Η έξοδος

πηγή: Εφημερίδα “Θεσσαλονίκη”

Του Παντελή Σαββίδη

Δεν προκαλεί, πλέον, καμία εντύπωση η διαλυτική πολιτική που ακολουθεί το αθηναϊκό κατεστημένο σε βάρος της χώρας. Έχει γίνει συνήθεια. Έχει μετατραπεί σε κανονικότητα, όπως και η διαφθορά.

Οι κυβερνητικές αντιδράσεις απέναντι στην Ευρωπαία Εισαγγελέα είναι, για την Αθήνα, κάτι σχεδόν αυτονόητο. Διότι η πολιτική συμπεριφορά του κέντρου εξακολουθεί να κινείται, σε μεγάλο βαθμό, σε προνεωτερικά σχήματα. Δεν είναι μόνο ότι δεν κατάφερε να αποβάλει την ιδεολογία και τη νοοτροπία του κοτζαμπασισμού· είναι κυρίως ότι δεν θέλει να την αποβάλει.

Ας αναρωτηθούμε απλώς πώς θα ήταν η Ελλάδα εκτός Ευρώπης. Οι θεσμοί της θα θύμιζαν πολιτικό Μεσαίωνα. Αν δεν είχε παρέμβει η Ευρωπαία Εισαγγελέας, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ πιθανότατα δεν θα είχε αποκαλυφθεί. Όπως δεν έχουν αποκαλυφθεί σωρεία άλλων σκανδάλων. Και το τραγικότερο είναι ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας έχει σχεδόν αποδεχθεί πως τα σκάνδαλα αποτελούν φυσικό μέρος της πολιτικής ζωής. Τα θεωρεί, περίπου, συστατικό της δημόσιας ύπαρξης της χώρας.

Πέρα από τις απαράδεκτες αναφορές κυβερνητικών στελεχών κατά της κ. Κοβέσι —αναφορές αδιανόητες σε σοβαρές δυτικές δημοκρατίες—, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είπε κάτι ακόμη βαρύτερο: ότι οι βουλευτές που θα διερευνηθούν για πιθανή συμμετοχή τους στο σκάνδαλο θα είναι και πάλι υποψήφιοι. Δεν είναι ακόμη υπόδικοι, βεβαίως. Αλλά αν καταστούν, αν παραπεμφθούν σε δίκη και ακόμη κι αν καταδικαστούν, η πολιτική δήλωση αφήνει να εννοηθεί ότι θα μπορούσαν να παραμείνουν κανονικά στο κομματικό παιχνίδι. Είναι αυτή συμπεριφορά πολιτικού κόμματος ευρωπαϊκής δημοκρατίας;

Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η άλλη διατύπωση: ότι οι βουλευτές λειτουργούν ανάμεσα στους ψηφοφόρους και στους κρατικούς θεσμούς. Και αυτό παρουσιάστηκε ως κάτι φυσιολογικό. Όμως στις δυτικές δημοκρατίες οι θεσμοί δεν λειτουργούν με μεσάζοντες. Ο πολίτης δεν πρέπει να χρειάζεται βουλευτή, υπουργικό γραφείο ή κομματικό παράγοντα για να αποκτήσει πρόσβαση στο κράτος. Αυτό ακριβώς είναι η διαφορά ανάμεσα σε θεσμικό κράτος και πελατειακό μηχανισμό. Και η Ελλάδα, όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε, παραμένει σε πολλά σημεία της πολιτικά προνεωτερική.

Με αυτόν τον προνεωτερικό τρόπο —για την ακρίβεια, με τη λογική του κοτζαμπασισμού— λειτούργησε το ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του. Και με αυτή τη λογική κατάφερε να αποδυναμώσει ακμάζουσες πόλεις έξω από τα όρια της Αττικής· πόλεις με μεγάλο ιστορικό παρελθόν πριν από την ένταξή τους στο ελληνικό κράτος, πόλεις με εμπορική, πνευματική και κοινωνική ζωή, που πιέστηκαν σταδιακά να καταστούν επαρχιακές μικροπόλεις.

