του Δημητρίου-Μερκουρίου Κόντη*
Το κείμενο που ακολουθεί βασίζεται στη συνεδριακή παρουσίαση «Η απουσία οργανωμένης ελληνοκυπριακής αντίστασης μετά τον Αττίλα ΙΙ: Από τον εσωτερικό διχασμό στην παγίωση της de facto διχοτόμησης», που παρουσιάστηκε στο 45ο Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο στη Θεσσαλονίκη, στις 29 Μαΐου 2026, και είναι διαθέσιμη στο ResearchGate. Η πλήρης μελέτη θα δημοσιευθεί στα πρακτικά του συνεδρίου.
Στις 15 Αυγούστου 1974, στις 14:15 ώρα Λευκωσίας, ο αμερικανός πρεσβευτής στη Λευκωσία, Rodger Davies, κατέγραφε ότι, κατά την τουρκική προέλαση, οι τουρκικές δυνάμεις είχαν παρακάμψει σημαντικό αριθμό μονάδων της Εθνικής Φρουράς, οι οποίες «παρέμεναν οργανωμένες», καθώς και πολλούς ελληνοκύπριους πολίτες που ήταν καλά οπλισμένοι. Με βάση την εμπειρία των συγκρούσεων στην Κερύνεια, στον Καραβά και στη Λάπηθο, εκτιμούσε ότι οι Τούρκοι «θα αντιμετώπιζαν επίμονη και σκληρή αντίσταση με αντάρτικες μεθόδους για αρκετό χρονικό διάστημα». Προειδοποιούσε, μάλιστα, ότι αυτό που η Άγκυρα φανταζόταν ως «καθαρή χειρουργική επιχείρηση» μπορούσε να εξελιχθεί σε μακρόχρονη και αιματηρή υπόθεση, προκαλώντας διεθνή κατακραυγή και ανοίγοντας ενδεχομένως περιθώριο ανάμειξης τρίτων παικτών, ιδίως της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία θα μπορούσε να υποστηρίξει, ηθικά ή και με άλλους τρόπους, τους αντάρτες.
Περίπου μία ώρα και είκοσι λεπτά αργότερα, στις 15:36 ώρα Λευκωσίας, ο Davies συναντήθηκε με τον Γλαύκο Κληρίδη, αμέσως μετά την επιστροφή του τελευταίου από την Αθήνα και αφού είχε προηγηθεί εκτεταμένη σύσκεψη με ελληνοκύπριους ηγέτες, στην οποία ήταν παρόντες και οι Νίκος Σαμψών και Βάσος Λυσσαρίδης, αλλά και με παράγοντες από όλο το πολιτικό και κοινωνικό φάσμα, καθώς και με την ηγεσία της Εκκλησίας. Οι μόνοι που μίλησαν ανοιχτά υπέρ της αντίστασης ήταν ο Λυσσαρίδης, τα στελέχη της γριβικής ΕΣΕΑ και οι Επίσκοποι. Εν τέλει, δόθηκε σιωπηρά στον Κληρίδη η εξουσιοδότηση να ενεργήσει κατά την κρίση του, όπως ο ίδιος θεωρούσε καλύτερο για το μέλλον της Κύπρου.
Ο Κληρίδης ζήτησε από τον Davies να μεταφέρει στον Henry Kissinger ότι, ενώ βρισκόταν το προηγούμενο βράδυ στην Αθήνα, είχε πει στους Έλληνες πως επιθυμούσε να δοθούν οδηγίες στον διοικητή της Εθνικής Φρουράς, Ευθύμιο Καραγιάννη, να αποσύρει τις δυνάμεις του από όλες τις περιοχές πίσω από τις γραμμές που είχε αναφέρει ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Turan Güneş, στη Γενεύη ΙΙ, χρησιμοποιώντας στρατιωτική βία μόνο στις περιπτώσεις όπου αυτό ήταν αναγκαίο, ώστε να καταστεί δυνατή η συντεταγμένη αποχώρηση. Ο ίδιος εξέφραζε την ελπίδα ότι μια τέτοια κίνηση θα οδηγούσε στον τερματισμό της τουρκικής στρατιωτικής δράσης και στην άμεση επανάληψη των διαπραγματεύσεων.
