του Δρ. Ηρακλή Γωνιάδη, Οικονομολόγου
Υπάρχει μια παλιά, σχεδόν κοινότοπη διαπίστωση που επιβεβαιώνεται κάθε χρόνο: οι οικονομίες δεν κινούνται σε ευθεία γραμμή, αλλά σε κύκλους. Μια αρχική συνθήκη -καλή ή κακή- τείνει να αναπαράγει τον εαυτό της, να ενισχύεται και να κλειδώνει. Το ερώτημα δεν είναι λοιπόν αν υπάρχουν κύκλοι, αλλά ποιος κύκλος μας έτυχε στην εποχή της ρυθμιζόμενης τύχης. Και εδώ η ελληνική εμπειρία των τελευταίων δεκαπέντε ετών δείχνει κάτι ενοχλητικό: ενώ αλλού ο κύκλος έμαθε να κλείνει προς τα πάνω, εδώ συνεχίζει να κλείνει προς τα κάτω για όλους εμάς τους πολλούς που βρισκόμαστε εκτός το κρατικομματικού μηχανισμού και των δομών της εξουσίας.
Πώς μοιάζει ο δικός μας κύκλος
Ξεκινάει από κάτι απλό: τον μισθό. Ανάμεσα στο 2008 και το 2018 το καθαρό μέσο ετήσιο εισόδημα των πτυχιούχων στην Ελλάδα μειώθηκε κατά περίπου 36%, με αποτέλεσμα το χάσμα από τον μέσο όρο της Ε. Ένωσης να ξεπερνά πλέον το 50%. Στο ίδιο διάστημα, ως και τα δύο τρίτα του μισθού καταλήγουν σε ασφαλιστικές εισφορές, πράγμα που σημαίνει ότι η ψαλίδα ανάμεσα στο κόστος εργασίας για τον εργοδότη και το καθαρό εισόδημα για τον εργαζόμενο είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη.
Το επόμενο βήμα είναι αναμενόμενο: όποιος μπορεί να συγκρίνει τις επιλογές του φεύγει· άραγε ποιος άλλος εκτός από τον πιο καταρτισμένο, δηλαδή αυτόν που χρειάζεται η οικονομία της χώρας περισσότερο; Πρόσφατη ανάλυση του ΟΟΣΑ έχει αμφισβητήσει το αφήγημα περί «brain gain» που επικαλείται συχνά η επίσημη πλευρά, εντοπίζοντας ως βασικό εμπόδιο για την επιστροφή ή τη συγκράτηση ταλέντου ακριβώς τους χαμηλούς μισθούς. Το brain drain δεν είναι πια μια μεμονωμένη επιλογή μεμονωμένων ανθρώπων, ούτε και τυχάρπαστη πολιτική κάποιας επικοινωνιακής ομάδας· είναι, όπως έχει επισημανθεί, το αποτέλεσμα μιας βαθύτερης δυσλειτουργίας η οποία συνδέει την παραγωγικότητα, το αναπτυξιακό μοντέλο και τη μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα.
Κι εδώ κλείνει ο κύκλος: όταν φεύγει το εξειδικευμένο δυναμικό, οι επιχειρήσεις δεν έχουν λόγο να επενδύσουν σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, γιατί δεν βρίσκουν το ανθρώπινο δυναμικό να τους στηρίξει, επιλέγοντας ό,τι αποδίδει γρήγορα με λιγότερη εξειδίκευση και λιγότερα πάγια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την κυριαρχία των κατασκευών έναντι κάθε άλλης μορφής επένδυσης. Οι κλάδοι αυτοί, όμως, δεν δημιουργούν τη ζήτηση για καλά αμειβόμενες, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας με συνέπεια οι μισθοί να παραμένουν χαμηλοί. Άρα, η επόμενη γενιά αποφοίτων συνεχίζει να φεύγει δείχνοντας ότι ο φαύλος κύκλος δεν είναι μια μεταφορά, αλλά μια περιγραφή της οικονομικής και κοινωνικής μας πραγματικότητας.