Το ελληνικό κράτος λειτούργησε συχνά σαν αποικιοκρατική υπόσταση στο εσωτερικό της ίδιας του της επικράτειας. Έχει ένα κέντρο, την πρωτεύουσά του, και από εκεί και πέρα αντιμετωπίζει την υπόλοιπη χώρα ως χώρο άντλησης πόρων, ανθρώπων και πολιτικής νομιμοποίησης. Η περίπτωση του πρωτογενούς τομέα είναι χαρακτηριστική. Αντί να ενισχυθεί η αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή, ώστε οι άνθρωποι να μείνουν στις εστίες τους, οδηγήθηκαν σταδιακά στην εγκατάλειψη. Η ύπαιθρος άδειασε, οι μικρές πόλεις συρρικνώθηκαν, η παραγωγική βάση αποδυναμώθηκε.

Στο επίκεντρο αυτής της πολιτικής βρίσκεται και η Θεσσαλονίκη. Η πόλη δίνει την εντύπωση ότι αντιμετωπίζεται όχι ως εθνικό πλεονέκτημα, αλλά ως ενόχληση. Επειδή έχει ιστορικό βάθος που την κρατά ακόμη ζωντανή. Επειδή διαθέτει βαλκανική και ευρωπαϊκή δυναμική. Επειδή μπορεί, λόγω θέσης και μνήμης, να λειτουργήσει ως κάτι περισσότερο από μια απλή περιφερειακή πρωτεύουσα. Και ακριβώς γι’ αυτό μοιάζει να υπονομεύεται συστηματικά.

Δεν θα επανέλθω εδώ σε παλαιότερα επιχειρήματα. Αρκεί να περιοριστούμε στα γεγονότα του τρέχοντος αιώνα. Η Θεσσαλονίκη βρέθηκε κάποτε στο επίκεντρο μιας μεγάλης ευρωπαϊκής υπόσχεσης: της Ατζέντας της Θεσσαλονίκης για τα Δυτικά Βαλκάνια. Δεν ήταν τυχαίο το όνομα. Η πόλη δεν ήταν απλώς τόπος φιλοξενίας. Ήταν το φυσικό σύμβολο αυτής της πολιτικής: ελληνική, ευρωπαϊκή, βαλκανική, λιμενική, ιστορικά πολυεθνική, στραμμένη προς τον Βορρά και την Ανατολή.

Γι’ αυτό και η μετάβαση, όπως ακούστηκε τις τελευταίες ημέρες, από την Ατζέντα της Θεσσαλονίκης στη Διακήρυξη των Δελφών δεν μπορεί να θεωρηθεί απλή λεπτομέρεια. Στην πολιτική οι συμβολισμοί δεν είναι διακόσμηση. Είναι μέρος της εξουσίας. Ένα όνομα, ένας τόπος, μια αίθουσα, μια διακήρυξη μπορούν να μεταφέρουν κύρος, μνήμη και πολιτικό κεφάλαιο. Οι Δελφοί είναι ασφαλώς τόπος παγκόσμιας ακτινοβολίας. Συμβολίζουν τον ελληνικό πολιτισμό σε μια από τις υψηλότερες εκφράσεις του. Όμως για ένα ζήτημα όπως η ευρωπαϊκή πορεία των Δυτικών Βαλκανίων, η Θεσσαλονίκη έχει άλλο, πιο άμεσο και πιο λειτουργικό βάρος. Δεν είναι μόνο σύμβολο. Είναι γεωγραφία. Είναι λιμάνι. Είναι πανεπιστήμια. Είναι ενδοχώρα. Είναι μνήμη συνύπαρξης. Είναι η φυσική πύλη της Ελλάδας προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Με απλά λόγια προσπαθούν να αφαιρέσουν το όνομα της Θεσσαλονίκης σε οτιδήποτε έχει σχέση με την βαλκανική πολιτική, σε οτιδήποτε έχει σχέση με την ευρύτερη πολιτική, την αντιμετωπίζουν σαν μικροελλαδική μικρόπολη.

