Αυτό είναι εν μέρει ερμηνευτική σύνθεση, αλλά είναι δύσκολο να διαβαστεί αλλιώς η μετάβαση από τον ανδρεϊκό λαϊκό ριζοσπαστισμό στον σημιτικό εκσυγχρονισμό και στη σημερινή κεντροαριστερή μετριοπάθεια.
Η μνημονιακή δεκαετία διέλυσε τον παλιό συμβιβασμό πάνω στον οποίο στηριζόταν αυτή η κοινωνική συμμαχία. Η πολιτική συναλλαγή που είχε οικοδομηθεί από τη Μεταπολίτευση και μετά — κοινωνική άνοδος, κρατική προστασία, ευρωπαϊκοί πόροι, σχετική διαμεσολάβηση αιτημάτων — κατέρρευσε όταν το ίδιο το ΠΑΣΟΚ έπρεπε να γίνει φορέας συρρίκνωσης εισοδημάτων, φορολογικής πίεσης, λιτότητας και διαρθρωτικής προσαρμογής. Έτσι, μεγάλα τμήματα του παλιού πασοκικού κόσμου μετακινήθηκαν είτε προς την αντιμνημονιακή αριστερά είτε προς αντισυστημικές και λαϊκιστικές δεξιές εκδοχές, ενώ άλλοι αποστρατεύτηκαν πολιτικά.
Η σημερινή εικόνα του δυνητικού εκλογικού σώματος του ΠΑΣΟΚ είναι πολύ διαφορετική. Το Eteron δείχνει μια σχετική ιδεολογική συνοχή: 61,7% σοσιαλδημοκρατία, 16,9% δημοκρατικός σοσιαλισμός και 9,1% φιλελευθερισμός. Πρόκειται για κλασικά κεντροαριστερό, φιλοευρωπαϊκό σώμα, λιγότερο αριστερό από τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ αλλά σαφώς αριστερότερο από τη ΝΔ. Με αυτή την έννοια, το ΠΑΣΟΚ έχει πια πιο καθαρή ιδεολογική φυσιογνωμία απ’ ό,τι στην ύστερη περίοδο του μεγάλου του πολυσυλλεκτισμού.
Το ακόλουθο διάγραμμα δείχνει αυτή τη σημερινή ιδεολογική αυτοταύτιση του δυνητικού εκλογικού σώματος του ΠΑΣΟΚ, όπως καταγράφεται στην έρευνα του 2025.

Ωστόσο, αυτή η συνοχή δεν σημαίνει και κοινωνική ηγεμονία. Το ίδιο ερευνητικό υλικό δείχνει ότι οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ είναι πολύ θετικοί προς την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, αλλά σε πλειοψηφία θεωρούν ότι ο άξονας Αριστερά-Δεξιά δεν ανταποκρίνεται στη σημερινή εποχή. Επίσης, δεν συμπίπτουν με το ευρύτερο αριστερό εκλογικό σώμα σε όλα τα πολιτισμικά ζητήματα: είναι οριακά υπέρ των ιδιωτικών πανεπιστημίων, δεν ακολουθούν το ίδιο φιλο-μεταναστευτικό μοτίβο που εμφανίζει η υπόλοιπη αριστερά και είναι σχετικά συγκρατημένοι στο θέμα της φορολογικής αύξησης.
Αυτό σημαίνει ότι το σημερινό ΠΑΣΟΚ εκπροσωπεί κυρίως μια μετριοπαθή, θεσμική, ευρωπαϊκή κεντροαριστερά — όχι τις πιο ριζοσπαστικές ή πιο επισφαλείς όψεις της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Αν, λοιπόν, το ερώτημα είναι αν το ΠΑΣΟΚ «εκπροσωπεί σήμερα περιθωριοποιημένες ομάδες», η σωστή απάντηση είναι διττή. Προγραμματικά, ναι, σε σημαντικό βαθμό: το σημερινό του αξιακό πλαίσιο μιλά για κοινωνική δικαιοσύνη, ισχυρό κοινωνικό κράτος και δίκαιη μετάβαση. Εκλογικά και κοινωνιολογικά, όμως, όχι πρωτογενώς: δεν φαίνεται να είναι ο κύριος φορέας πολιτικής έκφρασης των πιο αποκλεισμένων, των επισφαλών νέων, των μεταναστευτικών κοινοτήτων ή των πιο έντονα αντισυστημικών στρωμάτων. Είναι περισσότερο κόμμα σοσιαλδημοκρατικής μεσότητας και θεσμικής ασφάλειας παρά κόμμα αιχμής των κοινωνικών περιθωρίων.