Αυτή η φυγή, ωστόσο, τροφοδοτεί μια ακόμα πιο επικίνδυνη εσωτερική αντίφαση: το δημογραφικό και ασφαλιστικό αδιέξοδο. Όταν οι νέοι και παραγωγικοί επιστήμονες εγκαταλείπουν τη χώρα, η Ελλάδα δεν χάνει μόνο την παραγωγική της αιχμή, αλλά και τους ανθρώπους που καλούνται να στηρίξουν τις εισφορές μιας ταχύτατα γηράσκουσας κοινωνίας. Λιγότεροι εργαζόμενοι υψηλής απόδοσης σημαίνουν μεγαλύτερη πίεση και υψηλότερες επιβαρύνσεις για όσους μένουν πίσω, άρα μικρότερο διαθέσιμο εισόδημα και συνεπώς ενίσχυση του κύκλου της εσωτερικής παρακμής.
Υπάρχει και μια δεύτερη, πιο υπόγεια διάσταση: η εμπιστοσύνη. Ακόμη κι όταν οι μακροοικονομικοί δείκτες βελτιώνονται, η μετάφρασή τους σε ατομικές αποφάσεις καθυστερεί (δεν …μιζεριάζει). Η επίσημη πλευρά αναγνωρίζει η ίδια ότι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν είναι άμεση διαδικασία, δεδομένου ότι χρειάζεται χρόνος για να περάσει από τα στατιστικά στη ζωή των ανθρώπων και, ιδιαίτερα, μια πολιτική έργων χωρίς το άρθρο 86 και όχι λόγων βάσει δημοσκοπήσεων. Στο ενδιάμεσο, ο πολίτης που βλέπει τον μισθό του να μένει στάσιμος δεν πείθεται από την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, με συνέπεια ο φαύλος κύκλος να αποκτά και μια ψυχολογική συνιστώσα: η απαισιοδοξία τροφοδοτεί τη φυγή, η φυγή τροφοδοτεί την απαισιοδοξία των υπολοίπων κ.ο.κ., εκθέτοντας και κάποιον «ευέλικτο» υπουργό που ισχυρίζεται ότι η χώρα είναι πλούσια (μάλλον, για τον ίδιο) αλλά οι Έλληνες μίζεροι!

Πώς μοιάζει ο κύκλος των άλλων
Σε άλλες οικονομίες -από την Ιρλανδία μέχρι τις χώρες της Βαλτικής και, πιο πρόσφατα, την Πορτογαλία- η αλληλουχία είναι αντίστροφη. Η βελτίωση των συνθηκών εργασίας, η σύνδεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την έρευνα και η στοχευμένη προσέλκυση επενδύσεων συγκρατούν το εξειδικευμένο δυναμικό. Το δυναμικό αυτό προσελκύει με τη σειρά του επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, όχι επειδή οι χώρες αυτές έχουν φθηνότερο κόστος, αλλά επειδή έχουν ανθρώπους ικανούς να στηρίξουν πιο απαιτητική παραγωγή.
Οι επενδύσεις αυτές παράγουν φορολογικά έσοδα χωρίς να χρειάζεται αύξηση συντελεστών, τα έσοδα αυτά κατευθύνονται σε παιδεία, καινοτομία και υποδομές, και το αποτέλεσμα είναι ένα ακόμη πιο ελκυστικό περιβάλλον για την επόμενη γενιά ταλέντου. Ο κύκλος κλείνει, αλλά αυτή τη φορά προς τα πάνω. Δεν πρόκειται για θαύμα ούτε για ανώτερη εθνική «κουλτούρα εργασίας», όπως μερικές φορές υπονοείται βολικά. Πρόκειται για μια αρχική ώθηση -μισθολογική, θεσμική ή φορολογική- η οποία αυτοτροφοδοτείται μετά την εκκίνησή της.
Σε αντίθεση με τη δική μας όπου η στρατηγική «αποστράγγισης» της οικονομίας με το πρόσχημα του οφέλους από την προεξόφληση του χρέους –όπως προσπαθεί να μας πείσει το καθεστώς- δεν μπορεί να αναστρέψει τη φορά του κύκλου· τουναντίον, τον διευρύνει περιλαμβάνοντας ολοένα και περισσότερες κοινωνικές ομάδες. Και ενώ η οικονομική ιστορία δείχνει ότι «θέλει αρετήν και τόλμην» η καινοτομία, η σπανιότητά τους θα της στερήσει και την ελευθερία!

Δύο αφηγήματα, μία πραγματικότητα
Το ενδιαφέρον -και το πιο πολιτικά ευαίσθητο- σημείο είναι ότι στην Ελλάδα σήμερα συνυπάρχουν δύο αφηγήματα τα οποία μοιάζουν αντιφατικά αλλά μπορεί να είναι και τα δύο αληθινά, ταυτόχρονα.