Το ζήτημα δεν είναι να αμφισβητηθεί κάθε πρωτοβουλία που λαμβάνεται αλλού. Το ζήτημα είναι ότι η Θεσσαλονίκη μνημονεύεται ως παρελθόν, αλλά δεν κατοχυρώνεται ως παρόν. Χρησιμοποιείται ως ιστορική αναφορά, αλλά όχι ως ενεργό θεσμικό κέντρο. Και αυτή είναι η βαθύτερη παθογένεια: η πόλη διαθέτει συμβολικό κεφάλαιο, αλλά δεν το μετατρέπει σε θεσμικό κεφάλαιο.

 

Η ιδιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής

Εδώ τίθεται και ένα ζήτημα δεοντολογίας. Δεν είναι κατ’ ανάγκην προβληματικό να διεξάγονται πολιτικές συζητήσεις σε ιδιωτικά φόρουμ. Τέτοιοι χώροι μπορούν να φέρουν σε επαφή υπουργούς, διπλωμάτες, επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, think tanks και διεθνείς οργανισμούς. Μπορούν να παράγουν ιδέες, δίκτυα και άτυπη διπλωματία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η άτυπη σκηνή δείχνει να υποκαθιστά τη θεσμική διαδικασία. Άλλο πράγμα μια δημόσια συζήτηση στο περιθώριο ενός φόρουμ και άλλο η ουσιαστική διαμόρφωση κρατικής πολιτικής σε χώρους όπου η πρόσβαση εξαρτάται από προσκλήσεις, εταιρικά δίκτυα, χορηγίες ή ακριβές συμμετοχές.

Η δημόσια πολιτική πρέπει να παράγεται, να ελέγχεται και να λογοδοτεί σε δημόσιους θεσμούς. Οι ιδιωτικές πλατφόρμες μπορούν να φιλοξενούν διάλογο, όχι να δημιουργούν την εντύπωση ότι η εξωτερική πολιτική αποκτά πρώτα σκηνικό, χορηγούς και brand, και ύστερα θεσμικό έλεγχο. Για να είναι καθαρή μια τέτοια διαδικασία, απαιτούνται διαφάνεια στην ατζέντα, σαφής ανακοίνωση συμμετεχόντων, δημοσιοποίηση των κειμένων και καθαρός διαχωρισμός ανάμεσα σε κρατική απόφαση και συνεδριακή προβολή.

Η απάντηση για τη Θεσσαλονίκη, όμως, δεν μπορεί να είναι η διαμαρτυρία. Η πόλη με πρωτοβουλία της πολιτικής, οικονομικής και πνευματικής ηγεσίας της  της πρέπει να αναλάβει δραστηριότητες ανάδειξής της και να διεκδικήσουν θεσμικά τον χώρο της. Να διεκδικήσουν από τις Βρυξέλλες και από τις χώρες μέλη της Ε.Ε. μια μόνιμη ευρωπαϊκή δομή για τα Δυτικά Βαλκάνια Αυτό θα ωφελούσε ολόκληρη την Ελλάδα. Θα έδινε στη χώρα εργαλείο επιρροής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, θα αξιοποιούσε το λιμάνι, τα πανεπιστήμια, τη γεωγραφία και την ιστορική μνήμη της Θεσσαλονίκης.

Η Θεσσαλονίκη και μαζί της οι άλλες περιφερειακές πόλεις πρέπει να αναζητήσουν λύσεις στην Ευρώπη. Όχι επειδή η Ευρώπη είναι ιδανική, αλλά επειδή προσφέρει έναν υπερεθνικό χώρο μέσα στον οποίο οι πόλεις μπορούν να αποκτήσουν ρόλο πέρα από τα στενά όρια των εθνικών συγκεντρωτισμών. Η υπέρβαση του κλασικού εθνικού κράτους, ειδικά στην ελληνική περίπτωση, μπορεί να λειτουργήσει απελευθερωτικά. Ο ελληνισμός υπήρξε πάντοτε ευρύτερος από το κράτος. Υπήρξε εμπορικός, ναυτικός, εκπαιδευτικός, οικουμενικός. Η Θεσσαλονίκη μπορεί να ευημερήσει ξανά μέσα σε έναν τέτοιο χώρο: ευρωπαϊκό, βαλκανικό, μεσογειακό.