Η σημερινή στασιμότητα και οι όροι ενός βιώσιμου μέλλοντος
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα για το σημερινό ΠΑΣΟΚ είναι ότι η εκλογική του στασιμότητα συνυπάρχει με μια υπαρκτή ιδεολογική δεξαμενή. Στην έρευνα του Eteron, η σοσιαλδημοκρατία είναι η δημοφιλέστερη ιδεολογική ταυτότητα στο συνολικό εκλογικό σώμα με 20,9%, ενώ ταυτόχρονα το ίδιο το δυνητικό εκλογικό σώμα του ΠΑΣΟΚ είναι το πιο καθαρά σοσιαλδημοκρατικό από τα μεγάλα κόμματα.
Άρα, το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχει κοινωνικός χώρος για το ΠΑΣΟΚ. Το πρόβλημα είναι ότι δεν καταφέρνει να μονοπωλήσει αυτόν τον χώρο ως πρώτη πολιτική επιλογή.
Οι δημοσκοπήσεις του 2025 και του 2026 δείχνουν ακριβώς αυτή τη δυσκολία. Το ΠΑΣΟΚ κινείται κατά κανόνα στη ζώνη περίπου 13%-16%, με ορισμένες εξάρσεις προς 17%-18% σε ορισμένες μετρήσεις του 2025, αλλά χωρίς σταθεροποίηση εκεί. Σε αρκετές φάσεις έντονης κοινωνικής οργής — ιδίως όταν κυριάρχησαν τα Τέμπη και ο αντισυστημικός θυμός — βρέθηκε να απειλείται ή και να υποσκελίζεται στη μάχη της δεύτερης θέσης από την Πλεύση Ελευθερίας.
Αυτό δείχνει ότι το ΠΑΣΟΚ αποδίδει καλύτερα σε περιόδους «ζήτησης κανονικότητας» και χειρότερα σε περιόδους «ζήτησης καταγγελίας».
Η κρίση εμπιστοσύνης στο κομματικό σύστημα είναι το δεύτερο μέρος της εξήγησης. Στην ίδια έρευνα, μόνο το 13,6% δηλώνει εμπιστοσύνη στα πολιτικά κόμματα, ενώ το 34% θεωρεί ότι ούτε η κεντροδεξιά ούτε η κεντροαριστερά μπορούν να εξασφαλίσουν καλύτερο μέλλον. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ένα κόμμα όπως το ΠΑΣΟΚ, που επενδύει στη θεσμική κανονικότητα, δυσκολεύεται περισσότερο από πιο έντονα αντισυστημικούς παίκτες να εισπράξει τον διάχυτο θυμό.
Το τρίτο στοιχείο είναι το παράδοξο του «κόμματος-γέφυρα». Το Eteron δείχνει ότι το ΠΑΣΟΚ είναι η δημοφιλέστερη δεύτερη επιλογή για ψηφοφόρους και της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ. Με άλλα λόγια, είναι σεβαστό και συχνά «αποδεκτό» από διαφορετικά ακροατήρια. Όμως αυτό ακριβώς εξηγεί και τη στασιμότητα: πολλοί το βλέπουν ως ασφαλή εφεδρεία, λίγοι ως αποκλειστική πολιτική παρτίδα. Η εκλογική αντοχή του συνδέεται με τη μετριοπάθεια· η εκλογική του αδυναμία επίσης.