Στην ίδια συνομιλία, ο Κληρίδης αναγνώριζε τη στρατιωτική δύναμη της Τουρκίας, θεωρούσε την κατάσταση στρατιωτικά μη αναστρέψιμη, επιδίωκε την άμεση επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, χωρίς όμως να φανεί ότι αυτό αποτελούσε δική του πρωτοβουλία, και εκτιμούσε ότι δεν θα υπήρχε καλύτερη τουρκική πρόταση από εκείνη της Γενεύης ΙΙ. Παράλληλα, αναγνώριζε τα τετελεσμένα της τουρκικής εισβολής, θεωρώντας ότι εξέφραζε τη μεγάλη σιωπηρή πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων, υπό το βάρος της ανθρωπιστικής και προσφυγικής κρίσης που είχε ήδη προκαλέσει ο Αττίλας ΙΙ.
Είχε προηγηθεί, στις 14 Αυγούστου 1974 στην Αθήνα, η κρίσιμη ενημέρωση του Κληρίδη από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ότι η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας είχε αποφασίσει πως η Ελλάδα δεν ήταν σε θέση να συνδράμει στην άμυνα της Κύπρου. Η απόφαση αυτή συνδεόταν με μια ευρύτερη γεωστρατηγική πραγματικότητα, την οποία καταγράφουν διαχρονικά αμερικανικές επιχειρησιακές μελέτες από το 1964 έως τουλάχιστον το 1984: η Ελλάδα δεν μπορούσε να επιχειρήσει βιώσιμα στην Κύπρο, επειδή δεν έλεγχε τον εναέριο χώρο, σε αντίθεση με την Τουρκία, και, επομένως, δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά ναυτικές δυνάμεις ή να στηρίξει μια μεραρχία χωρίς τον κίνδυνο αποδεκατισμού της από την τουρκική αεροπορία. Υπήρχε δε και η τουρκική απειλή ότι οποιαδήποτε ελληνική αντίδραση θα είχε άμεσες συνέπειες, ιδίως στο Αιγαίο.
Κατά τη μαρτυρία του στενού του συνεργάτη Πόλυ Πολυβίου, ο Κληρίδης εξακολουθούσε να αναμένει ελληνική στρατιωτική βοήθεια, στηριζόμενος στις δημόσιες δηλώσεις της Αθήνας πριν από την ολοκλήρωση της Γενεύης ΙΙ. Παράλληλα, άλλες μαρτυρίες αποδίδουν στον Κληρίδη τη φράση ότι, αν γνώριζε πως η Αθήνα δεν θα στήριζε στρατιωτικά την Κύπρο, «θα υπέγραφε την ομοσπονδία στη Γενεύη και μετά θα αυτοκτονούσε».
Η προειδοποίηση του βρετανού υπουργού Εξωτερικών James Callaghan, μετά το ναυάγιο της Γενεύης ΙΙ, ότι «κάποια μέρα η Τουρκία θα γίνει όμηρος της Κύπρου», αντανακλούσε την αίσθηση ότι η τουρκική εισβολή δεν θα έκλεινε οριστικά το Κυπριακό με τη de facto διχοτόμηση της Μεγαλονήσου. Πώς εξηγείται, λοιπόν, ότι μετά τον Αττίλα ΙΙ δεν εκδηλώθηκε οργανωμένη αντίσταση, παρά το γεγονός ότι η Κύπρος είχε ήδη γνωρίσει μια ισχυρή αντιστασιακή παράδοση με τον αγώνα της ΕΟΚΑ την περίοδο 1955–1959;
*Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι υποψήφιος διδάκτορας διπλωματικής ιστορίας της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.