Αλλά για να το πετύχει πρέπει να αντιμετωπίσει και το δικό της εσωτερικό πρόβλημα: την απουσία πραγματικής αστικής τάξης. Η Θεσσαλονίκη έχει εύπορους. Όμως οι εύποροι δεν συνιστούν αστική τάξη. Αστική τάξη δεν είναι απλώς το χρήμα. Είναι η συνείδηση ευθύνης απέναντι στην πόλη. Είναι η ικανότητα να δημιουργείς θεσμούς, να χρηματοδοτείς πολιτισμό, να προστατεύεις τον δημόσιο χώρο, να στηρίζεις πανεπιστήμια, να παράγεις ύφος, κύρος και συνέχεια. Με αυτή την έννοια, ο τελευταίος μεγάλος αστός της Θεσσαλονίκης ήταν ο Βελίδης. Μετά από αυτόν υπήρξαν παράγοντες, επιχειρηματίες, χορηγοί, επιτυχημένοι επαγγελματίες. Δεν συγκροτήθηκε όμως μια τάξη ικανή να μετατρέψει την οικονομική επιφάνεια σε δημόσιο ρόλο.

Γι’ αυτό η πόλη πρέπει να ξεπεράσει και τις δικές της φοβίες. Η Θεσσαλονίκη ήκμασε όταν ήταν ανοιχτή. Όταν δεχόταν ανθρώπους, γλώσσες, ιδέες, εμπόριο, ξένες κοινότητες, ευρωπαϊκές επιρροές. Στο παρελθόν της έζησαν και έδρασαν σημαντικοί ευρωπαϊκοί αστικοί κύκλοι, μεταξύ των οποίων και γαλλόφωνοι, εβραϊκοί, εμπορικοί και εκπαιδευτικοί κόσμοι που συνέδεαν την πόλη με τη Δύση.

spot_img

8 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Περασμένα μεγαλεία διηγόντας τα να κλαίς.
    Ο προπονητής βάζει στο γήπεδο αυτούς που αποδίδουν καλύτερα. Οι υπόλοιποι είτε στον πάγκο ή στην εξέδρα.
    Οι ευκαιρίες δόθηκαν η απόδοση χαμηλή, ΔΕΘ και ΠΑΟΚ.

  2. Καλημέρα σας. Εκτιμώ ιδιαιτέρως την ποιότητα της εργασίας σας. Και καταλαβαίνω την προσπάθεια κριτικής.

    Ωστόσο, εδώ στηρίξατε την κριτική σε ένα ανύπαρκτο θεμέλιο. Ότι δηλαδή οι πολιτειακοί θεσμοί στις ευρωπαϊκές χώρες είναι ανώτερης ποιότητας, συγχρονισμένοι με την εποχή και σε υψηλότερο εξελικτικό στάδιο. Είναι μια άποψη, που πολλοί συμπατριώτες την αποδέχονται άκριτα, ίσως διότι έχουν εκτεθεί σε χρόνια επιχείρηση επιρροής από τις χώρες αυτές – ναι υπάρχει κι αυτό.

    Όποιος έχει ζήσει σε αυτές τις χώρες και έχει προσπαθήσει να δει λίγο περισσότερο από την εργασιακή καθημερινότητα, έχει πολύ καλά αντιληφθεί το βαθμό διαφθοράς του συνόλου της πολιτειακής τάξης. Η μόνη διαφορά με την Ελλάδα είναι, πως ο επαγγελματισμός και η ικανότητα απόκρυψης γεγονότων από τη δημοσιότητα (κοινή γνώμη) είναι πολύ πιο εξελιγμένος. Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάς του Μητσοτάκη μάλλον πλησιάζει τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες παρά απομακρύνεται.