Το τέταρτο στοιχείο είναι οργανωτικό και συμβολικό. Μετά τη μνημονιακή κατάρρευση, το ΠΑΣΟΚ δεν έχασε μόνο ψήφους· έχασε ένα ολόκληρο οικοσύστημα κοινωνικής διαμεσολάβησης: συνδικάτα, αυτοδιοικητικές ρίζες, επαγγελματικά δίκτυα, καθημερινή παρουσία σε οργανωμένους χώρους. Η σημερινή ηγεσία έχει κατορθώσει μερική σταθεροποίηση, αλλά όχι πλήρη αναγέννηση αυτής της κοινωνικής ύλης. Για αυτό και το κόμμα συχνά μοιάζει πιο ισχυρό ως κοινοβουλευτική παρουσία και λιγότερο ισχυρό ως κοινωνική οργάνωση.
Παρά τα παραπάνω, το ΠΑΣΟΚ διαθέτει μια πραγματική ευκαιρία. Το κοινωνικό υλικό υπάρχει: ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας κινείται στον σοσιαλδημοκρατικό ορίζοντα, η έρευνα δείχνει φιλοευρωπαϊσμό αλλά και ισχυρή απαίτηση για περισσότερο κράτος, ενώ η ίδια η επίσημη κομματική πλατφόρμα έχει ήδη επιλέξει ορισμένα πεδία πρώτης γραμμής, όπως η Υγεία, η ψηφιακή πολιτική και η στέγαση. Το θέμα δεν είναι αν υπάρχει δυνητικό κοινό· το θέμα είναι αν το κόμμα θα το οργανώσει σε βιώσιμο συνασπισμό.

Το στρατηγικό συμπέρασμα είναι σαφές. Το ΠΑΣΟΚ δεν θα αποκτήσει μέλλον αν περιοριστεί είτε σε ιστορική αυτάρκεια είτε σε ρητορική «σοβαρής αντιπολίτευσης» χωρίς κοινωνικό πρόσωπο. Ο μόνος βιώσιμος δρόμος είναι να γίνει ο κύριος φορέας μιας νέας κοινωνικής δημοκρατίας της καθημερινής ασφάλειας: στέγη, μισθός, ΕΣΥ, θεσμοί, περιφερειακή ισότητα και αξιόπιστη ευρωπαϊκή πορεία. Το κοινωνικό ακροατήριο για κάτι τέτοιο υπάρχει. Εκείνο που λείπει ακόμη είναι η οργανωμένη, πειστική και ηθικά αξιόπιστη μετατροπή του σε πλειοψηφικό πολιτικό σχέδιο.




Ογκώδες κείμενο, χαρά στο κουράγιο σας!
Στο δωμάτιο υπάρχει ένας ελέφαντας, ο οποίος δεν κατονομάζεται. Ο μετασχηματισμός του κόμματος το έτος 1996 επιβλήθηκε πολύ περισσότερο “από έξω”, από ό,τι όλοι φαντάζονται. Και από τότε δεν έχει αλλάξει κάτι. Και το αφήνω εδώ.
ΥΓ. Ό,τι με κόπο και θυσίες κατάφερε ο Ανδρέας το 1980, δυστυχώς, έχει ρευστοποιηθεί. Επειδή, όμως, και χωρίς κανένα ίχνος υπερβολής, η 15ετία του Ανδρέα, υπήρξε η μόνη λαμπρή περίοδος του Κράτους μας, οφείλουμε να την κρατάμε ζωντανή.