Το πρώτο είναι το αφήγημα προόδου: ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας μετά από δεκατρία χρόνια, επιστροφή στις διεθνείς αγορές, έξοδος από τη λίστα χωρών με μακροχρόνιες μακροοικονομικές ανισορροπίες, «μείωση» του χρέους με προεξοφλήσεις -που στηρίζουν νέες δανειοδοτήσεις- και άλλα πραγματικά επιτεύγματα σε επίπεδο δημοσιονομικής σταθερότητας.
Το δεύτερο αφήγημα είναι αυτό της καθημερινότητας: του μισθού που δεν φτάνει, του νέου επιστήμονα που φεύγει, της αίσθησης ότι η σταθερότητα δεν μεταφράζεται σε ευημερία.
Το λάθος θα ήταν να διαλέξουμε ένα από τα δύο αφηγήματα και να απορρίψουμε το άλλο ως προπαγάνδα. Και τα δύο περιγράφουν πραγματικά κομμάτια της ίδιας εικόνας: μια οικονομία που έχει σταθεροποιηθεί μακροοικονομικά, αλλά δεν έχει ακόμη σπάσει τον μικροοικονομικό φαύλο κύκλο που βιώνει ο μέσος εργαζόμενος. Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι προϋπόθεση για να αλλάξει η φορά του κύκλου· δεν είναι όμως η ίδια η αλλαγή.
Τι θα χρειαζόταν για να αλλάξει η φορά
Δεν υπάρχει μία θαυματουργή πολιτική, αλλά υπάρχουν σημεία όπου η αλυσίδα θα μπορούσε ρεαλιστικά να σπάσει:
- Μείωση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας ώστε το χάσμα καθαρού-μεικτού μισθού να μικρύνει.
- Ουσιαστική σύνδεση των δημόσιων πανεπιστημίων με την αγορά εργασίας και τα οικοσυστήματα έρευνας/καινοτομίας, ώστε η γνώση να μην μένει αποκομμένη από την παραγωγή.
- Στοχευμένα κίνητρα για την επιστροφή επιστημόνων που να μην εξαντλούνται σε φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά να συνοδεύονται από πραγματικές θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.
- Δημιουργία στελεχών με επιδότηση μεταπτυχιακών σπουδών στην Ψηφιακή Επιχειρηματικότητα, για παράδειγμα, η οποία χρειάζεται μια ιδέα, ένα λάπτοπ, μια σύνδεση ίντερνετ και ένα γόνιμο επιχειρηματικό περιβάλλον.
- Κατεύθυνση επενδυτικών κινήτρων προς κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας αντί της μονόπλευρης στήριξης κατασκευών υψηλής βίζας και τουρισμού χαμηλού κόστους, που, εκτός των άλλων, μειώνουν την αξία της χώρας ως οικοπέδου.
- Επιτάχυνση θεσμικών διαδικασιών -δικαιοσύνη, αδειοδοτήσεις, φοροελαφρύνσεις αντί προστίμων που προηγούνται των κανονισμών (νέα πατέντα)- των οποίων η εφαρμογή λειτουργεί σαν ένας αθόρυβος αποτρεπτικός παράγοντας επενδύσεων.
Καμία από αυτές τις αλλαγές δεν αποδίδει άμεσα. Αυτό ακριβώς είναι και το χαρακτηριστικό κάθε κύκλου, καλού ή κακού: χρειάζεται χρόνος για να αλλάξει φορά. Η ερώτηση που μένει ανοιχτή δεν είναι αν η Ελλάδα μπορεί να μπει σε ενάρετο κύκλο, καθώς είναι βέβαιο ότι έχει δυνατότητες όπως έδειξαν άλλες μικρές ευρωπαϊκές οικονομίες, αλλά και οι ελληνόπαιδες που επέλεξαν να διεκδικήσουν μια καριέρα πάνω από σύνορα. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει η πολιτική βούληση (από ποιούς, άραγε) και κοινωνική υπομονή να επενδυθούν πόροι σε μια αλλαγή η οποία δεν θα φανεί στην επόμενη τετραετία, αλλά στη μεθεπόμενη γενιά αποφοίτων που θα αποφασίσουν αν θα μείνουν ή αν θα φύγουν.



Βλέπετε Κυριάκο Βελόπουλο και Λατινοπούλου στο YouTube. Ακούτε τον σταθμό focus FM 103, έξι Θεσσαλονίκης για πατριωτική ενημέρωση