    Αλήθεια, όταν οι άνθρωποι έκαιγαν ανθρώπους, όχι και τόσο παλιά, είχαν περάσει διαφωτισμό ή ήταν παρένθεση εντός του διαφωτισμού; καμμία αντίρρηση στην κριτική, αλλά όχι με πρόσχημα τα χάλια και την βρωμιά των άλλων.

    • Θα συμφωνήσω με μία διαφορά: Εκεί, αν εντοπισθεί η διαφθορά, υπάρχει και η τιμωρία. Στην Ελλάδα επικρτεί πλήρης ατιμωρισία, γι αυτό και τα σημερινά απίστευτα χάλια. Οι πολιτικοί, γενικώς, καλύπτονται από πέπλο ασυλίας, το οποίο είναι μάλλον πέπλο ασυδοσίας, όπως το είχε χαρακτηρίσει και ο μακαρίτης πατέρας τού σημερινού π/θ.

    • Συμμερίζομαι τον προβληματισμό σας αγαπητέ μου κ Νίκο Τ.

      Και επαυξάνω.

      Όλοι οι ούτω καλούμενοι θεσμοί στη Γραικία είναι προσαρμογή ή απευθείας εισαγωγή από την Εσπερία.

      Το βασικό στερεότυπο του γραικοφραγκισμού (του κοραϊτισμού δηλαδή) είναι τα πεφωτισμένα και εξελιγμένα έθνη της Εσπερίας.

      Όλοι οι πολιτικοί που εισήγαγαν τους θεσμούς αυτούς ήταν και είναι δυτικόφρονες και οι ευρωπαϊστές (φεντεραλιστές) και οι γενοκαθεστωτικοί (νασιοναλιστές).

      Όλες οι ούτω καλούμενες (τελευταίες) μεταρρυθμίσεις (των μνημονίων) που επιβλήθηκαν στα μουλωχτά από τους πεφωτισμένους σωτήρες μας, δεν θίγουν στο παραμικρό το γραικοφραγκικό κατεστημένο (πολιτικό, οικονομικό, πνευματικό, καλλιτεχνικό κτλ).

      Κανένας γνήσιος ελληνικός θεσμός δεν θεωρείται σοβαρός. Είναι όλοι συλλήβδην ή παρωχημένοι ή οθωμανικοί.

      Και βεβαίως αυτό δεν είναι ζήτημα θεωρητικό αλλά καθαρά πολιτικό και καθημερινό και η πραγματική αιτία των προβλημάτων των Ελλήνων εντός της Γραικίας.