Κατά πρώτον ,θα ήθελα πολύ αγαπητέ κύριε Κόντη, να παρακολουθήσω αυτό το Συνέδριο και ως σχόλιο στην -χρήσιμη σε πολλούς συνέλληνες και για πολλά -ανάρτηση σας παραθέτω το παρακάτω σχόλιο μου χρησιμοποιώντας αρχικά τμήματα της ανάρτησής σας και συγκεκριμένα.
”Οι διαχρονικές Αμερικανικές Επιχειρησιακές Μελέτες από το 1964 ως τουλάχιστον το 1984 (δέκα χρόνια μετά το 1974 και ένα χρόνοι μετά την ανακήρυξη του ψευδοκράτους της Βόρειας Κύπρου-για την οποία ”δεν άνοιξε μύτη” σε Ελλάδα και Κύπρο-) καταγράφουν ότι,
η Ελλάδα ΔΕΝ μπορούσε να επιχειρήσει βιώσιμα στην Κύπρο ,επειδή ΔΕΝ ελέγχει τον εναέριο χώρο , σε αντίθεση με την Τουρκία και επομένως ΔΕΝ μπορούσε να χρησιμοποιήσει ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ ναυτικές δυνάμεις ή να στηρίξει μια Μεραρχία ,χωρίς τον κίνδυνο αποδεκατισμού της από την τουρκική αεροπορία .
Υπήρχε δε και η Τουρκική απειλή ότι οποιαδήποτε ελληνική αντίδραση, θα είχε ‘άμεσες συνέπειες ,ιδίως στο Αιγαίο”.
Τούτων δοθέντων-εάν τα εγνώριζαν (μάλλον τα εγνώριζαν) σε Ελλάδα και Κύπρο , -αφού και το 1964 και το 1967 ”δεν μπήκαμε στο Φρενοκομείο” όπως εκβίασε η Τουρκία-γιατί Μακάριος και Ιωαννίδης ”μας έφτασαν” στις 15 Ιουλίου, που ήταν η αφετηρία των πολεμικών εξελίξεων και γιατί δεν είχαν προετοιμασθεί αμυντικά στην Κύπρο ”να κολλήσουν” -ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ -τους εισβολείς από της 20ης Ιουλίου 1974 Τούρκους στην πρώτη καταληφθείσα περιοχή της κυπριακής γης;;;.
Το τελευταίο ερώτημά σας το έθεσα μετά της 15 Αυγούστου 1974 σε φίλο μου Κύπριο αγωνιστή της πρώτης ΕΟΚΑ , ο οποίος μου απάντησε στα κυπριακά ”είμαστε με τον ένα τζια και με τον άλλον και επιπλέον και χαμέ” (βαθιά διχασμένοι και καταγής) , στην δε απάντησή του δεν είχα αντίλογο , όπως φρονώ πως ΟΛΟΙ οι Έλληνες της Ελλάδος και της Κύπρου πρέπει να θεωρούμε σωτήρια για τον οικουμενικό Ελληνισμό από την Κωνσταντινούπολη ως την Αμμόχωστο την απόφαση της Εθνικής κυβερνήσεως -με βαθιά διχασμένο -λαό και στρατό – σε Ελλάδα και Κύπρο να μην εμπλακούμε σε ελληνοτουρκικό πόλεμο και να αγωνισθούν αμφότερες οι πολιτικές ηγεσίες εμφαντικά διπλωματικά .
Τώρα απολαμβάνουμε μια Κύπρο ,Πρόεδρο σε αυτό το εξάμηνο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αι αυτήν και την μάνα όλων μας Ελλάδα δακτυλοδεικτούμενη .
Υ.Γ ΕΥΧΗ -ΠΡΟΣΕΥΧΗ όλων μας να μη ξαναβρεθούμε αδύνατοι κοινωνικά , πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά , όπως από το 1964-1974 ΚΑΙ από τώρα και μετά να μας φοβούνται και οι Αττίλες.
Σταύρος Αθαν.Ναλμπαντης.