Λείπει ἡ πρωτότυπη σκέψη στὴν Ἑλλάδα του σήμερα. Ἡ βαθειὰ φιλοσοφικὴ καὶ πολιτικὴ σκέψη. Τὸ ΠΑΣΟΚ ὅταν ξεκίνησε στηριζόταν σὲ πρωτότυπη πολιτικὴ καὶ φιλοσοφικὴ σκέψη, ποὺ ἀφοροῦσε τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς ἀνθρώπους της. Τώρα ἡ σκέψη τῶν κομματικῶν σχηματισμῶν στὴ χώρα εἶναι `πολιτικής τακτοποίησης `μὲ ὅ,τι κι ἂν σημαίνει αὐτό, στηριγμένη σὲ ἐπικοινωνιολόγους μὲ στόχο τὴν ἐξουσία, τὴν προσκόλληση σὲ κάποιους ἐφήμερους δυνατούς, δὲν στηρίζεται στὴν βαθειὰ γνώση τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ μας οὔτε στηρίζει τὸν λαό. Λείπει ἀπὸ τὴν χώρα ἡ αὐθεντικότητα, ἡ ἔρευνα στὰ σύνθετα προβλήματα τῆς ἐποχῆς ἀπὸ τὰ πιὸ βαθειὰ φιλοσοφικὰ ἕως τὰ πιὸ ἁπλᾶ καθημερινά, ἡ ἀναζήτηση τῆς λαϊκῆς ἔκφρασης καὶ τῆς σκέψης τῶν νέων, ἡ σύνθεση τοῦ λαοῦ σὲ κοινὸ μέλλον, ἡ φιλοσοφικὴ ἔρευνα γιὰ τὴν πολιτικὴ ποὺ χρειάζεται στό σήμερα βάσει τῶν ἐμπειριῶν. Ἀναμασοῦν τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖο δὲν μελετοῦν ἀλλὰ ἑρμηνεύουν κατὰ τὰ συμφέροντα, φορτώνοντας ἐνοχὲς γιά ὅσα ἀγνοοῦν καί παρερμηνεύουν ἐνοχοποιώντας ἀκόμα καὶ τὴν δημοκρατία. Ἕναν λαὸ ἱκανὸ νὰ σκεφτεῖ βαθειὰ φιλοσοφικὰ καὶ νὰ βρεῖ λύσεις τὸν ὁδηγοῦν σὲ ἀπραξία, ἀσκεψία, ἀπόγνωση, ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὰ κοινά, ἀπὸ τὸ παρελθόν, ἀπὸ τὴν ἱστορία καὶ τὸν πολιτισμό του, ἀπὸ τὴν κοινὴ μοῖρα καὶ κοινὸ νοιάξιμο γιὰ τὴν χώρα. Εἴμαστε οὐραγοὶ στὴν ἔρευνα, στὴν πρωτότυπη σκέψη, στὴν ἀξιοποίηση ταλαντούχων σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς. Καὶ δὲν λείπουν οἱ ἱκανότατοι ἄνθρωποι ποὺ σκέφτονται καὶ πρωτότυπα καὶ μὲ οὐσιαστικὴ ἔρευνα καὶ βαθειὰ φιλοσοφικὴ ἀναζήτηση. Οἱ σοβαροὶ νέοι φεύγουν καὶ ἡ τάση ποὺ ἀφήνεται νὰ ἐπικρατεῖ εἶναι ἡ καλοπέραση καὶ ὄχι ἡ συμμετοχὴ στὸ κοινὸ γίγνεσθαι. Ἡ συμμετοχὴ δὲν εἶναι αὐτονόητη, εἶναι πολιτικὴ ἐπιλογὴ πρωτίστως.
Δεν σεβόμεθα όσο πρέπει τα μνημεία μας. Να, βλέπεις την Ακρόπολη και ειδικά τον Παρθενώνα και θυμάσαι το μεγαλείο τού Περικλέους και τού Χρυσού Αιώνος. Ενώ πιάσανε και χαλάσανε την “ροζ βίλα” τής Εκάλης, που μάς θύμιζε το πραγματικό μεγαλείο τού Παπαντρέα…., που την έχτισε με … δανεικά από τον Παπούλια και τον λαθρέμπορο όλων Χάλακ!
Ἡ πρωτότυπη σκέψη τοῦ Παρθενώνα δὲν εἶναι τὰ μεγαλεῖα κανενὸς γιατί ἦταν καὶ εἶναι ἱερὸ τῆς Θεᾶς τῆς σοφίας. Οἱ παρερμηνεῖες ποὺ δίνονται ὡς πρὸς τὴν κατασκευή του καὶ τί σηματοδοτεῖ δὲν ἀναιροῦν τὴν πραγματικὴ νοηματοδότηση στὴν ἀρχαιότητα γιά τούς μελετητές καί τούς ἐμβαθύνοντες. Οἱ παρεκκλίσεις πολλὲς ἰδίως στὸν Ἑλλαδικὸ χῶρο.
Ἡ πρωτότυπη σκέψη τοῦ ΠΑΣΟΚ ὅταν ξεκίνησε δὲν ἀφοροῦσε καμμία ρὸζ βίλα. Ὑπῆρχαν καὶ σοσιαλιστικὲς ἰδέες καὶ ἀγωνίες τῶν πληγῶν τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸν ἐμφύλιο καί συμμετοχή τοῦ λαοῦ. Ὅταν ξεκίνησε.
Δεν με ανέγνωσες μετά προσοχής.
Δεν έγραψα πουθενά ότι η πρωτότυπη σκέψη τού Παρθενώνος ήταν τού Περικλέους, αλλά ότι όταν τον βλέπεις, σ’ αυτόν και τον Χρυσούν Αιώνα πηγαίνει αναποδράστως η σκέψις σου.
Δεν έγραψα πουθενά ότι ότι η πρωτότυπη σκέψη της Εκαλείου Βίλας (“κωλόσπιτου”, κατά Γιαννόπουλον) ήταν τού ΠΑΣΟΚ, αλλά τού “Παπαντρέα”.
Προσπαθῶ μετὰ βαθύτατης προσοχῆς.
Ὁ Παρθενώνας ἀφορᾶ τὴν Θεὰ Ἀθηνᾶ καὶ τὴν συγκεκριμένη γενεαλογία τῶν θεῶν, ποὺ εἶχαν τὴν ἀναλογία τους σὲ δυνάμεις τῆς φύσης ἱεραρχώντας τα σὲ κάποια τάξη. Ἂν φαντάζονται κάποιοι ὅτι βλέπουμε ἕνα καλαίσθητο κτίριο ἐκεῖ ἢ μεγαλεῖα, ὅτι οἱ θεοὶ ἦταν συμβολοποιημένοι τυχαῖα, ὅτι ὁ οὐρανὸς μπορεῖ νὰ γίνει κάτι ἄλλο ἢ ἡ θάλασσα νὰ ἀλλάξει θέση, ἢ ὅτι μὲ τύπου ρασπούτιν δυνάμεις φτάνουν τὶς θεότητες τὶς ἀρχέγονες, τότε λείπει ἐντελῶς ὁ σεβασμὸς καὶ τὸ μέτρο.
Ὁ Καβάφης μᾶς τὸ ἔχει πεῖ
«Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των, γιατί τους διώξαμε απ’ τους ναούς των, διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί.»
Ὅταν ἀγνοεῖται ἤ παραποιεῖται ἡ σειρά, ἡ τάξη τῶν πραγμάτων, τότε ὁ χαρακτηρισμός του Γιαννόπουλου κάτι σημαίνει.
“λαθρέμπορο όλων” => όπλων
Με τις ιδεολογίες σε δεινή υποχώρηση, τον κινεζικό «κομμουνιστικό καπιταλισμό» της αλληλεξάρτησης να συγκρούεται με τον γκαγκστερικό (τραμπικό) καπιταλισμό της εξάρτησης, η κρίση που διάγουμε ως χώρα θέλει ικανούς διαχειριστές που δεν θα ευαγγελίζονται μια ουτοπία για μια κοινωνία υπό εξαφάνιση, αλλά θα αναλάβουν άμεσα τις επί του πεδίου πρωτοβουλίες επιβίωσής της. Η χώρα χρειάζεται πράττοντες (doers) και όχι πολυλογούντες με άποψη επί παντός αλλά πράξεις επ’ ουδενός στη βάση των συλλογικών μας συμφερόντων.
ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ (όπως το βλέπω εγώ)
Η ΕΛΑΣ είναι (μεταξύ των άλλων) και η εκδίκηση του Τσίπρα (που τρώγεται πάντα κρύα) στο πολιτικό αδιέξοδο, που τον οδήγησε ο Ανδρουλάκης και σύσσωμο το ΠΑΣΟΚ πριν τις εκλογές του 2023.
Τότε τους προσέφερε κυβερνητική συνεργασία στα πλαίσια της στρατηγικής του για αντιμητσοτακική ενότητα.
Διεπίστωσε ο Τσίπρας (πολύ πριν τις εκλογές του 2019) ότι η φθίνουσα πολιτική απήχησή του δεν μπορούσε πλέον να στοιχίσει πίσω του το εύρος της αντιμητσοτακικής ψήφου.
Πράγματι τα όρια της κεφαλαιοποίησης της αντιμητσοτακικής ψήφου εξαντλήθηκαν στις εκλογές του 2019 (31%).
Έκτοτε και με βάση τον τότε εκλογικό νόμο επιβαλλόταν η αντιμητσοτακική ψήφος να εκφραστεί μέσα από πολιτικές συνεργασίες.
Τότε το ΠΑΣΟΚ (πριν τις εκλογές του 2023) υπό την ηγεσία του Ανδρουλάκη, προτίμησε να οδηγήσει σε πολιτικό αδιέξοδο, που θα είχε ως συνέπεια την κατάργηση της απλής αναλογικής, παρά να δηλώσει ετοιμότητα συνεργασίας με τις αντιπολιτευόμενες τον Μητσοτάκη δυνάμεις της αριστεράς.
Η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας από την αντιπολίτευση, οδήγησε στην εκλογική εκτόξευση του Μητσοτάκη, στον εκλογικό καταποντισμό του Τσίπρα και στην κατάργηση της απλής αναλογικής.
Με απώτερο και ανομολόγητο (αλλά εμφανέστατο) στόχο να διαλυθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, να επανακάμψει το ΠΑΣΟΚ στην αξιωματική αντιπολίτευση και με βάση την ενισχυμένη αναλογική να λεηλατήσει την εκλογική πελατεία του ΣΥΡΙΖΑ.
Όπερ και εγένετο.
Έγινε το ΠΑΣΟΚ αξιωματική αντιπολίτευση. Και πήρε απόφαση συνεδριακή ότι δεν θα συνεργαστεί με …. τον Μητσοτάκη.
Και πήγαινε εν χορδαίς και οργάνοις … για να κερδίσει με μία ψήφο διαφορά.
Αλλά «οὐ παντός πλεῖν ἐς Κόρινθον»
Το ΠΑΣΟΚ θέλει, αλλά δεν ΜΠΟΡΕΙ.
Είναι τέτοια η πολιτική ακτινοβολία του Τσίπρα και τόση η δυνατότητα του Ανδρουλάκη και του ¨ΟΛΟΥ (του εναπομείναντος) ΠΑΣΟΚ”, που είναι σίγουρο ότι ο Τσίπρας θα τους ξεπεράσει τουλάχιστον με μία ψήφο.
Γιατί ο Τσίπρας είναι ο αρχηγός της αριστεράς, όπως ο γερο-Καραμανλής ήταν ο αρχηγός της δεξιάς και ο Ανδρέας ο αρχηγός της ΑΛΛΑΓΗΣ.
Και αρχηγού παρόντος πάσα αρχή παυσάτω.
Και θα του τα κόψει τα ποδάρια του εν αναμονή πρωθυπουργού ο αρχηγός.
Και έτσι το ΠΑΣΟΚ (κάποτε) θα κάμει κυβέρνηση … με το Μητσοτάκη ή με τον διάδοχό του.
Από πολύ ασθενέστερη θέση, βουλευτές και επιρροή, από αυτήν που θα είχε σε μια κυβέρνηση Τσίπρα το 2023, όταν ίσχυε η απλή αναλογική.
Αλλιώς θα έχει τύχη ανάλογη του Κουβέλη, που από σίγουρος πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατέληξε υπουργός εμπορικής ναυτιλίας του Τσίπρα.
Αυτά παθαίνουν όποιοι δεν μετρούν το μπόι τους.
Και θα έχουμε και μεις .. ένα Άρλεκιν… για να ξεχνιόμαστε.
Θα γράψω και εγώ που ουδέποτε ψήφισα ΠΑΣΟΚ -γιατί απεχθάνομαι όλων τα ΘΑ όταν δεν συνοδεύονται από το πότε , με ποιους ,πως, ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΜΕ ΠΟΙΑ ΧΡΗΜΑΤΑ θα υλοποιήσουν τα ΘΑ,.ΘΑΘΑΘΑ τους-αλλά ”μεγάλωσα” με αυτό το ΠΑΣΟΚ- ,με φιλική σύσταση να με διαβάσετε.
Το ΠΑΣΟΚ εκκολάφθηκε από τα Ιουλιανά του 1965 , όταν με προφανή επιμονή του Ανδρέα Παπανδρέου η μέχρι τότε συστημική Ένωση Κέντρου ,με δέκα πρωθυπουργήσιμους και σπουδαίους πολιτικούς διασπάσθηκε και έγινε αναπάντεχα αντισυστημική, μέχρι τον Απρίλιο του 1967, κατέβασε στους δρόμους τον διαβουκολημένο λαό σε σημείο που να ανησυχήσει την πολιτική, πνευματική ,κοινωνική και οικονομική ελληνική ηγεσία και να αγγίξει και την ελληνική στρατιωτική ,Νατοϊκή και Αμερικανική ηγεσία ΓΙΑΤΙ;;;.
ΕΠΑΙΞΕ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ -ίσως γιατί φοβήθηκε και τους Λαμπράκηδες του Μίκη Θεοδωράκη-ΚΑΙ ΣΤΙΣ 21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967 ΤΗΝ ΕΙΔΕ την φωτιά ΚΑΙ ΓΛΙΤΩΣΕ ΜΕ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΩΝ ΗΠΑ .
Απασχόλησε τον εξωχώριο ελληνισμό στην 7ετία και όταν γύρισε στις 3 του Σεπτέμβρη 1974 ”σούφρωσε” κυριολεκτικά και αγκάλιασε όλους τους αντιστασιακούς , -που τότε ξαφνικά έγιναν μιλιούνια- (και τους οποίους μέχρι το 1985 τους ενσωμάτωσε στο Κίνημα) ,απομόνωσε τελείως μετά την εξαπάτηση και αποπομπή του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας αειμνήστου Καραμανλή την Νέα Δημοκρατία και αν ”δεν έπιανε το πρώτο το λαχνό” με τον Κοσκωτά το 1987 , θα είχε γίνει καθεστώς , γιατί ”τα βρήκε” και με τις ΗΠΑ και με την Τουρκία του ΟΖΑΛ.
Κόμματα θα υπήρχαν -με μεγαλύτερο την Νέα Δημοκρατία-αλλά θα ήταν όπως τώρα , που κανένα κόμμα της Αντιπολιτεύσεως δεν ξεπερνά το 15-20% στον λαό .
Να θυμηθούμε πως έπεισε- ξεγέλασε μικρούς και μεγάλους .
”Αγώνα για την Δημοκρατία , υποβαλλόμενος από τον ”αγώνα κατά της Χούντας” αναμεμιγμένος με ανεκτά από γενικότερης πολιτικής τριτοκοσμικά συνθήματα περί ”εθνικής ανεξαρτησίας”, καταλλήλως συνδυασμένα με τις γενικές αρχές της ψυχολογίας των μαζών.
Θα κατέβαζε το κράτος ”στον λαό ”, θα επέτρεπε -και το έκανε-την αναρρίχηση στις κρατικές εξουσίες προσώπων και στρωμάτων απροσδιορίστου λαϊκής προελεύσεως (η έννοια του ”αγωνιστή” καθιστούσε περιττά άλλα κριτήρια) , με το εκπληκτικό και πρωτοφανές μέχρι τότε να έχει τα ίδια συνθήματα και ως κυβέρνηση και ως αντιπολίτευση.
Παλινορθώθηκε το 1993 ,ελέω της Πολιτικής Άνοιξης του κ. Σαμαρά και ξανακαθιερώθηκε μετά την -με εισήγηση του κ. Σαμαρά- εκλογή του δεξιού Προέδρου της Δημοκρατίας αειμνήστου Στεφανοπούλου.
Κατάφερε παρά την Ενδιάμεση Συμφωνία με την ΦΥΡΟΜ το 1995, τα Ίμια το 1996 , την Μαδρίτη το 1997 και το Ελσίνκι το 1999 -και ιδίως το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου- ”να ξαναβγεί” το 2000 .
Ε…μετά άργησε αλλά ήρθε και η ώρα του Κώστα Καραμανλή,- που όμως ”αμαύρωσε” την κανονικότητα στα εξωτερικά θέματα του ΠΑΣΟΚ στο Βουκουρέστι το 2008 – και μετά ήρθε η Σλήμαν Μπράδερς τον Δεκέμβριο του 2008 και ξανάρχισε τα παραμύθια το ΠΑΣΟΚ του Γιωργάκη και με εκείνο το ανεύθυνο για υποψήφιο πρωθυπουργό ”ΛΕΦΤΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ” κέρδισε με 43% το 2009 .ΚΑΙ
αντί να κάνει νέες εκλογές μετά που έμαθε ”τα ψέματα” της κυβέρνησης Καραμανλή ”κάλεσε” (λυτούς και δεμένους και το μισητό για τον σοσιαλισμό ΔΝΤ)μετά την αναγγελθείσα στο Καστελόριζο χρεωκοπία μας και σε δύο χρόνια την ”κοπάνησε” ,έκανε δικό του κόμμα και μαζί με τον κύριο Ευάγγελο Βενιζέλο, που συμμάχησε με τον ”ταξικό εχθρό” την Ν. Δ. του κ. Σαμαρά ΕΣΤΕΙΛΑΝ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ευεργετηθέντες ΑΡΙΣΤΕΡΟΥΣ ΣΤΗΝ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ του ανίδεου κ. Τσίπρα και τώρα αυτοί ιδεολογικά συγγενείς μετά από δέκα χρόνια ”γυρνούν την πλάτη” στο ΠΑΣΟΚ των παροχών που γνώρισαν .
Υ.Γ Η Αριστερά -το ΠΑΣΟΚ (και ο Σύριζα του κ. Τσίπρα )στην Ελλάδα και το Σοσιαλιστικό κόμμα στη Γαλλία-πληρώνει (και θα πληρώνει) -το τίμημα διότι, ποτέ ως κυβέρνηση δεν άσκησε αριστερή πολιτική και μετά την Συνθήκη του Μάαστριχτ του 1992 ” που πέταξε στα σκουπίδια” τον σοσιαλισμό τους , υποτάχθηκαν στην ελεύθερη οικονομία και στις καλούμενες ΑΓΟΡΕΣ ,κάνουν ”χρυσές δουλειές ” και κοροϊδεύουν ακόμη τους αφελείς .
ΔΕΝ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΤΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ και αν φανεί θα έρθει στην Ελλάδα μας μετά από (30) χρόνια.
Ευχαριστούμε τον κ. Σαββίδη για την ευκαιρία που μας έδωσε ”να μιλήσουμε όλοι”, καληνύχτα σας.
Για την ιστορία της ιδρύσεως του ΠΑΣΟΚ:
Τίτλος: Τα Αξέχαστα και τα Λησμονημένα.
Υπότιτλος:
Πορεία προς τη δικτατορία (1963–1967)
Δικτατορία–Αντίσταση (1967–1974)
Μεταπολίτευση (1974–1993)
Εκδότης: Εκδόσεις Παπαζήση
Έκδοση: Γ
Τόπος: Αθήνα
Έτος: 2000
ISBN: 978-960-02-1205-8
Στο κεφάλαιο XV Η Δημοκρατική Άμυνα και το ΠΑΣΟΚ στις σελίδες 333-348 περιγράφεται η στάση όλων των συνιδρυτών του και εξιστορούνται τα γεγονότα της 16 Μαρτίου 1975 στο «προσυνέδριο» του ΠΑΣΟΚ:
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ (σελ. 342)
===
Υπάρχει οργανωμένη γαλαρία μέσα στην αίθουσα,
που γιουχαΐζει τους διαφωνούντες με αποκορύφωμα
το περίφημο εκείνο «κάτσε κάτω κουλοχέρη», που
κραυγάζει ο Κ. Κουλούρης (και όχι μόνο) του οποίου
η δήλωση μετανοίας στη δικτατορία είναι γνωστή στο
πανελλήνιο- στον Σ. Καράγιωργα, όταν μέσα σε
πανδαιμόνιο επιχειρεί να διατυπώσει τις απόψεις του.
===