του Δημητρίου-Μερκουρίου Κόντη*
Το παρόν άρθρο αποτελεί συνοπτική παρουσίαση βασικών συμπερασμάτων που αναπτύσσονται εκτενέστερα στη μελέτη του συγγραφέα «Η Αλβανία στην Κοινωνία των Εθνών και το ζήτημα των μειονοτικών εγγυήσεων», διαθέσιμη στο ResearchGate.
Στην αλβανική βιβλιογραφία, η ένταξη της Αλβανίας στην Κοινωνία των Εθνών παρουσιάζεται ως μια μεγάλη εθνική δικαίωση: ως η στιγμή κατά την οποία ο αλβανικός λαός, ύστερα από μακρούς αγώνες και παρά τις επιδιώξεις Ελλήνων, Σέρβων, Μαυροβουνίων αλλά και Ιταλών, που από αλβανική σκοπιά απειλούσαν την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, κατόρθωσε να αναγνωριστεί ως ισότιμο μέλος της διεθνούς κοινότητας. Η 17η Δεκεμβρίου 1920 αποτέλεσε πράγματι κομβικό σταθμό, καθώς η Γενική Συνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών δέχθηκε ομόφωνα την Αλβανία ως μέλος, αναγνωρίζοντάς την de jure ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος, έστω κι αν εκείνη την εποχή τα σύνορά της δεν είχαν ακόμη οριστικοποιηθεί πλήρως.
Για τον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου, ωστόσο, η ίδια αυτή εξέλιξη δεν σήμαινε δικαίωση, αλλά μάλλον την αρχή του τέλους των ειδικών εγγυήσεων που θα μπορούσαν να κατοχυρώσουν ουσιαστικά την επιβίωσή του.
Οι δύο βασικοί πυλώνες του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου ήταν διαχρονικά η ελληνική ορθόδοξη εκκλησία και τα ελληνικά σχολεία. Πάνω σε αυτούς τους δύο θεσμούς στηριζόταν όχι μόνο η θρησκευτική και μορφωτική ζωή της μειονότητας, αλλά και η ίδια η εθνική, γλωσσική και πολιτισμική της συνοχή. Ήδη από το 1914, ο Ελευθέριος Βενιζέλος επιδίωκε να εξασφαλίσει διεθνείς εγγυήσεις από τις Μεγάλες Δυνάμεις, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Τελικά, η εξέγερση των Βορειοηπειρωτών το 1914 οδήγησε στο Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, το οποίο προέβλεπε ένα ιδιαίτερα ενισχυμένο καθεστώς προστασίας, αφού στην πράξη αναγνώριζε στη Βόρειο Ήπειρο μια διευρυμένη εσωτερική αυτονομία εντός της Αλβανίας.
Αυτή ακριβώς η λογική των ειδικών εγγυήσεων δεν διασώθηκε μετά το 1920. Όταν η Αλβανία εισήλθε στην Κοινωνία των Εθνών, η Ελλάδα επιχείρησε, μέσω του Βασιλείου Δενδραμή, επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στην Κοινωνία των Εθνών, να αποσπάσει ένα ειδικό και ενισχυμένο καθεστώς προστασίας για τον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου, καθώς και το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στο Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών σε περίπτωση αλβανικών παραβιάσεων. Ωστόσο, οι Μεγάλες Δυνάμεις και η αλβανική πλευρά απέρριψαν αυτή τη λογική και επέβαλαν τελικά μόνο το γενικό σύστημα μειονοτικών εγγυήσεων, όπως αποτυπώθηκε στη μονομερή διακήρυξη του Fan Noli τον Οκτώβριο του 1921. Η διακήρυξη αυτή αναγνώριζε γενικώς ισότητα δικαιωμάτων, εκπαίδευση και θρησκευτική ελευθερία, αλλά δεν προέβλεπε ειδική κατοχύρωση της ελληνικής μειονότητας ως διακεκριμένου συλλογικού υποκειμένου δικαίου ούτε παραχωρούσε στην Ελλάδα προνομιακό δικαίωμα καταγγελίας.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι το αλβανικό κράτος βρήκε σύντομα την ευκαιρία να στραφεί ακριβώς κατά των δύο πυλώνων του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού. Στο εκπαιδευτικό πεδίο, οι ελληνικές καταγγελίες άρχισαν ήδη από το 1921 με αφορμή τα σχολεία της Χειμάρρας, ενώ στις επόμενες δεκαετίες η αλβανική πολιτική οδήγησε σταδιακά στο κλείσιμο των ελληνικών σχολείων. Η κορύφωση ήρθε με τα μέτρα του 1933 για την κατάργηση των ιδιωτικών και μειονοτικών σχολείων, εξέλιξη που οδήγησε τελικά την υπόθεση στη Χάγη. Στη γνωμοδότησή του της 6ης Απριλίου 1935, το Μόνιμο Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης δικαίωσε την ελληνική θέση ως προς τα μειονοτικά σχολεία στην Αλβανία, κρίνοντας ότι οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις της αλβανικής κυβέρνησης, που οδηγούσαν στο κλείσιμο των ελληνικών ιδιωτικών σχολείων, παραβίαζαν τη Διακήρυξη του 1921.
Στο μεταξύ, όμως, η ζημιά για τον βορειοηπειρωτικό ελληνισμό είχε ήδη συντελεστεί. Η δικαίωση της Ελλάδας στη Χάγη το 1935 δεν μπορούσε να αναιρέσει το γεγονός ότι, επί σειρά ετών, η αλβανική πολιτική είχε ήδη διαρρήξει τη συνέχεια της ελληνικής παιδείας στη Βόρειο Ήπειρο. Έτσι, μια νέα γενιά παιδιών δεν φοίτησε σε ελληνικά σχολεία όπως είχαν φοιτήσει οι πατέρες και οι παππούδες της, με αποτέλεσμα να πληγεί βαθιά ένας από τους βασικότερους φορείς της εθνικής, γλωσσικής και πολιτισμικής συνέχειας του εκεί ελληνισμού.
Το αλβανικό εκκλησιαστικό εθνικό κίνημα, με ρίζες ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα και νέα ώθηση μετά το 1920, διεκδίκησε τη χρήση της αλβανικής γλώσσας στη λατρεία και κατέληξε στο αίτημα για χωριστή αλβανική εκκλησιαστική οργάνωση. Η διαδικασία αυτή κορυφώθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1922, όταν το κληρικο-λαϊκό συνέδριο του Μπερατίου ανακήρυξε την Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας χωρίς την αρχική συναίνεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ήδη από τον Ιούνιο του 1921, ο Αλβανός πρωθυπουργός Ηλίας Βρυώνης είχε καταστήσει σαφές προς την Κοινωνία των Εθνών ότι τα Τίρανα δεν θα αποδέχονταν «ποτέ κανενός είδους επέμβασης, φανερής ή συγκεκαλυμμένης, από την Ελλάδα στα εσωτερικά ζητήματα της Αλβανίας». Υπό αυτό το πρίσμα, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί το αλβανικό κράτος δεν επιθυμούσε Έλληνες μητροπολίτες, τους οποίους αντιλαμβανόταν όχι απλώς ως εκκλησιαστικούς ποιμένες αλλά και ως πιθανούς φορείς ελληνικής πολιτικής επιρροής. Η πορεία προς την Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας υπήρξε, επομένως, όχι μόνο εκκλησιαστική αλλά και βαθύτατα πολιτική.
Η εξέλιξη των πραγμάτων μετά το 1921 έδειξε ότι η Ελλάδα δεν κατόρθωσε τελικά να εξασφαλίσει για τον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου το ειδικό και ενισχυμένο καθεστώς προστασίας που είχε επιδιώξει. Στη θέση συγκεκριμένων διεθνών εγγυήσεων για την παιδεία, την εκκλησία και την πολιτική παρουσία της μειονότητας, επιβλήθηκε ένα γενικό σύστημα προστασίας, το οποίο αποδείχθηκε στην πράξη ανεπαρκές απέναντι στις επιλογές του αλβανικού κράτους.
Το ερώτημα, βέβαια, είναι γιατί η Ελλάδα δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει αυτές τις ειδικές εγγυήσεις. Η απάντηση συνδέεται με μια σειρά παραγόντων: πρώτον, το 1921-1922 η Αθήνα είχε στραμμένη την προσοχή της πρωτίστως στη Μικρασιατική Εκστρατεία, γεγονός που περιόριζε αναπόφευκτα το πολιτικό και διπλωματικό βάρος που μπορούσε να αφιερωθεί στο βορειοηπειρωτικό ζήτημα⋅ δεύτερον, η Ιταλία επιδίωκε να καταστεί η κατεξοχήν προστάτιδα δύναμη της Αλβανίας και, συνεπώς, δεν είχε κανένα λόγο να ευνοήσει μια ενισχυμένη διεθνή κατοχύρωση του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου⋅ και τρίτον, η επάνοδος του βασιλιά Κωνσταντίνου, μετά την ήττα του Βενιζέλου το 1920, είχε επιβαρύνει σοβαρά τις σχέσεις της Ελλάδας με τους Αγγλογάλλους, αποδυναμώνοντας τη διεθνή της θέση σε μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή.
Από αυτή την άποψη, η περίπτωση της Βορείου Ηπείρου δεν φωτίζει μόνο τα όρια της ελληνικής διπλωματίας, αλλά και τις βαθύτερες αδυναμίες του ίδιου του μειονοτικού συστήματος της Κοινωνίας των Εθνών.
*Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι υποψήφιος διδάκτορας διπλωματικής ιστορίας της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.



ΝΑ μη θεωρείται και η εγκατάλειψη αυτών των Εγγυήσεων για την Βόρειο Ήπειρο ως εκδίκηση των Συμμάχων του αείμνηστου Ελευθερίου Βενιζέλου κατά των μισητών κυβερνητών του Λαϊκού κόμματος και γενικά όλων των Ελλήνων γιατί με δημοψήφισμα έφεραν τον γιαυτούς persona non grata αείμνηστο Στρατάρχη νικητή στους δύο Βαλκανικούς πολέμους Βασιλιά Κωνσταντίνο IΒ ;;;.
Δυστυχώς το 1921 έλειπε από την Ευρώπη και ο ίδιος ο Βενιζέλος για να τις στηρίξει στην Κοινωνία των Εθνών .