  3. Τελικά πως εφευρέθηκαν αυτά τα πρέπει -που αναφέρονται στο άρθρο-και προς τα οποία επιβάλλεται -παρά την θέληση του ελληνικού λαού, που εξέλεξε και ευρωσκεπτικιστικές κυβερνήσεις από το 1981-να συμμορφωθεί ΤΑΧΙΣΤΑ η σημερινή κυβέρνηση μας , που είναι η επιτομή των φιλευρωπαϊκών κυβερνήσεων μας;;;;.
    Ποια είναι η κυρία Κοβέσι -και όποια άλλη ή όποιος άλλος- που θα καταργήσει το Σύνταγμα μας και θα απαξιώσει το σύνολο της Δικαιοσύνης και των Νομικών Σχολών μας ,που έδωσαν πολλά στελέχη τους στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια , με τελευταίο τον κ. Ιωάννη Κτιστάκι , όταν μάλιστα η σημερινή κυβέρνηση με την τηλεφωνική επισύνδεση του ΟΠΕΚΕΠΕ της έδωσε στοιχεία προς εξέταση -αλλά όχι -βάσει του κράτους δικαίου- για τελεσίδικη καταδίκη υπόπτων προσώπων και βουλευτών ;;;.
    Και γιατί να μην είναι υποψήφιοι στις προσεχείς εκλογές οι φερόμενοι ως ύποπτοι αδίκων πράξεων ,-αλλά μη καταδιακασθέντες τελεσιδίκως -βουλευτές , όταν συλλαμβανόμενοι επ’ αυτοφώρω χρόνια τώρα κρατικοί υπάλληλοι δεν απολύονται και συνεχίζουν να μισθοδοτούνται από τους φόρους μας, μέχρι της τελεσίδικης καταδίκης τους;;;.
    Θα καταργήσουμε το κράτος μας ”για τα μάτια της κ.Κοβέσι” και για να δικαιωθούν τα ”κοκόρια” της Αντιπολίτευσης , ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΟΥΝ ΑΛΛΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ και ”στην απέξω”;;;.
    Ας κρατηθούμε-συγκρατηθούμε γιατί αλλιώς ”θα πέσει το σπίτι όλων μας και θα μας πλακώσει όλους”.
    Υ.Γ Ό,τι και να λέμε-γράφουμε για την Θεσσαλονίκη μας αυτή ανεβαίνει σε όλα-έστω λιγότερο από όσο όταν στην Αθήνα κυβερνούσαν ευπατρίδες Μακεδόνες άνδρες με το γνωστό στους Πανέλληνες επώνυμο από το 1955 μέχρι το 2009-.
    Η κυβερνήτες της Παράταξης που ίδρυσε ο Καραμανλής, ο οποίος βλέπει την Θεσσαλονίκη από την πανέμορφη παραλία της, θα την νοιάζονται .Άλλοι την ξέχασαν για μια 25ετία περίπου.
    Ευτυχώς δεν έχασαν τη μνήμη τους οι Θεσσαλονικείς.

    • Πού είδες πως θέλει να καταργήσει το Σύνταγμά σου η κ. Κιόβεσι (Kövesi, και όχι “Κοβέσι”, όπως λανθασμένα την γράφουν και λένε);
      Ποια είναι; Η Γενική Εισαγγελεύς τής ΕΕ, που εσύ ξεσκίζεσαι να υποστηρίζεις, αφού σ’ αυτήν μάς έβαλε ο “υπερήφανος, πεισματάρεις Μακεδών” (ξέχασα τίποτε;), που εσύ θυμιατίζεις. Τώρα γιατί σού ξίνισε; Έχεις να φοβάσαι τίποτε, ή μήπως η φωλεά σου δεν είναι και τόσο καθαρή; Με την ΕΕ όταν μάς συμφέρει, αλλά εναντίον τής Γενικής Εισαγγελέως της όταν μάς στριμώχνει; Εσύ καν δεν ψέλισες λέξη εναντίον τής ΕΕ (λέγε Γερμανία), η οποία απαίτησε να μπούμε στο ΔΝΤ, για να κινήσει τον ΕΜΣ, να υπογράψομε μνημόνια που μάς εξαθλίωσαν κυριολεκτικά, όσους πτώχευαν και τούς έπαιρναν τα σπίτια, τούς κατηγόρησες (χωρίς στοιχεία) ότι ανήκαν στο κίνημα “δεν πληρώνω” και καλά έκαμαν και τούς πήραν τα σπίτια και τώρα τρέμεις μπροστά στην κατά Βούλτεψη “Ρουμάνα τού Τσαουσέσκου”; Μάλλον κάτι μάς κρύβεις, ή αυτός ο φόβος σου μάς δείχνει πολλά ….

  4. Τελικά, είναι να διερωτάται κανείς, πού το πάει η λεγομένη ΕΕ. Μια θέλει να κατργήσει την ομοφωνία στην λήψη αποφάσεων, δηλαδή να στερήσει το δικαίωμα τού βέτο στους “μικρούς”, την άλλη ….

    Παρίσι, Μαρία Δεναξά

    Οι Βρυξέλλες ακυρώνουν την εθνική κυριαρχία

    Σχεδιάζουν τη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού υπερκράτους για μια Ε.Ε. οικονομικά ισχυρή

    Αυτά δεν ενοχλούν τους λεγομένους φιλοευρωπαϊστές. Η “Ρουμάνα” τούς μάρανε, μην τυχόν και κινδυνεύσει το κόμμα …

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα